Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (13-18)

[13] Ἐπειδὴ γὰρ οὐ καθεστηκότος χορηγοῦ τῇ Πανδιονίδι φυλῇ, τρίτον ἔτος τουτί, παρούσης δὲ τῆς ἐκκλησίας ἐν ᾗ τὸν ἄρχοντ᾽ ἐπικληροῦν ὁ νόμος τοῖς χοροῖς τοὺς αὐλητὰς κελεύει, λόγων καὶ λοιδορίας γιγνομένης, καὶ κατηγοροῦντος τοῦ μὲν ἄρχοντος τῶν ἐπιμελητῶν τῆς φυλῆς, τῶν δ᾽ ἐπιμελητῶν τοῦ ἄρχοντος, παρελθὼν ὑπεσχόμην ἐγὼ χορηγήσειν ἐθελοντής, καὶ κληρουμένων πρῶτος αἱρεῖσθαι τὸν αὐλητὴν ἔλαχον,

[14] ὑμεῖς μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πάντες ἀμφότερ᾽ ὡς οἷόν τε μάλιστ᾽ ἀπεδέξασθε, τήν τ᾽ ἐπαγγελίαν τὴν ἐμὴν καὶ τὸ συμβὰν ἀπὸ τῆς τύχης, καὶ θόρυβον καὶ κρότον τοιοῦτον ὡς ἂν ἐπαινοῦντές τε καὶ συνησθέντες ἐποιήσατε, Μειδίας δ᾽ οὑτοσὶ μόνος τῶν πάντων, ὡς ἔοικεν, ἠχθέσθη, καὶ παρηκολούθησε παρ᾽ ὅλην τὴν λῃτουργίαν ἐπηρεάζων μοι συνεχῶς καὶ μικρὰ καὶ μείζω.

[15] ὅσα μὲν οὖν τοὺς χορευτὰς ἐναντιούμενος ἡμῖν ἀφεθῆναι τῆς στρατείας ἠνώχλησεν, ἢ προβαλλόμενος καὶ κελεύων ἑαυτὸν εἰς Διονύσια χειροτονεῖν ἐπιμελητήν, ἢ τἄλλα πάνθ᾽ ὅσα τοιαῦτα, ἐάσω· οὐ γὰρ ἀγνοῶ τοῦθ᾽ ὅτι τῷ μὲν ἐπηρεαζομένῳ τότ᾽ ἐμοὶ καὶ ὑβριζομένῳ τὴν αὐτὴν ὀργὴν ἕκαστον τούτων ἥνπερ ἄλλ᾽ ὁτιοῦν τῶν δεινοτάτων παρίστη, ὑμῖν δὲ τοῖς ἄλλοις, ἔξω τοῦ πράγματος οὖσιν, οὐκ ἂν ἴσως ἄξια ταῦτα καθ᾽ αὕτ᾽ ἀγῶνος φανείη· ἀλλ᾽ ἃ πάντες ὁμοίως ἀγανακτήσετε, ταῦτ᾽ ἐρῶ.

[16] ἔστι δ᾽ ὑπερβολὴ τῶν μετὰ ταῦτα, ἃ μέλλω λέγειν, καὶ οὐδ᾽ ἂν ἐπεχείρησ᾽ ἔγωγε κατηγορεῖν αὐτοῦ νῦν, εἰ μὴ καὶ τότ᾽ ἐν τῷ δήμῳ παραχρῆμ᾽ ἐξήλεγξα. τὴν γὰρ ἐσθῆτα τὴν ἱεράν (ἱερὰν γὰρ ἔγωγε νομίζω πᾶσαν ὅσην ἄν τις εἵνεκα τῆς ἑορτῆς παρασκευάσηται, τέως ἂν χρησθῇ) καὶ τοὺς στεφάνους τοὺς χρυσοῦς, οὓς ἐποιησάμην ἐγὼ κόσμον τῷ χορῷ, ἐπεβούλευσεν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, διαφθεῖραί μοι νύκτωρ ἐλθὼν ἐπὶ τὴν οἰκίαν τὴν τοῦ χρυσοχόου. καὶ διέφθειρεν, οὐ μέντοι πᾶσάν γε· οὐ γὰρ ἐδυνήθη. καίτοι τοῦτό γ᾽ οὐδεὶς πώποτ᾽ οὐδένα φησὶν ἀκηκοέναι τολμήσαντ᾽ οὐδὲ ποιήσαντ᾽ ἐν τῇ πόλει.

[17] οὐκ ἀπέχρησε δ᾽ αὐτῷ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὸν διδάσκαλον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, διέφθειρέ μου τοῦ χοροῦ· καὶ εἰ μὴ Τηλεφάνης ὁ αὐλητὴς ἀνδρῶν βέλτιστος περὶ ἐμὲ τότ᾽ ἐγένετο, καὶ τὸ πρᾶγμ᾽ αἰσθόμενος τὸν ἄνθρωπον ἀπελάσας αὐτὸς συγκροτεῖν καὶ διδάσκειν ᾤετο δεῖν τὸν χορόν, οὐδ᾽ ἂν ἠγωνισάμεθ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀλλ᾽ ἀδίδακτος ἂν εἰσῆλθεν ὁ χορὸς καὶ πράγματ᾽ αἴσχιστ᾽ ἂν ἐπάθομεν. καὶ οὐδ᾽ ἐνταῦθ᾽ ἔστη τῆς ὕβρεως, ἀλλὰ τοσοῦτον αὐτῷ περιῆν ὥστε τὸν ἐστεφανωμένον ἄρχοντα διέφθειρεν, τοὺς χορηγοὺς συνῆγεν ἐπ᾽ ἐμέ, βοῶν, ἀπειλῶν, ὀμνύουσι παρεστηκὼς τοῖς κριταῖς, τὰ παρασκήνια φράττων, προσηλῶν, ἰδιώτης ὢν τὰ δημόσια, κακὰ καὶ πράγματ᾽ ἀμύθητά μοι παρέχων διετέλεσεν.

[18] καὶ τούτων, ὅσα γ᾽ ἐν τῷ δήμῳ γέγον᾽ ἢ πρὸς τοῖς κριταῖς ἐν τῷ θεάτρῳ, ὑμεῖς ἐστέ μοι μάρτυρες πάντες, ἄνδρες δικασταί. καίτοι τῶν λόγων τούτους χρὴ δικαιοτάτους ἡγεῖσθαι, οὓς ἂν οἱ καθήμενοι τῷ λέγοντι μαρτυρῶσιν ἀληθεῖς εἶναι. προδιαφθείρας τοίνυν τοὺς κριτὰς τῷ ἀγῶνι τῶν ἀνδρῶν, δύο ταῦθ᾽ ὡσπερεὶ κεφάλαι᾽ ἐφ᾽ ἅπασι τοῖς ἑαυτῷ νενεανιευμένοις ἐπέθηκεν, ἐμοῦ μὲν ὕβρισεν τὸ σῶμα, τῇ φυλῇ δὲ κρατούσῃ τὸν ἀγῶν᾽ αἰτιώτατος τοῦ μὴ νικῆσαι κατέστη.

***
[13] Πριν δύο χρόνια, ενώ η Πανδιονίδα φυλή δεν είχε διορίσει χορηγό, έγινε η συνέλευση στην οποία ο νόμος επιβάλλει να ορίσει με κλήρο ο άρχοντας τους αυλητές για τους χορούς· μέσα σε συζητήσεις, ύβρεις και ανταλλαγές κατηγοριών ανάμεσα στον άρχοντα και τους επιμελητές της φυλής, παρουσιάσθηκα εγώ και υποσχέθηκα να αναλάβω εθελοντικά τις δαπάνες της χορηγίας· και στην κλήρωση είχα την τύχη να διαλέξω πρώτος τον αυλητή μου·

[14] ενώ όλοι σεις, Αθηναίοι, δεχθήκατε και τα δύο, δηλ. και την προσφορά μου και την εύνοια της τύχης απέναντί μου, με τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση και οι επιφωνήσεις και τα χειροκροτήματά σας φανέρωναν επιδοκιμασία και συμπάθεια για μένα, από όλους μόνο ο Μειδίας, αυτός εδώ, στενοχωρήθηκε, όπως φαίνεται, και σε όλη τη χορηγία μου με παρακολουθούσε και με ενοχλούσε συνεχώς με ασήμαντα ή σοβαρά ζητήματα.

[15] Θα αποσιωπήσω τις ενοχλήσεις που μου προκάλεσε με την εναντίωσή του να απαλλαγούν οι χορευτές μου από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις, με την υποψηφιότητα και τις παρακλήσεις του προς σας για να εκλεγεί επιμελητής για τα Διονύσια και άλλα παρόμοια· γιατί γνωρίζω ότι καθεμία από τις πράξεις αυτές, όπως και όλες οι πολύ βαριές ύβρεις, θα εξόργιζαν εμένα ο οποίος ήμουν το θύμα των εξυβρίσεων και των προσβολών, ενώ σε σας τους υπόλοιπους, οι οποίοι είσθε έξω από την υπόθεση, ίσως να μη φαίνονταν άξιες ούτε καν για δικαστικόν αγώνα· θα σας πω όμως αυτά για τα οποία θα αγανακτήσετε όλοι σας, όπως αναγκάστηκα εγώ.

[16] Η διαγωγή του μετά τα γεγονότα αυτά, την οποία θα εκθέσω, υπερβαίνει κάθε όριο· δεν θα επιχειρούσα να τον κατηγορήσω σήμερα, αν δεν είχα και στο παρελθόν αμέσως αποδείξει την ενοχή του στην εκκλησία του δήμου. Την ιερή εσθήτα —γιατί ιερή θεωρώ κάθε ενδυμασία που ετοιμάζει κάποιος για την εορτή έως ότου την χρησιμοποιήσει— και τα χρυσά στεφάνια, τα οποία παρήγγειλα για τον διάκοσμο του χορού, σχεδίαζε, Αθηναίοι, να μου καταστρέψει εισβάλλοντας νύκτα στην κατοικία του χρυσοχόου. Και τα κατέστρεψε· ευτυχώς όχι όλα, γιατί δεν το κατόρθωσε. Και όμως κανένας πράγματι δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι άκουσε ποτέ ως σήμερα κάποιον να αποτολμά ή να κάμνει αυτό το πράγμα στην πόλη μας.

[17] Ο Μειδίας όμως δεν αρκέσθηκε σε αυτό, αλλά προσπάθησε να εξαγοράσει και τον δάσκαλο του χορού· και αν ο Τηλεφάνης ο αυλητής δεν αποδεικνυόταν τότε ο καλύτερος φίλος μου, δεν απομάκρυνε τον δάσκαλο του χορού, όταν κατάλαβε τί συνέβη, και δεν θεωρούσε καθήκον του να αναλάβει ο ίδιος τη συγκρότηση και τη διδασκαλία του χορού, δεν θα μπορούσαμε να λάβουμε μέρος στον αγώνα, Αθηναίοι· ο χορός θα εισερχόταν χωρίς να έχει διδαχθεί και θα εξευτελιζόμαστε. Η αναίδειά του όμως δεν περιορίσθηκε εδώ, αλλά ήταν τόσο θρασύς ώστε επιχείρησε να δωροδοκήσει τον στεφανωμένο άρχοντα, συσπείρωνε εναντίον μου τους χορηγούς, με φωνές και απειλές στεκόταν κοντά στους κριτές όταν έδιναν τον όρκο, έφρασσε τις πλάγιες εισόδους, αν και ιδιώτης, εμπόδιζε δημόσια είσοδο, και διαρκώς μου προκαλούσε ζημιές και απερίγραπτες ενοχλήσεις.

[18] Σεις όλοι, κύριοι δικαστές, είσθε μάρτυρες των γεγονότων που έγιναν στην εκκλησία του δήμου ή μπροστά στους κριτές στο θέατρο. Και πρέπει πράγματι να θεωρούνται δικαιότατα τα επιχειρήματα εκείνα, η αλήθεια των οποίων επιβεβαιώνεται από τους δικαστές για όφελος εκείνου που τα επικαλείται. Αφού λοιπόν επιχείρησε πρώτα να δωροδοκήσει τους κριτές των αγώνων των ανδρών, αποκορύφωσε όλες τις απερίσκεπτες πράξεις του με δύο προσβολές: με προσέβαλε κατά πρόσωπο και έγινε αιτία να μη νικήσει η φυλή μου, η οποία έως τότε υπερείχε.