Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (792-821)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ


ΑΓ. θαρσεῖτε, παῖδες μητέρων τεθραμμέναι.
πόλις πέφευγεν ἥδε δούλιον ζυγόν·
πέπτωκεν ἀνδρῶν ὀβρίμων κομπάσματα·
795 πόλις δ᾽ ἐν εὐδίᾳ τε καὶ κλυδωνίου
πολλαῖσι πληγαῖς ἄντλον οὐκ ἐδέξατο.
στέγει δὲ πύργος, καὶ πύλας φερεγγύοις
ἐφραξάμεσθα μονομάχοισι προστάταις·
καλῶς ἔχει τὰ πλεῖστ᾽ ἐν ἓξ πυλώμασιν·
800 τὰς δ᾽ ἑβδόμας ὁ σεμνὸς ἑβδομαγέτας
ἄναξ Ἀπόλλων εἵλετ᾽, Οἰδίπου γένει
κραίνων παλαιὰς Λαΐου δυσβουλίας.
ΧΟ. τί δ᾽ ἐστὶ πρᾶγος νεόκοτον πόλει πλέον;
ΑΓ. πόλις σέσωται· βασιλέῳν δ᾽ ὁμοσπόροιν—
805 [ἅνδρες τεθνᾶσιν ἐκ χερῶν αὐτοκτόνων.]
ΧΟ. τίνες; τί δ᾽ εἶπας; παραφρονῶ φόβῳ λόγου.
ΑΓ. φρονοῦσα νῦν ἄκουσον· Οἰδίπου γένος—
ΧΟ. οἲ ᾽γὼ τάλαινα· μάντις εἰμὶ τῶν κακῶν.
ΑΓ. οὐδ᾽ ἀμφιλέκτως μὴν κατεσποδημένοι—
810 ΧΟ. ἐκεῖθι κἦλθον; βαρέα δ᾽ οὖν ὅμως φράσον.
ΑΓ. οὕτως ἀδελφαῖς χερσὶν ἠναίρονθ᾽ ἅμα;
ΧΟ. οὕτως ὁ δαίμων κοινὸς ἦν ἀμφοῖν ἄγαν,
ΑΓ. αὐτὸς δ᾽ ἀναλοῖ δῆτα δύσποτμον γένος.
τοιαῦτα χαίρειν καὶ δακρύεσθαι πάρα,
815 πόλιν μὲν εὖ πράσσουσαν, οἱ δ᾽ ἐπιστάται,
δισσὼ στρατηγώ, διέλαχον σφυρηλάτῳ
Σκύθῃ σιδήρῳ κτημάτων παμπησίαν.
ἕξουσι δ᾽ ἣν λάβωσιν ἐν ταφῇ χθονός,
820 πατρὸς κατ᾽ εὐχὰς δυσπότμως φορούμενοι.
[πόλις σέσωται· βασιλέῳν δ᾽ ὁμοσπόροιν
πέπωκεν αἷμα γαῖ᾽ ὑπ᾽ ἀλλήλων φόνῳ.]

***

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Πάρτε θάρρος, παιδιά, καλών μανάδων γέννες,
απ᾽ της σκλαβιάς τον κίντυνο ξέφυγε η πόλη
και κείνων των τρανών οι κομπασμοί έχουν πέσει.
Πέρασ᾽ η μπόρα και δεν έκαμε το πλοίο
νερά απ᾽ το βροντοχτύπημα της τρικυμίας·
βαστούν τα κάστρα, γιατί φράξαμε τις πύλες
μ᾽ άξιους να τις φυλάξουνε πολεμιστάδες·
Πάνε καλά τα πιότερα στις έξε πύλες·
800 την έβδομην ο σεβαστός ο εβδομαγέτης
διάλεξε ο Φοίβος βασιλιάς, ν᾽ αποτελειώσει
πάνω στου Οιδίπου τη γενιά την τιμωρία
για τις παλιές τις κακοκεφαλιές του Λάιου.

ΧΟΡΟΣ
Ποιό νέο να βρήκε ξαφνικό την πόλη ακόμα;

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Η πόλη έχει σωθεί, μα οι ομόσποροι άρχοντές της —

ΧΟΡΟΣ
Ποιοί; τί ᾽πες; απ᾽ το φόβο μου με πιάνει τρέλα.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Βάστα το νου σου κι άκουγε· οι γιοι του Οιδίπου —

ΧΟΡΟΣ
Οϊμένα, η μαύρη, το μαντεύω τί μας βρήκε.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Λόγο δεν έχει· εφάγανε κι οι δυο τους χώμα.

ΧΟΡΟΣ
810 Κείτουντ᾽ εκεί νεκροί; βαριά, μα πες μου τα όμως.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Έτσι με χέρια αδερφικά πάνε και πάνε.

ΧΟΡΟΣ
Έτσ᾽ ήταν και των δυο μαζί παρόμοια η μοίρα.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Κι αυτή αφανίζει την τρισάθλια τη γενιά τους.
Τέτοια αφορμή λοιπόν χαράς μαζί και λύπης
έχομ᾽ εμείς· η πόλη μας νικά, μα οι δυο μας
οι βασιλιάδες στρατηγοί με δουλεμένο
σίδερο σκυθικό τα χτήματά τους όλα
μεράσανε και θα ᾽χουν όση γης θα πάρουν
μέσα στο τάφο, όπου τους έχουν κατεβάσει
820 οι ευχές οι κακορίζικες ενός πατέρα.
[Σώθηκ᾽ η πόλη· μα των δυο της βασιλιάδων
ήπιε το αίμα η γης τ᾽ αλληλοσκοτωμού των].