Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει

Μετά τη μάχη της Μαντίνειας, η Αθηναϊκή ηγεμονία είχε ενισχυθεί σε σχηματικό βαθμό, δεν υπήρχε όμως πια η υποδομή για τη συντήρησή της. Ο στρατός της Αθήνας που αποτελείτο πια από μισθοφόρους, συμπεριφέρθηκε βάναυσα στις συμμαχικές πόλεις, οι οποίες αντέδρασαν άμεσα επιδιώκοντας την αποδέσμευσή τους από τη συμμαχία. Έτσι, το 358 αρχίζει ο συμμαχικός πόλεμος, που θα διαρκέσει τρία χρόνια και όχι μόνο θα καταλήξει άδοξα για την Αθήνα, αλλά θα σημάνει και το τέλος της προσπάθειας συνένωσης των ελληνικών πόλεων υπό την ηγεσία μίας πόλης - υπερδύναμης.

Εντωμεταξύ, το 362 αρχίζει μία διένεξη μεταξύ Θηβαίων και Φωκέων που θα οδηγήσει σε έναν ανίερο πόλεμο,  όταν οι δεύτεροι αρνήθηκαν να βοηθήσουν τους πρώτους να εκστρατεύσουν εναντίον της Σπάρτης. Οι Θηβαίοι ζητούν τότε να επιβληθεί πρόστιμο στους Φωκείς, επειδή καλλιεργούσαν αυθαίρετα κάποια κτήματα που ανήκαν στο Μαντείο. Με τη χρηματοδότηση της Σπάρτης και τη βοήθεια των Αθηναίων και των τυράννων των Φερών, οι Φωκείς, με αρχηγό τον Φιλόμηλο, καταλαμβάνουν τους Δελφούς και προβαίνουν σε εξαιρετικά ασεβείς πράξεις. Αφού εξόντωσαν τους «θρακίδες», το ιερό γένος που κατείχε την εξουσία των Δελφών, εξανάγκασαν την Πυθία να χρησμοδοτήσει ευνοϊκά για τον αρχηγό τους. Εκείνη, μη έχοντας άλλη επιλογή, αποφαίνεται «ξεστιν ατ πράττειν βούλεται».
 
Το 360, ο αρχηγός τους Ονόμαρχος ξοδεύει ένα μεγάλο ποσό από τον θησαυρό του Μαντείου για τη σύσταση μισθοφορικού στρατού 20.000 στρατιωτών και 1.000 ιππέων και για την οχύρωση των πόλεών του.
     
Πολιτική και Ηθική Κρίση
 
Ο Ισοκράτης επικεντρώνεται στον αγώνα για την αποκατάσταση του πολιτεύματος και του ήθους των πολιτών. Η έλλειψη ευσέβειας, ορθής κρίσης και συνετής συμπεριφοράς οφείλεται στην παρακμή της Δημοκρατίας, η οποία με τη σειρά της ώθησε τους πολίτες προς τα χαλαρά ήθη και τη διαφθορά. Μόνο η αναμόρφωση του πολιτικού ήθους μπορεί να οδηγήσει στην εκπλήρωση της πανελλήνιας ιδέας του ρήτορα που εξακολουθεί να ελπίζει πως το όνειρό του είναι εφικτό.
 
Το 357, είχε κυκλοφορήσει ο «Αρεοπαγιτικός» του, ένας λόγος που παρακινεί τους Αθηναίους να ταχθούν υπέρ της αποκατάστασης της δημοκρατίας σύμφωνα με τις αρχές και το όραμα των ιδρυτών της (του Σόλωνα και του Κλεισθένη). Επιστροφή στα χρόνια εκείνης της δημοκρατίας που εξασφάλισε στην Αθήνα τη μεγαλύτερη δόξα και την έκανε την ηγέτιδα δύναμη όλης της Ελλάδας. Στρέφεται εναντίον της  οχλοκρατίας της εποχής του, που οδήγησε την πόλη σε αδυναμία και παρακμή σε όλους τους τομείς. 

Ο Σόλων
 
 «Εκείνοι λοιπόν που διοικούσαν την πολιτεία κατά την παλαιότερη εποχή, εγκατέστησαν πολίτευμα που δεν είχε μόνον όνομα δημοφιλέστατο σε όλους και γλυκύτατο, ενώ στην πράξη δεν έδινε την εντύπωση αυτή σε όσους ζούσαν με αυτό και δεν εκπαίδευε τους πολίτες έτσι που να θεωρούν την ακολασία δημοκρατία, την παρανομία ελευθερία, την αυθάδεια ισονομία, ούτε τέλος την εξουσία να κάνουν όλα αυτά ευδαιμονία, αλλά πολίτευμα που μισώντας και τιμωρώντας τους ανθρώπους αυτού του είδους κατόρθωσε μ να κάνει όλους τους πολίτες καλύτερους και φρονιμότερους. Εξαιρετική μάλιστα συμβολή για την καλή διοίκηση της πολιτείας παρείχε το γεγονός ότι, ενώ επικρατούσε η δοξασία ότι υπάρχουν δύο είδη ισότητας και η μία απονέμει σ' όλους τα ίδια δικαιώματα και η άλλη ό,τι πρέπει στον καθένα, δεν αγνοούσαν τη χρησιμότερη, αλλά εκείνη που έδινε τα ίδια δικαιώματα και στους ηθικούς και στους πονηρούς, την αποδοκίμαζαν, γιατί τη θεωρούσαν άδικη, ενώ εκείνην που τιμούσε και τιμωρούσε τον καθένα ανάλογα με την αξία του, την προτιμούσαν και έτσι διοικούσαν την πολιτεία, και δεν εξέλεγαν τους άρχοντες απ' όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως, αλλά για κάθε αξίωμα επέλεγαν τον καλύτερο και τον ικανότερο, γιατί θεωρούσαν ότι και οι άλλοι πολίτες θα είναι όμοιοι μ' εκείνους που αναλαμβάνουν υπεύθυνα τη διοίκηση των πολιτικών πραγμάτων. Εκτός αυτού, θεωρούσαν ότι η εκλογή αυτή των αρχόντων είναι περισσότερο αρεστή στο λαό από την εκλογή που γίνεται με κλήρο. Γιατί με την κλήρωση ενδέχεται να ευνοηθούν και να καταλάβουν αξιώματα εκείνοι που επιθυμούν την ολιγαρχία, ενώ όταν προτιμώνται οι ικανότεροι, ο λαός είναι ο κυρίαρχος να εκλέξει εκείνους που αγαπούν ιδιαιτέρως το υφιστάμενο πολίτευμα.» (20-23)
 
Το πολίτευμα λοιπόν που επιτρέπει την πρόοδο της πόλης είναι εκείνο στο οποίο οι άρχοντες εκλέγονται με αξιοκρατικά κριτήρια και ο λαός έχει τη δυνατότητα να τους ελέγχει. Επιπλέον, όλοι ήταν πεπεισμένοι πως έπρεπε να διατηρήσουν αναλλοίωτες τις παραδόσεις, να φροντίζουν για τις ιδιωτικές τους υποθέσεις με την ίδια σύνεση που επεδείκνυαν και στις δημόσιες, με ομόνοια και όρεξη για εργασία. Ως εκ τούτου:
 
«και οι πιο φτωχοί πολίτες απείχαν τόσο πολύ από το να φθονούν τους πλουσιότερους, ώστε έδειχναν την ίδιαν αφοσίωση για τις σπουδαίες οικογένειες που θα έδειχναν για τις δικές τους, διότι είχαν την αντίληψη ότι η ευδαιμονία εκείνων θα έχει ως συνέπεια και τη δική τους ευημερία. Οι πλούσιοι πάλι, δεν περιφρονούσαν τους φτωχούς, αλλά επειδή θεωρούσαν δική τους ντροπή τη δυστυχία των πολιτών, βοηθούσαν τους άπορους και σε άλλους μεν παραχωρούσαν κτήματα για καλλιέργεια με μικρό μίσθωμα, άλλους απασχολούσαν στο εμπόριο και σε άλλους τέλος έδιναν κεφάλαια για την ανάπτυξη άλλων δραστηριοτήτων. Γιατί δεν είχαν τον φόβο μήπως πάθουν το ένα από τα δύο, ή δηλαδή να τα χάσουν όλα ή με μεγάλη δυσκολία και πολλές ενοχλήσεις να κατορθώσουν να πάρουν ένα μέρος από εκείνα που δάνεισαν.» (28)
 
Ο φόβος αυτός δεν υπήρχε, διότι το δικαστικό σύστημα λειτουργούσε αποτελεσματικά και επέβαλε αυστηρές ποινές στους παραβάτες. Εξασφαλιζόταν, έτσι η ομαλή λειτουργία της οικονομίας, εφόσον οι έχοντες χρήματα τα δάνειζαν ευχαρίστως, ώστε να αποκομίσουν κέρδος και οι φτωχοί είχαν πάντα κεφάλαια στη διάθεσή τους, αποφεύγοντας τον κίνδυνο να βρεθούν σε κατάσταση πλήρους ένδειας.

Ο Ισοκράτης, προσπαθεί να συγκινήσει τους συμπολίτες του με συχνές αναφορές στις παλιές ένδοξες εποχές, εφιστώντας τους την προσοχή στην κρισιμότητα της κατάστασης που είχαν τώρα να αντιμετωπίσουν. Ήταν πεπεισμένος πως μία πόλη χωρίς ισχυρές ηθικές αρχές, χωρίς υλικούς πόρους και χωρίς επιτυχημένες συμμαχίες, δεν μπορούσε πλέον να επιβιώσει σε έναν κόσμο που απαιτούσε νέα συστήματα και νέα πολιτική στρατηγική.

Ο αγώνας του Ισοκράτη για ειρήνη και παιδεία
 
Στον λόγο  «Περί Ειρήνης» το 356, ο Ισοκράτης συμβουλεύει τους Αθηναίους να εκμεταλλευτούν την  Ειρήνη του Ανταλκίδα,  που έχει συναφθεί από το 386 και να εγκαταλείψουν την ηγεμονία τους στη θάλασσα, που ήταν η πηγή όλων των δεινών τους. Αντί να σπαταλούν χρήμα και δυνάμεις για να κατακτήσουν την γη των άλλων, να επικεντρωθούν στο πώς θα εξασφαλίζουν μια καλύτερη ζωή στον τόπο τους. Ο πόλεμος έχει επιφέρει μεγάλα δεινά στην πόλη και την έχει τελείως απογυμνώσει από το προηγούμενο μεγαλείο της. Προτείνει, λοιπόν, να τηρήσουν μια πιο συνετή στάση, να επιλύσουν τις διαφορές τους με τη διπλωματία, ώστε να επιδιώξουν την ευημερία σε ένα ειρηνικό περιβάλλον.

     «έχουμε την εντύπωση πως, αν διασχίζουμε τις θάλασσες με πολλά πλοία και εξαναγκάζουμε τις πόλεις να μας καταβάλλουν φόρους και να στέλνουν αντιπροσώπους εδώ, θα επιτύχουμε το σκοπό μας. Είμαστε όμως πολύ μακριά από την αλήθεια. Από όσα ελπίζαμε τίποτα δεν πετύχαμε• αντίθετα, απ' αυτές τις ενέργειές μας έχουν προκύψει εχθρότητες, πόλεμοι και μεγάλες δαπάνες, πράγμα πολύ φυσικό.» (29)
 
Αυτό είναι το αποτέλεσμα της στρεβλής άποψης, η οποία έχει επικρατήσει την εποχή του Ισοκράτη, πως ενώ η αρετή είναι αξιέπαινη, εντούτοις δεν ωφελεί σε τίποτα, εφόσον μόνο οι άδικοι κατορθώνουν να επιτύχουν. Αυτός ο παραλογισμός είναι το αποτέλεσμα της δράσης των δημαγωγών, που κερδίζουν χρήμα και δόξα απαξιώνοντας την αρετή και προκαλώντας, ανάμεσα σε όλα τα δεινά που επιφέρει η πολιτική τους, και τον ευτελισμό της ηθικής των πολιτών. Είναι λοιπόν ανάγκη να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα και να μην δυσανασχετούν όταν κάποιος τολμά να τους πει την αλήθεια:
 
«για τις αρρώστιες που έχουν σχέση με το σώμα οι γιατροί έχουν βρει πολλές και κάθε είδους θεραπείες, για την ψυχή όμως, που δε γνωρίζει τι είναι ορθό και που είναι γεμάτη από πονηρές επιθυμίες, άλλο φάρμακο δεν υπάρχει παρά ο λόγος που τολμά να επικρίνει τα σφάλματα.» (39)
 
Σφάλματα εντοπίζει ο Ισοκράτης στον χειρισμό τόσο των εξωτερικών όσο και των εσωτερικών ζητημάτων. Θεωρεί μεγάλη παρακμή τη χρήση μισθοφορικού στρατού, που αποτελείται από κάθε είδους αποβράσματα, έτοιμα να εγκαταλείψουν τη θέση τους μόλις κάποιος τους προσφέρει μεγαλύτερη αμοιβή. Στα εσωτερικά ζητήματα πάλι, η εκκλησία του Δήμου έχει χάσει τη σοβαρότητά της, καθώς άλλα επιθυμεί, άλλα ψηφίζει και αμέσως μετά μετανιώνει για αυτό που ψήφισε. Ακόμα χειρότερα, τοποθετεί σε θέσεις ευθύνης αχρείους και επικίνδυνους ανθρώπους:
 
«Παρά τον ισχυρισμό μας πως είμαστε οι πιο σοφοί των Ελλήνων, χρησιμοποιούμε ως συμβούλους ανθρώπους, που όλοι θα περιφρονούσαν, και αυτούς τους ίδιους τους διορίζουμε επικεφαλής όλων των κρατικών υποθέσεων, ενώ κανείς δεν θα τους ανέθετε καμία ιδιωτική του υπόθεση.» (52)

Προτείνει, λοιπόν, τα εξής μέτρα για την αποκατάσταση της πόλης:
 
1. Να διορίζονται στα δημόσια αξιώματα άνθρωποι ικανοί, σαν εκείνους που επιλέγει κανείς για τις ιδιωτικές του υποθέσεις και να μην θεωρούνται φίλοι του λαού οι συκοφάντες ούτε οι τίμιοι και συνεπείς να ταυτίζονται με τους ολιγαρχικούς. Από τη φύση του κανείς δεν είναι κάτι από τα δύο, αλλά ο καθένας επιλέγει το πολίτευμα στο οποίο νιώθει πως τον εκτιμούν.
 
2. Η Αθήνα θα πρέπει να επιτρέψει την αυτονομία των συμμάχων της και να τους φέρεται όπως φέρεται κανείς σε φίλους, διότι είναι μεν η ισχυρότερη πόλη από την κάθε μία ξεχωριστά, αλλά απέναντι σε όλες μαζί είναι η πιο ανίσχυρη. Οι συμμαχίες πρέπει να συνάπτονται με ευεργεσίες και όχι με πολέμους.

3. Μετά από την ευσέβεια στους θεούς, το σημαντικότερο επίτευγμα είναι η εκτίμηση των υπόλοιπων Ελλήνων. Με τέτοια συμπεριφορά, οι ελληνικές πόλεις θα αναγνωρίσουν με τη θέλησή τους την ηγεμονία της Αθήνας.
 
Το 355, ο συμμαχικός πόλεμος λήγει άδοξα και η Αθήνα υποχρεώνεται να παραχωρήσει αυτονομία στις επαναστατημένες πόλεις. Παράλληλα, μόλις έχει ξεκινήσει στους Δελφούς ο «Τρίτος Ιερός Πόλεμος» μεταξύ των Φωκέων, που έχουν καταλάβει και καταληστέψει το Μαντείο, και των Θηβαίων που επιχειρούν να τους εκδιώξουν, ενώ ο νεαρός βασιλιάς Φίλιππος έχει τακτοποιήσει τα εσωτερικά ζητήματα της Μακεδονίας και στρέφεται προς την κεντρική Ελλάδα.
 
Αρχικά, ο Ονόμαρχος, ηγέτης των Φωκέων, που είχε εξοπλίσει τον στρατό του με καταπέλτες, κατόρθωσε να νικήσει δύο φορές τον Φίλιππο που επιτέθηκε, μόλις είδε πως κινδυνεύει η Θεσσαλία. Τελικά όμως, οι Φωκείς νικήθηκαν το 352 και δύο χρόνια αργότερα επιτίθενται και πάλι εναντίον των Θηβαίων. Οι Αθηναίοι, που έχουν πλέον αντιληφθεί την επικινδυνότητα του Μακεδόνα βασιλιά, τον αντιμετωπίζουν και τον σταματούν στις Θερμοπύλες, νίκη που δεν θα έχει όμως και μεγάλη σημασία, επειδή ο Φίλιππος, όχι μόνο έχει πλέον καταστεί κυρίαρχος της Θεσσαλίας, αλλά παρουσιάστηκε και ως προστάτης των ιερών και των οσίων, προστατεύοντας τους Δελφούς.
 
Ενώ λοιπόν μαίνεται ο Ιερός Πόλεμος, το 354, ο υπέργηρος πια Ισοκράτης γράφει το «Περί Αντιδόσεως». Είναι ο λόγος που εκφωνεί στο δικαστήριο για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να εκθέσει τις απόψεις του για την πνευματική καλλιέργεια. Χρησιμοποιεί ως αφορμή μια δικαστική του περιπέτεια, όταν ο Λυσίμαχος, προκειμένου να αποφύγει μια πολυδάπανη λειτουργία, ζητά, όπως ορίζει ο νόμος της αντιδόσεως, να ανταλλάξει την περιουσία του με εκείνη του Ισοκράτη. Αυτός, με την ευκαιρία,  απολογείται για το συνολικό του έργο, απαντώντας σε όσους τον κατηγορούσαν πως διδάσκει τους νέους να κερδίζουν δικαστικούς αγώνες με αθέμιτους τρόπους. Παραθέτει αποσπάσματα από προηγούμενους λόγους του, αποδεικνύοντας πως το μόνο που έκανε, ήταν να παροτρύνει τους Έλληνες να εκστρατεύσουν εναντίον των βαρβάρων, ενωμένοι και χωρίς να σπαταλούν τις δυνάμεις τους στις μεταξύ τους έριδες.
 
Στη συνέχεια, υπερασπίζεται τη διδασκαλία του και την άποψή του για την ορθή επαγγελματική εκπαίδευση, τονίζοντας την αξία της πρακτικής εφαρμογής κάθε γνώσης που αποκομίζει ο μαθητής από τον δάσκαλο. Όσο για την ρητορική τέχνη, εκτός του ανυπέρβλητου πλεονεκτήματος που παρέχει το φυσικό ταλέντο, απαραίτητη είναι η απόκτηση τεχνικής και η εξάσκηση. Τίποτα, όμως, από αυτά δεν μπορεί να αποδώσει αν ο ρήτορας δεν έχει το απαραίτητο θάρρος για να μιλήσει μπροστά στο κοινό. Αυτά δίδασκε στους μαθητές του αξιοποιώντας τη ρητορική ως εργαλείο για την επιτυχία στην επαγγελματική ζωή.

Άλλωστε, αυτό που διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα και του έδωσε την ευκαιρία να ζει πολιτισμένα σε κοινότητες είναι η δυνατότητα να μιλά, να εκφράζει τις σκέψεις και τις αποφάσεις του και να συνεννοείται με ακρίβεια με τους άλλους.
 
«Διότι ο λόγος νομοθέτησε για δικαίους και αδίκους και για καλούς και αισχρούς, χωρίς τον ορισμό των οποίων δεν θα μπορούσαμε να συμβιώσουμε. Με τον λόγο και τους κακούς ελέγχουμε και τους αγαθούς εγκωμιάζουμε. Με τον λόγο μορφώνουμε όσους έχουν ανάγκη μόρφωσης και δοκιμάζουμε τους νοήμονες· διότι το να μιλά κάποιος όπως πρέπει το θεωρούμε ως ύψιστο σημείο της ορθής σκέψης, και λόγος αληθής, σύμφωνος προς τον νόμο και προς την δικαιοσύνη, είναι εικόνα ψυχής υγιούς και ευπειθούς.» (255)

Πώς θα μπορούσε λοιπόν να κατηγορηθεί κάποιος, επειδή διδάσκει τους νέους να αποκτήσουν αυτή την τόσο ωφέλιμη ικανότητα, την ώρα που όλοι θαυμάζουν όσους την έχουν από τη φύση τους;
 
Αυτή τη χρονιά, εμφανίζεται στη δημόσια ζωή της Αθήνας ένας ρήτορας με εξαιρετικό ταλέντο, που θα βάλει σφραγίσει ανεξίτηλα την πολιτική ζωή του τόπου. Σε αντίθεση με τον Ισοκράτη που επιδιώκει πάση θυσία την ενότητα και την ειρήνη στον ελλαδικό χώρο, ο Δημοσθένης αγωνίζεται να πείσει τους Αθηναίους να προστατεύσουν την αυτονομία της πόλης τους και τη διατήρηση της ηγεμονίας της.
 
Δημοσθένης, ο ρήτορας (384-322). 
 
Μέχρι σήμερα, το πρώτο όνομα που μας έρχεται στο μυαλό ακούγοντας τη λέξη «ρήτορας», είναι Δημοσθένης, ο οποίος ήταν γόνος εύπορης οικογένειας του Δήμου Παιανίας. Γεννήθηκε το 384 και ορφάνεψε από πατέρα επτά χρόνια αργότερα. Είναι γνωστή η περιπέτεια που είχε με τους ανέντιμους διαχειριστές της κληρονομιάς του, λόγω της οποίας ασχολήθηκε με τα δικονομικά. Η εμπειρία που απέκτησε στα δικαστήρια διεκδικώντας την κληρονομιά του αξιοποιήθηκε κατά τη σταδιοδρομία του ως επαγγελματία λογογράφου. Δάσκαλός του ήταν ο σπουδαίος ρήτορας Ισαίος και, όπως μας πληροφορεί ο Κικέρων, ήταν επιμελής αναγνώστης και ακροατής του Πλάτωνα. Μεγάλη επιρροή άσκησε επάνω του και το έργο του Θουκυδίδη, που ανέπτυξε μέσα του τη λαχτάρα για την αναβίωση του μεγαλείου της Αθήνας.
 
Λέγεται ότι εργάστηκε και ως  δάσκαλος της ρητορικής τέχνης, αλλά δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα για πόσον καιρό το έκανε. Είναι πάντως βέβαιο πως από τη στιγμή που ενεπλάκη στην πολιτική, έπαψε να εργάζεται ως συνήγορος.
 
Ο Δημοσθένης μειονεκτούσε πολύ σωματικά. Ήταν καχεκτικός, είχε πολύ αδύναμη φωνή και τραύλιζε, μειονεκτήματα που χρειάστηκε πολλά χρόνια και σκληρές προσπάθειες για να ξεπεράσει. Χρησιμοποιούσε βότσαλα για να κάνει ασκήσεις ορθοφωνίας, εκφωνούσε τους λόγους του στη θάλασσα για να εξοικειωθεί με τη φασαρία του ακροατηρίου και να δυναμώσει τη φωνή του, μέχρι που πήρε μαθήματα υποκριτικής από κάποιον ηθοποιό, ώστε να ξεπεράσει τη δειλία του και να γίνει πιο πειστικός. Τα αποτελέσματα ήταν αξιοθαύμαστα και ήδη από τα αρχαία χρόνια, είχε αποκτήσει εξαιρετική φήμη για τη ρητορική του δεινότητα. Όπως, όταν έλεγαν «ο ποιητής», εννοούσαν τον Όμηρο, έτσι και όταν έλεγαν «ο ρήτορας», εννοούσαν τον Δημοσθένη.
   
Υπεράσπιση ιδιωτών
 
Από τους πρώτους λόγους του, που αφορούν ιδιωτικές υποθέσεις, είναι ο «Υπέρ Φορμίωνος» το 350.  Ο Φορμίων ήταν δούλος που εξελίχθηκε σε εκμισθωτή των επιχειρήσεων του τραπεζίτη Πασίωνα. Πεθαίνοντας αυτός, ορίζει στη διαθήκη του να νυμφευθεί ο Φορμίων τη σύζυγό του, αλλά όταν αυτό έγινε δημιουργήθηκε πρόβλημα με τους γιους του τραπεζίτη, ένας εκ των οποίων ήταν ο Απολλόδωρος. Η δίκη αφορούσε τα χρήματα που οικειοποιήθηκε ο Φορμίων μετά τον θάνατο της συζύγου του και μητέρας του μηνυτή και κατέληξε σε συμβιβασμό. Αργότερα, ο Απολλόδωρος επανέρχεται ζητώντας είκοσι τάλαντα. Στον λόγο του, ο Δημοσθένης αποκαλεί τον Απολλόδωρο συκοφάντη, εφόσον ο Φορμίων σε τίποτα δεν είχε παρανομήσει, αλλά του είχε αποδώσει όλα όσα του ανήκαν.

«Όσα, λοιπόν, πρέπει πλέον να εξετάσετε σχετικά με το γεγονός ότι η αγωγή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, να τα ανακαλέσετε στη μνήμη σας από αυτά που έχουν ειπωθεί. Γιατί, Αθηναίοι, αφού έγινε, αφενός, οικονομικός έλεγχος και υπήρξε απαλλαγή για τη μίσθωση και της τράπεζας και του εργαστηρίου ασπίδων, και αφετέρου παραπομπή σε διαιτησία και πάλι υπήρξε απαλλαγή από όλα, ενώ οι νόμοι δεν επιτρέπουν εκ νέου μηνύσεις για όσα έχει κανείς μια φορά απαλλαγεί, και αυτός συκοφαντικά μας μηνύει, καταγγείλαμε με βάση τους νόμους ότι η δίωξη δεν είναι αποδεκτή.» (23-24)
 
Ο Δημοσθένης κέρδισε την υπόθεση, αλλά ο Απολλόδωρος δεν το έβαλε κάτω! Επανέρχεται, αυτή τη φορά εναντίον ενός μάρτυρα υπεράσπισης του Φορμίωνα, του Στεφάνου, τον οποίον κατηγορεί για ψευδορκία. Αυτή τη φορά, ο Δημοσθένης εκπροσωπεί τον Απολλόδωρο και γράφει τον «Κατά Στεφάνου ψευδομαρτυριών»:
 
«ο άνθρωπος αυτός (ο Στέφανος), τότε που συνέβαινε να ευπορεί ο Αριστόλοχος ο τραπεζίτης, βάδιζε κοντά του και του έκανε τεμενάδες•...Όταν όμως εκείνος καταστράφηκε και πτώχευσε, αφού μάλιστα λεηλατήθηκε από τον Στέφανο και τους ανθρώπους σαν αυτόν, κι όταν ο γιος του βρέθηκε αντιμέτωπος σε πολλές δυσκολίες, ο Στέφανος δεν του παραστάθηκε ποτέ ούτε τον βοήθησε•... Έπεσε στη συνέχεια το μάτι του στο Φορμίωνα• απ' όλους τους Αθηναίους αυτόν διάλεξε και μ' αυτόν έγινε φίλος και για χάρη του έπλευσε στο Βυζάντιο ως πρεσβευτής, όταν οι Βυζαντινοί κατάσχεσαν τα πλοία του, και μίλησε για την υπόθεση του στους Καρχηδονίους, κι έτσι ψευδομαρτύρησε φανερά εναντίον μου...Προτίμησε ωστόσο, άνδρες Αθηναίοι, να κάνει αυτά που φέρνουν τόσο μεγάλη ντροπή, σκοπεύοντας να αποφεύγει τις υποχρεώσεις του προς την πόλη και να αποκρύπτει την περιουσία του• για να κάνει κρυφές δουλειές μέσω της τράπεζας και να μην αναλαμβάνει ούτε χορηγία ούτε τριηραρχία ούτε τίποτε άλλο απ' όσα οφείλει. Και το 'χει καταφέρει αυτό. Αυτό είναι η απόδειξη: ενώ έχει τόση περιουσία, ώστε να προικίσει την κόρη του με εκατό μνες, δεν τον έχετε δει ποτέ να αναλάβει καμιά δαπάνη για χάρη της πολιτείας, ούτε την πιο μικρή.» (63-66)
 
Η απόφαση του Δημοσθένη να στηρίξει τον δικομανή Απολλόδωρο οφείλεται ίσως σε πολιτικούς λόγους. Ο Απολλόδωρος ανήκε στην αντιμακεδονική παράταξη και ήταν σύμμαχος, τον οποίο ο ρήτορας χρειαζόταν στον πολιτικό του αγώνα εναντίον του Φιλίππου, έναν αγώνα που θα σημαδέψει όλη του ζωή.
     
Η πολιτική σταδιοδρομία του Δημοσθένη

                Εισερχόμενος στον πολιτικό στίβο, ο Δημοσθένης, αμέσως μετά τον συμμαχικό πόλεμο (355), γράφει τον λόγο «Κατ’ Ανδροτίωνος»,  ενός μαθητή του Ισοκράτη. Ήταν μία δίκη που αφορούσε παράνομο ψήφισμα (γραφή παρανόμων), μια κατηγορία που απασχολούσε τον περισσότερο χρόνο τους δικαστές της εποχής. Αντίθετα με τη σύγχρονη βουλευτική ασυλία, στην αρχαία Αθήνα κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να ελέγξει μια πρόταση που ερχόταν προς ψήφιση (ή και μετά την ψήφισή της) και να επιχειρηματολογήσει εναντίον της αν αυτή ακύρωνε έναν ήδη υπάρχοντα νόμο. Φαίνεται, όμως, πως τον 4ο αιώνα αυτό το δικαίωμα είχε γίνει στα χέρια πολλών, όπλο για την εξόντωση των πολιτικών τους αντιπάλων. Εκτός, αν πράγματι τόσες πολλές προτάσεις ήταν παράνομες. Το παράνομο ψήφισμα στην περίπτωση αυτή ήταν η πρόταση του Ανδροτίωνα να στεφανωθεί η βουλή, αν και δεν είχε επιτελέσει το έργο που της είχε ανατεθεί, δηλαδή τη ναυπήγηση συγκεκριμένου αριθμού πλοίων.
 
Αυτός, λοιπόν, ο Ανδροτίων είχε, επίσης, εισηγηθεί διάταγμα για τον σχηματισμό σώματος καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Το διάταγμα ψηφίστηκε και το σώμα συστάθηκε με επικεφαλής τον ίδιο. Ο Δημοσθένης στον λόγο του αναφέρει πως χρησιμοποιούσε πολύ σκληρές μεθόδους είσπραξης, πως τρομοκρατούσε τους πολίτες που χρωστούσαν φόρους, μέχρι και πως βασάνιζε κάποιους προκειμένου να αποκαλύψουν τα κρυμμένα περιουσιακά τους στοιχεία. Τονίζοντας το ευτελισμό που υφίσταται το πολίτευμα από τέτοιες πρακτικές, γράφει ο Δημοσθένης:
 
«Άνδρες Αθηναίοι, τα ποσά που έφερε, πίσω στο ταμείο ο Ανδροτίων με αυτές τις μεθόδους, όσο σημαντικά και αν είναι, δεν αντισταθμίζουν την ζημιά που σας έχει προκαλέσει η εισαγωγή τέτοιων πρακτικών στο Κράτος".
 
Δύο χρόνια αργότερα, το 353, ο Τιμοκράτης εισηγείται ένα νόμο, σύμφωνα με τον οποίο οι οφειλέτες του Δημοσίου δεν θα φυλακίζονταν για κάποιο διάστημα, παρέχοντας εγγυήσεις. Μεταξύ άλλων, με αυτό τον νόμο θα γλίτωνε και ο Ανδροτίων, ο οποίος είχε υπεξαιρέσει δημόσιο χρήμα και είχε η κατάχρηση είχε αποκαλυφθεί. Κατήγορος σε αυτή τη γραφή παρανόμων είναι, όπως και στην προηγούμενη υπόθεση, ο Διόδωρος και θα χρησιμοποιήσει τον λόγο «Κατά Τιμοκράτους» που του γράφει και πάλι ο Δημοσθένης. Η ακαταστασία που έχει επικρατήσει στο νομικό σύστημα είμαι εμφανής:
 
«Το Κράτος μας, κύριοι δικαστές, διοικείται με νόμους και ψηφίσματα. Αν, λοιπόν, κάποιος ακυρώσει όσα έχουν αποφασιστεί με ψηφοφορία με έναν καινούργιο νόμο, που θα καταλήξει αυτό; Και είναι ορθό να μιλάμε για νόμο και όχι για ανομία;»(152)
 
«Λεφτά υπάρχουν»: Οι προτάσεις του Δημοσθένη για την αντιμετώπιση του μακεδονικού κινδύνου
 
Το 354 η πολιτική δράση του Δημοσθένη συνεχίζεται με τον λόγο «Περί Συμμοριών». Συμμορίες ήταν οι ομάδες στις οποίες είχαν χωριστεί οι 1200 πλουσιότεροι Αθηναίοι πολίτες μαζί με μετοίκους των οποίων τον αριθμό δεν γνωρίζουμε, οι οποίοι είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν έκτακτο φόρο (εσφοραί) σε περιόδους που η κατάσταση της πόλης το απαιτούσε. Η πρώτη συμμορία, που περιελάμβανε τους 300 πλουσιότερους, αναλάμβανε να προκαταβάλει το συνολικό ποσό των εισφορών και στη συνέχεια να το εισπράξει από τις υπόλοιπες συμμορίες.
 
Σε αυτόν τον λόγο, ο Δημοσθένης προτείνει την αναμόρφωση των συμμοριών και την αύξηση των μελών τους σε 2000, προκειμένου να μαζευτεί σύντομα ικανό ποσό για τον εξοπλισμό ισχυρού στόλου. Με τον τρόπο αυτό η Αθήνα θα έχει να επιδείξει ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, τις οποίες εύκολα θα εμπιστευτούν οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις και θα ζητήσουν μόνες τους συμμαχία, φοβούμενες πιθανή επίθεση του βασιλιά Αρταξέρξη Γ΄, που όπως ήθελαν οι φήμες, ετοιμαζόταν για εκστρατεία. Μόνο με προσεκτική προετοιμασία και αποφεύγοντας βιαστικές αποφάσεις, θα είχαν ελπίδες να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τον περσικό κίνδυνο.
 
Ενώ η οικονομική κατάσταση της πόλης είναι άθλια, ο Δημοσθένης εμφανίζεται αισιόδοξος: «γώ φημί εναι πόρον»· εγώ λέω πως λεφτά υπάρχουν, θα το έλεγε σήμερα. Κι εννοούσε πως αν πραγματικά έβλεπαν οι Αθηναίοι τον βασιλιά της Περσίας να πλησιάζει την πόλη τους, τότε θα έδιναν ευχαρίστως ένα τμήμα της περιουσίας τους για να σώσουν την υπόλοιπη. Προτείνει, λοιπόν:
 
 «Επομένως πρέπει προετοιμάσετε όλα τα άλλα, αλλά τα χρήματα να τα αφήσετε να τα έχουν όσοι τα έχουν (διότι πουθενά αλλού δεν πρόκειται να είναι φυλαγμένα τα χρήματα για το συμφέρον της πόλης), και εάν κάποτε έρθει αυτή η περίσταση, να τα πάρετε τότε από αυτούς που θα τα συνεισφέρουν με τη θέλησή τους.» (28)
 
Όταν ο Δημοσθένης θίγει ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, αποκαλύπτεται το μέγεθος της σύγχυσης που επικρατεί στις σχέσεις των ελληνικών πόλεων. Οι συμμαχίες άλλαζαν συνεχώς και ενώ η συμμαχία με τη Σπάρτη υπήρχε ακόμα, ήταν πλέον εξαιρετικά εύθραυστη. Ο Δημοσθένης επιχειρεί να πείσει τους Αθηναίους να κρατήσουν μία ισορροπία τέτοια, που δεν θα επιτρέψει να ισχυροποιηθούν ούτε οι Θηβαίοι ούτε οι Λακεδαιμόνιοι. Για τον λόγο αυτό, η Αθήνα θα πρέπει να στηρίζει τις ασθενέστερες πόλεις και να μην τις αφήνει στα χέρια των δυνατών. Αυτή η ειρήνευση μεταξύ των Ελλήνων είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση του κινδύνου που πλησιάζει.

Στον  πρώτο «Κατά Φιλίππου» (352) παρουσιάζει ένα λεπτομερές πρόγραμμα για την εξεύρεση των χρημάτων που απαιτούνται για την ενίσχυση του στόλου. Τονίζει το επείγον της κατάστασης, βλέποντας πως ο Φίλιππος ενδυναμώνεται και επεκτείνει την επιρροή του τόσο, ώστε να κινδυνεύουν ακόμα και τα παράλια της Αττικής. Έχει μαθευτεί στην Αθήνα πως ο στρατός του Φιλίππου πολιορκεί το Ηραίον τείχος, και οι ανησυχία για τους Αθηναίους κληρούχους της Θράκης που κινδυνεύουν κάνει τις προτάσεις του Δημοσθένη να ακούγονται πιο σοβαρές και ενδιαφέρουσες. Ωστόσο, λόγω ασθενείας του Φιλίππου, η πολιορκία στο Ηραίον τείχος έληξε άδοξα και ο φόβος των Αθηναίων υποχώρησε.
 
Δύο χρόνια αργότερα, οι Ολύνθιοι, που έχοντας λάβει την Ποτίδαια από τον Φίλιππο είχαν συμμαχήσει μαζί του, τώρα αλλάζουν στάση και επαναστατούν εναντίον του, αντιλαμβανόμενοι πως σύντομα θα έχουν και αυτοί την τύχη των άλλων πόλεων. Ο Δημοσθένης μάταια ζητά από τους Αθηναίους να βοηθήσουν την Όλυνθο να παραμείνει αυτόνομη, στους τρεις Ολυνθιακούς που εκφωνεί από το φθινόπωρο του 349 έως την άνοιξη του 348. Ο Φίλιππος, αποκτά τη δύναμή του με δόλια μέσα και γι’αυτό δεν θα έχει διάρκεια, αρκεί να αναλάβουν δράση αμέσως:
 
«Δεν είναι λοιπόν περίεργο που, εκστρατεύοντας ο ίδιος προσωπικά και κοπιάζοντας και όντας πανταχού παρών, χωρίς να χάνει ευκαιρία ούτε λεπτό, είναι ισχυρότερος από εμάς, οι οποίοι αναβάλλουμε, βγάζουμε ψηφίσματα και συγκεντρώνουμε πληροφορίες. Καθόλου δεν απορώ με αυτό. Το αντίθετο μάλιστα θα ήταν παράξενο, αν εμείς, χωρίς να κάνουμε τίποτε απ' όσα ταιριάζουν σε όσους βρίσκονται σε πόλεμο, νικούσαμε αυτόν που κάνει τα πάντα.» (Β΄ Ολυνθ.23)
 
Ο Δημοσθένης θα ζητήσει επίσης να παραχωρηθούν τα ποσά από τα θεωρικά εισιτήρια για τις στρατιωτικές δαπάνες και να καταργηθούν οι νόμοι με τους οποίους απαλλάσσονταν οι ανυπότακτοι. Όταν όμως οι Αθηναίοι αποφασίζουν να στείλουν στρατεύματα, είναι πλέον αργά και η Όλυνθος πέφτει στα χέρια του Φιλίππου μαζί με άλλες 32 πόλεις.