Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Περί της γλωσσοπλαστικής δύναμης της ψυχής του ανθρώπου

Παρακολουθώντας τον άνθρωπο κατά το παρελθόν χιλιάδων χρόνων βρίσκουμε ότι πάντοτε (αείποτε) έχει τις ίδιες ιδιότητες· επομένως, αν κάποιος δεν θέλει να ερμηνεύει το άγνωστο με τη βοήθεια του αγνώστου, αλλά, σύμφωνα με την αληθινή επιστημονική αρχή, το άγνωστο δια του γνωστού, το παρελθόν και μακρινό δια του παρόντος (ενεστώτος) και του προσιτού στις αισθήσεις μας, είναι ανάγκη να συνομολογήσει ότι στη σημερινή ψυχή του ανθρώπου υπάρχουν οι ίδιες δυνάμεις, αυτές που άλλοτε οδήγησαν στη δημιουργία της γλώσσας· μάλιστα σήμερα οι δυνάμεις αυτές βρίσκονται περισσότερο ανεπτυγμένες από τότε, αφού αναπτύχθηκε ομολογουμένως ολόκληρη η φύση του ανθρώπου.
 
Ωστόσο, επιχειρώντας να κρίνουμε τα παρελθόντα και τα μακρινά σύμφωνα με τα κοντινά και τα τωρινά, σκοντάφτουμε αμέσως σε διαφορές που φαίνονται μεγάλες. Παρατηρείται, δηλαδή, ότι εμείς σήμερα δεν πλάθουμε συνήθως λέξεις από εντελώς νέο υλικό ή, όπως λέμε στη Γραμματική, δεν πλάθουμε ρίζες, αλλά μόνον λέξεις από ρίζες που υπάρχουν ήδη. Ωστόσο, η αλήθεια είναι πρώτον ότι κληρονομήσαμε από τις παλαιότερες γενιές τόσο πλούσια κληρονομιά, ώστε οποιαδήποτε παράσταση έρθει στη συνείδησή μας πάντοτε σχεδόν βρίσκουμε λίγο ή πολύ εύκολα έτοιμο υλικό, δηλαδή κάποια συναφή ρίζα ή λέξη για να την εκφράσουμε.
 
Δεύτερον, ότι στ’ αλήθεια ενίοτε πλάθουμε νέο υλικό, έστω και σπανίως. Αυτό μας αναγκάζει να δεχτούμε το μεν ως μεθοδολογική ανάγκη, εκ των προτέρων, αφού, όπως είπαμε, πάντοτε η ανθρώπινη ψυχή έχει τις ίδιες δυνάμεις, το δε ως ιστορική ανάγκη, εκ των υστέρων, αφού σε οποιαδήποτε γλώσσα βρίσκουμε πολλές λέξεις που δεν έχουν τις αντίστοιχες τους σε άλλες γλώσσες, και φαίνεται πιθανόν ότι πλάστηκαν ειδικά σ’ αυτήν, πολύ αργότερα από τα χρόνια της γλωσσογονίας· πρβλ. τσακ! τσακίζω, τσακίσματα: πλατς! Πλατσαρίζω, πλατσαρίσματα κ.α. (Τα νέα πλάσματα έρχονται σε χρήση όχι ως γυμνές ρίζες, αλλά περιβεβλημένες με γνωστές και εύχρηστες καταλήξεις· αιτία τούτου είναι ότι επειδή ο συνολικός γλωσσικός θησαυρός είναι διακοσμημένος έτσι, δεν μας φαίνονται αρκούντως σαφείς και δηλωτικές όσες λέξεις στερούνται τούτων των κόσμων).
 
Αναμφιβόλως, από την εποχή που δημιουργήθηκαν οι καταλήξεις, κάθε νέο υλικό που εμφανιζόταν έπαιρνε αυτή τη μορφή (περιεβάλλετο)· πολλά στοιχεία που βρίσκουμε αναλύοντας τις λέξεις και τα ονομάζουμε ρίζες, αποδίδοντας σε αυτά τη μία ή την άλλη σημασία, στην πραγματικότητα ουδέποτε υπήρξαν πραγματικά, ούτε τα ίδια ούτε η σημασία τους· ομοίως λέγεται ενταμώνω, καλήν εντάμωσιν= συναντώ, συνάντησιν, και όμως η παραγωγή του εκ του «εν τω άμα» πείθει ότι ούτε ρίζα «ένταμ», ούτε κάποια σημασία της ήταν ποτέ σε χρήση. Πρβλ. και τους τύπους εμποδών-εμποδίζω-εμπόδιον-εμποδιστρός-μπόδιστρο κ.α., στους οποίους αναπτύχθηκε βαθμηδόν η έννοια του κωλύειν, αν και στην πραγματικότητα ούτε η πρόθεση εν, ούτε λέξη πους (= πόδι) περιέχουν τέτοια έννοια, ούτε υπήρξε ποτέ ρίζα εμπόδ-. Αυτά αρκούν για να δείξουν (διδάξουν) ότι στ’ αλήθεια κάθε μέρα (καθ’ εκάστην) και πλάθουμε και μεταπλάθουμε πολλά στοιχεία της γλώσσας μας και πολλάκις δίνουμε σε κάποια λέξη ή φράση νέα σημασία, νέο αίσθημα και τα σχετικά.
 
Ομοίως, όσα ειπώθηκαν είναι αρκετά για να δείξουν ότι η ανεύρεση των πρώτων λέξεων και τύπων, όπως και η αναζήτηση της πρώτης γένεσής τους, δεν μπορούν να βασίζονται στην ετυμολογική έρευνα, η οποία είναι παντελώς ανέφικτη για μας, αλλά απλώς στα πορίσματα, όσα προέκυψαν από την ιστορική εξέταση των γλωσσών και την ψυχολογία· αυτά μας δείχνουν τη συνάφεια και τα αίτια των γλωσσικών φαινομένων που παρατηρούνται στην ιστορία.
 
Σύμφωνα με τα προηγούμενα, αφού σήμερα ομολογείται απ’ όλου ότι, όπως η υπόλοιπη πλάση έτσι και ο άνθρωπος και όλα τα ανθρώπινα συν τω χρόνω αναπτύχθηκαν κι έγιναν τέτοια που είναι σήμερα, είναι φανερό πως και η γλώσσα του, ως προϊόν ανάπτυξης, οφείλει, όπως και το πνεύμα του, να συνδέεται στενά με τις αμέσως προηγούμενες βαθμίδες της και να εξαρτάται από αυτές, κατά τους νόμους της εξέλιξης. Άρα, δεν είναι δυνατόν να νοηθεί ότι γεννήθηκε ξαφνικά, όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Προχωρώντας λογικά, είναι ανάγκη να παραδεχτούμε ότι και τα όρια μεταξύ της γλώσσας και της προηγούμενης άγλωσσης κατάστασης δεν μπορεί να είναι παντελώς ευδιάγνωστα και ακριβή· ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Δηλαδή, αν υποθέσουμε ότι κάποιος άνθρωπος ζούσε όλα τα χρόνια της αγλωσσίας και της πρώτης γλωσσικής δημιουργίας και παρακολουθούσε με προσοχή την εξέλιξη της γλώσσας, ουδέποτε θα μπορούσε να ορίσει από ποιο χρονικό σημείο και μετά ξεκίνησε η δημιουργία της. Αυτό θα καταστεί σαφές, αν έχουμε μπροστά στα μάτια μας τα εξής: πρώτον, τα γλωσσικά φαινόμενα που εμφανίζονται στην ιστορία και τους νόμους που τα διέπουν, κι έπειτα την κατάσταση που προηγήθηκε αμέσως πριν από τη δημιουργία της γλώσσας· από την κατάσταση αυτή προήλθε η γλώσσα.
 
Εμείς σήμερα, θέλοντας να δηλώσουμε όσα θέλουμε να επισημάνουμε, μπορούμε να τα ονομάσουμε κατά τον ακόλουθο τρόπο: όπως είναι φανερό, έχοντας πάντοτε κάτι άλλο, μεσάζον και ονοματισμένο πρωτύτερα, αναζητούμε και βρίσκουμε κάποια σχέση, έστω και μακρινή (απώτατη), η οποία να συνδέει οπωσδήποτε το νυν ονομαζόμενον πράγμα με αυτό που είχε ονομαστεί νωρίτερα· και με βάση το γνωστό σε μας προηγούμενο όνομα καλούμε και αυτό που πρέπει να ονομαστεί σήμερα· αυτό το πετυχαίνουμε επεκτείνοντας απλώς τη χρήση ενός γνωστού ονόματος και στο πράγμα που πρέπει να ονομάσουμε τώρα ή περιορίζοντας και διακρίνοντας το με κάποια σύνθεση ή σχηματίζοντας κάποιο παράγωγο από αυτό κ.α. Έτσι λ.χ. οβολοί ονομάστηκαν κάποτε (το πάλαι) και τα μικρά νομίσματα, επειδή το σχήμα τους έμοιαζε με οβολό· δηλαδή, προκειμένου να ονομαστούν τα πρώτα νομίσματα που κόπηκαν τότε, παρατηρήθηκε ότι έμοιαζαν και είχαν κάποια σχέση προς τους ονομαζόμενους ήδη οβολούς (τις σούβλες)· αυτοί υπήρξαν το μεσάζον, κι έδωσαν τ’ όνομά τους και σε άλλα παρόμοια νομίσματα που εμφανίστηκαν· η ύλη από την οποία κατασκευάστηκαν, η αξία και η χρήση τους δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν από τους ονοματοθέτες εκείνους, απλώς παρατήρησαν το σχήμα.
 
Όταν χτίζονταν τα Προπύλαια της Ακρόπολης, ένας άριστος τεχνίτης, καλούμενος Σπλαχνόπτης, κατέπεσε από μεγάλο ύψος και χτύπησε άσχημα· αλλά τη νύχτα εκείνη εμφανίστηκε στον ύπνο (κατόναρ) του Περικλή η Παρθένος Αθηνά και παρήγγειλε να τον θεραπεύσουν χρησιμοποιώντας ένα βοτάνι που τους υπέδειξε· αυτό έγινε και ο άνθρωπος θεραπεύτηκε· το βοτάνι που ανέφερε η Παρθένος ονομάστηκε από την ίδια Παρθένιο και μέχρι σήμερα λέγεται σε πολλά μέρη Παρθενούδι· το ίδιο φυτό στην Κρήτη ονομάστηκε σκαρολάχανον, επειδή παρατηρήθηκε ότι είναι χρήσιμο στην αλιεία των σκάρων· γι’ αυτό συνδέθηκε η γενική ονομασία του λάχανου με τον σκάρο, αφού χρησίμευε για το ψάρεμά του· ὄρνις από το ὄρνῡμι σημαίνει το ζώο που ὄρνυται (εις ύψος) με τα φτερά του· επειδή λοιπόν οι μάντεις έκαναν τις μαντείες τους παρατηρώντας τους ὄρνιθας αυτούς, τ’ όνομά τους επεκτάθηκε και στις μαντείες· γι’ αυτό λέγεται «δέχου τον άνδρα και τον ὄρνιν του Θεού», και πλάστηκε ρήμα ορνιθεύμαι (=μαντεύομαι), και όνομα ευορνιθία, εύορνις, δύσορνις κ.λ.π.
 
Άρα, προκειμένου να ονομαστεί κάτι σήμερα, είναι πάντοτε αναγκαίο να παρατηρηθεί κάποια σχέση του πράγματος προς κάτι άλλο, που είχε ονομαστεί πρωτύτερα· αλλιώς, όχι μόνον αυτός που ακούει δεν καταλαβαίνει τίποτα, αλλά και στην ψυχή του ομιλητή (του λέγοντος) δεν γεννιέται τέτοια ονομασία.
 
Όμως, πριν από τη δημιουργία της γλώσσας, δεν υπήρχαν ασφαλώς πράγματα ονοματισμένα, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως μεσάζοντα. Επομένως, είναι αναγκαίο να δεχθούμε (ομολογήσωμεν) ότι κατά τους χρόνους εκείνους υπήρχε άμεση σχέση, αδιαμεσολάβητη, μεταξύ των πρώτων δηλούντων και κάποιων πραγμάτων ή παραστάσεων που δηλώνονταν (δηλουμένων). Επιπροσθέτως, εμείς γνωρίζουμε από μακρά πείρα, επειδή έχουμε ήδη ονοματίσει πλήθος πραγμάτων και μπορούμε κάλλιστα να συνάψουμε φθόγγους με την έννοια κάποιου πράγματος, να το σημάνουμε και να του δώσουμε όνομα· εκείνοι όμως, επειδή δεν είχαν πράγματα ονοματισμένα πριν από τη δημιουργία της γλώσσας, αγνοούσαν φυσικά ότι μπορούσαν να εκβάλουν φθόγγους και με αυτούς να σημάνουν τα πράγματα. Φανερά λοιπόν, οι άνθρωποι εκείνοι ούτε αυτή την ανάγκη της γλώσσας αισθάνονταν, ούτε μπορούσαν να συνδυάσουν (συνάψουν) έννοιες και φθόγγους, ούτε γνώριζαν εντελώς ότι αυτό ήταν καθολική δυνατότητα της γλώσσας. Ουδείς των αγωνιστών του 1821 αισθάνθηκε την ανάγκη να τηλεγραφήσει ή μπορούσε να το κάνει ή γνώριζε ότι κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει, και ουδείς από εμάς προ εικοσαετίας αισθανόταν την ανάγκη να τηλεφωνήσει ή μάντευε ότι κάτι τέτοιο έμελλε να είναι δυνατόν.
 
Αυτή λοιπόν και μόνον η παρατήρηση, προφανής σε όλους, αρκεί να καταδείξει πόσο άστοχη (άτοπον) είναι η δοξασία, πως η γλώσσα πλάστηκε από τους ανθρώπους κατά κοινήν συμφωνία (θέσει). Μόνον αφού επιτεύχθηκε αφ’ εαυτής η ανακοίνωση, δηλαδή μόνον αφού δημιουργήθηκε κάποια γλώσσα, απέκτησαν οι άνθρωποι την αίσθηση της ανάγκης και της χρησιμότητας της και ταυτόχρονα κατάλαβαν ότι η γλωσσική επικοινωνία ήταν δυνατή, όχι όμως νωρίτερα. Επομένως, είναι ανάγκη να εξετάσουμε με ποιον τρόπο έγινε εκείνη η πρώτη άσκοπη ανακοίνωση, κατά τους πρώτους  χρόνους της γλωσσογονίας· ως προς αυτό λέμε τα εξής:
 
Παρατηρήθηκε από πολύ παλιά ότι όπου υπάρχει συνείδηση και γενικώς ψυχικά φαινόμενα ή συνδυασμοί τους, εκεί υπάρχει και αντανακλαστική κίνηση, η οποία συμβαίνει κατ’ αντανάκλασιν με όσα γίνονται στην ψυχή, η οποία εκφράζει, εξωτερικεύει αυτά τα φαινόμενα· οι εξωτερικές αυτές εκδηλώσεις του ψυχικού βίου τον συνοδεύουν πάντοτε και τελειοποιούνται μαζί μ’ αυτόν. Άρα, όταν κάποια εντύπωση παράγει ένα συναίσθημα ή πάθος στην ψυχή, κινείται το σώμα ή ένα μέρος του, το κεφάλι, τα φρύδια, οι οφθαλμοί, τα χείλη, οι σιαγόνες, τα κάτω ή άνω άκρα, τα λεγόμενα φωνητικά όργανα κ.α., όπως βλέπουμε να συμβαίνει και σε πολλά άλογα ζώα. Αυτά βεβαίως συνέβαιναν και παλιά, πριν από τη δημιουργία της γλώσσας.
 
Αρχικώς, με τέτοιες αντανακλαστικές κινήσεις, οι άνθρωποι δεν σκόπευαν να κάνουν κάποια ανακοίνωση προς τους άλλους· οι ενέργειες τους ήταν απλώς αντανακλάσεις των ψυχικών φαινομένων και ικανοποιούσαν την στιγμιαία ανάγκη του ατόμου, χωρίς να έχουν κάποια σχέση με κάτι άλλο, όπως λ.χ. τα βρέφη κινούν τα χέρια και τα πόδια, τα φωνητικά τους όργανα και βγάζουν φωνές και όταν δεν βρίσκεται άλλος κοντά τους. Τις ανακλαστικές κινήσεις που παράγονται έτσι, ασκόπως, και βεβαίως τις φωνές που παράγονται από αυτές και είναι ανάλογες προς τις χειρονομίες και τους μορφασμούς του προσώπου, μπορούμε να τις ονομάσουμε φωνοσημεία. Αλλά και πριν από αυτά ο άνθρωπος, όταν άκουγε θορύβους (ψόφους) ή έβλεπε κάτι κινούμενο, θα επιχειρούσε και επίτηδες να παραγάγει κατά μίμηση με το στόμα του παρόμοιους ήχους ή παρόμοιες κινήσεις και από τις κινήσεις αυτές προέκυπταν φύσει φθόγγοι ή φωνές.