Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (568-597)

τοὶ δ᾽ ἄρα πρωτομόροιο, φεῦ, [στρ. β]
ληφθέντες πρὸς ἀνάγκας, ἠέ,
570 ἀκτὰς ἀμφὶ Κυχρείας, ὀᾶ,
‹στέμβονται·› στένε καὶ δακνά-
ζου, βαρὺ δ᾽ ἀμβόασον
οὐράνι᾽ ἄχη, ὀᾶ·
τεῖνε δὲ δυσβάυκτον
575 βοᾶτιν τάλαιναν αὐδάν.

γναπτόμενοι δ᾽ ἁλὶ δεινᾷ, φεῦ, [ἀντ. β]
σκύλλονται πρὸς ἀναύδων, ἠέ,
παίδων τᾶς ἀμιάντου, ὀᾶ.
πενθεῖ δ᾽ ἄνδρα δόμος στερη-
580 θείς, τοκέης δ᾽ ἄπαιδες
δαιμόνι᾽ ἄχη, ὀᾶ,
δυρόμενοι γέροντες
τὸ πᾶν δὴ κλύουσιν ἄλγος.

τοὶ δ᾽ ἀνὰ γᾶν Ἀσίαν δὴν [στρ. γ]
585 οὐκέτι περσονομοῦνται,
οὐδ᾽ ἔτι δασμοφοροῦσιν
δεσποσύνοισιν ἀνάγκαις,
οὐδ᾽ ἐς γᾶν προπίτνοντες
ἅζονται· βασιλεία
590 γὰρ διόλωλεν ἰσχύς.

οὐδ᾽ ἔτι γλῶσσα βροτοῖσιν [ἀντ. γ]
ἐν φυλακαῖς· λέλυται γὰρ
λαὸς ἐλεύθερα βάζειν,
ὡς ἐλύθη ζυγὸν ἀλκᾶς.
595 αἱμαχθεῖσα δ᾽ ἄρουραν
Αἴαντος περικλύστα
νᾶσος ἔχει τὰ Περσῶν.

***
Οι άλλοι όσοι στα βρόχια της Μοίρας
πρωτοκλήρωτοι πέσανε, οϊμέ,
570 στου Κυχρέα τα ξερόβραχα, οϊμένα,
παραδέρνουνε γύρω, οϊμέ.
Ώχου στέναζε, σκίζου, διαλάλησε
ως τα ουράνια βαρειά τη συμφορά σου
και γοερά τα τρισάθλια ξέσυρε
και πικρά φωναχτά σου.

Αχ, φριχτά μες στο κύμα αργασμένα
τα κορμιά τους ξεσκίζουν, οϊμέ,
τα βουβά τα κουτάβια, οϊμένα,
της αμόλυντης θάλασσας, οϊμέ·
μα στα σπίτια πενθούν που τους χάσαν
580 κι οι γερόντοι γονιοί, που ορφανεύουν,
ως τα ουράνια θρηνούν και την πάσα
συμφορά τους μαθαίνουν.

Λίγο ακόμα και πια της Ασίας οι λαοί
στων Περσών δεν ακούνε τον νόμο,
δεν πλερώνουν σαν πριν τα δοσίματα
που τους φόρτωνε η ανάγκη στο νώμο,
κι ούτε ως πρώτα πεσμένοι στα γόνατα
προσταγές θενα δέχονται πια,
γιατί τώρα για πάντα πάει χάθηκε
590 του μεγάλου η εξουσία Βασιλιά.

Κάθε πια φυλακή από τις γλώσσες
των ανθρώπων θα λείψει
κι ο λαός, μια που βγήκε της βίας ο ζυγός
κι απολύθηκε, ελεύτερο στόμα θ᾽ ανοίξει.
Αχ, του Αίαντα το νησί, που ολοτρόγυρα
ζών᾽ η θάλασσα, τώρα μαζί
με το γαίμα κι όλη έχει τη δύναμη
των Περσών καταπιεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου