Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (17-24)

[17] Πάντα μὲν τοίνυν τὰ κατηγορημέν᾽ ὁμοίως ἐκ τούτων ἄν τις ἴδοι, οὔτε δικαίως οὔτ᾽ ἐπ᾽ ἀληθείας οὐδεμιᾶς εἰρημένα· βούλομαι δὲ καὶ καθ᾽ ἓν ἕκαστον αὐτῶν ἐξετάσαι, καὶ μάλισθ᾽ ὅσ᾽ ὑπὲρ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς πρεσβείας κατεψεύσατό μου, τὰ πεπραγμέν᾽ ἑαυτῷ μετὰ Φιλοκράτους ἀνατιθεὶς ἐμοί. ἔστι δ᾽ ἀναγκαῖον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ προσῆκον ἴσως, ὡς κατ᾽ ἐκείνους τοὺς χρόνους εἶχε τὰ πράγματ᾽ ἀναμνῆσαι, ἵνα πρὸς τὸν ὑπάρχοντα καιρὸν ἕκαστα θεωρῆτε.

[18] Τοῦ γὰρ Φωκικοῦ συστάντος πολέμου, οὐ δι᾽ ἐμέ (οὐ γὰρ ἔγωγ᾽ ἐπολιτευόμην πω τότε), πρῶτον μὲν ὑμεῖς οὕτω διέκεισθε ὥστε Φωκέας μὲν βούλεσθαι σωθῆναι, καίπερ οὐ δίκαια ποιοῦντας ὁρῶντες, Θηβαίοις δ᾽ ὁτιοῦν ἂν ἐφησθῆναι παθοῦσιν, οὐκ ἀλόγως οὐδ᾽ ἀδίκως αὐτοῖς ὀργιζόμενοι· οἷς γὰρ ηὐτυχήκεσαν ἐν Λεύκτροις οὐ μετρίως ἐκέχρηντο· ἔπειθ᾽ ἡ Πελοπόννησος ἅπασα διειστήκει, καὶ οὔθ᾽ οἱ μισοῦντες Λακεδαιμονίους οὕτως ἴσχυον ὥστ᾽ ἀνελεῖν αὐτούς, οὔθ᾽ οἱ πρότερον δι᾽ ἐκείνων ἄρχοντες κύριοι τῶν πόλεων ἦσαν, ἀλλά τις ἦν ἄκριτος καὶ παρὰ τούτοις καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν ἔρις καὶ ταραχή.

[19] ταῦτα δ᾽ ὁρῶν ὁ Φίλιππος (οὐ γὰρ ἦν ἀφανῆ) τοῖς παρ᾽ ἑκάστοις προδόταις χρήματ᾽ ἀναλίσκων πάντας συνέκρουε καὶ πρὸς αὑτοὺς ἐτάραττεν· εἶτ᾽ ἐν οἷς ἡμάρτανον ἄλλοι καὶ κακῶς ἐφρόνουν, αὐτὸς παρεσκευάζετο καὶ κατὰ πάντων ἐφύετο. ὡς δὲ ταλαιπωρούμενοι τῷ μήκει τοῦ πολέμου οἱ τότε μὲν βαρεῖς, νῦν δ᾽ ἀτυχεῖς Θηβαῖοι φανεροὶ πᾶσιν ἦσαν ἀναγκασθησόμενοι καταφεύγειν ἐφ᾽ ὑμᾶς, ὁ Φίλιππος, ἵνα μὴ τοῦτο γένοιτο μηδὲ συνέλθοιεν αἱ πόλεις, ὑμῖν μὲν εἰρήνην, ἐκείνοις δὲ βοήθειαν ἐπηγγείλατο.

[20] τί οὖν συνηγωνίσατ᾽ αὐτῷ πρὸς τὸ λαβεῖν ὀλίγου δεῖν ὑμᾶς ἑκόντας ἐξαπατωμένους; ἡ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, εἴτε χρὴ κακίαν εἴτ᾽ ἄγνοιαν εἴτε καὶ ἀμφότερα ταῦτ᾽ εἰπεῖν, οἳ πόλεμον συνεχῆ καὶ μακρὸν πολεμούντων ὑμῶν, καὶ τοῦτον ὑπὲρ τῶν πᾶσι συμφερόντων, ὡς ἔργῳ φανερὸν γέγονεν, οὔτε χρήμασιν οὔτε σώμασιν οὔτ᾽ ἄλλῳ οὐδενὶ τῶν ἁπάντων συνελάμβανον ὑμῖν· οἷς καὶ δικαίως καὶ προσηκόντως ὀργιζόμενοι ἑτοίμως ὑπηκούσατε τῷ Φιλίππῳ. ἡ μὲν οὖν τότε συγχωρηθεῖσ᾽ εἰρήνη διὰ ταῦτ᾽, οὐ δι᾽ ἐμέ, ὡς οὗτος διέβαλλεν, ἐπράχθη· τὰ δὲ τούτων ἀδικήματα καὶ δωροδοκήματ᾽ ἐν αὐτῇ τῶν νυνὶ παρόντων πραγμάτων, ἄν τις ἐξετάζῃ δικαίως, αἴτι᾽ εὑρήσει.

[21] καὶ ταυτὶ πάνθ᾽ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας ἀκριβολογοῦμαι καὶ διεξέρχομαι. εἰ γὰρ εἶναί τι δοκοίη τὰ μάλιστ᾽ ἐν τούτοις ἀδίκημα, οὐδέν ἐστι δήπου πρὸς ἐμέ· ἀλλ᾽ ὁ μὲν πρῶτος εἰπὼν καὶ μνησθεὶς ὑπὲρ τῆς εἰρήνης Ἀριστόδημος ἦν ὁ ὑποκριτής, ὁ δ᾽ ἐκδεξάμενος καὶ γράψας καὶ ἑαυτὸν μετὰ τούτου μισθώσας ἐπὶ ταῦτα Φιλοκράτης ὁ Ἁγνούσιος, ὁ σός, Αἰσχίνη, κοινωνός, οὐχ ὁ ἐμός, οὐδ᾽ ἂν σὺ διαρραγῇς ψευδόμενος, οἱ δὲ συνειπόντες ὅτου δήποθ᾽ εἵνεκα (ἐῶ γὰρ τοῦτό γ᾽ ἐν τῷ παρόντι) Εὔβουλος καὶ Κηφισοφῶν· ἐγὼ δ᾽ οὐδὲν οὐδαμοῦ.

[22] ἀλλ᾽ ὅμως, τούτων τοιούτων ὄντων καὶ ἐπ᾽ αὐτῆς τῆς ἀληθείας οὕτω δεικνυμένων, εἰς τοῦθ᾽ ἧκεν ἀναιδείας ὥστ᾽ ἐτόλμα λέγειν ὡς ἄρ᾽ ἐγὼ πρὸς τῷ τῆς εἰρήνης αἴτιος γεγενῆσθαι καὶ κεκωλυκὼς εἴην τὴν πόλιν μετὰ κοινοῦ συνεδρίου τῶν Ἑλλήνων ταύτην ποιήσασθαι. εἶτ᾽ ὦ — τί ἂν εἰπών σέ τις ὀρθῶς προσείποι; ἔστιν ὅπου σὺ παρὼν τηλικαύτην πρᾶξιν καὶ συμμαχίαν, ἡλίκην νυνὶ διεξῄεις, ὁρῶν ἀφαιρούμενόν με τῆς πόλεως, ἠγανάκτησας, ἢ παρελθὼν ταῦθ᾽ ἃ νῦν κατηγόρεις ἐδίδαξας καὶ διεξῆλθες;

[23] καὶ μὴν εἰ τὸ κωλῦσαι τὴν τῶν Ἑλλήνων κοινωνίαν ἐπεπράκειν ἐγὼ Φιλίππῳ, σοὶ τὸ μὴ σιγῆσαι λοιπὸν ἦν, ἀλλὰ βοᾶν καὶ διαμαρτύρεσθαι καὶ δηλοῦν τουτοισί. οὐ τοίνυν ἐποίησας οὐδαμοῦ τοῦτο, οὐδ᾽ ἤκουσέ σου ταύτην τὴν φωνὴν οὐδείς· οὔτε γὰρ ἦν πρεσβεία πρὸς οὐδέν᾽ ἀπεσταλμένη τότε τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ πάλαι πάντες ἦσαν ἐξεληλεγμένοι, οὔθ᾽ οὗτος ὑγιὲς περὶ τούτων εἴρηκεν οὐδέν.

[24] χωρὶς δὲ τούτων καὶ διαβάλλει τὴν πόλιν τὰ μέγιστ᾽ ἐν οἷς ψεύδεται· εἰ γὰρ ὑμεῖς ἅμα τοὺς μὲν Ἕλληνας εἰς πόλεμον παρεκαλεῖτε, αὐτοὶ δὲ πρὸς Φίλιππον περὶ εἰρήνης πρέσβεις ἐπέμπετε, Εὐρυβάτου πρᾶγμα, οὐ πόλεως ἔργον οὐδὲ χρηστῶν ἀνθρώπων διεπράττεσθε. ἀλλ᾽ οὐκ ἔστι ταῦτα, οὐκ ἔστι· τί γὰρ καὶ βουλόμενοι μετεπέμπεσθ᾽ ἂν αὐτοὺς ἐν τούτῳ τῷ καιρῷ; ἐπὶ τὴν εἰρήνην; ἀλλ᾽ ὑπῆρχεν ἅπασιν. ἀλλ᾽ ἐπὶ τὸν πόλεμον; ἀλλ᾽ αὐτοὶ περὶ εἰρήνης ἐβουλεύεσθε. οὔκουν οὔτε τῆς ἐξ ἀρχῆς εἰρήνης ἡγεμὼν οὐδ᾽ αἴτιος ὢν ἐγὼ φαίνομαι, οὔτε τῶν ἄλλων ὧν κατεψεύσατό μου οὐδὲν ἀληθὲς ὂν δείκνυται.

***
[17] Με βάση λοιπόν αυτά που ανέφερα θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει ότι όλες οι κατηγορίες έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο άδικο και δεν έχουν καμιά σχέση με την αλήθεια. Ωστόσο, θέλω να τις εξετάσω μία προς μία χωριστά, και ιδιαίτερα όσα ψέματα είπε εις βάρος μου για την ειρήνη και την αποστολή πρέσβεων, φορτώνοντας σ᾽ εμένα αυτά που έχει κάνει ο ίδιος μαζί με τον Φιλοκράτη. Είναι όμως απαραίτητο, Αθηναίοι, και πρέπον επίσης να σας υπενθυμίσω πώς είχαν τα πράγματα εκείνη την εποχή, για να κρίνετε το καθένα χωριστά ανάλογα με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε.

[18] Όταν λοιπόν ξέσπασε ο Φωκικός πόλεμος, όχι εξαιτίας μου (γιατί εγώ βέβαια δεν είχα αρχίσει ακόμη τότε να ασχολούμαι με την πολιτική), στην αρχή εσείς είχατε τέτοια διάθεση, ώστε να επιθυμείτε να σωθούν οι Φωκείς, μόλο που βλέπατε ότι αδικοπραγούσαν, αλλά θα χαιρόσασταν με οτιδήποτε πάθαιναν οι Θηβαίοι, με τους οποίους ήσασταν οργισμένοι, όχι βέβαια χωρίς λόγο ούτε και άδικα· γιατί δεν είχαν εκμεταλλευτεί με μέτρο τα πλεονεκτήματα που είχαν κερδίσει στα Λεύκτρα. Αργότερα όλη η Πελοπόννησος είχε μοιραστεί στα δύο· ούτε αυτοί που μισούσαν τους Λακεδαιμονίους ήταν τόσο ισχυροί ώστε να τους καταστρέψουν, ούτε οι αριστοκρατικοί που με τη βοήθεια των Λακεδαιμονίων είχαν αναδειχθεί στην εξουσία είχαν υπό τον έλεγχό τους τις πόλεις, αλλά επικρατούσαν και στις Πελοποννησιακές πόλεις και σε όλες τις άλλες συνεχείς έριδες και αναταραχές.

[19] Αυτά βλέποντας ο Φίλιππος (γιατί δεν ήταν κρυφά) ξόδευε χρήματα δωροδοκώντας τους προδότες σε όλες τις πόλεις, έβαζε όλους σε σύγκρουση μεταξύ τους και σε εσωτερική διαμάχη. Στη συνέχεια προετοιμαζόταν εκμεταλλευόμενος τα σφάλματα και τις ανοησίες των άλλων Ελλήνων και δυνάμωνε επικίνδυνα για όλους. Όταν όμως άρχισε να γίνεται φανερό σε όλους ότι οι τότε ισχυροί και τώρα δυστυχείς Θηβαίοι, καθώς ταλαιπωρούνταν από την παράταση του πολέμου, θα αναγκάζονταν να καταφύγουν σε σας, ο Φίλιππος, για να μη γίνει αυτό και να μην έρθουν σε συνεννόηση οι δύο πόλεις, υποσχέθηκε σε σας ειρήνη, σε εκείνους βοήθεια.

[20] Τί λοιπόν συνέβαλε στην επιτυχία του ώστε να σας βρει πρόθυμους να πέσετε στην παγίδα του σχεδόν με τη θέλησή σας; Η τακτική των άλλων Ελλήνων, είτε αθλιότητα πρέπει να την ονομάσει κανείς, είτε άγνοια, είτε και τα δύο μαζί, γιατί, ενώ εσείς διεξήγατε έναν πόλεμο συνεχή και μακροχρόνιο και μάλιστα, όπως αποδείχτηκε στην πράξη, για τα συμφέροντα όλων, δεν σας βοήθησαν ούτε με χρήματα, ούτε με στρατιώτες, ούτε με τίποτε άλλο. Γι᾽ αυτό, αγανακτισμένοι με αυτούς δίκαια και ταιριαστά, δεχτήκατε με προθυμία τις προτάσεις του Φιλίππου. Η ειρήνη λοιπόν που συμφωνήθηκε τότε με τον Φίλιππο είχε την αιτία της σ᾽ αυτά που ανέφερα και όχι σ᾽ εμένα, όπως διέδιδε ο Αισχίνης συκοφαντώντας με. Και τα αδικήματα αυτών, καθώς και τα δώρα που δέχτηκαν στη διάρκεια της συνομολόγησης της ειρήνης, θα διαπιστώσει κανείς, αν εξετάσει τα πράγματα δίκαια, ότι ήταν η αιτία των σημερινών προβλημάτων σας.

[21] Και όλα αυτά τα εξετάζω επακριβώς και τα αναφέρω λεπτομερώς χάριν της αλήθειας. Γιατί, αν φαίνεται ότι υπήρχε ανάμεσα σ᾽ αυτά κάποιο μεγάλο αδίκημα, δεν ευθύνομαι βέβαια καθόλου εγώ. Αλλά ο πρώτος που μίλησε και έκανε λόγο για την ειρήνη ήταν ο Αριστόδημος ο ηθοποιός, ενώ εκείνος που υιοθέτησε τη γνώμη του Αριστόδημου και υπέβαλε την πρόταση και μαζί με τον Αισχίνη έγινε πληρωμένο όργανο του Φιλίππου προς επίτευξη αυτών ήταν ο Φιλοκράτης ο Αγνούσιος, ο δικός σου φίλος, Αισχίνη, όχι ο δικός μου, ακόμη και αν σκάσεις από τα ψέματά σου. Οι για οποιονδήποτε λόγο υποστηρικτές τους (για την ώρα αυτό δεν το σχολιάζω) ήταν ο Εύβουλος και ο Κηφισοφών· εγώ δεν είχα καμιά ανάμειξη στο ζήτημα αυτό.

[22] Αλλ᾽ όμως, ενώ έτσι έχουν τα πράγματα και από την ίδια την αλήθεια άλλωστε αποδεικνύεται ότι έχουν έτσι, έφτασε ο Αισχίνης σε τέτοιο σημείο αναίδειας, ώστε τολμούσε να λέει ότι εγώ τάχα, εκτός του ότι υπήρξα αίτιος για τη συνομολόγηση της ειρήνης, είχα εμποδίσει την πόλη να συνάψει την ειρήνη σε κοινό συνέδριο των Ελλήνων. Έπειτα εσύ — πώς να σε ονομάσει κανείς, για να σε αποκαλέσει (: χαρακτηρίσει) σωστά; Σε ποιά περίπτωση εσύ ήσουν παρών και αγανάκτησες, επειδή με έβλεπες να προσπαθώ να στερήσω την πόλη από κάποια διαπραγμάτευση και συμμαχία τόσο εξαιρετικής σημασίας όσο μόλις τώρα περιέγραφες; Ή σε ποιά περίπτωση ανέβηκες στο βήμα και εξήγησες και ενημέρωσες λεπτομερώς τον λαό γι᾽ αυτά που τώρα με κατηγορείς;

[23] Επίσης, αν εγώ είχα πουληθεί στον Φίλιππο ώστε να εμποδίσω τον Πανελλήνιο συνασπισμό, εσύ όφειλες να μη σωπάσεις, αλλά να κραυγάζεις και να διαμαρτύρεσαι και να το κάνεις γνωστό σ᾽ αυτούς εδώ. Πουθενά όμως δεν έκανες κάτι τέτοιο ούτε και άκουσε κανείς την ωραία σου φωνή. Ούτε είχε σταλεί τότε πρεσβεία σε καμιά από τις ελληνικές πόλεις, αλλά από καιρό ήταν γνωστές οι απόψεις όλων για την ειρήνη (: είχαν βολιδοσκοπηθεί όλες οι πόλεις), ούτε αυτός έχει πει κάτι σωστό σχετικά με αυτά.

[24] Εκτός από αυτά, συκοφαντεί και την πόλη φοβερά με τα ψέματα που αραδιάζει. Γιατί, αν εσείς καλούσατε τους Έλληνες σε πόλεμο και ταυτόχρονα στέλνατε οι ίδιοι στον Φίλιππο πρέσβεις για ειρήνη, θα πετυχαίνατε κάτι που προσιδιάζει στον Ευρύβατο και όχι κάτι αντάξιο μιας λαμπρής πόλης ούτε και τίμιων ανθρώπων. Αλλά δεν είναι αλήθεια αυτά, δεν είναι αλήθεια. Γιατί για ποιό λόγο θα στέλνατε και θα καλούσατε τους Έλληνες σε τέτοια κρίσιμη στιγμή; Για να συνάψετε την ειρήνη; Μα υπήρχε σε όλους. Για τον πόλεμο; Μα οι ίδιοι συζητούσατε για την ειρήνη. Επομένως, είναι ολοφάνερο ότι ούτε πρωτεργάτης ούτε και υπεύθυνος της αρχικής ειρήνης ήμουν ούτε κανένα από τα άλλα ψέματα που αράδιασε για μένα αποδεικνύεται ότι ευσταθεί.