Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (102-107)

[102] Ἡγοῦμαι μὲν τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ εἰ μηδὲν ἔτ᾽ ἄλλ᾽ εἶχον κατηγορεῖν Μειδίου, μηδὲ δεινότερ᾽ ἦν ἃ μέλλω λέγειν ὧν εἴρηκα, δικαίως ἂν ὑμᾶς ἐκ τῶν εἰρημένων καὶ καταψηφίσασθαι καὶ τιμᾶν αὐτῷ τῶν ἐσχάτων. οὐ μὴν ἐνταῦθ᾽ ἕστηκε τὸ πρᾶγμα, οὐδ᾽ ἀπορήσειν μοι δοκῶ τῶν μετὰ ταῦτα· τοσαύτην ἀφθονίαν οὗτος πεποίηκε κατηγοριῶν.

[103] ὅτι μὲν δὴ λιποταξίου γραφὴν κατεσκεύασεν κατ᾽ ἐμοῦ καὶ τὸν τοῦτο ποιήσοντ᾽ ἐμισθώσατο, τὸν μιαρὸν καὶ λίαν εὐχερῆ, τὸν κονιορτὸν Εὐκτήμονα, ἐάσω. καὶ γὰρ οὔτ᾽ ἀνεκρίνατο ταύτην ὁ συκοφάντης ἐκεῖνος, οὔθ᾽ οὗτος οὐδενὸς εἵνεκ᾽ αὐτὸν ἐμισθώσατο πλὴν ἵν᾽ ἐκκέοιτο πρὸ τῶν ἐπωνύμων καὶ πάντες ὁρῷεν «Εὐκτήμων Λουσιεὺς ἐγράψατο Δημοσθένην Παιανιέα λιποταξίου»· καί μοι δοκεῖ κἂν προσγράψαι τοῦθ᾽ ἡδέως, εἴ πως ἐνῆν, ὅτι Μειδίου μισθωσαμένου γέγραπται. ἀλλ᾽ ἐῶ τοῦτο· ἐφ᾽ ᾗ γὰρ ἐκεῖνος ἠτίμωκεν αὑτὸν οὐκ ἐπεξελθών, οὐδεμιᾶς ἔγωγ᾽ ἔτι προσδέομαι δίκης, ἀλλ᾽ ἱκανὴν ἔχω.

[104] ἀλλ᾽ ὃ καὶ δεινόν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ σχέτλιον καὶ κοινὸν ἔμοιγ᾽ ἀσέβημα, οὐκ ἀδίκημα μόνον, τούτῳ πεπρᾶχθαι δοκεῖ, τοῦτ᾽ ἐρῶ. τῷ γὰρ ἀθλίῳ καὶ ταλαιπώρῳ κακῆς καὶ χαλεπῆς συμβάσης αἰτίας Ἀριστάρχῳ τῷ Μόσχου, τὸ μὲν πρῶτον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατὰ τὴν ἀγορὰν περιιὼν ἀσεβεῖς καὶ δεινοὺς λόγους ἐτόλμα περὶ ἐμοῦ λέγειν, ὡς ἐγὼ τὸ πρᾶγμ᾽ εἰμὶ τοῦτο δεδρακώς· ὡς δ᾽ οὐδὲν ἤνυε τούτοις, προσελθὼν τοῖς ἐπ᾽ ἐκεῖνον ἄγουσι τὴν αἰτίαν τοῦ φόνου, τοῖς τοῦ τετελευτηκότος οἰκείοις, χρήμαθ᾽ ὑπισχνεῖτο δώσειν εἰ τοῦ πράγματος αἰτιῷντ᾽ ἐμέ, καὶ οὔτε θεοὺς οὔθ᾽ ὁσίαν οὔτ᾽ ἄλλ᾽ οὐδὲν ἐποιήσατ᾽ ἐμποδὼν τοιούτῳ λόγῳ, οὐδ᾽ ὤκνησεν.

[105] ἀλλ᾽ οὐδὲ πρὸς οὓς ἔλεγεν αὐτοὺς ᾐσχύνθη, εἰ τοιοῦτο κακὸν καὶ τηλικοῦτον ἀδίκως ἐπάγει τῳ, ἀλλ᾽ ἕν᾽ ὅρον θέμενος παντὶ τρόπῳ μ᾽ ἀνελεῖν, οὐδὲν ἐλλείπειν ᾤετο δεῖν, ὡς δέον, εἴ τις ὑβρισθεὶς ὑπὸ τούτου δίκης ἀξιοῖ τυχεῖν καὶ μὴ σιωπᾷ, τοῦτον ἐξόριστον ἀνῃρῆσθαι καὶ μηδαμῇ παρεθῆναι, ἀλλὰ καὶ λιποταξίου γραφὴν ἑαλωκέναι καὶ ἐφ᾽ αἵματι φεύγειν καὶ μόνον οὐ προσηλῶσθαι. καίτοι ταῦθ᾽ ὅταν ἐξελεγχθῇ ποιῶν πρὸς οἷς ὕβριζέν με χορηγοῦντα, τίνος συγγνώμης ἢ τίνος ἐλέου δικαίως τεύξεται παρ᾽ ὑμῶν;

[106] ἐγὼ μὲν γὰρ αὐτόν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, νομίζω αὐτόχειρά μου γεγενῆσθαι τούτοις τοῖς ἔργοις, καὶ τότε μὲν τοῖς Διονυσίοις τὴν παρασκευὴν καὶ τὸ σῶμα καὶ τἀναλώμαθ᾽ ὑβρίζειν, νῦν δὲ τούτοις οἷς ἐποίει καὶ διεπράττετ᾽ ἐκεῖνά τε καὶ τὰ λοιπὰ πάντα, τὴν πόλιν, τὸ γένος, τὴν ἐπιτιμίαν, τὰς ἐλπίδας· εἰ γὰρ ἓν ὧν ἐπεβούλευσε κατώρθωσεν, ἁπάντων ἂν ἀπεστερήμην ἐγὼ καὶ μηδὲ ταφῆναι προσυπῆρχεν οἴκοι μοι. διὰ τί, ἄνδρες δικασταί; εἰ γάρ, ἐάν τις παρὰ πάντας τοὺς νόμους ὑβρισθεὶς ὑπὸ Μειδίου βοηθεῖν αὑτῷ πειρᾶται, ταῦτα καὶ τοιαῦθ᾽ ἕτερ᾽ αὐτῷ παθεῖν ὑπάρξει, προσκυνεῖν τοὺς ὑβρίζοντας ὥσπερ ἐν τοῖς βαρβάροις, οὐκ ἀμύνεσθαι κράτιστον ἔσται.

[107] ἀλλὰ μὴν ὡς ἀληθῆ λέγω καὶ προσεξείργασται ταῦτα τῷ βδελυρῷ τούτῳ καὶ ἀναιδεῖ, κάλει μοι καὶ τούτων τοὺς μάρτυρας.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ.
[Διονύσιος Ἀφιδναῖος, Ἀντίφιλος Παιανιεὺς διαφθαρέντος Νικοδήμου τοῦ οἰκείου ἡμῶν βιαίῳ θανάτῳ ὑπὸ Ἀριστάρχου τοῦ Μόσχου ἐπεξῇμεν τοῦ φόνου τὸν Ἀρίσταρχον. αἰσθόμενος δὲ ταῦτα Μειδίας ὁ νῦν κρινόμενος ὑπὸ Δημοσθένους, ᾧ μαρτυροῦμεν, ἔπειθεν ἡμᾶς διδοὺς κέρματα τὸν μὲν Ἀρίσταρχον ἀθῷον ἀφεῖναι, Δημοσθένει δὲ τὴν γραφὴν τοῦ φόνου παραγράψασθαι.]

Λαβὲ δή μοι τὸν περὶ τῶν δώρων νόμον.

***
[102] Νομίζω, Αθηναίοι, ότι ακόμη κι αν δεν είχα να κατηγορήσω τίποτε άλλο τον Μειδία, ακόμη κι αν δεν ήταν φοβερότερα απ᾽ όσα ανέφερα όσα πρόκειται να πω, δίκαια, με βάση όσα ήδη ειπώθηκαν, και θα τον καταδικάζατε και θα του επιβάλλατε την εσχάτη των ποινών. Η υπόθεση όμως δεν σταματάει εδώ, ούτε νομίζω ότι θα βρεθώ στη συνέχεια σε δύσκολη θέση· τόσο άφθονο υλικό για να τον κατηγορήσω μου προμήθευσε ο Μειδίας·

[103] Θα παραλείψω ότι με κατήγγειλε για λιποταξία και δωροδόκησε έναν άλλο για να το κάμει αυτό — τον ελεεινό, τον πρόθυμο για οποιαδήποτε παρανομία, τον επιπόλαιο Ευκτήμονα. Πράγματι, ο συκοφάντης αυτός δεν φρόντισε να γίνει ανάκριση για την υπόθεση, ούτε ο Μειδίας τον δωροδόκησε για άλλο λόγο παρά για να εκτεθεί μπροστά στους ανδριάντες των επωνύμων και να διαβάζουν όλοι: «Ο Ευκτήμων από τον δήμο Λουσίας μήνυσε τον Δημοσθένη από την Παιανία για λιποταξία»· νομίζω μάλιστα ότι με ευχαρίστηση, εάν ήταν δυνατό, θα πρόσθετε ότι τον μήνυσε, γιατί εξαγοράσθηκε από τον Μειδία. Αφήνω όμως κατά μέρος το ζήτημα αυτό· γιατί δεν χρειάζομαι πια να λάβω άλλη εκδίκηση, αλλά είμαι ικανοποιημένος με το ότι ο Ευκτήμων στερήθηκε μόνος του τα πολιτικά του δικαιώματα, επειδή εγκατέλειψε τον δικαστικόν αγώνα.

[104] Θα αναφέρω όμως, Αθηναίοι, μία φοβερή και άθλια πράξη του Μειδία, την οποία θεωρώ όχι απλώς αδίκημα, αλλά ασέβεια κατά του συνόλου. Όταν ο Αρίσταρχος, ο δυστυχισμένος και εξαθλιωμένος γιος του Μόσχου, επιβαρύνθηκε με μιαν άδικη και σοβαρή κατηγορία, ο Μειδίας στην αρχή τριγύριζε στην αγορά και είχε το θράσος να εκστομίζει εναντίον μου ασεβή και φοβερά λόγια, ότι τάχα εγώ είχα διαπράξει το έγκλημα· επειδή όμως δεν κατάφερνε τίποτε με αυτά, παρουσιάσθηκε στους συγγενείς του θύματος, οι οποίοι κατηγορούσαν τον Αρίσταρχο για τον φόνο, και υποσχέθηκε να τους δώσει χρήματα με τον όρο να κατηγορήσουν εμένα για το έγκλημα· ούτε οι θεοί ούτε η ευσέβεια ούτε τίποτε άλλο δεν τον εμπόδισαν και δεν τον συγκράτησαν από έναν τέτοιο σκοπό.

[105] Δεν ντράπηκε ούτε εκείνους στους οποίους απευθυνόταν, γιατί προξενούσε άδικα σε κάποιον μία τόσο μεγάλη συμφορά· με μόνο του σκοπό να με καταστρέψει με κάθε τρόπο, σκέφθηκε ότι δεν έπρεπε να παραλείψει τίποτε σαν να έπρεπε, αν κάποιος τον οποίο προσέβαλε ζητάει το δίκαιό του και δεν σιωπά, να εξορίζεται χωρίς πιθανότητα διαφυγής, να καταδικάζεται για λιποταξία, να κατηγορείται για φόνο και σχεδόν να σταυρώνεται. Όταν όμως αποδειχθεί ότι, εκτός από τις προσβολές κατά τη χορηγία μου, έκαμε και όλα όσα αναφέρω τώρα, θα αξίζει να τον συγχωρήσετε και να τον ευσπλαχνισθείτε;

[106] Κατά τη γνώμη μου, Αθηναίοι, με τις πράξεις του αυτές επιβουλεύθηκε τη ζωή μου· πρώτα προσέβαλε την προετοιμασία για τα Διονύσια, το πρόσωπο και τις δαπάνες μου, ενώ τώρα με τις πράξεις και τις ραδιουργίες του προσέβαλε και εκείνα και όλα τα υπόλοιπα: την πόλη μας, την οικογένειά μου, τα πολιτικά μου προνόμια, τις ελπίδες μου· αν πραγματοποιούσε έστω και ένα από τα κακόβουλα σχέδιά του, εγώ θα είχα στερηθεί τα πάντα, ακόμη και το δικαίωμα να ταφώ στη γη των πατέρων μου. Γιατί, κύριοι δικαστές; Αν πράγματι κάποιος, ο οποίος κατά παράβαση όλων των νόμων δέχθηκε προσβολές από τον Μειδία και προσπαθεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, μπορεί να πάθει αυτές και άλλες παρόμοιες συμφορές, θα είναι προτιμότερο να προσκυνούμε σύμφωνα με το έθιμο των βαρβάρων τους υβριστές παρά να αμυνόμαστε.

[107] Για να αποδειχθεί όμως ότι όσα αναφέρω ανταποκρίνονται στην αλήθεια και ότι και οι πράξεις αυτές διαπράχθηκαν από αυτόν τον αναιδή και αναίσχυντο, παρακαλώ να καλέσεις τους μάρτυρες και αυτών των γεγονότων.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ
[Εμείς, ο Διονύσιος από τις Αφίδνες και ο Αντίφιλος από την Παιανία, μετά τη βίαιη δολοφονία του συγγενούς μας Νικοδήμου από τον Αρίσταρχο, τον γιο του Μόσχου, καταγγείλαμε για φόνο τον Αρίσταρχο. Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ο Μειδίας, που σήμερα κατηγορείται στο δικαστήριο από τον Δημοσθένη, για όφελος του οποίου καταθέτουμε μαρτυρία, επιχείρησε να μας δωροδοκήσει δίνοντάς μας χρήματα για να απαλλάξουμε τον Αρίσταρχο από την ενοχή και να αποδώσουμε την κατηγορία του φόνου στον Δημοσθένη.]

Παρακαλώ, πάρε τον νόμο που αφορά τις δωροδοκίες.