Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΣΤΟΝ ΟΜΗΡΟ - Οδύσσεια

Δίας - Αθηνά - Ποσειδών - Ερμής

Σε σύγκριση προς την Ιλιάδα, στην Οδύσσεια η παρουσία των ολυμπίων θεών από κάθε άποψη περιορίζεται. Στο ποιητικό παρόν του έπους συμμετέχουν ενεργώς, εκτός του Δία, μόλις τρεις ολύμπιοι θεοί: η Αθηνά, ο Ποσειδών και ο Ερμής. Στο πλαίσιο των «Απολόγων» εμφανίζονται επεισοδιακά: ο Άρης, η Αφροδίτη και ο Ήφαιστος. Ευκαιριακά μόνον αναφέρονται η Ήρα, ο Απόλλων και η Άρτεμις. Από αυτούς διακρίνονται ο Ήλιος (άλλως πως: Υπερίων), οι Μούσες, οι δαιμονικές θεές Καλυψώ και Κίρκη και οι επόμενες τερατικές μορφές: Σειρήνες, Σκύλλα, Χάρυβδις.

Ποιητικό ωστόσο ρόλο αναλαμβάνουν στην Οδύσσεια ο Δίας, η Αθηνά και ο αντίπαλος Ποσειδών. Ο Δίας περισσότερο εποπτεύει και διαιτητεύει, συνήθως στο πλαίσιο της θεών αγοράς, προκειμένου να ξεκινήσει, να εξελιχθεί και να διεκπεραιωθεί το έπος. Στην Αθηνά όμως ανατίθεται από τον ποιητή πρωτεύων ποιητικός ρόλος, ανάλογος με εκείνον που ο ποιητής της Ιλιάδας είχε αναθέσει στον Δία, ως ρυθμιστή της πλοκής της. Θα έλεγε κάποιος ότι ο ιλιαδικός Δίας παραδίδει την ποιητική σκυτάλη στην κόρη του, στην οδυσσειακή Αθηνά. Η διαδοχή αυτή προγραμματίζεται και κατοχυρώνεται ήδη στην αρχή της πρώτης ραψωδίας. Θα δούμε πότε, πώς και προς τί.

Το έπος της Οδύσσειας ανοίγει με δεκάστιχο προοίμιο, στο οποίο συστήνεται (ανωνύμως προς το παρόν) ο κεντρικός ήρωας: πρώτα με λογοτυπικά στοιχεία ως πολύτροπος, πολύπλαγκτος, πτολίπορθος, πολύιδρις και πολύτλας· μετά, έμμεσα, ως φιλέταιρος αρχηγός, ο οποίος, παρά τον αγώνα του, δεν κατόρθωσε να σώσει τους εταίρους του - υπονοείται ότι ο ίδιος σώθηκε. Από την άποψη αυτή υποκείμενο θέμα του προοιμίου μπορεί να θεωρηθεί το μεγάθεμα του νόστου στις δύο βασικές του τροπές: τη θετική και την αρνητική. Στους επόμενους ωστόσο πέντε στίχους (11-15) διαφαίνεται και τρίτη τροπή: ο ασυντέλεστος νόστος ενός ήρωα, ο οποίος βρίσκεται καθηλωμένος και παγιδευμένος στο νησί της Καλυψώς. Ενδιαμέσως (στους στίχους 16-19) προλέγεται η επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη, μαζί με τους νέους άθλους που τον περιμένουν. Στους στίχους όμως 19-21 επανέρχεται ο μετέωρος νόστος του, ο οποίος διασταυρώνεται τώρα αφενός με τη συμπάθεια όλων των άλλων θεών, αφετέρου με το παρατεινόμενο μένος του Ποσειδώνα, που εκπροσωπεί μέσα στο έπος το βασικό εμπόδιο του ασυντέλεστου νόστου.

Με τους όρους αυτούς μπορούμε να συμπεράνουνε ότι το έπος της Οδύσσειας εγκαινιάζεται αγκυλωμένο στην ακινησία, η οποία συμβολίζεται με την εκβιαστική καθήλωση του ίδιου του Οδυσσέα. Ζητούμενο επομένως είναι πώς και από ποιον η ακινησία αυτή θα μετατραπεί σε κίνηση. Με άλλα λόγια: χρειάζεται να ενεργοποιηθεί πρώτα ο κινητήρας του έπους, για να ξεπεραστεί η υποχρεωτική του στάση. Αυτό τον ποιητικό ρόλο αναλαμβάνει και εκπληρώνει η Αθηνά, στο πλαίσιο της πρώτης θεών αγοράς, που συγκαλείται στον Όλυμπο, όσο απουσιάζει ο Ποσειδών ακόμη στους Αιθίοπες.

Ο λόγος δικαιωματικά ανήκει στον Δία. Ο οποίος, κατά την υπόδειξη του ποιητή, αρχίζει να μιλά στους άλλους θεούς από μνήμης: φέρνει στον νου του την περίπτωση του ευπατρίδη Αιγίσθου, που βρήκε άδοξο τέλος σκοτωμένος από τον ένδοξο γιο του Αγαμέμνονα, τον Ορέστη. Προτού μάλιστα αναφερθεί συνοπτικά στη σχετική ιστορία (παράνομα και παρά την προειδοποίηση του Ερμή, ο Αίγισθος σμίγει με την Κλυταιμνήστρα και σκοτώνει τον Αγαμέμνονα, πληρώνοντας τον ανίερο γάμο και φόνο του με τη δική του δολοφονία από τον Ορέστη), προτάσσει ο ύπατος θεός μια γνώμη, σε τόνο συμπαθητικής διαμαρτυρίας. Λέει (α 32-34):

Αλίμονο, είναι αλήθεια ν᾽ απορείς που θέλουν οι θνητοί να ρίχνουν
στους θεούς τα βάρη τους· έρχεται λένε το κακό από μας -
κι όμως οι ίδιοι, κι από φταίξιμο δικό τους, πάσχουν και βασανίζονται,
και πάνω απ᾽ το γραφτό τους.


Το μνημονικό παράδειγμα του Δία μοιάζει μάλλον φυγόκεντρο, αν υπό συζήτηση θέμα στη θεών αγορά θεωρηθεί η τύχη του καθηλωμένου Οδυσσέα. Παρά ταύτα, έστω ως αντιπαράδειγμα, τούτο το παράδειγμα δεν είναι άστοχο. Εκτός των άλλων, επειδή ο Δίας θυμάται και συνοψίζει μια πρόσφατη ιστορία (απόδειξη το νῦν του στίχου 43), που φαίνεται να είχε γίνει στο μεταξύ έπος· εννοείται η Ατρειδών Κάθοδος, για την οποία μιλήσαμε και αλλού. Πονηρά λοιπόν Δίας και ποιητής πάλι συνωμοτούν: ανακαλούν ένα συντελεσμένο ποίημα, ως αφορμή της ασυντέλεστης ακόμη Οδύσσειας, που τώρα πάει ν᾽ αρχίσει. Όσο για την προλογική γνώμη του Δία, αυτή μάλλον στρέφεται προς την Ιλιάδα, για να προδηλώσει ο ποιητής της Οδύσσειας την προχωρημένη στο δικό του έπος αντίληψη θεοδικίας και ανθρωποδικίας, όπου η συνενοχή των ανθρώπων στην ὑπὲρ μόρον δυστυχία τους προϋποθέτει, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, συμμετοχική θέληση.

Τον μνημονικό ελιγμό του Δία παρακάμπτει ως ανεπίκαιρο η Αθηνά, κρατώντας από το πρόσφατο παράδειγμα του Αιγίσθου μόνον το συμπέρασμα, ως προειδοποίηση και ευχή για το παρόν και το μέλλον, υπονοώντας τους μνηστήρες (α 46-47). Αποφαίνεται:

καλά κι όπως του ταίριαζε, εκείνος αφανίστηκε και πάει -
την ίδια μοίρα να ᾽χει κι όποιος ανάλογα κριματιστεί.

Αμέσως μετά η θεά επικεντρώνεται στο φλέγον θέμα: στον θεοσεβή Οδυσσέα, που κατακρατείται στο νησί της Ωγυγίας, ενώ, παρά τα θέλγητρα της Καλυψώς, ποθεί διακαώς τον νόστο του στην Ιθάκη, χωρίς όμως να συγκινεί τόσον καιρό τον Δία η άδικη αυτή κατακράτησή του.

Ο Δίας διαμαρτύρεται: αναγνωρίζει την ξεχωριστή θεοσέβεια του ήρωα, επικαλείται όμως ως αιτία του μετέωρου νόστου την τύφλωση του Πολύφημου και την παρεπόμενη οργή του Ποσειδώνα, ο οποίος επιμένει να κρατεί τον Οδυσσέα μακριά από την πατρίδα του. Συμφωνεί ωστόσο ότι το πράγμα δεν παίρνει αναβολή: καιρός οι άλλοι ολύμπιοι θεοί να σκεφτούν τον νόστο του ήρωα, ελπίζοντας πως η μοναχική αντίσταση του Ποσειδώνα στην κοινή τους απόφαση θα αποδειχτεί ατελέσφορη.

Σ᾽ αυτό το κρίσιμο σημείο η Αθηνά εκμεταλλεύεται την ετοιμότητα του Δία και υποβάλλει διπλή πρόταση. Συστήνει να αποσταλεί ο Ερμής στην Ωγυγία, για να μεταφέρει στην Καλυψώ, ως ανυποχώρητη βουλή των ολυμπίων θεών, την εντολή για απελευθέρωση του ήρωα, προκειμένου να νοστήσει. Η ίδια προθυμοποιείται να κατέβει πάραυτα στην Ιθάκη, για να ενεργοποιήσει τον Τηλέμαχο, εξωθώντας τον να συγκαλέσει αγορά των Ιθακησίων (όπου να καταγγείλει ως απαράδεκτη την καταχρηστική συμπεριφορά των μνηστήρων) αλλά και να ταξιδέψει στην Πύλο και στη Σπάρτη, αναζητώντας νέα του πατέρα του (ως στόχος της προτεινόμενης από τη θεά αποδημίας προβάλλεται το προσωπικό κλέος του νεαρού Τηλεμάχου).

Έτσι εξαγγέλλεται το πρόγραμμα του πρώτου μέρους του έπους (μοιρασμένο στα δύο κεφάλαιά του), το οποίο ο ποιητής το εμπιστεύεται στην Αθηνά. Με το διπλό αυτό πρόγραμμα το έπος περνά από την αρχική του στάση στην αφετηριακή του κίνηση, μοχλός της οποίας γίνεται η Αθηνά, με τη μορφή της υποκίνησης και της αυτοκίνησης. Από εδώ και πέρα ο ποιητικός ρόλος της θεάς είναι, όπως θα δούμε, να κινητοποιεί με τη δική της κίνηση πρόσωπα και δρώμενα του έπους, ώστε να προάγεται, για να φτάσει στο πέρας του.

Καθώς ωστόσο η διακίνηση του Ερμή στο νησί της Καλυψώς αναβάλλεται για την πέμπτη ραψωδία, ενώ η κίνηση της Αθηνάς προς την Ιθάκη πραγματοποιείται αμέσως, αισθανόμαστε ότι το ποιητικό πρόγραμμα της Αθηνάς πραγματοποιείται με τέτοιον τρόπο, ώστε προς το παρόν το έπος κινείται με το ένα του μόνο πόδι (με τη λεγόμενη «Τηλεμάχεια»), ενώ παραμένει μετέωρο ως προς το άλλο (ας πούμε: ως προς την «Οδύσσεια» του).

Η αναβολή ωστόσο αυτή έχει τα δικά της στηρίγματα. Πρώτα το γεγονός ότι ο Δίας δεν αντιδρά στην πρόταση της Αθηνάς για την αποστολή του Ερμή στην Ωγυγία, η οποία παραμένει προς το παρόν ακάλυπτη. Η ίδια εξάλλου η Αθηνά, στη σπουδή της να κατεβεί αμέσως στην Ιθάκη, δεν προσέχει την ενδεικτική αυτή σιωπή του πατέρα της, η οποία μοιάζει να αφήνει κάποιο περιθώριο προσαρμογής τόσο στον θυμωμένο Ποσειδώνα όσο και στην ερωτευμένη Καλυψώ. Εξάλλου, η προκείμενη καθυστέρηση, στο διάκενο της οποίας αναπτύσσεται η «Τηλεμάχεια», ευνοεί την πρόταξη της αναζήτησης του Οδυσσέα πριν από την ανακίνηση του νόστου του. Τέλος, η αναβολή αυτή αποτυπώνει την αφηγηματική συναίσθηση του ακροατή για την πολύχρονη παραμονή του ήρωα στην Ωγυγία. Τούτο σημαίνει ότι το έπος της Οδύσσειας περνά από την ακινησία στην κίνηση όχι απότομα και διαμιάς, αλλά προοδευτικά και διαβαθμισμένα· πρώτα με τον δευτεραγωνιστή γιο, μετά με τον πρωταγωνιστή πατέρα.

Η αυτόματη πάντως κάθοδος της Αθηνάς στην Ιθάκη επιβεβαιώνει τη μέθοδο τόσο της αυτοκίνησης όσο και της υποκίνησης. Η αυτοκίνηση αφορά την ίδια και θα συνεχιστεί, όπως θα δούμε, σε όλο το μήκος της «Τηλεμάχειας». Η υποκίνηση αναφέρεται στον Τηλέμαχο και συνεπάγεται τη σύγκληση πρώτα της Ιθακησίων αγοράς, και αμέσως μετά την ετοιμασία και την πραγματοποίηση της αποδημίας του νέου στην Πύλο και στη Σπάρτη. Συγκεκριμένα:

Μεταμορφωμένη η θεά σε Μέντη ενθαρρύνει και κινητοποιεί τον Τηλέμαχο στην πρώτη ραψωδία. Με τα προσωπεία εξάλλου του Τηλεμάχου και του Μέντορα εξασφαλίζει διαδοχικά καράβι και συντρόφους για το παράτολμο ταξίδι του νέου στη δεύτερη ραψωδία. Μετά η Αθηνά, ως Μέντωρ, συγκυβερνώντας το πλοίο, φτάνει μαζί του στην Πύλο και τον βοηθεί να ξεπεράσει την αμηχανία του μπροστά στον σεβάσμιο Νέστορα, προκαλώντας το θάμβος όλων, όταν πετάει σαν γυπαετός και εξαφανίζεται στην τρίτη ραψωδία. Επανέρχεται, με τη μορφή της Ιφθίμης, στο τελευταίο μέρος της τέταρτης ραψωδίας, για να κατευνάσει την άγρυπνη ταραχή της Πηνελόπης, που μαθαίνει όψιμα τη ριψοκίνδυνη αναχώρηση του γιου της και το καρτέρι που του έχουν στήσει στην Αστερίδα οι μνηστήρες. Βρισκόμαστε ήδη στα πρόθυρα του δεύτερου κεφαλαίου του συνθετικού προγράμματος, που τώρα επανέρχεται και ενεργοποιείται στο πλαίσιο πάλι μιας θεών αγοράς, η οποία μοιάζει, αλλά δεν είναι, παρτιτούρα της πρώτης.

Τον λόγο παίρνει αμέσως η Αθηνά, προκαλώντας τον Δία και τους άλλους θεούς, γιατί δεν δείχνουν ακόμη έμπρακτο ενδιαφέρον για τον νόστο του Οδυσσέα, καθώς μάλιστα απειλείται τώρα και ο γιος του, με τη στημένη ενέδρα των μνηστήρων. Ο Δίας αντιδρά πειραχτικά στο δεύτερο επιχείρημα της κόρης του: ρίχνει την ευθύνη στην ίδια, αφού δική της πρωτοβουλία υπήρξε η αποδημία του Τηλεμάχου στην Πύλο και στη Σπάρτη, δικό της καθήκον είναι και να τον σώσει. Μετά, δίχως άλλη συζήτηση και χρονοτριβή, απευθύνεται στον Ερμή και του αναθέτει την προγραμματισμένη ήδη από την πρώτη ραψωδία αποστολή, στην οποία όμως προστίθενται κάποια επιπλέον στοιχεία, που προοικονομούν τα δρώμενα της πέμπτης ραψωδίας και της συνεχόμενης «Φαιακίδας». Συμπέρασμα: η Αθηνά συμπληρώνει τον κινητικό της ρόλο: υποκινεί τον Δία και εκείνος ανταποκρίνεται, παρακινώντας τον Ερμή να μεταφέρει την εντολή του στην Ωγυγία. Έτσι μεταβαίνει το έπος από την «Τηλεμάχεια» στην «Οδύσσεια», βάσει ενός σχεδίου που το προτείνει και το χειρίζεται η Αθηνά, ως άλλοθι του ποιητή.

Ερμής - Ποσειδών - Αθηνά

Η πέμπτη ραψωδία, όπου για πρώτη φορά εμφανίζεται αυτοπροσώπως μέσα στο έπος ο Οδυσσέας, μοιράζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφιερώνεται διαδοχικά: στην επίσκεψη του Ερμή στην Ωγυγία και στον διάλογό του με την Καλυψώ, η οποία, παρά τις συναισθηματικές της αντιστάσεις, υποχωρεί τελικώς στην τελεσίδικη εντολή του Δία· στον διάλογο της Καλυψώς με τον Οδυσσέα, ο οποίος εξελίσσεται σε συμφωνία για την αναχώρηση του ήρωα και επισφραγίζεται με ολονύχτιο έρωτα· στην κατασκευή σχεδίας το άλλο πρωί με τη σύμπραξη και της Καλυψώς· στον οριστικό, τέλος, χωρισμό και αποχαιρετισμό τους. Ως εδώ η Αθηνά παντελώς απέχει.

Το δεύτερο μέρος δραματοποιεί το συντριπτικό ναυάγιο του Οδυσσέα, εξαιτίας της σφοδρής εκδικητικής επίθεσης του Ποσειδώνα με πολλαπλή καταιγίδα και τρικυμία. Από την οποία σώζεται ανέλπιστα ο Οδυσσέας, χάρη στην επίμονη αντοχή του, ενισχυμένη από τη θαλασσινή Λευκοθέα, κόρη του Κάδμου, και την ίδια την Αθηνά. Η Λευκοθέα, αναδυόμενη καταμεσής του τρικυμισμένου πελάγους, τον εφοδιάζει με προστατευτικό μαγνάδι· η Αθηνά επεμβαίνει προς το τέλος, κατευνάζοντας τους ενάντιους ανέμους. Αναπλέοντας τις ήρεμες εκβολές ενός ιερού ποταμού ο Οδυσσέας, γυμνός και εξοντωμένος, κουρνιάζει κάτω από πυκνόφυλλο θάμνο και παραδίνεται σε ύπνο βαθύ, με την τρυφερή φροντίδα της αόρατης θεάς.

Πρόκειται για την κορυφαία περιπέτεια του ήρωα, που, πρωθύστερα, από έσχατη γίνεται πρώτη, αποσπάται από το ευρύ πλαίσιο των «Μεγάλων Απολόγων», μεταφέρεται στο ποιητικό παρόν του έπους, και την αφήγησή της την αναλαμβάνει, κατ᾽ εξαίρεση, ο ίδιος ο ποιητής. Σ᾽ αυτό εξάλλου το ναυάγιο το ποιητικό σχέδιο παραχωρεί καθοριστικό ρόλο στον Ποσειδώνα, που λειτουργεί ως έσχατο εμπόδιο στον μετέωρο ακόμη νόστο του ήρωα. Στην παραχώρηση αυτή συμβάλλει με τη στάση της και η Αθηνά, η οποία αφήνει τον αντίπαλο θεό ανενόχλητο στον θαλασσινό του χώρο, και μόνον όταν ο ναυαγός πλησιάζει στη στεριά, η θεά διακριτικά παρεμβαίνει. Τακτική που τηρείται σε όλη τη ροή του έπους, όπου οι δύο θεοί δεν συμπλέκονται, αλλά διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Εφεξής ο Ποσειδών αποχωρεί από την αφηγηματική σκηνή έως τη δέκατη τρίτη ραψωδία, όπου κάνει την τελευταία του εμφάνιση σε ένα συμβιβαστικό διάλογο με τον Δία - θα τον δούμε στην ώρα του.

Στην έκτη ραψωδία, από τις λυρικότερες του έπους, η Αθηνά προάγει και συμπληρώνει τον κινητικό της ρόλο. Όσο ο Οδυσσέας παραμένει βυθισμένος στον ανακουφιστικό του ύπνο, επισκέπτεται η θεά αξημέρωτα την ενύπνια Ναυσικά στον θάλαμό της, μεταμορφωμένη στη συνομήλικη κόρη του Δύμαντα. Σε όνειρο η θεά παρακινεί την κόρη του Αλκίνοου και της Αρήτης να ζητήσει από τον πατέρα της άμαξα και μούλες, που θα την οδηγήσουν στο ποτάμι, για να πλύνει τα προικιά της, ενόψει επερχόμενου γάμου, που δεν πρέπει κι άλλο ν᾽ αργήσει. Ξημερώνοντας, η Ναυσικά προσφεύγει παρακλητικά στον πατέρα της, αποκρύβοντας όμως, με παρθενική αιδημοσύνη, τον πραγματικό σκοπό της παράκλησής της. Επικαλείται το ενδιαφέρον της για τα ανύπαντρα αδέλφια της, προσποιούμενη ότι τα δικά τους γαμήλια ρούχα αναλαμβάνει να φρεσκάρει στα νερά του ποταμού. Ο Αλκίνοος κάνει πως δεν καταλαβαίνει τον αμήχανο ελιγμό της κόρης του, και πρόθυμα της παραχωρεί μέσα και συνοδεία για την κατάβασή της στο ποτάμι.

Η επόμενη κίνηση της Αθηνάς σκοπεύει στην αφύπνιση του Οδυσσέα και στην εμφάνισή του μπροστά στη Ναυσικά. Με άμεσο σκοπό: την είσοδό του στο παλάτι της Σχερίας· την υποδοχή του από τους βασιλείς και τους εξέχοντες Φαίακες· την ευόδωση του νόστου του. Διαδοχικά τεχνάσματα της θεάς, πίσω από τα οποία εύκολα διακρίνεται η ευρηματική φαντασία του ποιητή, προωθούν το ποιητικό αυτό σχέδιο. Ο Οδυσσέας αφυπνίζεται από τις χαρούμενες φωνές των κοριτσιών, όταν η σφαίρα που παίζουν χορεύοντας, με επέμβαση της Αθηνάς, τους ξεφεύγει και πέφτει στο ποτάμι. Κρύβοντας όσο γίνεται τη γύμνια του, ο εξαγριωμένος από το ναυάγιο Οδυσσέας τρομάζει τις άλλες κοπέλες, όχι όμως και τη θαρραλέα Ναυσικά, που φαίνεται εξαρχής να εντυπωσιάζεται. Ο θαυμασμός και η ικεσία του ξένου στα γόνατα της ωραίας κόρης πιάνουν αμέσως τόπο: η θυγατέρα του Αλκίνοου και της Αρήτης υπόσχεται φιλοξενία, προτείνει λουτρό του ξένου στο ποτάμι, προσφέρει ρούχο και, όταν αντικρίζει τον Οδυσσέα εξωραϊσμένο από την Αθηνά, συγκινείται με την αρρενωπή ομορφιά του και μέσα της εύχεται να της τύχει κι εκείνης τέτοιος γαμπρός. Ακολουθεί η διακριτική συμπόρευση προς την πόλη, στην οποία συμβάλλει με τον τρόπο της και η θεά.

Στην εξέλιξη της «Φαιακίδας», που καλύπτει τις δύο επόμενες ραψωδίες, η Αθηνά μοιάζει να παρακολουθεί τα δρώμενα εξ αποστάσεως, με ελάχιστες, δευτερεύουσας σημασίας, εξαιρέσεις. Λόγου χάριν: στην αρχή της έβδομης ραψωδίας καλύπτει τον ευνοούμενο ήρωά της με νεφέλη, για να τον προφυλάξει καθ᾽ οδόν από τα καχύποπτα βλέμματα των Φαιάκων· αναλαμβάνοντας ρόλο κήρυκα, συναγείρει στην αγορά τους Φαίακες, για να δουν από κοντά τον ξένο, στην αρχή της όγδοης ραψωδίας· στην ίδια ραψωδία, όταν ο Οδυσσέας προκαλείται από τον θρασύ νεανία Ευρύαλο, να επιδείξει κι αυτός την όποια αθλητική του επίδοση στα προκηρυγμένα αγωνίσματα των Φαιάκων, η θεά τον υποβοηθεί στη δισκοβολία, ώστε να ξεπεράσει με τη βολή του το συμβατικό τέρμα.

Ρόλο πάντως προγραμματικό δεν αναλαμβάνει η Αθηνά ούτε στο πλαίσιο των αναδρομικών «Απολόγων» του Οδυσσέα. Η επόμενη δραστική της εμφάνιση επιφυλάσσεται για τη δέκατη τρίτη ραψωδία. Στο μεταξύ, σε εσωτερικά επεισόδια των «Μεγάλων Απολόγων», εμφανίζονται ο Δίας έμμεσα και ο Ερμής άμεσα. Του ενός ο ρόλος είναι καθοριστικός για την τύχη των εταίρων· του άλλου επικουρικός για την προστασία του Οδυσσέα από τα φάρμακα της Κίρκης.

Δίας - Ήλιος - Ερμής

Ο Δίας παρεμβαίνει στον επίλογο της «Κυκλώπειας» (ι 551-555). Όταν, τυφλωμένος ο Πολύφημος, προκαλείται με υπεροπτικό τρόπο από τον Οδυσσέα, που βρίσκεται ήδη στο πλοίο της αναχώρησης, αντιδρά ευχόμενος στον γεννήτορά του Ποσειδώνα να ματαιώσει τον νόστο του ήρωα (το λιγότερο να τον αναστείλει, προβάλλοντας διαδοχικά εμπόδια), αφού στο μεταξύ απολέσει όλους τους εταίρους του. Ο Ποσειδών εισακούει την ευχή του γιου του (ι 536).

Μετά βίας σώζεται από τα βλήματα του Κύκλωπα το καράβι του Οδυσσέα, ωσότου αράζει στο απέναντι παραδείσιο νησί, όπου με αγωνία περιμένουν οι εναπομείναντες σύντροφοι. Στο ακρογιάλι τελείται θυσία στον Δία: καίγονται σφάγια πολλά, μήπως αποτραπεί η κατάρα του Πολύφημου. Ο ύπατος θεός όμως δεν αποδέχεται την έμπυρη ικεσία· αντ᾽ αυτού, μουρμουρίζοντας στοχάζεται πώς θα χαθούν όλα τα καράβια στην εξέλιξη του νόστου, πώς θα αφανιστούν όλοι οι εταίροι - για αφανισμό του Οδυσσέα δεν γίνεται λόγος.

Με τον τρόπο αυτό προαποφασίζεται από τον Δία, ύστερα και από τη συναίνεση του Ποσειδώνα, ο ολοκληρωτικός όλεθρος των εταίρων, που αποτελεί μοναδική εξαίρεση, σε σύγκριση προς όλους τους άλλους νόστους, όσοι περιέχονται στο εσωτερικό του έπους ή αναφέρονται στην περίληψη του επικού κύκλου. Το σκάνδαλο αυτό της Οδύσσειας (που εξυπηρετεί ωστόσο τις συνθετικές προδιαγραφές του έπους) ο ποιητής το παρακάμπτει με διαδοχικούς ελιγμούς. Ο κυριότερος εντοπίζεται στο επεισόδιο της Θρινακίας (προβάλλεται και στο προοίμιο του έπους), όπου οι εταίροι ενοχοποιούνται, επειδή, παρά τις αποτρεπτικές προειδοποιήσεις του Οδυσσέα, σφάζουν, ψήνουν και τρώνε τα ιερά βόδια του Ήλιου, για να κατευνάσουν την αδήριτη πείνα τους.

Η ατάσθαλη αυτή πράξη προκαλεί την οργή του Ήλιου, ο οποίος μπροστά στον Δία απαιτεί άμεση τιμωρία των ενόχων· άλλως απειλεί να κατέβει στον Άδη, αφήνοντας τη γη στο απόλυτο σκοτάδι. Ο Δίας αποτρέπει την πραγματοποίηση της απειλής με την υπόσχεση ότι ο ίδιος θα τιμωρήσει παραδειγματικά τους ανίερους συντρόφους, συντρίβοντας το καράβι τους με πυρφόρο κεραυνό. Η συντριβή συντελείται, μόλις το καράβι αποπλέει από το νησί, και επιφέρει τον τραγικό όλεθρο όλων των εταίρων. Μόνος ο Οδυσσέας σώζεται, κρεμασμένος πρώτα σε μια αγριοσυκιά, προσηλωμένος μετά σε ένα μαδέρι, που τον μεταφέρει εννέα μέρες, ωσότου τη δέκατη τον βγάζει στο νησί της Καλυψώς. Έτσι ελαττώνεται, αν δεν μηδενίζεται, η άδικη μεροληψία του Δία στο τέλος της «Κυκλώπειας» εις βάρος των εταίρων του Οδυσσέα: οι ανένοχοι ακόμη εκεί σύντροφοι γίνονται εδώ αμετάκλητα ένοχοι.

Η προδήλωση εξάλλου του ολέθρου των εταίρων (τόσο από τον Ποσειδώνα όσο και από τον Δία) στη δέκατη ραψωδία δεν είναι άμεση, εφόσον περιέχεται στην αναδιήγηση του επεισοδίου από τον ήρωα, ύστερα μάλιστα από δέκα χρόνια. Από την άποψη αυτή τίθεται το ερώτημα με ποιους όρους τη χρεώνει ο ποιητής στον Οδυσσέα: ως προκαταβολική εικασία του αφηγητή του; ως μεταγενέστερη γνώση δική του, που μεταφέρεται από το παρόν στο παρελθόν; Η απορία ακούγεται σχολαστική, βοηθάει όμως να διαγνώσουμε τις συνέπειες που έχει κάποτε ο δανεισμός της σκέψης και της γνώσης του ποιητή ειδικότερα στον Οδυσσέα, ο οποίος αποτελεί, όπως έχουμε αλλού υποδείξει, το αφηγηματικό του άλλοθι. Γεγονός που σημαίνει ότι ο ποιητής εμπιστεύεται τη δική του αφηγηματική παντογνωσία στον κεντρικό του ήρωα. Θα πρέπει ίσως και αυτός ο ελιγμός να συνυπολογιστεί ως δείγμα της γενικότερης ειρωνείας που διαπερνά το έπος της Οδύσσειας.

Η διείσδυση του Ερμή στο σώμα των «Απολόγων» αναγνωρίζεται σε κομβικό σημείο του επεισοδίου της Κίρκης (κ 274-307). Η μάγισσα έχει παγιδεύσει ήδη τους μισούς εταίρους του Οδυσσέα, μεταμορφώνοντάς τους σε έγκλειστα γουρούνια. Ειδοποιημένος ο Οδυσσέας από τον τρομαγμένο Ευρύλοχο, προστρέχει «στον τόπο του εγκλήματος», για να δει τι γίνεται και τι μπορεί ο ίδιος να κάνει, αδιαφορώντας για τον προσωπικό του κίνδυνο. Από αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο τον προφυλάσσει εγκαίρως ο Ερμής: μεταμορφωμένος σε έφηβο, που μόλις χνούδισε το γένι του, τον σταματά καθ᾽ οδόν, του εξηγεί τι έγινε με τους μισούς εταίρους του, τι απειλείται να γίνει και με τον ίδιο, του προσφέρει το βότανο μώλυ, ως αντιφάρμακο στο φαρμάκι της Κίρκης, και του συστήνει πώς πρέπει να αντιμετωπίσει τις άλλες ορέξεις και προσφορές της δαιμονικής θεάς.

Αθηνά - Οδυσσεύς

Όσο για την Αθηνά, επιστρέφει στα δρώμενα του έπους μετά το τέλος των «Απολόγων», αναλαμβάνοντας πάλι προγραμματικό ρόλο, στην αιχμή μάλιστα μετάβασης από τον εξωτερικό στον εσωτερικό νόστο του ήρωα. Βρισκόμαστε στην αρχή της δέκατης τρίτης ραψωδίας. Μετά από ολοήμερη αναμονή του ήρωα, καθώς πέφτει το βράδυ, αρχίζει η ετοιμασία για την προπομπή του: αποχαιρετισμός στον Αλκίνοο και στην Αρήτη, σπονδή, κάθοδος στην παραθαλάσσια ακτή, επιβίβαση στο καράβι, ύπνος βαθύς, όμοιος με θάνατο, ταξίδι προς Ιθάκη. Σ᾽ αυτό ακριβώς το σημείο ο ποιητής παραθέτει τους επόμενους σημαδιακούς στίχους (ν 86-92):

Έτρεχε το καράβι σταθερό και σίγουρο· μήτε γεράκι,
το γοργότερο πετούμενο, δεν θα μπορούσε να το φτάσει.

Σαν το γεράκι και το πλοίο πετώντας έσχιζε το θαλάσσιο κύμα,
τον άντρα ταξιδεύοντας, που η στόχασή του έμοιαζε θεού·
ένας που τόσα πάθη πόνεσε η γενναία ψυχή του,
που πέρασε ανδρείους πολέμους, άγρια κύματα της θάλασσας,
τώρα ατάραχος κοιμόταν, λησμονώντας τ᾽ αμέτρητα παθήματά του.


Υπάρχουν πολλά σήματα, που επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε εδώ το δεύτερο προοίμιο του έπους. Πρόκειται για τομή που τέμνει το έπος στη μέση. Η διαίρεση αυτή στα δύο, με έντονη και βαθιά τη γραμμή του διαχωρισμού, ενισχύεται και με άλλα επιμέρους μοτίβα και υποδηλώσεις· στοιχεία που δείχνουν πως το πρώτο μέρος του έπους περατώθηκε και αναμένεται τώρα το δεύτερο.

Ο βαθύς, παρ᾽ ολίγον θανάσιμος, ύπνος του ήρωα λειτουργεί ως γέφυρα και συνάμα ως χάσμα ανάμεσα στα δύο μέρη του έπους· η λήθη όλων των προηγούμενων παθών από τον ίδιο τον ήρωα (λελασμένος ὅσσ᾽ ἐπεπόνθει στο πρωτότυπο) προτείνεται και στον ακροατή, ο οποίος καλείται να λησμονήσει όσα πάθη του Οδυσσέα προηγήθηκαν, για να υποδεχθεί τη δοκιμασία και τα άθλα του που θα ακολουθήσουν. Η αίσθηση εξάλλου ότι ο ποιητής συντάσσει εδώ δεύτερο προοίμιο, προκύπτει και από το γεγονός ότι σημαίνουσες λέξεις και εκφράσεις του ανακαλούν το πρώτο προοίμιο: ο στίχος, λόγου χάριν, 90 της δέκατης τρίτης ραψωδίας ὃς πρὶν μὲν μάλα πολλὰ πάθ᾽ ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν επαναλαμβάνει σχεδόν επί λέξει τον στίχο 4 της πρώτης ραψωδίας: πολλὰ δ᾽ ὅ γ᾽ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν.

Αυτή την τομή, που υπόσχεται συνάμα συνέχεια, έρχεται να επικυρώσει η Αθηνά, προγραμματίζοντας, τώρα μαζί με τον Οδυσσέα, τα δρώμενα του δεύτερου μέρους, τα οποία σκοπεύουν στη μνηστηροφονία, με τα προηγούμενα και τα παρεπόμενά της.

Οι Φαίακες αφήνουν ενύπνιο τον Οδυσσέα στο λιμάνι του Φόρκυνα. Ο Οδυσσέας ξυπνά, δεν αναγνωρίζει όμως την Ιθάκη, γιατί η Αθηνά την έχει περιβάλει με θολή νεφέλη - πρώτο σήμα για τη μέθοδο της παράλλαξης, που θα ασκηθεί σε όλο το μήκος του δεύτερου μέρους, ενόψει της μνηστηροφονίας. Αμήχανος μπροστά στο παραλλαγμένο νησί, που δεν το αναγνωρίζει, νιώθει ο Οδυσσέας ανακούφιση, όταν παρουσιάζεται μπροστά του ένα νεαρό βοσκόπουλο. Είναι η Αθηνά, παραλλαγμένη κι αυτή, όπως η Ιθάκη. Στην ερώτηση του Οδυσσέα ποιος είναι ο αγνώριστος τόπος όπου βρέθηκε, η μεταμορφωμένη θεά εκθειάζει τη φήμη της Ιθάκης. Εκείνος ωστόσο δεν φανερώνει αμέσως τη δική του πραγματική ταυτότητα: διηγείται μια πλαστή ιστορία, την πρώτη στο έπος, για την οποία μιλήσαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο. Η Αθηνά χαμογελά και τον χαϊδεύει.

Έτσι προγραμματίζεται με τρία σήματα η μέθοδος που θα κριθεί αποτελεσματική για την επικείμενη μνηστηροφονία: παράλλαξη χώρου, παράλλαξη όψης, παράλλαξη λόγου. Αυτή τη μέθοδο την ορίζουν και τη συμμερίζονται η Αθηνά κι ο Οδυσσέας, με υποβολέα τον ποιητή, που τους εμπιστεύεται τη συνέχεια του έπους του. Ακολουθεί το σχέδιο εφαρμογής. Πρώτα θεά και ήρωας ανταλλάσσουν τις ενδιάμεσες εμπειρίες τους. Ασφαλίζουν μετά μαζί τα δώρα των Φαιάκων σε παραπλήσια σπηλιά. Τέλος, κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον κάτω από μια ελιά και συναποφασίζουν τον τρόπο αντίδρασης και δράσης. Και η δεκάτη τρίτη ραψωδία καταλήγει (ν 439-440):

Κι αφού τα βρήκαν μεταξύ τους και συμφώνησαν,
πήρε τον δρόμο του ο καθένας.


Συμπέρασμα: τα στοιχεία που συστήνουν στην αρχή του έπους τον προγραμματικό ρόλο της Αθηνάς, εδώ επαναλαμβάνονται και συμπληρώνονται, ώστε το πρόγραμμα να ανταποκριθεί στις συνθετικές απαιτήσεις τώρα του δεύτερου μέρους. Η θεά, μεταμορφώνεται πάλι, κινείται και παρακινεί. Το θέμα ωστόσο της μεταμόρφωσης τη φορά αυτή διευρύνεται. Στη διπλή μεταμόρφωση της Αθηνάς αντιστοιχεί η παραμόρφωση του Οδυσσέα. Η σωματική παράλλαξη επεκτείνεται, όπως είδαμε, στις περιοχές του χώρου και του λόγου. Εφεξής η παράλλαξη και ο δόλος θα αποτελέσουν (αμυντικά στην αρχή, επιθετικά ύστερα) μέσα, με τα οποία ο ήρωας θα διασφαλίσει την επιτυχία της μνηστηροφονίας. Στο μεταξύ, οι πλαστές διηγήσεις του Οδυσσέα θα πολλαπλασιαστούν, ενώ ο δόλος του θα μεταβιβαστεί στη συμπεριφορά λιγότερο του Τηλεμάχου και περισσότερο της Πηνελόπης (το αγώνισμα του τόξου, με το οποίο προάγεται η μνηστηροφονία, είναι δική της ιδέα, δεύτερη μετά το προηγούμενο τέχνασμα του ιστού).

Αλλά και το θέμα της κίνησης και της μετακίνησης διπλασιάζεται: μεταφέρεται από τον Οδυσσέα στον Τηλέμαχο, με διάμεσο πάντα αγωγό την Αθηνά. Γενικότερα, στην αφετηρία και του δεύτερου μέρους ο ποιητής αναθέτει πάλι στην Αθηνά την εξαγγελία του συνθετικού του σχεδίου, τώρα όμως με συνεργό τον Οδυσσέα. Θεά και ήρωας συμβάλλονται στην κοινή αυτή υπόθεση, καθώς και οι δύο διαθέτουν εφευρετικό και πολύτροπο νου, ομόλογη, όπως ομολογεί η Αθηνά, βουλήν και μῆτιν.

Η συνεργασία αυτή ευοδώνεται και από το γεγονός ότι ο αντίπαλος θεός του νόστου, ο Ποσειδών, κάνει την τελευταία του εμφάνιση στο πρώτο μέρος της δέκατης τρίτης ραψωδίας, και μετά εξαφανίζεται (ν 125-187). Μόλις αποθέτουν κοιμισμένο τον Οδυσσέα οι φαίακες ναυτικοί στην ακτή του Φόρκυνα, ο Ποσειδών, που τους παίρνει είδηση, εξανίσταται, εκφράζοντας έντονη διαμαρτυρία στον Δία. Ισχυρίζεται πως κανείς θεός και θνητός πλέον δεν θα τον τιμήσει, εφόσον οι Φαίακες, φύτρα δική του, τον αγνόησαν, μεταφέροντας (σώο, αβλαβή, με τιμές και πολύτιμα δώρα) τον Οδυσσέα στην Ιθάκη, τον νόστο του οποίου ο ίδιος δεν τον είχε τελεσίδικα αρνηθεί, τον θέλησε όμως εμποδισμένο με πάθη και βάσανα.

Ο Δίας απορρίπτει την υπόθεση της υποτίμησης του Ποσειδώνα από τους άλλους θεούς (κάτι τέτοιο, λέει, αντιβαίνει στην εξέχουσα θέση του μέσα στο δωδεκάθεο). Αν όμως η προσβολή προέρχεται από θνητούς, δικαιούται ο Ποσειδών να αντιδράσει όπως νομίζει. Οπότε εκείνος προκρίνει να πληρώσουν οι Φαίακες με δύο ποινές την αστόχαστη προπομπή του Οδυσσέα στην Ιθάκη με δικό τους καράβι: στον γυρισμό τους, το καράβι να μαρμαρώσει καταμεσής του πελάγους· ένα ψηλό βουνό να αποκλείσει τριγύρω την πόλη τους. Ο Δίας εγκρίνει τη σκέψη του Ποσειδώνα, διαβαθμίζοντας ωστόσο τα δύο μέρη της: να προηγηθεί, λέει, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Φαιάκων το μαρμάρωμα του καραβιού· μετά να αποκλειστεί η πόλη με περίγυρο βουνό. Ως προς το πρώτο μέρος της, η απειλή του Ποσειδώνα πραγματοποιείται αμέσως. Κατάπληκτοι οι μαζεμένοι στο λιμάνι Φαίακες βλέπουν ξαφνικά το πλοίο τους γυρίζοντας να πετρώνει στην ανοιχτή θάλασσα. Μεσολαβεί όμως ο Αλκίνοος, ο οποίος αναθυμάται τώρα έναν ξεχασμένο χρησμό, που προέλεγε τη διπλή αυτή εκδίκηση του Ποσειδώνα, και προτείνει να θυσιάσουν δώδεκα ταύρους στον θυμωμένο θεό, μήπως τους λυπηθεί και δεν πλακώσει την πόλη τους μ᾽ ένα θεόρατο όρος. Η θυσία τελείται δίχως καθυστέρηση, ο ποιητής ωστόσο αφήνει τον ακροατή μετέωρο: δεν λέει λέξη για τη θετική ή την αρνητική αντίδραση του Ποσειδώνα σ᾽ αυτή τη θυσιαστική ικεσία των Φαιάκων. Ξαναγυρίζουμε τώρα στην Αθηνά.

Αθηνά - Τηλέμαχος

Όσο ο Οδυσσέας προσέρχεται και φιλοξενείται στο καλύβι του Εύμαιου, η Αθηνά σπεύδει στη Σπάρτη, για να εκπληρώσει τον συμπληρωματικό ρόλο της. Κινείται πάλι για να παρακινήσει· όχι όμως, όπως στην πρώτη ραψωδία, την αποδημία, αλλά τώρα τον γυρισμό του Τηλεμάχου. Τον βρίσκει, στην αρχή της δέκατης πέμπτης ραψωδίας, να καθεύδει πλάι στον Πεισίστρατο, τον γιο του Νέστορα, που τον συνόδεψε σ᾽ αυτό του το ταξίδι από την Πύλο στη Λακεδαίμονα, και τώρα είναι βυθισμένος στον ύπνο του, ενώ τον γιο του Οδυσσέα δεν τον αφήνει να κλείσει μάτι η έγνοια του πατέρα του. Η θεά επωφελείται. Τον ξεσηκώνει, λέγοντας πως δεν συμφέρει ν᾽ αφήνει για πολύ καιρό στην Ιθάκη αγαθά και δικούς του ανθρώπους στην καταχρηστική διάθεση των μνηστήρων· τώρα μάλιστα που αδέλφια και πατέρας πιέζουν την Πηνελόπη να παντρευτεί τον Ευρύλοχο, ο οποίος προσφέρει πλούσια δώρα και δελεαστικό πανωπροίκι, ξεχωρίζοντας από όλους τους άλλους μνηστήρες· ευάλωτη, όπως κάθε γυναίκα, η Πηνελόπη είναι έτοιμη να ενδώσει, πιστεύοντας πως αφανίστηκε ο νόμιμος άντρας της, και δεν συζητά πια την επιστροφή του. Θα πρέπει λοιπόν αμέσως να ξεκινήσει ο Τηλέμαχος, αλλά προσοχή: οι μνηστήρες τού έχουν στήσει φονικό καρτέρι στην Αστερίδα, ανάμεσα Ιθάκης και Σάμης· για να τους αποφύγει, οφείλει, φτάνοντας στο νησί, να τραβήξει κατευθείαν στο καλύβι του χοιροβοσκού· αυτός ας ειδοποιήσει την Πηνελόπη πως γύρισε ο γιος της σώος από την Πύλο.

Τελειώνοντας τον παραπλανητικό της λόγο, η Αθηνά αναχωρεί για τον Όλυμπο, έχοντας ήδη ξεσηκώσει τον νεαρό Τηλέμαχο. Ο οποίος ξυπνά βίαια τον Πεισίστρατο και πιέζει τον Μενέλαο και την Ελένη να επισπεύσουν την αναχώρησή του. Μετά τα ειωθότα (γεύμα, σπονδή, δώρα, αποχαιρετισμοί), Τηλέμαχος και Πεισίστρατος ιππεύουν και αναχωρούν. Θα διανυκτερεύσουν στις Φηρές. Την άλλη μέρα, παρακάμπτοντας ο γιος του Οδυσσέα την Πύλο, θα φτάσει πλέοντας στην Ιθάκη, ακολουθώντας κατά γράμμα τις υποδείξεις της Αθηνάς. Στο μεταξύ έχει δεχθεί στο καράβι του τον Θεοκλύμενο, φυγάδα μάντη, που διερμηνεύει έναν οιωνό (γεράκι, λέει, που μαδούσε μαύρο περιστέρι) ως προμήνυμα για την επανίδρυση της οδυσσειακής εξουσίας στο νησί.

Η κίνηση της Αθηνάς και η παρεπόμενη μετακίνηση του Τηλεμάχου από τη Σπάρτη στην Ιθάκη εκπληρώνουν δύο σημαντικούς σκοπούς που αφορούν το δεύτερο μέρος του έπους. Ο ένας είναι θεματικός, με αξονική μάλιστα λειτουργία. Η θεά συμπληρώνει τώρα τον προγραμματικό ρόλο που της έχει αναθέσει ο ποιητής. Συμπλέκει τα δύο χωρισμένα μέχρι στιγμής πρόσωπα και νήματα του έπους: τον γιο με τον πατέρα, που οι δρόμοι τους μέχρι στιγμής πήγαιναν παράλληλα - ας πούμε την «Τηλεμάχεια» με την «Οδύσσεια». Ο δεύτερος σκοπός είναι μεθοδικός. Ο παραπλανητικός ελιγμός που επιχειρεί η Αθηνά, για να κινητοποιήσει τον αδρανή Τηλέμαχο, δείχνει ότι η θεά εφαρμόζει και κατοχυρώνει η ίδια τη μέθοδο του δόλου.

Στην πραγματικότητα ο προγραμματικός (αλλιώς: ποιητικός) ρόλος της Αθηνάς, που αφορά την εξέλιξη του δεύτερου μέρους του έπους, έχει ήδη οριστεί. Ο ακροατής λίγο πολύ ξέρει τώρα τι πρόκειται να γίνει: ποιος είναι ο στόχος όλης αυτής της επιχείρησης· ποια πρόσωπα ενέχονται σ᾽ αυτήν· ότι θα υπάρξει θεϊκή κάλυψη και προστασία του ήρωα στον άνισο αριθμητικά αγώνα. Εκκρεμεί ωστόσο η απορία του πότε, του πού και του πώς. Στην προοδευτική λύση της τριπλής αυτής απορίας συμβάλλει εφεξής η Αθηνά, ο ρόλος της οποίας γίνεται τώρα επικουρικός και εκτελεστικός. Θα πρέπει να φτάσει το έπος στην έξοδό του, για να αναλάβει η Αθηνά ξανά ρόλο ρυθμιστικό.

Στο μεταξύ στη δέκατη έκτη ραψωδία (π 115-189) προωθεί η θεά τον αναγνωρισμό του Οδυσσέα από τον Τηλέμαχο με τη μέθοδο του εξωραϊσμού - μέθοδο που είχε εγκαινιάσει στην έκτη ραψωδία (ζ 229-237). Εκεί ο ναυαγισμένος ήρωας με την επέμβαση της Αθηνάς λάμπει από ομορφιά δελεάζοντας τη Ναυσικά. Εδώ ο παραμορφωμένος επαίτης μεταμορφώνεται σε θεόμορφο άντρα, και με την όψη αυτή αναγνωρίζεται από τον γιο του. Τον Οδυσσέα εξάλλου εξωραΐζει η Αθηνά και στην εικοστή τρίτη ραψωδία (ψ 156-165), μετά τη μνηστηροφονία, στον κορυφαίο αναγνωρισμό του έπους. Δευτερεύοντες ελέγχονται δύο ακόμη αναγνωρισμοί, που οφείλονται και αυτοί στην επέμβαση της Αθηνάς: της Πηνελόπης στη δέκατη όγδοη ραψωδία (σ 187-196) και του Λαέρτη στην εικοστή τέταρτη (ω 367-370).

Αθηνά - Μνηστήρες

Στους αντίποδες του εξωραϊσμού τοποθετείται η εφιαλτική παραμόρφωση των μνηστήρων από την Αθηνά στην έξοδο της εικοστής ραψωδίας (υ 345-357), η οποία δηλώνεται μάλιστα δύο φορές: περιγραφικά από τον ποιητή, οραματικά από τον θεόπνευστο Θεοκλύμενο, ως εξής (υ 351-357):
 
Άθλιοι, άθλιο πάθος υποφέρετε! Νύχτα σας τύλιξε,
κεφάλια, πρόσωπα, τα γόνατά σας.
Η οιμωγή σας φλέγεται, τα μάγουλά σας μούσκεψαν στο δάκρυ,
αίμα οι τοίχοι στάζουν, αίμα της στέγης τα καλά δοκάρια,
είδωλα γέμισε το πρόθυρο, είδωλα η αυλή,
που βιάζονται να κατεβούν στο Έρεβος, να βυθιστούν στο σκότος·
στον ουρανό αμαυρώθηκε ο ήλιος, μια καταχνιά θολή
απλώνεται τώρα παντού.
 
Η εξαιρετική τόλμη αυτής της παραμόρφωσης (ηπιότερη μορφή της αναγνωρίζεται στο τέλος της δεύτερης ραψωδίας, β 393-398) επαυξάνεται από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι μνηστήρες δεν αισθάνονται τη φριχτή τους αλλοίωση και αντιδρούν χαρακτηρίζοντας ξεμωραμένο τον μάντη, τον οποίο απειλούν και εκδιώκουν βάναυσα.
 
Ανάλογα διχάζονται και οι άλλες εκτελεστικές κινήσεις της Αθηνάς, καθώς το έπος προοδεύει προς το τέλος του: επικουρεί η θεά τους φίλους (τον Οδυσσέα προπάντων, αλλά και την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο, τον Λαέρτη), και αντιμάχεται τους εχθρούς (τους μνηστήρες και όσους τους συμπαραστέκονται). Η διπλή αυτή παρέμβαση της Αθηνάς προφαίνεται παραστατικότερα στην εικοστή δεύτερη ραψωδία, όπου εξελίσσεται και διεκπεραιώνεται η πράξη της μνηστηροφονίας.
 
Έχουν προηγηθεί οι φονικές βολές του τοξότη Οδυσσέα, με τις οποίες εξοντώνονται πρώτος ο Αντίνοος και μετά ο Ευρύμαχος, ενώ τον Αμφίνομο τον εξουδετερώνει με το δόρυ του ο Τηλέμαχος. Η σύγκρουση ύστερα γενικεύεται, καθώς ο Μελάνθιος μεταφέρει στην αίθουσα όπλα για τους μνηστήρες. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή επέρχεται η Αθηνά, με τη μορφή του Μέντορα. Ο Οδυσσέας την αναγνωρίζει και ενθαρρύνεται. Η μεταμορφωμένη ωστόσο θεά ερεθίζει το αγωνιστικό του μένος, καθιστώντας προσώρας την αναμέτρηση ισόπαλη. Στο μεταξύ, μεταμορφωμένη η Αθηνά σε χελιδόνα, παρακολουθεί από το καπνισμένο δοκάρι της στέγης την έκβαση του αγώνα. Οι μνηστήρες τώρα ανταποκρίνονται στις αλλεπάλληλες βολές του Οδυσσέα και του Τηλεμάχου, αλλά τα περισσότερα δόρατά τους η θεά τα καθιστά άστοχα - ένα μόνο, του Κτήσιππου, γδέρνει στον καρπό το χέρι του Τηλεμάχου. Όταν ο ανταγωνισμός παροξύνεται, η Αθηνά σηκώνει από ψηλά τη φονική ασπίδα της, σαλεύοντας τις φρένες των μνηστήρων, οι οποίοι σκορπίζουν σαν ένα κοπάδι βόδια, που τα παραζαλίζει την εποχή της άνοιξης, πετώντας γύρω τους, μια μύγα. Καθώς η μνηστηροφονία βαίνει προς το τέλος της, ακούγονται κάποια επιλογικά επεισόδια: η ικεσία του μνηστήρα Ληώδη δεν λυγίζει τον Οδυσσέα, που τον σκοτώνει· με την παρέμβαση του Τηλεμάχου σώζονται μόνον ο αοιδός Φήμιος και ο κήρυκας Μέδων, που είχε περίτρομος κουρνιάσει κάτω από κάποιο κάθισμα. Ενδιαμέσως η Αθηνά αποσύρεται.
 
Επανέρχεται στην επόμενη ραψωδία, παρατείνοντας τη νύχτα και καθυστερώντας τον ερχομό της αυγής. Ο αναγνωρισμός των συζύγων έχει συντελεστεί: η Ευρυνόμη τους οδηγεί στο αμετακίνητο συζυγικό κρεβάτι· μετά από είκοσι χρόνια χωρισμού, αγαπιούνται· μετακενώνουν ο ένας στον άλλον την εμπειρία του χωρισμού· ο Οδυσσέας συνοψίζει τις περιπέτειές του στους «Μικρούς Απολόγους» · φτάνοντας στην προπομπή των Φαιάκων, χαλαρώνουν τα μέλη του και κλείνουν τα μάτια του. Όταν η γλύκα του ύπνου περισσεύει, η Αθηνά δίνει το σύνθημα να αναδυθεί η Αυγή από τα βάθη του Ωκεανού, φέρνοντας φως στη γη και στους ανθρώπους.

Ερμής - Δίας - Αθηνά

Το έπος της Οδύσσειας όμως δεν τερματίζεται εδώ, όπως το θέλησαν κάποιοι αλεξανδρινοί γραμματικοί αλλά και νεότεροι ομηρολόγοι. Ο ποιητής αποκρούει την εύκολη αυτή λύση, που ακούγεται λίγο πολύ ρομαντική, επιφυλάσσοντας ένα τέλος διφορούμενο και προβληματικό. Ήδη ο Οδυσσέας έχει ανακοινώσει στην Πηνελόπη τον χρησμό του Τειρεσία, που του επιβάλλει σύντομα μια δεύτερη αποδημία. Τώρα αποφασίζει ο ποιητής να δραματοποιήσει τα παρεπόμενα και τις συνέπειες της μνηστηροφονίας. Σ᾽ αυτό το πρόγραμμα ανταποκρίνονται τα δρώμενα της τελευταίας ραψωδίας του έπους, που μοιράζονται στον κάτω και στον πάνω κόσμο.

Προτάσσεται ο κάτω κόσμος, που ονομάστηκε «Μικρή Νέκυια», για να διακρίνεται από τη «Μεγάλη Νέκυια» της ενδέκατης ραψωδίας. Η κάθοδος στον Άδη πραγματοποιείται με τη συνδρομή του Ερμή, ο οποίος, ως ψυχοπομπός, οδηγεί τις ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων στον ασφοδελό λειμώνα, όπου κατοικούν και κυκλοφορούν τα είδωλα των νεκρών. Καθ᾽ οδόν οι ψυχές των μνηστήρων τρίζουν σαν νυχτερίδες που πετούν στο βάθος μιας μεγάλης σπηλιάς.

Στον κάτω κόσμο συναντούν οι ψυχές τους σκιές ιλιαδικών ηρώων: του Αχιλλέα, του Πατρόκλου, του Αντίλοχου, του Αίαντα, αλλά και του οδυσσειακού Αγαμέμνονα. Με τον οποίο ο Αχιλλέας ανοίγει όψιμο διάλογο, υπογραμμίζοντας το άδοξο τέλος του άλλοτε ένδοξου Αγαμέμνονα. Εκείνος ανταποκρίνεται, διηγούμενος διεξοδικά το μεταθανάτιο κλέος του μεγάλου ιλιαδικού ήρωα: τον αγώνα των Αχαιών γύρω από το νεκρό σώμα του και τη μεταφορά του στα πλοία· τον πάνδημο θρήνο, στον οποίο πήραν μέρος η Θέτις, με τις θυγατέρες του Νηρέα, και οι Μούσες· την πυρά και την περισυλλογή των λευκών οστών, που έσμιξαν με τα οστά του Πατρόκλου στον ίδιο χρυσό αμφορέα· τα επιτάφια άθλα και έπαθλα· τον επιφανή τύμβο πάνω στον κάβο, αντίκρυ στον Ελλήσποντο, για να τον βλέπουν όσοι παραπλέουν.

Η διήγηση μετά διπλασιάζεται, καθώς ο Αγαμέμνων ρωτά την ψυχή του Αμφιμέδοντα γιατί και πώς οι μνηστήρες βρέθηκαν στον κάτω κόσμο. Κι εκείνος εξιστορεί τα διαδοχικά κεφάλαια της περιπέτειάς τους, πριν και μετά την άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Ακούγοντας ο Αγαμέμνων, μακαρίζει τον Οδυσσέα, συγκρίνοντας την πιστή Πηνελόπη με την άπιστη Κλυταιμνήστρα. Εδώ κλείνει η «Μικρή Νέκυια», και η αφήγηση μεταφέρεται τώρα στον πάνω κόσμο, μοιρασμένη πάλι στα δύο.

Το πρώτο μέρος της αφιερώνεται στην έξοδο του Οδυσσέα προς τους αγρούς, όπου βρίσκει τον πατέρα του να σκαλίζει μόνος ένα δεντράκι, βρώμικος, με κακοραμμένο χιτώνα και γιδίσιο σκούφο στο κεφάλι. Ο επόμενος αναγνωρισμός διαβαθμίζεται: προηγείται πλαστή διήγηση του γιου, ακολουθεί ο θρήνος του πατέρα, τέλος φανερώνονται τα αναγνωριστικά σήματα· η ουλή στο πόδι, τα κληροδοτημένα δέντρα κι αμπέλια. Πατέρας και γιος εναγκαλίζονται και προχωρούν στο παραπλήσιο υποστατικό, όπου δούλοι πιστοί ετοιμάζουν δείπνο, μια σικελιώτισσα γυναίκα λούζει τον Λαέρτη, η Αθηνά τον εξωραΐζει.

Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος της αφήγησης, σε έντονη αντίστιξη, απειλείται εμφύλιος πόλεμος. Δικοί και γονείς των σκοτωμένων μνηστήρων, συναθροισμένοι στην αγορά, διαβουλεύονται την εκδίκησή τους. Ο μάντης Αλιθέρσης δεν κατορθώνει να τους κατευνάσει, μιλώντας για δίκαιη τιμωρία. Επιβάλλει ο Ευπείθης, πατέρας του Αντίνοου, τη δική του εκδικητική λύση, μ᾽ ένα προκλητικό και όχι εντελώς ασύστατο επιχείρημα, που ο ποιητής το αφήνει ασχολίαστο (ω 426-429).

Η σύγκρουση πάει να αρχίσει. Αλλά σ᾽ αυτό το κρίσιμο σημείο, παρεμβαίνει η Αθηνά ρυθμιστικά, εκμαιεύοντας τη συμφιλιωτική πρόταση του Δία. Λέει (ω 473-476):

Πατέρα μας Κρονίδη, ο πρώτος όλων των θεών, δώσε μου
τώρα απόκριση σε μιαν ερώτηση: στο βάθος τι να κρύβει πάλι ο νους σου;
θ᾽ ανοίξεις πόλεμο φριχτό, άγρια σφαγή ανάμεσό τους; ή μήπως
σκέφτεσαι να επιβάλεις μεταξύ τους συμφιλίωση;


Ο Δίας όμως της επιστρέφει την ερώτηση: αφού το θέλησε η ίδια, γυρίζοντας ο Οδυσσέας πίσω, να πάρει εκδίκηση από τους μνηστήρες, δικό της είναι τώρα και το πρόβλημα· ας κάνει ό,τι θέλει. Εκείνος πάντως προτείνει λήθη των παθών, αποκατάσταση της τάξης και ένορκη ειρήνη. Η Αθηνά με ανακούφιση αφήνει τον Όλυμπο, και φτάνοντας ορμητική στην αγορά αντιμετωπίζει την εμφύλια σύρραξη. Στο μεταξύ, ο Οδυσσέας εξάπτει το αγωνιστικό μένος του Τηλεμάχου, η θεά αφήνει τον Λαέρτη να ακοντίσει τον Ευπείθη, χτυπούν σπαθιά, σμίγουν δόρατα. Αλλά η Αθηνά τώρα βγάζει φωνή μεγάλη (ω 531-532):

Τον άγριο πόλεμό σας, Ιθακήσιοι, πάψτε, καιρός με δίχως αίματα,
φίλοι να χωριστείτε.


Οι αντίπαλοι, πράσινοι από τρόμο, παραιτούνται. Ο Οδυσσέας μόνον κινείται ακάθεκτος. Όμως, στην ώρα του, του Δία ο κεραυνός πέφτει στα πόδια της θεάς, οπότε εκείνη αποτρέπει τον προστατευόμενό της ήρωα μ᾽ αυτά τα λόγια (ω 542-544):

Γιε του Λαέρτη, του Διός βλαστέ, πανούργε Οδυσσέα,
κράτα τη μάνητά σου πια του φοβερού πολέμου, μήπως
του Κρόνου ο γιος, ο Δίας βροντόφωνος, εξοργιστεί μαζί σου.


Ο Οδυσσέας, αναγνωρίζοντας τη φωνή της θεάς, υπακούει στην προσταγή της. Οπότε η Αθηνά βάζει τους δυο στρατούς να ορκιστούν τη συμφιλίωσή τους για το παρόν και για το μέλλον, κυκλοφορώντας με τη μορφή του Μέντορα. Εδώ πέφτει η αυλαία του έπους.

Συγκρίνοντας πέρας και αρχή της Οδύσσειας, εύκολα αναγνωρίζεται η συμμετρική τους ανταπόκριση σε όλα τα βασικά σημεία τους. Στην αφετηρία του έπους ζητούμενο ήταν το πέρασμα από την αδράνεια στη δράση, από την καθήλωση στην κίνηση, από τον ασυντέλεστο στον συντελεσμένο νόστο. Πλαίσιο για το ξεκίνημα ορίστηκε εκεί η θεών αγορά, όπου συνάπτεται ο κρίσιμος διάλογος Δία και Αθηνάς. Στον οποίο η θεά, με τη διπλή της πρόταση, αναλαμβάνει ρόλο προγραμματικό και ρυθμιστικό. Ο Δίας συγκατανεύει και ο ποιητής εμπιστεύεται την εκκίνηση και την εξέλιξη του έπους του στην κόρη του Διός, η οποία καθ᾽ οδόν επιλέγει ως συνεργάτη της τον Οδυσσέα. Έτσι τα ασύνδετα συνδέονται, τα ασύμπτωτα συμπίπτουν: ο γιος με τον πατέρα, ο νόστος με τη μνηστηροφονία, η διήγηση με τη δράση, η αλήθεια με το ψέμα, η ειλικρίνεια με τον δόλο.

Για να περατωθεί το έπος επαναλαμβάνεται η σκηνοθεσία της αρχής του: διάλογος Δία και Αθηνάς· παραχώρηση από τον Δία (και ανάθεση από τον ποιητή) στη θεά να αναλάβει τον τελικό της ρόλο· εκείνη που άνοιξε το ποίημα, εκείνη τώρα και να το σφραγίσει. Οριστικά τώρα τα ασύνδετα συνδέονται και τα ασύμπτωτα συμπίπτουν: η διασάλευση με τη σταθερότητα· η έχθρα με τη συμφιλίωση· ο εμφύλιος με την ένορκη ειρήνη· ο κεραυνός με την τελική ηρεμία του πλήθους, όπου η θεά κυκλοφορεί μεταμορφωμένη.

Στην Ιλιάδα κυρίαρχος ρυθμιστής του έπους είναι ο Δίας. Στην Οδύσσεια ο Δίας υποχωρεί προς όφελος της κόρης του, της Αθηνάς. Παραιτείται κατά κάποιον τρόπο από τον ποιητικό του ρόλο για δική της χάρη. Αυτή η απόφαση του ποιητή καθιστά την Οδύσσεια οικειότερο έπος από την Ιλιάδα, στον βαθμό που η θεά συχνά πυκνά κατεβαίνει από τον Όλυμπο και ανακατεύεται με τους ανθρώπους, παίρνοντας μάλιστα και τη μορφή τους. Από την άποψη αυτή η Οδύσσεια, λιγότερο ηρωική από την Ιλιάδα, μοιάζει ανθρωπινότερη: συμμερίζεται περισσότερο τα πάθη των ανθρώπων και φαίνεται να προτείνει μια διαχείρισή τους λίγο πολύ πολιτική, που την εκπροσωπούν μέσα στο έπος συνεργατικά η Αθηνά και ο Οδυσσέας. Σ᾽ αυτούς ο νους (λέξη που προβάλλεται και στο προοίμιο του έπους: νόον ἔγνω), η εφευρετική δηλαδή και πολύτροπη σκέψη, έχει το πάνω χέρι.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου