Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (810-854)

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
810 πρῶτον μὲν Ἄργος καὶ θεοὺς ἐγχωρίους
δίκη προσειπεῖν, τοὺς ἐμοὶ μεταιτίους
νόστου δικαίων θ᾽ ὧν ἐπραξάμην πόλιν
Πριάμου· δίκας γὰρ οὐκ ἀπὸ γλώσσης θεοὶ
κλυόντες ἀνδροθνῆτας Ἰλιοφθόρους
815 εἰς αἱματηρὸν τεῦχος οὐ διχορρόπως
ψήφους ἔθεντο· τῷ δ᾽ ἐναντίῳ κύτει
ἐλπὶς προσῄει χειρὸς οὐ πληρουμένῳ.
καπνῷ δ᾽ ἁλοῦσα νῦν ἔτ᾽ εὔσημος πόλις.
ἄτης θύελλαι ζῶσι· συνθνῄσκουσα δὲ
820 σποδὸς προπέμπει πίονας πλούτου πνοάς.
τούτων θεοῖσι χρὴ πολύμνηστον χάριν
τίνειν, ἐπείπερ χἀρπαγὰς ὑπερκόπους
ἐπραξάμεσθα καὶ γυναικὸς οὕνεκα
πόλιν διημάθυνεν Ἀργεῖον δάκος,
825 ἵππου νεοσσός, ἀσπιδηφόρος λεώς,
πήδημ᾽ ὀρούσας ἀμφὶ Πλειάδων δύσιν·
ὑπερθορὼν δὲ πύργον ὠμηστὴς λέων
ἄδην ἔλειξεν αἵματος τυραννικοῦ.
θεοῖς μὲν ἐξέτεινα φροίμιον τόδε·
830 τὰ δ᾽ ἐς τὸ σὸν φρόνημα, μέμνημαι κλυών,
καὶ φημὶ ταὐτὰ καὶ συνήγορόν μ᾽ ἔχεις.
παύροις γὰρ ἀνδρῶν ἐστι συγγενὲς τόδε,
φίλον τὸν εὐτυχοῦντ᾽ ἄνευ φθόνων σέβειν.
δύσφρων γὰρ ἰὸς καρδίαν προσήμενος
835 ἄχθος διπλοίζει τῷ πεπαμένῳ νόσον·
τοῖς τ᾽ αὐτὸς αὑτοῦ πήμασιν βαρύνεται
καὶ τὸν θυραῖον ὄλβον εἰσορῶν στένει.
εἰδὼς λέγοιμ᾽ ἄν· εὖ γὰρ ἐξεπίσταμαι
ὁμιλίας κάτοπτρον, εἴδωλον σκιᾶς,
840 δοκοῦντας εἶναι κάρτα πρευμενεῖς ἐμοί.
μόνος δ᾽ Ὀδυσσεύς, ὅσπερ οὐχ ἑκὼν ἔπλει,
ζευχθεὶς ἑτοῖμος ἦν ἐμοὶ σειραφόρος,
εἴτ᾽ οὖν θανόντος εἴτε καὶ ζῶντος πέρι
λέγω. τὰ δ᾽ ἄλλα πρὸς πόλιν τε καὶ θεοὺς
845 κοινοὺς ἀγῶνας θέντες ἐν πανηγύρει
βουλευσόμεσθα. καὶ τὸ μὲν καλῶς ἔχον
ὅπως χρονίζον εὖ μενεῖ βουλευτέον·
ὅτῳ δὲ καὶ δεῖ φαρμάκων παιωνίων,
ἤτοι κέαντες ἢ τεμόντες εὐφρόνως
850 πειρασόμεσθα πῆμ᾽ ἀποστρέψαι νόσου.
νῦν δ᾽ ἐς μέλαθρα καὶ δόμους ἐφεστίους
ἐλθὼν θεοῖσι πρῶτα δεξιώσομαι,
οἵπερ πρόσω πέμψαντες ἤγαγον πάλιν.
νίκη δ᾽ ἐπείπερ ἕσπετ᾽ ἐμπέδως μένοι.

***
ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑΣ
810 Τ᾽ Άργος πρώτα χρωστώ και τους θεούς της χώρας
να χαιρετήσω, που μου γένηκαν αιτία
του γυρισμού και της εκδίκησης που πήρα
από την Τροία· γιατ᾽ οι θεοί δεν περιμέναν
κρισολογίες ν᾽ ακούσουνε, μα με μια γνώμη
ρίξαν τους ψήφους των στην κάλπη του θανάτου
για του Ίλιου τη φθορά την ανθρωποχαλάστρα,
ενώ στην άλλη κάλπη μοναχά η ελπίδα
σίμωνε του χεριού, χωρίς να τη γιομίζει.
Τώρ᾽ από τον καπνό γνωρίζεται η χαμένη
ακόμα η πόλη· και του ολέθρου οι μπόρες ζούνε,
ενώ μαζί χωνεύοντας σκορπάει η στάχτη
820 γύρω ανεπνιές βαριές απ᾽ τα παλιά τα πλούτη.
Γι᾽ αυτά λοιπόν αξέχαστη χρωστούμε χάρη
να ᾽χουμε στους θεούς, γιατ᾽ εκδικήσαμε έτσι
φριχτά τις αρπαγές και χάρη μιας γυναίκας
την πόλη αφάνισε τ᾽ αργίτικο θηρίο,
ο ασπιδοφόρος ο λαός, του αλόγου η γέννα,
που πήρε φόρα όταν βασίλευεν η Πούλια
και μες στα κάστρα πέφτοντας, τ᾽ ωμό λιοντάρι,
εχόρτασε βασιλικό γλείφοντας αίμα.
Τόσα για τους Θεούς να πω χρωστούσα πρώτα·
830 κι όσο για τη δικιά σου γνώμη, μες στη μνήμη
κρατώ όσα μου ᾽πες κι είμαι σύμφωνος με σένα:
αλήθεια λίγοι ανθρώποι το ᾽χουν φυσικό τους
την ευτυχία του φίλου τους να μη φθονούνε·
μα στην καρδιά κατασταλάζει το φαρμάκι
της ζούλιας και διπλαίνει τ᾽ άρρωστου τον πόνο,
που χώρια απ᾽ της δικής του δυστυχίας το βάρος
την ευτυχία του γείτονα βλέπει και σκάνει.
Ξέρω που σου μιλώ· γιατί πολλούς γνωρίζω
που η τόση αγάπη, πὄδειχναν, ήταν μονάχα
840 σαν του καθρέφτη ζουγραφιά και σκιάς εικόνα.
Μόν᾽ ο Οδυσσέας, αν και ξεκίνησ᾽ άθελά του,
πρόθυμος, μια που ζεύχτηκε, σύντροφος μού ήταν
και του το μαρτυρώ, καν ζει καν πεθαμένος.
Και τώρα τ᾽ άλλα, για τους θεούς και για την πόλη,
σε σύνοδο κοινή δουλειά μας κάνοντάς το,
μαζί θ'ενά σκεφτούμε· κι ό,τι καλά στέκει
πρέπει να δούμε πώς θα καλομείνει πάντα·
κι ό,τι από γιατρειά και φάρμακα έχει ανάγκη
καίοντας και κόβοντας στοχαστικά με γνώση
850 θα δοκιμάσουμε, αν μπορεί, να φύγ᾽ η αρρώστια.
Τώρα στων παλατιών την τιμημένη εστία
πηγαίνω, τους θεούς να προσκυνήσω πρώτα,
που όπως με κατευόδωσαν μ᾽ έφεραν πίσω·
κι η νίκη, μια που ακολούθησε, πάντα ας στεριώσει.