Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (116-121)

[116] Ἐπειδὴ τοίνυν τοῦτο τὸ πρᾶγμ᾽ οὐδὲ καθ᾽ ἕν, πανταχῇ στρέφων, οἷός τ᾽ ἦν ἀγαγεῖν ἐπ᾽ ἐμέ, φανερῶς ἤδη δι᾽ ἐμὲ τὸν Ἀρίσταρχον ἐσυκοφάντει. καὶ τὰ μὲν ἄλλα σιωπῶ· τῆς δὲ βουλῆς περὶ τούτων καθημένης καὶ σκοπουμένης, παρελθὼν οὗτος «ἀγνοεῖτ᾽» ἔφη «ὦ βουλή, τὸ πρᾶγμα; καὶ τὸν αὐτόχειρ᾽ ἔχοντες» λέγων τὸν Ἀρίσταρχον «μέλλετε καὶ ζητεῖτε καὶ τετύφωσθε; οὐκ ἀποκτενεῖτε; οὐκ ἐπὶ τὴν οἰκίαν βαδιεῖσθε; οὐχὶ συλλήψεσθε;»

[117] καὶ ταῦτ᾽ ἔλεγ᾽ ἡ μιαρὰ καὶ ἀναιδὴς αὕτη κεφαλή, ἐξεληλυθὼς τῇ προτεραίᾳ παρ᾽ Ἀριστάρχου, καὶ χρώμενος ὥσπερ ἂν ἄλλος τις τὰ πρὸ τούτου, καί, ὅτ᾽ ηὐτύχει, πλεῖστα παρεσχηκότος ἐκείνου πράγματά μοι περὶ τῶν πρὸς τοῦτον ἀπαλλαγῶν. εἰ μὲν οὖν εἰργάσθαι τι τούτων ἐφ᾽ οἷς ἀπόλωλεν ἡγούμενος τὸν Ἀρίσταρχον καὶ πεπιστευκὼς τοῖς τῶν αἰτιασαμένων λόγοις ταῦτ᾽ ἔλεγεν,

[118] χρῆν μὲν οὐδ᾽ οὕτω (μετρία γὰρ δίκη παρὰ τῶν φίλων ἐστίν, ἄν τι δοκῶσι πεποιηκέναι δεινόν, μηκέτι τῆς λοιπῆς φιλίας κοινωνεῖν, τὸ δὲ τιμωρεῖσθαι καὶ ἐπεξιέναι τοῖς πεπονθόσι καὶ τοῖς ἐχθροῖς παραλείπεται)· ὅμως δ᾽ ἔστω τούτῳ γε συγγνώμη. εἰ δὲ λαλῶν μὲν καὶ ὁμωρόφιος γιγνόμενος ὡς οὐδὲν εἰργασμένῳ φανήσεται, λέγων δὲ καὶ καταιτιώμενος ταῦθ᾽ εἵνεκα τοῦ συκοφαντεῖν ἐμέ, πῶς οὐ δεκάκις, μᾶλλον δὲ μυριάκις δίκαιός ἐστ᾽ ἀπολωλέναι;

[119] ἀλλὰ μὴν ὡς ἀληθῆ λέγω καὶ τῇ μὲν προτεραίᾳ ὅτε ταῦτ᾽ ἔλεγεν, εἰσεληλύθει καὶ διείλεκτ᾽ ἐκείνῳ, τῇ δ᾽ ὑστεραίᾳ πάλιν (τοῦτο γάρ, τοῦτ᾽ οὐκ ἔχον ἐστὶν ὑπερβολὴν ἀκαθαρσίας, ἄνδρες Ἀθηναῖοι) εἰσελθὼν οἴκαδ᾽ ὡς ἐκεῖνον καὶ ἐφεξῆς οὑτωσὶ καθεζόμενος, τὴν δεξιὰν ἐμβαλών, παρόντων πολλῶν, μετὰ τοὺς ἐν τῇ βουλῇ τούτους λόγους, ἐν οἷς αὐτόχειρα καὶ τὰ δεινότατ᾽ εἰρήκει τὸν Ἀρίσταρχον, ὤμνυε μὲν κατ᾽ ἐξωλείας μηδὲν εἰρηκέναι κατ᾽ αὐτοῦ φλαῦρον, καὶ οὐδὲν ἐφρόντιζ᾽ ἐπιορκῶν, καὶ ταῦτα παρόντων τῶν συνειδότων, ἠξίου δὲ καὶ πρὸς ἔμ᾽ αὑτῷ δι᾽ ἐκείνου γίγνεσθαι τὰς διαλύσεις, τούτων τοὺς παρόντας ὑμῖν καλῶ μάρτυρας.

[120] καίτοι πῶς οὐ δεινόν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μᾶλλον δ᾽ ἀσεβές, λέγειν ὡς φονεύς, καὶ πάλιν ὡς οὐκ εἴρηκε ταῦτ᾽ ἀπομνύναι, καὶ φόνον μὲν ὀνειδίζειν, τούτῳ δ᾽ ὁμωρόφιον γίγνεσθαι; κἂν μὲν ἀφῶ τοῦτον ἐγὼ καὶ προδῶ τὴν ὑμετέραν καταχειροτονίαν, οὐδέν, ὡς ἔοικ᾽, ἀδικῶ· ἂν δ᾽ ἐπεξίω, λέλοιπα τὴν τάξιν, φόνον κοινωνῶ, δεῖ μ᾽ ἀνηρπάσθαι. ἐγὼ δ᾽ αὐτὸ τοὐναντίον οἶμαι, εἰ τοῦτον ἀφῆκα, λελοιπέναι μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὴν τοῦ δικαίου τάξιν, φόνου δ᾽ ἂν εἰκότως ἐμαυτῷ λαχεῖν· οὐ γὰρ ἦν μοι δήπου βιωτὸν τοῦτο ποιήσαντι.

[121] ὅτι τοίνυν καὶ ταῦτ᾽ ἀληθῆ λέγω, κάλει μοι καὶ τούτων τοὺς μάρτυρας.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ.
[Λυσίμαχος Ἀλωπεκῆθεν, Δημέας Σουνιεύς, Χάρης Θορίκιος, Φιλήμων Σφήττιος, Μόσχος Παιανιεύς, καθ᾽ οὓς καιροὺς ἡ εἰσαγγελία ἐδόθη εἰς τὴν βουλὴν ὑπὲρ Ἀριστάρχου τοῦ Μόσχου, ὅτι εἴη Νικόδημον ἀπεκτονώς, οἴδαμεν Μειδίαν τὸν κρινόμενον ὑπὸ Δημοσθένους, ᾧ μαρτυροῦμεν, ἐλθόντα πρὸς τὴν βουλὴν καὶ λέγοντα μηδένα ἕτερον εἶναι τὸν Νικοδήμου φονέα, ἀλλ᾽ Ἀρίσταρχον, καὶ τοῦτον αὐτοῦ γεγονέναι αὐτόχειρα, καὶ συμβουλεύοντα τῇ βουλῇ βαδίζειν ἐπὶ τὴν οἰκίαν τὴν Ἀριστάρχου καὶ συλλαμβάνειν αὐτόν. ταῦτα δ᾽ ἔλεγε πρὸς τὴν βουλὴν τῇ προτεραίᾳ μετ᾽ Ἀριστάρχου καὶ μεθ᾽ ἡμῶν συνδεδειπνηκώς. οἴδαμεν δὲ καὶ Μειδίαν, ὡς ἀπῆλθεν ἀπὸ τῆς βουλῆς τούτους τοὺς λόγους εἰρηκώς, εἰσεληλυθότα πάλιν ὡς Ἀρίσταρχον καὶ τὴν δεξιὰν [ὡς] ἐμβεβληκότα καὶ ὀμνύοντα κατ᾽ ἐξωλείας μηδὲν κατ᾽ αὐτοῦ πρὸς τὴν βουλὴν εἰρηκέναι φαῦλον, καὶ ἀξιοῦντα Ἀρίσταρχον ὅπως ἂν διαλλάξῃ αὐτῷ Δημοσθένην.]

***
[116] Αφού λοιπόν, παρά τους πολλούς χειρισμούς του, δεν κατόρθωσε να στρέψει καμία κατηγορία εναντίον μου, άρχισε να συκοφαντεί τον Αρίσταρχο, με φανερό στόχο του εμένα. Για τα υπόλοιπα σιωπώ· όταν όμως συνεδρίαζε η Βουλή και εξέταζε την υπόθεση, αυτός ανέβηκε στο βήμα και είπε: «Αγνοείτε, κύριοι βουλευτές, την πραγματικότητα; Και ενώ κρατάτε στα χέρια σας τον δολοφόνο» —εννοούσε τον Αρίσταρχο— «διστάζετε, συζητείτε και βρίσκεσθε στο σκοτάδι; Δεν θα τον σκοτώσετε; Δεν θα προχωρήσετε προς το σπίτι του; Δεν θα τον συλλάβετε;».

[117] Αυτά έλεγε ο ελεεινός και αδιάντροπος αυτός άνθρωπος, μολονότι την προηγουμένη είχε βγει από το σπίτι του Αριστάρχου και ως εκείνη την ημέρα ήταν τόσο συνδεδεμένος μαζί του όσο και κάθε φίλος του, — του Αριστάρχου, ο οποίος την εποχή της ευημερίας του με είχε επανειλημμένα ενοχλήσει για να απαλλάξω τον Μειδία από τη δίωξη. Ακόμη και αν έλεγε αυτά επειδή πίστευε ότι ο Αρίσταρχος είχε κάμει κάτι από όσα προκάλεσαν την καταστροφή του και επειδή έδωσε πίστη στους ισχυρισμούς των κατηγόρων του, και σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να τα πει.

[118] (Κάποιος μπορεί να τιμωρήσει αρκετά ένα φίλο του, αν πιστεύει ότι έκαμε ένα σοβαρό αδίκημα, με το να διακόψει τις φιλικές σχέσεις μαζί του· αντίθετα, η εκδίκηση και η δικαστική δίωξη έχει παραχωρηθεί στο θύμα και στους εχθρούς). Ας συγχωρέσουμε όμως τη διαγωγή αυτή στον Μειδία. Αλλά αν αποδειχθεί ότι, μολονότι συνομιλούσε και ζούσε στο ίδιο σπίτι με τον Αρίσταρχο σαν αυτός να ήταν εντελώς αθώος, ξεστόμιζε εναντίον του τις κατηγορίες αυτές για να με συκοφαντήσει, δεν του αξίζει δέκα ή μάλλον δέκα χιλιάδες φορές η ποινή του θανάτου;

[119] Για να αποδείξω όμως ότι λέω την αλήθεια, θα καλέσω όσους μάρτυρες αυτών των γεγονότων παρευρίσκονται στο δικαστήριο: μία ημέρα πριν πει αυτά, είχε πάει στο σπίτι του Αριστάρχου και συζητούσε μαζί του· την επομένη πάλι —αυτό, Αθηναίοι, είναι το αποκορύφωμα της κακοήθειάς του— μετά την ομιλία του στη Βουλή, στην οποία είχε αποκαλέσει τον Αρίσταρχο φονιά και είχε αναφέρει φοβερά πράγματα γι᾽ αυτόν, πήγε στο σπίτι του, κάθισε κοντά του έτσι και, αφού του έπιασε το χέρι μπροστά σε πολλούς μάρτυρες, ορκίσθηκε να αφανισθεί αν είχε πει κάτι για να τον κακολογήσει· δεν ενδιαφέρθηκε για την επιορκία του, και μάλιστα μπροστά σε ανθρώπους οι οποίοι γνώριζαν καλά τα γεγονότα, αλλά ζητούσε επίμονα από τον Αρίσταρχο να μεσολαβήσει για να συμφιλιωθώ μαζί του.

[120] Δεν είναι όμως αποτροπιαστική πράξη ή μάλλον ασέβεια, Αθηναίοι, να αποκαλεί έναν άνθρωπο φονιά και έπειτα να αρνείται με όρκο ότι τον αποκάλεσε έτσι; Να τον κατηγορεί για φόνο και έπειτα να κάθεται κοντά του στο ίδιο σπίτι; Ακόμη και αν εγκαταλείψω τη δίωξη του Μειδία και προδώσω την καταδικαστική σας απόφαση, δεν θα είμαι, όπως φαίνεται, ένοχος για κανένα αδίκημα· αν όμως συνεχίσω τη δίωξή του στο δικαστήριο, είμαι ένας λιποτάκτης, ένας συνένοχος σε φόνο, μου αξίζει να αφανισθώ. Εγώ όμως έχω αντίθετη γνώμη, Αθηναίοι: αν τον είχα αθωώσει, νομίζω ότι θα ήμουν λιποτάκτης από τις τάξεις του δικαίου και δικαιολογημένα θα μπορούσα να καταγγείλω τον εαυτό μου για φόνο· γιατί, αν είχα ενεργήσει έτσι, δεν θα μπορούσα βέβαια να ζω.

[121] Τώρα, για να αποδειχθεί η αλήθεια των ισχυρισμών μου, παρακαλώ να καλέσεις τους μάρτυρες και αυτών των γεγονότων.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ
[Εμείς, ο Λυσίμαχος από την Αλωπεκή, ο Δημέας από το Σούνιο, ο Χάρης από τον Θορικό, ο Φιλήμων από τον Σφηττό και ο Μόσχος από την Παιανία, γνωρίζουμε ότι, όταν παρουσιάσθηκε στη Βουλή η καταγγελία εναντίον του Αριστάρχου, του γιου τού Μόσχου, για τον φόνο του Νικοδήμου, ο Μειδίας, που σήμερα κατηγορείται στο δικαστήριο από τον Δημοσθένη, για όφελος του οποίου καταθέτουμε μαρτυρία, παρουσιάσθηκε στη Βουλή, δήλωσε ότι ο Αρίσταρχος μόνο και κανένας άλλος δεν σκότωσε τον Νικόδημο και υπέδειξε στους βουλευτές να πάνε στο σπίτι του και να τον συλλάβουν. Αυτά έλεγε στη Βουλή, μολονότι την προηγούμενη ημέρα είχε δειπνήσει με τον Αρίσταρχο και μαζί μας. Γνωρίζουμε επίσης ότι ο Μειδίας, μόλις αναχώρησε από τη Βουλή μετά τις δηλώσεις αυτές, ξαναπήγε στο σπίτι του Αριστάρχου, του κράτησε το δεξί χέρι και ορκίσθηκε να αφανισθεί, αν είχε πει στη Βουλή κάτι επιζήμιο γι᾽ αυτόν· ζητούσε επίσης επίμονα από τον Αρίσταρχο να τον συμφιλιώσει με τον Δημοσθένη.]