Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ

«Με μια θαυμαστή καθαρότητα σκέψης ολοκλήρωσε το έργο που άφησε ο Σόλων, και έδωσε στο δημοκρατικό σύνταγμα της Αθήνας την τελειωτική του μορφή (508/7). Ήθελε να εμποδίσει την επιστροφή της τυραννίας, να διαλύσει την ισχυρή οργάνωση που είχε αποκτήσει η αριστοκρατία στις φρατρίες και στις τέσσερις ιωνικές φυλές, να αποτρέψει τις κοινωνικές τάξεις να ενωθούν κατά περιοχή. Δημιουργήθηκαν περιφέρειες, όπου ταξινομήθηκαν όλοι οι πολίτες σύμφωνα με την κατοικία τους. Ολόκληρη η χώρα μοιράστηκε σε δήμους, μικρές κοινότητες, κάθε μια από τις οποίες είχε τη συνέλευσή της, τους άρχοντές της, τη διοίκησή της. Κάθε πολίτης γράφτηκε στον κατάλογο ενός δήμου, και το δημοτικό όνομα, προστιθέμενο στο ατομικό όνομά του, απόδειχνε την ιδιότητα του πολίτη. Όλοι οι δήμοι, των οποίων ο αριθμός ξεπερνούσε αισθητά την εκατοντάδα, έπρεπε να μοιραστούν σε δέκα φυλές, οι οποίες μ’αυτόν τον τρόπο, δεν ήταν πια συγγενικές, αλλά τοπικές. Ήταν λοιπόν αδύνατο στις παλαιές φυλές να ξαναβρεθούν μέσα στις καινούργιες. Αλλά υπήρχε κίνδυνος, με τη συμμαχία των γειτονικών φυλών, να συνεχιστούν οι αντιθέσεις των περιοχών. Για να αποφύγει αυτό τον κίνδυνο, ο Κλεισθένης βρήκε έναν πολύ έξυπνο τρόπο. Σκέφτηκε ότι ήταν χρήσιμο να συστήσει οργανισμούς ενδιάμεσους των δήμων και των φυλών. Χώρισε λοιπόν κάθε μια από τις τρεις περιοχές της Αττικής, το Άστυ, την Παραλία και τη Μεσογαία, σε δέκα τομείς και παραχώρησε με κλήρο σε κάθε φυλή έναν τομέα από κάθε περιοχή. Μ’αυτόν τον τρόπο, κάθε φυλή είχε τρεις ομάδες δήμων, τρείς τριττύες.

Ο Κλεισθένης απέβλεπε στη διάσπαση των τοπικιστικών παρατάξεων και τον περιορισμό της δυνατότητας επηρεασμού των ασθενέστερων πολιτών από έναν αριστοκράτη αρχηγό η οποία παλαιότερα είχε οδηγήσει σε τυραννικά καθεστώτα. Συγκεκριμένα αμέσως μετά το Σόλωνα εμφανίζονται στην Αττική τρεις παρατάξεις (παράλιοι: ασχολούνταν με το εμπόριο, την αλιεία τη ναυσιπλοία κλπ, οι πεδιακοί: πλούσιοι γαιοκτήμονες ευγενικής ή μη καταγωγής, διάκριοι: αγρότες υποβαθμισμένων περιοχών ή οπλίτες που ζητούσαν αναδασμό της γής), οι οποίες πιθανόν εξέφραζαν τους ανταγωνισμούς τριών αριστοκρατών (Μεγακλή, Λυκούργου, Πεισίστρατου αντίστοιχα) και των οπαδών τους που κατάγονταν απ'; τις περιοχές αυτές, οι οποίοι είχαν ως κύριο στόχο την κατάληψη της εξουσίας και τη διατήρηση των μεταρρυθμίσεων του Σόλωνα ή την καταστρατήγησή τους. Γι' αυτό ο Κλεισθένης χώρισε τις τριττύες ανά δέκα: δέκα «περί το άστυ», δέκα «παράλιες» και δέκα «μεσόγειες», και ύστερα, με κλήρο, δόθηκαν σε κάθε φυλή πάλι τρεις τριττύες, αλλά μία από κάθε τομέα (άστυ, παραλία, μεσογαία).

Το δεκαδικό σύστημα των φυλών εφαρμόστηκε σε όλη την πολιτική και διοικητική οργάνωση της πόλης. Η βουλή αποτελείται από 500 μέλη, 50 κατά φυλή, παρμένα από τους δήμους ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Κάθε μια φυλή της βουλής(οι βουλευτές κάθε φυλής) σχηματίζει, εκ περιτροπής, μια μόνιμη επιτροπή για το ένα δέκατο του έτους. Επειδή οι άρχοντες ήταν εννιά, τους προσθέτουν κι ένα γραμματέα, έτσι ώστε οι δέκα φυλές να αντιπροσωπεύονται στο συλλογικό όργανο. Ο στρατός υποδιαιρείται σε δέκα τμήματα που λέγονται επίσης φυλαί, και καθένα τους διοικείται από ένα φύλαρχο.

Σε όλες τις περιστάσεις ο λαός εμφανίζεται χωρισμένος σε δέκα ομάδες.

Απλή, καθαρά λογική κατασκευή, και γι’ αυτό αντίθετη σε κάθε παράδοση, το δεκαδικό σύστημα αποτελεί ουσιαστικό μέρος του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και σε πολλές Ελληνικές πόλεις που ελευθερώθηκαν από το ολιγαρχικό πολίτευμα».

Η αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης του Κλεισθένη εκπορεύτηκε απ' την ανάγκη αντιπροσώπευσης του συνόλου των πολιτών ή της πλειοψηφίας, ήτοι τη διεύρυνση της πολιτικοποίησης.

Για να δημιουργηθεί πολιτική ταυτότητα και παρουσία των πολιτών στην πολιτική σκηνή , όπου αυτή η ταυτότητα θα αποκτούσε, υπόσταση, ήταν απαραίτητες πολλές θεσμικές προϋποθέσεις. Ο κύκλος των ελεύθερης βούλησης ρυθμιστών του πολιτικού καθεστώτος έπρεπε να διευρυνθεί ουσιαστικά. Τότε έγινε δυνατόν, μάλλον για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, να διαχωριστεί το πολιτικό από το κοινωνικό καθεστώς και να γίνει σε σημαντικό βαθμό αυτόνομο. Γιατί το νέο σύνταγμα έδινε εξουσία σε μια ολόκληρη τάξη πολιτών, τα μέλη της οποίας δεν μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να αναμετρηθούν σαν άτομα με τους αριστοκράτες. Έτσι, αν και εξακολουθούσαν να υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες τάξεις, οι πολίτες αυτοί θα μπορούσαν στο εξής να υπερισχύουν πολιτικά των ευγενών ή τουλάχιστον να τους έχουν υπό έλεγχο.

Η νέα τοποθέτηση επί του πολιτικού καθεστώτος, οι νέοι θεσμοί και η νέα πολιτική ταυτότητα αποτελούν τις τρεις διαστάσεις κατά τις οποίες μεταμορφώθηκε η Αθήνα της εποχής του Κλεισθένη. Δεν γνωρίζουμε πώς και κατά πόσο είχαν συναίσθηση αυτής της μεταμόρφωσης οι Αθηναίοι, αλλά τουλάχιστον ένα πράγμα πρέπει να ήταν σαφές: αρκετά μεγάλη μερίδα πολιτών ήθελε μελλοντικά ενεργό και συστηματική στα κοινά και έπρεπε να βρεθούν τρόποι αντιπροσώπευσης της βούλησής της.

Το πρόβλημα της αντιπροσώπευσης της βούλησης του συνόλου ή μιας πλειοψηφίας των πολιτών σε ένα σημείο προέκυψε επανειλημμένα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Ρώμη και στη συνέχεια σε πολλές ιστορικές στιγμές των μέσων και των νεότερων χρόνων, αλλά και πρόσφατα. ¨ομως ενώπιον των Ελλήνων το πρόβλημα τέθηκε με τρόπο μοναδικό από πολλές ουσιαστικές απόψεις. Εδώ οι δυνατότητες, οι δυσκολίες και οι ανάγκες ήταν διαφορετικές.

Μόνο όταν αναγνωρίσουμε αυτό το πρόβλημα, πιο συγκεκριμένα τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο τέθηκε στην Αθήνα, θα κατανοήσουμε τη μεγάλη μεταρρύθμιση, με την οποία ο Κλεισθένης έδωσε σάρκα και οστά στην ισονομία.

Όλα όσα γνωρίζουμε συνηγορούν υπέρ του ότι η έννοια της δημοκρατίας ήταν ακόμη άγνωστη στον Κλεισθένη και τους συγχρόνους του. Συνεπώς δεν μπορεί πρόθεσή τους να ήταν η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Σήμερα τείνουμε περισσότερο να προσδιορίσουμε το πολίτευμα που δημιουργήθηκε τότε με τον περισσότερο αρμόζοντα, χρονικά, όρο ισονομία. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται βέβαιο ότι ήταν πολύ βαθιά η αλλαγή που εισήγαγε ο Κλεισθένης και ότι η μεταρρύθμισή του υπήρξε το αποφασιστικό βήμα προς την αποτελεσματική και συστηματική συμμετοχή της ευρύτερης μάζας του αθηναϊκού πληθυσμού στα πολιτικά πράγματα· κατά συνέπεια ίσως ήταν ένα βήμα προς την κατεύθυνση της δημοκρατίας.

Ένα όμως πολύ απλό ερώτημα γεννιέται: πώς ήταν δυνατόν η μεταρρύθμιση της διοικητικής δομής ενός δήμου και η δημιουργία ή η ανασύσταση ενός συμβουλευτικού σώματος, ανταγωνιζόμενου την παλιά Βουλή των ευγενών, να αποβεί τόσο σημαντική, ώστε να δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάδυση της δημοκρατίας;

Είναι σαφές ότι, κερδίζοντας τον λαό με το μέρος του, ο Κλεισθένης επιδίωκε την εξουσία, τόσο για τον εαυτό του όσο και για το γένος του. Εντούτοις τα συμφέροντά του πρέπει να ήταν εν μέρει όμοια ή τουλάχιστον παράλληλα με τα συμφέροντα των πολιτών στους οποίους απευθυνόταν. Αυτή ακριβώς η περιοχή μερικής σύμπτωσης είναι που μας ενδιαφέρει εδώ.

Δεν είναι εύκολο να κατανοήσουμε γιατί ήταν αναγκαίο να υποδιαιρεθεί ο πληθυσμός των έτσι και αλλιώς μικρών ελληνικών κοινοτήτων σε όλο και μικρότερες ομάδες. Μπορούμε να υποθέσουμε πως αυτή η διαίρεση διέθετε μια πρακτική πλευρά, χάρη στις διαμεσολαβητικές λειτουργίες της. Έτσι χρησιμοποιήθηκε για την κατανομή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ακόμη και των στρατιωτικών καθηκόντων. Ο στρατός ήταν οργανωμένος με βάση τις φυλές. Ταυτόχρονα ο πολίτης ήταν σε θέση να φροντίζει τα συμφέροντά του μέσα στην κοινωνία, με τη βοήθεια των συντρόφων του στις διάφορες ομάδες όπου ανήκε. Όμως αναμφίβολα πολύ σημαντικότερος ήταν ο ρόλος του συστήματος να προσφέρει προστασία και κοινωνική θέση στον πολίτη, καθώς και την αίσθηση ότι ανήκε σ΄ ένα είδος οικογένειας, τόσο στον άμεσο χώρο της καθημερινής του ζωής όσο και στον χώρο της ευρύτερης κοινότητας. Αυτό πρέπει να το κατανοήσουμε πλήρως· όποιος δεν ανήκε σε φρατρία, ο αφρήτωρ, βρισκόταν εκτός κοινότητας και δεν είχε δικαιώματα... Οι Έλληνες πίστευαν ότιή από κοινού συμμετοχή σε λατρεία και θυσία δημιουργούσε ισχυρούς δεσμούς. Όταν παντρευόταν κάποιος, παρουσίαζε τη νύφη στα υπόλοιπα μέλη της φρατρίας σε ειδικό θυσιαστικό συμπόσιο. Όποιος αποκτούσε γιό, τον παρουσίαζε εκεί τελετουργικά, για να ενταχθεί, όταν ενηλικιωνόταν, στον κατάλογο των μελών της φρατρίας. Από τη στιγμή που ο νέος γινόταν δεκτός στη φρατρία, αποκτούσε και πολιτικά δικαιώματα (με την πρώιμη μορφή τους)· μόνο αν ήσουν μέλος φρατρίας μπορούσες να γίνεις αθηναίος πολίτης. Η φρατρία αποτελούσε επομένως τον χώρο όπου οι πολίτες συναντούσαν ο ένας τον άλλο με δημόσια ιδιότητα, ενώ ταυτόχρονα ήταν και η νομιμοποιούσα αρχή των σημαντικότερων γεγονότων της ιδιωτικής ζωής.

Ό, τι ίσχυε για τη φρατρία, ίσχυε ως ένα βαθμό και για τις ανώτερες και κατώτερες υποδιαιρέσεις. Αυτές καθόριζαν σε διαφορετικό βαθμό το "περιβάλλον" του αθηναίου πολίτη και μέσω αυτών δεσμευόταν με διάφορες μορφές υποχρέωσης αλληλεγγύης, άλλες στενότερες και άλλες ευρύτερες. Μόνο μέσω αυτών των υποχρεώσεων γινόταν ο Αθηναίος μέλος της κοινότητας της πόλης και εξασφάλιζε το ότι δεν θα ζούσε σε απομόνωση...Τέτοιες σχέσεις μέσα στις διάφορες ομάδες, μπορούσαν να συνυπάρχουν με διαφορές και αντιθέσεις. Κατά πόσο συνέβαινε αυτό στην Αθήνα δεν μας είναι γνωστό. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι υποδιαιρέσεις της κοινότητας μπορούσαν να οδηγήσουν σε συγκρούσεις, αλλά μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξουδετέρωση συγκρούσεων. Αντιμετωπίζοντας με σεβασμό ορισμένες διαφορές και αντιθέσεις, κατάφερναν να διατηρούν ένα μέγιστο ενότητας.

Μέσα σ΄ αυτή την οικογένεια όμως υπήρχε μια δεσπόζουσα διαφορά· η διαφορά ανάμεσα στο υψηλό και το χαμηλό, το ευγενές και το λαϊκό. Οι αριστοκρατικές οικογένειες είχαν τον έλεγχο των υποδιαιρέσεων, τα υπόλοιπα μέλη ήταν εξαρτημένα από αυτές με πολλούς τρόπους... Οι κοινοί θνητοί αποτελούσαν λοιπόν, κατά μία έννοια, πελάτες των αριστοκρατών και οι δεσμοί αυτοί ήταν ιδιαίτερα στενοί και οργανωμένοι στο πλαίσιο κάθε ομάδας.

Δεχόμαστε ότι οι πραγματικές σχέσεις ευγενών και κοινών θνητών ήταν εξαρτημένες από τις γενικά επικρατούσες στην κοινότητα ταξικές σχέσεις. Χωρίς αμφιβολία, τις χαρακτήριζε συχνά πατριαρχική αυστηρότητα. Όταν όμως στα τέλη του 7ου και αρχές του 6ου αι. έκανε και στην Αθήνα την εμφάνισή της η βαθιά κοινωνική κρίση της αρχαϊκής Ελλάδας, συνταράζοντας και δημιουργώντας σύγχυση στις παραδοσιακές κοινωνικές σχέσεις, πρέπει να επλήγησαν και οι υπάρχοντες δεσμοί στις διάφορες ομάδες της πόλης. Οι χρεωμένοι αγρότες βυθίζονταν συχνά στην ανέχεια, εξαιτίας πιέσεων αριστοκρατών της ομάδας τους, και όταν η ασυγκράτητη οργή των αγροτών απείλησε να μετατραπεί σε ανοιχτή στάση, στην αρχή του 6ου αι., οι σχέσεις μέσα στις ομάδες πρέπει να έφτασαν σε επικίνδυνο σημείο. Τελικά η τυραννία του Πεισίστρατου δεν θα πέρασε χωρίς να επηρεάσει τις "συνήθεις φιλικές σχέσεις": οι αγρότες επωφελήθηκαν από την καλή θέληση των κυβερνώντων, που ως ένα βαθμό περιόρισε την αλλοτινή επιρροή και ελευθερία δράσης της αριστοκρατίας. Αλλά οι παλιές σχέσεις και η παραδοσιακή κυριαρχία των αριστοκρατών μέσα στις φρατρίες δεν είχαν ακόμη περιπέσει σε αχρηστία. Αποδυναμώθηκαν αναμφίβολα - μειώθηκε η αξιοπιστία τους σαν στήριγμα στις δύσκολες στιγμές - αλλά γενικά φαίνεται ότι επιβίωσαν ως παραδοσιακό χαρακτηριστικό της ελληνικής ζωής, σαν καθιερωμένο τμήμα του "οδικού δικτύου" στο οπο΄έπρεπε να πορευτεί στη ζωή του ο πολίτης. Οι ευγενείς διατήρησαν την πανθομολογούμενη πνευματική (και οικονομική) υπεροχή τους, και τον 5ο αι. εξακολουθούσαν να είναι ευγενείς (ἐσθλοί), ηγέτες του λαού (ἡγεμόνες τοῦ δήμου).

Εδώ ίσως χρειάζεται να κάνουμε σαφή διάκριση μεταξύ κανόνα και εξαίρεσης. Σε εξαιρετικές για παράδειγμα περιπτώσεις, οι πολίτες στην Εκκλησία του Δήμου μπορούσαν να δράσουν κατά των ευγενών. Αυτό έπραξαν όταν πέτυχαν τον διορισμό του Σόλωνα ως καταρτιστῆρος και όταν αποφάσισαν να παράσχουν σωματοφυλακή στον Πεισίστρατο. Αλλά στη συνήθη εξέλιξη της πολιτικής δεν ήταν ελεύθερα σκεπτόμενοι πολίτες, ήταν μάλλον οπαδοί των αριστοκρατών, που χάνονταν στο φόντο των λατρευτικών κοινοτήτων, διαθέσιμοι σαν ιδιωτικοί ακόλουθοι των οικογενειών που τις εξουσίαζαν. Οι ευγενείς λοιπόν εξακολούθησαν, λίγο πολύ, να κρατούν γερά την εξουσία. Αυτό φάνηκε για τελευταία φορά μετά την απελευθέρωση από την τυραννία, όταν αντίπαλες φρατρίες ευγενών, όλες με την υποστήριξη των ακολούθων το;ς, ήρθαν σε σύγκρουση, θυμίζοντας παλιές εποχές. 

ΣΧΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ



Ο Κλεισθένης επινόησε ένα ιδιόρρυθμο σύστημα για να εντάξει τους δήμους στις φυλές· χώρισε την Αττική σε τρεις περιφέρειες στην πόλη της Αθήνας και τα περίχωρα (με τα λιμάνια), τα υπόλοιπα παράλια και τη μεσογαία. Σε κάθε μια από αυτές τις περιφέρειες ένωσε τους δήμους σε δέκα ομάδες, τις τριττῦς, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη του δεσμούς γειτνίασης και γεωγραφικούς τομείς. Προέκυψαν τριάντα ομάδες δήμων, από τις οποίες δημιούργησε δέκα φυλές, ενώνοντας με κλήρωση τρεις ομάδες δήμων - μια από κάθε περιοχή - σε μια φυλή. Σε κάθε φυλή ορίστηκε από το μαντείο των Δελφών ένας ήρωας προστάτης (ως "φυλετικός πρόγονος").

Οι λεπτομέρειες μιας τόσο περίεργης οργάνωσης δεν μας ενδιαφέρουν εδώ. Τουλάχιστον η αρχή που ακολουθήθηκε είναι σαφής. Κάθε φυλή έπρεπε να είναι αντιπροσωπευτικό τμήμα των τριών περιφερειών. Κάθε περιφέρεια έπρεπε να εκπροσωπείται σε κάθε φυλή. Εξάλλου καμιά φυλή δεν έπρεπε να εκπροσωπεί ειδικά τοπικά συμφέροντα.· κάθε μια έπρεπε να εκπροσωπεί το ένα δέκατο ολόκληρης της κοινότητας και να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο ομοιογενής. Τα μέλη της φυλής έπρεπε να έχουν κοινή μόνο την ιδιότητα του πολίτη, που θα αποτελούσε τη βάση της μεταξύ τους αλληλεγγύης, χωρίς αμφιβολία και το πλαίσιο ανταγωνισμού και άμιλλας ανάμεσά τους.

Η μεταρρύθμιση των φυλών ενείχε συνεπώς δύο βασικά στοιχεία: η οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών στηριζόταν στους δήμους, ενώ οι φυλές δημιουργήθηκαν τεχνητά, με την ανάμειξη των πιο διαφορετικών τμημάτων της κοινότητας. Όπως ακριβώς οι δήμοι ανέλαβαν πολλές από τις αρμοδιότητες των φρατριών, έτσι και οι νέες φυλές ανέλαβαν και τις περισσότερες από τις αρμοδιότητες των παλιών φυλών, για παράδειγμα τη στρατολογία και την κατανομή των υποχρεώσεων. Κάθε φυλή έστελνε πενήντα αντιπροσώπους στη Βουλή των Πεντακοσίων οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, ορίζονταν από τους δήμους κατ΄ αναλογίαν προς τον αριθμό των κατοίκων τους. Τί ήθελε όμως να πετύχει ο Κλεισθένης με τη μεταρρύθμιση αυτή;