Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Θεομνήστου (6-14)

[6] Ἴσως τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, περὶ τούτων μὲν οὐδὲν ἀπολογήσεται, ἐρεῖ δὲ πρὸς ὑμᾶς ἅπερ ἐτόλμα λέγειν καὶ πρὸς τὸν διαιτητήν, ὡς οὐκ ἔστι τῶν ἀπορρήτων, ἐάν τις εἴπῃ τὸν πατέρα ἀπεκτονέναι· τὸν γὰρ νόμον οὐ ταῦτ᾽ ἀπαγορεύειν, ἀλλ᾽ ἀνδροφόνον οὐκ ἐᾶν λέγειν.

[7] ἐγὼ δὲ οἶμαι δεῖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, οὐ περὶ τῶν ὀνομάτων διαφέρεσθαι ἀλλὰ τῆς τούτων διανοίας, καὶ πάντας εἰδέναι ὅτι ὅσοι ‹ἀπεκτόνασί τινας, καὶ ἀνδροφόνοι εἰσί, καὶ ὅσοι› ἀνδροφόνοι εἰσί, καὶ ἀπεκτόνασί τινας. πολὺ γὰρ ἔργον ἦν τῷ νομοθέτῃ ἅπαντα τὰ ὀνόματα γράφειν ὅσα τὴν αὐτὴν δύναμιν ἔχει· ἀλλὰ περὶ ἑνὸς εἰπὼν περὶ πάντων ἐδήλωσεν.

[8] οὐ γὰρ δήπου, ὦ Θεόμνηστε, εἰ μέν τίς σε εἴποι πατραλοίαν ἢ μητραλοίαν, ἠξίους ἂν αὐτὸν ὀφλεῖν σοι δίκην, εἰ δέ τις εἴποι ὡς τὴν τεκοῦσαν ἢ τὸν φύσαντα ἔτυπτες, ᾤου ἂν αὐτὸν ἀζήμιον δεῖν εἶναι ὡς οὐδὲν τῶν ἀπορρήτων εἰρηκότα.

[9] ἡδέως γὰρ ἄν σου πυθοίμην (περὶ τοῦτο γὰρ δεινὸς εἶ καὶ μεμελέτηκας καὶ ποιεῖν καὶ λέγειν)· εἴ τίς σε εἴποι ῥῖψαι τὴν ἀσπίδα, ἐν δὲ τῷ νόμῳ εἴρηται, «ἐάν τις φάσκῃ ἀποβεβληκέναι, ὑπόδικον εἶναι», οὐκ ἂν ἐδικάζου αὐτῷ, ἀλλ᾽ ἐξήρκει ἄν σοι [ἐρριφέναι τὴν ἀσπίδα] λέγοντι οὐδέν σοι μέλειν; οὐδὲ γὰρ τὸ αὐτό ἐστι ῥῖψαι καὶ ἀποβεβληκέναι·

[10] ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν τῶν ἕνδεκα γενόμενος ἀποδέξαιο, εἴ τις ἀπάγοι τινὰ φάσκων θοἰμάτιον ἀποδεδύσθαι ἢ τὸν χιτωνίσκον ἐκδεδύσθαι, ἀλλ᾽ ἀφείης ἂν τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅτι οὐ λωποδύτης ὀνομάζεται. οὐδ᾽ εἴ τις παῖδα ἐξαγαγὼν ληφθείη, οὐκ ἂν φάσκοις αὐτὸν ἀνδραποδιστὴν εἶναι, εἴπερ μαχῇ τοῖς ὀνόμασιν, ἀλλὰ μὴ τοῖς ἔργοις τὸν νοῦν προσέξεις, ὧν ἕνεκα τὰ ὀνόματα πάντες τίθενται.

[11] Ἔτι τοίνυν σκέψασθε, ὦ ἄνδρες δικασταί· οὑτοσὶ γάρ μοι δοκεῖ ὑπὸ ῥᾳθυμίας καὶ μαλακίας οὐδ᾽ εἰς Ἄρειον πάγον ἀναβεβηκέναι. πάντες γὰρ ἐπίστασθε ὅτι ἐν ἐκείνῳ τῷ χωρίῳ, ὅταν τὰς τοῦ φόνου δίκας δικάζωνται, οὐ διὰ τούτου τοῦ ὀνόματος τὰς διωμοσίας ποιοῦνται, ἀλλὰ δι᾽ οὗπερ ἐγὼ κακῶς ἀκήκοα· ὁ μὲν γὰρ διώκων ὡς ἔκτεινε διόμνυται, ὁ δὲ φεύγων ὡς οὐκ ἔκτεινεν.

[12] οὐκ οὖν ἄτοπον ἂν εἴη τὸν δράσαντ᾽ ἀφεῖναι φάσκοντα ἀνδροφόνον εἶναι, ὅτι ὁ διώκων, ὡς ἔκτεινε, ‹πρὸς› τὸν φεύγοντα διωμόσατο; τί γὰρ ταῦτα, ὧν οὗτος ἐρεῖ, διαφέρει; καὶ αὐτὸς μὲν Θέωνι κακηγορίας ἐδικάσω εἰπόντι σε ἐρριφέναι τὴν ἀσπίδα. καίτοι περὶ μὲν τοῦ ῥῖψαι οὐδὲν ‹ἐν› τῷ νόμῳ εἴρηται, ἐὰν δέ τις εἴπῃ ἀποβεβληκέναι τὴν ἀσπίδα, πεντακοσίας δραχμὰς ὀφείλειν κελεύει.

[13] οὐκ οὖν δεινόν, εἰ ὅταν μὲν δέῃ σὲ κακῶς ἀκούσαντα τοὺς ἐχθροὺς τιμωρεῖσθαι, οὕτω τοὺς νόμους ὥσπερ ἐγὼ νῦν λαμβάνεις, ὅταν δ᾽ ἕτερον παρὰ τοὺς νόμους εἴπῃς κακῶς, οὐκ ἀξιοῖς δοῦναι δίκην; πότερον οὕτως σὺ δεινὸς εἶ ὥστε, ὅπως ἂν βούλῃ, οἷός τ᾽ εἶ χρῆσθαι τοῖς νόμοις, ἢ τοσοῦτον δύνασαι ὥστε οὐδέποτε οἴει τοὺς ἀδικουμένους ὑπὸ σοῦ τιμωρίας τεύξεσθαι;

[14] εἶτ᾽ οὐκ αἰσχύνῃ οὕτως ἀνοήτως διακείμενος, ὥστε οὐκ ἐξ ὧν εὖ πεποίηκας τὴν πόλιν, ἀλλ᾽ ἐξ ὧν ἀδικῶν οὐ δέδωκας δίκην, οἴει δεῖν πλεονεκτεῖν; Καί μοι ἀνάγνωθι τὸν νόμον.

***
[6] Ίσως ωστόσο, άνδρες δικαστές, δεν θα βασίσει καθόλου την υπεράσπισή του σε αυτά, αλλά θα σας πει ό,τι είχε το θράσος να πει και στον διαιτητή, ότι δηλαδή δεν είναι από αυτά που απαγορεύονται, εάν ένας πει για κάποιον ότι σκότωσε τον πατέρα του. Διότι ο νόμος δεν απαγορεύει, λέει, αυτό, απλώς δεν επιτρέπει να αποκαλείς κάποιον ανδροφόνο.

[7] Εγώ όμως νομίζω, άνδρες δικαστές, ότι δεν πρέπει να μας απασχολούν οι λέξεις, αλλά το τί σημαίνουν, και ότι όλοι σας γνωρίζετε πως όσοι έχουν διαπράξει φόνο είναι και ανδροφόνοι , και πως όσοι είναι ανδροφόνοι έχουν διαπράξει φόνο. Προφανώς ήταν μεγάλος κόπος για τον νομοθέτη να γράψει όλες τις λέξεις που έχουν την ίδια σημασία. Αντ᾽ αυτού ανέφερε μία και κατέστησε φανερή την πρόθεσή του για όλες.

[8] Γιατί ασφαλώς, Θεόμνηστε, δεν θα είχες την απαίτηση να τιμωρηθεί κάποιος, αν σε αποκαλούσε πατραλοία ή μητραλοία, ενώ θα θεωρούσες ότι πρέπει να μείνει ατιμώρητος, αν ένας έλεγε ότι δέρνεις αυτή που σε γέννησε ή εκείνον που σε έσπειρε, εφόσον κατά τη λογική σου δεν θα είχε πει κάτι από αυτά που απαγορεύονται.

[9] Ασμένως μάλιστα θα ήθελα να μάθω από σένα (γιατί σε αυτό είσαι ασυναγώνιστος και διαθέτεις πλούσια εμπειρία και στην πράξη και στα λόγια): Αν κάποιος έλεγε ότι πέταξες την ασπίδα, ενώ η διατύπωση του νόμου είναι «αν ένας λέει για κάποιον ότι εγκατέλειψε την ασπίδα, να διώκεται», δεν θα τον εδίωκες, αλλά θα σου ήταν αρκετό να λες ότι ποσώς σε απασχολεί, διότι άλλο «πετάω» άλλο «εγκαταλείπω»;

[10] Σε περίπτωση πάλι που βρεθείς ανάμεσα στους Ένδεκα, αν ένας οδηγήσει ενώπιόν σου κάποιον με τη διαδικασία της απαγωγής, ισχυριζόμενος ότι του αφαίρεσε το ιμάτιο ή του πήρε τον χιτώνα, δεν θα αποδεχθείς ως βάσιμη την κατηγορία, αλλά θα τον αφήσεις παρομοίως ελεύθερο, επειδή δεν χρησιμοποιήθηκε η λέξη λωποδύτης (ενδυματοκλέπτης). Αν, τέλος, συλληφθεί κάποιος έχοντας απαγάγει ένα παιδί για να το πουλήσει ως δούλο, δεν θα πεις ότι αυτός είναι ανδραποδιστής (δουλέμπορος), αν παίζεις με τις λέξεις και δεν στρέψεις την προσοχή σου στα πράγματα, για τα οποία χρησιμοποιούν οι πάντες τις λέξεις.

[11] Σκεφθείτε ακόμη, άνδρες δικαστές. Διότι αυτός εδώ έχω την εντύπωση ότι λόγω ραστώνης και μαλθακότητας δεν έχει ανεβεί καν στον Άρειο πάγο. Διότι όλοι γνωρίζετε ότι εκεί, όταν εκδικάζονται οι υποθέσεις φόνου, ορκίζονται στο πλαίσιο της διωμοσίας χρησιμοποιώντας όχι τη συγκεκριμένη λέξη (ανδροφόνος), αλλά εκείνη με την οποία κατηγορήθηκα εγώ. Ο κατήγορος, ως γνωστόν, ορκίζεται ότι ο αντίδικος «εφόνευσε», ο κατηγορούμενος ότι δεν «εφόνευσε».

[12] Δεν θα ήταν λοιπόν παράλογο να αθωώσουν τον δράστη που ομολογεί ότι είναι ανδροφόνος, μόνο και μόνο επειδή ο κατήγορος στον όρκο του προς τον κατηγορούμενο στο πλαίσιο της διωμοσίας ορκίστηκε ότι ο κατηγορούμενος εφόνευσε; Γιατί σε τι διαφέρουν αυτά από εκείνα που θα πει αυτός; Εσύ ο ίδιος άλλωστε εδίωξες για δυσφήμηση τον Θέωνα που είπε ότι πέταξες την ασπίδα. Ωστόσο ο νόμος πουθενά δεν λέει «πέταξε», απλώς ορίζει ότι καταβάλλει πεντακόσιες δραχμές όποιος πει για κάποιον ότι εγκατέλειψε την ασπίδα.

[13] Δεν είναι λοιπόν εξωφρενικό, όταν είναι να τιμωρήσεις για δυσφήμηση τους εχθρούς σου, να ερμηνεύεις τους νόμους όπως ακριβώς εγώ τώρα, όταν όμως, παραβαίνοντας τους νόμους, δυσφημείς κάποιον άλλον, να έχεις την αξίωση να μην τιμωρηθείς; Για ποιό λόγο; Είσαι μήπως τόσο επιδέξιος ώστε να χρησιμοποιείς τους νόμους κατά το δοκούν; Ή έχεις τόση δύναμη, ώστε φαντάζεσαι ότι οι άνθρωποι που αδικείς ουδέποτε θα σε τιμωρήσουν;

[14] Και τελικά δεν αισθάνεσαι ντροπή που είσαι τόσο ανόητος, ώστε νομίζεις ότι πρέπει να έχεις προνομιακή μεταχείριση όχι γιατί έχεις προσφέρει στην πόλη, αλλά για το γεγονός ότι δεν έχεις τιμωρηθεί για αδικήματα που διαπράττεις; Διάβασέ μου, παρακαλώ, τον νόμο.