Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

H ατέρμονη αναζήτηση της ανάπτυξης δεν έχει λόγο να αφορά αποκλειστικά και μόνο τον εαυτό μας

Μεταξύ μας, εγώ πιστεύω πως το να μη γεράσεις εξαρτάται μέχρις ενός ορισμένου σημείου κι από σένα .Εφόσον συνειδητοποιήσεις ότι το κλειδί στην υπόθεση της ζωής είναι η συνεχής ανάπτυξη, μπορείς να καθυστερήσεις τα γηρατειά. Όταν κάποιος σκεφτεί: “Ωραία, φτάνει, καλά ήταν ως εδώ, αρκετά. Δε μ’ ενδιαφέρει να αναπτυχθώ παραπάνω, γιατί να μάθω περισσότερα, γιατί να θέλω ν’ ακούσω κι άλλα”, σημαίνει ότι έχει χάσει το τρένο. Εδώ αρχίζει πραγματικά η διαδικασία της γήρανσης, όταν σταματήσεις ν’ αναπτύσσεσαι. Το κλειδί της νεότητας είναι η ανάπτυξη, η συνεχής και αέναη εξέλιξη, η αναζήτηση καινούργιων πραγμάτων, η έρευνα, οι στόχοι, τα σχέδια και οι επιθυμίες.

«Ναι, έτσι είναι… Πάρε για παράδειγμα τον Πικάσο, που στα 80 του, ζωγράφιζε σαν 20χρονος. Εδώ φαίνεται ότι δεν γερνούσε, ότι συνέχιζε να ψάχνει και να κάνει καινούργια πράγματα, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, όπως λες, η ζωγραφική του μπορεί να είχε μείνει στάσιμη ή να ήταν κατώτερης ποιότητας. Λέγεται ότι αυτό συμβαίνει, γενικά, σ’ εκείνους που ασχολούνται με τη δημιουργία.»

«Αυτή η ατέρμονη αναζήτηση της ανάπτυξης δεν έχει λόγο να αφορά αποκλειστικά και μόνο τον εαυτό μας. Το είδος της ανάπτυξης που “σε ξανανιώνει” εντοπίζεται επίσης, -και ίσως περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού— στη βοήθεια που παρέχουμε σε όποιον μπορεί να μάθει.
Αναπτυσσόμαστε και όταν δίνουμε, όχι μόνο όταν παίρνουμε. Καθένας από εμάς μπορεί να μεταδώσει τα λιγοστά που ξέρει, κι έτσι να κάνει ένα βήμα πιο μπροστά.».

Υπάρχει μια παμπάλαιη ιστορία που περιγράφει πολύ ωραία αυτήν την ιδέα.
Πριν από εκατοντάδες χρόνια, σ’ ένα χωριό της Ανατολής, ήταν ένας τύπος που μια νύχτα περπατούσε στα σκοτεινά δρομάκια του χωριού κρατώντας ένα αναμμένο φανάρι. Το χωριό, νύχτα χωρίς φεγγάρι, ήταν πάντα κατασκότεινο. Κάποια στιγμή, ο τύπος πέφτει πάνω σ’ έναν φίλο του.

Τον κοιτάζει ο φίλος, κι αμέσως τον αναγνωρίζει: είναι ο Γ., ο τυφλός του χωριού. Δεν κρατιέται και του λέει:
«Καλά, Γ., τι κάνεις με το φανάρι στο χέρι; Αφού εσύ δεν βλέπεις…»
Και ο τυφλός του απαντάει:
«Το φανάρι δεν το έχω για να βλέπω. Εγώ, και στο σκοτάδι ακόμα, ξέρω τους δρόμους από μνήμης. Το φανάρι το έχω για να βρίσκουν τον δρόμο τους οι άλλοι βλέποντας εμένα.»
«Σημαντικό, δεν είναι μόνο το φως που χρησιμεύει σ’ εμένα, αλλά κι αυτό που χρησιμοποιώ για να μπορέσουν να δουν κι οι άλλοι. Ο καθένας μας μπορεί να φωτίσει τον δρόμο για λογαριασμό του, αλλά και για να φέξει στους υπόλοιπους — χωρίς να είναι και υποχρεωμένος.»