Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Ο ήλιος του Απόλλωνα φωτίζει τη Δύση1

Η μεσαιωνική Ευρώπη στα ίχνη της ελληνικής σοφίας
 
Στο επίκεντρο της ερευνάς μας ήταν η ιστορία των μεταφράσεων των κειμένων της ελληνικής γνώσης. Οι χριστιανοί της Ανατολής μετέφρασαν το σύνολο σχεδόν αυτών των έργων από τα ελληνικά στα συριακά και από τα συριακά στα αραβικά. Από την πλευρά τους, οι Ευρωπαίοι αναζήτησαν προοδευτικά τα έργα αυτά χωρίς κανείς να τους προσκομίσει αυτή τη γνώση, την οποία οι ίδιοι εξασφάλισαν. Η μεγάλη εποχή των μεταφράσεων ξεκίνησε στις αρχές του 12ου αιώνα, πρώτα απευθείας από τα ελληνικά στα λατινικά, πριν ακόμα οι λόγιοι μεταβούν στην Ισπανία ή τη Σικελία για να μεταφράσουν τις αραβικές εκδοχές. Τον 13ο αιώνα προχώρησαν σε συμπληρωματικές μεταφράσεις και σε μια γενική αναθεώρηση των κειμένων. Οι μουσουλμάνοι λόγιοι είχαν λοιπόν ένα χρέος απέναντι στους Σύρους μεταφραστές· παρόμοια και ο ευρωπαϊκός κόσμος προς τους δικούς του λογίους, χριστιανούς ή Εβραίους, που μετέφρασαν από τα ελληνικά ή έκαναν την προσπάθεια να μάθουν τα αραβικά.
 
            Πέρα από την κυκλοφορία αρχαίων μεταφρασμένων κειμένων. οι πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ Ισλάμ και χριστιανοσύνης ήταν ελάχιστες. Από το Ισλάμ ως θρησκεία, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν δανείστηκε τίποτε, ούτε αναφορές σε κείμενα ούτε θεολογικά επιχειρήματα. Το ίδιο συνέβη και στον πολιτικό ή νομικό τομέα, καθώς η Ευρώπη παρέμενε πιστή στο δίκαιό της ή στα θεσμικά της πλαίσια. Ευρωπαίοι κληρικοί πήραν από αρκετούς λογίους. Άραβες ή Πέρσες, μουσουλμάνους, Εβραίους και χριστιανούς, φιλοσοφικά σχόλια, που η επιρροή τους ήταν πραγματική. αν και υπέστησαν έλεγχο και αναπροσαρμογή. Ακόμα όμως και μέσω των σχολιασμών του Αβικέννα ή του Αβερρόη. κανείς δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι έννοιες ιδιάζουσες στην αραβική γλώσσα ή αντιλήψεις του Ισλάμ υπήρξαν φορείς της πολιτισμικής επανάστασης του 12ου και του 13ου αιώνα.
 
Οι προεκτάσεις ή η πρόοδος που πραγματοποίησαν στα μαθηματικά ή στην οπτική οι Άραβες σοφοί, δεν ήταν όλες τους γνωστές στην Ευρώπη. όμως εκείνη στη συνέχεια προχώρησε μόνη της. Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να ορίσουμε επακριβώς αν ο Φιμπονάτσι τον 13ο αιώνα προέβη αυτόνομα στις αριθμητικές ανακαλύψεις του ή αν χρησιμοποίησε τις πραγματείες που ήρθαν από τον ισλαμικό κόσμο.
 
Ο εξελληνισμός της μεσαιωνικής Ευρώπης ήταν καρπός των Ευρωπαίων. Κάθε άλλο παρά «σκοτεινή εποχή», η περίοδος που εκτείνεται από τον Καρλομάγνο ως τον Αβελάρδο διαποτίστηκε με αυξανόμενο ρυθμό από την ελληνική γνώση και εμπνεόταν από μια εκούσια δυναμική πνευματικής προόδου. Οι Ευρωπαίοι του Μεσαίωνα πήραν από την αρχαιότητα μια πνευματική στάση, μια σχέση με τον κόσμο και με την επιστήμη που αποτέλεσε ένα από τα χαρακτηριστικά του πολιτισμού τους. Παρά τις βαθιές αλλαγές, θρησκευτικές, πολιτικές, τεχνικές, στο διάβα των αιώνων, ένα κατευθυντήριο νήμα ξεκινά από τις ελληνικές πόλεις και ενώνει τους Ευρωπαίους διαμέσου των εποχών. Αυτό δεν αποκλείει τροποποιήσεις και καινοτομίες. Μπορούμε έτσι να συμπεράνουμε ότι η Δύση όφειλε μέρος της εξέλιξής της στην πρακτική της εξομολόγησης που ενθάρρυνε την ενδοσκόπηση, τον έλεγχο της συνείδησης και. κατά συνέπεια, την ψυχολογική και γνωστική πρόοδο του ατόμου σε σχέση με τον εαυτό του και τους άλλους.2
 
Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να είναι ενδογενούς φύσεως η διαδικασία πολιτιστικής και επιστημονικής προόδου που διακατέχει τη μεσαιωνική Ευρώπη από τον 8ο ως τον 12ο αιώνα. Είναι πολύ πιθανό η Ευρώπη, επωφελούμενη από αυτή τη δυναμική, από την αιωνόβια αναζήτηση της ελληνικής γνώσης την οποία σαφώς μαρτυρεί το μεταφραστικό ρεύμα που εδραιώθηκε γύρω από το Μον-Σεν-Μισέλ. να είχε ακολουθήσει ίδιο δρόμο ακόμα κι αν δεν υπήρχε καμία σχέση με τον ισλαμικό κόσμο. Η αραβική μεσολάβηση, χωρίς να είναι ανύπαρκτη, δεν είχε πιθανώς την αποφασιστική εμβέλεια που της αποδίδεται- το να μιλάμε δε για φωτισμένο Ισλάμ. είναι σαν να δυτικοποιούμε στο έπακρο τη σκέψη των φαλασιφά και να τους αποδίδουμε επιρροή μεγαλύτερη από εκείνη που είχαν στους κόλπους της ίδιας τους της κοινωνίας.
 
Αυτή η προσπάθεια σταματά ηθελημένα στα τέλη του 12ου αιώνα- τον 13ο αιώνα η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα φάση τής ιστορίας της. Στην εποχή του αγίου Θωμά του Ακινάτη και του αγίου Λουδοβίκου μπορούμε χρονικά να τοποθετήσουμε τις απαρχές της σύγχρονης επιστήμης, την οποία μόνο οι Ευρωπαίοι πιστώνονται. Αποφασιστικά βήματα συντελούνται στα μαθηματικά, στις φυσικές επιστήμες - ο Αλβέρτος ο Μέγας συντάσσει την Πραγματεία περί φυτών και την Πραγματεία περί ζώων και πραγματοποιεί ανατομικές μελέτες-, στην αστρονομία, όταν ο Γιοχάνες Καμπάνους διορθώνει κάποια σφάλματα του Πτολεμαίου και εκπονεί το πρώτο δείγμα εξίσωσης, στη φυσική, όπου ο Πιέρ ντε Μαρικούρ μελετά το μαγνητισμό και γράφει το De magnete το 1269, στην οπτική - ο Βιτέλο κατασκευάζει παραβολικά κάτοπτρα και υπολογίζει τις γωνίες διάθλασης σύμφωνα με τις γωνίες πρόσπτωσης των φωτεινών ακτίνων στο νερό. τον αέρα και το γυαλί... Ήδη, ορισμένοι παίρνουν αποστάσεις από τον Αριστοτέλη, όπως ο Ρογήρος Βάκων και οι φραγκισκανοί τής Οξφόρδης, που εκθειάζουν τις αρετές της εμπειρίας. Όμως. το γόητρο των Ελλήνων παραμένει: το Παρίσι, στα τέλη του 13ου αιώνα, είναι η «νέα Αθήνα».
 
Εδώ, ένα σημείο θα άξιζε μεγαλύτερη προσοχή απ’ όση μπορούμε να του παραχωρήσουμε: η Δύση προόδευσε λαμβάνοντας γνώση των Φυσικών και των Μετά τα φυσικά του Αριστοτέλη. Επίσης αναπτύχθηκε επιδεικνύοντας τις αποστάσεις της από τα έργα του τελευταίου. Το ευρωπαϊκό πνεύμα είναι έτσι καμωμένο ώστε να υιοθετεί αλλά και να αμφισβητεί παρευθύς, πιθανώς λόγω μακρόχρονης συνήθειας στην άσκηση κριτικής, που συνδέεται με την άνθηση της λογικής από τα τέλη του 11ου αιώνα. Όπως γράφει ο Β. Sere σε μια βαθυστόχαστη διατύπωση: «Ο Αριστοτέλης δεν συγχέεται με την αλήθεια, η auctoritas (αυθεντία) δεν είναι η αλήθεια».3
 
Τον 14ο αιώνα, ο Ζαν Μπουριντάν (1295-1360) αναπτύσσει τη θεωρία της impetus (ορμής), που θέτει σε αμφισβήτηση το σύνολο των Φυσικών του Αριστοτέλη και επιχειρεί να εξηγήσει ταυτόχρονα την πτώση των σωμάτων και την κίνηση των άστρων. 0 Νικόλ Ορέσμ. σχολιάζοντας το Περί κόσμου του Αριστοτέλη, διατυπώνει τις υποθέσεις για την κίνηση της Γης και την πολλαπλότητα των κόσμων.
 
Χάρη στον Κέπλερ και τον Καρτέσιο -ακόμη και αν ο τελευταίος οφείλει στο σχολαστικισμό περισσότερα απ’ ό, τι παραδέχεται - κι έπειτα στον Λάιμπνιτς και τον Καντ, η ευρωπαϊκή σκέψη ελευθερώνεται ακολούθως από τον Αριστοτέλη.4 Αυτοί οι φιλόσοφοι πρότειναν συστήματα που πήγαζαν από το πλαίσιο της αριστοτελικής μεταφυσικής και γέννησαν την επιστημονική επανάσταση της σύγχρονης εποχής. Το ίδιο συνέβη και στον τομέα της λογικής, παρότι χρειάστηκε να περιμένουμε περισσότερο: είναι οι μεταβολές του 19ου αιώνα, εκείνες της τυπικής λογικής, που επέτρεψαν να βγούμε από την αριστοτελική λογική.5
 
Ο εξελληνισμός χωρίζει μάλλον παρά ενώνει το Ισλάμ με τη χριστιανοσύνη
 
Την εποχή των Αββασιδών, το Ισλάμ δεν συμμεριζόταν πλήρως τις ιδέες του Αριστοτέλη, ενώ η Δύση, ξεπερνώντας τον Αριστοτέλη, από τον 16ο αιώνα, ανέπτυξε τη σύγχρονη επιστήμη. Αντίθετα, οι φαλασιφά, εκτιμώντας ότι ο Σταγειρίτης αντιπροσώπευε την κορυφή του ανθρώπινου στοχασμού, παρά την κατωτερότητά του σε σχέση με τους προφήτες, δεν φαντάζονταν ότι μπορούσαν να του ασκήσουν κριτική.6
 
Στη διάρκεια λοιπόν του Μεσαίωνα δύο πολιτισμοί ήρθαν αντιμέτωποι. Ο ένας συνδύαζε την ελληνική κληρονομιά με το μήνυμα των Ευαγγελίων, το επιστημονικό πνεύμα και την προσήλωση σε μια θρησκευτική παράδοση της οποίας εγγυητής ήταν η Εκκλησία. Ο άλλος ήταν τέκνο του Βιβλίου του Θεού. του αχειροποίητου Βιβλίου. Ήταν ριζικά δεμένος με τον κεντρικό του άξονα, το Κοράνιο: ό, τι εκτυλίσσεται μέσα στο χρόνο οδηγεί ξανά στην αρχική μήτρα με τις αιώνιες σουράτες.
 
Η χριστιανική αποκάλυψη είναι η αποκάλυψη του ενσαρκωθέντος Λόγου. Είναι παρούσα σε κείμενα που διηγούνται ιστορίες (Παλαιά και Καινή Διαθήκη). Από αυτή τη σημασία τής ομιλίας και της διήγησης, του Λόγου και του Πνεύματος, γεννιέται η ανάγκη να καταλάβουμε και όχι μόνο να υπακούμε ή να πιστεύουμε. Η αποκάλυψη σημαίνει να αποκρυπτογραφούμε και το πνεύμα σημαίνει να διακρίνουμε από την κυριολεξία. Από αυτή ακριβώς την πνευματική δομή, που προσιδιάζει στη χριστιανική πίστη, όπου συνδυάζεται η κληρονομιά της Αθήνας και της Ιερουσαλήμ, γεννιέται σταδιακά η ευρωπαϊκή γνώση.7 Συστήθηκε με αφετηρία τη συνειδητή αναζήτηση των ελληνικών της ριζών. Ο χριστιανισμός, από τον 5ο αιώνα, είχε επανεξετάσει το περιεχόμενο της αρχαίας επιστήμης: από θρησκεία είχε γίνει ένα σφαιρικό σύστημα κατανόησης του κόσμου. Αυτή η γνώση, που σχεδόν εξαφανίστηκε από τον λατινικό κόσμο τον 6ο αιώνα, είχε εκ νέου εισαχθεί σταδιακά χάρη σε οικειοθελή και επίμονη αναζήτηση. Η ύπαρξη στην Ευρώπη σχολικής παράδοσης εξασφάλισε τη διάδοση της ελληνικής γνώσης στους κόλπους όχι μόνο των μορφωμένων ελίτ, αλλά επίσης των πολιτικών και των νομικών.
 
Η αρχαία γνώση αποτελούσε, το λιγότερο. μια απαραίτητη προπαίδευση για την κατανόηση του δόγματος· ο λόγος ενσωματώθηκε στην πίστη. Στη συνέχεια ανεξαρτητοποιήθηκε. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός παρέμεινε, στην ουσία, ελληνορωμαϊκής και εβραιοχριστινικής έμπνευσης. Στη μεταγενέστερη πορεία τους, η ευρωπαϊκή φιλοσοφία και επιστήμη ανέπτυξαν τη δική τους πρωτότυπη δημιουργία. Το Ισλάμ, από τη σύνταξη του Κορανίου κι έπειτα, ήταν φορέας ενός άλλου σφαιρικού συστήματος: από αυτή την άποψη, δεν μπορούσε να ενσωματώσει την ελληνική γνώση παρά με τρόπο μερικό, που περιοριζόταν σε κάποιους τομείς ή κάποιους στοχαστές.
 
Οι πολιτισμικές ρίζες της Ευρώπης απλώνονταν έτσι. για να απλουστεύουμε, στον ελληνικό πολιτισμό, το ρωμαϊκό δίκαιο και τη Βίβλο· οι ρίζες του Ισλάμ βρίσκονται στο Κοράνιο, τη Σιρά, τα χαντίθ και το δίκαιο που απορρέουν από αυτά. Τα δέντρα, τα κλαδιά και οι καρποί που φύτρωσαν ήταν κατ' εικόνα αυτών των ριζών. Σκοτεινοί χρόνος Αυτό ήταν το ερώτημα που θέσαμε στην αρχή τούτης της μελέτης. Στο τέρμα της μου φαίνεται ξεκάθαρο ότι η ιδέα «σκοτεινοί χρόνοι» δεν ταιριάζει στη μεσαιωνική πε­ρίοδο.8
----------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1.   Ο Απόλλων είναι θεός ελληνικής καταγωγής (και όχι ανατολίτικης) όπως μαρτυρεί ο Μ. Egetmever. «Lumiere sur les loups d’Apollon», «Les sanctuaires syro-anatoliens de la prehistoire au debut de I’ere chretienne». Res Antiquae. 4. 2007.
2.   P. Legendre, «Aux sources de la culture occidentale: l’ancien droit de la penitence», στο La Cult urn antique! nell'Occidente latino dal V77 al'XJ secolo. Σπολέτο. «Settimane di Spoleto». 22. 1975. σσ. 575-602.
3.   B. Sere, Penser I'amitic au Moyen Τοόρνχαουτ, Brepols, 2007. σ.
4.   A. Koyre. Du nwndc cios a I’univers infini. Παρίσι, PUF, 1962. Υπήρχαν αντιφάσεις στο έργο του Αριστοτέλη, για παράδειγμα μεταξύ της θεωρίας του πρώτου κινούντος που εκφράζεται στα Μετά τα φυσικά και του ορι­σμοί) της κίνησης ως πέρασμα από την ισχύ στη δράση που παρουσιάζεται στα Φυσικά.
5.   Αν εξαιρέσουμε τον Λάιμπνιτς. που ήταν ο πραγματικός πρόδρομος αλλά δεν αναγνωρίστηκε άμεσα. Οα πρέπει να περιμένουμε το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, με τον G. Boole, τον G. Frege, τον C.S. Pierce, τον G. Peano. ανάμεσα σε άλλους, προκειμένου η τυπική λογική να γνωρίσει αξιόλογη ποιοτική ανάπτυξη. Αυτή εκφράζεται κυρίως με τη συμβολική λογική, της οποίας ο G. Boole είναι ο δημιουργός και η οποία εισάγει τα σήμερα γνωστά σύμβολα, που προσδιορίζουν τους λογικούς συνδέσμους (ένωση, διασταύρω­ση, κλπ.) και τους ποσοδείκτες «υπάρχει» και «οτιδήποτε» (Ν. Bourbaki. Elements d’histoire des mathematiques. Παρίσι. Hermann, 1960. σσ. 9-18).
6.   R. Brague. Au moyen du Moyen Age. ό.π.. σ. 289 (ο συγγραφέας παραθέτει τον Αλ-Φαράμπι. ο οποίος εξηγούσε ότι η έρευνα είχε ολοκληρωθεί κι ότι δεν έμενε παρά η διδασκαλία της φιλοσοφία). Βλ. επίσης τα κείμενα του Αβερρόη που παραθέτει ο Ε. Gilson, History of Christian Philosophy in the Middle Ages. Νέα Υόρκη. Random House, 1954. (Ο R. Brague συστήνει την ανάγνωση των παραπομπών της αγγλικής έκδοσης, που δεν υπάρχουν στο γαλλικό κείμενο του Ε. Gilson.)
7.   L. Chestov, Athenes et Jerusalem. IJn essai de philosophic religieuse. Παρίσι. Aubier, 1992.
8.   Γενικά, όλα έγιναν σαν οι άνθρωποι του Μεσαίωνα να προσάρμοσαν στην επιστημονική γνώση τη φράση του αγίου Ιωάννη: «'Εως το φως έχετε πιστεύετε εις το φως ίνα υιοί φωτός γένησθε» (Κατά Ιωάννην. 12,36.)