Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΠΡΙΑΜΙΔΕΣ, ΠΡΙΑΜΟΣ

Καταγωγή
 
Οι γενεαλογίες στα ομηρικά έπη καλύπτουν συνήθως τρεις γενιές: τον ήρωα, τον πατέρα του και τον γιο του. Εξαίρεση αποτελεί το πολύ πιο εκτενές γενεαλογικό δέντρο του Αινεία, που καλύπτει έξι γενιές σε είκοσι έξι στίχους (Υ 215-241). Σε αυτό το γενεαλογικό δέντρο καλύπτεται η ιστορία της Τροίας και επιμέρους μυθικά επεισόδια (όπως του Γανυμήδη). Έτσι, δημιουργείται μια χρονολογική σειρά από τον Δία μέχρι τον Έκτορα και τον Αινεία, ενώ οι επώνυμοι ήρωες Ίλος και Τρως φαίνεται ότι επινοήθηκαν από τον ποιητή ή νωρίτερα από τους αοιδούς για να αιτιολογηθούν οι ονομασίες Ίλιο και Τροία.
 
Και μαθ', εάν το επιθυμείς, καλά να την γνωρίσεις
την ιδικήν μας γενεάν, αν και πολλοί την ξεύρουν·
πρώτον ο Ζευς τον Δάρδανον εγέννησε και κτίζει
την Δαρδανίαν, πριν εκεί στην πεδιάδα κάμουν
πάλιν οι θνητοί άνθρωποι την Ίλιον την αγίαν
και στες πολύβρυσες πλαγιές της Ίδης κατοικούσαν.
Τον Εριχθόνιον γέννησεν ο Δάρδανος εκείνον
τον βασιλέα ξακουστόν για τα πολλά του πλούτη
που τρεις χιλιάδες έβοσκαν στον βάλτον του φοράδες
περήφανες στα τρυφερά πουλάρια που εγεννήσαν.
Και κει που εβόσκαν άναψεν απ΄ έρωτα ο Βορέας
και, μαύρος ίππος στην μορφήν, εταίριασε μ' εκείνες·
και δώδεκα εγέννησαν πουλάρια του Βορέα.
Και όταν σκιρτούσαν ελαφρά στην γην την σιτοδότρα
στο στάχυ επάνω έτρεχαν χωρίς να το λυγίσουν·
και όταν εις τα διάπλατα σκιρτούσαν της θαλάσσης
στην κορυφήν του κύματος ξακρίζουν τον αφρόν της.
Και από τον Εριχθόνιον των Τρώων βασιλέας
ο Τρως γεννήθη και απ' αυτόν τρία λαμπρά βλαστάρια
ο Ίλος, ο Ασσάρακος και ο ισόθεος Γανυμήδης,
που εγεννήθη των θνητών ο πρώτος για το κάλλος,
που τον σηκώσαν οι θεοί για κείνα του τα κάλλη
να ζει μ΄ αυτούς αθάνατος και κεραστής του Δία.
Γεννά και ο Ίλος τον λαμπρόν Λαομέδοντα και τούτος
τον Τιθωνόν, τον Πρίαμον, τον Λάμπον, τον Κλυτίον,
ως και τον Ικετάονα κακό του Άρη θρέμμα·
τον Κάπυν ο Ασσάρακος, ο Κάπυς τον Αγχίσην,
τούτος εμέ [τον Αινεία] και ο Πρίαμος τον Έκτορα τον θείον·
την γενεάν, το αίμ' αυτό καυχόμ' εγώ πως έχω.
(Όμ., Ιλ. Υ 215-241)
 
Ο Πρίαμος είναι ο πιο γνωστός από τους γιους του Λαομέδοντα, επειδή ο Τρωικός πόλεμος έγινε στην εποχή του, όταν ήταν ήδη πολύ γέρος. Το όνομα της μητέρας του είναι ασαφές· άλλοτε είναι η κόρη του ποταμού Σκάμανδρου Στρυμώ, άλλοτε κάποια Πλακία ή Λευκίππη.
 
Παιδικά χρόνια - Βασιλεία
 
Τα παιδικά χρόνια του Πρίαμου σημαδεύτηκαν από την πρώτη άλωση της Τροίας από τον Ηρακλή.
 
[…] έπλευσε [ο Ηρακλής] εναντίον του Ιλίου με δεκαοκτώ πλοία, που το καθένα είχε πενήντα κουπιά, αφού πρώτα συγκέντρωσε στρατό από άριστους άνδρες, που αποφάσισαν να συμμετάσχουν εθελοντικά στην εκστρατεία. Όταν κατέπλευσε στο Ίλιο, εμπιστεύτηκε τη φύλαξη των πλοίων στον Οϊκλή και ο ίδιος με τα υπόλοιπα παλικάρια επιτέθηκε στην πόλη. Ο Λαομέδοντας, πλησιάζοντας στα πλοία με τον στρατό του, σκότωσε πάνω στη μάχη τον Οϊκλή, εκδιώχθηκε όμως από τους άνδρες του Ηρακλή και κλείστηκε μέσα στην πολιορκημένη πόλη. Στη διάρκεια της πολιορκίας ο Τελαμώνας προκάλεσε ρήγμα στο τείχος, μπήκε πρώτος στην πόλη και μετά από αυτόν ο Ηρακλής. Μόλις εκείνος είδε πρώτον τον Τελαμώνα να μπαίνει, τράβηξε το ξίφος από τη θήκη και όρμησε εναντίον του, επειδή δεν ήθελε κανένας να θεωρείται καλύτερός του. Ο Τελαμώνας, μόλις το αντιλήφθηκε αυτό, άρχισε να μαζεύει πέτρες από εκεί κοντά και, όταν εκείνος τον ρώτησε τι κάνει, απάντησε ότι κατασκευάζει ένα βωμό για να τιμήσει τον Ηρακλή τον καλλίνικο. Εκείνος τον επαίνεσε και, μόλις κυρίευσε την πόλη, αφού σκότωσε με τα βέλη του τον Λαομέδοντα και τα παιδιά του εκτός από τον Ποδάρκη, έδωσε ως έπαθλο στον Τελαμώνα την κόρη του Λαομέδοντα Ησιόνη, και σε εκείνη επέτρεψε να πάρει μαζί της όποιον από τους αιχμαλώτους ήθελε. Όταν αυτή διάλεξε τον αδελφό της τον Ποδάρκη, είπε ότι πρώτα πρέπει να γίνει δούλος και τότε μόνο θα τον έχει, αφού δώσει κάτι για να τον εξαγοράσει. Και αυτή, την ώρα της αγοροπωλησίας, έβγαλε κεφαλομάντιλό της και την έδωσε ως αντίτιμο· από αυτό το γεγονός ο Ποδάρκης ονομάστηκε Πρίαμος (Από το ρήμα πρίαμαι που σημαίνει αγοράζω. Ο Πρίαμος ανοικοδόμησε την γκρεμισμένη πόλη, ενώ ο Ηρακλής και ο Τελαμώνας με τον στρατό και την Ησιόνη γύρισαν στην Ελλάδα). (Απολλόδ. 2.6.4)
 
Ο Ηρακλής εμπιστεύτηκε την Τροία στον μόνο γιο του Λαομέδοντα που είχε επιζήσει, τον Πρίαμο, ο οποίος σταδιακά επεξέτεινε τα όρια της εξουσίας του σε ολόκληρη την περιοχή και στα νησιά κοντά στην ασιατική γη. Παραδίδεται ακόμη ότι πολέμησε στις όχθες του Σαγγάριου τις Αμαζόνες ως σύμμαχος του Φρύγιου Οτρέα,
 
[και στης Φρυγίας μια φορά τ' αμπελοφόρα μέρη
επήγα κι είδα πληθυσμόν Φρυγών των ιππομάχων,
που τότ' εστρατοπέδευαν στες όχθες του Σαγγάρου,
του θείου Μύγδονος λαοί συνάμα και του Οτρέως,
ότι βοηθός τους έφθασα κι εγώ να πολεμήσω,
όταν αυτοί τες ίσανδρες κτυπούσαν Αμαζόνες]
(Όμ., Ιλ. Γ 184-189).
 
Γάμοι - Απόγονοι
 
Από τον πρώτο του γάμο με την Αρίσβη, κόρη του Μέροπα, απέκτησε ένα γιο, τον Αίσακο. Την άφησε στον Υρταίο, για να παντρευτεί την Εκάβη με την οποία απέκτησε πολλά παιδιά, πρώτα τον Έκτορα, ύστερα τον Πάρη, μετά τις κόρες Κρέουσα, Λαοδίκη, Πολυξένη, Κασσάνδρα, τέλος τους γιους Έλενο, Πάμμονα, Πολίτη, Άντιφο, Ιππόνοο, Πολύδωρο, Τρωίλο, που θεωρούνταν και γιος του Απόλλωνα. Από άλλες παλλακίδες απέκτησε πολλά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, πενήντα ονόματα παραδίδονται, όχι όμως από μόνο έναν συγγραφέα. Πληρέστερος είναι ο κατάλογος του Απολλόδωρου με 47 ονόματα.
 
Πάντως, όλα τα παιδιά με τους/τις συζύγους τους ζουν στο παλάτι,

[Και ως έφθασε στο μέγαρο τ' ωραίο του Πριάμου,
με σκαλισμένες αίθουσες κτισμένο, κι ήσαν μέσα
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι πενήντα,
όλοι κτισμένοι σύνεγγυς· και αυτού μέσα εκοιμόνταν
με τες μνηστές γυναίκες των οι παίδες του Πριάμου·
και απ' τ' άλλο μέρος στην αυλήν, αντίκρυς, εις τ' ανώγι,
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι εκτισθήκαν
δώδεκα σύνεγγυς και αυτοί· και αυτού πάλι εκοιμόνταν
με τες σεβάσμιες κόρες του οι αγαπητοί γαμβροί του]
(Ιλ., Ζ 242-251),
 
σε ιδιαίτερο θάλαμο το κάθε ζευγάρι.
 
Δράση στον πόλεμο
 
Ο πραγματικός ηγέτης στον πόλεμο ήταν ο Έκτορας, ο οποίος είχε διάφορους συμβουλάτορες, όχι όμως και τον ηλικιωμένο πατέρα του που δεν έπαιρνε μέρος στις μάχες, προήδρευε μόνο στις συνελεύσεις, χωρίς να ακούγεται πάντα η γνώμη του και παρακολουθούσε τον πόλεμο ψηλά από τα τείχη μαζί με άλλους συνομήλικούς του δημογέροντες (Γ 145 κ.ε.).
 
Μάλλον γνώριζε τα σχέδια του Πάρη για την απαγωγή της Ελένης και δεν έφερε αντιρρήσεις. Ήταν φιλικός με την Ελένη (Γ 161 κ.ε.), άτολμος σε κρίσιμες αποφάσεις, ευγενής με εξαίρεση τη στιγμή που διώχνει οργισμένος* από θλίψη κάποιους Τρώες που ήλθαν να συμπαρασταθούν στη βασιλική οικογένεια για το πένθος τους. Είναι γενικά ευσεβής, αν και πατά τους όρκους** που έδωσε με τον Αγαμέμνονα ως εγγύηση ότι αυτός που θα νικούσε στη μονομαχία για την Ελένη, ο Πάρης ή ο Μενέλαος, θα την κέρδιζε οριστικά και ο πόλεμος θα σταματούσε.
 
Προς το τέλος της Ιλιάδας δραστηριοποιείται περισσότερο. Προστάζει να κρατηθούν οι πύλες ανοιχτές για να καταφύγουν μέσα στην πόλη οι κυνηγημένοι από τον Αχιλλέα Τρώες (Φ 526 κ.ε.). Βιώνει τον θάνατο πολλών παιδιών του, και του Έκτορα στο τέλος, τον οποίο εξόρκιζε να μην μονομαχήσει με τον Αχιλλέα. Προσπάθησε μάλιστα να τον συγκινήσει, προβλέποντας την καταστροφή της Τροίας, το μέγεθος και τις εκφάνσεις της, τις γενικότερες συνέπειες*** του πολέμου. Ο Έκτορας δεν πείσθηκε, και όταν σκοτώθηκε, η θεά Ίρις, σταλμένη από τον Δία, παρακίνησε τον Πρίαμο να πάει στο στρατόπεδο των Αχαιών για να ζητήσει το πτώμα του νεκρού γιου του. Αψήφησε τους φόβους της Εκάβης και τους δικούς του και πήγε νύχτα στο στρατόπεδο των Αχαιών, στη σκηνή του Αχιλλέα, για να δώσει λύτρα**** και να πάρει το σώμα του γενναίου παιδιού τους. Τον συνόδευε ο Ερμής μεταμφιεσμένος σε θνητό -και στην μορφήν ομοιώθη / με αγόρι γενεάς λαμπρής, πόχει το πρώτο χνούδι, / καιρός που η νιότη φαίνεται με όσην χάριν έχει (Ω 346-348).
 
Η ειρηνική αριστεία του Πριάμου, ανάμνηση της παλιάς πολεμικής του αριστείας, ξάφνιασε τον Αχιλλέα, καθώς ο γέροντας έδειξε ευγένεια και αρχοντιά, ψυχική δύναμη, εθαύμαζεν εκεί του Αχιλλέα / την πλάση και τ' ανάστημα που ωσάν θεού φαντάζαν (Ω 630-631), αναγνώρισε ότι ήταν ένας σπουδαίος αντίπαλος για τον γιο του. Εξάλλου, οι αρετές του Αχιλλέα δικαίωναν και τις αρετές του δικού του γιου που πέθανε από έναν τέτοιο εχθρό. Έτσι, οι δύο αντίπαλοι συντρώγουν σε ένα νεκρόδειπνο που περιλαμβάνει φαγητά και κρασί, ενώ ικανοποιείται και η ανάγκη για έκφραση σκέψεων και συναισθημάτων. Όλα αυτά, μαζί με τον ύπνο που επέρχεται, σηματοδοτούν επαναφορά στη σωματική κανονικότητα, δηλαδή η ικανοποίηση των σωματικών αναγκών που αναστέλλονται με το πένθος, και η επιστροφή του σώματος του Έκτορα στο στρατόπεδο των Τρώων σηματοδοτούν την επιστροφή στην τελετουργική ομαλότητα, καθώς αποκαθίστανται η ανταπόδοση, η ικεσία -τον ικέτη του θα σεβαστεί περίσσια, λέει ο Δίας για τον Αχιλλέα, και την ίδια φράση επαναλαμβάνει η Ίριδα στον Πρίαμο (Ω 158, 187· πρβ. 465-7, 478-9)- και η νεκρική τελετουργία. Κάτω από άλλες συνθήκες το γεγονός αυτό θα μπορούσε να σφυρηλατήσει ειρηνικούς δεσμούς μεταξύ των αντιμαχομένων. Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, η νεκρική τελετουργία έβγαλε τον Αχιλλέα από την παρατεταμένη περίοδο της μεταιχμιότητάς του, Τρώες και Αχαιούς από μια παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας και αμηχανίας και ωθεί το δράμα στη λύση του.
 
Θάνατος του Πρίαμου
 
Με τον εχθρό μέσα στο παλάτι, ο Πρίαμος θέλησε να υπερασπιστεί τους δικούς του και ξαναπήρε ο ηλικιωμένος πολεμιστής τα όπλα που του ενεχείρισε η κόρη του Λαοδίκη. Όμως η Εκάβη τον τράβηξε πίσω στο παλάτι, για να προσπέσουν ικέτες σε βωμό των θεών δαφνοστεφανωμένοι. Εκεί βιώθηκε η μεγαλύτερη αγριότητα του πολέμου, καθώς καταπατήθηκαν όλοι οι νόμοι της ικεσίας και επαληθεύθηκαν οι προβλέψεις που είχε κάνει ο Πρίαμος (Χ 58-76). Είδε τον γιο του Πολίτη να σκοτώνεται στον βωμό από τον Νεοπτόλεμο, που έπιασε και τον γέροντα από τα μαλλιά, τον τράβηξε από τον βωμό και τον αποκεφάλισε. Το σώμα έμεινε άταφο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή τον έσυρε μέχρι τον τάφο του Αχιλλέα έξω από την πόλη και εκεί τον σκότωσε. Στην Ιλιάδα Μικρά ο Πρίαμος φονεύεται από τον Νεοπτόλεμο «στην πόρτα του σπιτιού του» (πρβ. Χ 66), στην Ιλίου Πέρσιν πεθαίνει στον βωμό του ερκείου Διός, ενώ μυθολογείται και ο θάνατός του με όπλο το νεκρό σώμα του εγγονού του. Αλλά πώς θα ήταν δυνατόν οι θνητοί να μη φτάσουν σε μια τέτοια κατάσταση τη στιγμή που ο Δίας είχε κατηγορήσει την Ήρα ότι ευχαρίστως θα έτρωγε τον Πρίαμο ωμό (Δ 34-6);
-----------------------
*Η οργή του Πρίαμου
 
Κι έδιωχνε από την αίθουσαν όλους ομού τους Τρώας:
«Ω λώβες, σύρετ' από 'δω! Τα σπίτια σας δεν έχουν
λύπην και αυτά και ήλθετε να πλήξετε κι εμένα;
Μικρή σας φαίνεται η πληγή, που μου 'δωκε ο Κρονίδης,
να χάσω το καλύτερον απ' όλα τα παιδιά μου;
Θα το αισθανθείτε γρήγορα και σεις που αυτός εχάθη
όταν σας κόψουν εύκολα των Αχαιών οι λόγχες.
Αχ! να κλεισθούν τα μάτια μου προτού να ιδούν την πόλιν
να την πατήσουν οι εχθροί και να την ερημάζουν».
Είπε, και με το σκήπτρο του κτυπώντας τους ο γέρος
τους έβγαλε κι εφώναξε στα τέκνα του που εμείναν·
εννέα ήσαν· Έλενος και Πάρις και Αγάθων
και Πάμμων και Αντίφονος, Πολίτης, ο γενναίος
Δηίφοβος και Ιππόθοος και ο δοξασμένος Δίος.
Σ΄ όλους αυτούς εφώναζε: «Τι δεν με βοηθείτε,
κακά μου τέκνα, ελεεινά· να 'χετε όλοι αντάμα
αντί του Έκτορος χαθεί στες πρύμνες σκοτωμένοι·
οϊμένα τον βαριόμοιρον, δεν μόμεινε κανένα
απ' τα εξαίσια τέκνα μου που εδόξασαν την Τροίαν·
πού είναι ο Μήστωρ ο λαμπρός, ο ιππόμαχος Τρωίλος,
ο Έκτωρ, οπού εθέιζε μες στων θνητών τα γένη,
πόμοιαζε γέννημα θεού, και όχι θνητού στο θώρι,
και όλους τους αφάνισεν ο Άρης και απομείναν
οι αχρείοι, ψεύτες, στο χορό λαμπρότατοι τεχνίτες
και αρνιά κι ερίφια του κοινού ν' αρπάζουν μαθημένοι·
δεν πάτε να μου ζέψετε τ' αμάξι ευθύς και τούτα
επάνω του να θέσετε, να μη χρονοτριβήσω;»
(Όμ. Ιλ. 238-264)
 
**Θυσίες και όρκοι: Πρίαμος και Αγαμέμνων
 
Και οι κήρυκες τες προσφορές της ένορκης θυσίας,
δύο κριάρια κι έν' ασκί γλυκό κρασί γεμάτο,
μέσ' απ' την πόλιν έφερναν· και ο κήρυξ ο Ιδαίος
έναν κρατήρα ολόκληρον με τα χρυσά ποτήρια.
Κι εσίμωσε στον γέροντα και τον παρακινούσε:
« Σήκω», του είπε, « ω Πρίαμε, σε προσκαλούν οι πρώτοι
των Τρώων και των Αχαιών να κατεβείς να κάμεις
μ' αυτούς θυσίαν ένορκην· θα πολεμήσουν τώρα
ο Πάρις και ο Μενέλαος με τα μακριά κοντάρια·
και όποιος νικήσει από τους δυο θα λάβει την Ελένην
με όσους έχει θησαυρούς· κι εμείς οι άλλ' ειρήνην
θα ομόσωμεν ασάλευτην και θα χαρούν οι Τρώες
την κάρπιμη Τρωάδα τους κι εκείνοι οπίσω στ' Άργος
και στην ομορφοπάρθενην θα γύρουν Αχαΐαν».
Και ο γέροντας επάγωσε και των συντρόφων είπε
ευθύς να ζέψουν τ' άλογα και ανέβηκε μαζί του
ο Αντήνωρ εις την άμαξαν και ο Πρίαμος οπίσω
τα χαλινάρια ετέντωνε και τ' άλογα τους φέραν
από τες Πύλες τες Σκαιές στην πεδιάδα κάτω·
και άμ' έφθασαν εις τους στρατούς κατέβηκαν και οι δύο
κι εβάδιζαν ανάμεσα των Αχαιών και Τρώων.
Σηκώθη τότε ο κραταιός Ατρείδης και σιμά του
σηκώθη ο θείος Οδυσσεύς· οι κήρυκες εφέραν
των θείων όρκων τα σφαχτά και αφού μες στον κρατήρα
εσυγκεράσαν το κρασί, το νίψιμο κατόπι
εις τες παλάμες έχυναν των θείων βασιλέων·
κι έσυρ' ο Ατρείδης μάχαιραν που πάντοτ΄ εκρεμόταν
εις την λαβήν του ξίφους του και απόκοψε τες τρίχες
απ' των κριών τες κεφαλές, και αφού τες διαμοιράσαν
οι κήρυκες στους αρχηγούς των Αχαιών και Τρώων,
ψηλά τα χέρια σήκωσεν ο Ατρείδης κι εδεήθη:
«Δία πατέρα, δοξαστέ, μεγάλε, όπου δεσπόζεις
από την Ίδην, κι Ήλιε, που ακούς και βλέπεις όλα,
και ποταμοί, και γη, και σεις θεοί, που εκεί στον Άδη
κάθ' επιόρκου την ψυχήν ως πρέπει τιμωρείτε,
γίνεσθε τώρα μάρτυρες και φύλακες των όρκων·
ανίσως τον Μενέλαον ο Πάρις θανατώσει
με όλους της τους θησαυρούς θα έχει την Ελένην
κι εδώθ' εμείς θα φύγουμε με τα γοργά καράβια·
κι αν ο ξανθός Μενέλαος τον Πάριν θανατώσει
εκείνην με τους θησαυρούς οι Τρώες θ' αποδώσουν
και θα πληρώσουν πρόστιμον, ως πρέπει των Αργείων,
που και στες άλλες γενεές να φθάσει τ' άκουσμά του,
κι αν ύστερ' απ' τον θάνατον του Πάριδος δεν θέλουν
να το πληρώσει ο Πρίαμος και οι παίδες του Πριάμου,
θα μείνω εδώ τον πόλεμον ν' ακολουθήσ' ωσότου
μου πληρωθεί το πρόστιμο και βρω του αγώνος άκρην».
Είπε και με το αλύπητο μαχαίρι τα κριάρια
έσφαξε και σπαρταριστά ξαπλώθηκαν στο χώμα
χωρίς πνοήν, άμα ο χαλκός την δύναμιν τους πήρε·
και απ' τον κρατήρα παίρνοντας κρασί με τα ποτήρια
το χύναν και προσεύχονταν και Αχαιοί και Τρώες
και αυτές προφέρναν τες ευχές: «Ω ύψιστε Κρονίδη,
και όλοι οι αθάνατοι θεοί, των δολερών που πρώτοι
επιορκήσουν ο μυελός να ρεύσει καθώς ρέει
τούτ' οπού χύνω το κρασί, και αυτών και των παιδιών τους
και αγκάλες άλλων να χαρούν τα έρμα θηλυκά τους».
Είπαν, αλλ' όμως την ευχήν δεν έστερξε ο Κρονίδης.
Και ο Δαρδανίδης Πρίαμος εμπρός εις όλους είπε:
«Ακούσετέ με, Αχαιοί, ακούσετέ με, Τρώες,
θα γύρω εγώ στην Ίλιον την πολυανεμισμένην,
ότι η καρδιά δεν μου βαστά τον ποθητόν υιόν μου
να ιδώ με τον Μενέλαον στον φονικόν αγώνα·
μόν' οι αθάνατοι θεοί κι εξόχως ο Κρονίδης
γνωρίζ' εις ποίον διόρισε τον θάνατον η μοίρα».
(Οδ., Ιλ. Γ 245-309)
 
***Οι συνέπειες του πολέμου
 
Ο Πρίαμος απευθύνεται στον γιο του Έκτορα:
 
Εμένα καν τον κακορίζικο που ακόμα ζω σπλαχνίσου,
που μέσα στα βαθιά γεράματα του Κρόνου ο γιος μου γράφει
άραχλα τέλη, πλήθια ο δύστυχος σα δω κακά πιο πρώτα,
τους γιους να μου σκοτώνουν, σκλάβες τους τις κόρες να μου σέρνουν
και να κουρσεύουν το παλάτι μου· να σφεντονίζουν
κάτω στο χώμα τα παιδιά τ' ανήλικα μες στη σφαγή την άγρια,
και να τραβούν μεβιάς τις νύφες μου με τ' άνομά τους χέρια.
Στερνό και μένα μπρος στην ξώπορτα θα με τραβολογήσουν,
ωμό για να με φαν, οι σκύλοι μου, σύντας με κρούσει κάποιος
με το σπαθί για το κοντάρι του, και τη ζωή μου πάρει-
αυτοί που τάιζα στο τραπέζι μου, να μου φυλάν τις πόρτες·
και αφού ρουφήξουν πια το γαίμα μου με φρενιασμένα σπλάχνα,
θα ξαπλωθούν μπροστά στην ξώπορτα. Στο νιο ταιριάζουν όλα,
που ο κοφτερός χαλκός τον σπάραξε μες στη σφαγή και πέφτει,
κι ό,τι κι αν δείξει, είναι όλα του όμορφα, κι ας είναι σκοτωμένος.
Μα ενού γερόντου που σκοτώθηκεν οι σκύλοι σαν ντροπιάζουν
την άσπρη κεφαλή του, τ' άσπρα του γένια, τ' αχαμνά του,
χειρότερο κακό δε βρίσκεται για τους θνητούς τους έρμους!
(Χ 58-76)
 
****Τα λύτρα του Πρίαμο για τον σκοτωμένο Έκτορα
 
[…] από τ' αρμάρια του εσήκωσε τα ωραία
σκεπάσματα και δώδεκα πέπλους λαμπρούς επήρε.
Και χλαίνες δώδεκα μονές, και τάπητες ομοίως
και τόσα επανωφόρια, τόσους κοντά χιτώνες
και δέκ' ακόμη τάλαντα χρυσάφι ζυγισμένο,
τέσσερους λέβητες και ομού δυο τρίποδες που ελάμπαν
κι ένα ποτήρι υπέρλαμπρο, βαρύτιμο που οι Θράκες
του είχαν δωρήσει τον καιρόν που επήγε απεσταλμένος·
και μηδ' εκείνο εκράτησεν ο γέρος, τόσην είχε
λαχτάραν το αγαπητό παιδί να ξαγοράσει.
(Όμ., Ιλ. Ω 228-237)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου