Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, Τα μυστικά της γραφής

Λόγος και γραφή. Οι αιτίες της γραφής

Μιλήσαμε αρκετές φορές ως τώρα για τα γράμματα και τη γραφή. Στο κεφάλαιο αυτό θα δούμε πιο λεπτομερειακά το φαινόμενο της γραφής, που είναι τόσο σημαντικό για τη ζωή μας. Θα πρέπει να ξαναθυμηθούμε αυτό που έχουμε ήδη πει: γλώσσα και γραφή, προφορικός και γραπτός λόγος δεν είναι το ίδιο πράγμα. Τα γράμματα είναι εικόνες (σημάδια πάνω στο χαρτί) του λόγου. Ο λόγος είναι ανεξάρτητος από τη γραφή . Θυμηθείτε τους «αγράμματους» ανθρώπους ή το μικρό παιδί που μιλά και επικοινωνεί χωρίς να ξέρει, ακόμη, να γράφει.

Αλλά γιατί, πότε και πώς χρειάστηκε να βρουν οι άνθρωποι έναν τρόπο να καταγράφουν τον λόγο; Το γιατί δεν είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς. «Τα λόγια πετούν», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. «Τα γράμματα μένουν», έλεγαν οι Ρωμαίοι. Η ανακάλυψη της γραφής δεν μπορεί παρά να ξεκίνησε από την ανάγκη να αποκτήσει ο λόγος (και ό,τι μεταφέρουμε ως πληροφορία, ως μήνυμα με τον λόγο) μια μονιμότητα. Με τη γραφή τα λόγια δεν «πετούν» και δεν χάνονται μόλις τα εκφωνήσει ο ομιλητής, δηλαδή μόλις τα πει, ή μόλις φύγουν από τη μνήμη του ακροατή. Αυτή τη μονιμότητα που δίνει στον λόγο η γραφή την εκφράζουν χαρακτηριστικά οι εκφράσεις που χρησιμοποιούμε για τη μοίρα . Η μοίρα του καθενός μας είναι το «γραφτό» μας, «ό,τι γράφει δεν ξεγράφει». Η «μοίρα» μας δεν είναι λόγια που «πετούν» και χάνονται αλλά «γράμματα» που μένουν και δεν αλλάζουν.

Παραμύθια για τη γραφή

Ακούστε τώρα έναν πολύ παλιό μύθο (τον παλιότερο) για την εφεύρεση της γραφής. Τον μύθο αυτό τον βρίσκουμε γραμμένο σε ένα μεγάλο ποίημα των Σουμερίων, ενός λαού της Μεσοποταμίας (σημερινού Ιράκ), με τίτλο «Ο Ενμερκάρ και ο άρχοντας της Αράττας». Το ποίημα αυτό πρέπει να γράφτηκε 2.700 χρόνια πχ! Διηγείται πώς ο Ενμερκάρ, άρχοντας της πό­λης Ουρούκ-Κουλάμπα, έστειλε έναν απεσταλμένο του στον άρχοντατης Αράττας για να ζητήσει ξυλεία, χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμους λίθους, γιατί ήθελε να ξαναχτίσει και να στολίσει τον ναό της θεάς Ινάνα. Ο απεσταλμένος πήγαινε κι ερχόταν ανάμεσα στις δύο πόλεις και στους δύο άρχοντες μεταφέροντας τα μηνύματα του Ενμερκάρ στον άρχοντα της Αράττας και πάλι πίσω, μεταφέροντας τις απαντήσεις του άρχοντα της Αράττας στον Ενμερκάρ. Κάποια στιγμή ο ταλαίπωρος απεσταλμένος «παρέδωσε τα όπλα»: οι οδηγίες που του έδινε ο Ενμερκάρ ήταν τόσο περίπλοκες, που δεν μπορούσε πια να τις απομνημονεύσει. Τότε, λέει το ποίημα, ο Ενμερκάρ, για να λύσει το πρόβλημα, επινόησε τη γραφή: έγραψε το μήνυμα πάνω σε μια πινακίδα από πηλό . Και με τα λόγια του ποιήματος:

Το στόμα του απεσταλμένου είχε γεμίσει - δεν μπορούσε ούτε να πει ούτε να θυμηθεί το μήνυμα. Επειδή το στόμα του απεσταλμένου είχε γεμίσει και δεν μπορούσε ούτε να πει ούτε να θυμηθεί το μήνυμα, ο άρχοντας της Κουλάμπα έπλασε πηλό και έγραψε το μήνυμα πάνω στην πήλινη πινακίδα που έφτιαξε.
Παλιά δεν ήξεραν να γράφουν μηνύματα πάνω σε πηλό.

Σε ένα άλλο σουμεριακό ποίημα η γραφή περιγράφεται ως ένα από τα βασικά μυστικά του πολιτισμού, που κρατούσε ζηλότυπα για τον εαυτό του ο Έγκι, ο θεός της σοφίας. Η θεά Ινάνα, προστάτισσα της πόλης Ουρούκ, ήθελε αυτά τα μυστικά για την αγαπημένη της πόλη και γι' αυτό αποφάσισε να βρει τρόπο να του τα πάρει. Και το κατάφερε μεθώντας τον Έγκι:

Κι αφού οι καρδιές τους γέμισαν χαρά με το ποτό, ο Έγκι βροντοφωνάζει:
«Ω όνομα της δύναμής μου, ω όνομα της δύναμής μου, στη λαμπερή Ινάνα, τη θυγατέρα μου, θα χαρίσω τις τέχνες του ξύλου, του μετάλλου, του δέρματος, της γραφής, της καλαθοπλεκτικής, του χτισίματος.»
Και η αγνή Ινάνα τις πήρε.

Και αφού πήρε τα δώρα, η Ινάνα ξεκίνησε για να τα πάει στην Ουρούκ. Και τα κατάφερε, παρόλο που ο ξεμέθυστος πια και μετανιωμένος Έγκι έκανε ό,τι μπορούσε (έστειλε θύελλες, θαλάσσια τέρατα) για να τα πάρει πίσω.

Θεϊκό λοιπόν κτήμα και δώρο η γραφή, μαζί με τα άλλα αγαθά του πολιτισμού: ξυλουργική, μεταλλοτεχνία, οικοδομική, επεξεργασία του δέρματος, καλαθοπλεκτική.

Τα παραμύθια και οι αλήθειες τους για τη γραφή

Παραμύθια, ίσως πείτε. Αλλά τα αρχαία αυτά παραμύθια κλείνουν μέσα τους κάποιες μεγάλες αλήθειες γι' αυτό που ψάχνουμε στο κεφάλαιο αυτό: τα μυστικά της γραφής, δηλαδή γιατί, πότε και πώς επινοήθηκε η γραφή. Η θεϊκή καταγωγή της γραφής είναι ένας τρόπος -μυθικός- για να εκφραστεί η τεράστια σημασία που είχε για τους ανθρώπους η ανακάλυψή της. Η ανακάλυψη αυτή, μαζί με άλλες ανακαλύψεις που περιγράφονται στους μύθους που είδαμε, έκανε τη ζωή τους πιο εύκολη, πιο πολιτισμένη. Και αυτό, για τους αρχαίους ανθρώπους, δεν μπορούσε παρά να είναι «δώρο θεού».

Ο πρώτος μύθος που παρουσιάσαμε δίνει μια απάντηση στο ερώτημα «γιατί εφευρέθηκε η γραφή» που είναι πολύ κοντά στην απάντηση που μπορεί να δώσει η κοινή λογική του καθενός μας. Και αυτή την απάντηση της κοινής λογικής ήδη την αναφέραμε: η γραφή γεννήθηκε από την ανάγκη τα «φτερωτά λόγια» να αποκτήσουν μια μονιμότητα, πέρα από τη στιγμή που λέγονται και πέρα από τους περιορισμούς της ανθρώπινης μνήμης. Αυτό λέει με τον τρόπο του ο Ενμερκάρ: μπροστά στην αδυναμία του απεσταλμένου του να απομνημονεύσει και να μεταφέρει ένα περίπλοκο μήνυμα που είχε να κάνει με εμπορικές συναλλαγές, ο άρχοντας Ενμερκάρ επινοεί τη γραφή, που λύνει το πρόβλημα του απεσταλμένου του.

Όμως, τόσο το παραμύθι του Ενμερκάρ όσο και το παραμύθι του Έγκι προσθέτουν κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες όχι μόνο για το γιατί αλλά και για το πότε και το πώς ανακαλύφθηκε η γραφή. Η ανάγκη για τη γραφή γεννιέται, όταν το μήνυμα που πρέπει να μεταφερθεί γίνεται ιδιαίτερα σύνθετο και γι' αυτό δεν είναι δυνατό να απομνημονευθεί. Και αυτό συμβαίνει μέσα σε σύνθετες κοινωνικές συνθήκες, όπως τις περιγράφει το παραμύθι: πόλεις, άρχοντες και υπήκοοι, εμπορικές συναλλαγές, ναοί. Και μέσα σε αυτές τις κοινωνικές συνθήκες υπάρχουν και λειτουργούν και άλλες τέχνες, όπως τις περιγράφει το παραμύθι του Έγκι και τις υπονοεί το παραμύθι του Ενμερκάρ: ξυλουργική, μεταλλοτεχνία, οικοδομική, επεξεργασία του δέρματος, καλαθοπλεκτική. Ένας κόσμος, λοιπόν, πόλεων με άρχοντες, ιερείς, τεχνίτες, εμπόριο και εμπορικές επαφές. Ένας κόσμος δηλαδή με κοινωνική ιεραρχία, όπου ένα σημαντικό μέρος των αγαθών που παράγονται πηγαίνει στα θησαυροφυλάκια των αρχόντων και των ναών. Και γίνονται αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών με στόχο να αυξηθεί ακόμη περισσότερο η δύναμη του άρχοντα, να δημιουργηθούν στρατοί, παλάτια, ναοί κλπ. Μέσα σε αυτές τις σύνθετες κοινωνικές συνθήκες (και όχι πριν) δημιουργείται η ανάγκη για τη γραφή. Η μνήμη του ταλαίπωρου απεσταλμένου δεν επαρκεί πια για να απομνημονεύσει τις οδηγίες του άρχοντα που αφορούν εμπορικές συναλλαγές, με τον ίδιο τρόπο που η μνήμη του θησαυροφύλακα του παλατιού ή του ναού δεν φτάνει για να θυμάται τον πλούτο που βρίσκεται αποθηκευμένος εκεί. Χρειάζεται πια ένα νέο εργαλείο που θα λύσει το πρόβλημα, και αυτό είναι η γραφή.

Αυτό είναι το «σενάριο» που διηγούνται, με τον δικό τους τρόπο, οι μύθοι για τις αρχές της γραφής. Και αυτό το «σενάριο» επιβεβαιώνεται από την αρχαιολογική και την ιστορική έρευνα.

Ο τόπος που γεννήθηκε η γραφή

Η γραφή πρωτοεμφανίζεται στην ΕΛΛΑΔΑ, ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΗΛΑΔΗ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!
Οι αμφιβολίες για την μη προτεραιότητα των Φοινίκων έναντι των Ελλήνων στην ανακάλυψη της γραφής έγιναν βεβαιότητα, όταν ο καθηγητής Πωλ Φωρ, διεθνής αυθεντία της Προϊστορικής Αρχαιολογίας, δημοσίευσε στο αμερικάνικο αρχαιολογικό περιοδικό, εκδόσεως του Πανεπιστημίου της Ινδιάνας, Nestor (έτος 16ον, 1989, σελ.2288) ανακοίνωση, στην οποία παραθέτει και αποκρυπτογραφεί πινακίδες ελληνικής Γραμμικής Γραφής, που βρέθηκαν σε ανασκαφές στο κυκλώπειο τείχος των Πιλικάτων της Ιθάκης και χρονολογήθηκαν με σύγχρονες μεθόδους στο 2700 π.Χ. Γλώσσα των πινακίδων είναι η Ελληνική και η αποκρυπτογράφηση του Φωρ απέδωσε φωνητικά το συλλαβικό κείμενο ως εξής: Α]RE-DA-TI. DA-MI-U-A-. A-TE-NA-KA-NA-RE(ija)-TE. Η φωνητική αυτή απόδοση μεταφράζεται, κατά τον Γάλλο καθηγητή πάντοτε :«Ιδού τι εγώ η Αρεδάτις δίδω εις την άνασσαν, την θεάν Ρέαν:100 αίγας, 10 πρόβατα, 3 χοίρους». Ετσι ο Φωρ απέδειξε, ότι οι Ελληνες έγραφαν και μιλούσαν ελληνικά τουλάχιστον 1400 χρόνια πριν από την εμφάνιση των Φοινίκων και της γραφής τους στην ιστορία.

Αλλά οι αρχαιολογικές ανασκαφές στον ελληνικό χώρο τα τελευταία χρόνια απέδωσαν και άλλες πολλές και μεγάλες εκπλήξεις: Οι Έλληνες έγραφαν όχι μόνο τις συλλαβικές Γραμμική Α και Β Γραφές τους αλλά και ένα είδος γραφής πανομοιότυπης με εκείνη του Αλφαβήτου τουλάχιστον από το 6000 π.Χ. Πράγματι στο Δισπηλιό, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, μέσα στα νερά της λίμνης της Καστοριάς, ο καθηγητής Γ. Χουρμουζιάδης ανεκάλυψε ενεπίγραφη πινακίδα με γραφή σχεδόν όμοια με την αλφαβητική, η οποία χρονολογήθηκε με τις σύγχρονες μεθόδους του ραδιενεργού άνθρακα (C14) και της οπτικής θερμοφωταύγειας στο 5250 π.Χ.

'Έπειτα γύρω στο 4000 με 3000 π.Χ. στη Μεσοποταμία (το σημερινό Ιράκ), στην περιοχή ακριβώς όπου διαδραματίζονται οι μύθοι που συζητήσαμε λίγο πριν. Στη Μεσοποταμία λοιπόν δημιουργείται για πρώτη φορά ένα σύστημα από σημεία, που επιχειρεί να καταγράψει τον λόγο, να δώσει στα «φτερωτά λόγια» μονιμότητα, διάρκεια πέρα από τη στιγμή που λέγεται κάτι.

Πριν το τέλος της 4ης χιλιετίας (γύρω στο 3200) π.Χ. θα εμφανιστεί η γραφή στην Αίγυπτο (ιερογλυφική γραφή). Η ανάγκη που τη γέννησε ήταν, και εδώ, κοινωνική: η ενοποίηση της Αιγύπτου κάτω από έναν φαραώ (βασιλιά) και οι ανάγκες της διοίκησης. Επιπλέον, υπήρχαν και ειδικότερες ανάγκες που γεννιούνταν από μια ιδιαιτερότητα της Αιγύπτου - τις πλημμύρες του Νείλου. Οι ετήσιες αυτές πλημμύρες υποχρέωναν τους Αιγύπτιους να ξαναπροσδιορίζουν κάθε χρονιά τα όρια και τις εκτάσεις των χωραφιών που χάνονταν κάτω από το νερό. Η γραφή ήταν ένα απαραίτητο εργαλείο για μια τέτοια περίπλοκη δραστηριότητα. Κατά την αιγυπτιακή μυθολογία εφευρέτης της γραφής ήταν ο Θωθ, ο θεός της σοφίας.

Στην Κίνα η γραφή θα εμφανιστεί γύρω στα 1500 π.Χ. Οι πρώτες επιγραφές είναι γραμμένες πάνω σε κόκαλο ή σε κέλυφος χελώνας και περιέχουν ερωτήματα προς τους θεούς που αφορούν τον αυτοκράτορα και την καλή διοίκηση του κράτους. Κατά την κινέζικη μυθολογία εφευρέτης της γραφής ήταν ο ήρωας Τσανγκ-Κι. Αυτός ο ήρωας παριστάνεται με τέσσερα μάτια. Με αυτό τον μυθικό τρόπο καταγράφεται η διεύρυνση της πληροφορίας που κερδήθηκε μέσα από το νέο εργαλείο, τη γραφή.

Η εμφάνιση της γραφής στην Αμερική χρονολογείται γύρω στα 1500 π.Χ. και συνδέεται με τους Ολμέκους. Τα πρώτα κείμενα που βρίσκουμε είναι ημερολόγια που ορίζουν τις γεωργικές εργασίες, τις γιορτές και τις άλλες διοικητικές δραστηριότητες.

Αλλά γιατί η γραφή πρωτοεμφανίζεται στη Μεσοποταμία; Επειδή εκεί αναπτύσσονται για πρώτη φορά οι πόλεις και ο πολιτισμός, δηλαδή μόνιμες, πολυάνθρωπες εγκαταστάσεις με τη μορφή κράτους, που χαρακτηρίζονται κοινωνικά από ιεραρχία, συγκέντρωση πλούτου, εμπορικές διασυνδέσεις, και γι' αυτό χρειάζεται (το έχουμε ήδη πει) ένα εργαλείο καταγραφής της πληροφορίας. Έτσι γεννιέται η γραφή. Υπάρχει όμως ακόμη ένα ερώτημα: γιατί η περιοχή όπου αναπτύσσονται για πρώτη φορά οι πόλεις και ο πολιτισμός είναι η Μεσοποταμία; Επειδή στην περιοχή αυτή της Ανατολής αναπτύχθηκε ο γεωργικός τρόπος παραγωγής .

Τί μαθαίνουμε από τα εργαλεία

Όπως ίσως ξέρετε, η ιστορία του ανθρώπινου είδους χωρίζεται σε τρεις μεγάλες περιόδους : την παλαιολιθική, τη νεολιθική και την εποχή των μετάλλων. Η παλαιολιθική εποχή αρχίζει 2.000.000 περίπου χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού και τελειώνει γύρω στο 10.000 π.Χ. Η αρχή της ορίζεται από την ανακάλυψη (στην Αφρική) των πρώτων εργαλείων . Πρόκειται για χονδροειδή, λίθινα εργαλεία. Η ύπαρξή τους βεβαιώνει ότι το ον που τα χρησιμοποιούσε δεν είναι (πια) ζώο. Τα ζώα δεν κατασκευάζουν εργαλεία. Η ύπαρξη των εργαλείων βεβαιώνει ότι το ον που τα χρησιμοποιεί έχει νοητικές ικανότητες που το διαχωρίζουν από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο: το ζώο έχει γίνει άνθρωπος. Μπορεί να προνοεί - να σκέφτεται από πριν, να προγραμματίζει. Αυτές τις μοναδικές νοητικές ικανότητες «προδίδει» η ύπαρξη εργαλείων: κατασκευάζονται σε ώρα σχόλης, «από πριν», και ο κατασκευαστής τους έχει στον νου του (προνοεί) τον σκοπό που θα υπηρετήσουν (κυνήγι, γδάρσιμο ζώων κλπ.). Αυτή η πρόνοια καθορίζει και το σχήμα τους.

Ο παλαιολιθικός άνθρωπος ζει σε μικρές ομάδες, κατοικεί σε φυσικά καταφύγια (σπηλιές) και ζει μέρα με τη μέρα: μαζεύει τροφή από τη φύση που τον περιβάλλει (είναι τροφοσυλλέκτης) και κυνηγά ή ψαρεύει (είναι κυνηγός). Η ζωή του καθορίζεται από το εάν υπάρχει γύρω του διαθέσιμη τροφή. Γι' αυτό μετακινείται για να εξασφαλίσει την τροφή του. Δεν έχει καμιά δυνατότητα να αποθηκεύσει ή να συσσωρεύσει αγαθά. «Μεροδούλι μεροφάι», όπως θα λέγαμε σήμερα. Οι ομάδες μέσα στις οποίες ζει «δένουν» από την ανάγκη της καθημερινής επιβίωσης. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί ότι δεν γεννιέται η ανάγκη της γραφής.

Πότε γεννήθηκε η γλώσσα

Εδώ όμως χρειάζεται να ανοίξουμε μια παρένθεση. Μπορεί κανείς να θέσει, δικαιολογημένα, το ερώτημα: μα πώς ξέρουμε ότι αυτοί οι απώτατοι πρόγονοί μας διέθεταν λόγο; Δεν το ξέρουμε, βέβαια, άμεσα αλλά μπορούμε να το υποθέσουμε κάνοντας τον εξής απλό συλλογισμό. Λέγαμε ότι η παρουσία των πρώτων εργαλείων δηλώνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ον που έχει τη μοναδική ικανότητα να προνοεί, να σκέφτεται από πριν και να προγραμματίζει. Ένα τέτοιο ον (ο άνθρωπος) δεν μπορεί παρά να διαθέτει, και σε αυτή την παμπάλαια εποχή, κάποιο είδος λόγου. Και αυτό γιατί, όπως λέγαμε στο πρώτο κεφάλαιο, στα «Μυστικά της γλώσσας», οι λέξεις που συγκροτούν τη γλώσσα διαφέρουν από το γάβγισμα του σκύλου ή την κραυγή που βγάζουμε όταν πονάμε στο ότι δεν είναι αντιδράσεις σε άμεσα ερεθίσματα αλλά περιγραφές, και μάλιστα γενικές περιγραφές του κόσμου.

Αυτό, άλλωστε, το βεβαιώνει και το πρώτο λεξικό ή η πρώτη εγκυκλοπαίδεια που θα ανοίξουμε. Ο ορισμός της σημασίας μιας λέξης είναι πάντα, όπως λέμε, μια γενική περιγραφή. Η λέξη κότα λ.χ. ορίζεται ως «είδος κατοικίδιου πτηνού κλπ., κλπ.». Η γλώσσα, λοιπόν, βασίζεται στη μοναδική ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται τον κόσμο, και να τον περιγράφει, και όχι απλά να αντιδρά (όπως συμβαίνει με τα ζώα) στα ερεθίσματα που δέχεται από αυτόν. Η ύπαρξη εργαλείων σε αυτή την απώτατη χρονική περίοδο βεβαιώνει ότι το ον που τα κατασκευάζει μπορεί, πλέον, να σκέφτεται τον κόσμο: έχει «μέσα» στο κεφάλι του (και όχι «μπροστά» του, ως άμεσο ερέθισμα) τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσει το εργαλείο που φτιάχνει. Έχει επίσης «μέσα» στο κεφάλι του τη μορφή του εργαλείου που θέλει να φτιάξει - και η μορφή αυτή, βέβαια, είναι καθορισμένη από τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα το χρησιμοποιήσει.

Ο παλαιολιθικός, λοιπόν, άνθρωπος του 2.000.000 π.Χ. έχει αρχίσει να σκέφτεται τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί η γλώσσα και τα νοήματά της: γενικά και όχι καθηλωμένα στο συγκεκριμένο ερέθισμα, στην άμεση εμπειρία. Γι' αυτό έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι, από τη στιγμή που εμφανίζονται τα πρώτα εργαλεία, υπάρχει και η γλώσσα. Εργαλεία και γλώσσα βασίζονται στις ίδιες νοητικές ικανότητες.

Πρόγονος της γραφής ίσως είναι η αρίθμηση

Μπορούμε τώρα να ξαναγυρίσουμε στο ζήτημα που συζητούσαμε. Στην παλαιολιθική εποχή δεν υπάρχουν οι συνθήκες που θα γεννούσαν την ανάγκη της γραφής, της απεικόνισης της γλώσσας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι της εποχής αυτής δεν έχουν τρόπο να αποτυπώσουν τις εμπειρίες τους από τον κόσμο που τους περιβάλλει. Οι ζωγραφιές που βρίσκουμε σε σπηλιές ή σε βράχους είναι μια τέτοια αποτύπωση. Αλλά δεν είναι γραφή, γιατί οι ζωγραφιές αυτές (και αυτό ισχύει και σήμερα) είναι ανεξάρτητες από τη γλώσσα.

Από την παλαιολιθική εποχή (και πιο κοντά προς το τέλος της: 30.000-10.000 π.Χ.) προέρχονται κάποια ευρήματα που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρακολούθηση της πορείας που οδηγεί προς τη γραφή. Πρόκειται για κομμάτια από κόκαλο πάνω στα οποία είναι χαραγμένες γραμμές στη σειρά. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι γραμμές αυτές φτάνουν τις 170. Οι ειδικοί (ή τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς) υποθέτουν ότι πρόκειται πιθανότατα για μια πρωτόγονη μορφή αρίθμησης: κάθε χαραγμένη γραμμή καταγράφει ένα αντικείμενο που ενδιαφέρει αυτόν που χάραξε τη γραμμή. Αν αυτή είναι η σωστή ερμηνεία των αντικειμένων αυτών, τότε βρισκόμαστε μπροστά στον πρόγονο της γραφής. Τα σημάδια αυτά δεν είναι γραφή, γιατί δεν καταγράφουν τη γλώσσα και τους ήχους της, αλλά γεννιούνται από την ίδια, βασικά, ανάγκη που θα γεννήσει πολύ αργότερα τη γραφή: την ανάγκη να αποκτήσει η πληροφορία μια μονιμότητα, που θα τη διατηρήσει πέρα από τον χρόνο κατά τον οποίο πρωτοεμφανίστηκε και έτσι θα αποσυνδεθεί από το συγκεκριμένο άτομο που τη λέει.

Δεν αποκλείεται οι παλαιολιθικοί άνθρωποι να διέθεταν και άλλους τρόπους για να αριθμούν και να διατηρούν με αυτό τον τρόπο την πληροφορία που τους ενδιέφερε. Τη δουλειά που κάνουν τα χαράγματα πάνω στα κόκαλα (και έφτασαν ως εμάς) μπορεί να την έκαναν πετραδάκια, σπόροι, ξυλαράκια. Ακόμη και σήμερα, απομονωμένες κοινότητες ανθρώπων που δεν διαθέτουν γραφή χρησιμοποιούν τέτοια φυσικά υλικά για τις ανάγκες της αρίθμησης. Η πανάρχαια, λοιπόν, ανάγκη της αρίθμησης θα πρέπει να ήταν ένα από τα πρώτα κίνητρα για τη δημιουργία ενός συστήματος σημαδιών προκειμένου να διατηρηθεί η πληροφορία.

Η μόνιμη εγκατάσταση και ο γεωργικός τρόπος παραγωγής είναι οι βασικές συνθήκες

Την παλαιολιθική εποχή τη διαδέχεται (με τη μεσολάβηση μιας σύντομης σχετικά περιόδου, που ονομάζεται μεσολιθική) η νεολιθική εποχή. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι εξακολουθούν να είναι λίθινα, αλλά έχει γίνει μια τεράστια αλλαγή στην ανθρώπινη εργασία. Οι παλαιολιθικοί τροφοσυλλέκτες και κυνηγοί που μετακινούνται αναζητώντας την τροφή γίνονται γεωργοί, που κατοικούν σε μόνιμες εγκαταστάσεις και καλλιεργούν τη γη. Η μεγάλη αυτή αλλαγή συντελείται γύρω στο 9000-8000 π.Χ. στην Εγγύς Ανατολή, στην περιοχή ακριβώς από όπου προέρχονται οι μύθοι που αναφέραμε. Αλλά γιατί εκεί; Επειδή εκεί ευδοκιμούσαν, για λόγους κλιματολογικούς, σε άγρια κατάσταση τα φυτά που έδωσαν αυτά που ονομάζουμε δημητριακά: το σιτάρι και το κριθάρι. Η «εξημέρωση» αυτών των φυτών, και μαζί η εξημέρωση των ζώων που ονομάζουμε κατοικίδια, θα γεννήσει τη γεωργία. Από την Εγγύς Ανατολή ο γεωργικός τρόπος παραγωγής θα εξαπλωθεί σε ανατολή και δύση. Τί σήμαινε για τους ανθρώπους η τεράστια αυτή αλλαγή; Σήμαινε ότι το αδυσώπητο μεροδούλι μεροφάι του κυνηγού-τροφοσυλλέκτη της παλαιολιθικής εποχής γίνεται πολύ λιγότερο αδυσώπητο. Η καλή σοδειά (που δεν ήταν πάντοτε εξασφαλισμένη) σήμαινε πιο σίγουρη διατροφή και επιβίωση, σήμαινε ακόμη τη δυνατότητα δημιουργίας αποθεμάτων, δηλαδή αγαθών που περίσσευαν και μπορούσαν να αποθηκευτούν.

Η ύπαρξη αποθεμάτων (δηλαδή αγαθών που ξεπερνούν τις άμεσες ανάγκες των καταναλωτών) δημιούργησε, βέβαια, την κοινωνική ιεραρχία. Οι άρχοντες είναι το αποτέλεσμα της ύπαρξης πλεονάζοντος πλούτου, πλούτου που περισσεύει. Άρχοντες είναι αυτοί που οικειοποιούνται (κάνουν δικό τους) το πλεόνασμα που οφείλεται στη νέα οικονομική οργάνωση - στον γεωργικό τρόπο παραγωγής. Η κοινωνική ιεραρχία (άρχοντες, ιερείς, υπήκοοι, ελεύθεροι ή δούλοι) είναι η νέα σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα που γεννιέται σιγά σιγά με την εγκατάσταση και τη βελτίωση (για την οποία σημαντικό ρόλο θα παίξει αργότερα η ανακάλυψη και η χρήση των μετάλλων) του γεωργικού τρόπου παραγωγής. Η δημιουργία μόνιμων εγκαταστάσεων, που θα γίνουν αργότερα πόλεις, γεννά τις τέχνες τις οποίες αναφέρουν οι μύθοι που είδαμε: οικοδομική, μια και οι άνθρωποι δεν κατοικούν πια σε φυσικά καταφύγια αλλά χτίζουν καλύβες και σπίτια κοντά στα χωράφια τους· καλαθοπλεκτική· αγγειοπλαστική, που εξασφαλίζει την ασφαλή αποθήκευση των γεωργικών προϊόντων αλλά και άλλες καθημερινές χρηστικές ανάγκες των γεωργικών κοινοτήτων. Αργότερα θα προστεθεί και η μεταλλοτεχνία.

Μπορεί εύκολα να υποθέσει κανείς ότι μέσα σε αυτή την πολύ πιο σύνθετη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα του γεωργικού τρόπου παραγωγής που εγκαινιάζει τη νεολιθική εποχή, η ανάγκη καταγραφής και διατήρησης της πληροφορίας θα ήταν πολύ εντονότερη απ' ό,τι στην παλαιολιθική εποχή. Τότε, όπως είδαμε, εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα διατήρησης της πληροφορίας μέσω της αρίθμησης. Στα νεολιθικά χρόνια η ανάγκη της αρίθμησης προϊόντων, που τώρα είναι περισσότερα και συχνά πλεονάζουν και αποθηκεύονται, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη. Οι νεολιθικές θέσεις (τα νεολιθικά χωριά) της Ανατολής μάς δίνουν ήδη από το 8000 π.Χ. πληροφορίες γι' αυτό. Στις ανασκαφές βρέθηκαν μεγάλοι αριθμοί από μικρά πήλινα αντικείμενα διαφόρων σχημάτων: κωνικά, ωοειδή (σαν αβγά), σφαιρικά, κυλινδρικά, δισκοειδή. Αυτά αυξάνονται με τον χρόνο και, κάποτε, τα βρίσκουμε μαζεμένα μέσα σε ένα είδος πήλινου «φακέλου». Στην εξωτερική επιφάνεια αυτού του πήλινου «φακέλου» βρίσκονται συχνά «πατημένα» πάνω στον πηλό (αυτό γινόταν πριν στεγνώσει ή πριν ψηθεί ο πηλός) τα σχήματα αυτών των πήλινων αντικειμένων. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι αυτά τα πήλινα μικροαντικείμενα αποτελούσαν ένα σύστημα αρίθμησης ποσοτήτων γεωργικών προϊόντων, λ.χ. λαδιού ή σιταριού. Έτσι, ένα ωοειδές πήλινο αντικείμενο σήμαινε ένα «κανάτι» λαδιού, ένα κωνικό αντικείμενο σήμαινε μικρή ποσότητα σιταριού, ένα σφαιρικό αντικείμενο σήμαινε μεγάλη ποσότητα σιταριού. Οι πήλινοι «φάκελοι» που περιείχαν αυτά τα αντικείμενα ήταν ένα σύστημα αρχειοθέτησης της πληροφορίας. Η μορφή των αντικειμένων που περιείχε ο «φάκελος» πιεζόταν ή πατιόταν, όπως είπαμε, πάνω στον μαλακό πηλό. Αν πατιόταν λ.χ. επτά φορές το ωοειδές σχήμα, αυτό σήμαινε ότι ο «φάκελος» περιέχει επτά ωοειδή αντικείμενα, που δήλωναν μια ποσότητα λαδιού, π.χ. επτά «κανάτια» λαδιού.

Οι πήλινες πινακίδες που θα εμφανιστούν πολύ αργότερα, και τις οποίες περιγράφει ο μύθος του Ενμερκάρ, είναι μια εξέλιξη αυτών των «φακέλων» με τα «πατημένα» σχέδια των πήλινων σφαιριδίων, κώνων, κυλίνδρων, δίσκων. Και πολλά από αυτά τα «πατημένα» σχέδια θα γίνουν σημεία της πρώτης γραφής (της σφηνοειδούς ) που θα εμφανιστεί στη Μεσοποταμία στο διάστημα μεταξύ 4000 και 3000 π.Χ..

Πολύ περισσότερο από τα παλαιολιθικά δείγματα, το νεολιθικό αυτό σύστημα καταγραφής δείχνει ότι πρόδρομος της γραφής ήταν η αρίθμηση. Στη νεολιθική εποχή, με την εγκατάσταση της γεωργίας αυξάνεται η ανάγκη να επινοηθεί ένα σύστημα για να καταγραφούν αριθμητικά διάφορα προϊόντα και αγαθά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σε τέσσερις τουλάχιστον αρχαιολογικές θέσεις της Συρίας τα πήλινα αυτά αντικείμενα εμφανίζονται γύρω στο 8000-7000 π.Χ. μαζί με τα πρώτα δείγματα της γεωργικής δραστηριότητας: λεπίδες δρεπανιών, ) χώρους αποθήκευσης σιτηρών. Η γεωργική δραστηριότητα ήταν εκείνη που δημιούργησε την ανάγκη ενός λογιστικού συστήματος. Και αυτό το λογιστικό σύστημα είναι ο πρόγονος της γραφής.

Εικονογραφικά, ιδεογραφικά, σημασιογραφικά συστήματα

Παρακολουθήσαμε ως τώρα τα πρώτα δειλά βήματα για τη δημιουργία ενός συστήματος καταγραφής της πληροφορίας. Το κύριο κίνητρο, που ενισχύεται καθώς η ζωή των ανθρώπων γίνεται πιο σύνθετη, ήταν, όπως είδαμε, η αρίθμηση. Αλλά αυτά τα συστήματα αρίθμησης δεν αποτελούν ακόμη πλήρη γραφή, γιατί δεν καταγράφουν τον γλωσσικό ήχο αλλά καταγράφουν αντικείμενα, ιδέες, έννοιες, σημασίες. Γι' αυτό τα ονομάζουμε εικονογραφικά, ) ιδεογραφικά, σημασιογραφικά. Στα συστήματα αυτά δεν ισχύει αυτό που όλοι μας αναγνωρίζουμε ως γραφή: η σταθερή και υποχρεωτική αντιστοίχιση των σημαδιών της γραφής με γλωσσικές μονάδες (λ.χ. συλλαβές, φθόγγους).

Τα εικονογραφικά/ιδεογραφικά ή σημασιογραφικά αυτά συστήματα είναι ανεξάρτητα από τη γλώσσα, με τον ίδιο τρόπο που είναι ανεξάρτητα από τη γλώσσα τα σήματα της τροχαίας σήμερα ή οι αριθμοί. Και τα δύο αυτά συστήματα είναι εικονογραφικά/ιδεογραφικά/σημασιογραφικά. Όλοι καταλαβαίνουν τί σημαίνουν, άσχετα και ανεξάρτητα από τη μητρική τους γλώσσα. Έτσι, ένας Άγγλος ή ένας Γάλλος μπορεί να καταλάβει τί σημαίνει ένας αριθμός ή ένα σήμα της τροχαίας, χωρίς να εμποδίζεται από τη διαφορά της μητρικής του γλώσσας.

Οι Κινέζοι χρησιμοποιούν και σήμερα ένα σημασιογραφικό/ιδεογραφικό σύστημα. Τα σημεία της γραφής τους αποδίδουν σημασίες και όχι γλωσσικούς ήχους. Στην Κίνα μιλιούνται διαφορετικές γλώσσες. Αλλά όλοι μπορούν, παρά τις διαφορές, να διαβάσουν την ίδια εφημερίδα, γιατί τα σημεία εκφράζουν σημασίες και όχι γλωσσικούς ήχους. Έτσι, αν κάποιος στη Σαγκάη διαβάζει φωναχτά μια εφημερίδα και έχει δίπλα του κάποιον από το Πεκίνο, ο διπλανός του δεν θα καταλάβει τίποτε από τη φωναχτή ανάγνωση, ενώ μπορεί να καταλάβει πλήρως τί λέει η εφημερίδα αν τη διαβάσει ο ίδιος. Πολύ συχνά συμβαίνει, όταν συναντιούνται άνθρωποι από διαφορετικά μέρη της Κίνας όπου μιλιούνται διαφορετικές γλώσσες, να συνεννοούνται σημειώνοντας στο χαρτί ή «ζωγραφίζοντας» στον αέρα χαρακτήρες της κινέζικης γραφής.

Όπως βλέπουμε, ένα σημασιογραφικό σύστημα όπως το κινέζικο έχει το προτέρημα ότι λύνει το πρόβλημα της πολυγλωσσίας: οι άνθρωποι, παρά τις διαφορετικές μητρικές τους γλώσσες, μπορούν να συνεννοούνται μέσω της γραφής, όπως συμβαίνει με τους αριθμούς ή τα σήματα της τροχαίας. Αλλά οι αριθμοί και τα σήματα της τροχαίας αφορούν έναν ειδικό, περιορισμένο χώρο πληροφορίας. Όταν το σημασιογραφικό/ιδεογραφικό σύστημα καλείται, όπως στα κινέζικα, να «καλύψει» όλο το εύρος των σημασιών που χρειάζονται για την επικοινωνία και χρησιμοποιούνται σε αυτή, τότε προκύπτει ένα μεγάλο μειονέκτημα: χρειάζεται ένας τεράστιος αριθμός σημείων για να καλυφθεί όλο αυτό το εύρος. Υπολογίζεται ότι ένας Κινέζος, για να θεωρείται «εγγράμματος», πρέπει να ξέρει 3.000 τουλάχιστον ιδεογραφικούς/σημασιογραφικούς χαρακτήρες από ένα σύνολο 50.000 (για την ακρίβεια 49.905).

Μπορείτε να καταλάβετε, ακόμη, πόσο μεγάλο πρόβλημα είναι αυτό για το μικρό κινεζάκι που πάει στο σχολείο. Δεν θα μπορέσει, βέβαια, στο σχολείο να μάθει όλους αυτούς τους χαρακτήρες. Θα το κάνει συνεχίζοντας σε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Γι' αυτό και στην κινεζική εκπαίδευση η πρώτη επαφή του μικρού παιδιού με τη γραφή δεν γίνεται με βάση το σημασιογραφικό/ιδεογραφικό σύστημα αλλά με βάση το αλφάβητο της Ερέτριας (Χαλκιδικό) που κακώς ονομάζουμε λατινικό αλφάβητο). Μπορείτε να συγκρίνετε (και να βγάλετε μόνοι σας τα συμπεράσματά σας) τους 3.000 χαρακτήρες που έχει να μάθει το κινεζάκι, με τα 24 γράμματα του αλφαβήτου, που πρέπει να μάθει το ελληνόπουλο στις πρώτες τάξεις του δημοτικού.

Συλλαβικά συστήματα γραφής

Με βάση αυτό το σύγχρονο παράδειγμα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί στην αρχαιότητα (στη Μεσοποταμία, στην Αίγυπτο) η γνώση των σημασιογραφικών/ιδεογραφικών συστημάτων ήταν προνόμιο μιας κλειστής ομάδας «ειδικών» (ιερέων, γραφέων). Μπορούμε επίσης να καταλάβουμε, πάλι μέσα από το σύγχρονο παράδειγμα, γιατί ήδη γύρω στο 4000-3000 π.Χ. γεννιέται στις πόλεις της Μεσοποταμίας η ανάγκη για ένα οικονομικότερο σύστημα γραφής, για ένα σύστημα δηλαδή όπου τα σημεία της γραφής θα είναι φωνογραφικά, θα αποδίδουν δηλαδή γλωσσικούς ήχους και όχι αντικείμενα ή σημασίες. Η ανάγκη για ένα τέτοιο σύστημα γεννιέται και πάλι από τις κοινωνικές συνθήκες. Από τη στιγμή που ο γεωργικός τρόπος παραγωγής οδήγησε σιγά σιγά σε μεγαλύτερη αφθονία αγαθών, δημιούργησε πολυάνθρωπες πόλεις (στη Μεσοποταμία και αργότερα στην Αίγυπτο), κοινωνική ιεραρχία, διοικητικούς μηχανισμούς, τη δυνατότητα μετακινήσεων και επαφών (με την εφεύρεση του τροχού), ένα σημασιογραφικό σύστημα που είχε την αρχή του στις ανάγκες της αρίθμησης καλούνταν τώρα να εκφράσει ένα τεράστιο φάσμα εννοιών: διοίκηση, νόμους, θρησκεία, φορολογία κλπ. Αυτή ακριβώς η «πίεση» θα οδηγήσει σιγά σιγά στην ανακάλυψη των φωνογραφικών συστημάτων - συστημάτων όπου τα γραφικά σημεία αντιστοιχούν σε γλωσσικούς ήχους, όχι σε πράγματα και σημασίες. Άλλωστε πώς να δηλώσει κανείς εικονογραφικά/ιδεογραφικά κύρια ονόματα (ονόματα τόπων, προσώπων) ή λέξεις με ασαφές νόημα, όπως λ.χ. τη λέξη και, τη λέξη αλλά και άλλες;

Στα μεσοποταμιακά σημασιογραφικά συστήματα (στη σφηνοειδή γραφή των Σουμερίων) αυτή την ανάγκη τη βλέπουμε να εκφράζεται με την επέκταση των βασικών σημασιογραφικών σημείων (αυτά ήταν μερικές εκατοντάδες), έτσι ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες που επισημάναμε. Και αυτό έγινε με διάφορους συνδυασμούς. Έτσι, το σημείο λ.χ. που σήμαινε 'νερό' συνδυάζεται με το σημείο που σήμαινε 'κεφάλι' για να κατασκευαστεί η σημασία 'ποτό/πίνω'. Στην προσπάθεια αυτή όμως γίνεται μια σημαντική «ανακάλυψη»: η ανακάλυψη των «ομώνυμων»/«ομόηχων» λέξεων, λέξεων δηλαδή που έχουν την ίδια ακουστική μορφή αλλά διαφορετική σημασία. Για να δούμε ένα τέτοιο παράδειγμα από τα ελληνικά, οι λέξεις πάλη και πάλι έχουν διαφορετική σημασία αλλά ίδιο «ήχο» (ας μη μας μπερδεύει η διαφορά στην ορθογραφία· αυτό το έχουμε ήδη συζητήσει): είναι ομόηχες ή ομώνυμες. Έτσι και στα σουμεριακά η λέξη sn, που σήμαινε 'σώμα', ήταν ομόηχη με τη λέξη sn, που σήμαινε 'αντικαθιστώ'.

Οι σουμέριοι γραφείς αποφάσισαν λοιπόν να χρησιμοποιούν το ιδεόγραμμα που απέδιδε τη σημασία 'σώμα' και για την ομόηχη λέξη που σήμαινε 'αντικαθιστώ'. Επίσης, η λέξη ti σήμαινε 'βέλος' αλλά και 'ζωή'. Η σημασία 'βέλος' δηλωνόταν με ένα σημείο που απεικόνιζε ένα βέλος. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει τη σημασία 'ζωή'. Το μεγάλο βήμα είχε γίνει: η γραφή αρχίζει πλέον να συνδυάζεται και με τη φωνητική πλευρά της γλώσσας - να μην είναι αποκλειστικά σημασιογραφική. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για να οδηγηθούν οι άνθρωποι σε φωνογραφικά συστήματα γραφής. Και αυτό έγινε σε δύο βήματα ή στάδια.

Το πρώτο ήταν η ανακάλυψη ότι η λέξη μπορεί να χωριστεί σε συλλαβές (έχουμε ήδη μιλήσει για τη συλλαβή). Έτσι, φτιάχτηκαν συλλαβικά συστήματα γραφής ή συλλαβάρια, ) όπου κάθε σημείο της γραφής απέδιδε μια συλλαβή.

Το κέρδος ήταν τεράστιο. Ενώ στα σημασιογραφικά συστήματα χρειάζονταν εκατοντάδες ιδεογραμμάτων για να εκφράσουν την ποικιλία των σημασιών, στα συλλαβικά συστήματα δεν χρειάζονταν πάνω από εκατό.

Το επόμενο βήμα, η κορύφωση της οδύσσειας της γραφής, ήταν η ανακάλυψη ότι «πέρα» από τη συλλαβή υπάρχουν ακόμη μικρότερες μονάδες ήχου (φθόγγοι ή φωνήματα, όπως τα λέμε σήμερα), οι οποίες συνδυαζόμενες φτιάχνουν την τεράστια ποικιλία των λέξεων. Η ανακάλυψη αυτή ήταν, ουσιαστικά, η ανακάλυψη της φύσης της γλώσσας. Και αυτό το συζητήσαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο.

Αλφαβητικά συστήματα γραφής

Σε αυτή την ανακάλυψη, που έγινε γύρω στα τέλη της δεύτερης και στις αρχές της πρώτης χιλιετίας π.Χ. (βορειοσημιτικές γραφές ), ελληνικό αλφάβητο), βασίζεται η δημιουργία της αλφαβητικής γραφής. Τα εκατό, τουλάχιστον, σημεία που χρειαζόταν η συλλαβική γραφή αντικαθίστανται από τριάντα, το πολύ, σημεία που απεικονίζουν ελάχιστες μονάδες ήχου χωρίς νόημα, οι οποίες συνδυαζόμενες δημιουργούν την τεράστια ποικιλία των μονάδων ήχου με νόημα - των λέξεων.

Με τη δημιουργία της αλφαβητικής γραφής τελειώνει ο μακρύς δρόμος που διένυσαν οι άνθρωποι στην προσπάθειά τους να ξεπεράσουν τους περιορισμούς του «φτερωτού λόγου». Διέθεταν τώρα ένα πανίσχυρο εργαλείο στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών. Σε αυτό το πανίσχυρο εργαλείο βασίστηκε η εκπαίδευση, η λογοτεχνία, η νομοθεσία και το δίκαιο, η επιστήμη της μνήμης - η ιστορία. «Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο», Σε αυτές τις εκφράσεις, αλλά και σε πολλές άλλες, συνοψίζεται η δύναμη αυτού του παντοδύναμου μέσου, που γέννησε, με πολλές ωδίνες, η ανθρώπινη ιστορία.

Πριν κλείσουμε θα πρέπει να πούμε ότι και σήμερα, όπως και παλιά, υπάρχουν ανθρώπινες κοινότητες, φυλές απομονωμένες, που δεν διαθέτουν γραφή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν τρόπους να διατηρούν και να περνούν από γενιά σε γενιά πληροφορίες που είναι σημαντικές για τη ζωή και την επιβίωση της κοινότητας. Και οι τρόποι αυτοί δεν είναι άλλοι από αυτούς που διαθέτουμε και εμείς για τον ίδιο σκοπό, μαζί με τις τεράστιες δυνατότητες που προσφέρει η γραφή: το παραμύθι, με το οποίο ξεκινάμε τη ζωή μας ως παιδιά, οι παροιμίες και τα αινίγματα, οι γιορτές και οι τελετές, το τραγούδι, ο ρυθμός, το ποίημα. Σκεφτείτε πόσο εύκολα θυμόσαστε ένα τραγούδι ή ένα ποίημα που έχει ρυθμό, ομοιοκαταληξία. Με τέτοιους τρόπους, που λειτουργούν ακόμη και στις δικές μας κοινωνίες και κυριαρχούν στην πρώιμη φάση της ζωής μας, την παιδική (που δεν διαθέτει γραφή), συντηρούνταν και μεταδιδόταν η πληροφορία.

Τα μυστικά της γραφής, λοιπόν...

Πρώτο μυστικό: Το πρώτο και αρχαιότερο κίνητρο για τη δημιουργία ενός συστήματος καταγραφής, και επομένως διατήρησης, της πληροφορίας ήταν η αρίθμηση. Ενδείξεις γι' αυτό βρίσκουμε ήδη στην παλαιολιθική εποχή.

Δεύτερο μυστικό: Το κίνητρο αυτό γίνεται ισχυρότερο και συνθετότερο με την ανακάλυψη και εγκατάσταση του γεωργικού τρόπου παραγωγής (νεολιθική εποχή). Η δημιουργία πλεονάσματος αγαθών και η συνακόλουθη συνθετότερη κοινωνική οργάνωση κάνουν επιτακτικότερη την ανάγκη ενός (ανεπτυγμένου) λογιστικού συστήματος καταγραφής της πληροφορίας.

Τρίτο μυστικό: Η παραπέρα οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη θα οδηγήσει στην ανάγκη ενός συστήματος καταγραφής της πληροφορίας που υπερβαίνει τις λογιστικές ανάγκες. Αυτό συμβαίνει στην περίοδο 6000 π.Χ. στην ΕΛΛΑΔΑ. Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα θα αναδειχθούν οι αδυναμίες ενός σημασιογραφικού συστήματος για την καταγραφή της πληροφορίας. Έτσι θα προκύψουν, βαθμιαία, συλλαβικά συστήματα γραφής (κατά πολύ οικονομικότερα και αποτελεσματικότερα), για να οδηγηθούμε, στα τέλη της δεύτερης και στις αρχές της πρώτης προχριστιανικής χιλιετίας, στην ανακάλυψη της αλφαβητικής γραφής.

Η αλφαβητική γραφή είναι η ολοκλήρωση της μακράς αυτής πορείας. Βασίζεται στην ανακάλυψη και αναγνώριση της φύσης της γλώσσας - ενός συστήματος που βασίζεται σε έναν μικρό αριθμό μονάδων ήχου χωρίς νόημα, οι οποίες συνδυαζόμενες δημιουργούν την τεράστια ποικιλία των μονάδων ήχου με νόημα: των λέξεων. Με την ανακάλυψη του αλφαβήτου ο άνθρωπος κλείνει ένα πρώτο, και σημαντικό κεφάλαιο, στο μακρύ ταξίδι της κατάκτησης της αυτογνωσίας του.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου