Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (657-705)

ἀλλ᾽ ὅ τι σιωπᾷς, ὦ πότνια, κάτειπέ μοι.
ΕΡ. ἀλλ᾽ οὐκ ἂν εἴποι πρός γε τοὺς θεωμένους·
ὀργὴν γὰρ αὐτοῖς ὧν ἔπαθε πολλὴν ἔχει.
660 ΤΡ. ἡ δ᾽ ἀλλὰ πρὸς σὲ μικρὸν εἰπάτω μόνον.
ΕΡ. εἴφ᾽ ὅ τι νοεῖς αὐτοῖσι πρὸς ἔμ᾽, ὦ φιλτάτη.
ἴθ᾽ ὦ γυναικῶν μισοπορπακιστάτη.
εἶἑν· ἀκούω. ταῦτ᾽ ἐπικαλεῖς; μανθάνω.
ἀκούσαθ᾽, ὑμεῖς, ὧν ἕνεκα μομφὴν ἔχει.
665 ἐλθοῦσά φησιν αὐτομάτη μετὰ τἀν Πύλῳ
σπονδῶν φέρουσα τῇ πόλει κίστην πλέαν
ἀποχειροτονηθῆναι τρὶς ἐν τἠκκλησίᾳ.
ΤΡ. ἡμάρτομεν ταῦτ᾽· ἀλλὰ συγγνώμην ἔχε·
ὁ νοῦς γὰρ ἡμῶν ἦν τότ᾽ ἐν τοῖς σκύτεσιν.
670 ΕΡ. ἴθι νυν, ἄκουσον οἷον ἄρτι μ᾽ ἤρετο·
ὅστις κακόνους αὐτῇ μάλιστ᾽ ἦν ἐνθάδε,
χὤστις φίλος κἄσπευδεν εἶναι μὴ μάχας.
ΤΡ. εὐνούστατος μὲν ἦν μακρῷ Κλεώνυμος.
ΕΡ. ποῖός τις οὖν εἶναι δοκεῖ τὰ πολεμικὰ
675 ὁ Κλεώνυμος; ΤΡ. ψυχήν γ᾽ ἄριστος, πλήν γ᾽ ὅτι
οὐκ ἦν ἄρ᾽ οὗπέρ φησιν εἶναι τοῦ πατρός.
εἰ γάρ ποτ᾽ ἐξέλθοι στρατιώτης, εὐθέως
ἀποβολιμαῖος τῶν ὅπλων ἐγίγνετο.
ΕΡ. ἔτι νυν ἄκουσον οἷον ἄρτι μ᾽ ἤρετο·
680 ὅστις κρατεῖ νῦν τοῦ λίθου τοῦ ᾽ν τῇ πυκνί.
ΤΡ. Ὑπέρβολος νῦν τοῦτ᾽ ἔχει τὸ χωρίον.
αὕτη, τί ποιεῖς; τὴν κεφαλὴν ποῖ περιάγεις;
ΕΡ. ἀποστρέφεται τὸν δῆμον ἀχθεσθεῖσ᾽ ὅτι
οὕτω πονηρὸν προστάτην ἐπεγράψατο.
685 ΤΡ. ἀλλ᾽ οὐκέτ᾽ αὐτῷ χρησόμεθ᾽ οὐδέν, ἀλλὰ νῦν
ἀπορῶν ὁ δῆμος ἐπιτρόπου καὶ γυμνὸς ὢν
τοῦτον τέως τὸν ἄνδρα περιεζώσατο.
ΕΡ. πῶς οὖν ξυνοίσει ταῦτ᾽ ἐρωτᾷ τῇ πόλει.
ΤΡ. εὐβουλότεροι γενησόμεθα. ΕΡ. τρόπῳ τίνι;
690 ΤΡ. ὅτι τυγχάνει λυχνοποιὸς ὤν. πρὸ τοῦ μὲν οὖν
ἐψηλαφῶμεν ἐν σκότῳ τὰ πράγματα,
νυνὶ δ᾽ ἅπαντα πρὸς λύχνον βουλεύσομεν.
ΕΡ. ὢ ὤ,
οἷά μ᾽ ἐκέλευσεν ἀναπυθέσθαι σου. ΤΡ. τὸ τί;
ΕΡ. πάμπολλα, καὶ τἀρχαῖ᾽ ἃ κατέλιπεν τότε·
695 πρῶτον δ᾽ ὅ τι πράττει Σοφοκλέης ἀνήρετο.
ΤΡ. εὐδαιμονεῖ· πάσχει δὲ θαυμαστόν. ΕΡ. τὸ τί;
ΤΡ. ἐκ τοῦ Σοφοκλέους γίγνεται Σιμωνίδης.
ΕΡ. Σιμωνίδης; πῶς; ΤΡ. ὅτι γέρων ὢν καὶ σαπρὸς
κέρδους ἕκατι κἂν ἐπὶ ῥιπὸς πλέοι.
700 ΕΡ. τί δαὶ Κρατῖνος ὁ σοφός; ἔστιν; ΤΡ. ἀπέθανεν,
ὅθ᾽ οἱ Λάκωνες ἐνέβαλον. ΕΡ. τί παθών; ΤΡ. ὅ τι;
ὡρακιάσας· οὐ γὰρ ἐξηνέσχετο
ἰδὼν πίθον καταγνύμενον οἴνου πλέων.
χἄτερα πόσ᾽ ἄττ᾽ οἴει γεγενῆσθ᾽ ἐν τῇ πόλει;
705 ὥστ᾽ οὐδέποτ, ὦ δέσποιν᾽, ἀφησόμεσθά σου.

***
Μα, σεβαστή, γιατί σωπαίνεις; Πες μου.
ΕΡΜ. Τα ᾽χει με τους θεατές· έχει τραβήξει
πολλά απ᾽ αυτούς, και δε μιλά μπροστά τους.
660 ΤΡΥ. Τότε ας τα πει σ᾽ εσένα, μες στ᾽ αφτί σου.
ΕΡΜ. Φίλτατη εσύ, ω εχθρά των όπλων, πες μου·
τα αισθήματά σου απέναντί τους ποιά είναι;
Κολλά το αφτί του στο στόμα της Ειρήνης.
Ναι, ακούω… παραπονιέσαι… ναι, το νιώθω.
Ακούστ᾽ εσείς ποιό είν᾽ το παράπονό της.
Μετά απ᾽ αυτά που γίνηκαν στην Πύλο
αυθόρμητα ήρθε, μου είπε, στην Αθήνα
με μια κάσα συνθήκες· κι η συνέλευση
τής είπε τρεις φορές, με ψήφο, το όχι.
ΤΡΥ. Φταίξαμε, ναι, μα εσύ συμπάθησέ μας·
τομάρια τότε τύλιγαν το νου μας.
670 ΕΡΜ. Κάτι άλλο τώρα με ρωτά· ποιοί να ήταν
οι εχθροί της μες στην πόλη, και ποιός ήταν
φίλος της κι έλεγε «όχι πια άλλες μάχες».
ΤΡΥ. Ο Κλεώνυμος, ο πιο πιστός της φίλος.
ΕΡΜ. Ως μαχητής ο Κλεώνυμος πώς είναι;
ΤΡΥ. Καλή ψυχή· μονάχα που δεν είναι
γιος εκεινού που τονε λέει πατέρα·
όσες φορές στρατιώτη τον καλούσαν,
πάθαινε… αποβολή των όπλων που είχε.
ΕΡΜ. Άκουσε τώρα τί άλλο με ρωτάει:
680 «Ποιός ρήτορας στην Πνύκα ξεχωρίζει;»
ΤΡΥ. Ο Υπέρβολος κρατά γερά το βήμα.
Τί κάνεις, θεά; Γυρίζεις το κεφάλι;
ΕΡΜ. Κακό της κάνει να ᾽χουν οι Αθηναίοι
διαλέξει αυτόν τον άθλιο για αρχηγό τους.
ΤΡΥ. Θα τον παραμερίσουμε, μα τώρα
δεν έβρισκε ο λαός μας κηδεμόνα
κι όντας γυμνός τυλίχτηκε με δαύτον.
ΕΡΜ. Μπορεί έτσι να προκόψει, λέει, η Αθήνα;
ΤΡΥ. Πιο φωτεινές οι σκέψεις μας θα γίνουν.
690 ΕΡΜ. Πώς; ΤΡΥ. Μα είναι λυχναράς. Λοιπόν ως τώρα
στα σκοτεινά τα πασπατεύαμε όλα·
τώρα οδηγός μας θα είναι το λυχνάρι.
ΕΡΜ. Ωω,
τί μου λέει να ρωτήσω! ΤΡΥ. Τί σου λέει;
ΕΡΜ. Πολλά· για κείνα που ήξερε πριν φύγει·
και πρώτα πρώτα, ο Σοφοκλής τί κάνει.
ΤΡΥ. Λαμπρά· κάτι όμως έπαθε. ΕΡΜ. Τί πράμα;
ΤΡΥ. Γίνεται ο Σοφοκλής μας Σιμωνίδης.
ΕΡΜ. Και πώς αυτό; ΤΡΥ. Το τέλος του σιμώνει,
μα για λεφτά αρμενίζει και σε ψάθα.
700 ΕΡΜ. Κι ο Κρατίνος πώς πάει; ΤΡΥ. Πέθανε τότε
που οι Λάκωνες μας πάτησαν τη χώρα.
ΕΡΜ. Τί του ᾽ρθε; ΤΡΥ. Κόλπο· του ᾽σπασε ένα κιούπι
κρασί, και δεν το βάσταξε η καρδιά του.
Και πόσα ακόμα γίνηκαν στην πόλη!
Γι᾽ αυτό, κυρά, ποτέ πια δε μας φεύγεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου