Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Ὑπὲρ τοῦ Ἐρατοσθένους φόνου ἀπολογία (37-46)

Αποτέλεσμα εικόνας για παιδια στην αρχαια ελλαδα[37] Σκέψασθε δέ, ὦ ἄνδρες· κατηγοροῦσι γάρ μου ὡς ἐγὼ τὴν θεράπαιναν ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ μετελθεῖν ἐκέλευσα τὸν νεανίσκον. ἐγὼ δέ, ὦ ἄνδρες, δίκαιον μὲν ἂν ποιεῖν ἡγούμην ᾡτινιοῦν τρόπῳ τὸν τὴν γυναῖκα τὴν ἐμὴν διαφθείραντα λαμβάνων

[38] (εἰ μὲν γὰρ λόγων εἰρημένων ἔργου δὲ μηδενὸς γεγενημένου μετελθεῖν ἐκέλευον ἐκεῖνον, ἠδίκουν ἄν· εἰ δὲ ἤδη πάντων διαπεπραγμένων καὶ πολλάκις εἰσεληλυθότος εἰς τὴν οἰκίαν τὴν ἐμὴν ᾡτινιοῦν τρόπῳ ἐλάμβανον αὐτόν, σωφρονεῖν ‹ἂν› ἐμαυτὸν ἡγούμην)·

[39] σκέψασθε δὲ ὅτι καὶ ταῦτα ψεύδονται· ῥᾳδίως δὲ ἐκ τῶνδε γνώσεσθε. ἐμοὶ γάρ, ὦ ἄνδρες, ὅπερ καὶ πρότερον εἶπον, φίλος ὢν Σώστρατος καὶ οἰκείως διακείμενος ἀπαντήσας ἐξ ἀγροῦ περὶ ἡλίου δυσμὰς συνεδείπνει, καὶ ἐπειδὴ καλῶς εἶχεν αὐτῷ, ἀπιὼν ᾤχετο.

[40] καίτοι πρῶτον μέν, ὦ ἄνδρες, ἐνθυμήθητε· [ὅτι] εἰ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐγὼ ἐπεβούλευον Ἐρατοσθένει, πότερον ἦν μοι κρεῖττον αὐτῷ ἑτέρωθι δειπνεῖν ἢ τὸν συνδειπνήσοντά μοι εἰσαγαγεῖν; οὕτω γὰρ ἂν ἧττον ἐτόλμησεν ἐκεῖνος εἰσελθεῖν εἰς τὴν οἰκίαν. εἶτα δοκῶ ἂν ὑμῖν τὸν συνδειπνοῦντα ἀφεὶς μόνος καταλειφθῆναι καὶ ἔρημος γενέσθαι, ἢ κελεύειν ἐκεῖνον μεῖναι, ἵνα μετ᾽ ἐμοῦ τὸν μοιχὸν ἐτιμωρεῖτο;

[41] ἔπειτα, ὦ ἄνδρες, οὐκ ἂν δοκῶ ὑμῖν τοῖς ἐπιτηδείοις μεθ᾽ ἡμέραν παραγγεῖλαι, καὶ κελεῦσαι αὐτοὺς συλλεγῆναι εἰς οἰκίαν τῶν φίλων τὴν ἐγγυτάτω, μᾶλλον ἢ ἐπειδὴ τάχιστα ᾐσθόμην τῆς νυκτὸς περιτρέχειν, οὐκ εἰδὼς ὅντινα οἴκοι καταλήψομαι καὶ ὅντινα ἔξω; καὶ ὡς Ἁρμόδιον μὲν καὶ τὸν δεῖνα ἦλθον οὐκ ἐπιδημοῦντας (οὐ γὰρ ᾔδη), ἑτέρους δὲ οὐκ ἔνδον ὄντας κατέλαβον, οὓς δ᾽ οἷός τε ἦν λαβὼν ἐβάδιζον.

[42] καίτοι γε εἰ προῄδη, οὐκ ἂν δοκῶ ὑμῖν καὶ θεράποντας παρασκευάσασθαι καὶ τοῖς φίλοις παραγγεῖλαι, ἵν᾽ ὡς ἀσφαλέστατα μὲν αὐτὸς εἰσῇα (τί γὰρ ᾔδη εἴ τι κἀκεῖνος εἶχε σιδήριον;), ὡς μετὰ πλείστων δὲ μαρτύρων τὴν τιμωρίαν ἐποιούμην; νῦν δ᾽ οὐδὲν εἰδὼς τῶν ἐσομένων ἐκείνῃ τῇ νυκτί, οὓς οἷός τε ἦν παρέλαβον. Καί μοι ἀνάβητε τούτων μάρτυρες.

[43] Τῶν μὲν μαρτύρων ἀκηκόατε, ὦ ἄνδρες· σκέψασθε δὲ παρ᾽ ὑμῖν αὐτοῖς οὕτως περὶ τούτου τοῦ πράγματος, ζητοῦντες εἴ τις ἐμοὶ καὶ Ἐρατοσθένει ἔχθρα πώποτε γεγένηται πλὴν ταύτης. οὐδεμίαν γὰρ εὑρήσετε.

[44] οὔτε γὰρ συκοφαντῶν γραφάς με ἐγράψατο, οὔτε ἐκβάλλειν ἐκ τῆς πόλεως ἐπεχείρησεν, οὔτε ἰδίας δίκας ἐδικάζετο, οὔτε συνῄδει κακὸν οὐδὲν ὃ ἐγὼ δεδιὼς μή τις πύθηται ἐπεθύμουν αὐτὸν ἀπολέσαι, οὔτε εἰ ταῦτα διαπραξαίμην, ἤλπιζόν ποθεν χρήματα λήψεσθαι· ἔνιοι γὰρ τοιούτων πραγμάτων ἕνεκα θάνατον ἀλλήλοις ἐπιβουλεύουσι.

[45] τοσούτου τοίνυν δεῖ ἢ λοιδορία ἢ παροινία ἢ ἄλλη τις διαφορὰ ἡμῖν γεγονέναι, ὥστε οὐδὲ ἑορακὼς ἦ τὸν ἄνθρωπον πώποτε πλὴν ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτί. τί ἂν οὖν βουλόμενος ἐγὼ τοιοῦτον κίνδυνον ἐκινδύνευον, εἰ μὴ τὸ μέγιστον τῶν ἀδικημάτων ἦ ὑπ᾽ αὐτοῦ ἠδικημένος;

[46] ἔπειτα παρακαλέσας αὐτὸς μάρτυρας ἠσέβουν, ἐξόν μοι, εἴπερ ἀδίκως ἐπεθύμουν αὐτὸν ἀπολέσαι, μηδένα μοι τούτων συνειδέναι;

***
[37] Σκεφθείτε τώρα, συμπολίτες· εν προκειμένω μου καταμαρτυρούν ότι την ημέρα εκείνη υπέδειξα εγώ στην υπηρέτρια να αναζητήσει τον νεαρό και να τον ειδοποιήσει να έρθει. Από την πλευρά μου, συμπολίτες, εγώ θα θεωρούσα σαφώς ότι τελώ εν δικαίω, αν συνελάμβανα, με οποιοδήποτε τρόπο, τον άνθρωπο που διέφθειρε τη γυναίκα μου

[38] (γιατί αν βέβαια υπεδείκνυα στην υπηρέτρια να τον αναζητήσει και να τον ειδοποιήσει να έρθει, ενώ είχαν λεχθεί μόνο λόγια και δεν είχε γίνει απολύτως τίποτα, θα τελούσα εν αδίκω· αν όμως τον συνελάμβανα, με οποιοδήποτε τρόπο, ενώ είχαν ήδη γίνει τα πάντα και εκείνος είχε μπει πολλές φορές στο σπίτι μου, θα θεωρούσα την πράξη μου πράξη σωφροσύνης)·

[39] σκεφθείτε όμως ότι ψεύδονται και ως προς αυτό· θα το αντιληφθείτε εύκολα από αυτά που θα αναφέρω ευθύς αμέσως. Όπως είπα και προηγουμένως, συμπολίτες, ο Σώστρατος, που είναι στενότατός μου φίλος, με συνάντησε ενώ επέστρεφε από τα χτήματα την ώρα περίπου που ο ήλιος έδυε, εδείπνησε μαζί μου και, αφού έφαγε με την ευχαρίστησή του, έφυγε και πήγε σπίτι του.

[40] Αναλογιστείτε καταρχάς το εξής, συμπολίτες: αν εγώ εκείνη τη νύχτα είχα αποφασίσει να παγιδεύσω και να εξοντώσω τον Ερατοσθένη, τί θα ήταν προτιμότερο για μένα, να δειπνήσω εγώ αλλού ή να φέρω στο σπίτι μου κάποιον για να δειπνήσει μαζί μου; Εξυπακούεται ότι στη δεύτερη περίπτωση εκείνος δύσκολα θα τολμούσε να μπει στο σπίτι. Έπειτα, έχετε μήπως την εντύπωση ότι θα άφηνα τον άνθρωπο που δείπνησε μαζί μου να φύγει και ότι θα απέμενα μόνος και θα βρισκόμουν αβοήθητος ή ότι θα του ζητούσα να μείνει για να τιμωρήσει μαζί μου τον μοιχό;

[41] Εξάλλου, δεν νομίζετε, συμπολίτες, ότι θα ειδοποιούσα ήδη στη διάρκεια της ημέρας τους ανθρώπους μου και ότι θα τους ζητούσα να συγκεντρωθούν στο πλησιέστερο φιλικό σπίτι, αντί, την ώρα που το πήρα είδηση, να τρέχω μέσα στη νύχτα στον ένα και στον άλλο, χωρίς να ξέρω ποιόν θα βρω στο σπίτι του και ποιόν όχι; Πήγα μάλιστα και στον Αρμόδιο και στον τάδε που απουσίαζαν από την πόλη (απόδειξη ότι δεν το γνώριζα), ενώ άλλους δεν τους βρήκα στο σπίτι τους· έτσι, πήρα μαζί μου όσους μπόρεσα και προχώρησα.

[42] Ωστόσο, αν γνώριζα κάτι εκ των προτέρων, δεν νομίζετε ότι και υπηρέτες θα είχα σε ετοιμότητα και τους φίλους θα είχα ειδοποιήσει να έρθουν, αφενός για να έμπαινα ο ίδιος μέσα με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια (γιατί πού ήξερα εγώ αν είχε και εκείνος κάποιο όπλο;), αφετέρου για να έπαιρνα εκδίκηση ενώπιον όσο το δυνατόν περισσοτέρων μαρτύρων; Αντίθετα τώρα, επειδή δεν γνώριζα τίποτα από όσα έμελλε να συμβούν εκείνη τη νύχτα, πήρα μαζί μου όσους μπόρεσα. Ανεβείτε, παρακαλώ, στο βήμα οι μάρτυρες γι᾽ αυτά που λέω.

[43] Ακούσατε ήδη τους μάρτυρες, συμπολίτες· μόνοι σας τώρα εξετάστε ως εξής την παρούσα περίπτωση: αναρωτηθείτε αν είχε υπάρξει ποτέ στο παρελθόν ανάμεσα σε εμένα και στον Ερατοσθένη άλλη έχθρα εκτός από αυτή. Θα διαπιστώσετε ότι δεν υπήρξε καμία.

[44] Ούτε με είχε μηνύσει για δημόσιο αδίκημα ενεργώντας ως συκοφάντης, ούτε προσπάθησε να με εκδιώξει από την πόλη, ούτε εκκρεμοδικούσε κάποια μήνυση για αδίκημα ιδιωτικής φύσεως, ούτε γνώριζε κάτι εις βάρος μου, ώστε εγώ, από το φόβο μήπως και το μάθει κανείς, να θέλω να τον εξοντώσω, ούτε, αν κατάφερνα να κάνω κάτι τέτοιο, ήλπιζα να πάρω από κάπου χρήματα. Κάποιοι, ως γνωστόν, ωθούμενοι από τέτοια κίνητρα, μεθοδεύουν ο ένας την εξόντωση του άλλου.

[45] Εξάλλου, αποκλείεται να είχε υπάρξει ανάμεσά μας ή λογομαχία ή παρεξήγηση εν ώρα μέθης ή κάποια άλλη προστριβή, αφού, πριν από εκείνη τη νύχτα, ουδέποτε στο παρελθόν είχα δει καν τον άνθρωπο. Τί λοιπόν μπορεί να επεδίωκα εγώ, για να φτάσω να εκτεθώ σε έναν τέτοιο κίνδυνο, αν αυτός δεν είχε διαπράξει εις βάρος μου τη μέγιστη αδικία;

[46] Και τελικά ανοσιουργούσα παρουσία μαρτύρων που ο ίδιος κάλεσα, ενώ είχα τη δυνατότητα, αν όντως ήθελα να τον εξοντώσω αδίκως, να μην το γνωρίζει κανένας;