Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Δενόμαστε με ανθρώπους και μετά γινόμαστε για δέσιμο

Η αλήθεια είναι ότι η δίνη του έρωτα μπορεί να σε παρασύρει ασυναίσθητα σε μονοπάτια αχαρτογράφητα, κυρίως όμως, να πάρει διαστάσεις ακραίες, απ’ τις πλέον μαγικές έως κι άλλες, απόλυτα καταστροφικές. Άντε τώρα να το προβλέψεις εκ των προτέρων αυτό. Εκεί δεν την πατάμε πάντα, άλλωστε;

Ξεκινάς με έναν καινούριο άνθρωπο στη ζωή σου παρέα με τους καλύτερους οιωνούς. Βλέπεις στα μάτια του ένα νέο κόσμο να ανοίγεται διάπλατα μπροστά σου. Έναν κόσμο που θες να εξερευνήσεις μόνο μαζί του. Απ’ τον ενθουσιασμό στον έρωτα ένα τσιγάρο δρόμος. Λίγο να αφεθείς, πάει το μυαλό, το ‘χασες, η καρδιά παίρνει τα ηνία και κάνει κουμάντο. Για τόλμα να της φέρεις αντίρρηση!

Τότε είναι που η λογική πάει περίπατο. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να τον χαζεύεις, να τον αγγίζεις, να τον φιλάς, να του μιλάς, ν’ ακούς τη φωνή του, να χάνεσαι στο βλέμμα του, να ονειρεύεσαι μαζί του, να μοιράζεσαι τα εσώψυχα, τα όνειρα, τα σχέδια, τις προσδοκίες σου. Και ξέρεις, είναι απερίγραπτα υπέροχο όλο αυτό.

Υπάρχει όμως μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ του «δένομαι» και του «δίνομαι». Εκεί κάπου μπερδευόμαστε. Βλέπεις, ένα φωνήεν μπορεί πραγματικά να αλλάζει το νόημα, τη ροή των πραγμάτων στα συναισθήματα και την εξέλιξή τους. Γιατί δενόμαστε με ανθρώπους τόσο, που έπειτα αδυνατούμε να λυθούμε. Δίνουμε όλο μας τον εαυτό, όλο μας το είναι, αφηνόμαστε σχεδόν έρμαια σαν να μην υπάρχει αύριο. Κι όμως υπάρχει. Όπως υπάρχει πάντα και η πιθανότητα το αύριό μας με του άλλου ατόμου να μην είναι κοινό. Τα δίνουμε όλα και στο τέλος μας γυρνάνε μπούμερανγκ. Όχι πάντοτε, αλλά είπαμε. Οι πιθανότητες παραμονεύουν να ισχύει.

Κι αν όντως συμβεί αυτό, τότε τι κάνουμε; Υπάρχει μήπως κανένας διακόπτης on/off για τα συναισθήματα; Kι όταν αυτά τα τελευταία τρέχουν με φρενήρεις ρυθμούς, τι να προλάβεις να περιμαζέψεις; Ανεξέλεγκτα, αμέτρητα, διάσπαρτα, ισοπεδωτικά, που μας οδηγούν σχεδόν στην τρέλα.  Άλλωστε τα όρια μεταξύ έρωτα και παράνοιας είναι πολύ ρευστά, θα ‘πρεπε να το ξέρεις πια αυτό.

Στην πορεία, λοιπόν, κάπου, κάπως, αλλάζουν τα πράγματα. Ο άνθρωπος που επένδυσες χρόνο, χώρο στη ζωή σου κι αισθήματα δεν είναι αυτός που νόμισες στην αρχή. Είτε δεν ήταν ποτέ είτε απεδείχθη στη διαδρομή είτε άλλαξες γνώμη, μπορεί ν’ άλλαξε κι αυτός μεταξύ μας, η ουσία είναι ότι ανάμεσά σας το πράγμα δεν προχωράει, το θέμα δεν τσουλάει παραπέρα, η φλόγα έσβησε, το πάθος μας τελείωσε. Δεν ταιριάζετε, σου λέω και τέτοια γίνεται η φάση και μόνο να το διακωμωδήσω μπορώ για να ελαφρύνω κάπως το κλίμα, γιατί αν σου έχει συμβεί, στην πραγματικότητα ξέρεις πως δεν έχεις ζωή, ψυχραιμία, διαυγή σκέψη κι υγιή ψυχισμό για πολύ καιρό μετά από αυτή τη διαπίστωση.

Και να τα νεύρα, τα αναπάντητα ερωτήματα, τα κλάματα, οι οδυρμοί, τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια να διαδέχονται το ένα το άλλο σαν μια μορφή απόλυτα φυσιολογικής ιεροτελεστίας. Δε διανοείσαι να αποδεχτείς πώς είναι δυνατόν να έπεσες τόσο έξω μ’ έναν άνθρωπο, πώς γίνεται να υπάρξεις στο εξής χωρίς εκείνον, πώς μπορεί να ζήσει και να τα καταφέρει αυτός που πέθαινε για χάρη σου χωρίς τη παρουσία σου στη ζωή του.

Οι αναμνήσεις σε κυριεύουν ανελέητα, οι φωτογραφίες, τα τραγούδια, τα ραντεβού, τα τηλεφωνήματα, οι εξομολογήσεις, οι κουβέντες, τα μηνύματα, όλες εκείνες οι μικρές στιγμές ευτυχίας που συνέθεταν την αρμονία του εσωτερικού σου κόσμου και της καθημερινότητάς σου, εν γένει, σου χτυπάνε με σφυρί τον εγκέφαλο. Τη δε καρδιά, ακόμη χειρότερα, με τρυπάνι, αργά και βασανιστικά, επώδυνα, βαθιά για να μην μπορεί να ξεχάσει λεπτό.

Παγώνει ο χρόνος. Νιώθουμε ανήμποροι να κάνουμε το παραμικρό. Σαν να σταμάτησε η ζωή, μια ζωή σε παύση από τη μέρα που τέλειωσαν όλα. Δε σε απασχολεί τίποτα και κανένας, αρνείσαι πεισματικά να προχωρήσεις, δε βρίσκεις κανένα λόγο και καμία διάθεση πια, ακόμη και για τα αυτονόητα, τα απλά ή τα τετριμμένα, κολλάς στο παρελθόν, περιμένοντας στωικά είτε να επιστρέψει είτε να πατηθεί κάποιο θαυματουργό κουμπί και να σταματήσεις να πονάς.

Σ’ αυτό το σημείο είναι που μας χτυπά κι επίσημα η τρέλα την πόρτα. Στην αρχή διακριτικά, ύπουλα θα έλεγα, μήπως και δεν την καταλάβεις με τη μία, στη συνέχεια πιο δυνατά, πιο βίαια, πιο επίμονα, λες και ξέρει ότι θ’ ανοίξεις, ότι την περίμενες, ας πούμε. Έχεις δύο επιλογές: ή που την καλωσορίζεις με άνεση ή που της κλείνεις την πόρτα στα μούτρα.

Διαλέγεις και παίρνεις. Να σου θυμίσω όμως προτού αποφασίσεις τελεσίδικα ότι η ζωή δε σταματά σ’ έναν έρωτα που τελικά δεν ευδοκίμησε. Όπως επίσης ότι επιτρέπεται να πέσεις, άλλο τόσο όμως επιβάλλεται να σηκωθείς. Όχι για κανέναν άλλον, παρά μόνο για τον ίδιο τον εαυτό σου.