Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (636-680)

ΚΗ. εὔφημον ἦμαρ οὐ πρέπει κακαγγέλῳ
γλώσσῃ μιαίνειν· χωρὶς ἡ τιμὴ θεῶν.
ὅταν δ᾽ ἀπευκτὰ πήματ᾽ ἄγγελος πόλει
στυγνῷ προσώπῳ πτωσίμου στρατοῦ φέρῃ,
640 πόλει μὲν ἕλκος ἓν τὸ δήμιον τυχεῖν,
πολλοὺς δὲ πολλῶν ἐξαγισθέντας δόμων
ἄνδρας διπλῇ μάστιγι, τὴν Ἄρης φιλεῖ,
δίλογχον ἄτην, φοινίαν ξυνωρίδα·
τοιῶνδε μέντοι πημάτων σεσαγμένον
645 πρέπει λέγειν παιᾶνα τόνδ᾽ Ἐρινύων.
σωτηρίων δὲ πραγμάτων εὐάγγελον
ἥκοντα πρὸς χαίρουσαν εὐεστοῖ πόλιν—
πῶς κεδνὰ τοῖς κακοῖσι συμμείξω, λέγων
χειμῶν᾽ Ἀχαιῶν οὐκ ἀμήνιτον θεοῖς;
650 ξυνώμοσαν γάρ, ὄντες ἔχθιστοι τὸ πρίν,
πῦρ καὶ θάλασσα, καὶ τὰ πίστ᾽ ἐδειξάτην
φθείροντε τὸν δύστηνον Ἀργείων στρατόν·
ἐν νυκτὶ δυσκύμαντα δ᾽ ὠρώρει κακά.
ναῦς γὰρ πρὸς ἀλλήλῃσι Θρῄκιαι πνοαὶ
655 ἤρεικον· αἱ δὲ κεροτυπούμεναι βίᾳ
χειμῶνι τυφῶ σὺν ζάλῃ τ᾽ ὀμβροκτύπῳ
ᾤχοντ᾽ ἄφαντοι, ποιμένος κακοῦ στρόβῳ.
ἐπεὶ δ᾽ ἀνῆλθε λαμπρὸν ἡλίου φάος,
ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς
660 ἀνδρῶν Ἀχαιῶν ναυτικοῖς τ᾽ ἐρειπίοις.
ἡμᾶς γε μὲν δὴ ναῦν τ᾽ ἀκήρατον σκάφος
ἤτοι τις ἐξέκλεψεν ἢ ᾽ξῃτήσατο
θεός τις, οὐκ ἄνθρωπος, οἴακος θιγών.
τύχη δὲ σωτὴρ ναῦν θέλουσ᾽ ἐφέζετο,
665 ὡς μήτ᾽ ἐν ὅρμῳ κύματος ζάλην ἔχειν
μήτ᾽ ἐξοκεῖλαι πρὸς κραταίλεων χθόνα.
ἔπειτα δ᾽ Ἅιδην πόντιον πεφευγότες,
λευκὸν κατ᾽ ἦμαρ, οὐ πεποιθότες τύχῃ,
ἐβουκολοῦμεν φροντίσιν νέον πάθος,
670 στρατοῦ καμόντος καὶ κακῶς σποδουμένου.
καὶ νῦν ἐκείνων εἴ τις ἐστὶν ἐμπνέων,
λέγουσιν ἡμᾶς ὡς ὀλωλότας, τί μήν;
ἡμεῖς τ᾽ ἐκείνους ταὔτ᾽ ἔχειν δοξάζομεν.
γένοιτο δ᾽ ὡς ἄριστα. Μενέλεων γὰρ οὖν
675 πρῶτόν τε καὶ μάλιστα προσδόκα μέλειν·
εἰ δ᾽ οὖν τις ἀκτὶς ἡλίου νιν ἱστορεῖ
χλωρόν τε καὶ βλέποντα, μηχαναῖς Διὸς
οὔπω θέλοντος ἐξαναλῶσαι γένος,
ἐλπίς τις αὐτὸν πρὸς δόμους ἥξειν πάλιν.
680 τοσαῦτ᾽ ἀκούσας ἴσθι τἀληθῆ κλυών.

***
ΚΗΡΥΚΑΣ
Τέτοια μέρα χαράς δεν πρέπει να μολύνω
με λόγια θλιβερά· κάθε θεός και χώρια.
Βέβαια σα φέρνει μαύρες συμφορές στην πόλη
με πένθιμη όψη ο μηνυτής, για του στρατού της
640 τον όλεθρο — κοινή πληγή για όλη τη χώρα
και χώρια κι όσους ξέκαμε από τόσα σπίτια
με τη διπλή του μάστιγα που ξέρει ο Άρης,
δίκοπη συμφορά, διπλού ζευγάρι ολέθρου —
όταν τόσα κακά θενά ᾽ρθει φορτωμένος,
παιάνα πρέπει αυτός των Ερινύων να ψάλλει.
Μα εγώ που το καλό το μήνυμα της νίκης
φέρνω στην πόλη, μες στο θρίαμβο της χαράς της
πώς πάει τα θλιβερά με τα καλά να σμίξω
και να σας ιστορώ την άγρια εκείνη μπόρα
650 που όχι χωρίς τη θεϊκιάν οργή μας βρήκε;
Γιατ᾽ η φωτιά κι η θάλασσα, που ήταν ως τότε
άσπονδοι εχθροί, φιλιώθηκαν κι έδωκαν χέρι
να φθείρουνε τον άθλιο των Αργείων στόλο.
Νύχτα ήταν που σηκώθηκεν η μαύρ᾽ η αντάρα
ως που απ᾽ τη μάνητα της μπόρας και τη ζάλη
της ανεμόδαρτης βροχής άφαντα πάνε,
σαν να ᾽ταν και κακός βοσκός τα είχε προγκήξει.
Μα όταν το λαμπρό φως ανάτειλε του ήλιου,
τη θάλασσα όλη βλέπομε ν᾽ ανθεί του Αιγαίου
660 από Αχαιών κορμιά και καραβιών συντρίμμια·
μα εμάς και το σκαρί του πλοίου μας δίχως βλάβη
ή ξεκλεψε, ή τη χάρη μας πέτυχε κάποιος
θεός κι όχι άνθρωπος ᾽γγίζοντας το τιμόνι·
κι η Τύχη κάθισε πιλότος ή σωτήρα,
π᾽ ούτε το κύμα στ᾽ άραγμα να μας τραντάζει,
ούτ᾽ έξω στης στεριάς να πέσουμε τις ξέρες.
Κι έτσι απ᾽ της θάλασσας το χάρο γλιτωμένοι,
χωρίς να το πιστεύουμε, στη χρυσή μέρα
τη συμφορά μας βόσκαμε με έγνοιες καινούριες
670 για το στρατό π᾽ ανεμοσκόρπισε κι εχάθη.
Και τώρ᾽ αν βρίσκεται κανείς να ζει από κείνους,
μας λογιάζουν κι εμάς για χαμένους· πώς όχι;
μη δεν πιστεύουμε και μεις το ίδιο για κείνους;
Όμως ας έβγει σε καλό· και πρώτ᾽ απ᾽ όλους
και βέβαια το Μενέλαο καρτέρα νά ᾽ρθει.
γιατί αν τον βλέπει κάπου μια του ήλιου αχτίνα
γερό και ζωντανό, με του Δία τη γνώμη,
που δε θέλει το γένος του να σβήσει ακόμα,
680 υπάρχει ελπίδα πάλι εδώ να μας γυρίσει.