Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

M. Heidegger: Από το Είναι στο πολιτικό Είναι

Αποτέλεσμα εικόνας για M. Heidegger: Από το Είναι στο πολιτικό Είναι
H σκέψη ως πολιτική σκέψη του Είναι

Ποιο ήταν το οραματικό μέγεθος του Χάιντεγκερ; Το «να σκέπτεται και να πράττει το μεγάλο». Η βλέψη προς το μεγάλο δεν παραπέμπει σε κάποια φιλοσοφική πραγμάτευση της έννοιας του μεγάλου ως μεγέθους αλλά στην εμφάνιση δυνάμεων που υπόσχονται να ανοίξουν την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου, να ενεργοποιήσουν όλο το Είναι του, ώστε να απεκδυθεί τον ρόλο του μαζανθρώπου και να αυταξιωθεί πρωταγωνιστώντας στην ευημερία της κοινότητας του λαού ως έθνους και κατ’ επέκταση στη δική του αυτοεκπλήρωση. Από τούτη την άποψη, η σκέψη του φιλοσόφου βρίσκεται σε μια ακατάπαυστη εγρήγορση, γι’ αυτό και νωρίς θα αναζητήσει τρόπους εκδίπλωσης έξω από τα ασφυκτικά πλαίσια της «ακαδημαϊκής φιλοσοφίας». Ανήγαγε σε κεντρικό στόχο της στοχαστικής του πράξης δύο τινά:

1. την προβολή της ερωτηματικής σκέψης. Αυτός ο «μυστικός βασιλιάς του σκέπτεσθαι» (H. Arendt), καθ’ όλη τη φιλοσοφική του πορεία, έμμεινε πιστός στο ερώτημα για το Είναι. Δια του ερωτάν έτσι ριζοσπαστικοποιεί τη σχέση του με τα κείμενα των κλασικών φιλοσόφων και αντιπαρατίθεται ανηλεώς με τον στερεότυπο, μηχανιστικό τρόπο σκέψης·
2. την καλλιέργεια μιας γλώσσας και ενός τρόπου έκφρασης που συνυφαίνονται με την ιστορική και οντολογική πραγματικότητα του ανθρώπου, με μια επίγνωση της ευθύνης του τελευταίου απέναντι στην παράδοση της φιλοσοφικής ερμηνείας. Η επίγνωση τούτη εκδηλώνεται ως εκείνη η ουσιώδης ιδιοποίηση αυτής της παράδοσης με τρόπο που ο φιλόσοφος να αποσπάται από την τελευταία τούτη και να προχωρεί σε μια πιο αρχέγονη σύλληψη. Η πραγμάτευση, για παράδειγμα, του Ηράκλειτου ή του Πλάτωνα κ.λπ. δεν ενδιαφέρεται να αντιπαρατεθεί με ερμηνείες της μιας ή της άλλης, σχετικής με αυτούς τους φιλοσόφους κατεύθυνσης, αλλά να θέσει το αρχέγονο ερώτημα για το Είναι. Μέσα από τούτη την προσπάθεια επιτυγχάνει μια απαράμιλλη ανα-σκαφή του κειμένου, η οποία ανανεώνει την παράδοση και αναζωογονεί το απονεκρωμένο.

Εάν η σκέψη είναι ίδιον του ανθρώπου ως «έλλογου όντος», τότε ο άνθρωπος πρέπει να είναι σε θέση να ασκεί τη σκέψη. Στο εσωτερικό όμως της σύγχρονης κοινωνίας πυκνώνει η μαζοποίηση με κύρια χαρακτηριστικά την ψυχική αποξένωση του λαού, την πνευματική του ένδεια και μια κατάσταση του κόσμου, όπου το «προς σκέψη εγκαταλείπει τον άνθρωπο». Όσο ο τελευταίος απομακρύνεται από το σκεπτέον, τόσο μεταποιείται σε μαζάνθρωπο, σε ένα ον δηλαδή που «ως επί το πλείστον διατηρείται σε ελλειπτικούς τρόπους ανθρωπομέριμνας» και παραπαίει μέσα «στην αλληλο-αδιαφορία συνάλληλων όντων». Η ύπαρξή του, ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται από μια πλήρη αδιαφορία για το Είναι ως τέτοιο. Εφόσον λοιπόν η μέριμνα για το Είναι, κατά τον Χάιντεγκερ, κυοφορεί οντολογική πραγμάτωση του ανθρώπου, η ως άνω αδιαφορία ισοδυναμεί με κατάπτωσή του σε μια οντική κατάσταση που δεν του επιτρέπει να προβαίνει σε «ερμήνευση του Είναι του εαυτού του», να ευθυγραμμίζεται με μια καθορισμένη οντολογική κατανόηση και να επιτυγχάνει την υπαρκτική του δικαίωση ως Dasein. Το αληθές δεν χάνεται μέσα στην αχλύ της οντοθεολογικής μεταφυσικής, αλλά κατανοείται μόνο ιστορικά, γιατί αποδεικνύεται κάθε φορά ως αληθές, στο βαθμό που έχει ιστορία. Επομένως, πώς μπορούμε να εισδύουμε στο φαινόμενο της ανθρώπινης ζωής, ώστε να μας αποκαλύπτεται η ιδιοτυπία της; Ο άνθρωπος καταδικάζεται να βιώνει τις πιο ασαφείς στιγμές των ζωτικών του σχέσεων. Για τον Χάιντεγκερ οι ασαφείς στιγμές αποτελούν νεύματα προς σκέψη: να σκεπτόμαστε και να μετα - στοχαζόμαστε πάνω στην αυτοδιαύγεια των ζωτικών σχέσεων του ανθρώπου. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η φιλοσοφία αποπαγιδεύεται από την ανύποπτη βεβαιότητά της ότι γνωρίζει περί του ανθρώπινου-Είναι και καλείται να στραφεί στην αφύπνιση της αυτοσυνειδησίας του Dasein.

Το ερώτημα για την αλήθεια οξύνει την αντιπαράθεση του φιλοσόφου με την τεχνική και την επιστήμη, όπως έχουν εξελιχθεί στη νεωτερική τους συνάφεια με την πολιτική. Η αντιπαράθεση αυτή τον οδήγησε, όχι και λίγες φορές, να συνδέσει τις ερμηνευτικές του αναπτύξεις με το πνεύμα της εποχής του, ήτοι με σύγχρονα φαινόμενα και με τις εμπειρικές τους αποτυπώσεις. Αν και σκοπός αυτής της κατεύθυνσης της σκέψης του δεν ήταν η κριτική αποδοχή ή απόρριψη μιας εποχής συνταρακτικής σε γεγονότα και καταστροφές, όπως ο εθνικοσοσιαλισμός στην εξουσία, β’ παγκόσμιος πόλεμος, ολοκαυτώματα, απόλυτη κυριαρχία της τεχνικής σε εσωτερική ανταπόκριση με την πολιτική κ.α., εν τούτοις ο φιλόσοφος συσχετίσθηκε με εμπειρικές καταστάσεις, όχι για να μείνει σ’ αυτές, αλλά για να τις εντάξει στο πνεύμα της ιστορικότητας του Είναι. Μια τέτοια ένταξη παραπέμπει στην εκ νέου εκδίπλωση του κατά Χάιντεγκερ ερωτάν, η οποία ορθώνεται με δριμύτητα ως το αντίπαλο δέος απέναντι στην υπερδύναμη του υπολογιστικού σκέπτεσθαι που παραμερίζει τον ίδιο τον άνθρωπο ως αντικείμενο. Αυτή η επικίνδυνη πράξη του ερωτάν δεν αφήνει έξω από το στόχαστρό της την αναγκαία ανάλυση και κατανόηση μιας μοιραία ταραχώδους εποχής. Τούτο δεν σημαίνει ότι αναλώνεται σε μια κοινωνιολογική ή πολιτική περιγραφή των κυρίαρχων φαινομένων, αλλά επιχειρεί να εισχωρήσει στις οντολογικές δομές και προϋποθέσεις αυτών. Έτσι παρατηρούμε τον φιλόσοφο να στηλιτεύει την ανεπάρκεια και τα αδιέξοδα της υφιστάμενης πραγματικότητας ή τις ανέξοδες συνταγές θεραπείας της. Το πρόβλημα της σήψης της κοινωνίας και της πολιτείας, η ολική αδυναμία της επιστήμης και της θρησκείας να επιδράσουν θετικά παραπέμπουν σε μια ασύλληπτη δια της υφιστάμενης εμπειρίας αποδόμηση. Ποιο πράγμα ή φαινόμενο επηρεάζει καθοριστικά αυτή την αποδόμηση και διαμορφώνει την ουσία της ως αλήθεια της νεωτερικότητας, ήγουν της μετανεωτερικότητας; Η τεχνική, η επιστήμη και η πολιτική. Ποιο κοινό χαρακτηριστικό διακρίνει ο φιλόσοφος και στις τρεις αυτές περιοχές; Το υπολογιστικό σκέπτεσθαι και τη λογική της κυριαρχίας.