Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Αριστοφάνης: Νεφέλαι

Κρεβάτια στη σκηνή κι επάνω τους ξαπλωμένοι o Στρεψιάδης, ο γιος του o Φειδιππίδης και δύο υπηρέτες. Ο Στρεψιάδης μονολογεί, παραπονούμενος πως από τα χρέη που του έχει φορτώσει o γιος του με τα έξοδά του έχει χάσει ακόμα και τον ύπνο του. Οικτίρει τη μοίρα του: ένας απλός άνθρωπος αυτός από χωριό και προσεκτικός στα έξοδα, παντρεύτηκε γυναίκα από την πόλη, πολυέξοδη και αταίριαστη μ’ αυτόν. Όταν απέκτησαν γιο, προέκυψαν προβλήματα αμέσως, με πρώτο την επιλογή του ονόματος. Εκείνος έλεγε να του δώσουν το όνομα του παππού Φειδωνίδη, εκείνη επέμενε σε όνομα με «ιππικό» περιεχόμενο, όπως Ξάνθιππος κτλ. Τελικά συμφώνησαν σε ένα συνδυασμό και τον ονόμασαν Φειδιππίδη, Μα και η όλη διαπαιδαγώγηση του γιου δεν τον έβρισκε σύμφωνο. Η μάνα του τον παραχάιδευε, ενώ ο Στρεψιάδης ήθελε να τον σκληραγωγήσει και να τον μάθει να δουλεύει όπως εκείνος. Τελικά επικράτησε η γυναίκα του κι ο γιος σκόρπισε την περιουσία τους στα άλογα τις ιπποδρομίες. Άυπνος, ο Στρεψιάδης βρίσκει μια μεγάλη ιδέα.

Με δυσκολία ο πατέρας ξυπνάει το γιο του. Του δείχνει ένα σπίτι πιο πέρα, όπου υπάρχουν δάσκαλοι, οι οποίοι διδάσκουν επί πληρωμή, μεταξύ άλλων πώς να γίνουν οι μαθητές τους ικανοί στην επιχειρηματολογία. Αυτοί, λέει, γνωρίζουν τον δυνατό και τον αδύνατο λόγο. O αδύνατος, μολονότι υποστηρίζει το άδικο, νικά. Αν πάει εκεί ο Φειδιππίδης, θα τον βοηθήσει να αρνηθεί όλα του τα χρέη. Ο Φειδιππίδης δεν έχει καμιάν απολύτως διάθεση να πάει να φοιτήσει. Εκεί, λέει, είναι κάποιοι χαμένοι, ξυπόλυτοι κι εντελώς απεριποίητοι. Ανάμεσά τους είναι ένας Σωκράτης και ένας Χαιρεφώντας. Διόλου δεν τον ενδιαφέρει να μπλέξει μαζί τους. Τέτοια πράξη θα ήταν ντροπή γι’ αυτόν και μετά ούτε να εμφανιστεί δεν θα μπορούσε στις παρέες του. Όταν ο Στρεψιάδης θυμώνει και τον διώχνει από το σπίτι, o γιος του φεύγει, λέγοντας πως αυτός έχει το θείο του να τον φροντίσει.

Ο Στρεψιάδης παρά τη μεγάλη του ηλικία, που φέρνει δυσχέρεια στη μάθηση, αποφασίζει να γίνει εκείνος μαθητής. Πηγαίνει στο σπίτι και χτυπάει την πόρτα. Του ανοίγει ένας μαθητής θυμωμένος, γιατί το χτύπημα της πόρτας του διέκοψε το στοχασμό. Ο Στρεψιάδης δηλώνει ότι θέλει να μάθει κι εκείνος όσα μαθαίνουν στο σχολείο. Πριν ο μαθητής τον αφήσει να μπει μέσα, προσπαθεί να τον εντυπωσιάσει. Του αναφέρει περιπτώσεις που ο δάσκαλος έλυσε δυσκολότατα προβλήματα. (Τα προβλήματα, στην προσπάθεια του Αριστοφάνη να διακωμωδήσει τον Σωκράτη, αφορούν ψύλλους, υπονοώντας ότι στο σχολείο επικρατεί βρομιά και τα σχετικά έντομα…)

Ο μαθητής ανοίγει την πόρτα και μέσα διακρίνεται o Σωκράτης σε ένα καλάθι, κρεμασμένος από το ταβάνι. Ακόμη διακρίνονται όργανα διάσπαρτα, γεωγραφικοί χάρτες, βιβλία, διάφορα εργαλεία και άνθρωποι που πεσμένοι στα γόνατα σαν κάτι να ψάχνουν. Ο μαθητής του εξηγεί πως αυτοί ερευνούν τα βάθη της γης. οι σπουδαστές εκεί μελετούν γεωμετρία, αστρονομία, γεωγραφία και άλλα.

Βλέποντας τον κρεμασμένο Σωκράτη, ο Στρεψιάδης ρωτάει ποιος είναι και τι κάνει εκεί πάνω. Ο Σωκράτης του απαντά πως εξετάζει τον ήλιο και η θέση βολεύει το πνεύμα του γιατί σμίγει καλύτερα με τον αέρα που υπάρχει ψηλότερα. Ο Στρεψιάδης δεν πολυκαταλαβαίνει τι λέει o δάσκαλος αλλά δεν τον ενδιαφέρει κιόλας. Εκείνος το δικό του θέμα θέλει να λύσει και ζητάει από τον Σωκράτη να κατέβει για να το συζητήσουν. Ο Σωκράτης κατεβαίνει κι ο Στρεψιάδης τον πληροφορεί πως τον έπνιξαν τα χρέη και του ζητά να του διδάξει «τον άδικο λόγο που δεν τα δίνει πίσω». Ορκίζεται στους θεούς πως θα τον πληρώσει όσα θέλει. Ο Σωκράτης δηλώνει πως όρκοι στους θεούς αυτούς είναι άχρηστοι. Οι ίδιοι τιμούν άλλους θεούς, τους οποίους αν θέλει μπορεί να τους παρουσιάσει σ’ αυτόν. Αυτό αποτελεί μέρος της κατήχησης που θα του προσδώσει τη ρητορική δεινότητα. Αρχίζει την τελετή και καλεί τις Νεφέλες, θεές των αστραπών και των βροντών, να παρουσιαστούν και να δεχτούν τον επισκέπτη.

Η έκκληση του Σωκράτη εισακούεται και ακούγεται χορικό από τις Νεφέλες που πλησιάζουν -αθέατες, όμως ακόμη- και που αποτελούν και το χορό της κωμωδίας. Εν τω μεταξύ, ο Σωκράτης του μιλάει για το πόσο σπουδαίες είναι και πως προσφέρουν πολυμάθεια και ρητορική δεινότητα. Ο Στρεψιάδης ενθουσιάζεται. Αυτό ακριβώς ζητά. Γι’ αυτό φαίνεται, μόλις άκουσε τις φωνές τους, αισθάνθηκε να ταράζεται η ψυχή του και να μεγαλώνει η διάθεσή του να μάθει διαλεκτική και άλλα τέτοια. Έλπιζει να του τα μάθουν αυτά οι θεές και βιάζεται να τις γνωρίσει. Όταν εμφανιζεται ο χορός, ο Στρεψιάδης απογοητεύεται. Αλλιώς τις είχε φανταστεί κι αναρωτιέται πώς έχουν μορφή γυναικών, ενώ περιμένει κανείς να είναι σύννεφα. Ο Σωκράτης του εξηγεί: αυτές αλλάζουν σχήμα, παίρνουν διάφορες μορφές, ανάλογες με την κάθε περίσταση. Αν δουν ιππέα, γίνονται κένταυροι ˙κλέφτη του κράτους, λύκοι˙ δειλό, ελάφια˙ γυναικωτό, γυναίκες.

Η κορυφαία χαιρετά τον Στρεψιάδη και ύστερα τον Σωκράτη, προσθέτοντας πως, από τους σοφούς της εποχής, μόνο εκείνον και τον Πρόδικο ακούν. (Εδώ ο Αριστοφάνης αναφέρει πως το μεν Πρόδικο τον ακούν για τις γνώσεις του, το δε Σωκράτη για την υπερήφανη ματιά του, την όψη και την ξυπολυσιά του, που δείχνει αντοχή – δεν λέει για τη σοφία του ή κάτι τέτοιο.) Ο Στρεψιάδης θαυμάζει τη σοβαρότητα της φωνής τους και ο Σωκράτης του εξηγεί πως την οφείλουν στο γεγονός ότι είναι οι μόνες θεότητες. Σε σχετική ερώτηση απαντά ότι ο Δίας δεν έχει σχέση με βροντές και κεραυνούς. Η βροχή γίνεται από τα σύννεφα. Το ίδιο και οι βροντές που προκαλούνται από τις Νεφέλες, οι οποίες πέφτουν η μία πάνω στην άλλη. Ο κεραυνός τέλος είναι ξερός άνεμος που ανεβαίνει ψηλά, κλείνεται από νεφέλη,την σπάει και από την ορμή του καίγεται ο ίδιος. Του λέει πως στο εξής πρέπει να πιστεύει μόνο στις Νεφέλες, στο Χάος και στη Γλώσσα. Η κορυφαία προσθέτει πως, αν του αρέσει η μελέτη, αν έχει μνήμη κι αντοχή και προπαντός αν τις σέβεται και τις τιμά, τότε και αυτές του υπόσχονται ότι θα του προσφέρουν όποια ικανότητα τους ζητήσει.

Ο Στρεψιάδης ζητάει να τον κάνουν πρώτο στην ευγλωττία. Με τέτοια ικανότητα θα μπορεί να τους κερδίζει όλους στις δίκες. Δεν ζητάει γνώσεις για να συζητάει θέματα μεγάλα, του φτάνει μόνο να μπορεί να ξεφεύγει στις δίκες για να μην πληρώνει. Προκειμένου να αποφύγει τα χρέη, προσφέρεται να τον κάνουν ό,τι θελήσουν. Ας τον αφήσουν να πεινάσει, να βρομήσει, να ξεπαγιάσει. Εκείνος θέλει μόνο να γίνει ψεύτης, απατεώνας, αλεπού στις δίκες, δόλιος, σκληρός, πονηρός. Η κορυφαία θαυμάζει τη θέληση και την τόλμη του και του ανακοινώνει πως, αν διδαχτεί από κείνες, θα αποκτήσει φήμη μεγάλη. Πλήθη θα βρίσκονται έξω από την πόρτα του και θα ζητούν να μιλήσουν μαζί του και να παίρνουν τη γνώμη του.

Τα μαθήματα αρχίζουν. Ο Σωκράτης εξετάζει ποιες είναι οι δυνατότητές του. Ο Στρεψιάδης θεωρεί ότι το ισχυρό του σημείο, αυτό που ξέρει καλά, είναι να κλέβει. Ο δάσκαλος του ζητάει να βγάλει τα ρούχα του γιατί, όπως του λέει, στη δική του σχολή όλοι είναι γυμνοί. Το λόγο παίρνει η κορυφαία κι αρχίζει η παράβαση του έργου. Αυτή έχει γραφτεί μετά την παράσταση του έργου, αφού το κείμενο που έχουμε στα χέρια μας είναι μεταγενέστερο της παράστασης. Ο ποιητής ψέγει τους Αθηναίους γιατί δεν εκτίμησαν την καλοδουλεμένη αυτή κωμωδία και έδωσαν το βραβείο σε κωμικούς ποιητές του σωρού. Δεν αξιολόγησαν ότι δεν χρησιμοποίησε χοντρά αστεία και ότι αυτός πάντα γεννά νέες ιδέες, εντελώς διαφορετικές από τις προηγούμενες. Μετά οι Νεφέλες υμνολογούν τους παραδοσιακούς θεούς, ανακατεύοντας μέσα και στοιχεία της δικής τους θεότητας.

Εμφανίζεται ο Σωκράτης αγανακτισμένος με την ανικανότητα του Στρεψιάδη και τον καλεί. Ούτε στο επόμενο μάθημα τα καταφέρνει ο μαθητής και ο Σωκράτης, για να βοηθηθεί η σκέψη του, του λέει να ξαπλώσει στο ντιβάνι. Ο Σωκράτης φεύγει, ενώ ο μαθητής ξαπλώνει. Έρχεται ο χορός και του δίνει κι αυτός συμβουλές σχετικά με το πώς θα αποκτήσει καλύτερη σκέψη. Ο Στρεψιάδης, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει, εξακολουθεί να δυσκολεύεται και απογοητεύεται.

Επανεμφανίζεται από το σπουδαστήριο ο Σωκράτης. Η συζήτηση αποκαλύπτει τα κακά αποτελέσματα της μελέτης. Ο δάσκαλος του προτείνει βοηθητικές μεθόδους. Του συστήνει να σκεπαστεί ολόκληρος, κι αν δεν του έρθει με την πρώτη η απάντηση του γνωστού προβλήματος των χρεών του, να αφήσει το πρόβλημα και να το ξαναεπεξεργαστεί άλλη στιγμή, αφού το διαιρέσει σε μικρότερα τμήματα. Ξαφνικά έρχεται φαεινή ιδέα στον Στρεψιάδη για τη λύση του προβλήματος. Θα αγοράσει μια Θεσσαλή μάγισσα και θα της ζητήσει να κλείσει σε δοχείο το φεγγάρι για να μην ξαναβγεί ποτέ. Επειδή οι τόκοι πληρώνονται όποτε αλλάζει το φεγγάρι, αν δεν υπάρχει φεγγάρι, τότε δε θα είναι υποχρεωμένος να πληρώνει ποτέ. Η ιδέα αφήνει αδιάφορο τον Σωκράτη, που του βάζει άλλο πρόβλημα. Πώς, αν τον μηνύσουν για μεγάλο ποσό, θα μπορέσει να εξαφανίσει τη μήνυση; Ο Στρεψιάδης δίνει τη λύση: θα πάρει ένα κομμάτι γυαλί και, την ώρα που θα γράφεται η μήνυση πάνω στο κερί, θα μαζέψει τις ακτίνες του ήλιου με το γυαλί και θα τις κατευθύνει πάνω στο κερί. Το κερί θα λιώσει, εξαφανίζοντας τη μήνυση. Αυτή η απάντηση πολύ αρέσει στο δάσκαλο, που του βάζει τρίτη ερώτηση. Τι θα κάνει όταν είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει υπόθεση εμφανώς χαμένη χωρίς μάρτυρες; Όταν ο Στρεψιάδης απαντά πως η λύση είναι, πριν έρθει η σειρά της δίκης, να πάει να κρεμαστεί και έτσι να μην υπάρχει υπόδικος, ο Σωκράτης βρίσκει τόσο ανόητη την απάντηση που αποφασίζει να τον διώξει από τη σχολή του. Ο απεγνωσμένος Στρεψιάδης στρέφεται για τη βοήθεια στις Νεφέλες. Εκείνες προτείνουν, αν έχει γιο μεγάλο, αφού ο ίδιος είναι γέρος και δεν τα καταφέρνει, να στείλει εκείνον στα μαθήματα. Ο Στρεψιάδης τους απαντά πως έχει γιο και, αν δεν υπάρχει άλλη λύση, θα προσπαθήσει να τον πείσει.

Ο Στρεψιάδης με το γιο του μπροστά στο σπίτι τους. Όταν στη συζήτησή τους σε μια στιγμή γίνεται αναφορά στους θεούς, ο πατέρας βρίσκει την ευκαιρία να πει στο γιο πως, στο σπουδαστήριο των σοφών που είχε πάει, έμαθε ότι οι θεοί τέτοιοι δεν υπάρχουν και στη θέση τους υπάρχουν άλλοι. Ο Φειδιππίδης δεν καταλαβαίνει τι συνέβη στον πατέρα του. Αναρωτιέται μήπως τρελάθηκε, όμως ο Στρεψιάδης καταφέρνει και πείθει τον Φειδιππίδη vα πάει στο σπουδαστήριο.

Ο Σωκράτης ενημερώνει τον Στρεψιάδη ότι οι ίδιοι οι Λόγοι θα διδάξουν ρητορική στο γιο του και φεύγει. Έρχονται οι δύο Λόγοι, ο Δίκαιος και o Άδικος. Φιλονικούν (τους παρακολουθούν ο χορός και ο Φειδιππίδης). Ο ένας κατηγορεί τον άλλον. Ο μεν Δίκαιος λέει πως ο αντίπαλός του είναι η αιτία που κανένας νέος δεν θέλει να πάει στο σχολείο, ο Άδικος λέει πως πλέον ο Δίκαιος έχει γεράσει και του λείπει η σοφία για vα διδάσκει. Προσπαθεί ο καθένας να πείσει τον Φειδιππίδη να τον προτιμήσει για δάσκαλο. Στον αγώνα τους ενεργό ρόλο παίρνει o χορός και η κορυφαία. Τους ρωτάει πώς μόρφωνε παλιά ο Δίκαιος και πώς μορφώνει τώρα ο Άδικος για να συγκριθούν οι μέθοδοι. Πρώτος απαντάει o Δίκαιος. Μιλάει για την αρχαία αγωγή των παιδιών. Το πρώτο που μάθαιναν τότε ήταν vα σιωπούν, να μην οχλαγωγούν όπου κι αν βρίσκονται, στους δρόμους ή στα μαθήματα, και να σκληραγωγούνται. Τους μάθαιναν τη σεμνότητα και την Τάξη. Η σοβαρότητα ήταν κύριο χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς τους. Δεν χαμογελούσαν ούτε κάθονταν με αστείο ή άσεμνο τρόπο. Κρίνοντας όσα παρουσίασε o Δίκαιος, ο Άδικος τα χαρακτηρίζει πεπαλαιωμένες και ξεπερασμένες αρχές. O Δίκαιος συνεχίζει, υποστηρίζοντας τις αρχές του, ότι με την αγωγή αυτή διδάχτηκαν οι πολεμιστές του Μαραθώνα, ενώ με όσα διδάσκονται τώρα οι νέοι, γίνονται μαλθακοί και τους λείπει κάθε σεβασμός. Ούτε για τη θεά Αθηνά δεν διαθέτουν σέβας. Απευθύνεται στον Φειδιππίδη λέγοντάς του ότι από εκείνον θα μάθει να σέβεται τους γονείς του και όλους τους μεγαλύτερους. Θα γίνει σκληρός κι έτσι δεν θα φοβηθεί αν κάποιος τον πειράξει. Τον καιρό του θα περνά στους στίβους, όπου θα βελτιώνει το σώμα του, και δεν θα πηγαίνει να σαχλαμαρίζει στην αγορά. Τόπος δικός του θα είναι η Ακαδημία. Ακόμη θα του μάθει πώς να προσέχει τις παγίδες που μπορεί να του στήσουν ανήθικες γυναίκες. Ο χορός εκφράζει το θαυμασμό του και, γυρίζοντας προς τον Άδικο, του συστήνει να βρει επιχειρήματα νέα, αν θέλει να αντικρούσει τον πρώτο ομιλητή.

Αντικρούοντας τα επιχειρήματα του αντιπάλου του, ο Άδικος, σχετικά με τα ζεστά λουτρά, που ο Δίκαιος επέμενε πως κάνουν μαλθακό το νέο, αντιπαραθέτει ως παράδειγμα τον ανδρειότερο όλων, τον Ηρακλή, που κανένας δεν άκουσε να κάνει ποτέ λουτρό ψυχρό, όπως ο Δίκαιος προτείνει να κάνουν οι νέοι. Συνεχίζει με τις συχνές επισκέψεις των νέων στην αγορά, που o Δίκαιος διατείνεται πως κάνουν κακό στους νέους. Ο Άδικος θυμίζει πως, αν αυτό ήταν σωστό, ο Όμηρος δεν θα επαινούσε τον Νέστορα και τους άλλους σοφούς για τη δεινότητά του: στην αγόρευση. Το ίδιο ισχύει κατά τη δική του άποψη και για τη ρητορική. Εκείνος πιστεύει πως είναι αναγκαίο σε ένα νέο να διαθέτει και σ’ αυτήν ικανότητα. Έπειτα, συνεχίζει, ο Δίκαιος έδωσε βάρος στην ηθική. Μα είναι γνωστό πως κανείς δεν είδε καλό από αυτή! Απαντώντας εκείνη τη στιγμή ο Δίκαιος αμέσως φέρνει το παράδειγμα του Πηλέα. Η Θέτις τον παντρεύτηκε ακριβώς γιατί διέθετε ηθική. O Άδικος του απαντά πως μπορεί όντως να έγινε έτσι, όμως η ίδια τον παράτησε μετά, αφού δεν διέθετε ικανότητα στο κρεβάτι. Γυρίζοντας προς τον Φειδιππίδη, του τονίζει πως, αν έχοντας κάποιος την ηθική χάνει τις διασκεδάσεις (γυναίκες, γέλια, φαγητά, στεφάνια…). Τότε δεν αξίζει να ζει. Αυτός θα ζει μαζί του ανήθικα και θα μπορεί με τη ρητορική να ξεγλιστρά και να μην τιμωρείται. Τελικά ο Δίκαιος Λόγος παραδέχεται την ήττα του και αποχωρεί. Ο Στρεψιάδης αποφασίζει πως καταλληλότερος για τη διδασκαλία του γιου του είναι ο Άδικος Λόγος.

Εμφανίζεται ο Στρεψιάδης ενώ βγαίνει από το σπίτι του. Υπολογίζει τις μέρες που απομένουν για να αποπληρώσει τα χρέη του, ελπίζοντας στη ρητορική του γιου του για τη σωτηρία του. Βγαίνει από το σπουδαστήριο ο Σωκράτης και του ανακοινώνει πως η εκπαίδευση του γιου ολοκληρώθηκε. Ο Στρεψιάδης πανηγυρίζει. Ο Σωκράτης τον διαβεβαιώνει πως, με την κατεργαριά που διαθέτει πλέον ο Φειδιππίδης, θα μπορεί να διαφεύγει από όλες τις κατηγορίες, ακόμη και αν υπάρχουν μάρτυρες εναντίον του. Του τον παραδίδει και ακολουθεί συζήτηση πατέρα και γιου. Ο Στρεψιάδης εκφράζει τον πανικό του, όμως ο γιος του, με μια σοφιστεία σχετική με το τέλος και την αρχή του επόμενου μήνα, επιμένει πως κανείς δεν μπορεί να τον κυνηγήσει. Ο πατέρας ενθουσιάζεται και εκφράζει το θαυμασμό του, χωρίς να ξεχάσει να εγκωμιάσει και τον εαυτό του ως δημιουργό τέτοιου γιου.

Αποχωρούν και έρχεται ένας από τους δανειστές του Στρεψιάδη, o Πασίας, με ένα μάρτυρα. Βγαίνει από το σπίτι o Στρεψιάδης, στον οποίο o Πασίας απαγγέλλει την κατηγορία ότι του χρωστά χρήματα, με τα οποία είχε αγοράσει ένα άλογο. Ο Στρεψιάδης ορκίζεται πως ποτέ δεν έγινε κάτι τέτοιο και χρησιμοποιεί διάφορα επιχειρήματα για να μην πληρώσει. Έρχεται άλλος δανειστής, ο Αμυνίας, απαιτώντας και αυτός να πληρωθεί. Λέει πως του χρωστάει χρήματα ο γιος του Στρεψιάδη και πως αν δεν του τα δώσουν θα κάνει μήνυση. Αναφέρεται και στον τόκο που πρέπει να του πληρώσει επιπλέον. Ο Στρεψιάδης με μιαν αστεία σοφιστεία -αν η θάλασσα δεν μεγαλώνει, ενώ πέφτουν τόσα ποτάμια… πώς είναι δυνατόν να μεγαλώσουν τα χρέη από τόκους – αρνείται πως έχει υποχρέωση να πληρώσει τόκους. Αρπάζοντας μάλιστα και το καμτσίκι που κρατούσε στο χέρι του o Αμυνίας, αρχίζει να τον κυνηγά και να τον μαστιγώσει διώχνοντάς τον. Ενώ o Στρεψιάδης μπαίνει στο σπίτι του, ο χορός κατηγορεί το γέρο και τις ατιμίες του και προβλέπει πως σύντομα o ίδιος θα μετανιώσει για το γιο και τις σοφιστείες του.

Όντως, από το σπίτι βγαίνει σε λίγο δυστυχής o Στρεψιάδης. Τον κυνηγά ο Φειδιππίδης και τρέχει ζητώντας βοήθεια από συγγενείς και συμπολίτες γιατί, όπως εξηγεί, ο ίδιος o γιος του τον δέρνει. Πώς μπορεί ένα παιδί να δέρνει τον πατέρα του! Ο Φειδιππίδης διόλου δεν πτοείται. Ψύχραιμα του απαντά πως μπορεί να αποδείξει ότι έχει δίκιο που τον χτυπά. Ο χορός επισημαίνει την αυτοπεποίθηση του Φειδιππίδη και λέει πως, για να είναι τόσο βέβαιος για το δίκιο του, θα στηρίζεται σε κάποιο ισχυρό επιχείρημα. Η κορυφαία απευθύνεται στον πατέρα και του ζητάει να αποκαλύψει το λόγο της διαμάχης. Εκείνος περιγράφει τα γεγονότα.

Ενώ βρίσκονταν στη μέση του φαγητού τους, ζήτησε από το γιο να πει ένα τραγούδι του Σιμωνίδη. Όταν o γιος του θεώρησε πως δεν είχε αξία σαν ποιητής ο Σιμωνίδης, αυτός κρατήθηκε και δεν διαπληκτίστηκε. Του ζήτησε ύστερα να απαγγείλει ένα μέρος από τραγωδία του Αισχύλου. Όταν όμως ο γιος του άρχισε να ειρωνεύεται και τον Αισχύλο, ότι είναι όλο στόμφο και φτιάχνει φράσεις κακόγουστες, και αντ’ αυτού είπε ένα τραγούδι του Ευριπίδη σχετικά με κάποιον που βίασε την ετεροθαλή αδελφή του, δεν άντεξε τότε και από κει ξεκίνησε ο καβγάς. Ο ένας άρχισε να βρίζει τον άλλο και σε μια στιγμή o γιος του χύμηξε και τον χτύπησε. Ο Φειδιππίδης παρεμβαίνει στην περιγραφή και υπερασπίζεται όσα έκανε, αφού και τώρα εξακολουθεί να είναι βέβαιος πως ο Ευριπίδης είναι ο σοφότερος. Ο Στρεψιάδης δεν συνεχίζει πάνω στο θέμα από το φόβο μήπως και πάλι τις φάει. Επιμένει όμως πως δεν μπορεί να δεχτεί να τον δέρνει το ίδιο το παιδί του, που εκείνος μεγάλωσε με τόση φροντίδα και βάσανα. Ο Φειδιππίδης, σε απάντηση, προτάσσει το επιχείρημα ότι, όπως ο πατέρας του τον έδερνε όταν ήταν μικρός γιατί τον αγαπούσε, έτσι κι αυτός, που αγαπά τον πατέρα του, πρέπει να τον δέρνει. Ο Στρεψιάδης επικαλείται τότε τους νόμους. Πουθενά δεν υπάρχει νόμος που να λέει ότι ο γιος μπορεί να δέρνει τον πατέρα. Ο γιος ανταπαντά ότι καθώς ο νόμος έχει γίνει από θνητό και θνητός είναι κι εκείνος, έχει δικαίωμα να τον αλλάζει. Επικαλείται μάλιστα τα κοκόρια. Όπως αυτά τσιμπούν τους πατέρες τους, έτσι μπορούν να το κάνουν και οι άνθρωποι. O Στρεψιάδης του λέει ότι, αν μοιάζει σ’ αυτό στα πετεινά, τότε να τους μοιάζει σε όλα και να τρώει κοπριά και να κουρνιάζει σε ξύλα. Εκεί ο γιος του δεν έχει τι να απαντήσει και λέει απλά ότι θα… ρωτήσει το Σωκράτη σχετικά. Γρήγορα όμως παίρνει πάλι θάρρος και απειλεί ότι θα δείρει και τη μάνα του.

O Στρεψιάδης αυτό το τελευταίο δεν το αντέχει. Κατηγορεί τις Νεφέλες ως αιτίες για ό,τι συνέβη. Του απαντούν πως αυτό το ζήτησε και εκείνες πάντοτε, όταν βλέπουν ανθρώπους να αρέσκονται σε ατιμίες, τους αφήνουν vα τις κάνουν για να νιώσουν οι ίδιοι το φόβο των θεών. O Στρεψιάδης παραδέχεται πως καθόλου σωστό δεν ήταν να έχει πάρει δανεικά και να μη θέλει να τα επιστρέψει. Προτρέπει το γιο του να πάνε μαζί να εξοντώσουν τον Σωκράτη, που κάνει τα μαθήματα και γελά τον κόσμο. Προσθέτει πως η πράξη του αυτή θα είναι πράξη συμβιβασμού στον Δία. Ο Φειδιππίδης λέει πως είναι πεπαλαιωμένες ιδέες αυτές, αφού δεν υπάρχει Δίας, και φεύγει.

O Στρεψιάδης αρχικά σκέφτεται να μηνύσει τον Σωκράτη και τους άλλους, αλλά μετά φωνάζει τον υπηρέτη του Ξανθέα να βγει από το σπίτι φέρνοντας σκάλα και τσαπί και τον διατάζει να κατεδαφίσει με το τσαπί το σπουδαστήριο. Ο ίδιος παράλληλα το καίει με ένα δαδί. Βγαίνει ο Σωκράτης, πνιγμένος από τους καπνούς, και ρωτάει τι συμβαίνει. Απαντάει ο Στρεψιάδης, δίνοντάς του να καταλάβει πως είναι η τιμωρία για την ασέβειά τους να αμφισβητήσουν τους θεούς. Ο χορός αποχωρεί και τελειώνει η κωμωδία.

Στις «Νεφέλες» ο Αριστοφάνης σατιρίζει όλους τους σοφιστές και τις επιστημονικές θεωρίες της εποχής του στο πρόσωπο του Σωκράτη, που ήταν πιο γνωστός στους Αθηναίους. Οι περισσότερες επιστημονικές θεωρίες που προτάσσει ο Αριστοφάνης δεν είναι ούτε δικές του επινοήσεις αλλά ούτε και θεωρίες του Σωκράτη. Οι λόγιοι αναγνωρίζουν στο κείμενο θεωρίες του Διογένη, του Αναξαγόρα και του Ιππώνα. Οι θεωρίες αυτές έθεταν σε κίνδυνο τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των Αθηναίων, οι οποίοι τις έβλεπαν με υποψία, και λέγεται μάλιστα ότι τον Αναξαγόρα έφτασε να τον δικάσουν κιόλας γι’ αυτές. Ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα και ο Αντιφώντας ήταν γνωστοί για την επιχειρηματολογία τους, που έκανε τον αδύνατο (και άδικο) λόγο να υπερισχύει του δυνατού. Είναι ακόμη γνωστό ότι η διαλεκτική του Σωκράτη συνίστατο στο να αποδεικνύει ότι πεποιθήσεις που οι περισσότεροι πίστευαν σωστές ήταν λανθασμένες. Ο Αριστοφάνης διαστρέφει το γεγονός εδώ. Ο Σωκράτης στην κωμωδία διδάσκει στο μαθητή του πώς να αποδεικνύει ότι πραγματικά σωστές πεποιθήσεις είναι λανθασμένες. Λέγεται ότι η ανάμνηση αυτής της κωμωδίας συνέβαλε στην καταδίκη του Σωκράτη στην κατοπινή του δίκη.

Πρέπει να αναφερθεί ότι το σωζόμενο κείμενο της κωμωδίας δεν έιναι αυτό που παίχτηκε αρχικά. Ο Αριστοφάνης θεώρησε ότι το έργο του δεν είχε απήχηση, γιατί παρεξηγήθηκε, και άρχισε να το επεξεργάζεται πάλι ώσπου μετά το εγκατέλειψε. Από σχολιαστές γνωρίζουμε ότι έχει αλλαχτεί η παράβαση, έχει προστεθεί η σκηνή με το Δίκαιο και Άδικο Λόγο και έχει μεταβληθεί το τέλος. Στο αρχικό κείμενο, ο Στρεψιάδης απλά νικούσε τους δανειστές του και, όπως συνήθως, η κωμωδία τέλειωνε με γλέντι. Οι Αθηναίοι όμως δεν διέκριναν τη σάτιρα του Αριστοφάνη και πως στην πραγματικότητα εναντιωνόταν στην αδικία και την αθεΐα. Στο καινούργιο κείμενο προσπάθησε να κάνει την αντίθεση του πιο εμφανή. Έτσι μπορεί κανείς να διακρίνει μερικές ανακολουθίες.