Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ, ΤΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

ΣΚΩΠΤΙΚΑ

ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΣ1 – τὴν κεφαλὴν βάπτεις

Άλλο Εκάβη άλλο Ελένη

τὴν κεφαλὴν βάπτεις, τὸ δὲ γῆρας οὔποτε βάψεις,
οὐδὲ παρειάων ἐκτανύσεις ῥυτίδας.
μὴ τοίνυν τὸ πρόσωπον ἅπαν ψιμύθῳ κατάπλαττε,
ὥστε προσωπεῖον κοὐχὶ πρόσωπον ἔχειν.
5 οὐδὲν γὰρ πλέον ἔστι. τί μαίνεαι; οὔποτε φῦκος
καὶ ψίμυθος τεύξει τὴν Ἑκάβην Ἑλένην.
ΠΑ 11, 408

***
Τα μαλλιά σου τα βάφεις, όμως τα γεράματα ποτέ δεν θα τα βάψεις,
ούτε θα εξαφανίσεις από τα μάγουλά σου τις ρυτίδες.
Μην πασαλείβεις λοιπόν όλο το πρόσωπό σου με ψιμύθιο,2
έτσι που να έχεις προσωπείο και όχι πρόσωπο.
Ποιο το όφελος; Γιατί τρελάθηκες;5
Ποτέ το κοκκινάδι και το ψιμύθιο δεν θα κάνουν την Εκάβη3 Ελένη.
------------------

1 Ο Λουκίλλιος γράφει τον 1ο αι. μ.Χ. (εποχή του Νέρωνα), πιθανώς στη Ρώμη. Από τα 100 και πλέον επιγράμματά του που παραδίδονται στην Παλατινή Ανθολογία το μέγιστο μέρος είναι σκωπτικά. «Η ανελέητη σάτιρα και το δηκτικό σκώμμα του αντλούσαντα θέματά τους από τα τρωτά και τα ευτράπελα της ανθρώπινης συμπεριφοράς».
2 Καλλυντικό με τη βοήθεια του οποίου οι γυναίκες εξασφάλιζαν την επιθυμητή λευκότητα του προσώπου.
3 Η Εκάβη είναι η γριά κατ᾽ εξοχήν.
~~~
ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΣΕ ΖΩΑ
 
ΑΝΩΝΥΜΟΣ1 – Παρθενόπην κύνα
 
Παρθενόπην κύνα θάψεν ἄναξ ἑὸς, ᾗ συνάθυρεν,
ταύτην τερπωλῆς ἀντιδοὺς χάριτα.
ἔστ᾽ ἆθλον στοργῆς ἄρα καὶ κυσίν, ὥς νυ καὶ ἥδε
εὔνους οὖσα τροφεῖ σῆμα λέλονχε τόδε·
5 ἐς τόδ᾽ ὁρῶν χρηστὸν ποιοῦ φίλον, ὅς σε προθύμως
καὶ ζῶντα στέργοι καὶ νεκρὸν ἀμφιέποι.
Peek, Griechische Vers-Inschriften 691
***
Την Παρθενόπη, τη σκυλίτσα του, που έπαιζε μαζί της,
έθαψε ο κύριός της. Αυτή ήταν η ανταμοιβή
για τη χαρά που του έδινε.
Υπάρχει συνεπώς έπαθλο αφοσίωσης και για τους σκύλους·
έτσι και αυτή τώρα, με την αγάπη της για κείνον που τη φρόντιζε,
κέρδισε τούτον τον τάφο.
Τον τάφο αυτόν να βλέπεις και να κάνεις φίλο άξιο5
που να σε αγαπάει με την καρδιά του όσο θα ζεις
και όταν πεθάνεις στοργικά να σε φροντίζει.

--------------------
1 Το επίγραμμα βρέθηκε στη Μυτιλήνη. Είναι χαραγμένο σε πέτρα και χρονολογείται στον 2ο ή 3ο αι. μ.Χ. Κάτω από το επίγραμμα απεικονίζεται η σκυλίτσα πάνω σ᾽ ένα μνήμα, πεσμένη προς την αριστερή πλευρά. Ανήκει σε ευρύτερη κατηγορία επιγραμμάτων αφιερωμένων σε ζώα (κυρίως σε σκύλους και άλογα), που χρονολογούνται από τον 3ο αι. π.Χ. έως τον 3ο αι. μ.Χ.

Πολίτες «ενεργοί» και πολίτες «παθητικοί» στην Αρχαία Ελλάδα

Ο ρόλος που διαδραμάτισαν οι κοινωνικοπολιτικοί θεσμοί της φρατρίας, της φυλής και του δήμου στην πολιτική διαδικασία υπήρξε καθοριστικός.  Αποτέλεσαν τη βάση της οργάνωσης και λειτουργίας του θεσμικο-κοινωνικού πλαισίου της πολιτικής κοινωνίας και συντέλεσαν στο πέρασμα από την πατριαρχία στην αστική ζωή.
 
Η ιδιότητα του πολίτη
 
Για να αποκτήσει κανείς την ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη στις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας πρωταρχικό κριτήριο ήταν αυτό της καταγωγής, δηλαδή έπρεπε να είχε γεννηθεί από γονείς που ήταν αμφότεροι ελεύθεροι πολίτες – εξ αμφοίν αστών.  Ο κλειστός και αυτοδιαιωνιζόμενος χαρακτήρας του αστικού σώματος – που λειτουργούσε με την αρχή του αποκλεισμού και περιφρουρήθηκε ζηλότυπα – ήταν άμεσα συνδεδεμένος με μια σειρά πλεονεκτημάτων και προνομίων που απέρρεαν από την απολαβή της ιδιότητας του πολίτη. 
 
Κατ’ αρχάς, ο ελεύθερος πολίτης μπορούσε να έχει πρόσβαση στη διαχείριση της εξουσίας και στη λήψη των αποφάσεων μέσω της συμμετοχής του στα πολιτικά και πολιτειακά θεσμικά όργανα της πόλεως και ταυτόχρονα να αμείβεται για τη συμμετοχή του αυτή. 
 
Αποκτούσε το δικαίωμα κατοχής γης και ακινήτων και, παράλληλα, απαλλασσόταν από οποιονδήποτε σταθερό άμεσο φόρο.  Απολάμβανε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.  Το επόμενο πλεονέκτημα της ιδιότητας του πολίτη ήταν – τουλάχιστον ως τον 5ο αι. π.Χ. – η οπλιτική ικανότητα, δηλαδή η δυνατότητα του πολίτη να προμηθεύεται τον οπλισμό του και να μπορεί να υπερασπίζεται την πόλη του. 
 
Και το τελευταίο χαρακτηριστικό της ιδιότητας του ελεύθερου πολίτη αφορούσε τη συμμετοχή του στις θρησκευτικές τελετές της πόλης.  Άλλωστε, ο τρόπος συγκρότησης της πόλεως γίνεται μέσω του λατρευτικού καθορισμού μιας νέας απεικόνισης του χώρου – της επικράτειας – και της διαμόρφωσης μιας νέας κοινωνίας, της κοινωνίας των πολιτών, χάρη στις διαβατήριες τελετουργίες  κοινωνικής ένταξης των εφήβων.

1. Η ΣΤΕΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στη λήψη των αποφάσεων, μπορούσε να είναι αποτέλεσμα είτε δικαστικής απόφασης είτε μιας στάσης.

1.1 Η ατιμία

Ο όρος ατιμία φαίνεται ότι κάλυπτε δύο είδη αποκλεισμού από τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Σύμφωνα με την παλαιότερη χρήση του. ο όρος υποδήλωνε ότι ο πολίτης που υποβλήθηκε στην ποινή αυτή αποτελούσε πλέον ένα είδος παρανόμου τον οποίο μπορούσαν και να θανατώσουν, χωρίς επακόλουθη τιμωρία, και να κατασχέσουν τη περιουσία του. Πολύ γρήγορα όμως, ήδη από το τέλος του 6ου αιώνα, και τουλάχιστον στην Αθήνα, η ατιμία απόκτησε λιγότερο ριζοσπαστική σημασία: η επιβολή της ατιμίας σε έναν πολίτη σήμαινε την αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων και τον αποκλεισμό από τα ιερά της πόλης.

Ο άτιμος δεν είχε πλέον το δικαίωμα συμμετοχής στην εκκλησία του δήμου, στα δικαστήρια και δεν μπορούσε να θέσει υποψηφιότητα για καμία αρχή. Δεν έπαυε όμως να ανήκει στο πολιτικό σώμα, συνεπώς η ένωσή του με μία Αθηναία ήταν νόμιμη, όπως και η Ιδιοκτησία των αγαθών που του ανήκαν. Τίθενται δύο προβλήματα αναφορικά με την ατιμία: πρώτον, ήταν κληρονομική, και δεύτερον, ποια ήταν τα σφάλματα που μπορούσαν να επισύρουν την επιβολή της;

Ως προς το πρώτο σημείο, φαίνεται ότι η ατιμία αποτελούσε ισόβια καταδίκη, δεν αφορούσε όμως παρά μόνο στον ένοχο, και όχι στους απογόνους του. Σε μία μόνο περίπτωση, όμως, η ατιμία μπορούσε να είναι κληρονομική: αν επρόκειτο για κάποιον που χρωστούσε στο δημόσιο, κάποιον πολίτη που δεν είχε εξοφλήσει κάποιο πρόστιμο που του είχε επιβληθεί από δικαστήριο ή που δεν είχε, ως γεωργός υπεύθυνος για έναν φόρο, αποδώσει τα ποσά που είχε συγκεντρώσει. Στην περίπτωση αυτή, αν πέθαινε πριν εξοφλήσει το χρέος του, η ατιμία βάραινε τους κληρονόμους του, αλλά έπαυε βεβαίως όταν οι τελευταίοι πλήρωναν το χρέος. Εκτός από αυτές τις περιπτώσεις χρέωσης, τα άλλα σφάλματα που μπορούσαν να επιφέρουν την επιβολή ατιμίας ήταν διαφόρων ειδών άλλα αφορούσαν σε ιδιωτικές βλάβες (κακή μεταχείριση, σεξουαλική βία. διάλυση πατρικής κληρονομιάς κ.λπ.), και άλλα αφορούσαν σε δημόσιες βλάβες (διαφθορά δικαστών, ψευδομαρτυρία, επανειλημμένες καταδίκες για την υποβολή παράνομων προτάσεων).

Φαίνεται επίσης πως υπήρχαν και μορφές μερικής ατιμίας. Το παράδειγμα που αναφέρεται πάντα για την περίπτωση αυτή είναι των πολιτών εκείνων που είχαν υπηρετήσει στο στράτευμα που είχε μείνει στην Αθήνα κατά τη στάση των ολιγαρχικών του 411: καταδικάστηκαν να μην παίρνουν πια τον λόγο στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να παραβρίσκονται στις συνελεύσεις.

Άλλες περιπτώσεις μερικής ατιμίας αναφέρονται από τον ρήτορα Ανδοκίδη, όπως. για παράδειγμα, η απαγόρευση να εγείρουν αγωγή στα δικαστήρια ή να διασχίζουν την αγορά. Υπάρχουν όμως πολλά σκοτεινά σημεία σχετικά με τις διάφορες διαδικασίες που οδηγούσαν σε μια τέτοια στέρηση ορισμένων πολιτικών δικαιωμάτων.

       1.2 Οι πολιτικές επαναστάσεις

Μέσα από την ιστορία της Αθήνας και πάλι θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε πώς μπορούσαν οι πολίτες να στερηθούν τα πολιτικά τους δικαιώματα, παραμένοντας συγχρόνως μέλη της πολιτικής κοινότητας. Θα συγκροτήσουμε τρεις στιγμές της ιστορίας αυτής: τη στάση των ολιγαρχικών το 411. τη διακυβέρνηση των Τριάκοντα και το πολίτευμα που υιοθετήθηκε το 322 υπό την πίεση του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου.

1.2.1 Η στάση του 411

Το 411, μετά τη βαριά ήττα που υπέστη η Αθήνα στη Σικελία, οι εχθροί της δημοκρατίας, εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή που επικρατούσε στην πόλη, κατέλαβαν την εξουσία στην Αθήνα και εγκαθίδρυσαν νέους νόμους, σύμφωνα με τους οποίους μόνο πέντε χιλιάδες πολίτες από τους τριάντα πέντε χιλιάδες που υπήρχαν στην πόλη θα μπορούσαν να ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Είδαμε ήδη πώς απέτυχε το εγχείρημα, από την αντίδραση του ναυτικού και του στρατεύματος, που καθαίρεσαν τους στρατηγούς τους και αρνήθηκαν να αποδεχτούν τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί στην Αθήνα. Χωρίς την υποστήριξη του στόλου και μέρους του στρατεύματος, οι ολιγαρχικοί δεν μπόρεσαν να διατηρηθούν στην εξουσία kui η δημοκρατία υποκαταστάθηκε. Γνωρίζουμε, όμως, από τον λόγο ενός ρήτορα της εποχής ότι ήδη είχαν αρχίσει να συντάσσουν τον κατάλογο εκείνων που θα διατηρούσαν πλήρη πολίτικα δικαιώματα. Οι υπόλοιποι δεν θα έχαναν βέβαια την ιδιότητα του Αθηναίου, θα μετατρέπονταν όμως σε «παθητικούς» πολίτες.

1.2.2 Η διακυβέρνηση των Τριάκοντα

Το 405, η Αθήνα υπέστη μια σοβαρή ναυτική ήττα στους Αιγός ποταμούς από τον στόλο των Λακεδαιμονίων. Η ήττα αυτή σήμανε το τέλος του πολέμου που για ένα τέταρτο του αιώνα είχε φέρει αντιμέτωπες τις δύο μεγάλες πόλεις kui τους συμμάχους τους. Ενώ ο ναύαρχος Λύσανδρος είχε αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά, οι ολιγαρχικοί κατέλαβαν για μια ακόμη φορά την εξουσία, αναθέτοντας σε τριάντα πολίτες την εγκαθίδρυση νέου πολιτεύματος. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ, καθώς, αφού για μερικούς μήνες οι Τριάκοντα σκόρπισαν στην πόλη τον τρόμο, οι εσωτερικές τους διαμάχες διευκόλυναν την επάνοδο της δημοκρατίας λίγο αργότερα. Το σχέδιο προέβλεπε ότι η άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων θα περιοριζόταν μόνο σε τρεις χιλιάδες πολίτες, Ινώ οι άλλοι θα αποκλείονταν από την πολιτεία.

Ο ρήτορας Λυσίας, που είχε βοηθήσει στην επάνοδο των δημοκρατικών στην Αθήνα, περιγράφει ως απόλυτο τον αποκλεισμό αυτό, φτάνοντας στο σημείο να πει ότι όσοι δεν ανήκαν σ’ αυτούς τους Τρεις Χιλιάδες θα «στερούνταν την πατρίδα τους». Στην πραγματικότητα, οι πολυάριθμοι δημοκρατικοί που εγκατέλειψαν την πόλη το έκαναν αφ’ ενός μεν για να ξεφύγουν από τις απειλές που τους βάραιναν, αφ’ ετέρου δε για να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας. Μετά την αποκατάσταση αυτή. έγινε μία ακόμη απόπειρα περιορισμού του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή μόνο στους κατόχους ακίνητης περιουσίας. Το σχέδιο απορρίφθηκε, αν όμως είχε πετύχει. το ένα πέμπτο περίπου των πολιτών θα είχε βρεθεί χωρίς πολιτικά δικαιώματα.

1.2.3 Η απόφαση του 322

Το 322, με την ανακοίνωση του θανάτου του Αλέξανδρου, οι Αθηναίοι, παρασύροντας μαζί τους και μερικά άλλα ελληνικά Κράτη, κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου, στον οποίο ο Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί το βασίλειό του πριν ξεκινήσει την εκστρατεία στην Ασία. Οι Έλληνες ηττήθηκαν. και το 322 οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να δεχτούν την παρουσία μακεδονικής φρουράς στον Πειραιά και την εγκατάσταση τιμοκρατικού καθεστώτος: για να συμμετέχει κάποιος στην πολιτική ζωή έπρεπε να έχει περιουσία αξίας τουλάχιστον δύο χιλιάδων δραχμών. Συνεπώς περισσότεροι από τους μισούς Αθηναίους πρέπει να αποκλείστηκαν από την ιδιότητα του ενεργού πολίτη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, συγγραφέα του τέλους του 1ου αιώνα μ.Χ., ένα μέρος αυτών μετανάστευσαν στη Θράκη. Κι αυτό γιατί, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αιώνα, ο αποκλεισμός από την πολιτική ζωή σήμαινε για τα φτωχότερα στρώματα την απώλεια των υλικών προνομίων της πολιτικής ιδιότητας: δηλαδή τους διάφορους μισθούς, τη διανομή του θεωρικού, τις αμοιβές για όσους υπηρετούσαν στον στόλο. Πιθανότατα η απώλεια των υλικών αυτών προνομίων, περισσότερο από τη στέρηση της συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις, έγινε αισθητή με σκληρότερο τρόπο από την πλειοψηφία, καθώς, όπως θα διαπιστώσουμε, η πολιτική ζωή είχε περιέλθει σταδιακά στα χέρια μια μειοψηφίας «πολιτικών».

2. Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ

Πρόκειται για πρόβλημα που απασχόλησε την Αθήνα, τη μόνη πόλη για την οποία για μια ακόμη φορά διαθέτουμε επαρκείς πληροφορίες. Το πρόβλημα αυτό είναι ένα από αυτά που προκάλεσαν τις περισσότερες συζητήσεις και διαμάχες μεταξύ των ιστορικών της εποχής μας. Ας προσπαθήσουμε να αποκαλύψουμε τις διάφορες όψεις του.

2.1 Δημοκρατία και συμμετοχή

Είδαμε προηγουμένως τι σήμαινε η εγκαθίδρυση δημοκρατικού καθεστώτος στην Αθήνα: τη συμμετοχή στις συνελεύσεις, όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις που δέσμευαν το σύνολο της πολιτικής κοινότητας. Σε ποιο βαθμό ήταν πραγματική η συμμετοχή αυτή; Γνωρίζουμε ότι για ορισμένες ψηφοφορίες, όπως, για παράδειγμα, τον 5ο αιώνα για να ξεκινήσει η διαδικασία του εξοστρακισμού, καθώς και για να παραχωρηθούν πολιτικά δικαιώματα, χρειαζόταν απαρτία έξι χιλιάδων ψηφοφόρων. Δεν έχουμε καμία σαφή ένδειξη σχετικά με τον αριθμό των πολιτών της κλασικής Αθήνας. Η μόνη γνωστή απογραφή από τα τέλη του 6ου αιώνα αναφέρει 21.000 πολίτες. Πιστεύουμε όμως γενικά ότι, την παραμονή του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αριθμός των Αθηναίων ήταν μεταξύ 35 και 40.000, και στην αρχή του 4ου αιώνα παραδίδεται ο αριθμός 30.000 και από τον φιλόσοφο Πλάτωνα και από τον ποιητή Αριστοφάνη. Δηλαδή συνήθως λιγότερο από το ένα έκτο των πολιτών συμμετείχε πραγματικά στις συνεδριάσεις της εκκλησίας του δήμου. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα πέντε έκτα αδιαφορούσαν για τις υποθέσεις της πόλης. Κατ’ αρχήν, επειδή η σύνθεση της εκκλησίας του δήμου διέφερε ανάλογα με τις συνθήκες, την εποχή του έτους, τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ήταν ευκολότερο για τους κατοίκους του άστεως. παρά για τους κατοίκους της υπαίθρου, να μεταβαίνουν στην Πνύκα. Οι νοσταλγοί των παλαιότερων εποχών αρέσκονταν να αναφέρουν αυτό που ένας σύγχρονος ιστορικός ονόμασε «δημοκρατία των γεωργών», όταν πολίτες ήταν μόνο οι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας και απεχθάνονταν την ιδέα να μεταβαίνουν στην πόλη για κάθε λόγο. Ο ποιητής Αριστοφάνης, ένας από τους νοσταλγούς αυτούς, κατήγγειλε τις βλαβερές συνέπειες του θεσμού του εκκλησιαστικού μισθόν, που προσήλκυε στην εκκλησία του δήμου κάθε είδους εξαθλιωμένους πολίτες με μόνη επιδίωξη την είσπραξη των τριών οβολών που τους επέτρεπε να ζήσουν χωρίς να κάνουν τίποτε. Πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμίσουμε ότι η εκκλησία του δήμου συνερχόταν κανονικά σαράντα φορές τον χρόνο και ότι, ακόμη και αν υπήρχαν κάποιες επιπλέον έκτακτες συνελεύσεις, δεν έφταναν για να ζήσει ένα άτομο χωρίς πόρους - ακόμα κι αν δεν είχε χάσει καμία συνέλευση. Πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίσουμε με σύνεση την κριτική που ασκούν οι αντίπαλοι της δημοκρατίας, κατηγορώντας την εκκλησία του δήμου ως άναρχη και συγχρόνως παντοδύναμη, που κυριαρχείται από μια μάζα φτωχών πολιτών και αποτελεί παίγνιο στα χέρια των δημαγωγών. Οι πολυάριθμες αποφάσεις που προέρχονται από τις συνελεύσεις αυτές και που έφτασαν ώς εμάς, μαρτυρούν την καλή λειτουργία του συστήματος, και ότι η συμμετοχή του δήμου, του λαού, στη λήψη των αποφάσεων αποτελούσε πραγματικότητα. Η αποτυχία των δύο ολιγαρχικών στάσεων, προς τα τέλη του 5ου αιώνα, αποτελεί απόδειξη της προσκόλλησης των περισσότερων πολιτών στο πολιτικό καθεστώς του οποίου γνώριζαν ότι αποτελούσαν την κινητήρια δύναμη.

Μετά από αυτά, δεν μπορούμε vu αρνηθούμε ότι ο βαθμός συμμετοχής στην πολιτική ζωή δεν ήταν ο ίδιος για όλους.

Πράγμα που μας οδηγεί να θέσουμε το ζήτημα της ύπαρξης μιας «πολιτικής τάξης».

2.2 Η πολιτική τάξη

Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Αριστοτέλη, σε πολλές πόλεις η διαχείριση των υποθέσεων βρισκόταν στα χέρια της μειοψηφίας εκείνων που, λόγω περιουσίας και ελεύθερου χρόνου, είχαν τη δυνατότητα να επιδιώκουν τις ανώτατες αρχές. Στην περίπτωση της δημοκρατικής Αθήνας, όπου η αμοιβή για τις δημόσιες λειτουργίες επέτρεπε σε όλους να έχουν πρόσβαση σ’ αυτές, τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά, αλλά η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης δεν έπαυε να αποτελεί και εκεί πραγματικότητα.

   2.2.1 Οι τάξεις κατά τον Σόλωνα

Πρέπει εδώ να επανέλθουμε στο ζήτημα που ήδη τέθηκε, των «σολώνειων τάξεων». Σύμφωνα με τον συγγραφέα της Αθηναίων Πολιτείας, η κατανομή των πολιτών σε τέσσερις τάξεις ανάλογα με το εισόδημά τους είχε στόχο κατ' αρχήν να ρυθμίσει την πρόσβαση στις αρχές. Έτσι, για παράδειγμα, μόνο οι πολίτες των δύο πρώτων τάξεων μπορούσαν να γίνουν άρχοντες, και μόνο κατά τον 5ο αιώνα έγινε δυνατή η πρόσβαση και για τους πολίτες της τρίτης τάξης, τους ζευγίτες. Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η κατάταξη του Σάλωνα κάλυπτε περισσότερο στρατιωτικά και φορολογικά ζητήματα, παρά την ανάγκη περιορισμού της πρόσβασης στις αρχές για τους πιο πλούσιους. Είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ένας μικρός γεωργός, ακόμα και αν ανήκε στην τάξη των ζευγιτών, θα μπορούσε χωρίς συνέπειες να εγκαταλείψει τη γη και τα χωράφια του κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους.

2.2.2 Η προέλευση των πολιτικών ανδρών

Πράγματι, οι πολιτικοί άνδρες των πρώτων δεκαετιών του 5ου αιώνα, τα ονόματα των οποίων έχουν φτάσει ώς εμάς, ανήκαν όλοι στις παλαιές αριστοκρατικές οικογένειες της Αθήνας. Αυ­τό ίσχυε και στην περίπτωση του Κλεισθένη, στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Το ίδιο και για τον Μιλτιάδη και τον γιο του Κίμωνα, για τον Αριστείδη και τον Θεμιστοκλή, και βέβαια για τον ίδιο τον Περικλή. Οι κατάλογοι των αρχόντων που διαθέτουμε δεν μας επιτρέπουν πάντα να αποφανθούμε για την κοινωνική κατάσταση εκείνων που αναλάμβαναν τη λειτουργία αυτή κατά τον 5ο αιώνα, δεν θα μπορούσαμε όμως να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι ανήκαν σε εύπορες τάξεις.

Η καθιέρωση της μισθοφόρους μπορεί να επέτρεψε στους φτωχότερους πολίτες να συμμετέχουν στα δικαστήρια της Ηλιαίας, δηλαδή να υπηρετούν την πόλη για ένα ολόκληρο έτος ως βουλευτές, δεν επέφερε όμως σημαντικές μεταβολές στην ήδη υπάρχουσα κατάσταση. Παρόμοια, μπορεί να είχαν όλοι το δικαίωμα να μιλήσουν στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, αναμφίβολα όμως. εκ των πραγμάτων, εκείνοι που μιλούσαν ήταν αυτοί που, χάρη στην εκπαίδευσή τους, χειρίζονταν με ευχέρεια τον λόγο και μπορούσαν να επιβληθούν σε μια συγκέντρωση πολλών ατόμων. Ας προσθέσουμε, επιπλέον, ότι οι ανώτεροι άρχοντες, οι στρατηγοί ή οι θησαυροφύλακες, εκλέγονταν και ότι κατά την εκλογή το βάρος έπεφτε στις τοπικές επιρροές. Γι’ αυτό τον λόγο εξάλλου, η κλήρωση θεωρείτο πιο δημοκρατικός τρόπος εκλογής. Αλλά και η κλήρωση αυτή γινόταν από καταλόγους που συγκροτούσαν οι δήμοι και οι φυλές, και εκεί επίσης μπορούσε να παίξει ρόλο το προσωπικό γόητρο, η καταγωγή ή η περιουσία.

Βέβαια, στην Αθήνα περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η πρόσβαση στις αρχές ήταν σχετικά ανοιχτή. Όμως. πέρα από τις ίδιες τις αρχές, η διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων παρέμενε στα χέρια μιας μειοψηφίας μορφωμένων ανδρών ευγενικής καταγωγής και κατά κανόνα με αρκετή περιουσία, έτσι ώστε αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να προβάλλουν πράξεις γενναιοδωρίας προς όφελος ολόκληρης της πόλης.

2.2.3 Η εξέλιξη της πολιτικής τάξης

Είναι λοιπόν προφανής η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης. Αυτή όμως η τάξη εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια των δύο αιώνων της ιστορίας της δημοκρατικής Αθήνας. Μέχρι τον Πελοποννησιακό πόλεμο, οι άνδρες που βρίσκονται στο προσκήνιο ανήκουν όλοι ή σχεδόν όλοι στις παλαιές εκείνες αθηναϊκές οικογένειες που κυριαρχούσαν στην πόλη ήδη από τον 6ο αιώνα. Από το 430 περίπου, βλέπουμε να εμφανίζονται στο προσκήνιο άνδρες λίγο διαφορετικής καταγωγής, που δεν έχουν πίσω τους ένδοξους προγόνους και που τα εισοδήματα τους προέρχονται από την εκμετάλλευση εργαστηρίων ή μεταλλωρυχείων. Αυτή είναι η περίπτωση. για παράδειγμα, των περίφημων «δημαγωγών» του τέλους του αιώνα, τους οποίους χλευάζει ο Αριστοφάνης και τους κατηγορεί ότι δεν μπορούν να σταθούν στις συνελεύσεις: ο περίφημος Κλέων. ιδιοκτήτης βυρσοδεψείου, ο Υπέρβολος ο αγγειοπλάστης, ο οργανοποιός Κλεοφών, ή ακόμα ο έμπορος προβάτων Λυσικλής. Όλοι αυτοί οι άνδρες ηταν πλούσιοι, αλλά οι σχέσεις τους με τον κόσμο του εμπορίου και της βιοτεχνίας τούς υποβίβαζε στα μάτια εκείνων που θεωρούσαν τις δραστηριότητες αυτές ανάξιες για έναν ελεύθερο άνθρωπο.

Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς για τα αίτια της εξέλιξης αυτής της πολιτικής τάξης, εξέλιξης που επιβεβαιώνεται τον επόμενο αιώνα, όταν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί άνδρες που γνωρίζουμε σήμερα προέρχονταν από αυτές τις τάξεις. Είναι βέβαιο ότι η εξέλιξη σχετίζεται με το γεγονός ότι η ανάπτυξη της πόλης κατά τον 5ο αιώνα μετέβαλε το χρήμα σε αξία που έχαιρε όλο και μεγαλύτερης εκτίμησης. Για να επανδρωθούν τα πλοία του στόλου, για να οργανωθούν οι μεγάλες γιορτές της πόλης, για να χρηματοδοτηθούν οι μακρινές αποστολές, τα χρήματα των πλουσίων γίνονταν όλο και πιο απαραίτητα και η προέλευσή τους έπαυε να έχει ιδιαίτερη σημασία.

Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι ο πλούσιος τεχνίτης διέθετε ευ­κολότερα ρευστό χρήμα σε σχέση με τον μεγαλοϊδιοκτήτη γης, που συχνά αναγκαζόταν να υποθηκεύσει την περιουσία του για να αντιμετωπίσει τις δαπάνες που απαιτούνταν για την επιτυχία της πολιτικής καριέρας. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί όροι (πέτρινες στήλες όπου αναγραφόταν η υποθήκευση των κτημάτων) που βρίσκονται στην Αττική χρονολογούνται στον 4ο αιώνα, και ότι οι δικανικοί λόγοι αναφέρουν την περίπτωση πλούσιων ανδρών που αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν τις γαίες τους για να καλύψουν μια δαπανηρή λειτουργία.

Η εξέλιξη της πολιτικής τάξης δεν σημαίνει και εξέλιξη κοινωνική, όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει. Μάλιστα, ιδιοκτήτες γης και ιδιοκτήτες δούλων θεωρούνταν ομοίως εισοδηματίες. Ο πλούτος παρέμενε αν όχι το κριτήριο, τουλάχιστον το απαραίτητο μέσο για την πρόσβαση στην τάξη των πολιτικών.

2.3 Η παθητικότητα του δήμου: μύθος ή πραγματικότητα;

Από την ύπαρξη της πολιτικής αυτής τάξης θα μπορούσαμε, άραγε, να συμπεράνουμε ότι οι συζητήσεις εκ των οποίων προέρχονταν οι επιλογές που δέσμευαν το σύνολο της πόλης, ανάγονταν στην πραγματικότητα σε εσωτερικές διαμάχες της τάξης αυτής; Αυτό υποστήριξαν ορισμένοι από τους ιστορικούς της εποχής μας, στηριζόμενοι στις προσωπικές αντιπαλότητες που μαρτυρούν οι πηγές και στις συμμαχίες που μαντεύουμε ότι σχηματίζονταν γύρω από ορισμένους «ηγέτες». Θα ήταν, ωστόσο, υπερβολικό να συμπεράνουμε ότι οι συγκρούσεις που δίχαζαν την πόλη ανάγονται σε απλές διαμάχες μεταξύ παρατάξεων και ομάδων, διαμάχες που η πλειοψηφία των πολιτών παρακολουθούσε παθητικά. Διότι, αν οι προσωπικές συγκρούσεις έφερναν αντιμέτωπα κάποια μέλη της πολιτικής τάξης- που στα κείμενα δηλώνονται μερικές φορές με τον όρο πολιτευόμενοι - οι επιλογές για τις οποίες καλούνταν να αποφανθούν οι πολίτες δεν έπαυαν να είναι πολιτικές επιλογές. Θα αναφέρουμε δύο μόνο παραδείγματα. Τη ν παραμονή της εκστρατείας στη Σικελία, ήλθαν αντιμέτωποι στην εκκλησία του δήμου ο Νικίας, ο οποίος ήταν αντίθετός με το εγχείρημα και το θεωρούσε επικίνδυνη περιπέτεια, και ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ήταν αντίθετα υποστηρικτής της επιχείρησης και έλπιζε να του φέρει μεγάλη δόξα. Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι υπήρχε προσωπική έχθρα μεταξύ των δύο ανδρών. που σχετιζόταν με τις διαφορές στην καταγωγή και την ηλικία τους. Ο Αλκιβιάδης ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια και ήταν νέος. Το εισόδημα του Νικία προερχόταν από την εκμετάλλευση ορυχείων και ο ίδιος πλησίαζε την ηλικία των πενήντα χρόνων. Όμως, ο δήμος ακολούθησε τον Αλκιβιάδη επειδή, όπως παρατηρεί ο ιστορικός Θουκυδίδης, υπολόγιζε ότι η εκστρατεία θα του απέφερε υλικά οφέλη. Επρόκειτο. λοιπόν, για απόφαση που σχετιζόταν με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των πολιτών.

Το δεύτερο παράδειγμα είναι από την ιστορία του 4ου αιώνα. Πρόκειται για την έγκριση από την εκκλησία του δήμου της συνθήκης ειρήνης που σύναψε η Αθήνα με τον Φίλιππο της Μακεδονίας το έτος 346. Για ορισμένους, ένας από τους οποίους είναι και ο Δημοσθένης, η συνθήκη αυτή παραγνώριζε τα συμφέροντα της Αθήνας, που απειλούνταν από τη φιλόδοξη πολιτική του Μακεδόνα βασιλιά. Για άλλους αντιθέτως. μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και οι προσωπικοί εχθροί του Δημοσθένη. διαφύλασσε την ειρήνη που ήταν απαραίτητη για την εσωτερική ισορροπία της πόλης. Ο δήμος επέλεξε την ειρήνη και ο Δημοσθένης αναγκάστηκε να συναινέσει και να υπερασπιστεί την αρχή της ειρήνης.

Οι συγκρούσεις που έφερναν αντιμέτωπους τους πολιτικούς άνδρες. με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ του Δημοσθένη και του Αισχίνη, σχετικά με τη στάση που έπρεπε να υιοθετηθεί απέναντι στη μακεδονική απειλή, δεν υποδηλώνουν απαραίτητα την παθητικότητα των πολιτών έναντι των αποφάσεων που όφειλαν να λάβουν, εφόσον τελικά οι δικές τους ψήφοι ήταν εκείνες που καθόριζαν τον προσανατολισμό που θα υιοθετούσε η πολιτική της πόλης. Μένει, ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσο ήταν αλήθεια αυτό που μαρτυρούν ορισμένοι σύγχρονοι της εποχής εκείνης σχετικά με την ολοένα αυξανόμενη αδια­φορία των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις.

3. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 4ο ΑΙΩΝΑ

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι αναταραχές που προκάλεσε σε όλο τον ελληνικό κόσμο ο Πελοποννησιακός πόλεμος είχαν αντίκτυπο στη λειτουργία της πολιτικής ζωής στο εσωτερικό των πόλεων. Όπως ήταν αναμενόμενο, θα ασχοληθούμε και πάλι με το αθηναϊκό παράδειγμα, θα μπορέσουμε όμως να επεκτείνουμε ορισμένα από τα συμπεράσματά μας και σε άλλες πόλεις.

       3.1 Οι μεταμορφώσεις των στρατευμάτων των πόλεων

Μία από τις πρώτες ενδείξεις της εξέλιξης αυτής κατά τον 4ο αιώνα είναι η σταδιακή εξαφάνιση των στρατών των πόλεων. Ήδη κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, οι περισσότεροι από τους εμπόλεμους -περιλαμβανομένων και των Σπαρτιατών - αναγκάστηκαν να καλέσουν μισθοφορικούς στρατούς, επαγγελματίες στρατιώτες, ξένους για την πόλη. Κατά τον 4ο αιώνα, το φαινόμενο γενικεύεται, καθώς συνδέεται με την ανάπτυξη νέων μορφών μάχης που σχετίζονται περισσότερο με τον ανταρτοπόλεμο παρά με την αντιπαράθεση των οπλιτών. Στα στρατεύματα των ελληνικών πόλεων, τα σώματα του πεζικού με ελαφρύ εξοπλισμό αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία: ο πολίτης - οπλίτης παραχωρεί τη θέση του στον μισθοφόρο πελταστή. Η προσφυγή στους μισθοφόρους επιτρέπει εξάλλου στους στρατηγούς να ηγούνται πιο μακροχρόνιων εκστρατειών, χωρίς να χρειάζεται να ανησυχούν για την επιστροφή και την ενασχόληση με τις γεωργικές εργασίες. Ο πόλεμος παύει να είναι εποχιακός. Επιπλέον, ο στρατηγός που διοικεί έναν στρατό μισθοφόρων δεν φοβάται ότι θα τον κατακρίνουν οι στρατιώτες του: όσο μπορεί να τους πληρώνει τον υπακούουν. Ο στρατηγός γίνεται και ο ίδιος επαγγελματίας του πολέμου, και βλέπουμε Αθηναίους στρατηγούς ή Σπαρτιάτες βασιλείς να προσφέρουν τι; υπηρεσίες τους σε βάρβαρους βασιλίσκους ή Πέρσες σατράπες, για να μπορέσουν να πληρώσουν τους στρατιώτες τους. Υπάρχουν, βέβαια, ακόμη τα σώματα των πολιτών-οπλιτών, αλλά συμμετέχουν όλο και λιγότερο στις μακρινές εκστρατείες. Γι’ αυτό ακριβώς παραπονείται ο Δημοσθένης στην Αθήνα: έχοντας επίγνωση των νέων συνθηκών πολέμου, επιθυμεί κι αυτός τη συμμετοχή ενός ελάχιστου αριθμού πολιτών στις αποστολές της Αθήνας με σκοπό τη διαφύλαξη των θέσεών της στο Αιγαίο, ενώ ο στρατηγός να είναι υπεύθυνος έναντι των πολιτών αυτών και να μην μπορεί πλέον να ενεργεί κατά βούληση.

Εξάλλου, η ολοένα και μεγαλύτερη χρησιμοποίηση μισθοφορικών στρατευμάτων επιβάρυνε υπερβολικά τον προϋπολογισμό της πόλης. Και σε περίπτωση που η πόλη δεν ήταν σε θέση να χρηματοδοτήσει τις μακρινές εκστρατείες, είτε διαλυόταν ατάκτως ο στρατός και κατέφευγε στην υπηρεσία όποιου μπορούσε να πληρώσει, είτε ο στρατηγό! αναγκαζόταν να επιδοθεί σε λεηλασίες και αρπαγές για να κρατήσει τους στρατιώτες του. γεγονός που επέφερε σοβαρές δυσχέρειες στην πόλη. Η σταδιακή εξαφάνιση του πολίτη - οπλίτη είχε λοιπόν σοβαρές επιπτώσεις. Χωρίς αμφιβολία αυτή ήταν η αιτία που η Αθήνα προσπάθησε, κατά το δεύτερο μισό του αιώνα - και ίσως μόνο μετά την ήττα της Χαιρώνειας, υπό την επιρροή του Λυκούργου - να μετατρέψει την Εφηβεία σε πραγματική «στρατιωτική θητεία», κατά την οποία όλοι οι νεαροί Αθηναίοι, χωρίς διάκριση, εκπαιδεύονταν όχι μόνο στην οπλιτική τακτική, αλλά kui σε πιο κινητικές μορφές μάχης του ελαφρού πεζικού. Στη Σπάρτη, μόνο κατά τον 3ο αιώνα οι μεταρρυθμιστές βασιλείς θα επιχειρήσουν την ανασυγκρότηση του στρατού της πόλης, που είχε στο μεταξύ γίνει σκιώδης, μέσω της αναδιανομής των γαιών.

      3.2 Ο «επαγγελματικός» χαρακτήρας της πολιτικής ζωής

Μία από τις συνέπειες τού ολοένα και πιο επαγγελματικού χαρακτήρα των στρατευμάτων των πόλεων ήταν η αναγκαιότητα διάθεσης χρηματικών πόρων για την πληρωμή των στράτευμά των αυτών. Στην περίπτωση της Αθήνας, η αναγκαιότητα αυτή επιδεινώθηκε από τις συνέπειες της ήττας που υπέστη η πόλη με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου: η απώλεια της ηγεμονίας και του φόρου υποτέλειας που κατέβαλλαν οι σύμμαχοι, η επιβράδυνση της εκμετάλλευσης των αργυρωρυχείων του Λαυρίου και ίσως επίσης -τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του αιώνα- ίων συναλλαγών, επίκεντρο των οποίων ήταν ο Πειραιάς, δημιουργούν πραγματικό οικονομικό πρόβλημα για την πόλη. Το πρόβλημα αυτό δεν θα επιλυθεί με την ανασύσταση, το 378/7, μιας νέας ναυτικής ομοσπονδίας γύρω από την Αθήνα, εφόσον με την καταστατική πράξη της ομοσπονδίας αυτής οι Αθηναίοι δεσμεύονταν να μην εισπράττουν φόρο υποτέλειας από τους συμμάχους τους.

Γι’ αυτό και καθ’ όλη τη διάρκεια του αιώνα γίνονται διάφορες απόπειρες με σκοπό την οργάνωση της είσπραξης της πολεμικής φορολογίας, της εισφοράς, που ήταν έκτακτος φόρος αλλά έτεινε να μεταβληθεί σε μόνιμο, καθώς και τη ρύθμιση της πιο σημαντικής για την πόλη λειτουργίας, της τριηραρχίας. Με τις διάφορες αυτές απόπειρες συνδέονται τα ονόματα ορισμένων ανδρών, όπως του Καλλίστρατου και του Εύβουλου, αργότερα του Λυκούργου, οι οποίοι εμφανίζονται ως ειδικοί σε οικονομικά ζητήματα, και οι δύο τελευταίοι τουλάχιστον αναλαμβάνουν με την ιδιότητα αυτή μια πολύ πιο μακροχρόνια αρχή σε σχέση με τις συνήθεις ετήσιες αρχές: ο Εύβουλος την αρχή του «υπεύθυνου για το θεωρικό», ο Λυκούργος «την αρχή της διοίκησης». Καθώς ο πόλεμος μεταβαλλόταν σε επάγγελμα, η διοίκηση της πόλης έτεινε κι αυτή να μεταβληθεί από μια ορισμένη μορφή αυτοδιοίκησης σε μια πιο εξειδικευμένη διοίκηση, που απαιτούσε συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η επιλογή οικονομικής πολιτικής μπορούσε να αφορά περισσότερο σ’ αυτούς τους «ειδικούς» παρά στη μάζα των πολιτών, γεγονός που μπορούσε να έχει ως συνέπεια μια ακόμη μεγαλύτερη αδιαφορία εκ μέρους των πολιτών για συζητήσεις των οποίων τις λεπτομέρειες αγνοούσαν.

Αυτό ήθελαν άραγε να πουν οι ρήτορες, όπως ο Δημοσθένης ή ο Υπερείδης, όταν κατηγορούσαν τους απλούς πολίτες, τους ιδιώτες, ότι ασχολούνταν περισσότερο με τις ιδιωτικές τους υποθέσεις, με τα ίδια. παρά με τις υποθέσεις της πόλης; Δεν θα πρέ­πει, βέβαια, να λαμβάνουμε κατά γράμμα τα επιχειρήματα που σκοπό είχαν να ξυπνήσουν το ενδιαφέρον των ακροατών εκείνων που αρκούνταν στο να ακούν χωρίς να παρεμβαίνουν. Αλλά δεν μπορούμε και να τα αγνοήσουμε.

3.3 Νέα επίκεντρα ενδιαφέροντος

Εξάλλου, η βελτιωμένη τεχνική των συζητήσεων δεν αρκεί ίσως από μόνη της για να ερμηνεύσει την αδιαφορία αυτή. Το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα χαρακτηρίζεται στην Αθήνα από την ανάκαμψη των οικονομικών δραστηριοτήτων. Τα ορυχεία του Λαυρίου γνωρίζουν νέα εκμετάλλευση και ο Πειραιάς βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο των εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως μαρτυρούν ορισμένοι δικανικοί λόγοι, δραστηριότητες που ευνοούνται και από συγκεκριμένα μέτρα που «φορούν στους εμπόρους, ειδικά τους ξένους. Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι για τους εύπορους Αθηναίους είχαν μεγαλύτερη σημασία τα κέρδη που μπορούσε να τους αποφέρει ο δανεισμός χρημάτων σε εμπόρους με υψηλό επιτόκιο ή η ενοικίαση της εκμετάλλευσης των ορυχείων τους, παρά ο λεγόμενος μακεδονικός κίνδυνος, στον οποίο, σύμφωνα με τον Δημοσθένη, δεν πίστευαν καθόλου. Έτσι εξηγείται η επιθυμία τους να διατηρήσουν με κάθε τίμημα την ειρήνη, απαραίτητη για την ανάπτυξη των ιδιωτικών τους επιχειρήσεων και για την άσκηση λιγότερο βαριάς φορολογικής πίεσης. Όμως οι «πλούσιοι» δεν ήταν οι μόνοι που προωθούσαν περισσότερο τα ιδιωτικά τους συμφέροντα από τα συμφέροντα της πόλης. Για την πλειοψηφία των φτωχών πολιτών, ο πόλεμος δεν σήμαινε πλέον την παροχή μισθών και την ελπίδα για λάφυρα αλλά τη στέρηση της διανομής του θεωρικού, το οποίο ο Δημοσθένης επιθυμούσε να κατατίθεται στο πολεμικό ταμείο. Και για εκείνους, οι στείρες λογομαχίες στις οποίες επιδίδονταν οι ρήτορες, κατηγορώντας ο ένας τον άλλο ότι έχει πουληθεί στον Φίλιππο, φαίνονταν εντελώς μάταιες, και επειδή ο μόνος λόγος που συνέχιζαν να πηγαίνουν στις συνελεύσεις ήταν για να μη χάσουν τον μισθό, είχαν μεταβληθεί σε παθητικούς ακροατές, γεγονός για το οποίο παραπονούνταν ορισμένοι πολιτικοί άνδρες όπως ο Δημοσθένης.

Όλα αυτά ισχύουν βέβαια για την περίπτωση της Αθήνας, τη μόνη πόλη για την οποία διαθέτουμε ακριβείς πληροφορίες και μαρτυρίες από τους συγχρόνους. Όμως, μέσα από τα λόγια ενός Δημοσθένη ή ενός Υπερείδη, μαντεύουμε ότι το ίδιο ίσχυε και αλλού και ότι αυτή η αδιαφορία των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις διευκόλυνε τις πλεκτάνες ενός άνδρα όπως ήταν ο Φίλιππος της Μακεδονίας: ήταν αρκετό να πάρει με το μέρος του ορισμένους πολιτικούς για να κερδίσει όλη την πόλη.

Ίσως με τον τρόπο αυτό αμαυρώνουμε κάπως υπερβολικά την εικόνα. Δεν θα μπορούσαμε, ωστόσο, να αρνηθούμε ότι κατά το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα η πολιτική ιδιότητα περνά κρίση. Βέβαια οι πολιτικοί θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν, και ειδικά για το τέλος του 4ου και για τον 3ο αιώνα διαθέτουμε περισσότερες πληροφορίες και για άλλες πόλεις εκτός από την Αθήνα. Αυτοί όμως οι πολιτικοί θεσμοί, σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν τα μεγάλα βασίλεια που προήλθαν από τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου. χάνουν πλέον σ’ ένα βαθμό το περιεχόμενό τους, και η πολιτική ιδιότητα τείνει να μετατραπεί σε μια κατάσταση που αποφέρει κάποια πλεονεκτήματα, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών δεν σημαίνει μια ενεργό συμμετοχή.
 --------------------
ΠΗΓΕΣ
 
Η εξαίρεση των φτωχών από την πολιτική ιδιότητα το 322
 
... ὁ δῆ­μος οὐκ ὤν ἀ­ξι­ό­μα­χος ἠ­ναγ­κά­σθη τήν ἐ­πι­τρο­πήν καί τήν ἐ­ξου­σί­α πᾶ­σαν Ἀν­τι­πά­τρῳ δοῦ­ναι πε­ρί τῆς πό­λε­ως. ὁ δέ φι­λαν­θρώ­πως αὐ­τοῖς προ­σε­νε­χθείς συ­νε­χώ­ρη­σεν ἔ­χειν τήν τέ πό­λιν καί τάς κτή­σεις καί τ’ ἄλ­λα πάν­τα· τήν δέ πο­λι­τεί­αν με­τέ­στη­σεν ἐκ τῆς δη­μο­κρα­τί­ας καί προ­σέ­τα­ξεν ἀ­πό τι­μή­σε­ως εἶ­ναι τό πο­λί­τευ­μα καί τούς μέν κε­κτη­μέ­νους πλεί­ω δραχ­μῶν δι­σχι­λί­ων κυ­ρί­ους εἶ­ναι τοῦ πο­λι­τεύ­μα­τος καί τῆς χει­ρο­το­νί­ας. τούς δέ κα­τω­τέ­ρω τῆς τι­μή­σε­ως ἅ­παν­τας ὡς τα­ρα­χώ­δεις ὄν­τας καί πο­λε­μι­κούς ἀ­πή­λα­σε τῆς πο­λι­τεί­ας καί τοῖς βου­λο­μέ­νοις χώ­ραν ἔ­δω­κεν εἰς κα­τοί­κη­σιν ἐν τῇ Θρά­κῃ. οὗ­τοι μέν οὖν ὄν­τες πλεί­ους τῶν [δισ]μυ­ρί­ων καί δι­σχι­λί­ων με­τε­στά­θη­σαν ἐκ τῆς πα­τρί­δος, οἱ δέ τήν ὡ­ρι­σμε­νην τί­μη­σιν ἔ­χον­τες πε­ρί ἐν­να­κι­σχι­λί­ους ἀ­πε­δεί­χθη­σαν κύ­ριοί τῆς τε πό­λε­ως καί χώ­ρας καί κα­τά τούς Σά­λω­νας νό­μους ἐ­πο­λι­τεύ­ον­το·
 
...Ο λαός, επειδή δεν είχε τη δύναμη να συνεχίσει τον πόλεμο, αναγκάστηκε να αναθέσει στον Αντίπατρο όλη την κηδεμονία και την εξουσία της πόλης. Κι εκείνος συμπεριφέρθηκε με επιείκεια και τους επέτρεψε να διατηρήσουν την πόλη. τις κτήσεις και όλα τα άλλα. Όμως τροποποίησε το πολίτευμα, καταργώντας τη δημοκρατία, και όρισε πολίτευμα με βάση τον καθορισμό της αξίας των εισοδημάτων των πολιτών. Έτσι, όσοι πολίτες είχαν εισόδημα πάνω από δύο χιλιάδες δραχμές, όρισε να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στην εξουσία. Ενώ όλους όσους είχαν μικρότερο εισόδημα, σαν να ήταν ταραχοποιοί και φιλοπόλεμοι, τους εξόρισε από την πόλη. Τέλος, έδωσε σ' όσους το επιθυμούσαν γη για να κατοικήσουν στη Θράκη. Αυτοί λοιπόν, που δεν ξεπερνούσαν τους δώδεκα χιλιάδες. εγκατέλειψαν την πατρίδα τους. ενώ όσοι είχαν το καθορισμένο εισόδημα, περίπου εννιά χιλιάδες πολίτες, ορίστηκαν κύριοι και τη πόλης και της χώρας και κυβερνούσαν σύμφωνα με τους νόμους του Σόλωνα.
 
Διόδωρου Σικελιώτη, Ιστορική Βιβλιοθήκη XVIII. 18. 3-5
 
Η ψηφοφορία για την εκστρατεία στη Σικελία το 415
 
Καί ἔ­ρως ἐ­νέ­πε­σε τοῖς πᾶ­σιν ὁ­μοί­ως ἐκ­πλεῦ­σαι. Τοῖς μέν γάρ πρε­σβυ­τέ­ροις ὡς ἤ κα­τα­στρε­ψο­μέ­νοις ἐφ ἅ ἔ­πλε­αν ἤ οὐ­δέν ἄν σφα­λεῖ­σαν με­γά­λην δύ­να­μιν, τοῖς δ’ ἐν τῇ ἡ­λι­κί­ᾳ τῆς τέ ἀ­πού­σης πό­θῳ ὄ­ψε­ως καί θε­ω­ρί­ας, καί εὐ­έλ­πι­δες ὄν­τες σω­θή­σε­σθαι. ὁ δέ πο­λύς ὅ­μι­λος καί στρα­τι­ώ­της ἐν τέ τῷ πα­ρόν­τι ἀρ­γύ­ριον οἴ­σειν καί προ­σκτή­σε­σθαι δύ­να­μιν ὅ­θεν ἀί­διον μι­σθο­φο­ράν ὑ­πάρ­ξειν. ὥ­στε διά τήν ἄ­γαν τῶν πλε­ό­νων ἐ­πι­θυ­μί­αν, εἰ τῷ ἄ­ρα καί μή ἤ­ρε­σκε, δε­δι­ώς μή ἀν­τι­χει­ρο­το­νῶν κα­κό­νους δδξει­εν εἶ­ναι τή πό­λει ἡ­συ­χί­αν ἦ­γεν.
 
             Όλους τους κατέλαβε εξίσου η επιθυμία να αποπλεύσουν. Τους πιο ηλικιωμένους διότι πίστευαν η ότι Bu υποτάξουν τα μέρη εναντίον των οποίων έπλεαν ή. τουλάχιστον, ότι δεν θα καταστρεφόταν μια τόσο μεγάλη δύναμη. Εκείνους που βρίσκονταν σε ώριμη ηλικία, διότι αφ' ενός μεν επιθυμούσαν να δουν και να γνωρίσουν τη μακρινή αυτή χώρα. και αφ' ετέρου διότι είχαν την ελπίδα ότι θα σωθούν. Τέλος, το μεγάλο πλήθος και τους στρατιώτες, διότι πίστευαν ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις θα κέρδιζαν χρήματα και ότι μελλοντικά η πόλη θα αποκτούσε πρόσθετη ηγεμονία, που θα τους απέφερε ατελείωτη μισθοδοσία. Έτσι. λόγω της υπερβολικής επιθυμίας των περισσοτέρων, ακόμη και αν τυχόν κάποιος δεν επιθυμούσε την εκστρατεία, από φόβο μήπως φανεί εχθρικά διακείμενος προς την πόλη. δεν ψήφιζε κατά της εκστρατείας και σώπαινε.
 
Θουκυδίδου, Ιστοριών, ΣΤ. 24. 3-4
 
Ο Δημοσθένης καταγγέλλει την παθητικότητα του δήμου
 
Βού­λο­μαι τοί­νυν [ὑ­μᾶς] με­τά παρ­ρη­σί­ας ἐ­ξε­τά­σαι τά πα­ρόν­τα πράγ­μα­τα τῇ πό­λει, καί σκέ­ψα­σθαι τί ποι­οῦ­μεν αὐ­τοί νῦν καί ὅ­πως χρώ­με­θ’ αὐ­τοῖς. ἠ­μεῖς οὔ­τε χρή­μα­τ’ εἰ­σφέ­ρειν βου­λό­με­θα, οὔ­τ’ αὐ­τοί στρα­τεύ­ε­σθαι, οὔ­τε τῶν κοι­νῶν ἀ­πέ­χε­σθαι δυ­νά­με­θα, οὔ­τε τάς συν­τά­ξεις Δι­ο­πεί­θει δί­δο­μεν, οὔ­θ’ ὅ­σ’ ἄν αὐ­τός αὐ­τῷ πο­ρί­ση­ται ἐ­παι­νοῦ­μεν, ἀλ­λά βα­σκαί­νο­μεν καί σκο­ποῦ­μεν πό­θεν, καί τί μέλ­λει ποι­εῖν, καί πάν­τα τά τοια­υτί, οὔ­τ’, ἐ­πει­δή­περ οὕ­τως ἔ­χο­μεν, τά ἡ­μέ­τε­ρ’ αὐ­τῶν πράτ­τειν ἐ­θέ­λο­μεν, ἀλ­λ’ ἐν μέν τοῖς λό­γοις τούς τῆς πό­λε­ως λέ­γον­τας ἄ­ξι’ ἐ­παι­νοῦ­μεν, ἐν δέ τοῖς ἔρ­γοις τοῖς ἐ­ναν­τι­ου­μέ­νοις τού­τοις συ­να­γω­νι­ζό­με­θα. ὑ­μεῖς μέν τοί­νυν εἰ­ώ­θα­θ’ ἑ­κά­στο­τε τόν πα­ριόντ’ ἐ­ρω­τᾶν, τί οὖν χρή ποι­εῖν; ἐ­γώ δ’ ὑ­μᾶς ἐ­ρω­τῆ­σαι βού­λο­μαι, τί οὖν χρή λέ­γειν; εἰ γάρ μή­τ’ εἰ­σοί­σε­τε, μή­τ’ αὐ­τοί στρα­τεύ­ε­σθε, μή­τε τῶν κοι­νῶν ἀ­φέ­ξε­σθε, μή­τε τάς συν­τά­ξεις δώ­σε­τε, μή­θ’ ὅ­σ’ ἄν αὐ­τός αὐ­τῷ πο­ρί­ση­ται ἐ­ά­σε­τε, μή­τε τά ὑ­μέ­τε­ρ’ αὐ­τῶν πράτ­τειν ἐ­θε­λή­σε­τε, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω. Οἱ γάρ ἤ­δη το­σαύ­την ἐ­ξου­σί­αν τοῖς αἰ­τιᾶ­σθαι καί δι­α­βάλ­λειν βου­λο­μέ­νοις δι­δόν­τες, ὥ­στε καί πε­ρί ὧν φα­σι μέλ­λειν αὐ­τόν ποι­εῖν, καί πε­ρί τού­των προ­κα­τη­γο­ρούν­των ἀ­κρο­ᾶ­σθαι, -τί ἄν τις  λέ­γοι;
 
         Θέλω, λοιπόν, να εξετάσετε με ελεύθερο πνεύμα την παρούσα κατάσταση της πόλης και να σκεφτείτε τι θα κάνουμε τώρα και πώς θα χειριστούμε τα πράγματα. Εμείς ούτε χρήματα θέλουμε να δώσουμε, ούτε οι ίδιοι να εκστρατεύσουμε, ούτε μπορούμε να απέχουμε από τα κοινά, ούτε δίνουμε στον Διοπείθη τα ποσά που συμφωνήσαμε. Ούτε όμως εγκρίνουμε τους πόρους που τυχόν βρίσκει, αλλά τον κακολογούμε και εξετάζουμε την προέλευση των χρημάτων του, τι σκοπεύει να κάνει με αυτά και όλα τα σχετικά. Και ενώ τηρούμε αυτή τη στάση, δεν θέλουμε να κάνουμε ό, τι μας συμφέρει, αλλά, ενώ με τα λόγια επαινούμε εκείνους που μιλούν επάξια για την πόλη μας, στην πράξη όμως συμπράττουμε με εκείνους που εναντιώνονται σ' αυτά. Εσείς λοιπόν συνηθίζετε να ρωτάτε κάθε φορά αυτόν που εμφανίζεται στο βήμα: τι πρέπει να κάνουμε; Εγώ όμως θέλω να ρωτήσω εσάς: τι πρέπει να πούμε; Διότι αν δεν δίνετε χρήματα, αν δεν πηγαίνετε οι ίδιοι στον πόλεμο, ούτε απέχετε από τα κοινά, ούτε δίνετε στον Διοπείθη τα συμφωνημένα ποσά. ούτε εγκρίνετε όσα τυχόν ο ίδιος συγκεντρώνει, ούτε επιθυμείτε να κάνετε ό,τι σας συμφέρει, εγώ δεν ξέρω τι να σας πιο. Υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν τόσα δικαιώματα σ' εκείνους που θέλουν να κατακρίνουν και να διαβάλλουν, ώστε ο Διοπείθης να μαθαίνει ότι τον κατηγορούν προκαταβολικά για πράγματα που λένε ότι πρόκειται να κάνει - τι μπορεί. λοιπόν, να πει κανείς;
 
Δημοσθένους, Περί τῶν ἐν Χερρονήσῳ, 21 -23
 
Ἀ­ξι­ῶ δ’ ὦ ἄν­δρες Ἀ­θη­ναῖ­οι, ἄν τί τῶν ἀ­λη­θῶν με­τά παρ­ρη­σί­ας λέ­γω, μη­δε­μί­αν μοι διά τοῦ­το πα­ρ’ ὑ­μῶν ὀρ­γήν γε­νέ­σθαι. Σκο­πεῖ­τε γάρ ὡ­δί. Ὑ­μεῖς τήν παρ­ρη­σί­αν ἐ­πί μέν τῶν ἄλ­λων οὕ­τω κοι­νήν οἴ­ε­σθε δεῖν εἶ­ναι πᾶ­σι τοῖς ἐν τῇ πό­λει ὥ­στε καί τοῖς ξέ­νοις καί τοῖς δού­λοις αὐ­τῆς με­τα­δε­δώ­κα­τε, καί πολ­λούς ἄν τις οἰ­κέ­τας ἴ­δοι πα­ρ’ ὑ­μῖν με­τά πλεί­ο­νος ἐ­ξου­σί­ας ὅ­τι βού­λον­ται λέ­γον­τας ἤ πο­λί­τας ἐν ἐ­νί­αις τῶν ἄλ­λων πό­λε­ων, ἐκ δέ τοῦ συμ­βου­λεύ­ειν παν­τά­πα­σιν ἐ­ξε­λη­λά­κα­τε. Εἴ­θ’ ὑ­μῖν συμ­βέ­βη­κεν ἐκ τού­του ἐν μέν ταῖς ἐκ­κλη­σί­αις τρυ­φᾶν καί κο­λα­κεύ­ε­σθαι πάν­τα πρός ἡ­δο­νήν ἀ­κού­ου­σιν, ἐν δέ τοῖς πράγ­μα­σι καί τοῖς γι­γνο­μέ­νοις πε­ρί τῶν ἐ­σχά­των ἤ­δη κιν­δυ­νεύ­ειν, εἰ μέν οὖν καί νῦν οὕ­τω δι­ά­κει­σθε, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω· εἰ δ’ ἅ συμ­φέ­ρει χω­ρίς κο­λα­κεί­ας ἐ­θε­λή­σε­τ’ ἀ­κού­ειν, ἕ­τοι­μος λέ­γειν.
 
Έχω την αξίωση, άνδρες Αθηναίοι, αν πω με παρρησία κάποιες αλήθειες, να μην οργιστείτε για τούτο εναντίον μου. Εξετάστε το εξής: Εσείς πιστεύετε ότι η ελευθερία του λόγου, για κάθε άλλο θέμα, πρέπει να είναι σε τέτοιο βαθμό κοινή για όλους όσους βρίσκονται στην πόλη. ώστε την έχετε παραχωρήσει και στους ξένους και στους δούλους. Και μπορεί να δει κανείς πολλούς δούλους να λένε ό, τι θέλουν ενώπιον σας με μεγαλύτερη ελευθερία από τους πολίτες των άλλων πόλεων. Αλλά την ελευθερία από τις συσκέψεις σας την έχετε αποκλείσει εντελώς. Συνέπεια αυτού είναι ότι στις μεν συνελεύσεις ευφραίνεστε εστε ακούγοντας πάντα ευχάριστους λόγους, όταν ( νότα πραγματοποιούνται, διατρέχετε τους έσχατοι Εάν, λοιπόν, και τώρα τις ίδιες έχετε διαθέσεις, δε να σας πω. Εάν. αντίθετα, θέλετε να ακούσετε τ συμφέρον σας. χωρίς κολακείες, είμαι έτοιμος να μιλήσω.
 
Δημοσθένους, Κατά Φιλίππου, Γ΄, 3-4

Η γνώση δεν μεταδίδεται

Η γνώση δεν μεταδίδεται. Μόνο η πληροφορία μεταδίδεται. Απλά πράγματα, ας τα ξεχωρίσουμε...

Αλλά, θα μου πεις, πώς να το κάνουμε; Σήμερα εξετάζονται χιλιάδες μαθητές για αυτά που "ξέρουν"... εννοώντας "πόσο πιστά μεταδίδουν σαν ρομπότ, κενές πληροφορίες άλλων"...

Και βέβαια, εμείς, σαν καλά εκπαιδευμένα ρομπότ, συνεχίζουμε το παραλήρημα…

Νομίζουμε πως διαβάζοντας ένα βιβλίο, αποκτάμε γνώση, ενώ απλά γεμίζουμε πληροφορίες.

Νομίζουμε πως μεταδίδουμε ο ένας στον άλλον γνώση (ως «ειδικοί» στον τομέα μας), ενώ απλά μεταφέρουμε δικές μας απόψεις και πεποιθήσεις και προηγούμενες πληροφορίες που απλά έχουμε υιοθετήσει.

Νομίζουμε πως αποκτάμε γνώση ακολουθώντας πρακτικές, μεθόδους, ενώ απλά εισχωρούμε όλο και περισσότερο στην άγνοιά μας.

Νομίζουμε πως κατέχουμε τη γνώση επειδή κατέχουμε πτυχία, τίτλους και θέσεις, ενώ απλά γίναμε συμβατοί με μια πραγματικότητα που ονομάζουμε φυσιολογική.

Νομίζουμε πως είμαστε «γνωστικοί» ανάλογα με την ταχύτητα με την οποία απαντάμε, από τα πόσα αποστηθίζουμε, πόσο καλά ακολουθούμε, ενώ ούτε καν υποψιαζόμαστε ποιοι είμαστε πίσω και χωρίς όλ’ αυτά.

Όχι, η γνώση δεν μεταδίδεται. Κερδίζεται, αποκαλύπτεται (στιγμιαία), με αφοσίωση, ταπεινότητα, ισότιμη συμμετοχή, πειθαρχεία και πάθος. Και το κάνεις εσύ, για τον Εαυτό σου.

Η γνώση απελευθερώνει... κοίτα γύρω σου, και τον εαυτό σου. Είσαι ελεύθερος; Βλέπεις αρκετούς ελεύθερους γύρω σου; Αν όχι, τότε είναι σίγουρο ότι έχεις αρκεστεί στο να ονομάζεις και να υποθέτεις την πληοροφορία... την οποιαδήποτε πληροφορία, γνώση!

Πότε;

Πότε θα σταματήσεις να κοιτάζεις πίσω σου;

Πότε θα σταματήσεις να ερμηνεύεις το παρόν βάση του παρελθόντος που νομίζεις πως βλέπεις καθαρά;

Πότε θα σταματήσεις να ερμηνεύεις βάση παρελθοντικής σου γνώσης και απόψεις άλλων;

Πότε θα σταματήσεις να νομίζεις πως ξέρεις και πως πατάς γερά στις απόψεις σου… αν και δυστυχισμένος;

Πότε θα σταματήσεις να ενοχοποιείς άλλους για τη δική σου δυστυχία;

Πότε θα σταματήσεις να ορίζεις δυνάμεις (τροφή, φάρμακα, γνώστες, πρακτικές και μεθόδους κλπ) έξω και πιο πάνω από σένα;

Πότε θα σταματήσεις να νομίζεις ότι οι αφορμές είναι συνώνυμες με τις αιτίες;

Πότε θα σταματήσεις να πιστεύεις πως μια οποιαδήποτε θεωρία/άποψη μπορεί να σε απελευθερώσει;

Πότε θα σταματήσεις να πιστεύεις ότι βρέθηκες σε αυτόν τον κόσμο κατά λάθος και τυχαία;

Πότε θα σταματήσεις να επινοείς δικαιολογίες για τις πράξεις και τα λόγια σου αλλά και για την ενοχική σιωπή σου;

Πότε θα σταματήσεις να συμπεριφέρεσαι σαν θύμα;

Πότε θα σταματήσεις να σπαταλάς το χρόνο σου πιστεύοντας ότι έχεις υποχρεώσεις;

Πότε θα σταματήσεις να παραπονιέσαι για όλα όσα δεν σου έδωσαν, δεν σου έμαθαν, δεν σου είπαν και δεν σου επέτρεψαν;

Πότε θα αρχίσεις να σκέφτεσαι έξω από τα πλαίσια που έχεις εκπαιδευτεί να σκέφτεσαι;

Πότε θα αρχίσεις να συνειδητοποιείς ότι η Βαβέλ κυριαρχεί και ότι τα καλύτερα κρυμμένα «μυστικά» βρίσκονται σε κοινή θέα, μπροστά σου;

Πότε θα αρχίσεις να αναλαμβάνεις την ευθύνη της δικής σου ζωής αντί να θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο;

ΔΡΑΣΕ ΣΙΩΠΗΛΑ…

Αποτέλεσμα εικόνας για Η φράση αυτή, έχει γίνει τα τελευταία χρόνια της ζωής μου, ένα από τα πιο αγαπημένα μου μότο. Το επαναλαμβάνω στον εαυτό μου και παράλληλα, συμβουλεύω φίλους και γνωστούς να κάνουν την παραπάνω φράση, βίωμα.
 
«Δράσε σιωπηλά» θα πω και σε σένα που αυτήν την στιγμή διαβάζεις το άρθρο μου.
Μην ανακοινώνεις τις σημαντικές αποφάσεις της ζωής σου δεξιά και αριστερά.
 
Πίστεψε με ή μάλλον εμπιστεύσου με, δεν οδηγεί πουθενά!
 
Κακά τα ψέματα, είναι δύσκολο οι επιθυμίες μας, οι στόχοι μας και τα όνειρα μας να ταυτίζονται με την πολυκοσμία και εδώ που τα λέμε, λογικό το βρίσκω. Διαφορετικά θα ήμασταν όλοι ίδιοι.
 
Δεν υπάρχει λόγος λοιπόν να προσπαθείς να πείσεις τον καθένα τι είναι καλύτερο για σένα, κάνε απλά αυτό που εσύ θεωρείς σωστό.
 
Μην ξεχνάς πως ίσως αυτό που ποθεί η ψυχή σου, να μην μπορεί να το καταλάβει ούτε ο πιο δικός σου άνθρωπος…
 
Άρα γιατί να υπάρχουν αντιπαραθέσεις; Σκέψου πόσες φορές, όταν ήμασταν παιδιά ακόμα, άλλα θέλαμε εμείς κι άλλα θεωρούσαν σωστά για εμάς οι γονείς μας…
 
Μη δημοσιοποιείς τις σκέψεις σου ή τα σχέδια σου… δράσε αθόρυβα, γιατί υπάρχει και κακός κόσμος εκεί έξω (φαντάζομαι πως το ‘χεις αντιληφθεί).
 
Υπάρχει κόσμος που θα σε κρατήσει πίσω κι αντί να σε παρακινεί, θα σε αποτρέπει, γιατί δυστυχώς υπάρχει ζήλια. Όταν σε ζηλεύουν δεν σε ενθαρρύνουν, το αντίθετο, σου βάζουν τρικλοποδιές προσπαθώντας να θίξουν μόνο τις αρνητικές πτυχές του «ονείρου» σου. Kαι φυσικά υπάρχει και η ομάδα εκείνη των ατόμων που σε έχουν από κοντά με σκοπό να πάρουν τις ιδέες σου και να φανούν αυτοί ανώτεροι στα μάτια άλλων, παρουσιάζοντας τες ως δικές τους. Φαντάζομαι πως δεν θες να σου συμβεί κάτι τέτοιο!
 
Κυρίως όμως, μην ακούς κανέναν σε ζητήματα καρδιάς!
 
Το ένστικτο πάντα ξέρει και ποτέ δεν ψεύδεται. Ακούστε την καρδιά σας, εσείς ξέρετε καλύτερα από το καθένα τι προορίζεται για εσάς!!!

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΥΡΑΝΝΟΥ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΙΠΠΑΡΧΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΜΟΔΙΟ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΓΕΙΤΟΝΑ

Ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων δολοφονούν τον Ίππαρχο
ΕΓΙΝΕ ΑΠΟ ΕΡΩΤΙΚΗ ΑΝΤΙΖΗΛΙΑ!Οι καβγάδες, οι ρήξεις, καθώς και τα γλυκά συμφιλιώματα, δεν ήταν κάτι το σπάνιο ανάμεσα στον εραστή και στον αγαπημένο, γιατί “ακόμα και οι φιλονικίες και τα κακιώματα έχουν μια εξαιρετική γοητεία και απόλαυση” (Ξενοφών Ιέρων, 1. 35).

Η παιδεραστία έχει προκαλέσει αναρίθμητα ερωτικά εγκλήματα. Μερικά απ’ αυτά μεταποιήθηκαν σε ηρωικές πράξεις, γιατί, συχνά, τύραννοι πέσαν θύματα νέων που τους είχαν ρυπάνει και που μετά, οι νέοι αυτοί, ένιωσαν γι’ αυτούς αποστροφή.

Παραδείγματα: Ο βασιλιάς τής Μακεδονίας Αρχέλαος δολοφονήθηκε από τον Κρατέα, που τον είχε «μινιόν» του. Ο Αλέξανδρος των Φερών σκοτώθηκε από τον Πυθόλαο, – και ο Περίανδρος της Αμβρακίας, που ρωτούσε τον «ερωμένο» του αν δεν είχε αρχίσει ακόμη να εγκυμονεί, “αυτός, κινημένος από παράφορο θυμό, τον σκότωσε” (Πλούταρχος, “Ερωτικός”, 768)...

Μα η πιο περίφημη ιστορία είναι η ιστορία των Αθηναίων “τυραννοκτόνων” Αρμόδιου και Αριστογείτονα, που θεωρούνται σαν απελευθερωτές τού λαού, όπως ο Βρούτος της Ρώμης. Σκότωσαν στα 514 π.Χ. τον Ίππαρχο, γιο τού τύραννου Πεισίστρατου και αδελφό τού Ιππία, που είχε διαδεχτεί τον πατέρα του. Ο Θουκυδίδης ιστόρησε την υπόθεση με κάθε λεπτομέρεια (VI, 54 – 59):
“Θα προβώ ήδη εις την εκτενεστέραν οπωσδήποτε διήγησιν της ερωτικής περιπέτειας εκ της οποίας προεκλήθη το τόλμημα τού Αριστογείτονος και του Αρμοδίου δια να αποδείξω ότι ούτε αυτοί καν οι Αθηναίοι εκθέτουν ακριβώς τα περί των τυράννων των και του εν λόγω επεισοδίου. Αφού ο Πεισίστρατος απέθανε γέρων και ασκών ήδη την τυραννίδα, την αρχήν κατέλαβεν όχι ο Ίππαρχος, ως πολλοί νομίζουν, αλλά ο Ιππίας, ο πρεσβύτερος των υιών αυτού. Όταν ο Αρμόδιος έφθασεν εις το άνθος τής νεανικής ωραιότητος, ο Αριστογείτων, πολίτης της μέσης τάξεως, είχεν αυτόν ως εραστήν. Ο υιός τού Πεισίστρατου Ίππαρχος επεχείρησε να αποπλανήσει τον Αρμόδιον, ο οποίος απέκρουσε τας προτάσεις του και κατήγγειλε το πράγμα εις τον Αριστογείτονα. Ούτος, βαρυαλγής εκ του ερωτικού πάθους και φοβηθείς μήπως ο Ίππαρχος, ως εκ της δυνάμεώς του, καταφύγει εις την βίαν, δια να του αποσπάσει τον Αρμόδιον, ήρχισε διατρανώνων κρυφίως την ανατροπήν τής τυραννίδος με κάθε μέσον που διέθετε. Και επειδή εν τω μεταξύ ο Ίππαρχος, επαναλαβών τας προτάσεις του προς τον Αρμόδιον, δεν επέτυχε μεν περισσότερον από την πρώτην φοράν, αλλά και δεν ηθέλησε να προσφύγει εις βίαια μέτρα, επεδίωκε όμως την δημιουργίαν ευκαιρίας όπως τον προπηλακίσει δι’ υπούλου τρόπου, χωρίς να αφήσει να φανούν τα αληθή αυτού ελατήρια. Διότι η εξουσία του γενικώς δεν ήτο επαχθής εις τον λαόν, και είχε κατορθώσει να ασκεί αυτήν κατά τρόπον μη προκαλούντα αντιπαθείας …

Ας ζητήσουμε από τον Αριστοτέλη (“Αθηναίων Πολιτεία”, 18) τη συνέχεια τής ιστορίας:
“Ο Ίππαρχος, που είχε ερωτευθεί τον Αρμόδιο, δεν συγκρατούσε την οργή του, αλλά του έδειχνε προσβλητική συμπεριφορά. Προπαντός εμπόδισε την αδελφή του να παρακολουθήσει τα Παναθήναια σαν κανηφόρος παρθένος, ενώ την είχαν εκλέξει. Και μάλιστα με βαριές φράσεις έβρισε τον Αρμόδιο σαν διεφθαρμένο. Το επεισόδιο αυτό ερέθισε τον Αρμόδιο και τον έκαμε να αποφασίσει μαζί με τον Αριστογείτονα και με τη σύμπραξη πολλών άλλων το φόνο του Ίππαρχου. Την ημέρα των Παναθήναιων παρακολουθούσαν τον Ίππαρχο στην Ακρόπολη, που περίμενε εκεί να υποδεχτεί την πομπή, επιβλέποντας το ξεκίνημά της. Βλέποντας ο Αρμόδιος και Αριστογείτων έναν από τους συνωμότες να μιλάει με οικειότητα με τον Ιππία υποψιάστηκαν πως καταγγέλλει σ’ αυτόν τα σχέδιά τους και για να κάνουν κάτι πριν τους συλλάβουν, κατέβηκαν από την Ακρόπολη και αρχίζοντας την επίθεση πριν από τους άλλους, σκότωσαν τον Ίππαρχο, που ρύθμιζε την πομπή κοντά στο Λεωκόρειο του Κεραμεικού. Ο Αρμόδιος σφάχτηκε σχεδόν αμέσως από τους δορυφόρους. Ο Αριστογείτων ξέφυγε, μα τον πιάσανε και τον θανάτωσαν αφού τον βασάνισαν πολύ”.

Έτσι, η παιδεραστία κέρδιζε στην Αθήνα μια καινούρια λάμψη. Λίγο έλειψε να τη θεωρήσουν ως συνταιριασμένη με τον έρωτα για την ελευθερία και το μίσος εναντίον των τυράννων, αφού ο Αρμόδιος και Αριστογείτων, που θα δοξάζονταν στο εξής σαν ήρωες από τους ποιητές, τους ζωγράφους και τους γλύπτες, είχαν “διατελέσει” εραστές.

Βλέποντας το σύμπτωμα του παιδιού… με άλλα μάτια

Ο στόχος δεν είναι ο χαρακτηρισμός ενός παιδιού ως «προβληματικού», αλλά η ανάδειξη των υγιών και λειτουργικών στοιχείων.

Το σύμπτωμα ή τα συμπτώματα που μπορεί να εμφανίσει κάποιο παιδί είναι αυτό που τις περισσότερες φορές κινητοποιεί τους γονείς να αναζητήσουν τη βοήθεια ενός ειδικού, σχετικά με τον τρόπο που πρέπει να χειριστούν το συγκεκριμένο σύμπτωμα ή πρόβλημα. Είναι πολλοί οι γονείς, οι οποίοι δυσκολεύονται να έρθουν σε επαφή με έναν ψυχολόγο, ακόμη κι όταν αυτό συσταθεί από τον παιδίατρο ή κάποιο άλλο γιατρό, ή ακόμη κι όταν βλέπουν ότι το πρόβλημα παραμένει για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Περιμένουν «να περάσει». Αυτό συμβαίνει γιατί φοβούνται, ότι μπορεί να ακούσουν από τον ψυχολόγο, ότι το παιδί τους «έχει πρόβλημα». Και φυσικά, κάθε υγιής άνθρωπος στη σκέψη ότι «υπάρχει πρόβλημα» – πόσο μάλλον πρόβλημα στο παιδί του – δεν χαίρεται καθόλου και θα αποφεύγει όσο μπορεί να το ακούσει.

Αλίμονο αν ήταν ευχάριστο για κάποιο γονιό να ακούσει «Το παιδί σας είναι υπερκινητικό….», «Το παιδί σας είναι φοβικό…..», «Το παιδί σας έχει διάσπαση προσοχής…….», «Το παιδί σας έχει σύνδρομο τάδε….» κλπ.

Ευτυχώς, όμως, υπάρχει τρόπος να αντιμετωπιστεί το σύμπτωμα με μια εντελώς διαφορετική ματιά. Ένα παιδί αναπτύσσεται, εξελίσσεται, μεγαλώνει, συμπεριφέρεται, συμμορφώνεται, «ταιριάζει» μέσα στην οικογένεια ανάλογα πάντα με τη φάση στην οποία βρίσκεται μια οικογένεια. Έτσι, το πρώτο παιδί είναι εντελώς διαφορετικό από το δεύτερο παιδί, το δεύτερο από το τρίτο, το τρίτο από το πρώτο. Το ένα παιδί είναι πιο υπεύθυνο ή ώριμο, ενώ το άλλο πιο πρόσχαρο και κοινωνικό. Το ένα παιδί είναι πιο ανεξάρτητο, ενώ το άλλο έχει ανάγκη περισσότερη φροντίδα. Το ένα είναι άριστος μαθητής, ενώ στο άλλο δεν αρέσουν καθόλου τα μαθήματα.

Οι συμπεριφορές αυτές δεν είναι γραμμένες στα γονίδια. Μαθαίνονται. Αυτό σημαίνει, ότι η συμπεριφορά (ή το σύμπτωμα) του ενός μέλους γίνεται λειτουργία και ερέθισμα για τη συμπεριφορά των υπόλοιπων μελών της οικογένειας, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης και μοναδικής οικογενειακής διεργασίας. Για παράδειγμα, το υπεύθυνο παιδί θα πρέπει να φροντίζει το ανώριμο, με αποτέλεσμα το πρώτο να γίνεται ακόμη πιο υπεύθυνο και το δεύτερο ακόμη πιο ανώριμο. Ή το πιο ανεξάρτητο παιδί θα αναλάβει να φροντίζει το παιδί που «δεν μπορεί μόνο του» κι έτσι το ανεξάρτητο γίνεται όλο και πιο ανεξάρτητο και αυτό που «δεν μπορεί μόνο του» θα θέλει πάντα κάποιον δίπλα του να το φροντίζει. Έτσι, το «πρόβλημα» ή «σύμπτωμα» ενός μέλους είναι ή γίνεται υπόθεση όλης της οικογένειας. Είναι άσκοπη και αδύνατη η κατανόηση της συμπεριφοράς – ευχάριστη ή δυσάρεστη – ενός μέλους της οικογένειας, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των υπόλοιπων μελών.

Ο στόχος, λοιπόν, δεν είναι ο χαρακτηρισμός ενός παιδιού ως «προβληματικού», αλλά η ανάδειξη των υγιών και λειτουργικών στοιχείων και των παιδιών και των γονιών. Το σύμπτωμα στο παιδί θα αποτελέσει κίνητρο για τους γονείς να αναρωτηθούν για τη δική τους πορεία, αφού το παιδί αναπτύσσεται στην οικογένεια, το συναισθηματικό κλίμα της οποίας καθορίζεται από την ποιότητα της σχέσης του συζυγικού ζευγαριού. Το σύμπτωμα θα γίνει μια ευκαιρία για βελτίωση του τρόπου επικοινωνίας του ζευγαριού, των αδερφιών, όλης της οικογένειας. Εξάλλου, ποιος στη χάρη των γονιών να ξέρουν ότι μπορούν και έχουν τη δύναμη οι ίδιοι να επηρεάσουν και να διαμορφώσουν τη συμπεριφορά του παιδιού τους – ευχάριστη ή δυσάρεστη, χωρίς να χρειάζονται μια ζωή τη συμβουλή των ειδικών.

Η τέχνη του ναι και του όχι

Πόσες φορές λέτε ναι ενώ σύσσωμος ο εαυτός σας φωνάζει μέσα σας όχι;
Πόσα όχι έχετε πει ενώ λαχταρούσατε να πείτε ένα ολόκαρδο ναι;
Σαν την κίνηση ενός εκκρεμούς ολόκληρη η ζωή μας κινείται ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο λέξεις που καθορίζουν την καθημερινότητά μας πολύ περισσότερο από όσο συνήθως συνειδητοποιούμε. Κι όμως, συχνά δεν τολμάμε να τις ξεστομίσουμε. Ή τις αντιστρέφουμε παρά τη θέλησή μας χτίζοντας το ίδιο το πεπρωμένο μας με βεβιασμένα όχι και απρόθυμα ναι. Στην προσωπική ιστορία όλων μας υπάρχουν εκείνες οι φορές που σύραμε κυριολεκτικά τον εαυτό τους σε αρνήσεις ή καταφάσεις για τις οποίες επαναστατούσαμε εσωτερικά. Κι αν αυτό το επαναλαμβάναμε ξανά και ξανά ίσως να είχε ως αποτέλεσμα μια συνεχώς αυξανόμενη εσωτερική πίεση ή μια σταδιακή αποξένωση από τον εαυτό μας. Βλέπετε , κάθε φορά που το κάνουμε αρνιόμαστε κι ένα κομμάτι της προσωπικής μας αλήθειας, των βαθύτερων επιθυμιών μας ή των πραγματικών μας αναγκών. Όμως δεν είμαστε οι μόνοι. Η ίδια η ιστορία είναι γεμάτη με μοιραία ναι και όχι που καθόρισαν τις μοίρες λαών κι ανθρώπων. Η μια από τις δυο Εθνικές μας Επετείους είναι συνυφασμένη με το περίφημο Όχι και η μοίρα της Ευρώπης κρίνεται από τα σκληρά παζαρευόμενα Ναι ή Όχι στο Ευρωσύνταγμα. Ίσως αν όλες οι άλλες λέξεις εξέλιπαν οι δυο αυτές ολιγοσύλλαβες λέξεις θα μπορούσαν σαν το κουκούτσι του φρούτου να κλείνουν μέσα τους όλες τις άλλες έννοιες. Από μια άποψη αποτελούν την επιτομή του δυιστικού τρόπου που βλέπουμε τον κόσμο αντιπροσωπεύοντας το πλην και το συν, τη ζωή και το θάνατο. Αν το καλοσκεφτείτε θα διαπιστώσετε πως κάθε επιλογή μας είναι το αποτέλεσμα της διαλεκτικής ανάμεσα στις δυο αυτές λέξεις που στην ουσία δεν είναι παρά δυο αντίθετες ψυχολογικές στάσεις. Όλοι άλλωστε μπορούμε να βεβαιώσουμε πως υπάρχουν στιγμές που νιώθουμε πως θεοί και δαίμονες συγκρούονται μέσα μας πριν βγάλουμε την ετυμηγορία της άρνησης ή της κατάφασης.

To Mεγάλο Ναι ή το Μεγάλο όχι;

Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή η εσωτερική πάλη σφραγίζει ολόκληρη τη ζωή όπως τόσο εύγλωττα αποτυπώνει στον ποιητικό του λόγο ο Καβάφης :« Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα, που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι, να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησή του. Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξανάλεγε. Κι όμως, τον καταβάλλει εκείνο το όχι- το σωστό- εις όλην την ζωή του.» Με κάποιο τρόπο το έχουμε ζήσει όλοι αυτό, έστω σε μικρή κλίμακα αφού κάθε στιγμή, ό,τι κάνουμε και ό,τι λέμε δεν είναι τίποτα άλλο από μια μετάθεση ανάμεσα στο ναι και στο όχι. Το ίδιο το πεπρωμένο μας επωάζεται την ώρα που αυτές οι δυο αντίθετες έννοιες παζαρεύονται μέσα μας.. Αυτή όμως είναι η στιγμή της μέγιστης δύναμης και ελευθερίας μας: εκεί, στο σύνορο ανάμεσα στο ναι και στο όχι όταν ακόμα δεν έχουμε βγάλει απόφαση. Τότε που τα πάντα είναι πιθανά, όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά και εμείς κάνουμε αστραπιαίους συνυπολογισμούς επιθυμιών, αναγκών, συμφερόντων, συναισθημάτων, λογικής , εξαρτημένων αντανακλαστικών και κοινωνικών κανόνων. Είναι το αντίστοιχο της αρχής της αβεβαιότητας στην κβαντική φυσική. Όλα μπορούν να συμβούν, αλλά ακόμα είναι στην περιοχή του ανεκδήλωτου σαν το περιστρεφόμενο νόμισμα που δεν έχει πέσει ακόμα κορώνα ή γράμματα. Τότε είναι, σ’ εκείνον τον μετέωρο χρόνο, που μπορούμε να αλλάξουμε πεπρωμένο ! Πώς ; Εισάγοντας νέα δεδομένα στο νου μας, τέτοια που να μας οδηγήσουν σε μια κατάφαση εκεί που παλιά μόνο αρνιόμαστε και σε μια άρνηση εκεί που πάντα υποχωρούσαμε. Βλέπετε, είναι τελικά τέχνη να μπορούμε να πούμε ένα καθοριστικό όχι που βάζει όρια και λειτουργεί σαν ασπίδα προστασίας ή ένα ναι που να δηλώνει την κατάφασή μας στη ζωή και την ικανότητά μας να συνεχίζουμε παρά τις όποιες αντιξοότητες.

Τα Ναι Που Αρνηθήκαμε στον Εαυτό Μας

Υπάρχουν κάποια Ναι που χρωστάμε στον εαυτό μας. Κάποια βαθύτερα αιτήματά του τα οποία έχουμε αγνοήσει. Για να μην χαλάσουμε το χατίρι κάποιου που αγαπούσαμε. Για να αποφύγουμε την ένταση. Για να μας αγαπούν και να μας θέλουν. Γιατί αυτό περίμεναν οι άλλοι από εμάς. Σιγά-σιγά από παιδιά μάθαμε να υποτασσόμαστε και να καταπιέζουμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας . Στην πραγματικότητα ολόκληρος ο πολιτισμός έχει χτιστεί με τα τούβλα του ναι και του όχι που οριοθετούν τις επιθυμίες μεταξύ των ανθρώπων. Τα «καλά» παιδιά, οι «καλές» σύζυγοι, οι «καλοί» πολίτες έπρεπε να υποτάξουν τα θέλω τους σ’ εκείνα των άλλων. Κι έτσι μας έγινε εξαρτημένο αντανακλαστικό. Θυμηθείτε πόσες φορές έχετε βάλει τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές σας; Όλες αυτές τις φορές αρνηθήκατε να παραχωρήσετε μια συγκατάθεση στον εαυτό σας. Όμως, η κρυφή δύναμη αυτών των ανείπωτων Ναι είναι τρομερή. Συχνά κάτω από αυτά βρίσκονται θαμμένα όνειρα ζωής, ταλέντα που έμειναν ανεκμετάλλευτα, δυνατότητες που δεν αξιοποιήθηκαν. Πόσοι άνθρωποι λ.χ. δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους ή ποτέ δεν έκαναν αυτές που πραγματικά ήθελαν επειδή αντί να πουν το Ναι της καρδιάς τους είπαν Ναι σ’ εκείνα που ήθελε το οικογενειακό τους περιβάλλον; Πόσες γυναίκες με σπουδαία ταλέντα και μεγάλες ικανότητες υποτάχθηκαν και τις έθαψαν σιωπηλά για να δώσουν το προβάδισμα στην οικογένεια; Όταν συμβαίνει αυτό, όταν αρνιόμαστε να παραχωρήσουμε το μεγάλο Ναι στον εαυτό μας συμβαίνει ένα παράξενο φαινόμενο. Καθώς οι μέρες διαδέχονται η μια την άλλη αυτού του τύπου τα ανεκπλήρωτα όνειρα φαίνονται όλο και πιο μακρινά έτσι που κάποτε μοιάζουν σαν να μην ήταν ποτέ δικά μας , σαν να ανήκουν σε κάποιους άλλους. Κι όμως αφήνουν το ενεργειακό τους εκμαγείο στην ψυχή μας. Όμως , δεν είναι μόνο αυτά. Συχνά , η ίδια η καθημερινότητά μας είναι διάστικτη από τα κενά που αφήνουν τα μικρά ανείπωτα Ναι μας αφήνοντάς μας με μια αίσθηση έλλειψης ικανοποίησης. Ή θυμού. Όταν δεν κάνουμε καθόλου χώρο για να ικανοποιηθούν οι δικές μας ανάγκες συχνά ο εαυτός μας νιώθει προδομένος όχι μόνο από τους άλλους αλλά και από εμάς τους ίδιες. Ένας βαθύς υπόγειος θυμός μπορεί τότε να αναπτυχθεί και να υπονομεύσει από τις σχέσεις μέχρι την υγεία μας. Πολλές φορές ούτε σ’ αυτό τον θυμό δεν κάνουμε χώρο. Αυτή άλλωστε είναι μια κοινή συνήθεια μεταξύ των ανθρώπων. Αρνούνται να δεχθούν ότι νιώθουν ορισμένα συναισθήματα. Ζήλια , εκδικητικότητα, οργή ή ακόμα και έρωτας για λάθος πρόσωπα, όλα αυτά συχνά συναντούν το μεγάλο Όχι της κοινωνίας που έτσι εξαναγκάζει τα μέλη της να αποκοπούν από τα συναισθήματά τους. Για πολλούς ανθρώπους το μεγαλύτερο Ναι που θα μπορούσαν να προσφέρουν στον εαυτό τους είναι να αποδεχθούν τα «ακατάλληλα» συναισθήματά τους και να πουν «ναι, νιώθω έτσι και το αποδέχομαι.» Για άλλους η μεγάλη αυτό-συγκατάθεση μπορεί να σχετίζεται με φαινομενικά μικρές και ασήμαντες καθημερινές επιλογές: από το να δώσουν προσωπικό χρόνο στον εαυτό τους μέχρι να πουν στα ίσια ότι θέλουν κάτι.

Μερικές Χρήσιμες Ερωτήσεις

Κάντε μια παύση αυτή τη στιγμή και αναλογιστείτε:
Α. Πόσες φορές αρνηθήκατε να πείτε Ναι στον εαυτό σας την περασμένη εβδομάδα
Για να μη χαλάσετε το χατίρι κάποιου που αγαπάτε;
Για να αποφύγετε την ένταση ή τις αντιπαραθέσεις;
Για να σας αγαπούν και να σας αποδέχονται;
Επειδή ντραπήκατε να πείτε όχι;
Επειδή το Ναι σας ήταν ένας ελιγμός ,μια παραχώρηση, προκειμένου να πετύχετε κάτι σημαντικότερο;
Επειδή αυτό το Ναι το επιβάλλει το κοινωνικό πρωτόκολλο;
Επειδή σας έμαθαν ότι πρέπει να βάζετε τις ανάγκες των άλλων πριν από τις δικές σας;

Β. Σε ποιους τομείς συνήθως αρνείστε να πείτε Ναι στον εαυτό σας;
Στην διεκδίκηση προσωπικού χρόνου.
Στην αγορά κάποιων πραγμάτων ή υπηρεσιών για προσωπική σας απόλαυση.
Στην αποδοχή κάποιων «ανεπιθύμητων» συναισθημάτων.
Στο δικαίωμά σας να βαριέστε να κάνετε κάποια πράγματα.
Στην ανάγκη σας να το ρίξετε έξω.
Στο να παραδεχθείτε ανοιχτά ότι κάτι στη συμπεριφορά του άλλου σας ενόχλησε.
Στο να διεκδικήσετε για τον εαυτό σας την καλύτερη θέση, το αναπαυτικότερο κάθισμα, το μεγαλύτερο κομμάτι, την καλύτερη θέα κλπ.
Στο να πείτε «δεν πειράζει» ή «δεν θέλω» ή «δεν είναι ανάγκη» ενώ στην πραγματικότητα και πείραζε και θέλατε και ήταν ανάγκη.
Στο να πείτε «δεν με νοιάζει, ότι θέλεις εσύ» ενώ κατά βάθος ξέρατε πολύ καλά τι εσείς θέλατε.
Στο να επιτρέψετε στον εαυτό σας να μην είναι η εξυπηρετική, η πρόθυμη η καλόβολη υποχωρώντας στις αξιώσεις κάποιων που συνεχώς σας ζητάνε χάρες και εξυπηρετήσεις.

Γ. Σκεφτείτε τώρα όλη τη ζωή σας : υπάρχουν κάποια όνειρα που αρνηθήκατε ή κάποια ταλέντα και ικανότητες που δεν αξιοποιήσατε; Γιατί;
Για να μην έρθετε σε ρήξη με το περιβάλλον σας;
Για να μην ρισκάρετε μια σχέση σας;
Για να σας αγαπούν και να σας θέλουν;
Γιατί θέλατε να είστε υπάκουη κόρη ή καλή σύζυγος /μητέρα;
Γιατί νομίζατε ότι δεν ήταν τόσο σημαντικά όσο η καλή σας σχέση με εκείνους που δεν τα ευνοούσαν;

Οι ίδιες οι απαντήσεις σας μπορούν να γίνουν φακοί στο σκοτάδι και να σας δείξουν αυτό που κρύβεται πίσω από την άρνηση συγκατάθεσης στον εαυτό σας.

Η Δυσκολία να Πούμε Όχι

Πόσο μακριά μπορεί να πάει η αυτό-άρνηση; Μπορεί να ροκανίσει τον χρόνο σας –ιδίως τον ελεύθερο- την αυτοεκτίμησή σας, την αυτονομία σας, τις σχέσεις σας, με λίγα λόγια μπορεί να πέσει σαν πιράνχας στη ζωή σας. Η αλήθεια είναι πως συνήθως δεν πάει μόνη της. Πηγαίνει μαζί με την δυσκολία να ειπωθεί ένα όχι και να τεθούν όρια στις αξιώσεις του περιβάλλοντος. Γιατί ,τα βεβιασμένα Ναι δεν είναι παρά αυτή ακριβώς η δυσκολία να πείτε ένα ξεκάθαρο και σαφές Όχι. Πόσοι άνθρωποι δεν κάνουν με μισή καρδιά ή και βρίζοντας μέσα τους τις χάρες και τις εξυπηρετήσεις που δεν μπόρεσαν να αρνηθούν στους άλλους; Πόσες γυναίκες δεν παραχώρησαν το απρόθυμο σώμα τους στο σεξουαλικό αίτημα του συντρόφου τους μόνο και μόνο για να μην τον απογοητεύσουν; Πόσες φορές δεν βρεθήκαμε φορτωμένοι με υποχρεώσεις που αναλάβαμε για λογαριασμό τρίτων επειδή δεν είχαμε το σθένος να πούμε όχι; Αν αυτό είναι κάτι που το αναγνωρίζετε ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη ζωή σας , ίσως θα πρέπει να μάθετε να λέτε μερικά καθοριστικά όχι. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα φτάσετε στο σημείο να μη δίνετε του αγγέλου σας νερό! Όμως πρέπει να εξετάσετε αν η ανάγκη να σας αγαπούν και να έχουν καλή γνώμη για σας οι άλλοι σας σπρώχνει συχνά να τους προσφέρετε γην και ύδωρ παραχωρώντας περισσότερα από αυτά που πραγματικά αντέχετε. Από την άλλη πλευρά η κοινωνική ψυχολογία μας βεβαιώνει πως η διάθεση προσφοράς και αλληλεγγύης είναι μια εγγενής ιδιότητα των ανθρώπων. Κατά βάθος όλοι χαιρόμαστε να προσφέρουμε χαρά στους άλλους. Νιώθουμε ικανοποίηση όταν μπορούμε να τους φανούμε χρήσιμοι και να τους βοηθήσουμε. Όμως συχνά αυτό ξεπερνάει το μέτρο και φτάνει να γίνεται καταναγκασμός. Λέμε ναι, όχι πια με την καρδιά μας αλλά επειδή δεν μπορούμε ή δεν τολμάμε να πούμε όχι. Για να μην παρεξηγηθεί, ο άλλος. Για να μην θυμώσει, ο άλλος. Γιατί θα μας κατακρίνει , ο άλλος. Γιατί ντρεπόμαστε να αρνηθούμε, στον άλλο. Γιατί θα κακοκαρδιστεί , ο άλλος. Γιατί θα διαταραχθεί η αγάπη ,του άλλου. Γιατί θα μας τιμωρήσει με κάποιο τρόπο, ο άλλος. Γιατί είναι πιο ανήμπορος, πιο αδύναμος, πιο ευαίσθητος από εμάς, ο άλλος. Πάντα ο άλλος. Εμείς πουθενά. Όπως σημειώνει η Σούζαν Νιούμαν στο βιβλίο της “The Book of No”, «αν είστε από τους τύπους στους οποίους προστρέχουν πάντα οι άλλοι, αν σας καλούν να κάνετε πράγματα γι αυτούς και ζητούν κάθε τόσο τη βοήθειά σας είναι επειδή πάντα λέτε Ναι. Ίσως λοιπόν ήρθε η ώρα να μάθετε την τέχνη να λέτε όχι».

Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται να κάνετε είναι καθορίσετε τα όριά σας. Πρώτα για σας την ίδια. Πόσο από τον χρόνο , τη σκέψη, τα χρήματα ή τις υπηρεσίες σας μπορείτε να προσφέρετε κάθε φορά στους άλλους χωρίς να νιώσετε ότι πέφτετε θύμα εκμετάλλευσης ή ότι εξουθενώνεστε και αποστραγγίζεστε από ενέργεια; Η ειλικρινής απάντηση θα σας δώσει το μέτρο της αντοχής και της ανοχής σας. Εξίσου ειλικρινής πρέπει να είστε με τον εαυτό σας ως προς τα αυθεντικά σας συναισθήματα. Θέλετε πραγματικά να κάνετε αυτό που σας ζητάει ο άλλος ή απλά υποχωρείτε; Αν η καρδιά σας αρνείται, σεβαστείτε τη. Η αλήθεια όμως είναι πως αν έχετε εκπαιδεύσει το περιβάλλον σας να σας θεωρεί κάτι σαν την επέμβαση πρώτων βοηθειών ίσως θα σας είναι πιο δύσκολο να κάνετε απότομες και ριζικές αλλαγές. Αρχίστε με μικρά όχι. Μην αναλαμβάνετε να λύσετε όλα τα προβλήματα των άλλων. Το σύνδρομο του σωτήρα είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων που δυσκολεύονται να πουν όχι. Στην πραγματικότητα είναι η δική τους βαθύτερη ανάγκη να αισθάνονται χρήσιμοι. Και αξιαγάπητοι. Όμως έτσι υποδουλώνονται. Το ερώτημα είναι υπάρχει άραγε κάποιος τρόπος να λέμε Όχι χωρίς να κάνουμε τον άλλο να νιώθει αποκλεισμένος; Υπάρχουν πολλοί.

Η Τέχνη των Ορίων και της Διεκδίκησης

Το πρώτο βασικό βήμα είναι να ξεχωρίσετε τις δικές σας ανάγκες και επιθυμίες από εκείνες των αγαπημένων σας. Αν είστε από τους ανθρώπους που συνηθίζετε να υποχωρείτε για χάρη των άλλων ίσως να μην μπορείτε πια να ξεχωρίσετε τι εσείς θέλετε πραγματικά. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο. Εκείνοι που μια ζωή σπεύδουν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των άλλων χάνουν την επαφή με τον εαυτό τους και πρέπει να ανασυνδεθούν μαζί του από την αρχή. Εφόσον λοιπόν καταφέρετε να ξεχωρίσετε τι θέλετε κατά βάθος , άσχετα αν αυτό θα ευχαριστήσει το περιβάλλον σας, το δεύτερο βήμα σας καλεί να το εκφράσετε όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται. Αυτή η ξεκάθαρη δήλωση είναι πολύ σημαντική. Όσοι έχουμε περάσει από το σχολείο του έρωτα ξέρουμε πολύ καλά πόσα Όχι μας σήμαιναν Ναι. Όταν όμως έχουμε να κάνουμε με την καθημερινότητα και την τέχνη να βάζουμε όρια είναι αναγκαίο αυτό που λέμε να το εννοούμε. Και να το τηρούμε. Αν πούμε Όχι ή Ναι και υπαναχωρήσουμε έχουμε δώσει διπλό μήνυμα στους άλλους και είναι σαν να τους προτρέπουμε να παραβιάσουν τα όριά μας ξανά. Από την άλλη πλευρά έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος που θα εκφράσουμε την άρνηση ή την κατάφασή μας. Πολλοί άνθρωποι γρυλίζουν το Ναι τους και πετάνε το Όχι τους σαν δόρυ πάνω στον άλλο. Ο στόχος δεν είναι να επιτεθούμε ούτε να οχυρωθούμε για να μη μας πάρουν φαλάγγι. Αυτό που πραγματικά έχει νόημα είναι να επικοινωνήσουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε , νιώθουμε και μπορούμε. Αν κρατήσετε αυτό κατά νου θα βρείτε τον τρόπο να σεβαστείτε πρώτη εσείς τα δικά σας όρια καλώντας και τους άλλους να κάνουν το ίδιο.

Παρατηρήστε τους ανθρώπους των οποίων τα όρια σπάνια παραβιάζονται από το περιβάλλον τους: συνήθως έχουν μια σταθερή στάση εκτίμησης προς τον εαυτό τους. Βλέπετε η αδυναμία να βάλουμε όρια ή να πούμε ένα καθοριστικό Όχι στις παράλογες αξιώσεις των άλλων σχετίζεται συχνά με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Από την άλλη πλευρά το να πούμε ένα εξίσου καθοριστικό Ναι επιτρέποντας στον εαυτό μας ορισμένες χαρές είναι ίσως κάτι που του χρωστάμε εδώ και χρόνια. Αν το να ξέρουμε να λέμε Όχι είναι η τέχνη των ορίων τότε και το να ξέρουμε να λέμε Ναι είναι η τέχνη της διεκδίκησης. Σ’ αυτήν συμπεριλαμβάνεται και η ικανότητά μας να μπορούμε να ζητάμε ή να δεχόμαστε μια προσφορά. Οι τρεις πιο δύσκολες εκφράσεις λένε , είναι να πει κάποιος «σ’ αγαπώ», «με συγχωρείς» και «βοήθησέ με». Το να αποδεχθούμε ότι χρειαζόμαστε την βοήθεια των άλλων και κυρίως το να τη ζητήσουμε είναι ένα μεγάλο βήμα ωριμότητας. Μας βγάζει από την ψευδαίσθηση του σωτήρα κι από την αλαζονεία της αυτονομίας. Κανείς δεν είναι πραγματικά αυτόνομος. Όλοι έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. Ας επιτρέψουμε στον εαυτό μας να μην μπορεί και κυρίως να μην πρέπει να τα κάνει όλα. Ας του δώσουμε την άδεια να ζητάει και την ευθύτητα να αποκρίνεται ένα ειλικρινές Ναι η Όχι . «Στην πραγματικότητα η μόνη λανθασμένη απόκριση» ομολόγησε κάποτε η Αναίς Νιν που συνέχεε την αγάπη με το σεξ και ποτέ δεν είπε Όχι από τότε που γνώρισε τον Χένρι Μίλερ «είναι η δυσκολία να αγαπήσουμε».

Η άποψη του Ξενοφάνη, του Ηρόδοτου, του Πλάτωνα και του Πυθαγόρα για τον Ησίοδο και τον Όμηρο

Ξενοφάνης 21 Β 11 DK
Ο Ησίοδος κι ο Όμηρος τα πάντα στους θεούς απέδωσαν,
όσα ψόγος και όνειδος μες στους ανθρώπους είναι,
κλοπή, μοιχεία, απάτη του ενός στον άλλο.

Ηρόδοτος 2.53.2
Αυτοί (=ο Όμηρος και ο Ησίοδος) είναι που συνέθεσαν μια θεογονία για τους Έλληνες και έδωσαν στους θεούς τις επωνυμίες τους, μοίρασαν τις τιμές και τις ικανότητές τους και ερμήνευσαν τις μορφές τους.

Πλάτων, Πολιτεία 377C-378C
-«Πρέπει να απορριφθούν οι περισσότεροι από τους μύθους που λέγονται τώρα... τους οποίους μας είπαν ο Ησίοδος... ο Όμηρος και οι άλλοι ποιητές. Γιατί αυτοί είναι που συνέθεσαν ψευδείς μύθους και τους έλεγαν και τους λεν στους ανθρώπους».
-«Τι είδους μύθους; ...Ποια μομφή λες σε βάρος τους;»
- «...όταν δημιουργεί κανείς μια κακή εικόνα με το λόγο για το τι λογής είναι οι θεοί και οι ήρωες... Καταρχήν... αυτός που είπε το μέγιστο και για τα μέγιστα ψεύδος είπε άσχημο ψέμα, ότι δηλαδή ο Ουρανός διέπραξε αυτό που ισχυρίζεται ότι έκανε ο Ησίοδος και ότι ο Κρόνος τον εκδικήθηκε. Τα έργα του Κρόνου, πάλι, και όσα έπαθε από το γιο του νομίζω ότι δε θα έπρεπε να λέγονται τόσο εύκολα σε άφρονες και νέους, ακόμη κι αν ήταν αληθινά... ούτε βέβαια ότι πολεμούν, επιβουλεύονται και μάχονται οι θεοί με θεούς –γιατί δεν είναι αλήθεια... πολύ λιγότερο πρέπει να διανθίζονται και να εξιστορούνται σ’ αυτούς οι γιγαντομαχίες και οι άλλες έχθρες, πολλές και κάθε είδους, των θεών και των ηρώων προς τους συγγενείς και τους οικείους τους».

Διογ. Λαέρτ. 8.21
Ο Ιερώνυμος [ο Ρόδιος] ισχυρίζεται ότι όταν ο Πυθαγόρας κατέβηκε στον Άδη είδε την ψυχή του Ησίοδου δεμένη σε χάλκινο κίονα να τσιρίζει, ενώ την ψυχή του Ομήρου την είδε κρεμασμένη από ένα δέντρο και περιτριγυρισμένη από φίδια, εξαιτίας όσων είπαν για τους θεούς...

4η βιομηχανική επανάσταση με βάση την ανάλυση δεδομένων

Οι βιομηχανικές εταιρείες σε όλο τον κόσμο ανεξαρτήτως κλάδου δραστηριότητας έχουν αρχίσει να αναλαμβάνουν δράση εν όψει της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Η υλοποίηση είναι σε πλήρη εξέλιξη σε παγκόσμιο επίπεδο: ήδη σχεδόν το ένα τρίτο των εταιρειών αξιολογούν το επίπεδο της ψηφιακής τους ολοκλήρωσης ως υψηλό, ενώ το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί κατά μέσο όρο από 33% σε 72% μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. Οι ηγέτες της βιομηχανίας αναβαθμίζουν ψηφιακά τις βασικές λειτουργίες των οργανισμών τους και της εφοδιαστικής τους αλυσίδας.

Ταυτόχρονα και σύμφωνα με μελέτη της PwC, εμπλουτίζουν το χαρτοφυλάκιο προϊόντων τους με ψηφιακές λειτουργίες και εισάγουν καινοτόμες ψηφιακές υπηρεσίες. Οι εταιρείες σε όλο τον κόσμο επιθυμούν να επενδύσουν το 5% περίπου των ψηφιακών εσόδων τους στον ψηφιακό μετασχηματισμό.

Με βάση τους κλάδους της βιομηχανίας που συμμετείχαν στην έρευνα, το 5% των ψηφιακών εσόδων αντιστοιχεί σε συνολική ετήσια επένδυση ύψους 907 δισ. δολαρίων. Στο επίκεντρο αυτών των επενδύσεων θα είναι ψηφιακές τεχνολογίες, όπως αισθητήρες ή συσκευές σύνδεσης καθώς και λογισμικό και εφαρμογές όπως τα συστήματα εκτέλεσης παραγωγής. Επιπλέον, οι εταιρείες θα επενδύουν στην εκπαίδευση των εργαζομένων τους και στην υλοποίηση των απαιτούμενων οργανωτικών αλλαγών.

Πάνω από τις μισές από αυτές τις εταιρείες (55%) εκτιμούν ότι θα αποσβέσουν αυτές τις δαπάνες μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Αυτά είναι τα συμπεράσματα της παγκόσμιας έρευνας της PwC «Industry 4.0:Building the digital enterprise», στην οποία συμμετείχαν πάνω από 2.000 εταιρείες από 9 κλάδους της βιομηχανίας σε 26 χώρες.

Κατά τη διάρκεια αυτής της μετάβασης, οι μάνατζερ που συμμετείχαν στην έρευνα προβλέπουν μέση μείωση του κόστους κατά 3,6% και μέση αύξηση των εσόδων κατά 2,9% ετησίως. Σε απόλυτα μεγέθη, τα ποσοστά αυτά αντιστοιχούν σε εξοικονόμηση κόστους ύψους 420 δισ. δολαρίων και ταυτόχρονη αύξηση εσόδων ύψους 495 δισ. δολαρίων.

Με την ολοκλήρωση αυτή της διαδικασίας μετασχηματισμού, οι επιτυχημένες βιομηχανίες θα έχουν μετατραπεί σε πραγματικές ψηφιακές επιχειρήσεις, με τα φυσικά προϊόντα στον πυρήνα τους, αναβαθμισμένες με ψηφιακές πλατφόρμες και καινοτόμες υπηρεσίες με βάση τα δεδομένα. Αυτές οι ψηφιακές επιχειρήσεις θα συνεργάζονται με τους πελάτες και τους προμηθευτές τους σε βιομηχανικά ψηφιακά οικοσυστήματα.

Πάνω από το 80% των εταιρειών εκτιμούν ότι οι αναλύσεις δεδομένων θα έχουν σημαντική επίδραση στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε πέντε χρόνια από τώρα.

Μπορεί η θρησκεία να αποτελέσει «επιστημονική υπόθεση»;

religion-vs-scienceΗ γραμμή μεταξύ των επιστημόνων – πιστών και μη πιστών – είναι ότι η επιστήμη και η θρησκεία αποτελούν αυτό που ο παλαιοντολόγος και ιστορικός της επιστήμης Stephen Jay Gould (1941-2002), έχει αποκαλέσει «μη επικαλυπτόμενες διδασκαλίες». Το 1998 η Εθνική Ακαδημία Επιστημών των Ηνωμένων Πολιτειών εξέδωσε μια ανακοίνωση στην οποία βεβαίωνε ότι «η επιστήμη δεν μπορεί να πει τίποτε για το υπερφυσικό. Το αν ο Θεός υπάρχει ή όχι είναι ένα ζήτημα στο οποίο η επιστήμη είναι ουδέτερη».
 
Τα επιστημονικά πειράματα δεν έχουν εντοπίσει ως τώρα απτές αποδείξεις για την ύπαρξη ενός θεού
 
Ωστόσο σύμφωνα με μια έρευνα της ίδιας χρονιάς το 93% των μελών της Ακαδημίας δεν πίστευε σε κάποιον θεό.
 
Από τη στιγμή που περίπου το ίδιο ποσοστό των αμερικανών πολιτών δηλώνει ότι πιστεύει σε κάποιον θεό, διερωτάται κανείς τι, αν όχι η επιστήμη τους, κάνει την ελίτ των αμερικανών επιστημόνων να διαφέρει τόσο πολύ από τον γενικό πληθυσμό.
 
Η πλειονότητα των επιστημόνων σε όλα τα επίπεδα δεν πιστεύει σε κάποιον θεό. Παρ’ όλα αυτά οι περισσότεροι είναι απρόθυμοι να αμφισβητήσουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των άλλων. Είμαι ένας φυσικός ο οποίος, μαζί με άλλους τους οποίους αποκαλούν «οι νέοι άθεοι», είναι πρόθυμος να αμφισβητήσει τη θρησκευτική πίστη. Οι θεοί που λατρεύονται από δισεκατομμύρια είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν. Και αυτοί οι θεοί, αν υπάρχουν, πρέπει να έχουν παρατηρήσιμες συνειδήσεις. Ετσι, το ερώτημα της ύπαρξής τους αποτελεί ένα θεμιτό επιστημονικό ζήτημα το οποίο έχει βαθιά σημασία για την ανθρωπότητα.
 
Παρατήρηση και πείραμα
Μπορείτε να θεωρήσετε την ύπαρξη του Θεού μια επιστημονική υπόθεση και να αναζητήσετε τα επακόλουθά της εμπειρικά στοιχεία. Πολλές από τις ιδιότητες που συνδέονται με τον ιουδαϊκο-χριστιανικο-ισλαμικό θεό έχουν συγκεκριμένες συνέπειες οι οποίες μπορούν να εξεταστούν εμπειρικά. Ενας τέτοιος θεός θεωρείται ότι παίζει κεντρικό ρόλο στη λειτουργία του Σύμπαντος και στις ζωές των ανθρώπων. Ως εκ τούτου οι υπέρ του αποδείξεις θα έπρεπε να είναι εύκολα ανιχνεύσιμες με επιστημονικά μέσα.
 
Αν ένα κατάλληλα ελεγχόμενο πείραμα κατέληγε σε μια παρατήρηση η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί με φυσικά μέσα, τότε η επιστήμη θα έπρεπε να πάρει στα σοβαρά την πιθανότητα ενός κόσμου πέρα από την ύλη.
 
Απόπειρες για τέτοια πειράματα έχουν γίνει. Οι επιστήμονες έχουν εξετάσει εμπειρικά την αποτελεσματικότητα της μεσολαβητικής προσευχής – της προσευχής που λέγεται προς όφελος άλλων. Οι μελέτες αυτές, θεωρητικά, θα μπορούσαν να έχουν αποδείξει επιστημονικά ότι υπάρχει κάποιος θεός. Αν είχαν διαπιστώσει σαφώς, σε μια διπλά τυφλή και ελεγχόμενη για το φαινόμενο placebo δοκιμή, ότι οι μεσολαβητικές προσευχές γιατρεύουν τον άρρωστο, θα ήταν δύσκολο να βρεθεί μια φυσική εξήγηση. Δεν το διαπίστωσαν όμως.
 
Παρόμοιες δοκιμές έχουν γίνει σε επιθανάτιες εμπειρίες. Ορισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι είχαν μια επιθανάτια εμπειρία κατά τη διάρκεια κάποιας χειρουργικής επέμβασης, έχουν αναφέρει ότι ίπταντο επάνω από το χειρουργικό τραπέζι παρακολουθώντας όλα όσα γίνονταν κάτω. Το αν αυτό είναι μια πραγματική εμπειρία ή μια παραίσθηση μπορεί να εξεταστεί εύκολα τοποθετώντας ένα μυστικό μήνυμα σε ένα ράφι που βρίσκεται ψηλά και δεν μπορούν να το δουν ο ασθενής και το προσωπικό του νοσοκομείου. Αυτό έχει δοκιμαστεί και κανείς απ’ όσους έχουν αναφέρει μια επιθανάτια εμπειρία δεν έχει διαβάσει το μήνυμα.
 
Σύμπαν και ψυχή
Ακριβώς όπως η επιστήμη μπορεί να σχεδιάσει πειράματα για να ελέγξει την ύπαρξη του Θεού, μπορεί επίσης να αναζητήσει αποδείξεις εναντίον της ύπαρξης του Θεού στον κόσμο γύρω μας. Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν μιλάμε εναντίον της ύπαρξης οποιουδήποτε θεού ή κάθε έννοιας θεού που θα μπορούσε να υπάρχει. Για παράδειγμα, ένας θεός ο οποίος δημιουργεί το Σύμπαν και μετά το αφήνει να λειτουργεί από μόνο του θα ήταν πολύ δύσκολο να καταρριφθεί. Κανείς όμως δεν λατρεύει έναν θεό ο οποίος δεν κάνει τίποτε.
 
Σχεδιασμός και βιολογία
Αν ο Θεός είναι ο ευφυής σχεδιαστής της ζωής στη Γη, τότε θα έπρεπε να βρούμε ενδείξεις γι’ αυτή την ευφυΐα σε παρατηρήσεις της δομής της ζωής. Δεν βρίσκουμε. Το κίνημα του Ευφυούς Σχεδιασμού απέτυχε στην προσπάθειά του να αποδείξει ότι η πολυπλοκότητα που συναντάμε σε ορισμένα βιολογικά συστήματα δεν επιδέχεται απλούστευση και δεν μπορεί να ερμηνευθεί με την εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου. Η ζωή στη Γη φαίνεται ακριβώς όπως θα έπρεπε να φαίνεται αν είχε προκύψει από τη φυσική επιλογή.
 
Οι περισσότερες θρησκείες υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι έχουν άυλες ψυχές οι οποίες ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό τις νοητικές διεργασίες μας. Αν αυτό ίσχυε, θα έπρεπε να μπορούμε να παρατηρήσουμε νοητικά παραγόμενα φαινόμενα τα οποία δεν εξαρτώνται από τη χημεία του εγκεφάλου. Δεν παρατηρούμε όμως.
 
Πίστη και συμπεριφορά
Αν ο Θεός είναι η πηγή της ηθικής, τότε θα έπρεπε να βρίσκουμε ενδείξεις για μια υπερφυσική προέλευση στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Δεν βρίσκουμε όμως. Οι άνθρωποι της πίστης δεν συμπεριφέρονται σε γενικές γραμμές καλύτερα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συμπεριφέρονται χειρότερα από τους ανθρώπους που δεν έχουν πίστη. Η Ιστορία δείχνει ότι οι ηθικές επιταγές με τις οποίες ζούμε οι περισσότεροι δεν γεννήθηκαν με τις μονοθεϊστικές θρησκείες, όπως οι υπέρμαχοι αυτών των θρησκειών θέλουν να μας κάνουν να πιστεύουμε. Αντιθέτως, η ηθική συμπεριφορά φαίνεται να έχει εξελιχθεί κοινωνικά.
 
Επίσης, αν ο Θεός απαντά στις προσευχές θα έπρεπε να δούμε θαυματουργά αποτελέσματα στην προσευχή. Με τα εκατομμύρια προσευχών που έχουν ειπωθεί καθημερινά επί χιλιάδες χρόνια, θα περιμέναμε κάποια από αυτές να είχε απαντηθεί ως τώρα με έναν επαληθεύσιμο τρόπο. Δεν έχει γίνει όμως κάτι τέτοιο.
 
Αν ο Θεός έχει αποκαλύψει αλήθειες στην ανθρωπότητα, τότε οι αλήθειες αυτές θα έπρεπε να είναι εξετάσιμες. Ανά τις χιλιετίες πολλοί άνθρωποι έχουν αναφέρει θρησκευτικές ή μυστικές εμπειρίες στις οποίες επικοινώνησαν με τον Θεό ή με κάποιον άλλον. Ως τώρα θα έπρεπε να είχαμε δει κάποια ένδειξη που να το επιβεβαιώνει, όπως ένα επαληθεύσιμο γεγονός το οποίο δεν θα μπορούσε να «βγει» από το μυαλό κάποιου παρά μόνον αν του είχε αποκαλυφθεί. Δεν έχουμε δει όμως.
 
Είναι το Σύμπαν στα μέτρα μας;
Αν ο Θεός είναι ο δημιουργός του Σύμπαντος, τότε θα έπρεπε να βρίσκουμε στοιχεία γι’ αυτό στην Αστρονομία και στη Φυσική. Δεν βρίσκουμε όμως. Η γέννηση του Σύμπαντός μας δεν χρειάστηκε θαύματα. Επιπλέον, η σύγχρονη Κοσμολογία προτείνει ένα αέναο «πολυσύμπαν» μέσα στο οποίο πολλά άλλα σύμπαντα έρχονται και φεύγουν.
 
Αν οι άνθρωποι είναι ένα ξεχωριστό δημιούργημα του Θεού, τότε το Σύμπαν θα έπρεπε να είναι φιλόξενο για την ανθρώπινη ζωή. Δεν είναι όμως. Οι υπέρμαχοι του Θεού υποστηρίζουν ότι οι παράμετροι του Σύμπαντος είναι συντονισμένες για την ανθρώπινη ζωή. Δεν είναι όμως. Το Σύμπαν δεν είναι συντονισμένο για εμάς. Εμείς είμαστε συντονισμένοι στο Σύμπαν. Αφού εξετάσαμε όλα τα στοιχεία, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το Σύμπαν και η ζωή φαίνονται ακριβώς όπως θα περιμέναμε να φαίνονται αν δεν υπήρχε Θεός.

Τέλος, θα ήθελα να σχολιάσω την αφροσύνη της πίστης. Όταν η πίστη επικρατεί έναντι των γεγονότων, η μαγική σκέψη ριζώνει βαθιά και στρεβλώνει όλους τους τομείς της ζωής. Παράγει ένα νοητικό πλαίσιο στο οποίο οι έννοιες διατυπώνονται με βαθύ πάθος αλλά χωρίς την παραμικρή προσοχή στα στοιχεία. Πουθενά αυτό δεν είναι περισσότερο εμφανές απ’ ό,τι σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου χριστιανοί οι οποίοι επιζητούν να μετατρέψουν το κράτος σε θεοκρατία κυριαρχούν στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Η τυφλή πίστη δεν είναι τρόπος για να κυβερνά κάποιος έναν κόσμο.