Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Τ. Σινόπουλος: Ο ποιητής Καιόμενος

Τάκης Σινόπουλος: 1917-1981

Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ

Κοιτάχτε, μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.


 Ερμηνεία – σχολιασμός

Το ποίημα «ο καιόμενος» λέγει στην αρχή αυτό που επίκειται να συμβεί στο τέλος. Με αυτό το νόημα προ-λέγει και ως τέτοιο λογίζεται προ-φητικό. Τι προ-φητεύει; Πως η ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορεί να παραβλέπεται ή να παραμερίζεται μέσα από έναν αφηρημένο καθορισμό της· πως ουδεμία ασαφής και κενή περιεχομένου ιδεοκρατία, ιδεωδολατρεία δεν μπορεί να υπονομεύσει την αυτόνομη και ηρωική ύπαρξη του ανθρώπινου ατόμου. Το ποίημα ανήκει στη συλλογή «Μεταίχμιο Β» (1957), η οποία αποτελείται από ποιήματα της περιόδου 1949-1955. Πρόκειται για μια περίοδο, που είναι αληθινό μεταίχμιο για την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ως μεταίχμιο βίωσε και ο ποιητής ετούτη την περίοδο μαζί και τη στάση ή θέση του μέσα στο γίγνεσθαι που εκφράζει η εν λόγω περίοδος. Ο ίδιος εμποτίστηκε με τις εμπειρίες του εμφύλιου πολέμου, αλλά και της μετεμφυλιακής περιόδου· συνέλεξε τα πιο προσωπικά του βιώματα, κατά τον εμφύλιο, ως γιατρός και αξιωματικός, υποχρεωτικά και όχι κατά βούληση, του κυβερνητικού στρατού. Τότε ήταν εν πρώτοις που ο ποιητής ένιωσε πραγματικά ότι βρισκόταν στο μεταίχμιο, στο οριακό σημείο ανάμεσα σε δυο εμπόλεμες μορφές ζωής. Γι’ αυτό και ομο–λογεί: μοιράζεται στα δύο.

Πώς μπορεί ένας ποιητής, που βρίσκεται στο μεταίχμιο και μάλιστα στο μεταίχμιο ενός κοινωνικο–πολιτικού πολέμου, να μοιράζεται στα δύο; Μόνο ή κύρια ως ποιητής, ο οποίος είναι πρωτίστως η ολόκληρη ύπαρξη του ανθρώπου ως τέτοιου και όχι ένας θλιβερός διανοούμενος, που το αφηρημένο του Εγώ γίνεται εύκολα πιστός δούλος της μιας ή της άλλης υπολογιστικής βλέψης. Ο Σινόπουλος, σε τούτο το ποίημα, σκέπτεται την ανθρώπινη κατάσταση, όχι ως μια γενική-άχρωμη πραγματικότητα, αλλά από τη σκοπιά του εν ζωή ανθρώπου, ο οποίος αρνείται την πολτοποίησή του μέσα «στην ακαθόριστη μάζα των υπαρχόντων πραγμάτων» (Hegel). Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να μην είναι «καιόμενος»; Η άρνηση να γίνεται επαίτης μιας ανάπηρης ελευθερίας, να μεταποιείται σε θύμα μιας ψευδούς ιδεολογίας, να αποθνήσκει καθημερινά για χάρη βάρβαρων και ποταπών πολιτικών, να συντρίβεται ανάξιους συντριμμούς, τον αναδεικνύει σε εραστή μιας ηρωικής συντριβής. Είναι ο καιόμενος που πρέπει να καεί για να γίνουν «τα σκοτάδια λάμψη»· και να καεί όχι εν χορώ με την ιδεολογικά πειθαναγκασμένη μάζα παρά ως ύπαρξη διαλεγμένη από την ιστορική του Μοίρα. Εν τέλει ποιος είναι «ο καιόμενος»; Είναι ο άνθρωπος που δεν ξεχωρίζει τη σκέψη του, τις ιδέες του, τον εσωτερικό του κόσμο, από το Είναι του. Η ταυτότητα σκέψης και Είναι τού επιτρέπει να αναλογίζεται το πεπρωμένο του και να αισθάνεται ικανός να πράξει εκείνο το μοιραίο, που η απαθής μάζα των ανθρώπων φοβάται: την αυτοπυρπόληση. Η αυτοπυρπόληση τον καθιστά μάρτυρα και ακατάβλητο μαχητή που έζησε έντονα και πολύπλευρα τη ζωή.

Ο καιόμενος δεν ορρωδεί μπροστά στον θάνατο, αλλά τον αντιμετωπίζει ως μια ζωή του πάθους, ως μια έξοδο από το αδιέξοδο. Τα απρόσωπα όντα της συνθηκολόγησης, της απάθειας ή, από μια εξουσιαστική σκοπιά, της μεγαλοστομίας ατενίζουν το θέαμα κατάπληκτα και σαστισμένα. Ο ποιητής–αφηγητής ατενίζει και αυτός το θέαμα από τη σκοπιά των πολλών, αλλά καθότι ποιητής διακρίνει κάτι βαθύτερο από ό,τι το πλήθος. Διακρίνει πίσω από την πράξη του «καιόμενου» μια ηρωική στάση ζωής. Ο «καιόμενος» που έχει επίγνωση του ιστορικού γίγνεσθαι και τη θέση του μέσα σ’ αυτό είναι ένας πρόδρομος που βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με το παρόν για λογαριασμό ενός αληθινά ελεύθερου μέλλοντος. Στο παρόν πορεύεται «μόνος προς μόνον» [= «απόστρεψε το πρόσωπο», «δε φωνάζει βοήθεια», «καίγονταν μονάχος, καταμόναχος»]. Δεν αισθάνεται δειλία, έτσι ώστε να γίνει χειροκροτητής και να αποφύγει τη μοίρα του, τον μοιραίο [=ιστορικό] του προορισμό [= «άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε]. Εδώ έγκειται η τραγικότητά του, ως συμβολικού αρνητή μιας αξιοθρήνητης, σκλάβας ζωής σε μια «χώρα σκοτεινή και δύσκολη». Έχει τα ριζώματά του στο παρελθόν [=κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος …], για το οποίο αποτελεί το πιο παθιασμένο και γενναίο δημιούργημα. Γι’ αυτό έχει συνείδηση του παρόντος και ρίχνεται, με απόλυτη αίσθηση του κινδύνου, μέσα στην ορμή και την οργή των πιο απρόβλεπτων και θυελλωδών συγκρούσεων. Για τους νοικοκυραίους, για τους ατσαλάκωτους, είναι ο άφρων· για το πεπρωμένο του ανθρώπου όμως ο αιώνιος νέος [= «όσο αφανιζόταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο./Γινόταν ήλιος»], που προκαλεί τον κίνδυνο, ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο: «αναλίσκεται περήφανος» υπακούοντας στην εσωτερική φωνή της μοίρας του.