Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΠΡΙΑΜΙΔΕΣ, ΕΚΑΒΗ

Καταγωγή
 
Υπάρχουν δύο παραδόσεις για την καταγωγή της Εκάβης. Η μία, επική, τη θέλει να κατάγεται από τη Φρυγία ως κόρη του Δύμαντα με απώτερη καταγωγή από τον ποταμό Σαγγάριο -ενίοτε θεωρούνταν και πατέρας της· η άλλη, των τραγικών, τη θέλει κόρη του βασιλιά των Θρακών Κισσέα. Ως κόρη του Κισσέα μητέρα της θεωρείται η Τηλέκλεια, ως κόρη του Σαγγάριου η Νύμφη Ευαγόρα, ως κόρη του Δύμαντα η Νύμφη Ευνόη, ενώ τον τίτλο διεκδικεί και η Γλαυκίππη, κόρη του Ξάνθου. Μέχρι και τον 6ο αι. μ.Χ. το γενεαλογικό δέντρο της Εκάβης προκαλούσε συζητήσεις ανάμεσα στους γραμματικούς της εποχής.
 
Γάμος - Απογόνοι
 
Η υδάτινη καταγωγή της Εκάβης, από τον Σαγγάριο, αιτιολογεί τη γονιμότητά της, μια και ως (δεύτερη) σύζυγος του Πριάμου απέκτησε δεκαεννέα παιδιά.
Πρωτότοκος γιος ήταν ο Έκτορας, όμως όνειρο σημάδεψε τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους, του Πάρη:
 
… όταν ήταν να γεννήσει το δεύτερο παιδί η Εκάβη, είδε στον ύπνο της ότι γέννησε ένα δαυλό αναμμένο που διαμοιραζόταν σε ολόκληρη την πόλη και την έκαιγε. Όταν ο Πρίαμος έμαθε από την Εκάβη το όνειρό της, κάλεσε τον γιο του Αίσακο· γιατί ήξερε να εξηγεί τα όνειρα, τέχνη που έμαθε από τον Μέροπα, παππού του, από την πλευρά της μάνας του. Αυτός είπε ότι το παιδί θα γινόταν η καταστροφή της πατρίδας του και τον συμβούλευσε να το αφήσει έκθετο. Και ο Πρίαμος, όταν γεννήθηκε το παιδί, το έδωσε σε έναν δούλο, που ονομαζόταν Αγέλαος, να το μεταφέρει στην Ίδη και να το αφήσει εκεί. Για πέντε μέρες το βρέφος, που εκείνος είχε εγκαταλείψει, τράφηκε από μιαν αρκούδα. Κι όταν το βρήκε σώο, το μάζεψε, το έφερε στους αγρούς και το ανέθρεψε σαν να ήταν δικό του παιδί, αφού το ονόμασε Πάρι. Έφηβος πια και ασύγκριτος σε ομορφιά και δύναμη, επονομάστηκε και Αλέξανδρος, επειδή κυνηγούσε τους ληστές και προστάτευε τα κοπάδια. Και ύστερα από όχι μεγάλο χρονικό διάστημα, βρήκε τους γονείς του. (Απολλόδωρος 3.12)
 
Ο Πίνδαρος παραλλάσσει το όνειρο της Εκάβης. Είδε, λέει, πως είχε γεννήσει τέρας με εκατό χέρια. Σε καθένα κρατούσε από ένα δαυλό αναμμένο και σώριαζε την Τροία σε ερείπια.
 
Άλλη εκδοχή αναφέρει πως οι μάντεις, κυρίως ο Αίσακος, δήλωσαν πως το παιδί που θα γεννιόταν μια ορισμένη μέρα θα προκαλούσε την καταστροφή της Τροίας και ότι όφειλαν να σκοτώσουν μητέρα και παιδί. Όμως την ορισμένη μέρα, εκτός από την Εκάβη, γέννησε και η Κίλλα τον Μούνιππο από τον Θυμοίτη, αδελφό ή κουνιάδο του Πριάμου. Αυτούς θανάτωσε ο Πρίαμος.
 
Μετά από αυτόν [τον Πάρη] η Εκάβη γέννησε κόρες, την Κρέουσα, τη Λαοδίκη, την Πολυξένη, την Κασάνδρα, στην οποία ο Απόλλωνας υποσχέθηκε να διδάξει την τέχνη της μαντείας, επειδή ήθελε να σμίξει μαζί της. […] Στη συνέχεια γέννησε πάλι αγόρια, τον Δηίφοβο, τον Έλενο, τον Πάμμονα, τον Πολίτη, τον Άντιφο, τον Ιππόνοο, τον Πολύδωρο, τον Τρωίλο· γι' αυτόν λένε ότι τον απέκτησε με τον Απόλλωνα. (Απολλόδωρος 3.12)
 
Το τέλος του πολέμου - Θάνατος Εκάβης
 
Στην Ιλιάδα η Εκάβη δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο, κυρίως θρηνεί τον Έκτορα και τότε εκφράζεται με πάθος εναντίον του Αχιλλέα: «Αχ! καρφωμένη επάνω του το σκώτι πέρα πέρα / θα του 'τρωγα να πλερωθούν τα πάθια του παιδιού μου.» (Ω 212-213). Όμως από τους τραγικούς αναδεικνύεται ως η μάνα* στην οποία συσσωρεύονται όλα τα δεινά.
 
Στον πόλεμο έχασε τα αρσενικά παιδιά της και μετά την άλωση την Κασσάνδρα, που την είδε να φεύγει αιχμάλωτη και παλλακίδα του Αγαμέμνονα, την Πολυξένη, που θυσιάστηκε πάνω στον τάφο του Αχιλλέα, και τον Πολύδωρο, τον πιο μικρό της γιο που ο Πρίαμος είχε εμπιστευτεί στον θράκα βασιλιά Πολυμήστορα. Τον θάνατο του αδικοχαμένου γιου εκδικήθηκε** η αιχμάλωτη Εκάβη με τρόπο σκληρό -τύφλωσε τον φονιά του Πολυμήστορα, ενώ άλλες αιχμάλωτες Τρωαδίτισσες σκότωσαν τα παιδιά του Θράκα βασιλιά.
 
Για την πράξη της αυτή οι Έλληνες τη λιθοβόλησαν, όμως κάτω από τις πέτρες βρήκαν αντί για το σώμα της το πτώμα μιας σκύλας με πύρινα μάτια. Άλλοι παραδίδουν ότι μεταμορφώθηκε σε σκύλα την ώρα που την κυνηγούσαν οι σύντροφοι του Πολυμήστορα ή πάνω στο καράβι που τη μετέφερε αιχμάλωτη στην Ελλάδα, οπότε και ρίχτηκε στη θάλασσα. Άλλη παράδοση τη θέλει να φεύγει από την Τροία μαζί με τον Έλενο, την Κασσάνδρα και την Ανδρομάχη προς τη Χερσόνησο της Θράκης, προκειμένου να εγκατασταθούν εκεί. Εκεί μεταμορφώθηκε σε σκύλα και πέθανε. Θάφτηκε από τον Έλενο σε τάφο που ονομάστηκε κυνός σῆμα (ο τάφος της σκύλας). Στην τραγωδία Τρωάδες η Εκάβη δίνεται σαν δούλα στον Οδυσσέα, στον άνδρα που προκάλεσε με το τέχνασμά του την άλωση της Τροίας.
----------------------------
*Εκάβη
 
Η μαύρη κι άραχλη, να σύρω μεγάλη φωνή;
να σύρω μοιρολόι κι οδυρμό;
σκοτεινά γηρατειά, θεοσκότεινα,
σκλαβιά μου αφόρητη,
ασήκωτη σκλαβιά μου,
πού να ζητήσω καταφύγιο, σε ποιο παιδί μου;
σε ποια χώρα; ο γέροντάς μου χάθηκε
και τα παιδιά μου χάθηκαν·.
ποιο μονοπάτι να πάρω,
αυτό ή εκείνο;
ποιος δαίμονας και ποιος θεός θα τρέξει να με σώσει; […]
Δύσκολο πόδι μου πάγαινε,
πάγαινε τη γριά σε κείνο το πλατύσκαλο.
[…]
Είμαι γερόντισσα,
ένας κηφήνας,
αξιοθρήνητη,
σκιάς είδωλο,
προσωπείο θανάτου.
[…]
Γέρνω στη γη το κορμί μου,
γονατίζω τα γηρατειά μου
και με τα δυο μου χέρια
χτυπάω το χώμα.
(Ευρ., Εκ. 155-164· Τρωάδες, 190-193, 1305-1306)
 
**Η τύφλωση του Πολυμήστορα και ο φόνος των παιδιών του
 
[…] ήταν
κάποιος Πολύδωρος, γιος της Εκάβης,
ο πιο μικρός· αυτόν από την Τροία
τον έστειλε ο πατέρας του σε μένα
σπίτι μου να τον θρέψω, τι φοβόταν
ο Πρίαμος το πάρσιμο της πόλης.
Αυτόν τον σκότωσα· άκου για ποιο λόγο,
πόσο καλά και φρόνιμα έχω πράξει.
Φοβήθηκα ο εχθρός σου, αυτό τ' αγόρι,
μη μείνει ζωντανό και ξαναχτίσει,
μαζεύοντας λαό, πάλι την Τροία
και μήπως οι Αχαιοί μαθαίνοντάς το,
πως κάποιο ζει απ' του Πρίαμου τα τέκνα,
ξανάρχονταν στη χώρα της Φρυγίας
με στόλο αρματωμένο, και τους κάμπους
ερήμαζαν κουρσεύοντας της Θράκης.
Και τότε εμείς οι γείτονες της Τροίας
θα πάσχουμε, όπως τώρα, βασιλιά μου.
Η Εκάβη, μόλις έμαθε του γιου της
την τύχη τη θανάσιμη, εδωπέρα
μ' αυτήν την αφορμή μ' έχει ξεσύρει,
για να μου πει πως τάχα μες στην Τροία
του Πρίαμου χρυσάφι ήταν κρυμμένο
σε θήκες· μοναχό με τα παιδιά μου
με μπάζει μες στις τέντες, να μη μάθει
γι' αυτά κανένας άλλος. Στο κρεβάτι
καθίζω· Τρωαδίτισσες κοντά μου,
δεξιά κι αριστερά, κάθισαν πλήθος
σα να 'μουν φίλος· παίνευαν της Θράκης
τον αργαλειό τα ρούχα μου κοιτώντας·
άλλες τα δυο θρακιώτικα κοντάρια
βλέποντας, απ' αυτά με ξαρματώσαν.
Όσες ήταν μανάδες, τα παιδιά μου
θαυμάζοντας τα παίζανε στα χέρια
κι η μια στην άλλη τα 'δινε, ώσπου φτάσαν
να βρίσκονται μακριά από το γονιό τους.
Κι ύστερα από τις ήσυχες κουβέντες
βγάλανε -πώς σου φαίνεται;- μαχαίρια
που τα 'χαν μες στα πέπλα τους κρυμμένα.
Κι άλλες τους γιους μου αμέσως μαχαιρώνουν,
άλλες, θαρρείς κι ήταν εχθροί, μου πιάνουν
χέρια και πόδια και μου τα βαστάνε·
ζητώντας να συντρέξω τα παιδιά μου,
αν προσπαθούσα να σηκώσω το κεφάλι,
μου πιάναν τα μαλλιά και με κρατούσαν·
κι αν πάσκιζα τα χέρια να κουνήσω,
από το πλήθος τους ο δόλιος δεν μπορούσα
να καταφέρω τίποτα. Στο τέλος,
η πιο μεγάλη συμφορά μου απ' όλες,
φριχτό κακό μου κάναν με περόνες
τις κόρες διατρυπάνε των ματιών μου
και τα ματώνουν· ύστερα το σκάσαν
απ' τις σκηνές. Εγώ πηδώντας πάνω
σαν το θεριό τις σκύλες κυνηγάω
τις φόνισσες, γκρεμίζοντας, χτυπώντας.
Αυτά έχω πάθει, θέλοντας να κάνω
καλό, Αγαμέμνονα, σε σε, δικό σου
σκοτώνοντας εχθρό. Για να μην πάνε
τα λόγια μου σε μάκρος, αν κανένας
ή πριν, ή τώρα, ή αύριο τις γυναίκες
κακολογήσει, εγώ με δυο κουβέντες
μόνο θα πω όλα αυτά. Μια τέτοια φύτρα
ούτε στεριά ούτε θάλασσα έχει θρέψει·
όποιος μαζί μ' αυτές είχε να κάνει,
πολύ καλά θα το γνωρίζει ετούτο.
(Ευρ., Εκάβη 1113-1161)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου