Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ: ΟΝΕΙΡΟΝ Ή ΑΛΕΚΤΡΥΩΝ

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Τόσο φιλόχρυσος και φιλόπλουτος είσαι, Μίκυλλε, και μόνο αυτό θαυμάζεις περισσότερο απ’ όλα και πιστεύεις πως αποτελεί ευτυχία, το να κατέχεις πολύ χρυσάφι;

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Δεν είμαι μόνο εγώ που το πιστεύω αυτό, Πυθαγόρα, αλλά κι εσύ ο ίδιος, τότε που ήσουν Εύφορβος, πήγαινες να πολεμήσεις τους Αχαιούς έχοντας χρυσάφι και ασήμι κρεμασμένο στις μπούκλες σου· και στον πόλεμο, όπου θα ήταν καλύτερο να είσαι σιδεροφορεμένος, εσύ ακόμη και τότε ήθελες να πολεμάς έχοντας τα μαλλιά σου πιασμένα με χρυσάφι.

Συνεπώς τι λόγος υπάρχει να σου πω επιπλέον κι άλλα, πόσες δηλαδή ανάγκες καλύπτει το χρυσάφι και πώς αυτούς που το έχουν τους αναδεικνύει και ωραίους και σοφούς και ισχυρούς, προσδίδοντάς τους τιμή και δόξα, και μερικές φορές από άσημους και άδοξους τους κάνει μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα αξιοθαύμαστους και ξακουστούς; Γνωρίζεις ασφαλώς τον γείτονα και ομότεχνό μου, τον Σίμωνα, που πριν λίγο καιρό είχε δειπνήσει σπίτι μου, τότε που έβρασα τη φάβα στα Κρόνια, κι έβαλα μέσα και δύο φέτες από αλλαντικό.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Τον γνωρίζω· αυτόν με την πλακουτσωτή μύτη, τον κοντούλη, που έφυγε μετά το δείπνο παίρνοντας κρυφά κάτω από τη μασχάλη του την πήλινη γαβάθα μας, η οποία ήταν και η μόνη που είχαμε.
Τον είδα ο ίδιος, Μίκυλλε.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Εκείνος λοιπόν το έκλεψε, κι έπειτα ορκίστηκε για το αντίθετο επικαλούμενος τόσους θεούς. Κι εσύ, πετεινέ μου, γιατί δεν έβαλες τότε τις φωνές να με ειδοποιήσεις, βλέποντας ότι μας λήστευαν;
ΠΕΤΕΙΝΟΣ

 Λάλησα, κι αυτό ήταν το μόνο που μπορούσα τότε να κάνω. Τι όμως συνέβη στον Σίμωνα; Φαινόταν πως κάτι θα έλεγες γι’ αυτόν.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Είχε έναν εξάδελφο υπερβολικά πλούσιο, που λεγόταν Δριμύλος. Αυτός όσο ζούσε, δεν έδωσε στον Σίμωνα ούτε έναν οβολό – και πώς να του ’δινε, αφού ούτε και ο ίδιος δεν άγγιζε τα χρήματα; Από τότε όμως που πέθανε, πριν από λίγο καιρό, όλα εκείνα ανήκουν στον Σίμωνα, σύμφωνα με τους νόμους, και τώρα εκείνος που ντυνόταν με βρώμικα ρούχα, που καθάριζε τη γαβάθα γλείφοντάς την, βγαίνει τώρα χαρούμενος με την άμαξα, ντυμένος με ρούχα ολοπόρφυρα και κατακόκκινα, έχοντας υπηρέτες και χρυσά κύπελλα και τραπέζια με πόδια από ελεφαντόδοντο, κι όλοι τον προσκυνούνε, κι εμάς ούτε που γυρίζει να μας κοιτάξει άλλο πια. Τις προάλλες τον είδα εγώ να πλησιάζει και του είπα ‘γεια σου, Σίμωνα’, αυτός όμως απάντησε αγανακτισμένος: “Πέστε σ’ αυτόν τον πάμφτωχο να μη μου υποβιβάζει το όνομα· δεν ονομάζομαι Σίμωνας, αλλά Σιμωνίδης”. Και το σημαντικότερο, ήδη τον έχουν ερωτευτεί και οι γυναίκες, αλλά αυτός κάνει τον δύσκολο και σ’ εκείνες και τις περιφρονεί, και άλλες τις δέχεται κοντά του και είναι καταδεκτικός, ενώ άλλες απειλούν πως θα κρεμαστούνε, επειδή δεν τους δίνει σημασία. Βλέπεις λοιπόν πόσα καλά προέρχονται από το χρυσάφι, αφού μεταμορφώνει ακόμη και τους ασχημότερους, μετατρέποντάς τους σε αξιαγάπητους, σαν εκείνη την ποιητική κεντημένη ζώνη. Έχεις ακούσει τους ποιητές να λένε:
χρυσάφι, πάντα ευπρόσδεκτο κι ωραίο (ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΔΑΝΑΗ)

Αλλά γιατί γέλασες, ενώ μιλούσα, πετεινέ μου;

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Επειδή από άγνοια, Μίκυλλε, έχεις εξαπατηθεί κι εσύ, όπως ακριβώς και οι περισσότεροι άνθρωποι, σχετικά με τους πλούσιους. Να ξέρεις όμως καλά πως αυτοί ζούνε μια ζωή πολύ πιο αξιολύπητη από τη δική σας. Και σου το λέω αυτό, επειδή πολλές φορές έγινα και φτωχός και πλούσιος, κι έχω εμπειρίες από κάθε είδος ζωής. Μετά από λίγο μάλιστα κι εσύ ο ίδιος θα τα γνωρίσεις όλα, το καθένα χωριστά.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Μα τον Δία, είναι πια καιρός κι εσύ να πεις ποιες αλλαγές σου συνέβηκαν και τι έμαθες σε κάθε ζωή σου.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Άκου λοιπόν, γνωρίζοντας εκ των προτέρων μόνο αυτό: Δεν έχω δει κανέναν να ζει τη ζωή του πιο ευτυχισμένος από σένα.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Από μένα, πετεινέ μου; Το ίδιο να συμβεί και σ’ εσένα! Μα, με προκαλείς να σε καταριέμαι. Πες μου όμως, αρχίζοντας από τον Εύφορβο, πώς μετατράπηκες σε Πυθαγόρα, κι έπειτα όλα με τη σειρά, μέχρι που έγινες πετεινός. Είναι βέβαια φυσικό να υπήρχε μεγάλη ποικιλία σε όσα είδες και έπαθες μέσε σε τόσο ποικιλόμορφα είδη ζωής.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Το πώς πέταξε η ψυχή μου για πρώτη φορά από τον Απόλλωνα στη γη και μπήκε σε ανθρώπινο σώμα, και ποια καταδίκη έπρεπε να υποστεί, θα έπαιρνε πολύ χρόνο να το διηγηθώ. Άλλωστε τέτοια πράγματα δεν είναι σωστό ούτε εγώ να τα πω ούτε εσύ να τα ακούσεις.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Άραγε εγώ ποιος ήμουν προηγουμένως, αξιοθαύμαστε φίλε μου; Αυτό πες μου πρώτα, αν μεταβλήθηκα κι εγώ κάποτε, όπως κι εσύ.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Και βέβαια.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Ποιος λοιπόν ήμουν, αν μπορείς να μου το πεις; Θα ήθελα αυτό να το ξέρω.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Εσύ; Ινδικό μυρμήγκι, από αυτά που σκάβουν και βγάζουν το χρυσάφι.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Καλά, και δεν νοιάστηκα, ο κακότυχος, να έρθω σ’ αυτή τη ζωή φέρνοντας μαζί μου από την προηγούμενη έστω λίγη χρυσόσκονη; Πες μου όμως, τι θα γίνω μετά; Φυσικό είναι να ξέρεις. Γιατί αν είναι κάτι καλό, θα σηκωθώ αμέσως και θα κρεμαστώ από το ξυλοκάρφι στο οποίο εσύ στέκεσαι.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
 Δεν πρόκειται να το μάθεις αυτό με κανέναν τρόπο. Λοιπόν, όταν έγινα Εύφορβος – ξαναγυρνώ πάλι σ’ εκείνα – πολέμησα στην Τροία και, αφού με σκότωσε ο Μενέλαος, μπήκα στον Πυθαγόρα ύστερα από καιρό.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Κι όταν ξεντύθηκες τον Πυθαγόρα, ποιανού ρούχο φόρεσες μετά απ’ αυτόν;

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Της Ασπασίας, της εταίρας από τη Μίλητο.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Πω πω, τι λόγια! Και η γυναίκα έγινε μαζί με όλα τα άλλα ο Πυθαγόρας, και υπήρξε κάποτε καιρός που κι εσύ γεννούσες αβγά, εξοχότατε πετεινέ μου, και συνευρισκόσουν με τον Περικλή, όντας Ασπασία, κι είχες μείνει έγκυος απ’ αυτόν, και λανάριζες το μαλλί και έγνεθες το νήμα και φερόσουν ως γυναίκα όπως οι εταίρες;

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Όλα αυτά τα έκανα όχι μόνο εγώ, αλλά και ο Τειρεσίας πριν από μένα, και ο γιος του Ελάτου, ο Καινέας. Συνεπώς για οτιδήποτε κοροϊδέψεις εμένα, θα είναι σαν να έχεις απευθύνει κοροϊδία και σ’ εκείνους.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Και λοιπόν; Πιο ευχάριστη ήταν η ζωή σου όταν ήσουν άντρας ή όταν ο Περικλής κοιμότανε μαζί σου;

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Βλέπεις τώρα τι είναι αυτό που ρώτησες; Η αντίστοιχη απάντηση δεν ωφέλησε ούτε τον Τειρεσία.
ΜΙΚΥΛΛΟΣ

 Αλλά κι αν ακόμη δεν το πεις εσύ, ο Ευριπίδης έκανε μια ξεκάθαρη διάκριση για τέτοια ζητήματα, λέγοντας πως θα προτιμούσε να βρεθεί τρεις φορές σε πόλεμο κρατώντας ασπίδα, παρά να γεννήσει μια φορά.
Και μετά την Ασπασία ποιος άντρας ή γυναίκα αναδείχτηκες πάλι;

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ο κυνικός Κράτης.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Διόσκουροί μου, τι ανομοιότητα! Από εταίρα φιλόσοφος.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Έπειτα βασιλιάς, έπειτα φτωχός, και μετά από λίγο σατράπης, έπειτα άλογο και καλιακούδα και βάτραχος και χίλια δυο άλλα· θα έπαιρνε πολύ καιρό να τα απαριθμήσω ένα-ένα. Και τώρα τελευταία πετεινός πολλές φορές, γιατί το ευχαριστήθηκα αυτό το είδος της ζωής. Κι αφού υπηρέτησα πάρα πολλούς άλλους, βασιλιάδες και φτωχούς και πλούσιους, τώρα τελευταία βρίσκομαι και μαζί σου και γελώ σε βάρος σου, καθώς καθημερινά κλαίγεσαι και θρηνολογείς για τη φτώχεια σου, και θαυμάζεις τους πλούσιους, επειδή δεν ξέρεις μέσα σε τι συμφορές ζουν εκείνοι. Αν όμως ήξερες τις έγνοιες που έχουνε, θα γελούσες πρώτα απ’ όλα με τον εαυτό σου, που φαντάστηκες πως ο πλούσιος είναι πάντοτε τρισευτυχισμένος.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Λοιπόν, Πυθαγόρα μου – αλήθεια, πώς σου αρέσει περισσότερο να σε φωνάζουνε, για να μην φέρνω σύγχυση στο λόγο μου αποκαλώντας σε άλλοτε αλλιώς;

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Δεν θα διαφέρει σε τίποτε, είτε με φωνάζεις Εύφορβο είτε Πυθαγόρα είτε Ασπασία ή Κράτη, γιατί όλα αυτά είμαι εγώ. Θα ήταν όμως καλύτερα να με αποκαλείς μ’ αυτό που τώρα φαίνεται, δηλαδή πετεινό, για να μην υποτιμάς ένα πουλί που φαίνεται πως είναι ασήμαντο, και μάλιστα ενώ έχει μέσα του τόσες ψυχές.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Λοιπόν, πετεινέ μου, αφού ήδη έχεις εμπειρία από όλες σχεδόν τις ζωές και γνωρίζεις τα πάντα, θα μπορούσες τώρα πια να μιλήσεις ξεκάθαρα, χωριστά για τη ζωή των πλουσίων, πώς διαμορφώνεται, και χωριστά για τη ζωή των πάμφτωχων, για να καταλάβω αν είναι αλήθεια αυτά που λες παρουσιάζοντας με πιο ευτυχισμένο από τους πλούσιους.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Να λοιπόν, εξέτασέ το από αυτή την οπτική γωνία, Μίκυλλε: Εσένα δεν σε απασχολεί ιδιαίτερα ούτε ο πόλεμος, αν ακούγεται πως οι εχθροί πλησιάζουν, ούτε σε νοιάζει μήπως μπούνε στο χωράφι σου και κόψουν τα σπαρτά ή μήπως τσαλαπατήσουνε τον κήπο σου ή λεηλατήσουνε το αμπέλι σου, αλλά και μόνο που θα ακούσεις τη σάλπιγγα, αν χρειαστεί, κοιτάζεις ολόγυρά σου κι αναρωτιέσαι προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να στραφείς, για να σωθείς και να ξεφύγεις από τον κίνδυνο. Αντίθετα, αυτοί φοβούνται βέβαια και για τον εαυτό τους, στεναχωρούνται όμως βλέποντας από τα τείχη να καταστρέφονται όσα είχαν στα χωράφια. Κι αν χρειαστεί να γίνει κάποια συνεισφορά, μόνο αυτοί καλούνται να πληρώσουν, κι αν χρειαστεί να εκστρατεύσουν, είναι οι πρώτοι που ορμούν στον κίνδυνο ως στρατηγοί ή ίππαρχοι. Ενώ εσύ κρατώντας μια ψάθινη ασπίδα, ελαφρά οπλισμένος και ευκίνητος, για να μπορείς να γλυτώνεις, είσαι έτοιμος να παρευρεθείς στο νικητήριο γλέντι, όταν ο στρατηγός προσφέρει θυσία μετά τη νίκη του.

Σε καιρό ειρήνης πάλι, εσύ, ένας απλός πολίτης, παίρνεις τον λόγο στην εκκλησία του δήμου και καταδυναστεύεις τους πλούσιους, κι αυτοί ανατριχιάζουν και ζαρώνουν και προσπαθούν να σε εξευμενίσουν με παροχές. Εκείνοι κοπιάζουνε για να ’χεις διαρκώς λουτρά και θεάματα και όλα τα άλλα, ενώ εσύ εξεταστής και ελεγκτής αυστηρός σαν αφεντικό, χωρίς να τους δίνεις ούτε καν το δικαίωμα να μιλήσουν μερικές φορές, κι αν το αποφασίσεις, τους λιθοβολείς ρίχνοντας σαν χαλάζι πέτρες επάνω τους ή τους δημεύεις τις περιουσίες. Επίσης εσύ ο ίδιος δεν φοβάσαι ούτε συκοφάντη ούτε ληστή, μήπως σου αρπάξει το χρυσάφι πηδώντας πάνω από το φράχτη ή σκάβοντας μια τρύπα στον τοίχο, ούτε και έχεις προβλήματα κάνοντας λογαριασμούς ή απαιτώντας χρέη ή λογομαχώντας με τους καταραμένους διαχειριστές και γεμάτος άγχος μέσα σε τόσες έγνοιες.

Αντίθετα εσύ τελειώνεις μια αρβύλα και παίρνεις αμοιβή επτά οβολούς, σηκώνεσαι αργά το απόγευμα και λούζεσαι, αν θέλεις, αγοράζεις μια ρέγκα ή μερικές αντσούγιες ή λίγα κεφαλάκια κρεμμύδι, και το ευχαριστιέσαι τραγουδώντας τις περισσότερες φορές και φιλοσοφώντας παρέα μαζί με την αξιότιμη Φτώχεια.

Επομένως γι’ αυτό είσαι υγιής και με ρωμαλέο σώμα κι έχεις μεγάλη αντοχή στο κρύο. Οι κακουχίες σε σκληραγωγούν και σε αναδεικνύουν αντίπαλο καθόλου ευκαταφρόνητο σ’ εκείνα που οι άλλοι τα θεωρούν ακαταμάχητα.

Εκείνους όμως τους καημένους και ποια συμφορά δεν τους βρίσκει από την αχαλίνωτη ζωή τους, ποδάγρες και φυματιώσεις και πνευμονίες και υδρωπικίες; Γιατί αυτά είναι τα επακόλουθα των πολυτελών εκείνων δείπνων.

Συνεπώς μερικοί απ’ αυτούς, όπως ο Ίκαρος, ανεβάζουνε πολύ ψηλά τον εαυτό τους και πλησιάζουνε τον ήλιο, χωρίς να γνωρίζουν πως τα φτερά τους είναι συγκολλημένα με κερί, με αποτέλεσμα μερικές φορές να κάνουν πολύ μεγάλο θόρυβο πέφτοντας με το κεφάλι μέσα στη θάλασσα.

Θα μπορούσες να δεις πόσο τραγικά είναι τα ναυάγια, όταν ο Κροίσος, με μαδημένα τα φτερά, προκαλεί το γέλιο στους Πέρσες ανεβαίνοντας στην πυρά, ή όταν ο Διονύσιος, μετά την κατάλυση της τυραννίδας του, εμφανίζεται στην Κόρινθο ως γραμματοδιδάσκαλος, να διδάσκει συλλαβισμό στα παιδιά, μετά από την άσκηση τόσο μεγάλης εξουσίας.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Πες μου, όμως, πετεινέ μου, τότε που εσύ ήσουν βασιλιάς – γιατί λες πως κάποτε βασίλεψες κιόλας – τι λογής ζωή ήταν εκείνη που έζησες; Μήπως ήσουν τρισευτυχισμένος, έχοντας το αποκορύφωμα όλων των αγαθών που υπάρχουν;

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Ούτε να μου το θυμίζεις, Μίκυλλε· τόσο τρισάθλιος ήμουνα τότε. Σε όλους τους έξω, όπως είπες, έδινα την εντύπωση πως ήμουν τρισευτυχισμένος, ενώ μέσα συζούσα με μυριάδες στενοχώριες.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Ποιες εννοείς; Λες πράγματα παράξενα και όχι και πολύ αξιόπιστα.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Εξουσίαζα σε μια χώρα όχι μικρή, Μίκυλλε, εξαιρετικά εύφορη και αξιοθαύμαστη, ανάμεσα στις πιο λαμπρές, και για το πλήθος των ανθρώπων της και για την ομορφιά των πόλεών της. Τη διέσχιζαν πλωτά ποτάμια και διέθετε θάλασσα με φυσικά λιμάνια. Υπήρχε μεγάλο στράτευμα και συγκροτημένο ιππικό και όχι μικρή σωματοφυλακή και τριήρεις και αναρίθμητο πλήθος χρημάτων και πάμπολλα χρυσά σκεύη, και όλη η υπόλοιπη μεγαλοπρέπεια της εξουσίας ήταν υπερβολικά εντυπωσιακή, ώστε κάθε φορά που έβγαινα, οι περισσότεροι με προσκυνούσαν, και νόμιζαν πως έβλεπαν κάποιον θεό μπροστά τους, κι έτρεχαν και στριμώχνονταν ο ένας πλάι στον άλλο για να με δούνε, ενώ κάποιοι άλλοι ανέβαιναν στις στέγες, και το θεωρούσαν μεγάλη υπόθεση να παρατηρήσουνε προσεκτικά το ζευγάρι των αλόγων, τον μανδύα, το διάδημα, τους προδρόμους και τους ακολούθους μου. Εγώ πάλι, γνωρίζοντας πόσα με στενοχωρούσαν και με ταλαιπωρούσαν, από τη μια έδειχνα κατανόηση για την ανοησία εκείνων, κι από την άλλη λυπόμουνα τον εαυτό μου.

Για ποια να σου πρωτοπώ, Μίκυλλε; Για τους φόβους και τις ανησυχίες και τις υποψίες και το μίσος αυτών που συναναστρέφονταν και τις ραδιουργίες, και – εξαιτίας όλων αυτών – για τον λίγο ύπνο, κι εκείνον ελαφρύ, και για τα γεμάτα ταραχή όνειρα και τις περίπλοκες σκέψεις και την προσδοκία πάντοτε πως θα συμβεί κάτι κακό; Ή μήπως για την υπεραπασχόληση και τις οικονομικές συναλλαγές και τις δίκες και τις εκστρατείες και τις διαταγές και τα συνθήματα και τους υπολογισμούς; Με όλα αυτά ούτε ένα γλυκό όνειρο δεν μπορείς να απολαύσεις, αλλά χρειάζεται μόνος σου να εξετάζεις διεξοδικά τα πάντα και να έχεις μυριάδες προβλήματα.

Επιπλέον όμως στενοχώριες προκαλούν και τα εξής: ο αγαπημένος που συζεί μαζί σου από ανάγκη, και η παλλακίδα που συμπαθεί κάποιον άλλο, και μερικοί φημολογείται πως ετοιμάζουν εξέγερση, και δύο ή τέσσερις σωματοφύλακες που ψιθυρίζουν κρυφά μεταξύ τους. Και το σημαντικότερο, πρέπει κανείς να φυλάγεται περισσότερο από τους πιο αγαπημένους του και να περιμένει πάντοτε πως από κείνους θα του έρθει κάτι κακό.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Μακριά από μένα! Είναι φοβερά αυτά που λες, πετεινέ μου. Για μένα είναι πραγματικά πολύ πιο ασφαλές να είμαι σκυμμένος πάνω από το δέρμα που κόβω για να φτιάξω παπούτσια, παρά να πίνω από χρυσή κούπα για χάρη της φιλίας ένα ποτό ανακατεμένο με κώνειο ή με ακόνιτο. Γιατί βέβαια ο κίνδυνος για μένα, αν γλιστρήσει κάπως το κοπίδι και αποτύχει να κάνει ίσια τομή στο δέρμα, είναι να μου σχίσει και να μου ματώσει λίγο τα δάχτυλα.

Εκείνοι όμως, όπως λες, γλεντούν θανατηφόρα, και μάλιστα ενώ ζούνε μέσα σε μυριάδες συμφορές.

Έπειτα, όταν πέσουν, φαίνονται εξαιρετικά όμοιοι με τους ηθοποιούς τραγωδιών, πολλούς από τους οποίους μπορεί κανείς να τους δει προηγουμένως να είναι τάχα Κέκροπες ή Σίσυφοι ή Τήλεφοι, και να έχουν διαδήματα και ξίφη με ελεφαντοστέινη λαβή και μαλλιά κυματιστά και χλαμύδα χρυσοποίκιλτη, αν όμως, όπως συμβαίνει πολλές φορές, πατήσει κάποιος απ’ αυτούς στο κενό και σωριαστεί κάτω στη μέση της σκηνής, τότε βέβαια προκαλεί πολύ γέλιο στους θεατές, καθώς τσακίζεται το προσωπείο του μαζί με το διάδημα, γεμίζει αίματα το πραγματικό κεφάλι του ηθοποιού και ξεγυμνώνονται ως επάνω τα σκέλη του, με αποτέλεσμα να φαίνεται και ότι κάτω από τη στολή υπάρχουν άθλια κουρέλια, και ότι τα ξυλοπάπουτσα που φοράει είναι πολύ άσχημα και όχι ανάλογα με το πόδι του.

Βλέπεις πως ήδη με δίδαξες ακόμη και να απεικονίζω, αξιότιμε πετεινέ μου;

Η κυρίαρχη εξουσία λοιπόν φάνηκε ξεκάθαρα πως είναι κάτι τέτοιο.

Κάθε φορά όμως που γινόσουν άλογο ή σκύλος ή ψάρι ή βάτραχος, πώς αντιμετώπιζες εκείνη τη μορφή ύπαρξης;

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Αυτό που αρχίζεις τώρα είναι ένα μεγάλο ζήτημα, και όχι κατάλληλο γι’ αυτή την περίσταση.
Ωστόσο με δύο λόγια, δεν υπήρξε καμιά μορφή ζωής που να μη μου φάνηκε πιο ξένοιαστη από την ανθρώπινη, μια και περιοριζόταν μόνο στις φυσικές επιθυμίες και ανάγκες. Γιατί σ’ εκείνες τις ζωές δεν πρόκειται να δεις άλογο τελώνη ή βάτραχο συκοφάντη ή καλιακούδα σοφιστή ή κουνούπι αρχιμάγειρα ή πετεινό ομοφυλόφιλο και όλα τα άλλα που εσείς συνηθίζετε να κάνετε.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Ίσως αυτά να είναι αληθινά, πετεινέ μου.
Εκείνο όμως που εγώ έχω πάθει δεν ντρέπομαι να το πω σ’ εσένα: Ποτέ ως τώρα δεν μπόρεσα να αποβάλω την επιθυμία που είχα από παιδί να γίνω πλούσιος, αλλά πραγματικά και το όνειρο στέκεται ακόμη μπροστά στα μάτια μου παρουσιάζοντάς μου το χρυσάφι, και πολύ περισσότερο με πνίγει το γεγονός ότι ο καταραμένος ο Σίμωνας γλεντοκοπάει μέσα σε τόσα αγαθά.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Εγώ θα σε θεραπεύσω, Μίκυλλε. Και μια που είναι ακόμη νύχτα, σήκω επάνω κι ακολούθα με. Θα σε πάω σ’ εκείνον ακριβώς τον Σίμωνα και στα σπίτια των άλλων πλουσίων, για να δεις τι λογής είναι αυτά που ζούνε.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Και πώς θα γίνει αυτό, αφού οι πόρτες είναι κλεισμένες; Εκτός βέβαια αν εσύ με αναγκάσεις να ανοίξω τρύπα στον τοίχο.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Όχι βέβαια, αλλά ο Ερμής, στον οποίο είμαι αφιερωμένος, μου έδωσε το εξής εξαιρετικό δώρο: Αν κάποιος το μεγαλύτερο φτερό της ουράς μου, το δεξιό λοιπόν, σε όποιον εγώ επιτρέψω να μου το βγάλει και να το κρατάει, αυτός μπορεί, για όσον καιρό θέλω, και να ανοίγει κάθε πόρτα και να βλέπει τα πάντα χωρίς ο ίδιος να είναι ορατός.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Δεν είχα καταλάβει, πετεινέ μου, πως κι εσύ είσαι μάγος. Ας πάμε, όμως.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Να πάμε πρώτα στον Σίμωνα ή σε κάποιον άλλο πλούσιο;

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Όχι βέβαια, αλλά στον Σίμωνα, που αντί για δισύλλαβος έχει την αξίωση, επειδή πλούτισε, να είναι τώρα πια τετρασύλλαβος. Να ’μαστε, φτάσαμε και στην πόρτα. Τι λοιπόν να κάνω μετά απ’ αυτό;

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Βάλε το φτερό στην κλειδαριά.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Να λοιπόν. Ηρακλή μου, η πόρτα άνοιξε διάπλατα, σαν να είχαμε κλειδί.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Προχώρα μπροστά. Τον βλέπεις αυτόν που μένει ξάγρυπνος και κάνει υπολογισμούς;

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Τον βλέπω, μα τον Δία, κοντά σε ένα διψασμένο λυχνάρι που τρεμοσβήνει, και είναι χλωμός, δεν ξέρω γιατί, πετεινέ μου, κι έχει μείνει μόνο πετσί και κόκαλο έχοντας λιώσει εντελώς, προφανώς από τις έγνοιες· γιατί δεν έχει ακουστεί να έχει κάποια άλλη αρρώστια.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Άκου τι λέει· θα καταλάβεις γιατί βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση.

ΣΙΜΩΝΑΣ
Λοιπόν, εκείνα τα εβδομήντα τάλαντα είναι ασφαλή, θαμμένα κάτω από το κρεβάτι μου, και κανένας άλλος δεν το ξέρει, ενώ τα άλλα δεκαέξι με είδε, νομίζω, ο ιπποκόμος μου ο Σωσύλος να τα καταχωνιάζω κάτω από το παχνί. Βρίσκεται συνεχώς γύρω από το στάβλο, χωρίς να είναι γενικότερα ούτε πολύ επιμελής ούτε και φιλόπονος.

Ασφαλώς μου έχουν αρπάξει πολύ περισσότερα απ’ αυτά, αλλιώς πώς μπόρεσε ο Τίβειος να ψωνίσει χθες για τον εαυτό του ένα τόσο μεγάλο παστό ψάρι, όπως λέγανε, ή να αγοράσει για τη γυναίκα του ένα σκουλαρίκι αξίας πέντε ολόκληρων δραχμών; Τα λεφτά τα δικά μου, του κακόμοιρου, τα σπαταλούν αυτοί. Ούτε όμως και τα κύπελλά μου, που είναι τόσο πολλά, φυλάγονται σε ασφαλές μέρος. Πραγματικά φοβάμαι μήπως κάποιος ανοίξει τρύπα στον τοίχο και τα πάρει. Πολλοί με ζηλεύουν και ραδιουργούν εναντίον μου, και ιδιαίτερα ο γείτονάς μου ο Μίκυλλος.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Ναι, μα τον Δία. Όμοιος σου είμαι εγώ, και φεύγω παίρνοντας κρυφά κάτω από τη μασχάλη μου τις γαβάθες.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Σώπα, Μίκυλλε, να μην ανακαλύψει πως είμαστε εδώ.

ΣΙΜΩΝΑΣ
Πάντως το καλύτερο είναι να μείνω ο ίδιος ξάγρυπνος και να τα φυλάγω. Θα σηκωθώ και κάθε τόσο θα κάνω έναν γύρω σ’ ολόκληρο το σπίτι.

Ποιος είναι αυτός; Σε βλέπω, λωποδύτη – Μα τον Δία, ευτυχώς που είσαι κολόνα. Θα ξεθάψω πάλι το χρυσάφι, για να το ξαναμετρήσω, μήπως κάτι μου ξέφυγε προηγουμένως. Να, κάποιος έκανε πάλι θόρυβο, ασφαλώς εναντίον μου. Με πολιορκούνε και ραδιουργούν όλοι εναντίον μου. Πού είναι το ξίφος μου; Αν πιάσω κανέναν – Ας θάψουμε πάλι το χρυσάφι.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Τέτοια λοιπόν είναι, Μίκυλλε, η κατάσταση του Σίμωνα. Πάμε όμως και σε κάποιον άλλο, όσο μας μένει ακόμη ένα μικρό υπόλοιπο της νύχτας.

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Ο καημένος, τι ζωή είναι αυτή που ζει! Έτσι να συμβεί να πλουτίσουν οι εχθροί μου.
Κι εμείς πάμε, αν συμφωνείτε, στον Γνίφωνα τον δανειστή. Δεν μένει μακριά κι αυτός. Άνοιξε κι αυτή η πόρτα μπροστά μας.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Τον βλέπεις κι αυτόν να μένει ξάγρυπνος από τις έγνοιες, να ξαναμετράει τους τόκους και να έχει μαραζωμένα δάχτυλα, ενώ μετά από λίγο θα χρειαστεί να τα εγκαταλείψει όλα αυτά και να γίνει κατσαρίδα ή σκνίπα ή σκυλόμυγα;

ΜΙΚΥΛΛΟΣ
Βλέπω έναν κακόμοιρο και ανόητο άνθρωπο, που ούτε και τώρα δεν ζει πολύ καλύτερα από κατσαρίδα ή σκνίπα. Πώς έχει λιώσει κι αυτός ολόκληρος από τους υπολογισμούς!

ΠΕΤΕΙΝΟΣ
Τώρα όμως έχει αρχίσει ήδη να ξημερώνει η μέρα, κι είμαστε γύρω στο χάραμα. Ας επιστρέψουμε λοιπόν πίσω στο σπίτι μας.

Τα υπόλοιπα θα τα δεις άλλη φορά, Μίκυλλε.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, ΣΑΤΙΡΑ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου