Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Η ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Σέ ἕνα μεγάλο καί πλούσια διακοσμημένο κορινθιακό ἀγγεῖο τῶν μέσων του 7ου αἰώνα, τήν οἰνοχόη Chigi, ὑπάρχει στό πάνω μέρος, ἀκριβῶς κάτω ἀπό τό λαιμό, μία σκηνή μάχης, ὅπου ἀντιπαρατάσσονται δυό ὁμάδες στρατιωτῶν. Ἴσως βέβαια νά πρόκειται γιά κάποια τελετουργική σκηνή. Ἐκεῖνο ὅμως πού μᾶς ἐντυπωσιάζει εἶναι ἡ διάταξη τῶν στρατιωτῶν καί στίς δυό ὁμάδες: προχωρώντας μέ κοινό βηματισμό κρατοῦν τίς ἀσπίδες τους ἔτσι ὥστε νά ἐφάπτονται καί νά σχηματίζουν ἕνα ἀδιαπέραστο τεῖχος. Πρόκειται γιά τήν παλαιότερη ἀναπαράσταση στρατιωτικῆς φάλαγγας, πράγμα πού ἐνισχύει τήν ἄποψη ὅτι ἀπό τόν 7ο αἰώνα αὐτή ἡ μέθοδος ἄρχισε νά χρησιμοποιεῖται σέ ὅλες τίς ἑλληνικές πόλεις.

Αὐτή ὅμως ἡ «ἐπανασταση» στή στρατιωτική τακτική δέν ἐμφανίστηκε ἀπό τή μία στιγμή στήν ἄλλη. Πρέπει λοιπόν νά ἐρευνήσουμε σέ ποιές συνθῆκες δημιουργήθηκε ἡ φάλαγγα καί ποιές ἦταν οἱ ἐπιπτώσεις της στήν ἐξέλιξη τῆς ἀρχαϊκῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Στήν ἔρευνα αὐτή θά μᾶς βοηθήσουν τά κείμενα καί τά ἀρχαιολογικά δεδομένα. Χάρη σ’αὐτά τά τελευταῖα μποροῦμε νά διακρίνουμε τίς καινοτομίες στόν τομέα τῆς τεχνικῆς, πού ὁδήγησαν στήν ὁλοκλήρωση τῆς πανοπλίας τῶν ὁπλιτῶν. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα τήν ἀντικατάσταση τοῦ χαλκοῦ ἀπό τόν σίδηρο: ἀπό τόν 11ο αἰώνα ἐμφανίζονται σιδερένια ἀντικείμενα καί ὄπλα. Σιδερένια ξίφη τοῦ 10ου αἰώνα βρέθηκαν στίς νεκροπόλεις τῆς Κύπρου, στόν Κεραμεικό τῆς Ἀθήνας καί στό Ἄργος, καθώς καί δόρατα κοντότερα καί ἐλαφρότερα ἀπό τά μυκηναϊκά χάλκινα, τά ὁποῖα εἶναι πλέον ὅπλα ἑκηβόλα καί ὄχι ἀγχέμαχα. Κυρίως ὅμως ἡ ἀνακάλυψη τοῦ τάφου ἕνος πολεμιστῆ στό Ἄργος, πού περιεῖχε ὁλόκληρη τήν πανοπλία του, μαρτυρεῖ ὅτι εἶχε ἤδη ἀρχίσει ἀπό τόν 9ο αἰώνα νά διαμορφώνεται ἡ μελλοντική πανοπλία τοῦ ὁπλίτη: κράνος μέ λοφίο σέ σχῆμα πέταλου, χάλκινος θώρακας, ζωστήρας κτλ. Ἡ ἀσπίδα μέ τή διπλή λαβή παρουσιάζεται μόνο στό τέλος τοῦ 8ου αἰώνα. ΙΙράγματι, ἐκεῖνο πού χαρακτηρίζει τήν ἀσπίδα τοῦ ὁπλίτη πέρα ἀπό τό κυκλικό της σχῆμα, γνωστό ἤδη ἀπό τό τέλος τῆς μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, εἶναι ἡ δεύτερη λαβή, ἡ ἀντιλαβή, πού προστίθεται πλάι στήν κεντρική λαβή, τόν πόρπακα, γιά νά τήν κρατᾶ κάνεις πιό σταθερά, πράγμα πού μαρτυρεῖ μιά νέα λειτουργία τοῦ ὅπλου, ἄρα καί μιά ἀλλαγή τῆς πολεμικῆς μεθόδου. Ἐνῶ, δηλαδή, τήν ὁμηρική ἐποχή ὁ νικημένος πολεμιστής πετοῦσε τήν ἀσπίδα του καί τρεπόταν σέ φυγή, ὁ ὁπλίτης κρατᾶ ὡς τό τέλος τήν ἀσπίδα του, πού ἐξασφαλίζει ὄχι μόνο τήν ἄμυνά του, ἀλλά καί τήν προστασία τοῦ ὁπλίτη πού στέκεται ἀριστερά του.

Ἔτσι, ἡ ἰδιαιτερότητα τῶν «ἐπαναστατικῶν» ἐξελίξεων στόν στρατιωτικό τομέα δέν ἔγκειται τόσο στά στοιχεῖα τοῦ ὁπλισμοῦ, τά ὁποῖα ἄλλωστε, μέ ἐξαίρεση τήν ἀντιλαβή, ἦταν ἤδη γνωστά ἀπό τό τέλος τῆς μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, ὅσο στήν υἱοθέτηση μιᾶς πολεμικῆς τακτικῆς ὅπου προέχει τό σύνολο καί ὄχι τό ἄτομο, καί ὅπου ἐκεῖνο πού ἔχει κυρίως σημασία εἶναι «νά κρατοῦν [οἱ ὁπλίτες] τή θέση τους στή γραμμή, νά ὁρμοῦν μέ ἕνα βῆμα ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, νά μάχονται μέ τίς ἀσπίδες ἑνωμένες καί νά ἐκτελοῦν ὅλους τούς ἑλιγμούς σάν ἕνας ἄνθρωπος». Ὁ αὐλητής πού ὑπάρχει στήν παράσταση τῆς οἰνοχόης Chigi ἀποδεικνύει τή σπουδαιότητα τῆς ρυθμικῆς κίνησης τῶν στρατιωτῶν, ἐκφράζοντας, θά ἔλεγε κανείς, τή σωφροσύνη, δηλαδή τήν αὐτοκυριαρχία, σέ ἀντίθεση μέ τή λύσσα, τή μανία πού κυριαρχοῦσε στή μάχη κατά τήν ὁμηρική ἔποχη.

Ὁ ἱστορικός ὅμως ἀντιμετωπίζει τό ἑξῆς πρόβλημα: Τί ὁδήγησε ἄραγε στήν ἐπινόηση τῆς φάλαγγας; Οἱ διάφορες τεχνικές ἐξελίξεις, πού κατέληξαν στή δημιουργία τῆς πανοπλίας, ἤ οἱ κοινωνικοί μετασχηματισμοί πού συμβαίνουν στόν ἑλληνικό κόσμο τήν αὐγή τῆς ἀρχαϊκῆς ἔποχης;

Οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες ἔχουν ἀπαντήσει μέ διάφορους τρόπους. Ἄλλοι δέχονται ὡς αἴτια τίς τεχνικές καινοτομίες, ἄλλοι τίς κοινωνικές ἀλλαγές πού ὁδήγησαν στόν ὑποσκελισμό τῶν εὐγενῶν στρατιωτῶν ἀπό τους μικροεισοδηματίες ἀγρότες, οἱ ὁποῖοι μποροῦσαν τώρα νά προμηθευτοῦν μιά πανοπλία, μιά καί δέν στοίχιζε πιά τόσο ἀκριβά, θά ἔπρεπε ἴσως νά δεχτοῦμε καί τίς δυό προτάσεις, ἔτσι ὅμως τό πρόβλημα γίνεται ἀκόμα πιό περίπλοκο. Πρῶτα πρῶτα, ἐπειδή ὑπάρχουν διαφορές ἀνάμεσα στίς πόλεις. Ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι ὑποστηρίχτηκε συχνά, τό σύστημα τῆς φάλαγγας δέν υἱοθετήθηκε, ὅπως φαίνεται, παντοῦ ταυτοχρόνως, ἔστω καί ἄν ἡ υἱοθέτησή του ἀπό μιά πόλη εἶχε ἀργά ἤ γρήγορα ὡς ἀποτέ-λεσμα τή διάδοσή του καί στίς γειτονικές. Κυρίως ὅμως ἐπειδή, ὅπως ἀποδεικνύουν καί πρόσφατες μελέτες, δέν ὑπῆρξε ἀρχικά ὁλοκληρωτική διαφοροποίηση τῆς πολεμικῆς τακτικῆς, πλήρης δηλαδή ἀντικατάσταση τῶν ἀριστοκρατικῶν πολεμικῶν μεθόδων ἀπό τή φάλαγγα τῶν πολιτῶν ὁπλιτῶν. Πράγματι, εἶναι φανερό ὅτι οἱ ἀριστοκράτες ἦταν ἐκεῖνοι πού ἐφάρμοσαν πρῶτοι στήν πράξη τή συλλογική αὐτή πολεμική μέθοδο. Πρέπει ἐπίσης νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι οἱ ἀριστοκρατικές παραδόσεις ἑξακολουθούσαν νά ἰσχύουν καί γιά τούς ὁπλίτες μέ τή μορφή τῶν κανόνων τοῦ ἀγῶνος, στόν ὁποῖο ἐπιβάλλεται ἡ ἀνωτερότητα τῶν ἀρίστων: ἡ διατήρηση τῆς ὑπεροχῆς στό πεδίο τῆς μάχης, ἡ ἀνέγερση τροπαίου μέ τά ὅπλα τοῦ ἡττημένου ἐχθροῦ, μαρτυροῦν τήν ἐπιβίωση τῶν ἀριστοκρατικῶν ἐθίμων, πού ἐκδηλώνεται κυρίως στή διατήρηση, ὡς τήν κλασική ἐποχή, σωμάτων ἐπίλεκτων πολεμιστῶν στίς τάξεις τοῦ στρατοῦ τῶν πολιτῶν, τά ὁποῖα μάχονται κατά φάλαγγα, ὅπως οἱ «Τριακόσιοι» στή Σπάρτη ἤ στή Θήβα καί οἱ «Ἱππεῖς» στήν Ἀθήνα.

Ἡ διαπίστωση ὅμως τῆς ἐπιβίωσης τῶν ἀριστοκρατικῶν παραδόσεων δέν ἀρκεῖ γιά νά ἑρμηνεύσει τήν ἐμφάνιση τῆς φάλαγγας, οὔτε, κατά μείζονα λόγο, τή συμμετοχή σ’αὐτήν καί μελῶν τοῦ δήμου. Ἐδῶ πρέπει νά παρεμβληθεῖ ἕνα οὐσιαστικό στοιχεῖο: ὅπως ὑποστήριξε ὁ Μ. Detienne, ἡ πόλη καί ἡ φάλαγγα «παρουσιάζουν ὁμόλογη δομή». Ἡ φάλαγγα, ὅπως καί ἡ πόλη, ἀπαρτίζεται ἀπό «ἀλληλομετάθετες μονάδες», καί καθώς ἡ πόλη συγκροτεῖται βαθμηδόν ὡς πολιτικό σχῆμα, οἱ ἀριστοκράτες τοῦ στρατεύματος, ἡ ἐλίτ τῶν πολεμιστῶν, παύουν πιά νά ἐπιδιώκουν ἀνδραγαθίες στό ἀτομικό ἐπίπεδο καί πολεμοῦν «σέ πυκνή παράταξη». Ὅπως λοιπόν ἐμφανίζονται στά ὁμηρικά ἔπη τά πρῶτα σημάδια τῆς ἀστι-κῆς ζωῆς, ἔτσι κι ἐδῶ παρουσιάζονται οἱ πρῶτες μορφές συλλογικοῦ ἀγώνα.

Ἡ γέννηση ὅμως τῆς πόλης συνδέεται, ὅπως προαναφέραμε, μέ τήν ἰδιοποίηση μίας ἐδαφικῆς περιοχῆς καί τόν καθορισμό τῶν συνόρων της. Ἡ ὑπεράσπιση αὐτων τῶν συνόρων ἀποτελεῖ γιά τήν κοινότητα τῶν πολιτῶν ἐπιτακτικό καθῆκον καί ὁδηγεῖ στήν υἱοθέτηση τῆς φάλαγγας καί τή συμμετοχή σ’αὐτήν ὅλων ὅσοι μποροῦν νά ἀποκτήσουν πανοπλία. Νά λοιπόν ποιά εἶναι ἡ οὐσία: πέρα ἀπό τίς ἀντιστοιχίες μεταξύ πολεμιστή καί πολίτη παρατηροῦμε καί τή διεύρυνση τοῦ στρατεύματος, πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τή διεύρυνση τῆς κοινότητας τῶν πολιτῶν. Ἡ προσχώρηση «ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ» στή φάλαγγα πλάι σέ «μέλη τοῦ δήμου» ἐπιφέρει βαθιές κοινωνικές ἀλλαγές, πού ἀρκετές φορές εἶναι τό ἀποτέλεσμα συγκρούσεων. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Μ. Detienne, οἱ «ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ» ἐπωφελήθηκαν ἀπό τή συμμετοχή τους στόν πόλεμο, ἐνῶ γιά τά «μέλη τοῦ δήμου» ἦταν μόνο πηγή δεινῶν. Ἐπιπλέον ἡ φάλαγγα, ἐπιβάλλοντας ἀναγκαστικά ἕνα πνεῦμα ἰσότητας, ἀπέβαινε τελικά εἰς βάρος τους, ἐπειδή θά ἀνέκυπταν διεκδικήσεις γιά ἴση κατανομή τῶν λαφύρων καί τῶν ἐδαφῶν πού εἶχαν κατακτηθεῖ, καθώς καί γιά δίκαιη κατανομή τῆς γῆς τῶν πόλεων, πράγμα πού συνέβη, ὅπως θά δοῦμε, στή Σπάρτη καί τήν Ἀθήνα. Τέλος, ἀπό αὐτή τήν ἰσοτιμία τῶν ὁπλιτῶν τῆς φάλαγγας προέκυψε καί ἡ ἀπαίτηση για ἴση συμμετοχή στή λήψη τῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων.

Ἡ ἐμφάνιση λοιπόν τῆς φάλαγγας εἶναι ἕνας ἀπό τους κυριότερους παράγοντες τῆς κρίσης πού συνταράζει ἀπό τόν 8ο αἰώνα τήν ἑλληνική ἀριστοκρατική κοινωνία. Ὄντας γέννημα τῶν ἀναγκῶν τῆς ἴδιας της ἀριστοκρατικῆς πόλης, ἡ φάλαγγα ἄνοιξε τό δρόμο γιά τό καθεστώς ἰσονομίας στήν πόλη τοῦ 6ου αἰώνα. Αὐτή ἡ μετάβαση δέν ἔγινε παντοῦ μέ τόν ἴδιο τρόπο. Ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχε ἰσχυρή ἐλεύθερη ἀγροτική τάξη γίνεται χωρίς μεγάλες ἀπώλειες, καί κυρίως χωρίς συγκρούσεις. Ὅπου ὅμως κατέχει τήν ἐξουσία μιά ἰσχυρή ἀριστοκρατία, ἀπό τήν ὁποία ἐξαρτᾶται μεγάλος ἀριθμός ὑποτελῶν, κυριαρχεῖ ἡ βία. Στήν πρώτη περίπτωση ὑπάρχουν οἱ «νομοθέτες», πού ἐξισορρόπησαν τίς δυό δυνάμεις, τούς ἀγαθούς καί τούς κακούς, καί γιά τούς ὁποίους μιλοῦν μέ σεβασμό ἀκόμα καί τήν κλασική ἐποχή. Στή δεύτερη περίπτωση ἐμφανίζονται οἱ τύραννοι, πού ἀνατρέπουν τήν κοινωνική ἰσορροπία, γύρω ἀπό τους ὁποίους δημιουργεῖται μέ τήν πάροδο τῶν αἰώνων μιά πλούσια παράδοση μέ θέματα πού ἐπαναλαμβάνονται μέ ζῆλο. Νομοθέτες καί τύραννοι ὑπῆρξαν σύγχρονοι. Καμιά φορά μάλιστα ἡ τυραννίδα παρεμβάλλεται ἀνάμεσα σέ δυό «νομοθεσίες», ὅπως στήν Ἀθήνα μεταξύ Σόλωνα καί Κλεισθένη. Γιά νά διευκολυνθεῖ ἡ ἀνάλυση, εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά ἐξετάσουμε τίς δύο περιπτώσεις χωριστά, μολονότι ἀναγνωρίζουμε ὅτι τέτοιοι διαχωρισμοί εἶναι αὔθαιρετοι.