Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Η Συμμετοχή στις Εξουσίες ή Πώς ο Διχασμός Πολιτικοποιούσε

Η συμμετοχή στις εξουσίες

Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν μια κοινωνία που βασιζόταν στις διαπροσωπικές σχέσεις και κατά συνέπεια, στηριζόταν στον προφορικό λόγο. Οι πολίτες της Αθήνας συμμετείχαν σε ομάδες επίσημες και ανεπίσημες, όπως στην οικογένεια, οίκο, γειτονιά, χωριό, λέσχες συμποσίων ανώτατης τάξης, ιδιωτικές λατρευτικές οργανώσεις, επαγγελματικές οργανώσεις όπως οι αγρότες στις μέρες της σοδειάς ή οι βιοτέχνες που συγκεντρώνονταν σε ορισμένους δρόμους της πόλης. Δεν υπήρχε απομόνωση των πολιτών και αυτές οι συναντήσεις που ήταν χαρακτηριστικό της καθημερινής αθηναϊκής ζωής, λειτουργούσε διαπαιδαγωγικά για όλους τους αθηναίους πολίτες.

Οι εταίροι ήταν οι σύντροφοι με κριτήριο την ίδια ηλικία και την κοινωνική θέση. Είχαν τη συνήθεια να δειπνούν τακτικά. Θεωρείται πως αυτές οι ομάδες σε κρίσιμες πολιτικές περιόδους αναδείκνυαν τις πολιτικές τους δυνατότητες και πιθανότατα διαδραμάτιζαν είτε έναν ανοιχτά δημόσιο ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις, είτε ένα σκοτεινό, με την έννοια ότι οι εταιρείες αυτές ως πολιτικές λέσχες μπορούσαν με συνωμοτικό τρόπο να μετατραπούν σε στασιαστικά όργανα των ολιγαρχικών. Κατά τον 4ο αιώνα επειδή συσχετίζονταν με άνδρες πλούσιους και ισχυρούς υπήρχε μία προκατάληψη εναντίον τους. Από την άλλη όμως, όπως περιγράψαμε παραπάνω, οι πολιτικές σχέσεις δεν διαμεσολαβούνταν αποκλειστικά από τις εταιρείες. Οι πραγματικές φιλίες απότοκες της καθημερινής ζωής, ήταν αυτές που κυρίως δημιουργούσαν τους πολιτικούς δεσμούς1. Φίλοι ή συνεργάτες μπορούσαν να εκκινήσουν δικαστική δίωξη ενός άλλου πολιτικού αντιπάλου, χωρίς αυτό να υπονοεί σαφή οργάνωση. Η βάση των πολιτικών κυκλωμάτων στην Αθήνα ήταν οικογενειακοί ή προσωπικοί. Για τον Αριστοτέλη η αφθονία των φίλων ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την πολιτική δύναμη. Τα συμφέροντα που τους ένωναν δεν ήταν αποκλειστικά ταξικά ή φατριαστικά, και οι Αθηναίοι δεν λάμβαναν αποφάσεις αποκλειστικά με οικονομικά κριτήρια.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι το πολιτικό ιδεώδες της παραπάνω εικόνας ήταν η ενωμένη πόλις ως ένα ομοιογενές σύνολο πολιτών και όχι μία πόλη διχασμένη. Εν ολίγοις, όλοι οι πολίτες ανεξάρτητα από τις κοινωνικές τους διαφορές, είναι ίσοι στη βάση ενός κοινού δεσμού, παράδοσης, πνεύματος. Για παράδειγμα στις Ευμενίδες του Αισχύλου στο άσμα των Ερινύων συναντάται ο στίχος “να μισούν με ένα και μοναδικό πνεύμα”. Μία κοινότητα με ένα πνεύμα, ένα δηλ. υποκείμενο. Επομένως, ο εχθρός δεν μπορεί παρά να είναι εξωτερικός. Αποκλείεται η ύπαρξη μιας αντίπαλης φατρίας. Αν επρόκειτο για έναν εσωτερικό εχθρό, η ύβρις του θα αναγνωριζόταν από τις Ερινύες και έτσι θα τον αντιμετώπιζαν έτσι ώστε να αποτραπεί κάθε πιθανότητα εξέγερσης. Το μέσα και το έξω υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα χωρίς διάκενα.

Αν όμως στραφούμε στην ίδια την ουσία της πλειοψηφίας, δηλ. την ψήφο και την επικράτηση της πλειοψηφίας, δεν επιβεβαιώνουμε το φαντασιακό χαρακτήρα αυτής της αρραγούς ενότητας; Η ψήφος ως διαφοροποιητικό στοιχείο δε διχάζει τους πολίτες σε δύο αντίθετες απόψεις; Η μία πρόκειται να επιβληθεί στην άλλη. Το δύο δηλ. αποτελεί εγγενές γνώρισμα της πόλης ως ενότητας. Η πόλωση σε δύο μέρη αντιτιθέμενα, το χάσμα σε δύο μέρη της συνέλευσης ενέχει τον κίνδυνο του αδιεξόδου και άρα του εμφυλίου. Ο Σόλων προσπάθησε να σταθεί στο μέσον ανάμεσα σε δυο στρατούς, στους πολλούς, το λαό και στους λίγους, τους ευγενείς. Ο Κλεισθένης, όπως είδαμε στα προηγούμενα, με την ισονομία προσπάθησε να διαχειριστεί τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Με την ισότητα όλοι οι πολίτες είναι εναλλάξιμοι, εφόσον είναι πολιτικά όμοιοι. Ο Πλάτων θα διακρίνει δύο πόλεις κάτω από τη διακυρηγμένη ενότητα της πόλης και ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει ότι μία πόλη γίνεται από το ανόμοιο : “εξ ανομοίων η πόλις” (Πολιτικά, III, 1277 a 5-6). Οι ολιγαρχικοί θεωρούν υπερβολική την ισότητα, ο λαός κρίνει την ισότητα όχι αρκετή, για αυτό και ο Αριστοτέλης προτείνει το μέσον ως λύση.

Κατά συνέπεια λοιπόν, δεν μπορεί να παραμεριστεί το οικονομικό κριτήριο ή ο ρόλος των φατριών2. Η λέξη Δημοκρατία αποτελείται από το Δήμο αλλά και από το κράτος, κρατώ, που σημαίνει εξουσιάζω, κυριαρχώ3. Οι περισσότεροι ιστορικοί μένουν στο πρώτο συνθετικό της λέξης όπου ο Δήμος δύναται να ιδωθεί τόσο ως το σύνολο, ένα όλον, όσο και μια μερίδα του λαού, που εκλαμβάνεται ως η πλειοψηφική.

Ο δεύτερος όμως όρος καταδεικνύει την υπεροχή , την κυριαρχία. Δείχνει ότι υπάρχει ατέρμονος ο αγώνας για εξουσία4. Το 403 πΧ αποφασίζεται από τον λαό να δοθεί αμνηστία5, μετά την εμπειρία των Τριάκοντα, στους ολιγαρχικούς με σκοπό την ενοποίηση και τη λήθη των δεινών. Θέλησαν να ξεχαστούν τα κακά του παρελθόντος. Μια λήθη που συνέβαλε σε μία αδιαίρετη ενότητα6. Αυτό θα οδηγούσε και στη λήθη ότι ο Δήμος κατέκτησε το κράτος. Μήπως η λήθη είναι προσπάθεια απόκρυψης του εγγενούς διχασμού της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και του αγώνα εξουσίας;

Ο Αριστοτέλης αποδίδει το νόμο που απαγόρευε την ουδετερότητα του πολίτη σε περίοδο στάσεως στον Σόλωνα. Ο στρατιωτικός εξοπλισμός του λαού είναι η συνθήκη που τον διαμορφώνει ως μία οργανωμένη ομάδα με ιδιαίτερο βάρος. Ο Θρασύβουλος πριν από τη μάχη της Μουνιχίας7, στέκεται όρθιος ως πολίτης -ρήτορας αλλά και ως οπλίτης απευθυνόμενος στα στρατεύματα, που παρόλο που είναι ετερόκλητα, αντιμετωπίζονται σαν ένας οργανικός στρατός πολιτών. Φαίνεται λοιπόν πως ο στασιαστής έχει διπλό χαρακτήρα, αυτό του πολίτη και αυτό του οπλίτη. Εδώ θέλει προσοχή : ενός διπλού χαρακτήρα οιονεί θεσμικού. Ο πολίτης δηλ. μπορεί να είναι και στασιαστής.
--------------------
1. Robin Osborne, Athens and Athenian Democracy, , Cambridge, 2010, σ. 47, 55.
2. Για τις φρατρίες βλ. Robin Osborne, Athens and Athenian Democracy, , Cambridge, 2010, σ. 44
3. Βλ. Nicole Loreaux, Η Τραγωδία της Αθήνας, Πατάκη, 2007, σ. 311-313
4. Πρβλ. Martin Ostwald , From popular sovereignty to the sovereignty of law, , University of California Press, 1986 σ. 199
5. Βλ. Martin Ostwald , From popular sovereignty to the sovereignty of law, , University of California Press, 1986 σ. 500,
6. Βλ. Martin Ostwald , From popular sovereignty to the sovereignty of law, , University of California Press, 1986 σ. 509
7. Ξενοφών βιβλίο 2, κεφ. 4 παρ. 12-17