Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Φίλιππος (1-7)

Λόγος και κείμενο

Ο Φίλιππος αποτελεί ένα είδος ανοιχτής επιστολής, που έχει ωστόσο τη μορφή ρητορικού λόγου. Απευθύνεται στο βασιλιά Φίλιππο τον Β΄ της Μακεδονίας και γράφτηκε την άνοιξη του 346 π.Χ.. Λίγο πριν από τη συγγραφή του λόγου είχε προηγηθεί η ειρήνη που είχαν υπογράψει οι Αθηναίοι με τον Φίλιππο, με τον οποίο βρίσκονταν από χρόνια σε σύγκρουση. Ο τελευταίος είχε καταλάβει το 357 π.Χ. την αποικία των Αθηναίων Αμφίπολη, και το 347 π.Χ. είχε ολοκληρώσει την επικυριαρχία του στη Χαλκιδική με την κατάκτηση της Ολύνθου. Η ειρήνη ήταν αποτέλεσμα ανάγκης για τους Αθηναίους και αρκετοί, ανάμεσά τους και ο Δημοσθένης, τη θεωρούσαν επαίσχυντη. Ο Ισοκράτης ωστόσο θεώρησε ότι η ειρήνη αυτή θα μπορούσε να αποβεί ωφέλιμη για ολόκληρη την Ελλάδα. Στο πρόσωπο του Φιλίππου διέκρινε τον ηγέτη που θα μπορούσε να πραγματώσει το πρόγραμμα που ο ίδιος είχε διατυπώσει στον Πανηγυρικό: την ένωση των Ελλήνων σε ένα πόλεμο κατά των βαρβάρων. Με το λόγο του ο Ισοκράτης καλεί τον Φίλιππο να "ευεργετήσει" τους Έλληνες ενώνοντάς τους υπό την ηγεσία τον.
----------------------
[1] Μὴ θαυμάσῃς, ὦ Φίλιππε, δίοτι τοῦ λόγου ποιήσομαι τὴν ἀρχὴν οὐ τοῦ πρὸς σὲ ῥηθησομένου καὶ νῦν δειχθήσεσθαι μέλλοντος, ἀλλὰ τοῦ περὶ Ἀμφιπόλεως γραφέντος. Περὶ οὗ μικρὰ βούλομαι προειπεῖν, ἵνα δηλώσω καὶ σοὶ καὶ τοῖς ἄλλοις ὡς οὐ δι᾽ ἄγνοιαν οὐδὲ διαψευσθεὶς τῆς ἀρρωστίας τῆς νῦν μοι παρούσης ἐπεθέμην γράφειν τὸν πρὸς σὲ λόγον, ἀλλ᾽ εἰκότως καὶ κατὰ μικρὸν ὑπαχθείς.

[2] Ὁρῶν γὰρ τὸν πόλεμον τὸν ἐνστάντα σοὶ καὶ τῇ πόλει περὶ Ἀμφιπόλεως πολλῶν κακῶν αἴτιον γιγνόμενον, ἐπεχείρησα λέγειν περί τε τῆς πόλεως ταύτης καὶ τῆς χώρας οὐδὲν τῶν αὐτῶν οὔτε τοῖς ὑπὸ τῶν σῶν ἑταίρων λεγομένοις οὔτε τοῖς ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῶν παρ᾽ ἡμῖν, ἀλλ᾽ ὡς οἷόν τε πλεῖστον ἀφεστῶτα τῆς τούτων διανοίας.

[3] Οὗτοι μὲν γὰρ παρώξυνον ἐπὶ τὸν πόλεμον, συναγορεύοντες ταῖς ἐπιθυμίαις ὑμῶν· ἐγὼ δὲ περὶ μὲν τῶν ἀμφισβητουμένων οὐδὲν ἀπεφαινόμην, ὃν δ᾽ ὑπελάμβανον τῶν λόγων εἰρηνικώτατον εἶναι, περὶ τοῦτον διέτριβον, λέγων ὡς ἀμφότεροι διαμαρτάνετε τῶν πραγμάτων καὶ σὺ μὲν πολεμεῖς ὑπὲρ τῶν ἡμῖν συμφερόντων, ἡ δὲ πόλις ὑπὲρ τῆς σῆς δυναστείας· λυσιτελεῖν γὰρ σοὶ μὲν ἡμᾶς ἔχειν τὴν χώραν ταύτην, τῇ δὲ πόλει μηδ᾽ ἐξ ἑνὸς τρόπου λαβεῖν αὐτήν.

[4] Καὶ περὶ τούτων οὕτως ἐδόκουν διεξιέναι τοῖς ἀκούουσιν ὥστε μηδένα τὸν λόγον αὐτῶν μηδὲ τὴν λέξιν ἐπαινεῖν ὡς ἀκριβῶς καὶ καθαρῶς ἔχουσαν, ὅπερ εἰώθασί τινες ποιεῖν, ἀλλὰ τὴν ἀληθείαν τῶν πραγμάτων θαυμάζειν καὶ νομίζειν οὐδαμῶς ἂν ἄλλως παύσασθαι τῆς φιλονικίας ὑμᾶς,

[5] πλὴν εἰ σὺ μὲν πεισθείης πλείονος ἀξίαν ἔσεσθαί σοι τὴν τῆς πόλεως φιλίαν ἢ τὰς προσόδους τὰς ἐξ Ἀμφιπόλεως γιγνομένας, ἡ δὲ πόλις δυνηθείη καταμαθεῖν ὡς χρὴ τὰς μὲν τοιαύτας φεύγειν ἀποικίας, αἵτινες τετράκις ἢ πεντάκις ἀπολωλέκασιν τοὺς ἐμπολιτευθέντας, ζητεῖν δ᾽ ἐκείνους τοὺς τόπους τοὺς πόρρω μὲν κειμένους τῶν ἄρχειν δυναμένων, ἐγγὺς δὲ τῶν δουλεύειν εἰθισμένων, εἰς οἷονπερ Λακεδαιμόνιον Κυρηναίους ἀπῴκισαν·

[6] πρὸς δὲ τούτοις, εἰ σὺ μὲν γνοίης ὅτι λόγῳ παραδοὺς τὴν χώραν ἡμῖν ταύτην αὐτὸς ἔργῳ κρατήσεις αὐτῆς καὶ προσέτι τὴν εὔνοιαν τὴν ἡμετέραν κτήσει· τοσούτους γὰρ ὁμήρους λήψει παρ᾽ ἡμῶν τῆς φιλίας, ὅσους περ ἂν ἐποίκους εἰς τὴν σὴν δυναστείαν ἀποστείλωμεν, τὸ δὲ πλῆθος ἡμῶν εἴ τις διδάξειεν ὡς, ἂν λάβωμεν Ἀμφίπολιν, ἀναγκασθησόμεθα τὴν αὐτὴν εὔνοιαν ἔχειν τοῖς σοῖς πράγμασι διὰ τοὺς ἐνταῦθα κατοικοῦντας οἵαν περ εἴχομεν Ἀμαδόκῳ τῷ παλαιῷ διὰ τοὺς ἐν Χερρονήσῳ γεωργοῦντας.

[7] Τοιούτων δὲ πολλῶν λεγομένων ἤλπισαν, ὅσοιπερ ἤκουσαν, διαδοθέντος τοῦ λόγου διαλύσεσθαι τὸν πόλεμον ὑμᾶς καὶ γνωσιμαχήσαντας βουλεύσεσθαί τι κοινὸν ἀγαθὸν περὶ ὑμῶν αὐτῶν. Εἰ μὲν οὖν ἀφρόνως ἢ νοῦν ἐχόντως ταῦτ᾽ ἐδόξαζον, δικαίως ἂν ἐκεῖνοι τὴν αἰτίαν ἔχοιεν· ὄντος δ᾽ οὖν ἐμοῦ περὶ τὴν πραγματείαν ταύτην ἔφθητε ποιησάμενοι τὴν εἰρήνην πρὶν ἐξεργασθῆναι τὸν λόγον, σωφρονοῦντες· ὅπως γὰρ οὖν πεπρᾶχθαι κρεῖττον ἦν αὐτὴν ἢ συνέχεσθαι τοῖς κακοῖς τοῖς διὰ τὸν πόλεμον γιγνομένοις.

***
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Το θέμα της Αμφίπολης
[1] Μην απορήσεις, Φίλιππε, που θα αρχίσω τον λόγο μου όχι με αυτά που πρόκειται να πω προσωπικά σ᾽ εσένα και να εκθέσω αυτή τη στιγμή, αλλά με αυτά που ήδη έχω γράψει σχετικά με την Αμφίπολη. Γι᾽ αυτό το ζήτημα ακριβώς θέλω να διατυπώσω στην αρχή σύντομα τις σκέψεις μου, για να δηλώσω και σ᾽ εσένα και στους άλλους πως δεν είναι από άγνοια ούτε που με παράσυρε η τωρινή μου αδυναμία και αποφάσισα να γράψω αυτόν εδώ τον λόγο μου σ᾽ εσένα· η απόφαση μου έχει τον λόγο της και ωρίμασε σιγά-σιγά μες στο μυαλό μου.

[2] Έβλεπα δηλαδή ότι ο πόλεμος που ξεσηκώθηκε ανάμεσα σ᾽ εσένα και στην πόλη μας για την Αμφίπολη γινόταν πρόξενος μεγάλων συμφορών, γι᾽ αυτό και αποφάσισα να σου εκθέσω τις απόψεις μου γι᾽ αυτή την πόλη και για όλη την περιοχή της γενικότερα, όχι όμως με τον τρόπο και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσαν κάθε μέρα οι σύντροφοι και οι φίλοι σου, ούτε πάλι με την επιχειρηματολογία των δικών μας των ρητόρων, αλλά όσο γινόταν διαφορετικά από το πνεύμα αυτών·

[3] γιατί είναι γνωστό ότι αυτοί προσπαθούσαν να σας παρασύρουν στον πόλεμο, διερμηνεύοντας και κολακεύοντας τις δικές σας τις επιθυμίες, ενώ εγώ για τα αμφισβητούμενα σημεία καμία θέση δεν έπαιρνα και έριχνα όλο το βάρος της φροντίδας μου στον λόγο που έκρινα πως εξυπηρετούσε περισσότερο το θέμα της ειρήνης. Έλεγα δηλαδή πως και οι δυο σας πέφτετε έξω στην ορθή εκτίμηση της κατάστασης και ότι εσύ πολεμάς για το δικό μας συμφέρον, ενώ η πόλη μας για τη δική σου εξουσία. Γιατί δικό σου όφελος είναι να κρατούμε εμείς αυτή τη χώρα, στην πόλη όμως τη δική μας με κανέναν τρόπο δεν συμφέρει να την καταλάβει.

[4] Και όσοι με άκουγαν που μίλαγα γι᾽ αυτά τέτοια γνώμη σχημάτιζαν, ώστε κανένας τους δεν επαινούσε ούτε τη ρητορική αξία του λόγου μου ούτε την ακρίβεια και τη σαφήνεια στην έκφραση, πράγμα που συνηθίζουν να κάνουν μερικοί, αλλά θαύμαζαν μόνο την ορθότητα των συλλογισμών μου και έκριναν πως δεν υπήρχε παρά μόνο ένας τρόπος να σταματήσουν οι μεταξύ σας διενέξεις:

[5] Εσύ να πεισθείς πως μεγαλύτερη αξία έχει για σένα η φιλία της πόλης της δικιάς μας από τα έσοδα που σου παρέχει η Αμφίπολη, η πόλη πάλι η δικιά μας να το αντιληφθεί καλά πως πρέπει να τις αποφεύγει τέτοιες αποικίες, που τέσσερες ή πέντε φορές έφεραν την καταστροφή σε όσους εγκαταστάθηκαν εκεί, και να ψάχνει για περιοχές που βρίσκονται μακριά από δυνάμεις που μπορούν να ασκήσουν επιρροή απάνω τους και είναι κοντά σ᾽ αυτούς που έχουν συνηθίσει να είναι δούλοι — ακριβώς σαν την περιοχή που οι Σπαρτιάτες πέτυχαν για την αποικία των Κυρηναίων.

[6] Τέλος, εσύ να καταλάβεις ότι, παραχωρώντας τυπικά τη χώρα αυτή σ᾽ εμάς, στην πραγματικότητα θα την κρατάς ο ίδιος και από πάνω θα εξασφαλίσεις και τη δικιά μας εύνοια· γιατί θα έχεις στα χέρια σου τόσους ομήρους από μας, εγγύηση φιλίας, όσους αποίκους θα αποστείλουμε στην επικράτεια τη δικιά σου· και κάποιος οπωσδήποτε να πείσει τον λαό μας πως, αν κάνουμε δικιά μας την Αμφίπολη, για το χατίρι όσων θα βρίσκονται εκεί, θα είμαστε υποχρεωμένοι απέναντι σου να κρατούμε την ίδια φιλική στάση που δείξαμε και στον παλιό Αμάδοκο για χάρη των γεωργών που ζούσαν στην Χερσόνησο.

[7] Κι αφού τέτοια επιχειρήματα πολλά κυκλοφορούσαν, είχαν την ελπίδα, όσοι τα ακούσανε, πως, άμα δημοσιεύονταν ο λόγος μου και γινόταν γνωστός, θα σταματούσατε οπωσδήποτε τον πόλεμο, θα αλλάζατε μυαλό και θα κοιτούσατε να βρείτε λύση που θα εξυπηρετούσε το κοινό συμφέρον και των δυο σας. Αν τώρα σχημάτισαν τη γνώμη αυτή από επιπολαιότητα ή από φρονιμάδα, σωστό θα ήταν σ᾽ αυτούς μονάχα να αποδοθεί η ευθύνη. Τον καιρό όμως που εγώ ήμουν απασχολημένος με τη μελέτη αυτή με προλάβατε εσείς και κλείσατε ειρήνη πριν να τελειώσει ο λόγος μου. Και πράξατε πολύ ορθά. Ήταν καλύτερα να γίνει η ειρήνη κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, παρά να υπομένετε αδρανώντας τις συμφορές που φέρνει ο πόλεμος.