Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Ρητορεία και ρητορική: Η σοφιστική κίνηση

Μέχρι την εποχή που εκδηλώνεται στον ελλαδικό χώρο η εκπαιδευτική επανάσταση που είναι γνωστή ως «σοφιστική κίνηση», η Ελλάδα δεν είχε γνωρίσει άλλους παιδαγωγούς από τους προπονητές αγώνων, τους αρχιτεχνίτες εργαστηρίων και τους απλούς δασκάλους του αλφάβητου. Από τα μέσα όμως του 5ου αι. π.Χ. αναπτύσσεται -κυρίως στην Αθήνα, που μετά τους Περσικούς Πολέμους αναδεικνύεται σε κυρίαρχη ελληνική δύναμη- μια νέα εκπαιδευτική τάση με πρωταγωνιστές άνδρες ευφυείς και εύγλωττους, τους σοφιστές. Η σοφιστική κίνηση στηρίζεται βέβαια σε μια πλούσια πνευματική παράδοση, κυρίως αυτή των προσωκρατικών φιλοσόφων, με την οποία βρίσκεται σε κριτικό διάλογο. Οι καινοτομίες των σοφιστών και οι πρωτότυπες θέσεις τους γεννιούνται μέσα από αυτή τη γόνιμη αντιπαράθεση.
 
Είναι αλήθεια πως ό,τι γνωρίζουμε για το κίνημα των σοφιστών το οφείλουμε σε ελάχιστα αποσπάσματα και κυρίως σε δοξογραφικές καταγραφές, στοιχεία που έχουν μάλλον περιορισμένο κύρος, για να μπορεί κανείς να τα αντιτάξει στις γοητευτικές, αλλά μάλλον παραπλανητικές, σατιρικές εικόνες της αρχαίας κωμωδίας και στην αρνητική εντύπωση που προκαλεί η επικριτική παρουσίαση αυτών των ανδρών από τον Πλάτωνα. Πάντως, στις δημηγορίες του Θουκυδίδη, που απεικονίζουν τα είδη των επιχειρημάτων που ήταν σε χρήση τον πέμπτο αιώνα, αποτυπώνονται πιθανόν και οι τεχνικές των σοφιστών. Είναι όμως πολύ δύσκολο, αν είναι γενικά δυνατό, να σχηματίσουμε μια ιστορικά ακριβή εικόνα για τη συγκεκριμένη πνευματική κίνηση.
 
Μπορεί ο σύγχρονος όρος σοφιστής να έχει, κυρίως στον προφορικό λόγο και στη σκιά της αντίληψής του από τον Πλάτωνα, αρνητική σημασία, αφού χαρακτηρίζει μειωτικά εκείνον που χρησιμοποιεί λογικά παιχνίδια που παγιδεύουν τον συνομιλητή σε αναληθή συμπεράσματα (σοφιστείες), στην αρχαιότητα όμως ο ίδιος όρος σημαίνει καταρχήν αυτόν που κατέχει σε βάθος τη σοφία ή μια τέχνη, επομένως τον επιδέξιο και ευφυή άνθρωπο· επιπλέον, τον συνετό πολιτικό. Ο Ηρόδοτος χρησιμοποιεί τον όρο για μάντεις (2.49), ο Πίνδαρος για ποιητές (Ἴσθμια 5.36), κάποιοι δραματικοί ποιητές για μουσικούς (βλ. π.χ. Ευριπίδη, Ρῆσος 924). Ωστόσο, από την εποχή του Πλάτωνα και μετά, ο όρος σημαίνει τον δάσκαλο της ρητορικής, της γραμματικής, της πολιτικής, κάποτε όμως και των μαθηματικών, της μουσικής και της αστρονομίας, όπως και των φυσικών επιστημών, που αμείβεται κατά κανόνα αδρά για τις παραδόσεις του (Ξενοφών, Ἀπομνημονεύματα 1.6.13). Παιδεύειν ἀνθρώπους είναι εξάλλου ο ορισμός που δίνει στο έργο των σοφιστών, κατά τον Πλάτωνα, ο Πρωταγόρας, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινήματος (Πρωταγόρας 317b4-5). Ο σοφιστής οφείλει μάλιστα να είναι σε θέση να μιλά για το καθετί με τρόπο πειστικό και αποτελεσματικό, συνθήκη που προϋποθέτει εντυπωσιακή ευρυμάθεια ακόμη και σε τομείς που απέχουν από τη ρητορική ή την εριστική - ο Ιππίας ο Ηλείος, για παράδειγμα, φημιζόταν για την πολυπραγμοσύνη του και την ιδιαίτερη αγάπη του για τις μαθηματικές τέχνες, την αριθμητική, τη γεωμετρία, την αστρονομία.
 
Η σοφιστική κίνηση γεννήθηκε μαζί με τη ρητορική. Και οι δύο συνδέονται χρονικά και αιτιακά με συνθήκες επαναστατικών αλλαγών: η ρητορική με την ανατροπή του πολιτικού καθεστώτος της τυραννίας· η σοφιστική κίνηση με τον κλονισμό των πολιτικών και ιδεολογικών δομών της αριστοκρατίας και επιπλέον με την ισχυρή αμφισβήτηση των παραδοσιακών κοινωνικών και θρησκευτικών αντιλήψεων. Απέναντι στον πολιτισμό, τη γλώσσα, τη θρησκεία, το κράτος, την ηθική, το δίκαιο, την κοινωνία οι σοφιστές υιοθετούν στάση κριτική. Έτσι προωθούν μέσα στον 5ο αι. π.Χ. τη σκέψη για ηθικές και πολιτικές έννοιες που απασχολούν αυτή την εποχή τους διανοητές -όπως προκύπτει από την ιστοριογραφία του Θουκυδίδη αλλά και τους διαλόγους του Πλάτωνα-, με τρόπο πρωτόγνωρο. Παράλληλα υπηρετούν τις νέες ανάγκες: υπόσχονται -ως μεταλαμπαδευτές μιας ανώτερης παιδείας- ότι μπορούν να διδάξουν όποιον το επιθυμεί -και, φυσικά, είναι σε θέση να εξασφαλίσει τα δίδακτρα των μαθημάτων, συχνά ιδιαιτέρως υψηλά- πώς να αναδειχθεί, αξιοποιώντας τους πολιτικούς θεσμούς και στηριγμένος στις πνευματικές του δυνάμεις, σε άνδρα που διαθέτει πολιτικήν ἀρετήν, σε άριστο πολίτη δηλαδή, που είναι σε θέση να διοικεί με τον καλύτερο τρόπο τα του οίκου του και τα της πόλεως. Βλ. την απάντηση του Πρωταγόρα στο ερώτημα του Σωκράτη τι θα κατακτήσει ως γνώση και τέχνη ο Ιπποκράτης μέσα από την καθημερινή συναναστροφή του με τον δάσκαλό του (Πρωταγόρας 318e5-319a2): τὸ δὲ μάθημά ἐστιν εὐβουλία περὶ τῶν οἰκείων, ὅπως ἂν ἄριστα τὴν αὑτοῦ οἰκίαν διοικοῖ, καὶ περὶ τῶν τῆς πόλεως, ὅπως τὰ τῆς πόλεως δυνατώτατος ἂν εἴη καὶ πράττειν καὶ λέγειν. (Η διδασκαλία μου σε κάνει μυαλωμένο για τις υποθέσεις του σπιτιού σου (πώς να κυβερνάς με τον καλύτερο τρόπο το νοικοκυριό σου), και για τις υποθέσεις της πολιτείας (πώς να γίνεις ασυναγώνιστος πολιτικός και στα έργα και στους λόγους).
 
Οι σοφιστές εκπαίδευαν τους μαθητές τους στη σύνθεση λόγου παρέχοντάς τους προς μίμηση υποδειγματικές ομιλίες. Για να προβάλουν την τέχνη τους και να γίνουν γνωστοί, μετακινούνταν από τόπο σε τόπο και έδιναν διαλέξεις (ἐπιδείξεις) είτε στις πόλεις όπου αποφάσιζαν να εγκατασταθούν είτε σε κάποιο πανελλήνιο ιερό. Σε αυτά τα μέρη συνέρρεαν Έλληνες από διάφορες περιοχές στο πλαίσιο των εορτών που διοργανώνονταν εκεί. Οι λόγοι των σοφιστών είχαν τον χαρακτήρα επιμελημένων ή αυτοσχέδιων ομιλιών. Οι ομιλητές μιλούσαν με ύφος ειδικού, παίρνοντας επίσημη στάση. Εκφωνούσαν τους λόγους τους από υψηλό βάθρο, φορώντας μάλιστα τα θριαμβικά ρούχα των ραψωδών. Η εμφάνιση αυτή είναι βέβαιο ότι εντυπωσίαζε τους νέους και ερέθιζε τις φιλοδοξίες τους - αντίδραση απολύτως ευπρόσδεκτη γι' αυτούς τους πρώτους «εμπόρους» της γνώσης.
 
Στις εξειδικευμένες εκτενείς διαλέξεις τους ανέπτυσσαν το θέμα τους με βάση γενικές κρίσεις και τα δεδομένα της εμπειρίας. Αξιοποιούσαν μάλιστα ρητορικά σχήματα και χρησιμοποιούσαν λεξιλόγιο αρκετά εξεζητημένο. Τα λογικά άλματα κάθε άλλο παρά αποκλείονταν, όπως άλλωστε και η χρήση όρων και εννοιών που φαίνεται να συγγενεύουν σημασιολογικά σα να πρόκειται για συνώνυμα, δεν έχουν όμως στην πραγματικότητα ακριβώς το ίδιο λογικό εύρος.
 
Στις μεθόδους των σοφιστών συγκαταλέγονταν εξάλλου ο μύθος και η ερμηνεία ποιημάτων. Ο μύθος βέβαια, που χρησιμοποιείται κιόλας στον Όμηρο για να ενισχύσει την πειθώ του λόγου (Ἰλιάς, Ι 529-600, μύθος του Μελέαγρου· Ω 602-618, μύθος της Νιόβης), αναμφίβολα μέσο τέρψης του αναγνώστη-ακροατή, παρουσιάζει σοβαρά μειονεκτήματα ως όργανο λογικής διερεύνησης ενός ζητήματος, αφού στηρίζεται στην εμπειρία και στην απλούστευση. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι οι σοφιστές κατέβαλαν σοβαρή προσπάθεια, για να περιορίσουν αυτές τις αδυναμίες. Ο ποιητικός λόγος εξάλλου, λόγος συγκινησιακός, συχνά μεταφορικός, και ως εκ τούτου σκοτεινός, δεν μπορεί να θεωρηθεί το πλέον αξιόπιστο μέσο αναζήτησης της αλήθειας.
 
Από τον 4ο αι. π.Χ. οι μέχρι τότε μετακινούμενοι σοφιστές ιδρύουν σχολές με σταθερή έδρα, μεταξύ των οποίων αναπτύσσεται σκληρός ανταγωνισμός.
 
Οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι αυτής της πνευματικής κίνησης είναι ο Γοργίας ο Λεοντίνος, ο Θρασύμαχος ο Χαλκηδόνιος, ο Πρόδικος ο Κείος, ο Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης, ο Ιππίας ο Ηλείος (Κικέρων, Brutus 8.30, Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 3.1.8-13). Ανάμεσά τους εξέχουσα θέση κατέχουν ο Γοργίας και ο Πρωταγόρας.
 
Πρωταγόρας - Δισσοί λόγοι
 
Ο πρώτος σοφιστής που κατά την παράδοση πρόσφερε διδασκαλία επί πληρωμή ήταν ο Πρωταγόρας (Πλάτων, Ἱππίας Μείζων 282d4-5). Γεννήθηκε στα Άβδηρα, την πατρίδα του Δημόκριτου, πιθανότατα όχι μετά το 490, και πέθανε γύρω στα 420 (ίσως σε ναυάγιο κατά τη φυγή του προς τη Σικελία ύστερα από την καταδίκη του στην Αθήνα για ασέβεια προς τους θεούς, Διογένης Λαέρτιος, 9.55). Για τα μαθήματά του λέγεται πως ζητούσε το ποσό των 2.000 δραχμών - δύο χιλιάδες φορές το ημερομίσθιο ενός εργάτη! Αν και συνήθιζε να μετακινείται από πόλη σε πόλη, έμεινε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Αθήνα, όπου απέκτησε ιδιαίτερα μεγάλη φήμη και απήλαυσε τη δημόσια αναγνώριση. Μάλιστα με εντολή του Περικλή συνέταξε στα 444/443 τη νομοθεσία της πανελλήνιας αποικίας των Θουρίων στη Σικελία (Διογένης Λαέρτιος, 9.50).
 
Στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο ο Πρωταγόρας αναγνωρίζει ως κύριο έργο των σοφιστών την εκπαίδευση των πολιτών (Πρωταγόρας 317b4-5). Σύμφωνα με την ίδια πηγή, στόχος της διδασκαλίας του ήταν να κατακτήσουν οι μαθητές του την πολιτική αρετή, ώστε να σκέφτονται σωστά και να δρουν άριστα ως ιδιώτες και ως πολίτες (318a6-9, 318e5-319a2:
 
τὸ δὲ μάθημά ἐστιν εὐβουλία περὶ τῶν οἰκείων, ὅπως ἂν ἄριστα τὴν αὑτοῦ οἰκίαν διοικοῖ, καὶ περὶ τῶν τῆς πόλεως, ὅπως τὰ τῆς πόλεως δυνατώτατος ἂν εἴη καὶ πράττειν καὶ λέγειν., «Η διδασκαλία μου σε κάνει μυαλωμένο για τις υποθέσεις του σπιτιού σου (πώς να κυβερνάς με τον καλύτερο τρόπο το νοικοκυριό σου), και για τις υποθέσεις της πολιτείας (πώς να γίνεις ασυναγώνιστος πολιτικός και στα έργα και στους λόγους»).
 
Σε κάθε περίπτωση η φράση που του αποδίδεται πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος, τῶν μὲν ὄντων ὡς ἔστιν, τῶν δὲ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν («ο άνθρωπος αποτελεί το μέτρο που κρίνει το καθετί, γι' αυτά που υπάρχουν ότι υπάρχουν, ενώ γι' αυτά που δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν» (DK 80 B 1 = Σέξτος Εμπειρικός, Πρὸς Μαθηματικούς 7.60 (Πρὸς Λογικούς 1.60), Πλάτων, Θεαίτητος 151e9-152a4· η φράση αποδίδεται στα λατινικά με την επιγραμματική διατύπωση homo mensura), τον κάνει να προβάλλει ως εκπρόσωπος ενός «σχετικιστικού ανθρωπισμού». (Η φράση αυτή εμφανιζόταν στην αρχή του έργου Καταβάλλοντες (λόγοι) (διερευνήσεις και αντίκρουση παλαιότερων λανθασμένων κρίσεων και θέσεων). Βεβαίως, ήδη ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (περ. 570-467 π.Χ.) είχε υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει αντικειμενική γνώση, ότι η γνώση είναι μόνο υποκειμενική και στηρίζεται στην υπόθεση (DK 21 B 34).
 
Ο ίδιος πάντως ανέδειξε σε ακρογωνιαίο λίθο του ἐπαγγέλματός του (της τέχνης του) την αρχή τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν (την παρουσίαση μιας ανίσχυρης θέσης -του κατώτερου επιχειρήματος- ως ισχυρής και πειστικής), που στηρίζεται στο ευλογοφανές (τò φαινόμενον εἰκός) (Αριστοτέλης, Ῥητορική 2.1402a23-28) και είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη δικανική ρητορεία. (  Ο Αριστοφάνης παρουσιάζει στις Νεφέλες του (1038-1040) τον Ἄδικον Λόγον να αποδίδει την πατρότητα του υποτιμητικού χαρακτηρισμού του ίδιου ως ἥττονος λόγου στους φιλοσόφους (φροντισταί), γιατί, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, «ήταν ο πρώτος που τόλμησε να μιλήσει ενάντια στους νόμους και τη δικαιοσύνη».) Λέγεται άλλωστε πως ήταν ο πρώτος που δίδαξε ότι μπορεί κανείς να πραγματευτεί κάθε θέμα τόσο από τη θετική όσο και από την αρνητική του πλευρά, να το επαινέσει και να το ψέξει. Μάλιστα συνέθεσε Ἀντιλογίας/'Αντιλογικά και ανέπτυξε την «εριστική» μέθοδο συζήτησης, την αντιπαράθεση στο πλαίσιο του διαλόγου, για την οποία στηρίχθηκε στη διαλεκτική μέθοδο του Ζήνωνα του Ελεάτη. (Ο Διογένης Λαέρτιος 9.55 αναφέρει ότι ο Πρωταγόρας συνέθεσε δύο βιβλία Ἀντιλογιῶν.)
 
Στον Πρωταγόρα αποδίδονταν εξάλλου, στην εποχή του Κικέρωνα ακόμη (1ος αι. π.Χ.), οι ρητορικές πραγματεύσεις σπουδαίων θεμάτων, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως κοινοὶ τόποι (loci communes) (Κικέρων, Brutus 12.46).
 
To πνεύμα των Ἀντιλογιῶν φαίνεται πως ακολουθούν οι Δισσοί λόγοι, μια ανώνυμη πραγματεία που συντάχθηκε περί τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. πιθανόν από κάποιον μαθητή του Πρωταγόρα. Το συγκεκριμένο έργο προσφέρει εξαιρετικά σύντομα παραδείγματα θεώρησης ενός θέματος από δύο αντίθετες μεταξύ τους πλευρές (ότι, π.χ., το ίδιο πράγμα είναι καλό αλλά και κακό -ανάλογα με το πρόσωπο που αφορά ή την κατάσταση αυτού του προσώπου-, τιμητικό αλλά και ατιμωτικό, δίκαιο αλλά και άδικο, ψευδές αλλά και αληθές). Οι ασθένειες, για παράδειγμα, είναι κακό για εκείνους που αρρωσταίνουν, αλλά καλό για τους γιατρούς· η νίκη είναι καλή για τους νικητές, αλλά κακή για τους ηττημένους. Εν τέλει παρουσιάζεται μέσα από παραδείγματα και η παραδοξότητα αυτής της ταύτισης (εν είδει αντιλογίας, θα έλεγε κανείς, προς την αποδοχή της): αν, για παράδειγμα, το κακό είναι το ίδιο με το καλό, τότε σε αυτόν που σου έχει κάνει μεγάλο καλό, οφείλεις μεγάλο κακό.
 
Τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις μάς είναι άλλωστε γνωστές από τους αγώνες λόγων στις τραγωδίες του Ευριπίδη ή την ἀντιλογίαν μεταξύ Δικαίου και Ἀδίκου Λόγου στις Νεφέλες του Αριστοφάνη (961-1104). Ζεύγη αντίθετων λόγων είναι εξάλλου διάσπαρτα στις Ιστορίες του Θουκυδίδη.
 
Ο Πρωταγόρας ασχολήθηκε επιπλέον συστηματικά, όπως προκύπτει από τις αρχαίες μαρτυρίες, με θέματα γλώσσας και γραμματικής. Διέκρινε τύπους/είδη προτάσεων (εὐχωλή, ἐρώτησις, ἀπόκρισις, ἐντολή, Διογένης Λαέρτιος 9.53-54), που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες πράξεις λόγου (ό,τι χαρακτηρίζουν οι σύγχρονοι γλωσσολόγοι ως "Sprechakten") και διαίρεσε τα ονόματα σε τρία γένη (Αριστοτέλης, Ῥητορική 3.5.1407b6-8). Επιπλέον, μίλησε κατά μια μαρτυρία για χρονικές ενότητες (μέρη χρόνου: Διογένης Λαέρτιος, 9.52). Έτσι άνοιξε τον δρόμο για τη γλωσσική ανάλυση. Μάλιστα ο Πλάτωνας τον παρουσιάζει να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην ερμηνεία του λόγου των ποιητών και στην κριτική της ορθότητάς του (Πρωταγόρας339a1-6). Είναι εξάλλου πιθανό ότι η ὀρθοέπεια(η ορθή χρήση των λέξεων, η ορθότητα του ύφους), στην οποία αναφέρεται στον Φαίδρο του (267c6-7), ήταν τίτλος ενός έργου του Πρωταγόρα. Από αυτήν την άποψη, θα ήταν δίκαιο να αναγνωρίσουμε στον συγκεκριμένο σοφιστή τον πρόδρομο της φιλολογίας, που, βέβαια, ως αυτόνομη επιστήμη θα γεννηθεί και θα ανθίσει πολύ αργότερα, στην Αλεξάνδρεια των ελληνιστικών χρόνων.
 
Γοργίας
 
Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο (170 - >215 μ.Χ.) ο Γοργίας από τους Λεοντίνους (περ. 480 με 380 π.Χ.) ήταν ο «πατέρας της σοφιστικής» (Βίοι Σοφιστῶν 1.481)· ο ίδιος όμως αυτοπροσδιοριζόταν κατά τον Πλάτωνα ως ῥήτωρ (Γοργίας 449a2-8). Υπήρξε μαθητής του Εμπεδοκλή (Διογένης Λαέρτιος, 8.58, Κοϊντιλιανός, Institutio οratoria 3.1.8) και ήρθε στην Αθήνα το 427 π.Χ., στις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου, ως ἀρχιπρεσβευτής της πόλης του. Δεν πετυχαίνει απλώς τη χορήγηση βοήθειας, αλλά επιπλέον καταφέρνει να εντυπωσιάσει τους Αθηναίους κυρίως με τον ανοίκειο τρόπο της ομιλίας του (Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη ἱστορική12.53.2-4). Ο ρυθμός και ο ήχος, η αισθητική πλευρά της γλώσσας, οι άλογες επιδράσεις της αποτελούσαν κύριο μέλημά του.
 
Τα λεγόμενα γοργίεια σχήματα, στοιχεία ύφους που μαγεύουν τον ακροατή, προσδίδουν στον πεζό λόγο την πνοή της ποίησης - ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για την ποιητικήν λέξιν του Γοργία (Ῥητορική 3.1.1404a25-26)· έχουν άλλωστε ποιητική προέλευση. (Γοργίεια σχήματα μπορούμε να εντοπίσουμε στα αποσπάσματα του Αναξαγόρα, του Ηράκλειτου, του Δημόκριτου, του Παρμενίδη, του Εμπεδοκλή. Ο Γοργίας μετέφερε αυτά τα σχήματα στην περιοχή της δημόσιας ρητορείας) Οι βασικές νοηματικές ενότητες του λόγου (περίοδοι) διακρίνονται από την επανάληψη γλωσσικών δομών (ἰσόκωλα, πάρισα, παράλληλα, ἀντιθέσεις), ηχητικών στοιχείων, φθόγγων, λέξεων ή συνόλων λέξεων (παρηχήσεις, συνηχήσεις, ὁμοιοτέλευτα, ὁμοιόαρκτα). Έτσι ο Γοργίας γίνεται ο εισηγητής του έντεχνου πεζού λόγου και του ρητορικού ύφους.
 
Οι ανακαλύψεις και τα επιτεύγματά του τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η δύναμη του λόγου δεν γνωρίζει φραγμούς (ως ηθικά απαράδεκτο μέσο χειραγώγησης του κοινού αναγνωρίζεται μόνο η βία) και πως αν χειρίζεται κανείς τον λόγο κατάλληλα, μπορεί να πετύχει τα πάντα (Ἑλένης ἐγκώμιον13-14). Άλλωστε, ως σχετικιστής, αναγνωρίζει στα φαινόμενα και τη δόξαν, την αντίληψη, τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Στο έργο του Περὶ φύσεως (με υπότιτλο Περί τοῦ μὴ ὄντος) φαίνεται πως υποστήριζε ότι ο πραγματικός κόσμος αποτελεί μια ψευδαίσθηση, επομένως δεν υπάρχει, και ότι εάν υπάρχει, είναι αδύνατο να τον αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας· επιπλέον ότι, αν μπορούσε να γίνει αντιληπτός, η γνώση όσων υπάρχουν δεν θα μπορούσε να μεταδοθεί από άτομο σε άτομο.
 
Από το έργο του σώζονται σπαράγματα αλλά και ακέραιες συνθέσεις - είναι ο πρώτος σοφιστής από τον οποίο έχουν διασωθεί ολόκληρα κείμενα. Από τον Ὀλυμπικόν και τον Πυθικόν του λόγο, το Ἐγκώμιον εἰς Ἡλείους, έναν Ἐπιτάφιον και το φιλοσοφικό έργο Περὶ φύσεως (Περὶ τοῦ μὴ ὄντος) έχουμε αποσπάσματα και μαρτυρίες. Δύο ομιλίες γύρω από φανταστικά θέματα, η Ὑπὲρ Παλαμήδους ἀπολογία και το Ἑλένης ἐγκώμιον, που πιθανόν αποτελούσαν τμήματα της Ῥητορικῆς που ξέρουμε ότι έγραψε, σώζονται ακέραιες.
 
Οι δύο αυτοί λόγοι χρησιμοποιούνταν πιθανότατα ως δείγματα για τη διδασκαλία της τέχνης του λόγου: πραγματεύονται θέματα από τη μυθολογία και μέσω της τέχνης της πραγμάτευσης αναδεικνύουν ποιες είναι οι δυνατότητες του έξοχου ρήτορα. Η Ἑλένη διακρίνεται από τόλμη. Εδώ ο Γοργίας προσπαθεί να απαλλάξει την πιο αξιόμεμπτη γυναίκα της ελληνικής μυθολογίας από τις κατηγορίες και τις ενοχές που της αποδίδονται. «Χρησιμοποιεί γι' αυτόν τον σκοπό από τη μια μια συγκεκριμένη τεχνική επιχειρηματολογίας και από την άλλη ένα απολύτως συμπαγές ρεπερτόριο από μέσα ύφους. Η λογική ή ψευδο-λογική τεχνική των επιχειρημάτων θα πρέπει να δαμάσει τη νόηση του ακροατή, ενώ τα σχήματα λόγου να παρασύρουν την αίσθησή του σαγηνεύοντάς τον».