Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Διογείτονος (19-23)

[19] Ἀξιῶ τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, τῷ λογισμῷ προσέχειν τὸν νοῦν, ἵνα τοὺς μὲν νεανίσκους διὰ τὸ μέγεθος τῶν συμφορῶν ἐλεήσητε, τοῦτον δ᾽ ἅπασι τοῖς πολίταις ἄξιον ὀργῆς ἡγήσησθε. εἰς τοσαύτην γὰρ ὑποψίαν Διογείτων πάντας ἀνθρώπους πρὸς ἀλλήλους καθίστησιν, ὥστε μήτε ζῶντας μήτε ἀποθνῄσκοντας μηδὲν μᾶλλον τοῖς οἰκειοτάτοις ἢ τοῖς ἐχθίστοις πιστεύειν·

[20] ὃς ἐτόλμησε τῶν μὲν ἔξαρνος γενέσθαι, τὰ δὲ τελευτῶν ὁμολογήσας ἔχειν, εἰς δύο παῖδας καὶ ἀδελφὴν λῆμμα καὶ ἀνάλωμα ἐν ὀκτὼ ἔτεσιν ἑπτὰ τάλαντα ἀργυρίου καὶ τετρακισχιλίας δραχμὰς ἀποδεῖξαι. καὶ εἰς τοῦτο ἦλθεν ἀναισχυντίας, ὥστε οὐκ ἔχων ὅποι τρέψειε τὰ χρήματα, εἰς ὄψον μὲν δυοῖν παιδίοιν καὶ ἀδελφῇ πέντε ὀβολοὺς τῆς ἡμέρας ἐλογίζετο, εἰς ὑποδήματα δὲ καὶ εἰς γναφεῖον [ἱμάτια] καὶ εἰς κουρέως κατὰ μῆνα οὐκ ἦν αὐτῷ οὐδὲ κατ᾽ ἐνιαυτὸν γεγραμμένα, συλλήβδην δὲ παντὸς τοῦ χρόνου πλεῖν ἢ τάλαντον ἀργυρίου.

[21] εἰς δὲ τὸ μνῆμα τοῦ πατρὸς οὐκ ἀναλώσας πέντε καὶ εἴκοσι μνᾶς ἐκ πεντακισχιλίων δραχμῶν, τὸ μὲν ἥμισυ αὑτῷ τίθησι, ‹τὸ δὲ› τούτοις λελόγισται. εἰς Διονύσια τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, (οὐκ ἄτοπον γάρ μοι δοκεῖ καὶ περὶ τούτου μνησθῆναι) ἑκκαίδεκα δραχμῶν ἀπέφηνεν ἐωνημένον ἀρνίον, καὶ τούτων τὰς ὀκτὼ δραχμὰς ἐλογίζετο τοῖς παισίν· ἐφ᾽ ᾧ ἡμεῖς οὐχ ἥκιστα ὠργίσθημεν. οὕτως, ὦ ἄνδρες, ἐν ταῖς μεγάλαις ζημίαις ἐνίοτε οὐχ ἧττον τὰ μικρὰ λυπεῖ τοὺς ἀδικουμένους· λίαν γὰρ φανερὰν τὴν πονηρίαν τῶν ἀδικούντων ἐπιδείκνυσιν.

[22] εἰς τοίνυν τὰς ἄλλας ἑορτὰς καὶ θυσίας ἐλογίσατο αὐτοῖς πλεῖν ἢ τετρακισχιλίας δραχμὰς ἀνηλωμένας, ἕτερά τε παμπληθῆ, ἃ πρὸς τὸ κεφάλαιον συνελογίζετο, ὥσπερ διὰ τοῦτο ἐπίτροπος τῶν παιδίων καταλειφθείς, ἵνα γράμματ᾽ αὐτοῖς ἀντὶ τῶν χρημάτων ἀποδείξειεν καὶ πενεστάτους ἀντὶ πλουσίων ἀποφήνειε, καὶ ἵνα, εἰ μέν τις αὐτοῖς πατρικὸς ἐχθρὸς ἦν, ἐκείνου μὲν ἐπιλάθωνται, τῷ δ᾽ ἐπιτρόπῳ τῶν πατρῴων ἀπεστερημένοι πολεμῶσι.

[23] καίτοι εἰ ἐβούλετο δίκαιος εἶναι περὶ τοὺς παῖδας, ἐξῆν αὐτῷ κατὰ τοὺς νόμους, οἳ κεῖνται περὶ τῶν ὀρφανῶν καὶ τοῖς ἀδυνάτοις τῶν ἐπιτρόπων καὶ τοῖς δυναμένοις, μισθῶσαι τὸν οἶκον ἀπηλλαγμένον πολλῶν πραγμάτων, ἢ γῆν πριάμενον ἐκ τῶν προσιόντων τοὺς παῖδας τρέφειν καὶ ὁπότερα τούτων ἐποίησεν, οὐδενὸς ἂν ἧττον Ἀθηναίων πλούσιοι ἦσαν. νῦν δέ μοι δοκεῖ οὐδεπώποτε διανοηθῆναι ὡς φανερὰν καταστήσων τὴν οὐσίαν, ἀλλ᾽ ὡς αὐτὸς ἕξων τὰ τούτων, ἡγούμενος δεῖν τὴν αὑτοῦ πονηρίαν κληρονόμον εἶναι τῶν τοῦ τεθνεῶτος χρημάτων.

***
[19] Σας καλώ ως εκ τούτου, άνδρες δικαστές, να στρέψετε την προσοχή σας στον απολογισμό του, αφενός για να λυπηθείτε τους νεαρούς για το μέγεθος των συμφορών, αφετέρου για να τον θεωρήσετε άξιο της καθολικής οργής των πολιτών. Γιατί ο Διογείτων έχει οδηγήσει τους πάντες σε τέτοιο σημείο αμοιβαίας καχυποψίας, ώστε ούτε όσο ζουν ούτε την ώρα που πεθαίνουν να εμπιστεύονται περισσότερο τους πιο στενούς συγγενείς από ό,τι τους χειρότερους εχθρούς τους.

[20] Αυτός είχε το θράσος άλλα ποσά να τα αρνηθεί, άλλα να παραδεχτεί τελικά ότι τα έχει, να εμφανίσει όμως για τα δυο αγόρια και την αδερφή τους έσοδα έξοδα για οχτώ χρόνια επτά αργυρά τάλαντα και τέσσερις χιλιάδες δραχμές. Έφτασε μάλιστα σε τέτοιο σημείο αναισχυντίας, ώστε, επειδή δεν είχε πώς να δικαιολογήσει τα χρήματα, χρέωνε για δυο παιδάρια και την αδελφή τους πέντε οβολούς την ημέρα για τη διατροφή τους, ενώ για υποδήματα και για τον καθαρισμό των ρούχων από τον εριουργό και για τον κουρέα δεν είχε καταχωρίσει ποσά κατά μήνα ή κατ᾽ έτος, αλλά αθροιστικά για όλο το διάστημα πάνω από ένα αργυρό τάλαντο.

[21] Για το μνήμα πάλι του πατέρα τους, ενώ δεν είχε ξοδέψει καλά καλά εικοσιπέντε μνες από —υποτίθεται— πέντε χιλιάδες δραχμές, χρέωσε το μισό από το συνολικό ποσό στον εαυτό του, ενώ το άλλο μισό το καταλόγισε σ᾽ αυτούς. Επίσης στα Διονύσια, άνδρες δικαστές —γιατί δεν το θεωρώ υπερβολή να αναφερθώ και σ᾽ αυτό— εμφάνιζε ότι είχε αγοραστεί αρνί έναντι δεκαέξι δραχμών, και τις οκτώ από αυτές τις χρέωνε στα παιδιά. Αυτό μας έκανε έξαλλους. Στις μεγάλες ζημίες βλέπετε, άνδρες, τα μικρά πονάνε κάποτε διόλου λιγότερο. Ο λόγος είναι ότι αποκαλύπτουν περίτρανα την αχρειότητα των αδικοπραγούντων.

[22] Επίσης τους χρέωνε δαπάνη πλέον των τεσσάρων χιλιάδων δραχμών για τις άλλες γιορτές και θυσίες, και ανάλογα για πάμπολλα άλλα, που τα υπολόγιζε έτσι ώστε να συμπληρωθεί το κεφάλαιο, λες και αυτός ήταν ο λόγος που είχε οριστεί επίτροπος, για να τους παρουσιάσει έγγραφα αντί για χρήματα και να τους καταστήσει από πλούσιους πάμπτωχους, και, αν είχαν κάποιο πατρικό εχθρό, εκείνον να τον ξεχάσουν και να ανοίξουν πόλεμο με τον επίτροπο επειδή τους έχει στερήσει την περιουσία του πατέρα τους.

[23] Ωστόσο, αν ήθελε να είναι δίκαιος με τα παιδιά, είχε τη δυνατότητα, σύμφωνα με τους νόμους τους σχετικούς με τα ορφανά, οι οποίοι ισχύουν και για τους επιτρόπους που δεν έχουν άνεση και γι᾽ αυτούς που έχουν, να ενοικιάσει την περιουσία και να απαλλαγεί από πολλούς μπελάδες, ή να αγοράσει κάποια έκταση και από τα έσοδα να μεγαλώνει τα παιδιά. Και είτε το ένα έκανε είτε το άλλο, δεν θα ήταν λιγότερο πλούσιοι από οποιονδήποτε Αθηναίο. Αντίθετα, τώρα μου δίνει την εντύπωση ότι ουδέποτε είχε διανοηθεί να καταστήσει φανερή την περιουσία, αλλά είχε αποφασίσει να κρατήσει ο ίδιος αυτά που τους ανήκουν, πιστεύοντας ότι η δική του αχρειότητα πρέπει να κληρονομήσει την περιουσία του νεκρού.