Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Τι είναι η αρχαία τραγωδία;

Αρχαία Ελληνική Τραγωδία: Θεωρία και πράξη

§1. Η αρχαία τραγωδία αποτελεί κορυφαίο είδος της δραματικής ποίησης. Η τελευταία αναπτύχθηκε κυρίως κατά την κλασική εποχή και συμπίπτει με την ακμή της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Είναι, εν πολλοίς, φυσική συνέχεια της επικής και της λυρικής ποίησης, θεμελιωδώς της χορικής ποίησης. Ονομάστηκε δραματική από το δράμα. Το τελευταίο είναι ένα θεατρικό-ποιητικό έργο που δεν απαγγέλλεται αλλά παρουσιάζεται στη σκηνή ως θέαμα μπροστά σε κοινό. Η πολιτική δημοκρατία της Αθήνας και η παράσταση του θεατρικού έργου, γενικότερα το θέατρο, έχουν κοινό στοιχείο τον διάλογο. Στο θέατρο, ο διάλογος γίνεται ανάμεσα στους υποκριτές. Επίσης ανάμεσα στον Χορό και τους υποκριτές. Κατ’ αυτόν το διάλογο δημιουργούνται προϋποθέσεις ή παρέχονται δυνατότητες για να ακούγονται διαφορετικές γνώμες και να αναπτύσσεται ένας πλουραλιστικός, κατά το δυνατό, προβληματισμός.

§2. Σήμερα γνωρίζουμε την αρχαία τραγωδία, έτσι όπως την εκφράζουν οι τρεις μεγάλοι τραγικοί: Αισχύλος (525 - 456 π.Χ. περίπου). Σοφοκλής (497 - 406 π.Χ). Ευριπίδης (484 - 406 π.Χ). Ως λογοτεχνικό είδος είναι δημιούργημα της Αθήνας και με βασικό χαρακτηριστικό τον υψηλό στοχασμό. Η γένεσή της ωστόσο χρονολογείται γύρω στο 536/535. Τότε χρονολογείται ο πρώτος τραγικός αγώνας. Από τα αποσπάσματα που έχουν συλλεχθεί ως τώρα φαίνεται πως πέρα από τους τρεις προαναφερθέντες ποιητές υπήρξαν γύρω στους 216 τραγικούς ποιητές. Πρώτος που αναφέρεται ως ο εφευρέτης του εν λόγω είδους είναι ο Θέσπις. Πέραν του ονόματος τίποτε άλλο δεν είναι γνωστό, εκτός από υποθέσεις και εικασίες. Επιβεβαιωμένα πρώτος ιστορικός δημιουργός της τραγωδίας θεωρείται ο Φρύνιχος. Έργα του: Μιλήτου άλωσις, Φοίνισσαι. Από άποψη γενικής θεώρησης, η καταγωγή της τραγωδίας αναζητείται: α) στη θρησκεία: ίσως να προέρχεται από τα άσματα προς τιμήν του Διονύσου κα τους χορούς των σατύρων ή από τι επιτάφιες λατρείες. β) Στη λογοτεχνία [=από το έπος και τους αγώνες των ραψωδών] ή στην πολιτική [=θέσπιση πρώτων τραγικών αγώνων επί Πεισιστράτου].

§3. Υπό μια γενική έποψη, η τραγωδία συνδέεται πολλαπλώς με την πολιτεία. Η τελευταία οργάνωνε τις εκδηλώσεις, όπου αναπαρίστατο το έργο. Όριζε τους ηθοποιούς [=τον πρωταγωνιστή και τους ακολούθους του] στους ποιητές που διαγωνίζονταν. Οι ηθοποιοί μπορούσαν να είναι Αθηναίοι αλλά και ξένοι. Ακόμη προέκρινε τη συγκρότηση του θεωρικού, δηλαδή του ταμείου θεαμάτων, που χορηγούσε κάποια αποζημίωση στους πιο φτωχούς πολίτες για να παρακολουθούν θεατρικές παραστάσεις. Εξάλλου, το θέατρο στην Πόλιν ήταν ανοικτό. Οι παραστάσεις γίνονταν στο θέατρο του Διονύσου ή πριν υπάρξει αυτό στην αγορά. Σημειωτέο πως η αγορά αποτελούσε το κέντρο της πολιτικής ζωής και δεν ήταν κάποιος ιδιωτικός χώρος. Ακόμη, η Πόλις ήταν όχι λιγότερο παρούσα στην ίδια τη διεξαγωγή των αγώνων. Επιτροπή κριτών, επιλεγμένων δια κλήρωσης, επιφορτιζόταν με το καθήκον να ανακηρύσσει τους νικητές, ενώ αμέσως μετά τον διαγωνισμό λάμβανε χώρα συνέλευση, όπου αποτιμούσαν τον όλο τρόπο διεξαγωγής των αγώνων και υπέβαλλαν σε λογοδοσία τους υπεύθυνους εκείνους επισήμους, που έφεραν την ευθύνη των αγώνων.

§4. Σε κάθε περίπτωση, το θέατρο της Αθήνας δεν ήταν αποκομμένο από την πολιτική. Υπήρχε προγραμματισμένη αναλογία ανάμεσα στις παραστάσεις του θεάτρου και τις δραστηριότητες της πολιτικής. Έτσι, όταν διεξάγονταν τα Μεγάλα Διονύσια, δεν λειτουργούσε ούτε η εκκλησία του δήμου ούτε τα δικαστήρια. Ενδεικτικό επίσης στοιχείο, για τον δημόσιο χαρακτήρα των τραγικών αγώνων αλλά και ο τόπος του θεάτρου, ήταν και η καλλιέργεια ενός υγιούς συναγωνιστικού πνεύματος, σε ένα πλαίσιο πάντοτε που τον τελικό λόγο είχε η Πόλις. Οι ποιητές διαγωνίζονταν για το πρώτο βραβείο και έβλεπαν τη νίκη τους ως στοιχείο δημόσιας αναγνώρισης.

§5. Το γεγονός ωστόσο ότι οι τραγικοί αγώνες και οι θεατρικές παραστάσεις είναι δημόσιες τελετές δεν σημαίνει πως η τραγωδία λειτουργούσε ως προπαγανδιστικός μηχανισμός για τα συμφέροντα του ενός ή του άλλου πολιτικού ανδρός. Τόσο από άποψη περιεχομένου όσο και από εκείνη της θεατρικής της προβολής, η τραγωδία δεν συμπορεύεται με την καθημερινή πολιτική ούτε υπηρετεί τρέχοντα μηνύματα πολιτικής προπαγάνδας. Ο κριτικός χαρακτήρας του τραγικού λόγου, απεναντίας, αποτελεί μια καλή, δυνατή προϋπόθεση για την ίδια την πολιτική δημοκρατία: να προβαίνει σε αυτοκάθαρση και σε αναβάθμιση του πολιτικού της λόγου. Δεν αποκλείονται, ωστόσο, και περιπτώσεις, όπου ο υψηλός τραγικός λόγος δεν είναι τόσο εύπεπτος για τις χαμηλής στάθμης πολιτικές. Σε καμιά περίπτωση πάντως ο λόγος της τραγωδίας δεν παύει να είναι πολιτικός, με το ευρύτερο νόημα ότι ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο ως ενεργό πολίτη της Πόλεως και δεν περιορίζεται σε ιδιωτικής φύσης θέματα.