Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για αριστοφανησΟΡΓΑΝΩΣΗ
 
Ὁ ἀ­ριθ­μός τῶν ἔρ­γων πού μπο­ροῦ­σαν νά πα­ρα­στα­θοῦν σέ κά­θε θε­α­τρι­κό δι­α­γω­νι­σμό ἦ­ταν προ­κα­θο­ρι­σμέ­νος, καί ἔ­τσι ἔ­πρε­πε νά γί­νει ἐ­πι­λο­γή ἀ­νά­με­σα στούς ποι­η­τές πού εἶ­χαν νά πα­ρου­σιά­σουν ἔρ­γα τους. Ἡ εὐ­θύ­νη γιά τήν ἐ­πι­λο­γή αὐ­τή εἶ­χε ἀ­να­τε­θε­ σέ ἀ­ξι­ω­μα­τού­χους πού δι­ο­ρί­ζον­ταν κά­θε χρό­νο μέ κλῆ­ρο. Εἶ­ναι ἀ­πί­θα­νο οἱ ἄ­ξι­ω­μα­τοῦ­χοι αὐ­τοί νά εἶ­χαν εἰ­δι­κά προ­σόν­τα γιά νά κρί­νουν θε­α­τρι­κά ἔρ­γα - εἶ­χαν ἄλ­λω­στε τό­σα πολ­λά καί ποι­κί­λα κα­θή­κον­τα, ὥ­στε - ἐ­κτός ἄν συμ­βου­λεύ­ον­ταν γνω­στούς τους, εἰ­δι­κούς στά θε­α­τρι­κά (ἀ­να­λαμ­βά­νον­τας φυ­σι­κά οἱ ἴ­διοι τήν εὐ­θύ­νη τῆς τε­λι­κῆς ἀ­πό­φα­σης) - τό πι­θα­νό­τε­ρο εἶ­ναι νά δι­ά­λε­γαν τό σί­γου­ρο δρό­μο, δί­νον­τας με­γά­λη προ­τε­ραι­ό­τη­τα στούς δρα­μα­τι­κούς συγ­γρα­φεῖς, ὅ­σους εἶ­χαν ἡ­δη πο­λύ γε­ρά ἑ­δραι­ω­μέ­νη φή­μη. Οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χοι ἄρ­χι­ζαν τήν ἐ­τή­σια θη­τεί­α τους λί­γο με­τά τά μέ­σα τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, ἕ­ξι ἡ ἑ­πτά μῆ­νες πρίν ἀ­πό τά Λή­ναι­α - στό δι­ά­στη­μα αὐ­τό ὁ­ποι­ος δρα­μα­τι­κός ποι­η­τής δέν ἦ­ταν σέ θέ­ση νά ὑ­πο­σχε­θεῖ ρη­τά ὅ­τι θά ὑ­πο­βά­λει ἔρ­γο, ἴ­σως μά­λι­στα καί νά πε­ρι­γρά­ψει μέ ἀρ­κε­τές λε­πτο­μέ­ρει­ες τό πε­ρι­ε­χό­με­νό του, κιν­δύ­νευ­ε νά χά­σει τήν εὐ­και­ρί­α. Βέ­βαι­α κά­θε συγ­γρα­φέ­ας εἶ­χε τή δυ­να­τό­τη­τα ὡς τήν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή νά προ­σθέ­τει στό κεί­με­νο του ἐ­πί­και­ρους ὑ­παι­νιγ­μούς (στόν Ἀ­ρι­στο­φά­νη ἐν­το­πί­ζου­με ὁ­ρι­σμέ­να τέ­τοι­α χω­ρί­α) - ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως ἐκ τῶν πραγ­μά­των ὁ­ρια σέ τέ­τοι­ες ἀλ­λα­γές καί προ­σθῆ­κες, ὅ­ταν ἔ­χουν ἀρ­χί­σει οἱ δο­κι­μές: ἐ­ξε­τά­ζον­τας τή σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στό θέ­μα ἑ­νός ἀ­ρι­στο­φα­νι­κοῦ ἔρ­γου καί στήν πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση τήν ἐ­πο­χή της πα­ρά­στα­σης δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ξε­χνοῦ­με ὅ­τι ἡ κα­τά­στα­ση αὐ­τή ἦ­ταν κα­μιά φο­ρά ἀρ­κε­τά δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό ὁ,τι τήν ἐ­πο­χή πού γρα­φό­ταν τό ἔρ­γο.
 
Ὁ δρα­μα­τι­κός συγ­γρα­φέ­ας ἦ­ταν συ­νή­θως, ἄλ­λα ὄ­χι ἀ­ναγ­κα­στι­κά, καί πα­ρα­γω­γός (δι­δά­σκα­λος) τοῦ ἔρ­γου του· στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης τά τρί­α πρῶ­τα ἔρ­γα του (Δαι­τα­λεῖς, Βα­βυ­λώ­νιοι καί Ἀ­χαρ­νε­ς) τά ἐμ­πι­στεύ­τη­κε σέ κά­ποι­ον Καλ­λί­στρα­το γιά νά τά «δι­δά­ξει», καί με­ρι­κά ἀ­πό τά τε­λευ­ταῖ­α του στόν Φι­λω­νί­δη. Τούς ὑ­πο­κρι­τές τούς ὑ­πό­δει­χνε καί τούς μι­σθο­δο­τοῦ­σε τό κρά­τος - τή δα­πά­νη ὅ­μως γιά τή συν­τή­ρη­ση, τήν ἐν­δυ­μα­σί­α καί τήν ἄ­σκη­ση τοῦ χο­ροῦ (ὁ κω­μι­κός χο­ρός εἶ­χε εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις χο­ρευ­τές) τήν ἐ­πω­μι­ζό­ταν ἕ­νας χο­ρη­γός - ὁ ὅ­ρος πρέ­πει ἀρ­χι­κά νά σή­μαι­νε τόν «ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ χο­ροῦ», ἀλ­λά τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη σή­μαι­νε κυ­ρί­ως αὐ­τόν πού θά ὀ­νο­μά­ζα­με σή­με­ρα δι­ευ­θυν­τή πα­ρα­γω­γῆς (manager). Ἡ ἀ­θη­να­ϊ­κή πο­λι­τεί­α δέν εἰ­σέ­πρατ­τε ἄ­με­σους φό­ρους ἀ­πό τά εἰ­σο­δή­μα­τα, οὔ­τε κάν ἐ­φά­παξ εἰ­σφο­ρές ἀ­πό τους πλου­σί­ους, πα­ρά μό­νο σέ πο­λύ ἔ­κτα­κτες πε­ρι­πτώ­σεις· ἔ­τσι, τά ἔ­σο­δα πού χρει­ά­ζον­ταν γιά τίς ἐ­σω­τε­ρι­κές δα­πά­νες τά συγ­κέν­τρω­ναν ὡς ἕ­να βαθ­μό ἀ­πό τήν ἔμ­με­ση φο­ρο­λο­γί­α, ἡ ἀ­πό τήν ἀ­νά­θε­ση με­γά­λου μέ­ρους τῆς δα­πά­νης γιά τίς γι­ορ­τές, τίς τε­λε­τές καί τή συν­τή­ρη­ση τῶν πο­λε­μι­κῶν πλοί­ων σέ ἰ­δι­ῶ­τες, πού ἡ δη­λω­μέ­νη πε­ρι­ου­σί­α τους ἔ­φτα­νε νά κα­λύ­ψει τίς δα­πά­νες αὐ­τές. Ἀ­πό τους Βα­τρά­χους, 367:
 
ὅ­ποι­ος ρή­το­ρας λέ­ει νά κο­πεῖ ἡ ἀ­μοι­βή / τῶν ποι­η­τῶν,
 
μα­θαί­νου­με ὅ­τι ὁ κω­μω­δι­ο­γρά­φος πλη­ρω­νό­ταν δέν ξέ­ρου­με ὅ­μως πό­ση ἦ­ταν ἡ ἀ­μοι­βή του καί πό­σον και­ρό πρίν ἀ­πό τήν πα­ρά­στα­ση ἄρ­χι­ζε νά κα­τα­βάλ­λε­ται.
 
Στά Με­γά­λα (κα­τ’ ἄ­στυ) Δι­ο­νύ­σια συ­να­γω­νί­ζον­ταν τρεῖς τρα­γι­κοί ποι­η­τές, κα­θέ­νας μέ τρεῖς τρα­γω­δί­ες καί ἕ­να σα­τυ­ρι­κό δρά­μα, ἐ­νῶ οἱ κω­μω­δι­ο­γρά­φοι ἔ­πρε­πε νά ὑ­πο­βά­λουν ἕ­να μό­νο ἔρ­γο ὁ κα­θέ­νας. Φαί­νε­ται ὅ­τι σέ κα­θε­μί­α ἀ­πό τίς τρεῖς μέ­ρες τίς ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες σέ θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις ἔ­παι­ζαν πρῶ­τα τίς τρεῖς τρα­γω­δί­ες καί τό σα­τυ­ρι­κό δρά­μα ἑ­νός τρα­γι­κοῦ, καί κα­τό­πιν μιά κω­μω­δί­α: αὐ­τό του­λά­χι­στον συ­νά­γε­ται λο­γι­κά ἀ­πό ἕ­να χω­ρί­ο τῶν Ὄρ­νι­θων (786-789), ὅ­που ὁ χο­ρός τῶν που­λι­ῶν ἀ­να­πτύσ­σει τά πλε­ο­νε­κτή­μα­τα πού ἔ­χει κα­νείς ἄν δι­α­θέ­τει φτε­ρά:
 
Νά, ἄν κά­νεις ἀ­πό σᾶς τούς θε­α­τές ἦ­ταν φτε­ρω­τός καί ἔ­πει­τα πει­νοῦ­σε καί δέν τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ χο­ροί τῶν τρα­γι­κῶν, θά ἔ­φευ­γε ἀ­πό τό θέ­α­τρο πε­τών­τας, θά πή­γαι­νε σπί­τι του νά κόλα­τσί­σει, καί χορ­τά­τος ἔ­πει­τα θά γύ­ρι­ζε, πε­τών­τας πά­λι, σέ ἐ­μᾶς τούς κω­μι­κούς νά ξα­να­κά­τσει.
 
Δέν μᾶς εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς γνω­στό ποι­ά ἦ­ταν ἡ σει­ρά πα­ρά­στα­σης τῶν ἔρ­γων πρίν ἀ­πό τόν πε­λο­πον­νη­σια­κό πό­λε­μο, ὅ­ταν τό πρό­γραμ­μα στά Με­γά­λα Δι­ο­νύ­σια πε­ρι­λάμ­βα­νε πέν­τε κω­μω­δί­ες, ἡ ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν κα­θι­ε­ρώ­θη­κε πά­λι τό προ­πο­λε­μι­κό σχῆ­μα. Ἄ­γνω­στο μᾶς εἶ­ναι καί τό πρό­γραμ­μα στά Λή­ναι­α, ὅ­που πα­ρου­σί­α­ζαν λι­γό­τε­ρες τρα­γω­δί­ες.
 
Τό σῶ­μα τῶν κρι­τῶν, πού ἀ­πο­φά­σι­ζαν στό τέ­λος τῆς γι­ορ­τῆς τήν ποι­ο­τι­κή κα­τά­τα­ξη τῶν ἔρ­γων, ἐ­κλε­γό­ταν τήν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή μέ κλῆ­ρο ἀ­πό κα­τα­λό­γους προ­σώ­πων πού εἶ­χαν ὑ­πο­βά­λει οἱ δέ­κα φυ­λές - οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι πο­λί­τες ἦ­ταν χω­ρι­σμέ­νοι ὅ­λοι σέ δέ­κα φυ­λές. Οἱ κρι­τές ἦ­ταν δέ­κα, ἕ­νας ἀ­πό κά­θε φυ­λή, καί ἡ τε­λι­κή ἀ­πό­φα­ση βα­σι­ζό­ταν σέ τυ­χαί­α ἐ­πι­λο­γή μέ κλῆ­ρο τῶν πέν­τε ἀ­πό τίς δέ­κα προ­σω­πι­κές προ­τι­μή­σεις τους. Δέν ξέ­ρου­με μέ ποι­ά κρι­τή­ρια κα­ταρ­τί­ζον­ταν οἱ δέ­κα ἀρ­χι­κοί κα­τά­λο­γοι τῶν ὑ­πο­ψή­φι­ων κρι­τῶν.
 
Στό κεί­με­νο τῶν κω­μω­δι­ῶν βρί­σκου­με κα­μιά φο­ρᾶ εἰ­δι­κές ἀ­να­φο­ρές στό ἀ­κρο­α­τή­ριο· αὐ­τές φαί­νε­ται νά προ­ϋ­πο­θέ­τουν ὅ­τι οἱ θε­α­τές ἦ­ταν μό­νο ἄν­τρες καί ἀ­γό­ρια. Δύ­ο ὅ­μως χω­ρί­α στούς Νό­μους τοῦ Πλά­τω­να (658a-d καί 817c) ἐ­πι­τρέ­πουν νά συμ­πε­ρά­νου­με ὅ­τι, του­λά­χι­στον τήν ἐ­πο­χή τα­ῆς συγ­γρα­φῆς τῶν Νό­μων (μέ­σα τοῦ 4ου αἰ­ώ­να), οἱ γυ­ναῖ­κες μπο­ροῦ­σαν νά πα­ρα­κο­λου­θοῦν πα­ρα­στά­σεις ὅ­λων τῶν δρα­μα­τι­κῶν εἰ­δῶν[1]. Δέν ἔ­χου­με σο­βα­ρό λό­γο νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι στό θέ­μα αὐ­τό ὑ­πῆρ­χε δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στήν ἐ­πο­χή τοῦ Πλά­τω­να καί τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη. Εἶ­ναι πο­λύ φυ­σι­κό νά ἀ­να­φέ­ρει ἕ­νας κω­μι­κός ποι­η­τής ὅ­τι τό κοι­νό του εἶ­ναι ἀν­τρι­κό: στήν Ἀ­θή­να, οἱ κρί­σεις καί οἱ προ­τι­μή­σεις τῶν ἀν­τρῶν εἶ­χαν βα­ρύ­τη­τα καί ἀ­πο­φα­σι­στι­κή ση­μα­σί­α γιά τό κύ­ρος καί τή φή­μη τοῦ ποι­η­τῆ· θε­τι­κές ἐκ­δη­λώ­σεις ἐ­πι­δο­κι­μα­σί­ας ἤ ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­ας ἀ­πό γυ­ναῖ­κες δέν θά ἦ­ταν κα­λο­δε­χού­με­νες μπρο­στά σέ ἄν­τρες. Δέν πρέ­πει, νο­μί­ζω, νά πι­στέ­ψου­με ὅ­τι μιά γυ­ναί­κα - ἐ­κτός ἄν ἦ­ταν ἱ­έ­ρεια καί κα­θό­ταν στό ἕ­δρα­νο πού προ­βλε­πό­ταν γιά τό ἀ­ξί­ω­μα της - θά μπο­ροῦ­σε, χω­ρίς νά θε­ω­ρη­θεῖ ἀ­πρέ­πεια αὐ­τό πού κά­νει, νά κά­θε­ται ὅ­σο στε­κό­ταν ὄρ­θιος ἕ­νας ἄν­τρας, ἤ νά στέ­κε­ται καί νά βλέ­πει ἄ­νε­τα τό ἔρ­γο, ὅ­ταν ἕ­νας ἄν­τρας ἔ­στε­κε πί­σω μέ­σα στό συ­νω­στι­σμό καί δέν μπο­ροῦ­σε νά δεῖ. Τό πι­θα­νό­τε­ρο εἶ­ναι νά κά­θον­ταν πρῶ­τα οἱ ἐ­νή­λι­κοι Ἀ­θη­ναῖ­οι[2], καί πί­σω ἀ­πό αὐ­τούς νά συ­νω­στί­ζον­ταν γυ­ναῖ­κες, παι­διά, ξέ­νοι καί δοῦ­λοι, προ­σπα­θών­τας νά δοῦν ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν κα­λύ­τε­ρα τό ἔρ­γο.
 
Οἱ ἐ­λεύ­θε­ρες Ἀ­θη­ναῖ­ες πο­λί­τισ­σες ἔ­πρε­πε νά συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται μέ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια καί νά κοκ­κι­νί­ζουν εὔ­κο­λα - θά ἔ­λε­γε λοι­πόν κα­νείς ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἀν­τί­φα­ση ἀ­νά­με­σα στήν κοι­νω­νι­κή αὐ­τή ἀ­παί­τη­ση καί στή θυ­μη­δί­α πού θά προ­κα­λοῦ­σε στίς γυ­ναῖ­κες ἡ ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη χυ­δαι­ό­τη­τα τῆς ἀ­ρι­στο­φα­νι­κῆς κω­μω­δί­ας. Σέ κοι­νω­νί­ες ὅ­μως ὅ­που ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ ἄλ­λου φύ­λου ἐ­πι­βάλ­λει με­γά­λους πε­ρι­ο­ρι­σμούς στή γυ­ναι­κεί­α συμ­πε­ρι­φο­ρά, βρί­σκου­με κα­μιά φο­ρά νά ὑ­πάρ­χει τό ἴ­διο με­γά­λη ἐ­λευ­θε­ρί­α ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες συ­ζη­τοῦν με­τα­ξύ τους. Ἄν λοι­πόν οἱ γυ­ναῖ­κες φρόν­τι­ζαν νά μα­ζεύ­ον­ται ὅ­λες μα­ζί κά­που χω­ρι­στά ἀ­πό τους ἄν­τρες τους στίς κω­μι­κές πα­ρα­στά­σεις, στίς φαλ­λι­κές λι­τα­νεῖ­ες κτλ., δέν θά ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε πού νά τίς ἐμ­πο­δί­ζει νά δι­α­σκε­δά­ζουν. Ὅ­σο γιά τά ἀ­γό­ρια, οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι θε­ω­ροῦ­σαν αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι τά δι­α­σκέ­δα­ζαν τά χυ­δαῖ­α χω­ρα­τά. Στίς Νε­φέ­λες, 538 κ.ε., ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης ἀ­να­φέ­ρει ἕ­ναν τύ­πο στο­λῆς ὑ­περ­βο­λι­κά φαλ­λι­κῆς, καί λέ­ει πώς ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νη «γιά νά γε­λοῦν τά μι­κρά παι­διά».
 
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
 
Ὅ­ταν σή­με­ρα στε­κό­μα­στε κά­τω ἀ­πό τήν Ἀ­κρό­πο­λη καί κοι­τά­ζου­με τό θέ­α­τρο, σχε­δόν ὅ­λα ὅ­σα βλέ­που­με ἀ­νή­κουν στήν ἑλ­λη­νι­στι­κή ἤ τή ρω­μα­ϊ­κή ἐ­πο­χή. Μέ τίς ἀ­να­σκα­φές μπο­ρέ­σα­με νά ἀ­να­συν­θέ­σου­με μέ ἀρ­κε­τές λε­πτο­μέ­ρει­ες τό θέ­α­τρο ὅ­πως ἦ­ταν με­τά τήν κυ­ρι­ό­τε­ρη ἀ­νοι­κο­δό­μη­σή του, πρός τά τέ­λη τοῦ 4ου π. Χ. αἰ­ώ­να. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη, τά ἐ­ρεί­πια τῶν θε­ά­τρων πού σώ­ζον­ται σέ ἄλ­λα μέ­ρη τοῦ ἑλ­λη­νι­κο­ΰ κό­σμου μᾶς βο­η­θοῦν νά συμ­πλη­ρώ­σου­με τή γε­νι­κή εἰ­κό­να μας γιά τό σχέ­διο τοῦ ἀρ­χαί­ου ἑλ­λη­νι­κο­ΰ θε­ά­τρου ἐ­κεί­νης τα­ῆς ἐ­πο­χῆς. Ὡ­στό­σο ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης προ­η­γεῖ­ται χρο­νι­κά μι­σόν αἰ­ώ­να καί πε­ρισ­σό­τε­ρο· μι­κρό μό­νο μέ­ρος ἀ­πό τό ὅ­λο σύμ­πλεγ­μα τῶν θε­με­λί­ων, πού ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν στήν πε­ρι­ο­χή τοῦ θε­ά­τρου στήν Ἀ­θή­να, μπο­ρεῖ νά θε­ω­ρη­θεῖ τό­σο πρώ­ι­μο[3]. Γιά νά φαν­τα­στοῦ­με τό θέ­α­τρο ὅ­πως ἦ­ταν ὅ­ταν παί­ζον­ταν τά ἀ­ρι­στο­φα­νι­κά ἔρ­γα[4], πρέ­πει νά συν­δυ­ά­σου­με τά ἐ­λά­χι­στα αὐ­τά λεί­ψα­να (α) μέ συμ­πε­ρά­σμα­τα πού συ­νά­γου­με ἀ­πό νε­ώ­τε­ρα θέ­α­τρα, (β) μέ τά λί­γα κα­τα­το­πι­στι­κά στοι­χεῖ­α πού μᾶς πα­ρα­δί­δουν ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς, καί (γ) μέ τά ὅ­σα μᾶς κά­νουν νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὁ­ρι­σμέ­να χω­ρί­α στίς ἴ­δι­ες τίς κω­μω­δί­ες τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη.
 
Τά βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ ἀ­ρι­στο­φα­νι­κο­ΰ θε­ά­τρου ἦ­ταν (α) ἕ­νας κυ­κλι­κός χῶ­ρος (ἡ ὀρ­χή­στρα - ὀρ­χοῦ­μαι=χο­ρεύ­ω) μέ δι­ά­με­τρο εἴ­κο­σι πε­ρί­που μέ­τρα, (β) ἕ­νας ἀ­νη­φο­ρι­κός χῶ­ρος γιά τούς θε­α­τές (τό κοῖ­λον), μέ ὁ­μό­κεν­τρες σει­ρές ἀ­πό κα­θί­σμα­τα, πού πε­ρι­βάλ­λουν κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τό βο­ρει­ο­δυ­τι­κό ἡ­μι­κύ­κλιο τῆς ὀρ­χή­στρας, καί (γ) ἕ­να κτί­σμα (ἡ σκη­νή)[5] στά νο­τι­ο­α­να­το­λι­κά της ὄρ­χη­στρας, κά­θε­το πρός τόν ἄ­ξο­να πού δι­χο­το­μεῖ τό κοῖ­λον καί τήν ὀρ­χή­στρα, μέ με­γά­λους δι­α­δρό­μους δε­ξιά καί ἀ­ρι­στε­ρά (εἴ­σο­δοι ἤ, ἀρ­γό­τε­ρα, πά­ρο­δοι) γιά τήν προ­σπέ­λα­ση στήν ὀρ­χή­στρα. Ὁ Ξε­νο­φῶν ἀ­να­φέ­ρει στήν Κύ­ρου Παι­δεί­α (6, 1, 54) ἕ­ναν πύρ­γο μέ ξύ­λα χον­τρά ὥ­σπερ τρα­γι­κῆς σκη­νῆς, καί ἔ­τσι μα­θαί­νου­με ὅ­τι τό σκη­νι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα ἦ­ταν ξύ­λι­νο, ἀ­κό­μη καί ὡς τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ξε­νο­φών­τα, τό πρῶ­το μι­σό τοῦ 4ου π.Χ. αἰ­ώ­να. Στή λ. τρα­γι­κῆς πε­ρι­έ­χε­ται καί τό κω­μι­κῆς: ὅ­λα τά εἴ­δη τῶν ἔρ­γων παί­ζον­ταν στό ἴ­διο θέ­α­τρο, καί δέν ὑ­πῆρ­χε σέ κοι­νή χρή­ση λέ­ξη πού νά κα­λύ­πτει (ὅ­πως σή­με­ρα τό «δρα­μα­τι­κός») ὅ­λα τά θε­α­τρι­κά εἰ­δη.
 
Ἐ­ξε­τά­ζον­τας τά ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ θε­ά­τρου τῆς Ἐ­ρέ­τριας, πού ἀ­νή­κει στόν 4ο π.Χ. αἰ­ώ­να, συμ­πε­ραί­νου­με ὅ­τι ἡ πε­ρι­ο­χή ἀ­μέ­σως μπρο­στά ἀ­πό τό σκη­νι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα ἦ­ταν κά­πως ψη­λό­τε­ρη ἀ­πό τήν ὀρ­χή­στρα· τό ἴ­διο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό φαί­νε­ται νά προ­ϋ­πο­θέ­τουν καί γιά τό ἀ­θη­να­ϊ­κό θέ­α­τρο ὁ­ρι­σμέ­να χω­ρί­α τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη. Με­ρι­κά ἀ­πό αὐ­τά ἐ­πι­δέ­χον­ται καί ἄλ­λες ἑρ­μη­νεῖ­ες· ἕ­να ὅ­μως χω­ρί­ο εἶ­ναι σχε­δόν ἀ­δύ­να­το νά ἐρ­μη­νευ­τεῖ ἀλ­λι­ῶς: στούς Σφῆ­κες, 1341-1344, ὁ γέ­ρος γυ­ρί­ζει ἀ­πό τό γλέν­τι σέρ­νον­τας μα­ζί του τήν αὐ­λη­τρί­δα κά­ποι­ου ἄλ­λου. Τῆς λέ­ει:
 
Ἐ­σύ ἔ­λα, χρυ­σο­μά­μου­νό μου, ἀ­νέ­βα·
πιά­σου, κρα­τή­σου ἀ­π’ τό σκοι­νά­κι τοῦ­το·
ναί, πιά­σου, ἀλ­λ’ ἀ­πα­λά, για­τ’ εἶ­ναι σά­πιο·
ὡ­στό­σο λί­γο τρί­ψι­μο τό θέ­λει.
 
Εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅ­τι σκοι­νά­κι ὀ­νο­μά­ζε­ται στό κεί­με­νο ὁ με­γά­λος τε­χνη­τός φαλ­λός πού ἀ­πο­τε­λοῦ­σε μό­νι­μο στοι­χεῖ­ο στήν ἀμ­φί­ε­ση τοῦ κω­μι­κο­ϋ ἡ­θο­ποι­οῦ· οἱ λέ­ξεις ὅ­μως εἶ­ναι δι­α­λεγ­μέ­νες σάμ­πως ἡ κο­πέ­λα νά ἀ­νέ­βαι­νε σκά­λα ἤ κλι­μα­κο­στά­σιο ἀ­πό­το­μο μέ ἕ­να σκοι­νί στό πλά­ι γιά ὁ­δη­γό. Ἄν στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὁ Φι­λο­κλέ­ων καί τό κο­ρί­τσι προ­χω­ροῦ­σαν πρός τήν κα­τεύ­θυν­ση τῆς σκη­νῆς περ­πα­τών­τας σέ τε­λεί­ως ἴ­σιο ἐ­πί­πε­δο, χω­ρίς νά ἀ­νε­βοῦν οὔ­τε ἕ­να σκα­λο­πά­τι, τό­τε στό χω­ρί­ο αὐ­τό δέν κα­τα­λα­βαί­νου­με οὔ­τε πῶς πρέ­πει νά παί­ξουν οἱ ἠ­θο­ποι­οί, οὔ­τε για­τί σκέ­φτη­κε ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης νά τό δι­α­μορ­φώ­σει ἔ­τσι. Πα­ράλ­λη­λα, ἕ­να δυ­ό σκα­λο­πά­τια θά ἔ­φτα­ναν γιά νά δι­και­ο­λο­γή­σουν τό ἀ­στεῖ­ο. Δέν πρέ­πει νά φαν­τα­στοῦ­με τούς ἠ­θο­ποι­ούς πά­νω σέ πραγ­μα­τι­κά ψη­λή σκη­νή, ἀ­πο­κομ­μέ­νους ἀ­πό τό χο­ρό πού ἔ­παι­ζε κά­τω στήν ὀρ­χή­στρα· πολ­λά ἀ­πό ὅ­σα συμ­βαί­νουν στήν κω­μω­δί­α καί στήν τρα­γω­δί­α (ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν ὁ χο­ρός φαί­νε­ται νά τρι­γυ­ρί­ζει κά­ποι­ον καί νά τοῦ ἐ­πι­τί­θε­ται) προ­ϋ­πο­θέ­τουν ἐ­λευ­θε­ρί­α κι­νή­σε­ως ἀ­νά­με­σα στήν ὀρ­χή­στρα καί στό χῶ­ρο μπρο­στά στή σκη­νή[6] - οἱ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κές μαρ­τυ­ρί­ες ὅ­μως μᾶς δεί­χνουν ὅ­τι ἡ ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νη σκη­νή (τό λο­γεῖ­ον) ἀ­πο­τέ­λε­σε νε­ω­τε­ρι­σμό τῆς ἑλ­λη­νι­στι­κῆς ἐ­πο­χῆς.
 
Τά θε­α­τρι­κά ἔρ­γα παί­ζον­ταν στό ὕ­παι­θρο μέ τό φῶς τῆς ἡ­μέ­ρας - ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νά δη­μι­ουρ­γη­θεῖ τε­χνη­τό σκο­τά­δι. Ὅ­ταν λοι­πόν ὁ δρα­μα­τουρ­γός ἡ­θε­λε νά πα­ρα­στή­σει δρά­ση στά σκο­τει­νά (ὅ­πως π.χ. ἀρ­χή ἀρ­χή στίς Νε­φέ­λες καί στούς Σφῆ­κες, κα­θώς καί στούς τε­τρα­κό­σιους πρώ­τους στί­χους στίς Ἐκ­κλη­σι­ά­ζου­σες) ἔ­πρε­πε νά ἐ­ξη­γή­σει μέ τά λό­για τῶν ἠ­θο­ποι­ῶν στούς ἀ­κρο­α­τές ὅ­τι δέν εἶ­χε ἀ­κό­μη ξη­με­ρώ­σει - ἀ­πό ἐ­δῶ καί πέ­ρα τό ἀ­κρο­α­τή­ριο ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τή φαν­τα­σί­α του.[7] Κά­τι ἀ­νά­λο­γο συμ­βαί­νει καί μέ τή δρά­ση σέ κλει­στό χῶ­ρο: πράγ­μα­τα πού κα­νο­νι­κά ἔ­πρε­πε νά γί­νον­ται μέ­σα σέ κά­ποι­ο κτί­ριο, στό θέ­α­τρο πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἀ­ναγ­κα­στι­κά νά γί­νον­ται στό ὕ­παι­θρο, καί ὑ­πάρ­χουν πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­που ἡ κά­πως ἀ­φύ­σι­κη αὐ­τή κα­τά­στα­ση γί­νε­ται αἰ­σθη­τή. Στήν Εἰ­ρή­νη π.χ., ὅ­ταν ὁ Τρυ­γαῖ­ος φτά­νει στήν κα­τοι­κί­α τῶν θε­ῶν καί χτυ­πᾶ τήν πόρ­τα τους, ἀ­νοί­γει ὁ Ἑρ­μῆς καί τοῦ ἀ­ναγ­γέλ­λει ὅ­τι οἱ θε­οί με­τα­κό­μι­σαν καί ἄ­φη­σαν τό πα­λιό τους σπί­τι στόν θε­ό Πό­λε­μο. Στόν στ. 232 κ.ε. ὁ Ἑρ­μῆς λέ­ει:
 
Μά πά­ω· για­τί μοῦ φαί­νε­ται πώς βγαί­νει (ὁ Πό­λε­μος)·
ἀ­κού­ε­ται κρό­τος μέ­σα­θε.
 
Ὁ Ἑρ­μῆς φεύ­γει, ὁ Τρυ­γα­ϊ­ος κρύ­βε­ται κά­που ἀ­πό­με­ρα, καί ὁ Πό­λε­μος βγαί­νει μέ τό δοῦ­λο του τόν Κυ­δοι­μό γιά νά κο­πα­νή­σει σ’ ἕ­να γου­δί ὑ­λι­κά πού συμ­βο­λί­ζουν τίς δι­ά­φο­ρες ἑλ­λη­νι­κές πό­λεις. Ὅ­ταν ἑ­τοι­μα­στεῖ τό μεῖγ­μα, ὁ Πό­λε­μος στέλ­νει τόν Κυ­δοι­μό νά φέ­ρει τό γου­δό­χε­ρο· αὐ­τός ὅ­μως γυ­ρί­ζει μέ ἄ­δεια χέ­ρια, καί τε­λι­κά ὁ Πό­λε­μος τοῦ λέ­ει (287 κ.ε.):
 
Μπά­σε ξα­νά τα’ ἀγ­γειά· θά μπῶ στό σπί­τι
καί μό­νος μου θά φτιά­ξω στουμ­πι­στή­ρι.
 
Ἔ­τσι, ὁ Πό­λε­μος, ὁ Κυ­δοι­μός καί τά θε­α­τρι­κά τους σκεύ­η ξα­ναμ­παί­νουν στό σπί­τι, καί ἄν ἀ­πο­ροῦ­με για­τί χρει­ά­στη­κε νά βγά­λουν τά σκεύ­η ἔ­ξω, ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ὅ­τι ὁ ποι­η­τής δέν εἶ­χε ἄλ­λο τρό­πο νά μᾶς δεί­ξει τί συ­νέ­βαι­νε. Οἱ ἄρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες ζοῦ­σαν στό ὕ­παι­θρο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ἐ­μᾶς· ὅ­σο οἰ­κεί­α ὅ­μως καί ἄν τούς ἦ­ταν ἡ ὑ­παί­θρια ἐρ­γα­σί­α καί δι­α­σκέ­δα­ση, θά ἔ­νι­ω­σαν ὁ­πωσ­δή­πο­τε κά­ποι­ο στοι­χεῖ­ο θε­α­τρι­κῆς τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γί­ας στίς Νε­φέ­λες, 631-633: ὁ Στρε­ψιά­δης ἔ­χει μό­λις γί­νει δε­κτός ὡς μα­θη­τής στό σω­κρα­τι­κό φρον­τι­στή­ριο· καί ὁ Σω­κρά­της βγαί­νει ἀ­πό τό σχο­λεῖ­ο ἀ­πελ­πι­σμέ­νος μέ τή βλα­κεί­α τοῦ μα­θη­τή του:
 
                                                 ...ὡ­στό­σο
θά τόν φω­νά­ξω ἐ­δῶ στό φῶς. Στρε­ψιά­δη!
Γιά πά­ρε τό σο­φά καί κο­πί­α­σε ἔ­ξω.
 
Σέ προ­η­γού­με­νο χω­ρί­ο (195-199) εἴ­χα­με πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ὅ­τι οἱ μα­θη­τές τοῦ Σω­κρά­τη γί­νον­ται χλω­μοί καί κα­κο­μοί­ρη­δες, για­τί ὑ­πο­χρε­ώ­νον­ται νά ζοῦν κλει­σμέ­νοι μέ­σα καί νά μή βγαί­νουν στό ὕ­παι­θρο. Τό ἀ­στεῖ­ο αὐ­τό ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται, καί τό λη­σμο­νοῦ­με τώ­ρα πού χρει­ά­ζε­ται νά δοῦ­με μπρο­στά μας τίς δυ­σκο­λί­ες τοῦ Στρε­ψιά­δη νά κα­τα­λά­βει ὅ­σα προ­σπα­θεῖ νά τοῦ δι­δά­ξει ὁ Σω­κρά­της.
 
Me ὅ­σα εἴ­πα­με ὡς τώ­ρα θά ἔ­γι­νε φα­νε­ρό ὅ­τι τό ἀ­θη­να­ϊ­κό κοι­νό δέν μπο­ροῦ­σε νά ἔ­χει με­γά­λες ἀ­παί­τη­σεις στό θέ­μα τῆς θε­α­τρι­κῆς ψευ­δαί­σθη­σης - ἴ­σως μά­λι­στα ὁ ὅ­ρος ψευ­δαί­σθη­ση νά μήν εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λος γιά θε­α­τρι­κές με­θό­δους, ὅ­ταν αὐ­τές συν­τε­λοῦν στή δη­μι­ουρ­γί­α φαν­τα­στι­κῶν κα­τα­στά­σε­ων πο­λύ λι­γό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­σο τά λό­για τοῦ κει­μέ­νου καί ἡ συμ­με­το­χή τοῦ κοι­νο­ϋ.
 
Κα­θώς δέν ὑ­πῆρ­χε αὐ­λαί­α, τά ὑ­λι­κά πού χρει­ά­ζον­ταν γιά τήν ἐ­ναρ­κτή­ρια σκη­νή πρέ­πει νά τά το­πο­θε­τοῦ­σαν στή θέ­ση τους, προ­τοῦ ἀρ­χί­σει ἡ πα­ρά­στα­ση, μπρο­στά στά μά­τια τῶν θε­α­τῶν - καί ὅ­ταν ἡ σκη­νή αὐ­τή πε­ρι­λαμ­βά­νει (ὅ­πως στίς Νε­φέ­λες καί στούς Σφῆ­κες) κά­ποι­ον πού κοι­μᾶ­ται, πρέ­πει καί αὐ­τός, λί­γο πρίν ἀ­πό τήν πα­ρά­στα­ση, νά περ­πα­τοῦ­σε μπρο­στά στούς θε­α­τές καί νά πή­γαι­νε νά πά­ρει στά­ση κοι­μι­σμέ­νου. Αὐ­τό βέ­βαι­ά μας φαί­νε­ται πα­ρά­ξε­νο, για­τί εἴ­μα­στε συ­νη­θι­σμέ­νοι σέ κλει­στά θέ­α­τρα καί σέ αὐ­λαῖ­ες· εἶ­ναι ὅ­μως ἀμ­φί­βο­λο ἄν μιά θε­α­τρι­κή μέ­θο­δος μπο­ρεῖ νά φα­νεῖ πα­ρά­λο­γη ἡ ἀ­δέ­ξια, ἡ ὅ­πως­δή­πο­τε ἀ­πα­ρά­δε­κτη, σέ ἕ­να κοι­νό πού δέν γνώ­ρι­ζε οὔ­τε ἄ­με­σα οὔ­τε ἔμ­με­σα, ἀ­πό δι­η­γή­σεις, ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πιό ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες. Μό­νο ὅ­ταν κά­τι γί­νει μιά φο­ρά σω­στά, ἀρ­χί­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι νά κρί­νουν τά λά­θη πού γί­νον­ταν ὡς τό­τε· τό κοι­νό ὅ­μως τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη, πού ἔ­ζη­σε ἀ­πό τό­σο κον­τά τίς πρω­ταρ­χές τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ θε­ά­τρου, εἶ­ναι πο­λύ πι­θα­νό νά ἀ­γνο­οῦ­σε πολ­λά ἀ­πό τά θε­α­τρι­κά προ­βλή­μα­τα πού ἔ­χει λύ­σει ὁ νε­ώ­τε­ρος πο­λι­τι­σμός μας.
 
Σέ ἕ­να ση­μεῖ­ο τῆς Εἰ­ρή­νης, ἀ­φοῦ λευ­τε­ρω­θεῖ ἡ θε­ά Εἰ­ρή­νη ἀ­πό τή βα­θιά σπη­λιά ὅ­που τήν ἔ­χει φυ­λα­κί­σει ὁ Πό­λε­μος, ὁ χο­ρός ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά κρα­τᾶ στά χέ­ρια του ἐρ­γα­λεῖ­α καί σκοι­νιά, χρή­σι­μα ὡς τώ­ρα, ἄλ­λα ἄ­χρη­στα ἀ­πό δῶ κι ἐμ­πρός ὡς τό τέ­λος τοῦ ἔρ­γου. Ὁ κο­ρυ­φαῖ­ος λέ­ει (729-733):
 
στόν Τρυ­γαῖ­ο         Στό κα­λό, στό κα­λό·
στό χο­ρό                  τώ­ρ’ ἄς δώ­σουμ ἐ­μεῖς
                                  στούς βο­η­θούς μας αὐ­τά πού κρα­τοῦ­με,
                                  νά μήν πά­ει καί τά χά­σου­με· ξέ­ρε­τε δά,
                                  στίς σκη­νές τρι­γυ­ρί­ζου­νε πάν­τα
                                πλῆ­θος κλέ­φτες, ἀ­τσί­δες, πού πᾶ­νε σκυ­φτοί
                                κι ὁ,τι βρο­ϋ­νε τ' ἅρ­πα­ζουν καί φεύ­γουν.
στούς βο­η­θούς       Παι­διά, πάρ­τε τά, ἐ­λᾶ­τε· πολ­λή προ­σο­χή·
στό χο­ρό                  στούς θε­α­τές ἐ­μεῖς τώ­ρα θά ποῦ­με
                                ὅ­σα κρύ­βου­με στό νοῦ μας καί τῶν λό­γων τή σει­ρά.
 
Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἀ­σά­φεια στή λέ­ξη ἀ­κό­λου­θοι, πού με­τα­φρά­στη­κε «βο­η­θοί» καί πού θά μπο­ροῦ­σε νά ση­μαί­νει «δοῦ­λοι μας», δη­λα­δή ὄ­χι ὁ­μά­δα δού­λων, πού ἀ­νή­κουν στό χο­ρη­γό καί βγαί­νουν ξαφ­νι­κά γιά νά μα­ζέ­ψουν τά ὑ­λι­κα ἀ­πό τήν ὀρ­χή­στρα, ἀλ­λά βου­βά πρό­σω­πα, πού ἀ­πό τήν ἀρ­χή ὡς τό τέ­λος πα­ρι­στά­νουν τούς δού­λους τῶν γε­ωρ­γῶν -με­λῶν τοῦ χο­ροῦ. Ἴ­σως ὅ­μως ἡ ἀ­σά­φεια νά μήν εἶ­ναι μό­νο γλωσ­σι­κή: Ἄν βρι­σκό­μα­σταν σέ ἕ­να ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κό σπί­τι καί κου­βεν­τι­ά­ζα­με μέ τόν κύ­ριο τοῦ σπι­τιοῦ, οὔ­τε κάν θά προ­σέ­χα­με τά πη­γαι­νέ­λα τῶν δού­λων πού θά κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν κά­νον­τας τή δου­λειά τούς· για­τί λοι­πόν νά ἀ­σχο­λη­θεῖ τό ἀ­κρο­α­τή­ριο μέ τήν ταυ­τό­τη­τα καί τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς πα­ρου­σί­ας κά­ποι­ων σι­ω­πη­λῶν δού­λων πού ἐ­κτε­λοῦ­σαν ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐρ­γα­σί­ες;[8] Στήν κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή, μιά ὁ­μά­δα ἀ­γρό­τες πού εἶ­χαν χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σκοι­νιά καί ἐρ­γα­λεῖ­α, ἦ­ταν φυ­σι­κό νά ἔ­λε­γαν στούς δού­λους τους νά τά μα­ζέ­ψουν ὅ­τι οἱ σχε­τι­κές ἐν­το­λές ἐν­σω­μα­τώ­θη­καν στό κεί­με­νο τοῦ θε­α­τρι­κο­ΰ ἔρ­γου, ἴ­σως νά ὀ­φεί­λε­ται ὡς ἕ­να ση­μεῖ­ο στήν ἀ­συ­νή­θι­στα με­γά­λη ἔ­κτα­ση τῆς ἐ­πι­χεί­ρη­σης: ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης ἔ­κρι­νε ὅ­τι θά φαι­νό­ταν πιό ψεύ­τι­κο νά τήν ἀ­πο­σι­ω­πή­σει πα­ρά νά τήν ἀ­να­φέ­ρει, ὅ­πως καί ἔ­κα­με - ἴ­σως ὅ­μως αὐ­τό νά ὀ­φεί­λε­ται κα­τά κύ­ριο λό­γο στήν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ ποι­η­τῆ νά κά­μει ἕ­να ἀ­στεῖ­ο γιά τίς κλο­πές ὑ­λι­κῶν τήν ὥ­ρα τῆς πα­ρά­στα­σης. Μπο­ροῦ­με νά ξε­χω­ρί­σου­με καί με­ρι­κές ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­που τά ὑ­λι­κά πρέ­πει νά ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ταν ἀ­πό τή σκη­νή χω­ρίς νά γί­νε­ται σχε­τι­κή μνεί­α, ὅ­πως π.χ. στό χω­ρί­ο τῶν Νε­φε­λῶν (631-633) πού πα­ρα­θέ­σα­με πιό πά­νω. Τό κρε­βά­τι, πού δι­α­τά­ζει ὁ Σω­κρά­της, στόν στ. 633, νά φέ­ρει ὁ Στρε­ψιά­δης, βρι­σκό­ταν ἡ­δη ἔ­ξω ἀ­πό τό σχο­λεῖ­ο στόν στ. 294· στόν 505 ὁ Σω­κρά­της λέ­ει στό μα­θη­τή του:
 
Ἄ­σε τά λό­για κι ἀ­κο­λού­θη­σέ με / ἀ­πό δῶ...
 
Ὁ Στρε­ψιά­δης τόν ἀ­κο­λου­θεῖ μέ­σα στό σπί­τι (50Θ). Κά­ποι­α στιγ­μή, ἀ­νά­με­σα στούς στί­χους 509 καί 627, πρέ­πει κά­ποι­ος νά ἔ­παιρ­νε τό κρε­βά­τι μέ­σα - κα­νο­νι­κά αὐ­τή τή δου­λειά θά τήν ἔ­κα­νε κά­ποι­ος δοῦ­λος, πού μπο­ρο­ΰ­με (ἄν θέ­λου­με) νά τόν θε­ω­ρή­σου­με βου­βό καί ἀ­νώ­νυ­μο τρό­φι­μο τοῦ φρον­τι­στη­ρί­ου.
 
Ἡ με­τα­κί­νη­ση τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­πο­τε­λεῖ θέ­μα σχε­τι­κά ἀ­σή­μαν­το.
 
Πο­λύ πιό δυ­σε­πί­λυ­τα καί πε­ρί­πλο­κα εἶ­ναι δύ­ο ἄλ­λα ἀλ­λη­λέν­δε­τα προ­βλή­μα­τα: πό­σες πόρ­τες εἶ­χε τό σκη­νι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα, καί μέ ποι­όν τρό­πο γι­νό­ταν ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πό μιά σκη­νή πέ­ρα γιά πέ­ρα ἐ­ξω­τε­ρι­κή σέ μιά ἄλ­λη, πού ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ ποι­η­τή ἦ­ταν νά τή φαν­τα­στεῖ τό κοι­νό μέ­σα σέ κτί­ριο.[9]
 
Σέ πολ­λά χω­ρί­α τά λό­για τοῦ κει­μέ­νου ἀ­να­φέ­ρουν ρη­τά τήν πόρ­τα ἑ­νός συγ­κε­κρι­μέ­νου σπι­τιοῦ· ἔ­τσι π.χ. στούς Ἀ­χαρ­νεῖς, 393-395:
 
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ:     Εἶ­ναι και­ρός νά ὁ­πλί­σω τήν ψυ­χή μου·
                                    πρέ­πει νά πά­ω νά βρῶ τόν Εὐ­ρι­πί­δη.
                                 Παι­δί!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ:            Ποι­ός;
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ:     Εἶ­ναι μέ­σα ὁ Εὐ­ρι­πί­δης;
 
Στούς Βα­τρά­χους, 35-39, ὁ Δι­ό­νυ­σος φτά­νει στό σπί­τι τοῦ Ἡ­ρα­κλῆ :
 
ΔΙΟΝΥΣΟΣ:             ...Ἡ πρώ­τη στά­ση
                                   πού ‘χα νά κά­μω εἶ­ναι κον­τά· νά, τού­τη
                                   ἡ πόρ­τα. Ἐ­ε, μι­κρέ! Μι­κρέ! Φω­νά­ζω.
ΗΡΑΚΛΗΣ:              Ποι­ός εἶ­ναι; ποι­ός μοῦ χτύ­πη­σε τήν πόρ­τα
                                σάν Κέν­ταυ­ρος;
 
Ἔ­τσι καί στή Λυ­σι­στρά­τη, 428-431, ὁ Προ­βου­λος προ­ε­τοι­μά­ζε­ται νά ἀ­νοί­ξει μέ τή βί­α τά Προ­πύ­λαι­α, ὅ­ταν οἱ πύ­λες ἀ­νοί­γουν ἀ­πό μέ­σα καί βγαί­νει ἡ Λυ­σι­στρά­τη:
 
Ἀ­φῆ­στε κά­τω τους λο­στούς· νά, βγαί­νω
μό­νη μου ἐ­γώ· οἱ λο­στοί τί θά σᾶς κά­μουν;
 
Ὡ­στό­σο ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λα χω­ρί­α, ὅ­που ἔ­χου­με τήν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἡ πόρ­τα στή σκη­νή εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἕ­να ἐν­δι­ά­με­σο ση­μεῖ­ο με­τά­βα­σης ἀ­πό τό ὕ­παι­θρο σέ στε­γα­σμέ­νο χῶ­ρο, γε­νι­κά, χω­ρίς νά πρέ­πει νά τήν ταυ­τί­σου­με μέ τήν πόρ­τα ἑ­νός συγ­κε­κρι­μέ­νου οἰ­κο­δο­μή­μα­τος. Ἔ­τσι, στίς Θε­σμο­φο­ρι­ά­ζου­σες, 930, ὁ Πρύ­τα­νης δι­α­τά­ζει τόν ἀ­στυ­νο­μι­κό νά «πά­ρει μέ­σα» τό γέ­ρο καί νά τόν «δέ­σει στή φά­λαγ­γα» (δῆ­σον αὐ­τόν εἰ­σα­γα­γών)· στόν στ. 1007 ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κός ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται λί­γη ὥ­ρα γιά νά «βγά­λει ἔ­ξω» (ἐ­ξε­νεγ­κεῖν), ὅ­πως λέ­ει, ἕ­να στρω­σί­δι, νά κοι­μη­θεῖ. Στήν ἀρ­χή τοῦ ἔρ­γου ὑ­πῆρ­χε ὁ­πωσ­δή­πο­τε μιά πόρ­τα πού πα­ρί­στα­νε τό σπί­τι τοῦ Ἀ­γά­θω­να· ἀ­μέ­σως με­τά (279) πρέ­πει νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ἡ δρά­ση με­τα­φέ­ρε­ται στό ἱ­ε­ρό της Δή­μη­τρας καί τῆς Περ­σε­φό­νης - στό κεί­με­νο ὅ­μως δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι τό ἱ­ε­ρό εἶ­χε πόρ­τα, καί θά ἦ­ταν με­γά­λο λά­θος νά ἀ­πο­ρή­σου­με πού ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κός ἐλ­πί­ζει νά βρεῖ στρω­σί­δι μέ­σα σέ να­ό. Σέ ἀ­νά­λο­γες πε­ρι­πτώ­σεις ἡ πόρ­τα τῆς σκη­νῆς δέν εἶ­ναι πα­ρά ἁ­πλό ση­μεῖ­ο με­τά­βα­σης σέ κά­ποι­ο ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο μέ­σα, πού ἀ­πο­τε­λεῖ καί τήν πη­γή ἀ­πό ὅ­που με­τα­φέ­ρον­ται τά ὑ­λι­κά (πρβ. σ. 202, γιά τούς Ὄρ­νι­θες).
 
Ἡ πόρ­τα τῆς σκη­νῆς εἶ­ναι ἀρ­κε­τά φυ­σι­κό νά ἀ­πο­κτᾶ συγ­κε­κρι­μέ­νη ταυ­τό­τη­τα, ὅ­ταν τό ἀ­παι­τεῖ ἡ δρά­ση, ἀλ­λά καί νά τή χά­νει, ὅ­ταν ἡ ταυ­τό­τη­τα αὐ­τή δέν εἶ­ναι πιά ἀ­πα­ραί­τη­τη. Ἐ­ξί­σου φυ­σι­κό εἶ­ναι ἡ ἴ­δια πόρ­τα νά μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­κτᾶ δι­α­φο­ρε­τι­κές ταυ­τό­τη­τες σέ δι­α­φο­ρε­τι­κά ση­μεῖ­α τοῦ ἔρ­γου: τό σπί­τι τοῦ Ἡ­ρα­κλῆ π.χ., στούς Βα­τρά­χους, 35-165, καί τό σπί­τι τοῦ Πλού­τω­να, ἀ­πό τό στί­χο 431 κ.ε., εἶ­ναι βέ­βαι­α τό ἴ­διο· αὐ­τό ὅ­μως τό ἁ­γνο­εῖ τό ἀ­κρο­α­τή­ριο, ὅ­πως ἐ­πι­βάλ­λει ἡ θε­α­τρι­κή σύμ­βα­ση, ὅ­σο δια­ρκεῖ τό τα­ξί­δι τοῦ Δι­ο­νύ­σου ἀ­πό τό σπί­τι τοῦ Ἡ­ρα­κλῆ ὡς τό σπί­τι τοῦ Πλού­τω­να (166-430). Ὡ­στό­σο δέν εἶ­ναι καί τό­σο εὔ­κο­λο νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ἡ ἴ­δια πόρ­τα πα­ρί­στα­νε στήν ἴ­δια μέ­σα σκη­νή δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κά σπί­τια. Με­ρι­κοί σύγ­χρο­νοι ἑρ­μη­νευ­τές τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς κω­μω­δί­ας εἶ­ναι βέ­βαι­οι ὅ­τι καί αὐ­τό ἦ­ταν δυ­να­τό: ὅ­ταν π.χ. στους Ἀ­χαρ­νεῖς, 1069-1142, τό κεί­με­νο δεί­χνει ὅ­τι καί ἡ πόρ­τα στό σπί­τι τοῦ Λά­μα­χου καί ἡ πόρ­τα στό σπί­τι τοῦ Δι­και­ό­πο­λη χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται συ­νε­χῶς καί συγ­χρό­νως, ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης - ὑ­πο­στη­ρί­ζουν οἱ ἐ­ρευ­νη­τές αὐ­τοί - στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται τούς πε­ρι­ο­ρι­σμούς πού ἐ­πι­βάλ­λει ὁ θε­α­τρι­κός χῶ­ρος, γιά νά πε­τύ­χει κω­μι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Αὐ­τή ἡ ἄ­πο­ψη ἐ­νι­σχύ­ε­ται κά­πως ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι κα­μί­α ἀ­πό τίς σω­ζό­με­νες τρα­γω­δί­ες - μέ πι­θα­νή ἐ­ξαί­ρε­ση μί­α σκη­νή ἀ­πό τίς Χο­η­φό­ρες τοῦ Αἰ­σχύ­λου, ὅ­που θά ἦ­ταν δυ­να­τό νά ἐ­φαρ­μο­στοῦν δι­ά­φο­ρες σκη­νο­θε­τι­κές μέ­θο­δοι - δέν μπο­ροῦ­με νά θε­ω­ρή­σου­με ὅ­τι ἀ­παι­τεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πό μί­α πόρ­τες. Ἡ ση­μα­σί­α αὐ­τῆς της δι­α­πί­στω­σης μει­ώ­νε­ται κά­πως ὅ­ταν ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με τίς με­γά­λες δι­α­φο­ρές πού πα­ρου­σιά­ζουν στό εἶ­δος τῆς πλο­κῆς ἡ τρα­γω­δί­α καί ἡ κω­μω­δί­α· καί ὁ­πωσ­δή­πο­τε δέν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι, κα­θώς σχε­δί­α­ζαν τό θε­α­τρι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα, εἶ­χαν κα­τά νοῦ τήν τρα­γω­δί­α κυ­ρί­ως, καί ἡ­θε­λαν ἁ­πλῶς νά βο­λέ­ψουν ὅ­πως ὅ­πως καί τήν κω­μω­δί­α, μέ λι­γό­τε­ρα μέ­σα ἀ­πό ὅ­σα πραγ­μα­τι­κά χρει­α­ζό­ταν. Σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, τό δρα­μα­τι­κό ἔρ­γο, πέ­ρα ἀ­πό ἀν­θρώ­πους, δέν χρει­ά­ζε­ται τί­πο­τε ἄλ­λο· ὅ­λα τά ὑ­πό­λοι­πα μπο­ρεῖ νά πα­ρα­στα­θοῦν μέ παν­το­μί­μα. Ἄν ἄλ­λες ἄ­νε-ξάρ­τη­τες μαρ­τυ­ρί­ες μᾶς ὑ­πο­χρέ­ω­ναν νά δε­χτοῦ­με ὅ­τι ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης δέν μπο­ροῦ­σε νά δι­α­θέ­τει στό σκη­νι­κό του πα­ρά μί­α μό­νο πόρ­τα καί πο­τέ πε­ρισ­σό­τε­ρες, τό­τε φυ­σι­κά θά μᾶς ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νά λέ­με ὅ­τι ἡ κω­μω­δί­α χρει­ά­ζε­ται πά­νω ἀ­πό μί­α πόρ­τα· θά ἔ­πρε­πε λοι­πόν νά ξα­να­σκε­φτοῦ­με ἀ­πό τήν ἀρ­χή πῶς γι­νό­ταν ἡ σκη­νο­θε­σί­α κά­θε ἀ­ρι­στο­φα­νι­κοῦ ἔρ­γου - πράγ­μα πού μπο­ροῦ­με νά κά­μου­με - μέ τρό­πο πού νά συμ­φω­νεῖ μέ τό δε­δο­μέ­νο τῆς μί­ας πόρ­τας, καί θά ἀ­πο­δί­δα­με στή μο­να­δι­κή αὐ­τή πόρ­τα τή δυ­να­τό­τη­τα νά ἀλ­λά­ζει κά­θε τό­σο προ­ο­ρι­σμό, ὅ­σο γρή­γο­ρα καί ἄν τό ἀ­παι­τε­ΐ ἡ δρά­ση. Ἀλ­λά ὅ­πως ἔ­χουν τώ­ρα τά πράγ­μα­τα, οἱ πρω­ι­μό­τε­ρες ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τες μαρ­τυ­ρί­ες προ­έρ­χον­ται ἀ­πό πα­ρα­στά­σεις ἑλ­λη­νι­στι­κῆς ἐ­πο­χῆς, ὅ­που ἡ σκη­νή πα­ρου­σι­ά­ζε­ται νά ἔ­χει τρεῖς πόρ­τες· σ’ αὐ­τές πρέ­πει νά προ­σθέ­σου­με καί τόν Πρό­λο­γο τῆς κω­μω­δί­ας Δύ­σκο­λος του Με­νάν­δρου (316 π.Χ.), ὅ­που ὁ θε­ός Πᾶν μᾶς δεί­χνει ἕ­να ἕ­να τά τρί­α κτί­ρια πού θά χρη­σι­μο­ποι­η­θοῦν στό ἔρ­γο, καί ἐ­ξη­γεῖ ποι­ό εἶ­ναι τό κα­θέ­να. Εἴ­μα­στε λοι­πόν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νά ρω­τή­σου­με: Τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται, ἤ ὄ­χι, ἡ σκη­νή μέ τίς πολ­λα­πλές πόρ­τες, ὅ­πως μᾶς μαρ­τυ­ρεῖ­ται ἀ­πό τά τέ­λη τοῦ 4ου αἰ­ώ­να; Ση­μαν­τι­κές μαρ­τυ­ρί­ες ἀ­πο­τε­λοῦν καί τά ἀ­ρι­στο­φα­νι­κά χω­ρί­α, ὁ­πό­τε μπο­ροῦ­με τώ­ρα νά ρω­τή­σου­με: Ἄν ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης εἶ­χε μί­α μό­νο πόρ­τα στό σκη­νι­κό του, θά ἔ­γρα­φε τό χω­ρί­ο αὐ­τό ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τό ἔ­γρα­ψε; Αὐ­τή ἡ δεύ­τε­ρη ἐ­ρώ­τη­ση βα­σί­ζε­ται στή σκέ­ψη ὅ­τι ὁ κω­μι­κός ποι­η­τής μπο­ροῦ­σε βέ­βαι­α νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τούς πε­ρι­ο­ρι­σμούς τοῦ θε­α­τρι­κοῦ χώ­ρου σάν πη­γή κω­μι­κῶν ἐμ­πνεύ­σε­ων, δέν εἶ­ναι ὅ­μως κα­θό­λου πι­θα­νό νά ἔ­γρα­ψε χω­ρί­α μέ τρό­πο πού νά προ­βλη­μα­τί­ζουν μό­νο ἤ νά μπερ­δεύ­ουν τό κοι­νό, ὅ­ταν τοῦ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νά τά ἔ­χει γρά­ψει δι­α­φο­ρε­τι­κά.
 
Τέ­τοι­α πε­ρί­πτω­ση εἶ­ναι ἡ πρώ­τη σκη­νή τῶν Νε­φε­λῶν. Ὅ Στρε­ψιά­δης ρω­τᾶ τόν Φει­διπ­πί­δη (92):
 
            Κοί­τα­ξε ἔ­ξω. Βλέ­πεις
ἐ­κεί­νη τήν πορ­τού­λα, τό σπι­τά­κι;[10]
 
Ἀ­μέ­σως με­τά τοῦ ἐ­ξη­γεῖ ὅ­τι πρό­κει­ται γιά τό σχο­λεῖ­ο τοῦ Σω­κρά­τη, ὅ­που θά ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά τόν γρά­ψει μα­θη­τή. Ὁ νέ­ος ἀρ­νεῖ­ται, καί ὕ­στε­ρα ἀ­πό μιά σύν­το­μη ἀλ­λά θυ­ελ­λώ­δη δι­α­φω­νί­α ξε­κι­νᾶ νά φύ­γει λέ­γον­τας (125):
 
Ἐ­γώ ὅ­μως μπαί­νω μέ­σα (εἴ­σει­μι) καί δέ μέ νοιά­ζει ἐ­σύ
τί θά κά­μεις.
 
Ὅ­ταν λέ­ει μέ­σα ἐν­νο­εῖ στό σπί­τι μας. Ὁ Στρε­ψιά­δης, πού τώ­ρα ἔ­μει­νε μό­νος, τό παίρ­νει ἀ­πό­φα­ση πώς δέν τοῦ μέ­νει ἄλ­λο πα­ρά νά φοι­τή­σει ὁ ἴ­διος στό σχο­λεῖ­ο, κι ἄς εἶ­ναι πε­ρα­σμέ­νος στά χρό­νια, κι ἄς μήν ἔ­χει πιά κα­λό μνη­μο­νι­κό. Μο­νο­λο­γεῖ (131):
 
Πρέ­πει νά πά­ω. Για­τί ἔ­τσι νά δι­στά­ζω
καί δέ χτυ­πά­ω τήν πόρ­τα; Ἐ­έ! Πορ­τι­έ­ρη!
 
Ἕ­νας μα­θη­τής τοῦ ἀ­νοί­γει ἀ­μέ­σως τήν πόρ­τα τοῦ φρον­τι­στη­ρί­ου. Ἄν ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης εἶ­χε στό σκη­νι­κό του μί­α μό­νο πόρ­τα, για­τί νά εἶ­χε γρά­ψει τό­σο ἀ­νά­πο­δα τή σκη­νή αὐ­τή; Δέν μπο­ροῦ­σε νά βά­λει τόν Φει­διπ­πί­δη νά λέ­ει ἕ­να ἁ­πλό «φεύ­γω» (εἶ­μι), ὅ­πως ὁ Ἑρ­μῆς στήν Εἰ­ρεί­νή,[11] καί νά φεύ­γει ἀ­πό μιά πά­ρο­δο; Ἡ πι­θα­νό­τη­τα νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται στίς Νε­φέ­λες, ἀ­πό τήν ἀρ­χή ὡς τό τέ­λος, δύ­ο πόρ­τες εἶ­ναι με­γά­λη, ἐ­νι­σχύ­ε­ται μά­λι­στα καί ἀ­πό ἕ­να χω­ρί­ο πρός τό τέ­λος τοῦ ἔρ­γου (πρβ. σ. 156)· πα­ρό­μοι­α μπο­ροῦ­με νά ὑ­πο­στη­ρί­ξου­με ὅ­τι καί οἱ Ἐκ­κλη­σι­ά­ζου­σες, γιά νά πα­ρα­στα­θοῦν σω­στά, ἀ­παι­τοῦν δύ­ο του­λά­χι­στον πόρ­τες (σ. 274).
 
Ὁ τρα­γι­κός ποι­η­τής χρει­ά­ζε­ται συ­χνά νά μᾶς δεί­ξει κά­ποι­ον νε­κρό ἤ ἑ­τοι­μο­θά­να­το, κά­ποι­ον ἄρ­ρω­στο ἤ τρε­λό. Στίς πε­ρι­πτώ­σεις αὐ­τές ὑ­πο­τί­θε­ται - στή φαν­τα­στι­κή πλο­κή τοῦ ἔρ­γου - ὅ­τι ὁ χο­ρός, ἤ κά­ποι­ος ἄλ­λος, μπαί­νει στό κτί­ριο καί ἐ­κεῖ βρί­σκει τό πρό­σω­πο πού εἶ­ναι νε­κρό, ἤ πού μέ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε τρό­πο ἔ­χει ἀ­κι­νη­το­ποι­η­θεῖ. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως τοῦ θε­ά­τρου τό πρό­σω­πο αὐ­τό τό ἔ­βγα­ζαν ἀ­πό τήν κεν­τρι­κή πόρ­τα τῆς σκη­νῆς πά­νω σέ ἕ­να χα­μη­λό βα­γο­νέ­το, τό ἐκ­κύ­κλη­μα. Τό ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ σκη­νι­κο­ΰ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος ἔ­βγαι­νε ἔ­τσι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἔ­ξω, στά μά­τια τοῦ κοι­νοῦ, καί ἦ­ταν πιά θέ­μα τῆς φαν­τα­σί­ας τοῦ θε­α­τή νά ἀν­τι­στρέ­ψει τίς σχέ­σεις στό χῶ­ρο, καί νά θε­ω­ρή­σει τό μέ­σα ἔ­ξω. Χω­ρίς ἄλ­λο, γι’ αὐ­τόν τό λό­γο πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της νά μπαι­νο­βγαί­νει μέ τό ἐκ­κύ­κλη­μα, ἀν­τί νά περ­πα­τᾶ σάν κα­νο­νι­κός ἄν­θρω­πος μέ τά δυ­ό του πό­δια, στίς δύ­ο ἀ­ρι­στο­φα­νι­κές σκη­νές ὅ­που κά­ποι­ος ἐ­πι­σκέ­πτε­ται ἕ­ναν τρα­γι­κό ποι­η­τή στό σπί­τι του (τόν Εὐ­ρι­πί­δη στούς Ἀ­χαρ­νεῖς, 395-479, καί τόν Ἀ­γά­θω­να στίς Θε­σμο­φο­ρι­ά­ζου­σες, 95-265). Ἄ­λυ­το πα­ρα­μέ­νει καί τό πρό­βλη­μα ἄν ἡ κω­μω­δί­α χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τό ἐκ­κύ­κλη­μα μό­νο γιά νά σα­τι­ρί­σει τίς συ­νή­θει­ες τῶν τρα­γι­κῶν, ἤ καί σέ ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­ταν δέν μπο­ροῦ­σε νά τό ἀ­πο­φύ­γει (πρβ. σ. 191). Φαί­νε­ται ἀρ­κε­τά πι­θα­νό ὅ­τι τό ἐκ­κύ­κλη­μα χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στίς Νε­φέ­λες γιά νά μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψει τό ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ σχο­λεί­ου: ὁ Στρε­ψιά­δης φω­νά­ζει στό σπου­δα­στή: ἄ­νοι­γε τήν θύ­ραν (183), καί λί­γους στί­χους ἀρ­γό­τε­ρα οἱ σπου­δα­στές πού φά­νη­καν μέ τό «ἄ­νοιγ­μα» πα­ρου­σι­ά­ζε­ται νά βρί­σκον­ται «στό ὕ­παι­θρο», ὁ­πό­τε παίρ­νουν ἐν­το­λή «νά μπού­νε μέ­σα» (195-199). Πρέ­πει ὡ­στό­σο νά πα­ρα­τη­ρή­σου­με ὅ­τι, γιά νά χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ τό ἐκ­κύ­κλη­μα σ’ αὐ­τήν τή σκη­νή, θά ἔ­πρε­πε νά ση­κώ­νει δύ­ο του­λά­χι­στον ὁ­μά­δες, ἀ­πό δύ­ο τό λι­γό­τε­ρο σπου­δα­στές ἡ κα­θε­μιά (187-192), γε­ω­με­τρι­κά καί ἀ­στρο­νο­μι­κά ὄρ­γα­να καί ἕ­να χάρ­τη (201-206), κα­θώς καί τό κρε­βά­τι ὅ­που ἀρ­γό­τε­ρα θά «μυ­η­θεῖ» ὁ Στρε­ψιά­δης (254). Ἐ­ναλ­λα­κτι­κή λύ­ση πρέ­πει νά θε­ω­ρή­σου­με τή δυ­να­τό­τη­τα νά «ἄ­νοι­γε» τό σχο­λεῖ­ο μέ τήν ἀ­πο­μά­κρυν­ση μιᾶς αὐ­λαί­ας (ὅ­που θά βρι­σκό­ταν ἡ πόρ­τα πού ἔ­δει­ξε ὁ Στρε­ψιά­δης στόν στ. 92) καί ὅ­τι οἱ σπου­δα­στές, ὅ­ταν τούς λέ­νε νά μποῦν μέ­σα (195), μπαί­νουν στήν πόρ­τα τῆς μό­νι­μης σκη­νῆς, πού τώ­ρα καί ὡς τό τέ­λος τοῦ ἔρ­γου θά ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει τήν πόρ­τα τοῦ φρον­τι­στη­ρί­ου. Στό θέ­α­τρο τοῦ 5ου  αἰ­ώ­να φαί­νε­ται ὅ­τι ὑ­πῆρ­χαν κι­νη­τά σκη­νι­κά: ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης (Ποι­η­τι­κή, 1449a, 18) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ὁ Σο­φο­κλῆς εἰ­σή­γα­γε στήν τρα­γω­δί­α σκη­νο­γρα­φί­αν· αὐ­τό δύ­σκο­λα μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νει μό­νι­μη σκη­νο­γρα­φι­κή δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ της σκη­νῆς, ἀ­φοῦ οἱ δι­α­δο­χι­κές τρα­γω­δί­ες τῆς κά­θε μέ­ρας, ἄν ἦ­ταν νά τίς ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ κά­πως τό σκη­νι­κό, χρει­ά­ζον­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κή ἡ κα­θε­μιά τούς εἰ­κό­να.[12] Εἶ­ναι πι­θα­νό ἡ σκη­νή νά ἀ­πέ­δι­δε ὀ­πτι­κά τό βρα­χό­το­πο με τούς θά­μνους στούς Ὄρ­νι­θες (54, 92, 207 κ.ε.)· οἱ βρά­χοι στό στό­μιο τῆς σπη­λιᾶς στήν Εἰ­ρή­νη (224 κ.ε., 361) πρέ­πει νά ἦ­ταν ἀν­τι­κεί­με­να τέ­τοι­α πού ἀ­πό μα­κριά νά μοιά­ζουν βρά­χια.
 
Τό σκη­νι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα εἶ­χε ἐ­πί­πε­δη στέ­γη (στούς Σφῆ­κες, 67 κ.ε., ὁ δοῦ­λος δεί­χνει τόν Βδε­λυ­κλέ­ω­να «πλα­γι­α­σμέ­νο πά­νω ἔ­κε­ϊ στό δῶ­μα»)· ἐ­πί­σης εἶ­χε δύ­ο πα­τώ­μα­τα: στούς Σφῆ­κες, 364-402, ὁ Φι­λο­κλέ­ων κα­τε­βαί­νει ἀ­πό πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ἐ­πά­νω πα­τώ­μα­τος μέ σκοι­νί· καί στίς Ἐκ­κλη­σι­α­ζου­σες, 877 κ.ε., εἶ­ναι πι­θα­νό νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται δύ­ο πα­ρά­θυ­ρα τοῦ ἐ­πά­νω πα­τώ­μα­τος (πρβ. σ. 273). Ἡ τρα­γω­δί­α χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κα­μιά φο­ρά γε­ρα­νό γιά νά πα­ρου­σιά­σει θε­ό­τη­τες καί ἥ­ρω­ες νά πε­τοῦν στίς πε­ρι­πτώ­σεις αὐ­τές ὁ ἠ­θο­ποι­ός κρε­μό­ταν ἀ­πό­να σκοι­νί καί ὁ γε­ρα­νός - στε­ρε­ω­μέ­νος στό πά­νω καί πί­σω μέ­ρος τοῦ σκη­νι­κοῦ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος - τόν ἔ­παιρ­νε καί τόν ἔ­φερ­νε νά τόν δοῦ­με. Στήν Εἰ­ρή­νη ὁ γε­ρα­νός χρει­ά­ζε­ται ὅ­ταν ὁ Τρυ­γαῖ­ος, κα­βά­λα σέ τε­ρά­στιο σκα­θά­ρι, πε­τᾶ καί φτά­νει στόν οὐ­ρα­νό· τό κεί­με­νο ἀ­πο­κλεί­ει καί τήν πα­ρα­μι­κρή ἀμ­φι­βο­λί­α, ὅ­ταν ὁ Τρυ­γαῖ­ος, δι­α­κό­πτον­τας κω­μι­κά τή θε­α­τρι­κή ψευ­δαί­σθη­ση, λέ­ει (173-176):
 
Πῶς τρέ­μω ! Τώ­ρα δέν τό λέ­ω στ ἀ­στεῖ­α.
Μη­χα­νι­κέ, τό νοῦ σου· κά­τι ἀ­έ­ρια
στρι­φο­γυρ­νοῦν ἐ­δῶ στόν ἀ­φα­λό μου·
πρό­σε­ξε μή χορ­τά­σω τό σκα­θά­ρι.[13]
 
Πα­ρό­μοι­α κρε­μα­σμέ­νος πα­ρου­σι­ά­ζε­ται καί ὁ Σω­κρά­της στίς Νε­φέ­λες, 218-237.
 
ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ
 
Ὁ τρα­γι­κός ποι­η­τής ἔ­πρε­πε κα­νο­νι­κά νά δι­α­μορ­φώ­σει τό ἔρ­γο του ἔ­τσι ὥ­στε οἱ ρό­λοι του νά μπο­ροῦν νά μοι­ρα­στοῦν ὅ­λοι σέ τρεῖς μό­νο ἠ­θο­ποι­ούς· ἦ­ταν ὅ­μως ἐ­λεύ­θε­ρος νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ὅ­σα βου­βά πρό­σω­πα ἡ­θε­λε - στήν τρα­γω­δί­α βρί­σκου­με κα­μιά φο­ρά καί μι­κρούς ρό­λους γιά παι­διά. Με­ρι­κά ἔρ­γα τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη δέν παί­ζον­ται μέ λι­γό­τε­ρους ἀ­πό τέσ­σε­ρις ὑ­πο­κρι­τές: ὑ­πάρ­χοῦν πολ­λά χω­ρί­α ὅ­που στή συ­ζή­τη­ση με­τέ­χουν τέσ­σε­ρα πρό­σω­πα, καί ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρα ὅ­που ὁ ἠ­θο­ποι­ός δέν θά προ­λά­βαι­νε νά ἀλ­λα­ξει ἀμ­φί­ε­ση ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἕ­να πρό­σω­πο ἀ­πό τή σκη­νή ὥ­σπου νά ἐμ­φα­νι­στεῖ ἕ­να ἄλ­λο. Στήν πρώ­τη σκη­νή τῆς Λυ­σι­στρά­της π.χ. εὔ­κο­λα δι­α­κρί­νου­με, ἐ­κτός ἀ­πό τήν ἡ­ρω­ί­δα, δύ­ο Ἀ­θη­ναῖ­ες καί τή Λαμ­πι­τώ, πού ὅ­ταν μι­λᾶ ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πό τή σπαρ­τι­α­τι­κή δι­ά­λε­κτο πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ: ἔ­τσι, στούς στ. 99-106 ἔ­χου­με:
 
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ:       Πο­θεῖ­τε ἤ ὄ­χι τῶν μι­κρῶν παι­δι­ῶν σας
                                τούς πα­τέ­ρες πού λεί­πουν σ’ ἐκ­στρα­τεῖ­ες;
                                   Στόν πό­λε­μο ἄν­τρες ἔ­χε­τε ὅ­λες, ξέ­ρω.
 ΚΛΕΟΝΙΚΗ:           Ἐ­μέ­να τῆς κα­η­μέ­νης πέν­τε μῆ­νες
                                   λεί­πει στή Θρά­κη, γιά φρου­ρός... τοῦ Εὐ­κρά­τη.
ΜΥΡΡΙΝΗ:              Σω­στούς ἑ­φτά ὁ δι­κός μου εἶ­ναι στήν Πύ­λο.
ΛΑΜΠΙΤΩ:             Μά κι ὁ δι­κός μου, ἀρ­γά καί ποῦ ἄν γυ­ρί­σει
                                ἀ­πό τό λό­χο, ἁρ­πά­ζει τήν ἀ­σπί­δα
                                καί πά­λι εὐ­θύς κά­νει φτε­ρά καί δρό­μο.
 
Ὡ­στό­σο στή σκη­νή αὐ­τή ἀ­πο­κλεί­ε­ται κά­θε ὑ­πέρ­βα­ση τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ τῶν τεσ­σά­ρων ὁ­μι­λη­τῶν: οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­πό τήν Κό­ριν­θο καί ἀ­πό τή Θή­βα, πού θά πε­ρι­μέ­να­με νά μι­λή­σουν ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ον­τας κα­θε­μιά τίς γυ­ναῖ­κες τῆς πα­τρί­δας της, μέ­νουν σι­ω­πη­λές· οἱ ἄλ­λες τίς ἀ­να­φέ­ρουν, ἀλ­λά δέν τούς ἀ­πευ­θύ­νουν πο­τέ τό λό­γο. Στίς Νε­φέ­λες, 886 κ.ε., ὁ Σω­κρά­της λέ­ει στόν Στρε­ψιά­δη καί στόν Φει­διπ­πί­δη ὅ­τι ὁ Δί­και­ος Λό­γος καί ὁ Ἄ­δι­κος θά πα­ρου­σια­στοῦν αὐ­το­προ­σώ­πως νά τούς μι­λή­σουν, καί προ­σθέ­τει χω­ρίς ἄλ­λες ἐ­ξη­γή­σεις: ἐ­γώ θά λεί­ψω! Εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅ­τι ὁ ἠ­θο­ποι­ός πού ἔ­παι­ζε τόν Σω­κρά­τη χρει­α­ζό­ταν γιά νά παί­ξει τόν Δί­και­ο ἡ τόν Ἄ­δι­κο Λό­γο. Στίς Θε­σμο­φο­ρι­ά­ζου­σες, 929-946, τόν ἀ­στυ­νο­μι­κό τόν παί­ζει πρό­σω­πο βου­βό βο­η­θη­τι­κό, για­τί ὁ Πρύ­τα­νης, ὁ Γέ­ρος καί ἡ Γυ­ναί­κα βρί­σκον­ται ὅ­λοι στή σκη­νή, ἐ­νῶ δέν ἔ­χει πε­ρά­σει οὔ­τε ἕ­να λε­πτό πού ἔ­φυ­γε ὁ Εὐ­ρι­πί­δης. Ἔ­τσι ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κός παίρ­νει ἐν­το­λή νά ὁ­δη­γή­σει μέ­σα τό Γέ­ρο καί νά τόν δέ­σει στή φά­λαγ­γα. Ὅ­ταν ξα­να­βγαί­νουν, ἔ­χουν με­σο­λα­βή­σει πε­νήν­τα στί­χοι ἀ­φό­του ἔ­φυ­γε ὁ Πρύ­τα­νης· ὁ ἠ­θο­ποι­ός πού τόν ἔ­παι­ζε ἔ­χει ἔ­τσι τή δυ­να­τό­τη­τα νά παί­ξει τό ρό­λο τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ. Ἄν ἐ­ξε­τά­σου­με τά χω­ρί­α ὅ­που τά με­σαι­ω­νι­κά χει­ρό­γρα­φα ση­μει­ώ­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τέσ­σε­ρα πρό­σω­πα συγ­χρό­νως πά­νω στή σκη­νή, δι­α­πι­στώ­νου­με ὅ­τι εὔ­κο­λα μπο­ροῦ­με νά πε­ρι­ο­ρί­σου­με τόν ἀ­ριθ­μό τους σέ τέσ­σε­ρα μό­νο· με­ρι­κές μά­λι­στα φο­ρές, ὅ­πως στήν Εἰ­ρή­νη, 1191-1269, τό ἴ­διο τό κεί­με­νο δεί­χνει ὅ­τι ἡ φαι­νο­με­νι­κή πλη­θώ­ρα προ­σώ­πων πρέ­πει νά ξε­κί­νη­σε ὅ­ταν σχο­λια­στές τῆς ρω­μα­ϊ­κῆς ἐ­πο­χῆς ἑρ­μή­νευ­σαν ἀ­βα­σά­νι­στα τό χω­ρί­ο. Τό μό­νο χω­ρί­ο ὅ­που δέν μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­κάμ­ψου­με τή δι­α­νο­μή σέ πέν­τε πρό­σω­πα, ὅ­πως τήν πα­ρα­δί­δουν τά χει­ρό­γρα­φα, εἶ­ναι ἡ ἀρ­χή στούς Ἀ­χαρ­νεῖς - ἐ­κεῖ ὅ­μως ὁ πέμ­πτος ρό­λος εἶ­ναι ὁ ρό­λος ἕ­νος Πέρ­ση πού λέ­ει ἕ­ναν μό­νο στί­χο σέ περ­σι­κά δῆ­θεν καί ἄλ­λον ἕ­να σέ σπα­σμέ­να ἑλ­λη­νι­κά.
 
Ὅ­ταν ἐ­πι­χει­ροῦ­με νά μοι­ρά­σου­με τούς ρό­λους ἕ­νος ἔρ­γου σέ τέσ­σε­ρις ἠ­θο­ποι­ούς, ἔ­χου­με δύ­ο δυ­να­τό­τη­τες: ἤ νά δώ­σου­με ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρους ρό­λους μπο­ροῦ­με στούς τρεῖς, πε­ρι­ο­ρί­ζον­τας τόν τέ­ταρ­το σέ κά­τι μό­λις πα­ρα­πά­νω ἀ­πό μιά ἔ­κτα­κτη πα­ρου­σί­α, ἤ νά μοι­ρά­σου­με τούς ρό­λους καί στούς τέσ­σε­ρις, ὅ­σο τό δυ­να­τόν πιό δί­και­α. Ἡ πρώ­τη μέ­θο­δος πρέ­πει νά πού­με ὅ­τι πλε­ο­νε­κτεῖ ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη ὅ­τι οἱ ἀρ­χαῖ­οι σχο­λια­στές θε­ω­ροῦ­σαν προ­φα­νῶς κα­νο­νι­κή τήν πα­ρου­σί­α τρι­ῶν μό­νο ἠ­θο­ποι­ῶν, καί ἐ­πι­σή­μαι­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρα κά­θε φο­ρά τήν πα­ρου­σί­α ἕ­νος τέ­ταρ­του· φαί­νε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι καί οἱ θε­α­τρι­κοί θί­α­σοι τῆς ἑλ­λη­νι­στι­κῆς ἔ­πο­χης δέν εἶ­χαν πά­νω ἀ­πό τρεῖς κω­μι­κούς ὑ­πο­κρι­τές. Ὡ­στό­σο, ἄν μοι­ρά­σου­με πραγ­μα­τι­κά μέ τόν τρό­πο αὐ­τό τους ρό­λους, μει­ώ­νον­τας στό ἐ­λά­χι­στο τή συμ­με­το­χή τοῦ τέ­ταρ­του ἠ­θο­ποι­οῦ, τό­τε ἔ­χει με­γά­λη ση­μα­σί­α νά μήν ξε­χνοῦ­με ὅ­τι τή δι­α­νο­μή αὐ­τή τήν κα­θο­ρί­σα­με ἐ­μεῖς - καί νά μή θε­ω­ροῦ­με τούς δι­κούς μας συλ­λο­γι­σμούς ἀ­πο­δει­κτι­κά στοι­χεῖ­α γιά τό τί συ­νέ­βαι­νε στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Δέν ἔ­χου­με πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τή δι­α­νο­μή τῶν ρό­λων, καί του­λά­χι­στον στίς Νε­φέ­λες δέν μπο­ροῦ­με νά μει­ώ­σου­με πέ­ρα ἀ­πό ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο ὅ­ριο τή συμ­με­το­χή τοῦ τέ­ταρ­του ὑ­πο­κρι­τή: ὁ ρό­λος καί τοῦ Δί­και­ου καί τοῦ Ἄ­δι­κου Λό­γου εἶ­ναι ἀρ­κε­τά με­γά­λος. Πρέ­πει ἀ­κό­μη νά μήν ξε­χνο­ΰ­με ὅ­τι οἱ ἑλ­λη­νι­στι­κοί θί­α­σοι μι­κρή μό­νο καί ἐν­δει­κτι­κή ἀ­ξί­α ἔ­χουν γιά τό θέ­μα μας, ἀ­φοῦ δέν ἔ­παι­ζαν Ἀ­ρι­στο­φά­νη.
 
Ὅ­πως καί στήν τρα­γω­δί­α, καί τούς ἀν­τρι­κούς καί τούς γυ­ναι­κεί­ους ρό­λους τούς ἔ­παι­ζαν ἄν­τρες ἠ­θο­ποι­οί: τά παι­διά πού ἔ­παι­ζαν μι­κρούς ρό­λους στούς Σφῆ­κες, 254-315, καί στήν Εἰ­ρή­νη, 114-149 καί 1265-1304, πρέ­πει νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ἦ­ταν πρό­σω­πα βο­η­θη­τι­κά, πού μι­λοῦ­σαν καί τρα­γου­δοῦ­σαν. Ὑ­πάρ­χουν πολ­λοί βου­βοί ρό­λοι γιά ὄ­μορ­φες κο­πέ­λες: με­ρι­κές πα­ρι­στά­νουν ἀ­φη­ρη­μέ­νες ἔν­νοι­ες προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες, οἱ ἄλ­λες δοῦ­λες. Σέ ἕ­να χω­ρί­ο - Σφῆ­κες, 1342-1387 - τά λό­για τοῦ κει­μέ­νου προ­ϋ­πο­θέ­τουν ὅ­τι τό ρό­λο τῆς δού­λης τόν ἔ­παι­ζε ζων­τα­νή κο­πέ­λα γυ­μνή, ἤ κά­ποι­ος (ἄν­τρας ἡ γυ­ναί­κα) πού φο­ροῦ­σε ἐ­φαρ­μο­στά ροῦ­χα μέ τρί­χες ζω­γρα­φι­στές στό ἐ­φη­βαῖ­ο. Στίς Ἐκ­κλη­σι­ά­ζου­σες ἐμ­φα­νί­ζον­ται, ὅ­πως φαί­νε­ται, με­ρι­κά κο­ρί­τσια στό τέ­λος: μο­να­δι­κός σκο­πός τῆς πα­ρου­σί­ας τους εἶ­ναι νά προσ­δώ­σουν θε­α­μα­τι­κό­τη­τα στό γι­ορ­τα­στι­κό χο­ρό πού ἀ­πο­τε­λεῖ τήν κα­τα­κλεί­δα τῆς κω­μω­δί­ας - πρβ. σ. 268. Τό ἔρ­γο δέν θά ἔ­χα­νε τί­πο­τε δρα­μα­τουρ­γι­κά ἄν δέν ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τές οἱ κο­πέ­λες, καί εἶ­ναι πο­λύ συ­ζη­τή­σι­μο ἄν μπο­ρεῖ κα­νείς ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη τοῦ θε­α­τρι­κοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος νά θε­ω­ρή­σει δι­α­σκε­δα­στι­κό­τε­ρη αὐ­τή κα­θε­αυ­τή τή χρη­σι­μο­ποί­η­ση με­ταμ­φι­ε­σμέ­νων ἀν­τρῶν ἀ­πό τήν πα­ρου­σί­α ἀ­λη­θι­νῶν χο­ρευ­τρι­ῶν.
 
Ἡ πα­ρου­σί­α σι­ω­πη­λῶν κομ­πάρ­σων, πού ἔ­παι­ζαν βο­η­θη­τι­κούς ρό­λους δού­λων, ἐ­πι­βάλ­λε­ται με­ρι­κές φο­ρές ἀ­πό τό κεί­με­νο σέ ση­μεῖ­α ὅ­που δέν τό πε­ρι­μέ­νει ὁ σύγ­χρο­νος θε­α­τής. Στίς Θε­σμο­φο­ρι­ά­ζου­σες, 279 κ.ε., π.χ., ὁ Εὐ­ρι­πί­δης ἔ­χει ντύ­σει τόν γε­ρο-συγ­γε­νή του γυ­ναί­κα καί τόν στέλ­νει στό Θε­σμο­φό­ριο. Οὔ­τε πού μᾶς περ­νᾶ ἀ­πό τό μυα­λό ὅ­τι θά τοῦ δώ­σει καί μιά γυ­ναί­κα δού­λη γιά συ­νο­δεί­α· ὅ­ταν ὅ­μως φτά­σει, τά πρῶ­τα του λό­για ἀ­πευ­θύ­νον­ται σέ μιά τέ­τοι­α δού­λη. Ὑ­πάρ­χουν καί πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­που μο­να­δι­κός προ­ο­ρι­σμός τῶν βο­η­θη­τι­κῶν αὐ­τῶν προ­σώ­πων εἶ­ναι νά προ­σφέ­ρουν τό ὑ­λι­κό γιά ἕ­να καί μό­νο ἀ­στεῖ­ο. Αὐ­τό συμ­βαί­νει στούς Ἀ­χαρ­νεῖς, 860-869, ὅ­που ὁ Βοι­ω­τός πού ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τήν ἀ­γο­ρά τοῦ Δι­και­ό­πο­λη συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πό δύ­ο συμ­πα­τρι­ῶ­τες τοῦ αὐ­λη­τές. Ὁ Δι­και­ό­πο­λης πα­ρε­ξη­γεῖ τή μου­σι­κή τους, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι πρό­κει­ται γιά βου­η­τό ἀ­πό σφῆ­κες· μό­λις ὅ­μως ἀ­κου­στεῖ αὐ­τό τό τυ­πι­κό ἀ­στεῖ­ο, οἱ δύ­ο αὐ­λη­τές δέν χρει­ά­ζον­ται πιά.
 
Οἱ ἠ­θο­ποι­οί - πά­λι ὅ­πως στήν τρα­γω­δί­α – φο­ροῦ­σαν προ­σω­πεῖ­α· φυ­σι­κά, τό γε­γο­νός αὐ­τό ἐ­πη­ρέ­α­ζε τήν τε­χνι­κή της πα­ρα­γω­γῆς καί τῆς σκη­νο­θε­σί­ας. Ὁ ἠ­θο­ποι­ός δέν μπο­ροῦ­σε νά μᾶς δεί­ξει κα­μιά ἀλ­λα­γή στήν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που του, καί γιά τό λό­γο αὐ­τόν κά­θε σύγ­χρο­νη ἑρ­μη­νεί­α ἀ­ρι­στο­φα­νι­κοῦ χω­ρί­ου, ὅ­ταν στη­ρί­ζε­ται μό­νο στήν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που, εἶ­ναι ὁ­πωσ­δή­πο­τε πλα­νη­μέ­νη. Πι­θα­νό­τα­τα ἔ­χου­με δί­κιο νά ὑ­πο­θέ­του­με ὅ­τι γιά τήν ἐ­ξω­τε­ρί­κευ­ση συ­ναι­σθη­μά­των ὁ κορ­μός καί τά χέ­ρια ἔ­παι­ζαν με­γα­λύ­τε­ρο ρό­λο ἀ­πό ὅ, τι στή σύγ­χρο­νη ὑ­πο­κρι­τι­κή, καί μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­τη­ρή­σου­με ὅ­τι συ­χνά στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά ἔρ­γα τά πρό­σω­πα λέ­νε κλαί­ω γε­λῶ (ἤ λέ­ξεις πού δη­λώ­νουν γέ­λιο ἡ κλά­μα) σέ πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­που ὁ σύγ­χρο­νος θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας θά πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν νά τά ση­μει­ώ­σει στίς σκη­νο­θε­τι­κές ὁ­δη­γί­ες. Εἶ­ναι πο­λύ λυ­πη­ρό - δέν μπο­ροῦ­με ὅ­μως καί νά κά­μου­με τί­πο­τε - πού οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες δέν μᾶς ἄ­φη­σαν πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τό ὑ­πο­κρι­τι­κό ὕ­φος πού προ­τι­μοῦ­σαν.
 
Τό προ­σω­πεῖ­ο ἔ­πρε­πε νά ἔ­χει ἀ­φύ­σι­κα με­γά­λο ἄ­νοιγ­μα γιά τό στό­μα, καί με­ρι­κές γλυ­πτι­κές ἀ­πει­κο­νί­σεις προ­σω­πεί­ων (χρο­νο­λο­γι­κά ὄ­χι τό­σο πρώ­ι­μες ὅ­σο θά τό θέ­λα­με) μᾶς δεί­χνουν ὅ­τι καί γιά τά μά­τια τά ἀ­νοίγ­μα­τα ἦ­ταν ἀ­φύ­σι­κα με­γά­λα. Οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τές θά δη­μι­ούρ­γη­σαν ἀ­σφα­λῶς με­ρι­κές δυ­σκο­λί­ες στήν κα­τα­σκευ­ή προ­σω­πεί­ων πού νά πα­ρι­στά­νουν πραγ­μα­τι­κούς ἀν­θρώ­πους τῆς ἐ­πο­χῆς, ὅ­πως συ­χνά ἀ­παι­τοῦ­σε ἡ ἀ­ρι­στο­φα­νι­κή κω­μω­δί­α. Ἡ χρή­ση τέ­τοι­ων προ­σω­πο­γρα­φι­κῶν προ­σω­πεί­ων προ­ϋ­πο­τί­θε­ται στούς Ἱπ­πεῖς, 230-233, ὅ­που ἕ­νας ἀ­πό τους δού­λους τοῦ «Δή­μου» (πού ἐν­σαρ­κώ­νει τόν ἀ­θη­να­ϊ­κό λα­ό) προ­ει­δο­ποι­εῖ τόν Ἀλ­λαν­το­πώ­λη γιά τόν «Πα­φλα­γό­να» (πού πα­ρι­στά­νει τόν Κλέ­ω­να):
 
Θάρ­ρος! Δέ θά ‘ναι δά κι ἡ φά­τσα του ἴ­δια·
τή μά­σκα του δέν τόλ­μη­σε κα­νέ­νας
τε­χνί­της νά μᾶς φτιά­σει. Τό ἔξ­νπνο ὅ­μως
κοι­νό θά τόν γνω­ρί­σει ὅ­πως καί νά ‘ναι.
 
Ἴ­σως ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης νά προ­τί­μη­σε αὐ­τόν τό στί­χο, για­τί τό πρό­σω­πο τοῦ Κλέ­ω­να δέν εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά καί δέν ἦ­ταν ἀ­πό ἐ­κεῖ­να πού μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά ἀ­να­γνω­ρί­σει εὔ­κο­λα, ἄν τό κω­μι­κό προ­σω­πεῖ­ο εἶ­χε δι­α­μορ­φω­θεῖ ὅ­πως ὑ­πα­γό­ρευ­αν οἱ πρα­κτι­κές ἀ­νάγ­κες· ἔ­τσι, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τήν ὁ­μοι­ό­τη­τα, ὁ ποι­η­τής ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρος νά ἐκ­φρά­σει τή γνώ­μη του γιά τόν Κλέ­ω­να, πα­ρι­στά­νον­τας τόν Πα­φλα­γό­να ὑ­περ­βο­λι­κά ἀ­πό-κρου­στι­κό, ὑ­περ­φυ­σι­κό τέ­ρας, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τόν πα­ρου­σιά­ζει[14] στούς Σφῆ­κες, 1031-1035, καί στήν Εἰ­ρή­νη, 753-757. Σέ μιά κοι­νω­νί­α ὅ­που κα­νέ­νας δέν ξύ­ρι­ζε τό πρό­σω­πό του, δέν κά­πνι­ζε καί δέν φο­ροῦ­σε γυα­λιά, τό νά πα­ρα­στή­σει κα­νείς κά­ποι­ον δέν θά ἦ­ταν πάν­το­τε εὔ­κο­λο - αὐ­τό τό κα­τα­λα­βαί­νου­με ἄν ἀ­να­λο­γι­στού­με τή δύ­σκο­λη θέ­ση τοῦ γε­λοι­ο­γρά­φου σέ ἀ­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση.[15] Ἤ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή στο­λή ἑ­νός κω­μι­κοῦ ἠ­θο­ποι­οῦ πού ἔ­παι­ζε ἀν­τρι­κό ρό­λο πε­ρι­λάμ­βα­νε καί ἕ­ναν ἀ­φύ­σι­κα με­γά­λο τε­χνη­τό φαλ­λό. Τό χω­ρί­ο ἀ­πό τους Σφῆ­κες (1341-1344) πού πα­ρα­θέ­σα­με πα­ρα­πά­νω, ὅ­ταν μι­λού­σα­με γιά τά σκα­λο­πά­τια μπρο­στά στή σκη­νή, ἀ­πο­τε­λεῖ πε­ρί­πτω­ση ὅ­που ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ φαλ­λοῦ εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­τι­κή γιά τίς ἀ­νάγ­κες τοῦ ἔρ­γου, καί ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λα χω­ρί­α πού μπο­ροῦν νά σκη­νο­θε­τη­θοῦν εὐ­κο­λό­τε­ρα μέ φαλ­λό πα­ρά χω­ρίς· ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως δέν εἶ­ναι πι­θα­νό νά φο­ροῦ­σαν φαλ­λό ὅ­σοι ἔ­παι­ζαν ρό­λους γυ­ναι­κεί­ους, καί στούς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀν­τρι­κούς τό κεί­με­νο δέν μᾶς βο­η­θᾶ νά ἀ­πο­φα­σί­σου­με ἄν ὁ ὑ­πο­κρι­τής φο­ροῦ­σε ἡ ὄ­χι φαλ­λό.
------------------------
[1] Ὑπάρχουν ἐπίσης μερικά ἀνέκδοτα γιά τήν τραγωδία τοῦ 5ου αἰώνα πού προϋποθέτουν τήν παρουσία γυναικῶν στό θέατρο. Τέτοια ἀνέκδοτα δέν μπορεῖ κανείς νά τά ἀπορρίψει ἀβασάνιστα ὡς νεώτερες ἐπινόησεις, ἀφοῦ τό συγγραφικό ἔργο δύο κουτσομπόληδων τοῦ 5ου αἰώνα, τοῦ Στησίμβροτου καί τοῦ Ἴωνα, διαβαζόταν ἀκόμη τήν ἔποχή της ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας.
[2] Μερικοί ἐκπρόσωποι ἀπό ἄλλες πόλεις κάθονταν ἴσως σέ προνομιακές θέσεις, ὅπως κανονικά καί οἱ Ἀθηναῖοι ἀξιωματοῦχοι: στούς Ὄρνιθες, 794, ἀναφέρεται ἕνα τμῆμα τοῦ θεάτρου, τό βουλευτικόν, ὅπου κάθονταν τά μέλη τῆς βουλῆς. 
[3] βλ. W.B. Dinsmoor, «The Athenian Theatre of the Fifth Century» [Τό ἀθηναϊκό θέατρο τοῦ 5ου αἰώνα], Studies presented to David Moore Robinson, τ. I, Saint Louis 1951, a. 309-330.
[4] Ὑπάρχει ἡ ἄποψη ὅτι στά Λήναια δέν χρησιμοποιοῦσαν τό θέατρο κάτω ἀπό τή νότια πλαγιά τῆς Ἀκρόπολης - αὐτό πού κυρίως θεωρεῖται τό θέατρο τῆς Ἀθήνας -, ἀλλά μιά ἁπλούστερη κατασκευή στά δυτικά της Ἀκρόπολης. Τά ἐπιχειρήματα πού προβάλλονται ὡς ἀποδεικτικά αὐτῆς τῆς ἄποψης δέν μέ ἱκανοποιοῦν.
[5] [Ὅταν σήμερα μιλοῦμε γιά ἀρχαῖο θέατρο, συνήθως ὀνομάζουμε σκηνή (ἤ σκηνικό χῶρο) τόν ὑπερυψωμένο ἤ ὄχι χῶρο πού βρίσκεται ἀμέσως μπροστά στό σκηνικό οἰκοδόμημα.] 
[6] Τό σχόλιο στούς Βατράχους, 297, ἀπό τή μιά φαίνεται νά προϋποθέτει τή χρήση τῆς ὑπερυψωμένης σκηνῆς (πού τήν ἐποχή τοῦ σχολιαστῆ εἶχε ἀπό καιρό ἐπικρατήσει παντοῦ), ἀπό τήν ἄλλη ὅμως φαντάζεται τή στιγμή ἐκείνη τόν Διόνυσο καί τόν Ξανθία νά βρίσκονται στήν ὀρχήστρα.
[7] Μποροῦμε νά ἀντιπαραβάλουμε τήν εὐκολία τῶν θεατῶν τοῦ κινηματογράφου νά δεχτοῦν τόν τεχνητό φωτισμό τῶν προσώπων, ὅταν ἡ σκηνή ὑποτίθεται ὅτι παριστάνει δράση στό σκοτάδι. 
[8] Καί στή σύγχρονη ὄπερα, ἡ ἀπομάκρυνση τῶν ἐπίπλων, ὅταν γίνεται ἀπό βοηθούς σκηνῆς ντυμένους σύμφωνα μέ τήν περίοδο καί τόν τόπο πού παριστάνει τό ἴδιο τό ἔργο, δέν φαίνεται νά ἐνοχλεΐ τό κοινό.
[9] Τά θέματα αὐτά τά ἔχω συζητήσει μέ μεγαλύτερη πληρότητα στό ἄρθρο μου «Τΐιο Skene in Aristophanes)) [Ἡ σκηνή στόν Ἀριστοφάνη], Proceedings of the Cambridge Philological Society, τ. CXCII, 1966, σ. 2-17. 
[10] Στό κείμενο χρησιμοποιοῦνται τά ὑποκοριστικά θύριον καί οἰκίδιον· ἡ γνήσια ὑποκοριστική σημασία ὑποχωρεῖ στίς περιπτώσεις αὐτες, ὅπου οἱ ὑποκοριστικοί τύποι δέν ἐκφράζουν παρά τή φιλική καί συμβιβαστική διάθεση τοῦ ὁμιλητή. 
[11] Ἕνα πολύ νεώτερο χειρόγραφο τῶν Νεφελῶν ἔχει γραφή εἶμι (πηγαίνω) ἀντί εἴσειμι (μπαίνω) ἡ πιθανότητα ὅμως νά διασώζεται ἐδῶ ἀρχαία ἐναλλακτική γραφή εἶναι πολύ ἀμυδρή - ἄν δεχτοῦμε τό εἶμι, πρέπει νά διορθώσουμε τόν ὑπόλοιπο στίχο γιά νά ἀποκατασταθεῖ τό μέτρο.
[12] Μπορεῖ ἐπίσης κανείς νά ὑποστηρίξει ὅτι ἄν σκηνογραφία σημαίνει μόνιμη διακόσμηση τῆς σκηνῆς, τότε δέν ταιριάζει μέ τά συμφραζόμενα τοῦ Ἀριστοτέλη, πού μιλᾶ γιά τήν ἐξέλιξη τοῦ δραματικοῦ εἴδους, καί θά ἦταν πιό φυσικό νά τήν ἀποδώσει σέ κάποιον καλλιτέχνη ζωγράφο ἡ ἀρχιτέκτονα - ὄχι σέ ποιητή. Στόν Αἰσχύλο ἄρεσε νά παρουσιάζει μιά σειρά ἀπό τρεῖς τραγωδίες μέ θέμα τούς τόν ἴδιο μύθο, πού νά ἀποτελοῦν κατά κάποιον τρόπο τρεῖς «πράξεις» ἑνός μεγάλου δράματος· αὐτό ὅμως δέν ἦταν ὑποχρεωτικό, καί δέν τό προτιμοῦσε οὔτε ὁ Σοφοκλῆς οὔτε ὁ Εὐριπίδης. Ὁποιοδήποτε λοιπόν σκηνικό φόντο καί ἄν ἔδινε κανείς σέ συγκεκριμένο ἔργο, ὑπῆρχε ἡ πιθανότητα νά μήν ταιριάζει στό ἔργο πού θά παιζόταν ἀμέσως μετά.  
[13] Πρόκειται γιά σκαθάρι τῆς κοπριᾶς, καί στήν κωμωδία ὁ φόβος συχνά περιγράφεται μέ τή φυσιολογική ἐπίδραση πού ἔχει στά ἔντερα. 
[14] Τό κωμικό εὕρημα στούς Ἱππεῖς, 230-233, εἶναι, νομίζω, τό ἑξῆς: ὁ Ἀριστοφάνης ἐννοεῖ ὅτι ἡ ὄψη τοῦ πραγματικοῦ Κλέωνα ἦταν τόσο ἀποκρουστική, ὥστε ὁ σκευοποιός θά τρόμαζε ἀπό τό προσωπεῖο καθώς θά τό κατασκεύαζε – γι’ αὐτό, τό προσωπεῖο τοῦ Παφλαγόνα, ὅσο ἀποκρουστικό καί ἄν ἦταν, δέν πλησίαζε καν τήν τρομερή ὄψη τοῦ Κλέωνα.
[15] Γιά μιά πληρέστερη συζήτηση γύρω ἀπό τό πρόβλημα αὐτό, βλ. τό ἄρθρο μου ((Portrait-Masks in Aristophancs» [Προσωπογραφικά προσωπεῖα στόν Ἀριστοφάνη], Κωμῳδοτραγήματα (Studies in honour of W.J. W. Koster),Ἀμστερνταμ 1967, σ. 16-28.