Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Γ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1189 - 1192) (ΜΕΡΟΣ Δ')

IΣΤΟΡΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Σαλάχ αλ Ντιν Γιουσούφ Ιμπν Αγιούμπ (Σαλαντίν ή Σαλαδίνος)

Ο Σαλαντίν ή Σαλαδίνος, Σουλτάνος της Αιγύπτου και της Συρίας,υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του Μεσαίωνα. Ήταν αυτός που κατάφερε να ενώσει τους Μουσουλμάνους της Μέσης Ανατολής, από τον Ευφράτη ως την Αίγυπτο, και να ανακαταλάβει την Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, στις 2 Οκτωβρίου 1187. Παρά τη σφαγή που έκαναν οι σταυροφόροι, όταν κατέλαβαν αρχικά Ιερουσαλήμ το 1099, ο Σαλαντίν έδωσε αμνηστία και ελεύθερη δίοδο σε όλους τους Καθολικούς πολίτες και ακόμη και στον ηττημένο Χριστιανικό στρατό, (οι οποίοι κατέβαλαν λύτρα), στους δε Έλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς συμπεριφέρθηκε ακόμη καλύτερα, γιατί πολλές φορές ήταν αντίθετοι στους δυτικούς Σταυροφόρους...

Η ιπποτική του συμπεριφορά του τονίστηκε από τους Χριστιανούς χρονικογράφους, και παρά το γεγονός ότι έγινε η Νέμεση των Σταυροφόρων κέρδισε το σεβασμό πολλών από αυτούς - μεταξύ των οποίων και του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου – και αντί να γίνει μισητός στην Ευρώπη, έγινε ένα διάσημο παράδειγμα των αρχών της ιπποσύνης.

Ο Σαλαντίν (Ṣalāḥ al-Dīn, στα αραβικά: صلاح الدين يوسف بن أيوب‎)γεννήθηκε το 1138 στο Τικρίτ της Μεσοποταμίας, στο σημερινό Ιράκ. Ήταν Κούρδος στην καταγωγή. Το κανονικό του όνομα ήταν Σολάχ αντ Ντιν Γιουσούφ Αγιούμπ, που σημαίνει Αρετή της Πίστης, Ιωσήφ, υιός Ιώβ. Η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί εκεί μεταναστεύοντας από την Αρμενία. Οι πληροφορίες για τα πρώτα του χρόνια είναι ελλιπείς και συγκεχυμένες. 

Σύμφωνα με την πλέον διαδεδομένη άποψη, όταν ήταν ενός μόλις έτους, ο πατέρας του Ναζμαντίν μαζί με τον θείο του Σιρκούχ, μετανάστευσαν ξανά και εγκαταστάθηκαν πρώτα στη Μοσούλη και κατόπιν στο Χαλέπι της Συρίας. Εκεί, ο πατέρας και ο θείος του Σαλαντίν εντάχθηκαν στην υπηρεσία του άρχοντα της πόλης Ιμάντ - Ντιν Ζανγκί, ο οποίος τους διόρισε φρούραρχους στο κάστρο του Μπάαλμπεκ. Το 1146 ο Ζανγκί πέθανε και τον διαδέχτηκε ως εμίρης ο Νουρεντίν, μια από τις επίσης μεγάλες μορφές του Μεσαιωνικού Ισλάμ. 

Ο Σαλαντίν, μικρό παιδί τότε,στάλθηκε από τον πατέρα του σε ιερατική σχολή και αφοσιώθηκε στη μελέτη του Κορανίσυ. Παράλληλα, σπούδασε και τα Ελληνικά γράμμα, τη γεωμετρία του Ευκλείδη και μαθηματικά, καθώς και τα νομικά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξε για τη μελέτη των συγγραμμάτων του Έλληνα γεωγράφου Πτολεμαίου. Επίσης, αγαπούσε την ποίηση. Η κλίση του προς την μελέτη του Κορανίου υποδείκνυε και την μελλοντική του εξέλιξη. 

Δεν επρόκειτο όμως τα γεγονότα να εξελιχθούν έτσι. Ο διανοούμενος νεαρός θα εξελισσόταν σε έναν από τους μεγαλύτερους πολιτικούς και στρατιώτες της εποχής του. Πατέρας του ήταν ο ισχυρός αξιωματούχος των Σελτζούκων της Συρίας Αγιούμπ, που ανήκε στην Κουρδική φυλή Ριβαδιέ. Τα πρώτα χρόνια του τα πέρασε σε ιερατική σχολή. Αργότερα κατατάχθηκε στο στρατό του Νουρεντίν Ζενγκί, και τη δεκαετία του 1160 συνόδευσε το θείο του και στρατηγό του Νουρεντίν, Σιρκούχ, στις εκστρατείες του κατά των Φατιμιδών της Αιγύπτου και των σταυροφόρων.

 
Τελικά ο Σιρκούχ κατάφερε να γίνει Βεζίρης στην Αίγυπτο και να κυβερνήσει στο όνομα του Νουρεντίν. Ο Σιρκούχ πέθανε το 1169 και τον διαδέχθηκε ο Σαλαντίν που συνέχισε να κυβερνά στο όνομα του Νουρεντίν, και μάλιστα κατάφερε να αντιμετωπίσει χωρίς τη βοήθειά του τον Αμάλριχο Α' της Ιερουσαλήμ. Το 1171 ο τελευταίος Φατιμίδης Χαλίφης αλ-Ντιν πέθανε. Αυτό ήταν και το τέλος της δυναστείας των Φατιμιδών, αλλά και της επικράτησης των Σιιτών στην Αίγυπτο. 

Ο Σαλαντίν ήταν πλέον ο απόλυτος κυρίαρχος στην Αίγυπτο και κάτω από την εξουσία του η χώρα μετεστράφηκε πάλι προς το Σουνιτισμό. Ο Σαλαντίν ασχολήθηκε με την ισχυροποίηση της Αιγύπτου, αναζωογονώντας την οικονομία της και αναδιοργανώνοντας το στρατό της. Παράλληλα παρουσίασε τάσεις ανεξαρτησίας από το Νουρεντίν σε τέτοιο βαθμό ώστε να φτάσουν ένα βήμα πριν από τον πόλεμο.Όμως το 1174 ο Νουρεντίν πέθανε, αφήνοντας ως διάδοχο το γιο του, ένα ανήλικο και ανίσχυρο αγόρι. 

Ο Σαλαντίν εκμεταλλευόμενος αυτήν την ευκαιρία επεξέτεινε το κράτος του στη Συρία και μέχρι το 1186 η εξουσία του μέχρι την Μεσοποταμία, αλλά και την Υεμένη, ήταν αδιαμφισβήτητη. Μάλιστα το 1180 κατάφερε να καταστήσει υποτελή του τον σουλτάνο των Σελτζούκων του Ικονίου, Κιλίτζ Αρσλάν Β'.

Ο Σαλαντίν αγαπήθηκε ακόμα και από τους αντιπάλους, ακόμα και από όλους τους αλλόδοξους υπηκόους του, Ορθόδοξους, Ιουδαίους, Καθολικούς. Ποτέ του δεν υπήρξε φανατικός και μισαλλόδοξος. Ποτέ του δεν αρνήθηκε να βοηθήσει κάποιον, ανεξάρτητα από την πίστη του. Σε ελάχιστες περιπτώσεις έχασε την ψυχραιμία του και συνειδητά δεν σεβάστηκε ανθρώπινη ζωή. Παροιμιώδης είναι η φιλία του με τον μεγάλο του αντίπαλο Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, τον οποίο πάντως συναντήθηκε μόνο μια φορά. 

Ακόμα και όταν κυρίευσε την Ιερουσαλήμ, σεβάστηκε όλους τους κατοίκους, αντίθετα με τους σταυροφόρους, οι οποίοι όταν κατέλαβαν την πόλη το 1099 έσφαξαν Μουσουλμάνους, Ιουδαίους και Ορθόδόξους αδιακρίτως. Υμνήθηκε ακόμα και από τους τροβαδούρους και τους ποιητές της σκοταδιστικής Μεσαιωνικής Ευρώπης και πολλοί θρύλοι, βασισμένοι σε πραγματικά γεγονότα συνήθως, κυκλοφόρησαν από την εποχή εκείνη. Όλες οι μαρτυρίες των δυτικών τον παρουσίαζαν ως έναν πραγματικό ιππότη. Αναφέρονται δεκάδες περιστατικά που δικαιολογούν απόλυτα την φήμη του.


Τον Απρίλιο του 1191, κάποιοι απήγαγαν ένα παιδί τριών μόλις μηνών από την Καθολική μητέρα του. Οι άλλοι Φράγκοι αμέσως κάλεσαν την απαρηγόρητη μητέρα να ζητήσει αυτοπροσώπως τη δικαιοσύνη του Σαλαντίν, Πράγματι, η απλή γυναίκα του λαού και μάλιστα γυναίκα αλλόδοξη παρουσιάστηκε ενώπιον του Σουλτάνου. Ο Σαλαντίν τη δέχτηκε φιλόξενα, όπως έκανε με όλους. Όταν δε έμαθε για την αρπαγή του παιδιού της, έθεσε αμέσως σε κίνηση την περίφημη υπηρεσία πληροφοριών» του. Σύντομα το παιδί ανακαλύφθηκε. 

Χωρίς να πει τίποτα, ο Σαλαντίν κατέβαλε ο ίδιος τα λύτρα στους απαγωγείς, πήρε πίσω το παιδί και το παρέδωσε στη μητέρα του. Όταν αυτή το πήρε με χαρά στην αγκαλιά της και το θήλασε, ο πανίσχυρος Σουλτάνος άφησε συγκινημένος ένα δάκρυ να του ξεφύγει. Κατόπιν της έδωσε ένα άλογο και εφόδια για τον δρόμο και την άφησε να φύγει. Τη σκηνή αυτή περιγράφει ο Άραβας ιστορικός Ιμπν Σαντάντ και την επιβεβαιώνουν και Χριστιανοί μάρτυρες.

Όσο γενναιόδωρος και αν ήταν όμως δεν μπορούσε να συγχωρέσει τον διαβόητο Ρεϋνάλδο του Σατιγιόν, έναν από τους αρχηγούς του Χριστιανικού στρατού που καταστράφηκε στο Χατίν, το 1187. Ο Ρεϋνάλδος, πέραν του ότι ήταν υπεύθυνος για τις σφαγές χιλιάδων αμάχων, όταν και αυτός που παραβίασε τις συνθήκες μεταξύ του Σαλαντίν και του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Κατά συνέπεια, δεν ήταν απλός δολοφόνος, αλλά ήταν και επίορκος. Αυτόν ο Σαλαντίν τον έσφαξε ο ίδιος μέσα στη σκηνή του, παραβιάζονιας για πρώτη και μοναδική φορά τον ιερό νόμο της φιλοξενίας.

Σήμερα, το όνομα του Σαλαντίν παραμένει θρυλικό. Ειδικά στον Ισλαμικό κόσμο θεωρείται ο μεγαλύτερος ήρωας του Ισλάμ και δικαίως. Ακόμα και το σύμβολό του, ο αετός, έχει υιοθετηθεί από πολλά Αραβικά έθνη. Ωστόσο, αυτό που δυστυχώς οι σύγχρονοι Άραβες δεν έχουν κατορθώσει να καταστήσουν κτήμα του μεγάλου αρχηγού τους, είναι η ανεκτικότητά του, η ανεκτικότητά απέναντι στο διαφορετικό, ο σεβασμός του για την ανθρώπινη ζωή, τόσο των δικών του ανθρώπων, όσο και των εθρών του ακόμα.

Ο Σαλαντίν ήταν ένας πραγματικά μεγάλος άνδρας. Το δε απαύγασμα της σοφίας του εκφράστηκε λίγο πριν από τον θάνατό του. Ετοιμοθάνατος ο μεγάλος Βασιλιάς διέταξε, σύμφωνα με τον θρύλο, στρατιώτες του, με κρεμασμένο στα κοντάρι ένα σάβανο, να περιφέρονται στους δρόμους των πόλεων που εξουσίαζε και να φωνάζουν: «Ο αφέντης μας, που όριζε τόσα Βασίλεια και εξουσίαζε τόσες χώρες, ο κατακτητής της Ιερουσαλήμ πεθαίνει σήμερα και δεν εξουσιάζει τίποτα άλλο από αυτό εδώ το σάβανο»! Φιλόσοφος έως το τέλος.

 
Συγκρούστηκε πολύ λίγες φορές με τους σταυροφόρους και τις περισσότερες φορές τους νίκησε παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Βαλδουίνου Δ΄ της Ιερουσαλήμ. Το 1187 με αφορμή τις συνεχείς επιθέσεις του Ραϋνάλδου της Αντιόχειας στα καραβάνια προσκυνητών για την Μέκκα επιτέθηκε στους σταυροφόρους και έκαψε το στόλο τους στην Ερυθρά θάλασσα. Ο Βασιλιάς της Ιερουσαλήμ Γκυ των Λουζινιάν συγκέντρωσε τον σταυροφορικό στρατό και επεδίωξε να συγκρουστεί με τον Σαλαντίν. 

Όμως ο Σαλαντίν τον παρέσυρε μακριά από τις βάσεις του και τον κύκλωσε στο Χαττίν, όπου στις 4 Ιουλίου του 1187 ο σταυροφορικός στρατός καταστράφηκε και ο Γκυ καθώς και πολλοί σημαίνοντες σταυροφόροι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Στη συνέχεια ο Σαλαντίν, χρησιμοποιώντας και τον Γκυ στις διαπραγματεύσεις, κατέλαβε είτε με συμφωνίες παράδοσης είτε με πολιορκία τα περισσότερα κάστρα και λιμάνια της Παλαιστίνης, και τελικά έφτασε στην Ιερουσαλήμ την οποία και κατέλαβε με συνθηκολόγηση στις 2 Οκτωβρίου 1187. 

Δεν μπόρεσε όμως να καταλάβει την Τύρο, την οποία υπερασπίστηκε με επιτυχία ο Κορράδος του Μονφερρά. Στη συνέχεια περιέσφιξε τον κλοιό γύρω από την Αντιόχεια, καταλαμβάνοντας τη Λαοδίκεια και το Τζεμπελέ. Αργότερα, με την άφιξη των σταυροφόρων της Τρίτης Σταυροφορίας (1189-1192), ο Σαλαντίν υπέστη κάποιες ήττες, όπως την απώλεια της Άκρας μετά από μακρόχρονη πολιορκία και τις ήττες στις μάχες του Αρσούφ και της Γιάφας, αλλά κατάφερε να κρατήσει τους σταυροφόρους έξω από την Ιερουσαλήμ. 

Ειδικά στο πρόσωπο του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, ο Σαλαντίν βρήκε έναν αντίπαλο που τον εκτιμούσε πολύ, όπως και ο Ριχάρδος εκτιμούσε τον Σαλαντίν. Ιστορίες για αυτούς λέγονταν για πολλά χρόνια τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Μέση Ανατολή. Τελικά τα δύο μέρη συμφώνησαν για ειρήνη το 1192, με την οποία το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ θα εκτεινόταν από την Τύρο μέχρι τη Γιάφα, ενώ το εσωτερικό της Παλαιστίνης θα το κρατούσε ο Σαλαντίν που δεσμευόταν να μην εμποδίζει τους Χριστιανούς προσκυνητές από το να πηγαίνουν για προσκήνυμα στον Πανάγιο Τάφο. 

Ο Σαλαντίν πέθανε στη Δαμασκό λίγους μήνες μετά, το 1193. Ο Σαλαντίν πάντα φρόντιζε για το καλό των υπηκόων του.Τηρούσε πάντα τις συνθήκες με τους αντιπάλους του και τους φερόταν με σεβασμό. Συνήθως φερόταν με σεβασμό και στους αιχμαλώτους που συνελάμβανε, πράγμα αρκετά σπάνιο για εκείνη την εποχή. 

Κατάφερε να ανακτήσει την Ιερουσαλήμ μετά από 88 χρόνια Χριστιανικής κυριαρχίας και έδωσε ένα ισχυρό χτύπημα στους σταυροφόρους που τους συγκλόνισε και που προετοίμασε την καταστροφή των σταυροφορικών Ηγεμονιών παρά την ανάσα ζωής που τους έδωσε η Γ' Σταυροφορία. Το όνομά του έμεινε, ακόμη και ανάμεσα στους Χριστιανούς, ως πρότυπο ανδρείας και ιπποτισμού, και σίγουρα ήταν η πιο ένδοξη μορφή από την μεριά του Ισλάμ για την εποχή των Σταυροφοριών.


Ο Σαλαντίν είναι θαμμένος στο Τέμενος του Ουμαγιάτ στη Δαμασκό της Συρίας.

Ερρίκος Β΄ της Αγγλίας

Ο Ερρίκος Β΄ (Λε Μαν 5 Μαρτίου 1133 - 6 Ιουλίου 1189) ήταν Βασιλιάς της Αγγλίας (1154 -1189), Κόμης του Ανζού, Δούκας της Ακουιτανίας, Δούκας της Νορμανδίας και ο πρώτος Βασιλιάς της Αγγλίας από την Ανδεγαυική δυναστεία των Πλανταγενετών, μιας δυναστείας που Βασίλεψε στην Αγγλία επί τρεις αιώνες με 13 Βασιλείς.

Ήταν μεγαλύτερος γιος του Γοδεφρείδου Πλανταγενέτη κόμητος του Ανζού (γιου του Φούλκωνος βασιλιά των Ιεροσολύμων) και της Ματθίλδης (κόρης του Βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Α΄). Τα παιδικά χρόνια του τα πέρασε στην Γαλλία με τον πατέρα του, ενώ στάλθηκε σε ηλικία εννέα ετών για έναν χρόνο στην Αγγλία για εκπαίδευση. Σε ηλικία 16 ετών επισκέφτηκε για δεύτερη φορά την Αγγλία, προκειμένου να βοηθήσει την μητέρα του, Ματίλντα, στην προσπάθεια της να καταλάβει τον Αγγλικό θρόνο.

Παντρεύτηκε σε ηλικία 19 ετών την κατά 13 χρόνια μεγαλύτερη του Ελεονώρα της Ακουιτανίας, η οποία μόλις είχε χωρίσει από τον πρώτο σύζυγο της, Βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ΄, και έκαναν οκτώ παιδιά. Μετά τον θάνατο του μεγαλύτερου Γουλιέλμου σε βρεφική ηλικία, διάδοχος του θρόνου κηρύχθηκε ο αμέσως μεγαλύτερος γιος του, Ερρίκος ο νεώτερος, που δεν θα κατορθώσει τελικά να πάρει τον θρόνο, καθώς πέθανε πριν από τον πατέρα του.

Αφού ορίστηκε διάδοχος ο Ερρίκος, ο Ριχάρδος ανέλαβε τις κτήσεις της μητέρας του στην Ακουιτανία, ο Γοδεφρείδος την Βρεττάνη και ο μικρότερος Ιωάννης της Αγγλίας την Βρεττάνη. Ο Ερρίκος Β΄ είχε και πολλούς άλλους εξώγαμους γιους, που θα δημιουργήσουν πολλά προβλήματα αργότερα στους γιους του, Ριχάρδο και Ιωάννη, όταν αναλάβουν την Βασιλεία, όπως ο Γοδεφρείδος, επίσκοπος του Λίνκολν. Γρήγορα ήρθε σε σύγκρουση με την σύζυγο του, Ελεονώρα, που ξεσήκωσε τους γιους τους κατά του πατέρα τους (1173).

 
Διάδοχος του Βασιλιά της Αγγλίας Στεφάνου

Έγινε δημοφιλέστατος και αντικείμενο περιγραφών από όλους τους μεγάλους ιστορικούς της εποχής του όπως ο Τζον Χάρβεϋ, ο Πέτρος του Μπλουά και ο Γεράρδος της Ουαλίας. Περιγράφεται υγιέστατος, αθλητικός τύπος, με μεγάλη σωματική δύναμη, ακούραστος σε όλες τις δραστηριότητές του, με κόκκινα μαλλιά, μέτριο ανάστημα, μεγάλο στρογγυλό κεφάλι και σπινθηροβόλο βλέμμα. Ήταν επίσης και πολύ μορφωμένος, γνώστης όλων των νομοθεσιών και της Λατινικής γλώσσας, αλλά και γενναιόδωρος προς τους άπορους, στους οποίους έδινε το 1/10 των Βασιλικών εισοδημάτων.

Ο Γοδεφρείδος Πλανταγενέτης είχε πλούσια εδάφη λόγω της καλλιέργειας αμπελιών και ήταν ο ισχυρότερος υποτελής ηγεμονίσκος του Βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ΄, ενώ ο Ερρίκος είχε ως τεράστιο πλεονέκτημα τα μητρικά του δικαιώματα στον Αγγλικό θρόνο. Ο γάμος του με την Ελεονώρα θα του εξασφαλίσει και τα πλούσια εδάφη της Ακουιτανίας. Οι φιλοδοξίες του για τον Αγγλικό θρόνο ήταν πάντοτε σταθερές.

Τον Μάιο 1149 πήγε ξανά στην Αγγλία και στέφτηκε ιππότης από τον θείο του Βασιλιά Δαυίδ Α΄ της Σκωτίας. Το 1153, λίγους μήνες μετά τον γάμο του, με δύναμη 3.000 αντρών και 140 αλόγων πήγε στον Βασιλιά της Αγγλίας Στέφανο, προκειμένου να διεκδικήσει τα δικαιώματά του στον θρόνο. Μετά από μια σειρά διαπραγματεύσεων, πέτυχε με τα δικαιώματα της μητέρας του Ματίλντας να καταστεί διάδοχος του Στεφάνου μετά τον θάνατό του με την Συνθήκη του Ουάλινγκφορντ.

Ο Στέφανος της Αγγλίας πέθανε τον Οκτώβριο του 1154 και ο Ερρίκος στέφθηκε επίσημα ως Ερρίκος Β΄ στις 19 Δεκεμβρίου 1154 "με την χάρη του Θεού Βασιλιάς της Αγγλίας". Ήταν πλέον ισχυρότερος ηγεμόνας από τον πρώην κυρίαρχό του, Βασιλιά της Γαλλίας.

 
Επέμβαση στην Ιρλανδία

Αμέσως μετά τη στέψη του, έστειλε απεσταλμένους στον πάπα Αδριανό Δ', προκειμένου να του ζητήσει την άδεια για να καταλάβει την Ιρλανδία, που ήθελε να την κάνει αυτόνομο Βασίλειο, τοποθετώντας ως ηγεμόνα τον μικρότερο αδελφό του, Γουλιέλμο. Ο Γουλιέλμος όμως πέθανε πρόωρα και ο Ερρίκος εγκατέλειψε προσωρινά τις προσπάθειες, αλλά η υπόθεση της Ιρλανδίας ήρθε ξανά στην επιφάνεια το 1166. Τότε ο Ντέρμοτ Μακ Μάρα, Ιρλανδός πρίγκηπας του Λέινστερ, ζητούσε να γίνει Βασιλιάς της Ιρλανδίας με τη βοήθεια του Άγγλου Βασιλιά.

Ο Ερρίκος του πρόσφερε μια δύναμη ευγενών υπό τον Ουαλό Ριχάρδο του Κλαρ τον Ισχυρό, και ο Ντέρμοτ ως αντάλλαγμα έδωσε την κόρη του σύζυγο στον Ριχάρδο. Η συμφωνία όμως δεν έμεινε χωρίς ανταλλάγματα, αφού έφτασε ο ίδιος ο Ερρίκος Β΄ στην Ιρλανδία (1171), ανακηρύσσοντας τον εαυτό του κύριο της νήσου, αφού ο Ντέρμοτ στάθηκε προδότης των εντολών του. Πολλοί λόρδοι τον υποδέχθηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό κηρύττοντας την υποταγή τους.

Έμεινε στην Ιρλανδία έξι μήνες και δεν την επισκέφτηκε ποτέ ξανά στη ζωή του, ορίζοντας μόνο αργότερα σαν κυρίαρχο της τον μικρότερο γιο του, Ιωάννη. Αυτό ήταν η αρχή μιας συνεχούς επέμβασης της Αγγλίας στα Ιρλανδικά θέματα που θα διαρκέσει 800 ολόκληρα χρόνια. Η Σύνοδος του Κάσελ (1172) κήρυξε τον Καθολικισμό σαν την μόνη θρησκεία στην Ιρλανδία. Το 1174, μια επαναστατική κίνηση στην Σκωτία υπό τον Βασιλιά τους, Γουλιέλμο τον Λέοντα, προωθήθηκε βόρεια, και μια Φλαμανδική αρμάδα ξεκίνησε από την Αγγλία.

Η δυσάρεστη θέση που βρέθηκε ο Ερρίκος φάνηκε σαν θεϊκός οιωνός και ο Τόμας Μπέκετ τον κάλεσε να εξομολογηθεί. Τελικά κατόρθωσε να καταπνίξει το Σκωτικό κίνημα, αφού ο αρχηγός του Γουλιέλμος συνελήφθη κατά τη διάρκεια μάχης και οι στρατιώτες του έμειναν ακυβέρνητοι. Ο Ερρίκος Β΄ ήταν πια απόλυτος κυρίαρχος της Σκωτίας. Κατά τη διάρκεια της Βασιλείας του προκατόχου του, Στέφανου, οι Βαρόνοι στην Αγγλία είχαν αποκτήσει σημαντική δύναμη σε βάρος του Αγγλικού θρόνου.

Ο Ερρίκος Β΄ ήθελε να επανακτήσει την ισχύ και αναμόρφωσε το νομοθετικό σύστημα της χώρας με την Ασσίζη του Κλαρεντόν, και επίσης καθιέρωσε την δίκη με ενόρκους, συμβολή τεράστιας σημασίας στο παγκόσμιο δικαστικό σύστημα. Έστειλε πταισματοδίκες να δικάζουν στο όνομά του, κάτι που δυσαρέστησε τους Βαρόνους, καθώς μείωνε την εξουσία τους.

Δολοφονία του Τόμας Μπέκετ

Κατά την παράδοση των Νορμανδών Βασιλέων, ήθελε να έχει πλήρη έλεγχο στην εκκλησία και την εκκλησιαστική περιουσία. Το 1164έθεσε 16 κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους μειωνόταν η εξουσία των ιερέων και η επιρροή τους από τον Πάπα. Ο παλιός του φίλος,Τόμας Μπέκετ, Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι, αρνήθηκε να υπογράψει, αλλά ο πεισματώδης Ερρίκος τον κάλεσε προκειμένου να του επιβάλει τις απόψεις του, οπότε ο Μπέκετ κατέφυγε στην Γαλλία.


Ο Αγγλικός λαός δεν έβλεπε με καλό μάτι τις επεμβάσεις του Ερρίκου στην εκκλησία, ενώ ο Πάπας αφόρισε όλους τους Βρετανούς (1170). Ο Μπέκετ επέστρεψε στην Αγγλία και μετά από νέα συνάντηση με τον Βασιλιά χωρίς αποτέλεσμα ήρθε το μοιραίο τέλος του. Στις 29 Δεκεμβρίου 1170 τέσσερις Βασιλικοί ιππότες παραμόνευαν τον επίσκοπο στον Μητροπολιτικό ναό του Καντέρμπερι και με αλλεπάλληλα χτυπήματα σκότωσαν τον Αρχιεπίσκοπο.

Περίλυπος ο Βασιλιάς με την τροπή που πήραν τα πράγματα τα υπόλοιπα 20 χρόνια της ζωής του επιδόθηκε σε αλλεπάλληλες μετάνοιες, ενώ ο Μπέκετ στα μάτια του λαού πήρε τον τίτλο του Χριστιανού μάρτυρα.

Εμφύλιες Διαμάχες με τους Γιους του

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπισε ο Ερρίκος Β΄ ήταν η επανάσταση των γιων του εναντίον του. Ενώ είχε διανέμει το τεράστιο Βασίλειό του στους τέσσερις γιους του, ξαφνικά το 1173 άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να ορίσει διάδοχο του τον μεγαλύτερο γιο του, Εδουάρδο, με τους άλλους γιους υποτελείς του. Ο πρώτος που αντέδρασε έντονα ήταν ο Ριχάρδος, που δεν δεχόταν με κανέναν τρόπο να τεθεί υπό τις διαταγές του αδελφού του, που τον θεωρούσε ίσο σε όλα.

Ο Ερρίκος και ο Ριχάρδος ξεσηκώθηκαν κατά του Ερρίκου και έγιναν αντιπαθείς στον λαό λόγω της συμπεριφοράς τους στον πατέρα τους. Την πρώτη αυτή εξέγερση ο Ερρίκος την κατέστειλε εύκολα και ο Ριχάρδος έχασε τα δικαιώματα του μένοντας μόνο κόμης του Πουατού. Το 1182, οι τρεις μεγαλύτεροι γιοί του, Ερρίκος, Ριχάρδος και Γοδεφρείδος, συσπειρώθηκαν πάλι κατά του πατέρα τους με τη βοήθεια του Βασιλιά της Γαλλίας Φιλίππου Β΄ Αυγούστου. Η κατάσταση ήταν τώρα πραγματικά σοβαρότερη και έμπαινε ο κίνδυνος εθνικού αιματοκυλίσματος.

Η κατάσταση διορθώθηκε με τον πρόωρο θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού, Ερρίκου (Ιούνιος 1183), η συμμαχία έσπασε και τα άλλα δύο αδέλφια επέστρεψαν στη γη τους. Η τελική μάχη δόθηκε το 1184, αυτή τη φορά ανάμεσα στα αδέλφια, καθώς ο Γοδεφρείδος της Βρεττάνης και ο μικρότερος, Ιωάννης της Ιρλανδίας, ήθελαν την Ακουιτανία, περιοχή που ο πατέρας τους είχε υποσχεθεί και στους δύο. Επιτέθηκαν και οι δύο στην Ακουιτανία, που κυβερνούσε ο Ριχάρδος, όμως αυτός με ένα στρατό που είχε εμπειρία 10 ετών κατάφερε να τους αποκρούσει.


Το τελικό χτύπημα για τον Ερρίκο ήρθε με τη συμμαχία του γιου του, Ριχάρδου, με τον μεγάλο του αντίπαλο Φίλιππο Β΄ Αύγουστο, που έγινε αμέσως μόλις έμαθε ο Ριχάρδος ότι ο πατέρας του όρισε σαν διάδοχο του τον Ιωάννη αντί γι' αυτόν. Επιτέθηκαν στο Ανζού, κυρίευσαν την Τουραίνη και ολόκληρη την Γαλλική ενδοχώρα, τα στρατεύματα του Ερρίκου Β΄ ηττήθηκαν και ο Άγγλος Βασιλιάς δήλωσε υποταγή στον Φίλιππο Αύγουστο και την πληρωμή φόρου υποτέλειας.

Απογοητευμένος, άρρωστος και με βαριά κατάθλιψη, ο Ερρίκος Β΄ πέθανε σύντομα από μαρασμό στις 6 Ιουλίου 1189, λέγοντας λίγο πριν τον θάνατο του ότι οι νόμιμοι γιοι του ήταν στην πραγματικότητα "οι αληθινοί μπάσταρδοι".

Κληρονόμοι

Με την σύζυγο του Ελεονώρα της Ακουιτανίας παιδιά του ήταν :
  • Ερρίκος ο Νεώτερος
  • Ματθίλδη της Αγγλίας
  • Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος
  • Γοδεφρείδος Β΄ της Βρεττάνης
  • Ελεονώρα της Αγγλίας
  • Ιωάννα της Αγγλίας
  • Ιωάννης της Αγγλίας

Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος 

Ο Ριχάρδος Α΄ ο Λεοντόκαρδος (Οξφόρδη 8 Σεπτεμβρίου 1157 - 6 Απριλίου 1199) ήταν Βασιλιάς της Αγγλίας και δούκας της Ακουιτανίας (1189-1199). Ονομάστηκε Λεοντόκαρδος λόγω του θάρρους του στο πεδίο της μάχης. Ήταν τρίτος γιος και διάδοχος του Βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Β΄ και της Ελεονώρας της Ακουιτανίας, από τους ηγέτες της Γ΄ Σταυροφορίας και ένας από τους διασημότερους μονάρχες της Μεσαιωνικής Ευρώπης.

Ήταν ο ευνοούμενος γιος της μητέρας του Ελεονώρας, από την οποία χρίστηκε δούκας της Ακουιτανίας (1168) και κόμης του Πουατιέ (1172). Ήταν Γάλλος, όπως όλη η Βασιλική οικογένεια της Αγγλίας, εκπαιδεύτηκε σαν Γάλλος και έγραψε στη Γαλλική γλώσσα πολλά ποιήματα, ενώ αδιαφόρησε ακόμα και να μάθει την Αγγλική γλώσσα. 

Χαρακτηρίζεται και ως ο απών Βασιλιάς, επειδή από τα 10 χρόνια που Βασίλεψε στην Αγγλία, έζησε μονάχα έξι μήνες σε Αγγλικό έδαφος, κάτι το οποίο χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι συγγραφείς για να ασκήσουν έντονη κριτική για την πλήρη αδιαφορία του Ριχάρδου για την Αγγλία. Απεχθανόταν την Αγγλία λόγω του άσχημου καιρού της και απέφευγε με κάθε μέσο να βρεθεί σε αυτή, προτιμώντας να ζει σε Γαλλικά εδάφη. Αισθανόταν Γάλλος Βασιλιάς της Αγγλίας, όπως όλοι οι πρώτοι Βασιλείς της δυναστείας των Πλανταγενετών.

Παρόλα αυτά παρέμεινε στην ιστορία σαν ένας από τους θρυλικότερους Άγγλους Βασιλείς και η φήμη του φτάνει μέχρι και τις μέρες μας. Ήταν ελκυστικός από την παιδική του ηλικία, κοκκινομάλλης με λαμπερά μάτια και με ωραίες συμμετρικές σωματικές αναλογίες. Από την παιδική του ηλικία έδειξε τα ηγετικά και τα στρατιωτικά του προσόντα. Πολέμησε πετυχημένα τους ευγενείς στο Δουκάτο της Ακουιτανίας που είχε υπό την εξουσία του.


Τίτλοι Ριχάρδου

Α) Βασιλεύς της Αγγλίας από τις 6 Ιουνίου 1189 μέχρι το θάνατο του
Β) Δούκας της Νορμανδίας, της Ακουϊτανίας(1168), του Γκάσκονυ,
Γ) Λόρδος της Ιρλανδίας και της Κύπρου
Δ) Κόμης της Ανζού, του Μαίν, της Νάντ, του Πουατιέ (1172)
Ε) Επικυρίαρχος όλης της Βρετανίας κατά διαστήματα.

Χαρακτηρίζεται ως ο απών Βασιλιάς επειδή αν και είχε για 10 χρόνια τον τίτλο, δεν παρέμεινε στην Αγγλία παραπάνω από 6 μήνες κατά τη διάρκεια της Βασιλείας του.

Η Ζωή του Ριχάρδου

Ο Ριχάρδος ήταν ο ευνοούμενος υιός της μητέρας του Ελεονόρας. Ονομάστηκε Λεοντόκαρδος λόγω του θάρρους που επέδειξε στις μάχες. Μιλούσε και έγραφε πάντοτε στη μητρική του γλώσσα ,τα Γαλλικά. Μας έχουν μάλιστα διασωθεί πολλά ποιήματα του. Απαξίωσε μάλιστα να μάθει την Αγγλική. Απέφευγε να μείνει ακόμα και στην Αγγλία προτιμώντας να ζει στη Γαλλία, στο Δουκάτο της Ακουϊτανίας, στη Νοτιοδυτική Γαλλία, προτιμώντας το ως σημείο ανεφοδιασμού του στρατού του. Θεωρούσε εαυτόν Γάλλο Βασιλιά της Αγγλίας.

Στην ηλικία των 16, είχε ήδη τον δικό του στρατό, με τον οποίο κατέστειλε μάλιστα μία εξέγερση στο Ποιτού, η οποία έγινε ενάντια στον πατέρα του. Ήταν από τους κεντρικούς αρχηγούς της Γ’ Σταυροφορίας πετυχαίνοντας μάλιστα και πολλές νίκες εναντίον του Μουσουλμάνου αντιπάλου του, Σαλαντίν, αλλά δεν κατάφερε να ανακτήσει την Ιερουσαλήμ.

Τα Νεανικά του Χρόνια

Ο Ριχάρδος γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1157, πιθανών στο παλάτι της Μπομώντ. Ήταν ο νεώτερος αδελφός των Γουλιέλμου Θ’, Ερρίκου του Νεώτερου, και της Ματθίλδης. Ήταν επίσης μεγαλύτερος των Γοδεφρίγου Β’, Λεονώρας της Αγγλίας, Ιωάννα της Αγγλίας, Ιωάννη του Ακτήμονος. Επειδή ήταν ο τρίτος υιός στην οικογένεια, δεν περίμενε ποτέ ότι θα γινόταν Βασιλιάς.

Ο πατέρας του, Ερρίκος ο Β’, ήταν ο δισέγγονος του Γουλιέλμου του Κατακτητή. Η πλησιέστερη συγγένεια με την Αγγλία, ήταν με την Ήντιθ, σύζυγο του Ερρίκου Α’ της Αγγλίας. Σύγχρονοι ιστορικοί μάλιστα συνδέουν την οικογένεια με τους Αγγλοσάξονες Βασιλείς της Αγγλίας, καθώς και με τον Αλφρέδο τον Μέγα. Όταν ο πατέρας του πήγαινε στη Σκοτία, ο ίδιος παρέμενε στην Αγγλία.
Ανατράφηκε από την Ιοδιέρνη την οποία αντάμειψε αργότερα για την προσφορά της. 

Δεν έμαθε ποτέ Αγγλικά αλλά χρησιμοποιούσε μόνο τα Γαλλικά στα γραπτά του καθώς και την Γλώσσα του Οκ (τοπική διάλεκτος της Νοτιοδυτικής Γαλλίας). Από τότε επέδειξε σημαντικά πολιτικά και στρατιωτικά προσόντα.

 
Προσπάθειες για Επιγαμίες

Η πρακτική των συμμαχιών μέσω του γάμου ήταν πολύ συνηθισμένη κατά τον Μεσαίωνα. Τον Μάρτιο του 1159, κανονίστηκε ο Ριχάρδος να παντρευτεί με μία από τις κόρες του Κόμη Μπερενζέρ Δ’ της Βαρκελώνης. Ωστόσο οι προσπάθειες αυτές απέτυχαν και ο γάμος δεν έγινε ποτέ. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Ριχάρδου, ο Ερρίκος ο Νεώτερος, παντρεύτηκε το 1160 την Μαργαρίτα, κόρη του Λουδοβίκου του Ζ’ , βασιλιά της Γαλλίας, και διαδόχου του θρόνου.

Παρά αυτήν την μίξη των οίκων των Πλανταγενετών και των Καπετιανών(οίκος του γαλλικού θρόνου, οι συγκρούσεις συνέχισαν να υπάρχουν. Αρχικά, το 1160 ο Ριχάρδος ήταν να παντρευτεί την Αλίκη. Τον γάμο όμως εμπόδισε ο Λουδοβίκος. Με επέμβαση του Πάπα Αλέξανδρου Γ’ συνάφθηκε συνθήκη ειρήνης, το 1168, ενώ τον επόμενο χρόνο, το 1169, ο αρραβώνας επισημοποιήθηκε.
Το μοίρασμα της δικαιοδοσίας

Ο μεγαλύτερος αδελφός του Ριχάρδου, ο Ερρίκος ο Νεώτερος, στέφθηκε το 1170 βασιλιάς της Αγγλίας, ως Ερρίκος Γ’, τίτλος που δεν του απεδόθη ποτέ. (Για να ξεχωρίζει από τον Ερρίκο Γ’, τον ανιψιό του). Το 1173 ο Ριχάρδος συμμαχεί με τους αδελφούς του Ερρίκο και Γοδεφρείγο και τη μητέρα του Ελεονόρα προκειμένου να ανατρέψουν τον πατέρα τους. Η επανάσταση όμως απέτυχε, η μητέρα τους αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε, ενώ ο Ριχάρδος αδύναμος καθώς ήταν (μόλις 17 ετών) δήλωσε υποταγή στον πατέρα του.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Ζαν Φλωρί, η Ελεονόρα ουσιαστικά υποκίνησε τους υιούς της εναντίον του πατέρα τους. Τα τρία αδέρφια υποβοηθήθηκαν από τον Βασιλιά Λουδοβίκο της Γαλλίας καθώς και διάφορους ευγενείς της Γαλλίας. Όταν αιχμαλωτίστηκε όμως από το μισθοφορικό στρατό του Ερρίκου Β’ (20.000 άνδρες) η Ελεονόρα, ο Ριχάρδος έμεινε ουσιαστικά μόνος του. Οι επαναστάτες είχαν αρχικά καταλάβει σημαντικές περιοχές, τόσο στην Αγγλία όσο και στη Γαλλία, κυρίως μέσω υποσχέσεων για χρήματα από τον Λουδοβίκο. 

Κάποιες από αυτές ήταν το Τσέστερ, το Νόρφολκ, η Ομάλ (ΒΔ), το Ντόλ (Βρεττάνη) κ.α. Η επανάσταση όμως κατεστάλη γρήγορα, όταν συνελήφθησαν οι Βρετανοί Βαρόνοι που είχαν συνταχθεί με το Ριχάρδο και τα αδέλφια του. Επίσης, ο Ερρίκος ο Β’ νίκησε και τον Λουδοβίκο, ο οποίος υπέγραψε εκεχειρία μαζί του(8 Σεπ.1174) . Τα τρία αδέλφια ζήτησαν αμέσως συγχώρεση από τον πατέρα τους, ο οποίος την δέχτηκε, και μάλιστα τους έδωσε και κάποιες περιοχές να διοικούν, όχι βέβαια στο μέγεθος που ήθελαν.

Όχι μόνον αυτό αλλά επίσης ο Ριχάρδος στέλνεται από τον πατέρα του να πολεμήσει στην Γαλλία εναντίον των Βαρόνων που πριν ήταν σύμμαχοί του. Επίσης σε πολλές διοικητικές περιφέρειες της Γαλλίας, σημειώθηκαν εξεγέρσεις εναντίον του ίδιου του Ριχάρδου, τις οποίες όμως γρήγορα κατέστειλε. Από αυτήν την περίοδο, το διάστημα δηλαδή 1179-1182 περίπου, από το ατρόμητο θάρρος που επεδείκνυε στις μάχες, λαμβάνει το παρανόμι με το οποίο θα μείνει γνωστός σε ολόκληρη την ιστορία: Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, Richard the Lionheart, Richard Coeur de lion.

 
Tην περίοδο 1180-1183 πεθαίνουν τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του, και ο Ριχάρδος μένει ουσιαστικά ως μόνος διάδοχος του θρόνου. Αλλά παρόλα ταύτα, οι συγκρούσεις με τον πατέρα του, μέχρι το θάνατο του δεύτερου, ουδέποτε σταμάτησαν. Ακόμα και με τον μικρότερο αδελφό του, Ιωάννη τον Ακτήμονα ήρθε πάρα πολλές φορές αντιμέτωπος.

Το 1187 ο Ριχάρδος συνδέεται φιλικά με τον νεαρό Βασιλιά της Γαλλίας Φίλλιπο τον Β’

Το 1188 ο Ερρίκος ο Β’ είναι έτοιμος να παραδώσει στον Ιωάννη τον Ακτήμονα την Ακουϊτανία.

Το 1189 ο Ριχάρδος προσπαθεί να κερδίσει τον θρόνο της Αγγλίας. Στις 4 Ιουλίου με τη βοήθεια του Φιλλίπου, νικούν τον Ερρίκο στο Μπαλάνς (ΝΔ Γαλλία). Δύο μέρες αργότερα, ο Ερρίκος πεθαίνει και ο Ριχάρδος γίνεται αμέσως Βασιλιάς της Αγγλίας και Δούκας της Νορμανδίας και του Ανζού.

H Στέψη του Ριχάρδου

Ο Ριχάρδος στέφθηκε επισήμως Δούκας στις 20 Ιουλίου του 1189 και Βασιλιάς της Αγγλίας στο Αβαείο του Γουέστμινστερ στις 3 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Κατά την τελετή, ο Ριχάρδος απαγόρευσε την παρουσία των Εβραίων Ηγεμόνων και των ομόθρησκών τους. Ακόμα και όταν κάποιοι εμφανίστηκαν με δώρα για τον Βασιλιά, ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου και αμέσως σημειώθηκε το ίδιο στο Λονδίνο καθώς διέρρευσε η φήμη πως αυτό έγινε κατ’ εντολή του Βασιλιά. 

Αν και δήθεν θα τιμωρούσε τους υπαίτιους των σφαγών, με διάταγμα που εξέδωσε ο ίδιος ο Ριχάρδος, εντούτοις μόνο μερικοί ταραξίες, οι οποίοι είχαν επιτεθεί κατά λάθος σε μερικά Χριστιανικά σπίτια, τιμωρήθηκαν.

Εμφύλιος Πόλεμος με τον Πατέρα του 

Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Ερρίκος ο Νεώτερος, στέφθηκε το 1170 Βασιλιάς της Αγγλίας σαν Ερρίκος Γ΄, τίτλο που τελικά δεν πήρε ποτέ. Γι' αυτό και οι ιστορικοί τον ονόμασαν Νεώτερο, προκειμένου να τον ξεχωρίσουν από τον αληθινό Ερρίκο Γ΄, τον ανιψιό του. Το 1173, συμμάχησε για πρώτη φορά με την μητέρα του και τους αδελφούς του, Ερρίκο και Γοδεφρείδο, προκειμένου να ανατρέψουν τον πατέρα του από τον θρόνο. 

Η επανάσταση καταστάλθηκε εύκολα, η μητέρα του αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε, ενώ ο μόλις 17χρονος Ριχάρδος αρνήθηκε λόγω αδυναμίας να δώσει συνέχεια στην διαμάχη και δήλωσε υποταγή στον πατέρα του. Ο πατέρας του ήθελε να τον παντρέψει με την πριγκίπισσα της Γαλλίας Αλίκη, αλλά ο Ριχάρδος αρνήθηκε λόγω του ότι η Αλίκη ήταν αδελφή του πιο κοντινού του συμμάχου, Βασιλιά της Γαλλίας, Φιλίππου Β΄. Μετά την αποτυχία του στην επανάσταση κατά του πατέρα του άρχισε, το 1179, να αντιμετωπίζει προβλήματα επαναστάσεων από τους υπηκόους του στην Ακουιτανία το 1179.

 
Οι επαναστάτες οχυρώθηκαν στο απόρθητο φρούριο του Taillebourg, ενώ ο Ριχάρδος άρχισε να καταστρέφει τις περιοχές γύρω από το κάστρο, προκειμένου να τους αποκλείσει. Τελικά μόλις τελείωσαν τα τρόφιμα επιχείρησαν έξοδο, όπου ο Ριχάρδος τους συνέτριψε εύκολα. Ιστορικοί αναφέρουν ακρότητες του Ριχάρδου εναντίον των αιχμαλώτων και εξαναγκασμό των γυναικών στην πορνεία.

Μετά την καταστολή των Βαρώνων της Ακουιτανίας, άρχισε να προκαλεί τον πατέρα του, προκειμένου να τον χρίσει διάδοχο στον θρόνο (1180 - 1183). Τότε ο πατέρας του τον προσκάλεσε να δώσει υποτέλεια στον διάδοχο του, Ερρίκο τον Νεώτερο, μεγαλύτερο αδελφό του, κάτι που έκανε τον Ριχάρδο να εξοργιστεί. Τότε (1183) ο Ερρίκος ο Νεώτερος και ο μικρότερος αδελφός του Γοδεφρείδος επιτέθηκαν στην Ακουιτανία, προκειμένου να καθυποτάξουν τον Ριχάρδο. 

Όμως, το καλοκαίρι του ίδιου έτους ο Ερρίκος πέθανε και τότε ο Βασιλιάς Ερρίκος Β΄ έδωσε την άδεια στον μικρότερο από τους γιους του, Ιωάννη, να επιτεθεί στην Ακουιτανία, οπότε ο Ριχάρδος συμμάχησε με τον Βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο Β΄ Αύγουστο. Οι σχέσεις του με τον Φίλιππο Β΄ ήταν τόσο στενές που έτρωγαν και κοιμόντουσαν μαζί, κάτι που οι περισσότεροι το ερμήνευσαν σαν ομοφυλοφιλική σχέση μεταξύ τους. 

Ο Ριχάρδος υποσχέθηκε να του δώσει την Νορμανδία και το Ανζού, προκειμένου να τον βοηθήσει να καταλάβει τον Αγγλικό θρόνο από τον πατέρα του. Τον Ιούλιο του 1189, οι ενωμένες δυνάμεις Ριχάρδου και Φιλίππου συνέτριψαν τον στρατό του Ερρίκου στο Μπαλάνς. Ο ηττημένος Ερρίκος ταπεινωτικά δέχθηκε να υπογράψει την διαδοχή του από τον Ριχάρδο στον Γαλλικό θρόνο και πέθανε από την λύπη του. Ο Ριχάρδος στις 3 Σεπτεμβρίου 1189 στέφθηκε Βασιλιάς της Αγγλίας.

Ταραχές με τους Εβραίους 

Όταν ο Ριχάρδος στέφθηκε Βασιλιάς διέταξε να βγουν έξω από την αίθουσα στέψης όλοι οι Εβραίοι, αλλά μερικοί επανήλθαν με δώρα στο Βασιλιά προκειμένου να τους δεχτεί. Τότε οι αυλικοί άρχισαν να μαστιγώνουν τους Ιουδαίους και αμέσως διέρρευσε ψευδώς η φήμη στο Λονδίνο ότι ο Βασιλιάς Ριχάρδος Α΄ διέταξε την σφαγή όλων των Ιουδαίων που υπάρχουν στην χώρα.

Αμέσως έγινε μακελειό: οι περισσότεροι Ιουδαίοι βρήκαν βίαιο θάνατο ή κάηκαν ζωντανοί από τον όχλο και όσοι γλύτωσαν βαπτίστηκαν με τη βία χριστιανοί ή δραπέτευσαν. Ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι ονόμασε τον Ριχάρδο όργανο του σατανά.

 
Σταυροφορίες

Οι οπαδοί του Μωάμεθ, με τους ιερούς πολέμους, είχαν κατακτήσει ακόμα και τα ιερά μέρη όπου είχε ζήσει ο Ιησούς Χριστός, που οι χριστιανοί θεωρούσαν ιερά. Οι προσκυνητές που πήγαιναν να επισκεφτούν την Ιερουσαλήμ ληστεύονταν συχνά από τους Μουσουλμάνους. Τότε ο Πάπας κάλεσε όλους τους Ευρωπαίους Ηγεμόνες να πάνε στους Αγίους Τόπους να πολεμήσουν κατά των οπαδών του Μωάμεθ και να ελευθερώσουν την Ιερουσαλήμ και τον Πανάγιο Τάφο. Πολλοί ηγεμόνες ανταποκρίθηκαν. 

Οι επιχειρήσεις τους ονομάστηκαν Σταυροφορίες επειδή γίνονταν κάτω από το σύμβολο του Σταυρού. Η Ιερουσαλήμ κατακτήθηκε και χάθηκε πολλές φορές. Οι σταυροφόροι βρήκαν ευκαιρία και ξεχνώντας τον ιερό σκοπό τους λεηλάτησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και έγιναν η αιτία της καταστροφής της. Στις Σταυροφορίες, που διήρκεσαν διακόσια χρόνια, πήραν μέρος και πολλοί Βασιλείς. Ο Ριχάρδος είχε ήδη γίνει μέλος των σταυροφόρων από το 1187. 

Το 1188 ο πατέρας του και ο Φίλιππος Β’ της Γαλλίας αποφάσισαν από κοινού την εκκίνηση μίας νέας (Γ’) Σταυροφορίας μόλις μαθεύτηκε στη Δύση ότι η Ιερουσαλήμ κατελήφθη από τον Σαλαδίνο, ηγέτη τον Μουσουλμάνων, στον οποίο ο Ριχάρδος, αν και αντίπαλοι, είχε μεγάλη εκτίμηση. Όταν πέθανε ο πατέρας του, και ο Ριχάρδος έγινε πλέον Βασιλιάς, αποφασίζει να συνεχίσει το έργο του. 

Έρχεται και εκείνος σε συμφωνία με τον Φίλλιπο να προχωρήσουν από κοινού στη Σταυροφορία. Αυτό περισσότερο γιατί φοβούνταν μήπως εκμεταλλευτεί ο ένας την απουσία του άλλου και προχωρήσει στην κατάληψη των εδαφών του.

Η Επιστροφή από τους Άγιους Τόπους και η Αιχμαλωσία του στην Αυστρία

Ο Ριχάρδος είδε ότι η παραμονή του στους Αγίους Τόπους δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο, αφού έμαθε ότι ο Φίλιππος Β΄ της Γαλλίας και ο μικρότερος αδελφός του, Ιωάννης, συνωμοτούσαν εναντίον του. Έκανε μια τελευταία απόπειρα να κατανικήσει τον Σαλαντίν, ηττήθηκε όμως και αποφάσισε να έρθει σε συμφωνία μαζί του. Συμφώνησαν να καταστρέψουν τα τείχη της Ασκαλών και να επιτρέπεται ελεύθερα η είσοδος των προσκυνητών στα Ιεροσόλυμα.

Ο κακός καιρός τον έκανε να ναυαγήσει στην Κέρκυρα, που ήταν υπό την κατοχή του Ισαάκιου Β΄ Άγγελου, από όπου μεταμφιεσμένος σε Ναΐτη ιππότη βάδισε για την Κεντρική Ευρώπη. Στο δρόμο, ο γαμπρός του, Ριχάρδος, αιχμαλωτίστηκε (1192) κοντά στη Βιέννη από τον Λεοπόλδο Ε΄, που κατηγόρησε τον Ριχάρδο ότι είχε συμμετοχή στην δολοφονία του ξαδέλφου του, Κονράδου του Μομφερράτου.

 
Ο πραγματικός λόγος ήταν ότι ο Γερμανός Αυτοκράτορας ήταν έντονα προσβεβλημένος από τον Ριχάρδο, γιατί κατά την διάρκεια της Γ΄ Σταυροφορίας είχε σκίσει μια σημαία του. Ο Ριχάρδος, αν και μεταμφιεσμένος, αναγνωρίστηκε από κάποιο δακτυλίδι ή για το ότι έτρωγε ψητό κοτόπουλο, που θεωρείτο Βασιλικό γεύμα. Ο Βασιλιάς ήταν αιχμάλωτος του Αυτοκράτορα Ερρίκου ΣΤ΄, αλλά οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα καλές.

Αρχικά κρατήθηκε στο κάστρο Κουενρίγκερ, που διασώζεται ερειπωμένο και σήμερα ακόμα στην μικρή Αυστριακή πόλη του Ντίρνσταϊν, πάνω στα βράχια. Ο θρύλος λέει ότι ο πιστός τροβαδούρος του, Μπλοντέλ, ψάχνοντας το αφεντικό του, περιφερόταν σε όλη την Ευρώπη τραγουδώντας έναν σκοπό που μόνο ο ίδιος και ο Βασιλιάς ήξεραν. Περνώντας τυχαία από τα βράχια του Ντίρνσταϊν, ο Ριχάρδος ανταπέδωσε τον σκοπό, ο Μπλοντέλ τον αναγνώρισε και απελευθέρωσε τον αγαπημένο του Βασιλιά. 

Τα ιστορικά δεδομένα όμως δεν συμφωνούν με αυτό, γιατί ο Ριχάρδος μετά από το κάστρο Κουενρίγκερ μεταφέρθηκε σε πολλές άλλες πόλεις της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως την απελευθέρωσή του. Η μητέρα του, Ελεονώρα, προσπάθησε να συγκεντρώσει τα 150.000 μάρκα που ζητούσε ο Ερρίκος με την βοήθεια κλήρου και λαού. Αργότερα ο Ερρίκος έριξε το ποσό στις 100.000, όσο είχε ζητήσει και για τον Σαλαντίν. 

Ο Ιωάννης ο Ακτήμων του έστειλε μυστικά 80.000 με την προϋπόθεση να εξακολουθήσει να κρατά όμηρο τον Ριχάρδο, αλλά ο Αυτοκράτορας αρνήθηκε και του τα επέστρεψε. Τελικά ο Ριχάρδος στις 4 Φεβρουαρίου 1194 ελευθερώθηκε.

Η Επιστροφή στην Αγγλία

Κατά τη διάρκεια της απουσίας του, ο Ιωάννης ο Ακτήμων είχε καταλάβει το θρόνο. Ο Ριχάρδος όχι μόνο τον συγχώρησε, αλλά και τον όρισε διάδοχό του στον θρόνο αντί για τον ανιψιό του Αρθούρο. Ετοιμάστηκε πυρετωδώς για εκστρατεία κατά του Φιλίππου Β΄ συγκεντρώνοντας συμμάχους, μεταξύ των οποίων τον Βαλδουίνο Θ΄ της Φλάνδρας και τον πεθερό του, Σάντσο ΣΤ΄ της Ναβάρρας. Έκανε επίθεση στον Φίλιππο από το νότο έχοντας σημαντικές επιτυχίες. Κατέλαβε και έκαψε την πόλη Λιμουζέν (1191). 

Στο Φρετεβάλ ο Γάλλος Βασιλιάς τράπηκε σε φυγή αφήνοντας σημαντικά οικονομικά έγγραφα του κράτους του στα χέρια του Ριχάρδου (1194). Τέλος μετά τη νίκη του στην μάχη του Ζισόρ (1198), πρόσθεσε στους τίτλους του την φράση «Ο Θεός και το δικαίωμά μου» (Dieu et mon droit), εννοώντας ότι δεν είναι κανένας άλλος ανώτερος του παρά μόνο ο Θεός, φράση που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα ως το εθνικό σύνθημα της Αγγλίας.

 
Το Τέλος του Ριχάρδου 

Η ιστορία που κατέληξε τελικά στην δολοφονία του ξεκίνησε από την Ακουϊτανία, όπου κάποιος αγρότης βρήκε σε ένα χωράφι έναν μεγάλο θησαυρό από χρυσά νομίσματα και αγάλματα. Ο φεουδάρχης της περιοχής αρνήθηκε όπως όφειλε να παραδώσει τον θησαυρό στον Βασιλιά Ριχάρδο, που αποφάσισε με στρατιωτικά μέσα να καταλάβει το χωριό. 

Τελικά σε μια επιθεώρησή του στο κάστρο του χωριού, κυκλοφορώντας χωρίς πανοπλία, δέχτηκε βέλη που τον τραυμάτισαν θανάσιμα. Λίγο πριν ξεψυχήσει, διέταξε να του φέρουν μπροστά του το δολοφόνο του: ήταν ένα παιδί που ισχυριζόταν ότι ο Ριχάρδος σκότωσε τον πατέρα του και τους αδελφούς του. Ο Ριχάρδος το συγχώρησε και διέταξε να το αφήσουν να φύγει χωρίς να το πειράξουν. 

Ο εγκέφαλος του Ριχάρδου τάφηκε στο αβαείο του Σαρρού στο Πουατού, η καρδιά του τοποθετήθηκε στον Καθεδρικό ναό της Ρουέν και το υπόλοιπο σώμα του στο Αβαείο του Φοντεβρώ.

Ο Μύθος του Ρομπέν των Δασών

Ακόμα αναζητείται αν συναντήθηκαν ποτέ ο Ριχάρδος και ο Ρόμπεν του Λόξλεϋ καθώς υπάρχουν συνολικά δέκα άτομα με το όνομα αυτό που εμφανίζονται μεταξύ 1180 και 1300. Τα στοιχεία τους βεβαίως δεν έχουν εξακριβωθεί. Σίγουρα τροφή για αναζήτηση έχουν δώσει τα μυθιστορήματα των Αλεξάνδρου Δουμά και σερ Γουόλτερ Σκότ.

Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα

Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα (Friedrich I., Barbarossa) (1122 - 1190) ή Κοκκινογένης, Βασιλιάς της Γερμανίας (1152 - 1190) και Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1155 - 1190). Πριν γίνει Βασιλιάς της Γερμανίας ήταν δούκας της Σουαβίας (1147 - 1152) σαν Φρειδερίκος Γ' ήταν γιος του δούκα της Σουαβίας Φρειδερίκου Β' από την δυναστεία των Χοενστάουφεν και της Ιουδήθ κόρης του Ερρίκου Θ' δούκα της Βαυαρίας από την δυναστεία των Γουέλφων. 

Μόλις έγινε δούκας της Σουαβίας έκανε το πρώτο ταξίδι του στην Ανατολή στην Β' Σταυροφορία στο πλευρό του θείου του Γερμανού Αυτοκράτορα Κονράδου Γ', η Σταυροφορία κατέληξε σε αποτυχία αλλά κέρδισε την εμπιστοσύνη του θείου του που τον κήρυξε διάδοχο του στον Γερμανικό θρόνο. Στέφθηκε στο Άαχεν Βασιλιάς λίγες μέρες μετά τον θάνατο του. Ήταν αποφασισμένος να επαναφέρει την ισχύ της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στα χρόνια του Καρολομάγνου και του Αυτοκράτορα Όθωνα Α'.

 
Αποφασισμένος να διατηρήσει την ειρήνη επενέβη στις εσωτερικές διαμάχες των ευγενών, όπως και στον Δανικό εμφύλιο, προσπάθησε να κάνει διαπραγματεύσεις με τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Μανουήλ Α'. Αλλά έπεσε στην άρνηση του πάπα να του δώσει διαζύγιο με την άτεκνη σύζυγο του, κάτι που κατάφερε να κάνει με τον επόμενο Πάπα Ευγένιο Γ' (1153) με την συνθήκη της Κωνσταντίας υποσχέθηκε να παράσχει προστασία στον Πάπα από τους εχθρούς του, όπως τον Βασιλιά της Σικελίας Ρογήρο Β'.

Εκστρατείες του στην Ιταλία

Ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσα έκανε συνολικά 6 εκστρατείες στην Ιταλία στην πρώτη από τις οποίες στέφθηκε Αυτοκράτορας από τον Πάπα Ανδριανό Δ', μετέφερε το Δουκάτο της Βαυαρίας από τον Ερρίκο Β' στον ξάδελφο του Ερρίκο τον Λέοντα από την δυναστεία των Γουέλφων. Στις 9 Ιουνίου 1156 παντρεύτηκε την Βεατρίκη της Βουργουνδίας κόρη του δούκα Ρενώ Γ' κάτι που έφερε την Βουργουνδία υπό την κατοχή του. 

Τον Ιούνιο του 1158 πραγματοποίησε την δεύτερη εκστρατεία του στην Ιταλία είχε σημαντικές επιτυχίες στα βόρεια έχοντας στο πλευρό του τον Ερρίκο τον Λέοντα , κυρίευσε το Μιλάνο κάτι που τον έφερε σε σύγκρουση με τον Πάπα Αλέξανδρο Γ'. Ο Πάπας τον αφόρισε (1160) και ο Φρειδερίκος αντέταξε τον αντίπαπα Βίκτορ Δ', επέστρεψε στην Γερμανία (1162), έκανε νέα εκστρατεία στην Σικελία (1163) όπου απέτυχε παταγωδώς. 

Το 1164 μετέφερε από το Μιλάνο τα οστά των τριών μάγων Βασιλέων σαν δώρο στην αρχιεπισκοπή της Κολωνίας. Τον Οκτώβριο του 1166 έκανε άλλο ένα ταξίδι στην Ιταλία όπου έγινε η στέψη της συζύγου του Βεατρίκης σαν Αυτοκράτειρας από τον αντίπαπα Πασχάλ Γ', ο Ερρίκος ο Λέων αρνήθηκε να τον ακολουθήσει με την δικαιολογία τις διαμάχες που είχε με τους γειτόνους του. 

Το επόμενο διάστημα προσπάθησε να επεκτείνει την κυριαρχία του σε Βοημία, Πολωνία και Ουγγαρία, προσπάθησε να δημιουργήσει δεσμούς με τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Μανουήλ Α', τον Βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκο Β', και τον Βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ'. Μετά τον θάνατο του Δούκα της Σουαβίας Φρειδερίκο Β' (1167) πήρε την περιοχή στην κυριαρχία του. 

Το 1174 αποφάσισε να πραγματοποιήσει την πέμπτη εκστρατεία του στην Ιταλία ο Ερρίκος ο Λέων αρνήθηκε ξανά να τον ακολουθήσει, η εκστρατεία απέτυχε γνωρίζοντας την συντριβή κοντά στο Μιλάνο στις 29 Μαΐου 1176 όπου τραυματίστηκε σοβαρά, ενώ πίστευαν για πολύ καιρό ότι ήταν νεκρός. Η ήττα αυτή τον έφερε σε διαπραγματεύσεις με τον Πάπα Αλέξανδρο Γ' δηλώνοντας σε αυτόν την υποταγή του.

 
Ο Φρειδερίκος δεν συγχώρησε τον Ερρίκο τον Λέοντα που δεν του πρόσφερε την βοήθεια του στην τελευταία μάχη αποφασίζοντας να τον ανατρέψει, συσπείρωσε εναντίον του όλους τους δυσαρεστημένους ευγενείς (1180) του ισχυρού Δουκάτου που είχε δημιουργήσει. Η τελική υποταγή έγινε τον Νοέμβριο 1181 όπου ο Ερρίκος Λέων εξορίστηκε στην Νορμανδία στην αυλή του πεθερού του Βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Β' πέρασε εκεί 3 χρόνια μέχρι να επιστρέψει στην Γερμανία.

Συμμετοχή του στην Γ' Σταυροφορία και θάνατος

Αφού συμφιλιώθηκε με τον Πάπα ο Φρειδερίκος προετοιμάστηκε για την συμμετοχή του στην Γ' Σταυροφορία (1189) μια τεράστια εκστρατεία με τις συνδυασμένες δυνάμεις του Βασιλιά της Γαλλίας Φιλίππου Β' Αυγούστου και του Βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδου Α' του Λεοντόκαρδου. Σχημάτισαν έναν τεράστιο στρατό 100.000 ανδρών μεταξύ των οποίων 20.000 ευγενείς, μερικοί ιστορικοί θεωρούν τα νούμερα αυτά σαν υπερβολή μιλώντας για 15.000 άνδρες ανάμεσα στους οποίους και 3.000 ευγενείς. 

Οι στρατοί των Σταυροφόρων έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη το φθινόπωρο του 1189 από κει πέρασαν στην Ανατολή, στις 10 Ιουνίου 1190 ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσα πνίγηκε στην προσπάθεια του να διαβεί τον ποταμό Σαλέφ στην Κιλικία. Μερικοί υποθέτουν ότι ο πνιγμός του έγινε λόγω αδυναμίας να συμμετέχει σε τέτοιες αποστολές λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του, ενώ ο εξοπλισμός του δεν τον διευκόλυνε στην προσπάθεια του να σωθεί.

Κληρονόμοι

Με την σύζυγο του Βεατρίκη της Βουργουνδίας παιδιά του ήταν :
  • Σοφία (1161 - 1187) παντρεύτηκε τον Γουλιέλμο Στ' τον Μομφερρατικό
  • Ερρίκος Στ' Αυτοκράτωρ της Ρώμης
  • Κονράδος (1167 - 1191) δούκας της Σουαβίας
  • Όθων Α' της Βουργουνδίας
  • Κονράδος Β' (1172 - δολοφονήθηκε 1196) δούκας της Σουαβίας
  • Φίλιππος της Σουαβίας

Γκυ των Λουζινιάν 

Ο Γκυ ή Γουΐδων των Λουζινιάν (Guy de Lusignan, 1159 - 1194) ήταν Γάλλος ευγενής που έγινε βασιλικός σύζυγος των Ιεροσολύμων οδηγώντας τα στρατεύματα της πόλης στην καταστρεπτική μάχη του Χαττίν (1187).

Ήταν γιος του κόμη του Πουατού Ούγου Η' των Λουζινιάν. Το Πουατού ήταν τμήμα του Γαλλικού Δουκάτου της Ακουιτανίας που ήταν υπό την εξουσία του τρίτου γιου της Ελεονώρας της Ακουιτανίας και του Ερρίκου Β' της Γαλλίας, Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου. Το 1168, ο Γκυ και τα αδέλφια του σε ενέδρα σκότωσαν τον Πατρίκιος, 1ος κόμης του Σώλσμπερι που επέστρεφε από προσκύνημα και για την πράξη τους αυτή εξορίστηκαν από τον Ριχάρδο και κατέφυγαν στα Ιεροσόλυμα.

Το 1174 ο μεγαλύτερος αδελφός του Αμαλρίκ παντρεύτηκε την κόρη του Βαλδουίνου των Ιμπελίν και μπήκε στους κύκλους των ευγενών. Διορίστηκε από την Βασιλομήτορα Αγνή του Κουρτεναί Κοντόσταυλος στην Γιάφα και στην συνέχεια σε ολόκληρο το Βασίλειο. Μερικές αναληθείς φήμες λένε ότι ήταν αγαπητικός της Αγνής, αλλά κρατήθηκε μακριά από την πολιτική που είχε ανατεθεί στην οικογένεια των Ιμπελίν, ευνοούμενοι του Ραϊμόνδου Γ΄ της Τρίπολης, εξαδέλφου του Βασιλιά.

Βασιλιάς των Ιεροσολύμων αν και Ανεπιθύμητος 

Ο Ραϊμόνδος Γ΄ της Τρίπολης και ο Βοϊμόνδος Γ' της Αντιόχειας ετοιμάστηκαν να επιτεθούν στα Ιεροσόλυμα, προκειμένου να πιέσουν τον Βασιλιά Βαλδουίνο να δώσει την αδελφή του σύζυγο στον Βαλδουίνο των Ιμπελίν. Ο Γκυ και η Σιβύλλα προχώρησαν σε βιαστικό γάμο (1180) και έτσι ο Γκυ έγινε κόμης της Γιάφας και της Ασκαλών. Με την Σιβύλλα απέκτησε δύο κόρες, τις Αλίκη και Μαρία, ενώ η σύζυγός του είχε ήδη έναν γιο από τον πρώτο της γάμο με τον Γουλιέλμο του Μομφερράτου. 

Ο Βασιλιάς Βαλδουίνος δεν είχε σοβαρή αντίρρηση για τον γάμο, ενώ είναι ανακριβείς οι πληροφορίες ότι τον πίεζε η μητέρα του. Σαν υποτελής του ξαδέλφου του Βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Β' είχε κάθε λόγο να αναμένει από αυτόν βοήθεια, και κήρυξε τον Γκυ αντιβασιλιά (1182).

Μετά από την δειλία που έδειξε απέναντι στον Σαλαντίν στο Κεράκ τον αποκήρυξε από διάδοχο ζητώντας από την αδελφή του να ακυρώσει τον γάμο της (1183, 1184). Ο Βαλδουίνος Δ΄ ήθελε γαμπρό από Βασιλική οικογένεια για διάδοχο του, ενώ η Σιβύλλα ευρισκόμενη στην Ασκαλών αρνήθηκε πεισματικά. Ο Βαλδουίνος Δ΄ όρισε διάδοχό του τον Βαλδουίνο του Μομφερράτου, παιδί της Σιβύλλας από τον πρώτο της γάμο και απαγόρευσε την διαδοχή στον Γκυ και τους απογόνους του.


Όταν ο Βαλδουίνος Δ' υπέκυψε από λέπρα τον διαδέχθηκε ο ανήλικος Βαλδουίνος Ε΄του Μομφερράτου που πέθανε σε λίγους μήνες. Ο Γκυ και η Σιβύλλα πήγαν στα Ιεροσόλυμα για την στέψη τους (1186) και ο Ραϊμόνδος Γ' της Αντιόχειας προκειμένου να προστατέψει τα δικαιώματα της Μαρίας Κομνηνής, της κόρης της Ισαβέλλας και της οικογένειας των Ιμπελίν ετοιμάστηκε να εκστρατεύσει κατά των Ιεροσολύμων. 

ΟΡαϊνάλδος του Σατιγιόν κατάφερε να πετύχει την υποστήριξη του λαού και της εκκλησίας στην Σιβύλλα και ο Πατριάρχης Ηράκλειος έστεψε τους νέους Βασιλείς. Η ίδια μάλιστα η Σιβύλλα σε ένδειξη τιμής έβγαλε το στέμμα από το δικό της κεφάλι και το τοποθέτησε σε αυτό του συζύγου της. Ο μνηστήρας από την άλλη πλευρά του θρόνου Χάμφρεϊ Δ' του Τορόν που είχε παντρευτεί την Ισαβέλλα δεν επιθυμούσε την ανατροπή του Γκυ δηλώνοντας πίστη σε αυτόν και πρότεινε στον Ραϊμόνδο της Τρίπολης και τους Ιβελίν να σταματήσουν τις προσπάθειες.

Πτώση του Βασιλείου των Ιεροσολύμων 

Κύριος στόχος του ήταν η προέλαση του Σαλαντίν, προσπαθώντας να ανακουφίσει την Τιβεριάδα που πολιορκείτο από τον Σαλαντίν. Ο στρατός του ρημαγμένος από έλλειψη νερού υπέστη συντριπτική ήττα (1187): ο Γκυ με τους αδελφούς του Γοδεφρείδο, Ραϊνάλδο και Χάμφρεϊ μεταφέρθηκαν στον Σαλαντίν. Ο Σαλαντίν έδωσε στον Γκυ ένα ποτήρι νερό σαν ένδειξη γενναιοδωρίας, αλλά όταν ο Γκυ ήθελε να δώσει νερό στον Ραϊνάλδο ο Σαλαντίν το πέταξε κάτω προστάζοντας ότι απαγορεύεται να το κάνει χωρίς την άδεια του. 

Αμέσως ο Σαλαντίν κατηγόρησε τον Ραϊνάλδο για προδοσία και με το ξίφος του τον αποκεφάλισε. Η Σιβύλλα με τον Μπάλιαν του Ιμπελίν υποστήριζαν την πόλη των Ιεροσολύμων που έπεσε και αυτή στα χέρια του Σαλαντίν. Ο Γκυ Λουζινιάν παρέμεινε για έναν χρόνο φυλακισμένος του Σαλαντίν, ώσπου ελευθερώθηκε (1188) μετά τα ικετευτικά γράμματα της Σιβύλλας. 

Ο Γκυ και η Σιβύλλα κατέφυγαν στην Τύρο, την μόνη πόλη που είχε μείνει Χριστιανική, και βρισκόταν υπό την διοίκηση του Κονράδου του Μομφερράτου, μικρότερου αδελφού του πρώτου συζύγου της Σιβύλλας. Ο Κονράδος αρνήθηκε να δώσει άσυλο στον Γκυ και την Σιβύλλα που στρατοπέδευσε για μήνες έξω από τα τείχη της πόλης. Ο Γκυ στο άκουσμα της προέλασης της Γ΄ Σταυροφορίας υπό τον Φίλιππο Β΄ της Γαλλίας και τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο άρχισε την πολιορκία της Άκρας. 

Η Βασίλισσα τον ακολούθησε αλλά πέθανε μαζί με τις κόρες της στην μεγάλη επιδημία του 1190, και έτσι ο Γκυ έχασε όλα τα δικαιώματα του για τον θρόνο των Ιεροσολύμων. Η οικογένεια των Ιμπελίν αμέσως χώρισαν την Ισαβέλλα από τον σύζυγο της Χάμφρεϊ του Τορόν, που δειλά υποτάχθηκε στον Γκυ προκειμένου να την παντρέψουν με τον Κονράδο του Μομφερράτου. Ο Γκύ άφησε την Άκρα (1191) προκειμένου να συναντήσει τον παλιό του κυρίαρχο Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο που του δήλωσε όρκο πίστης και υποταγής.

 
Τον βοήθησε σε όλες τις επιχειρήσεις του και στην κατάκτηση της Κύπρου από τον Ισαάκ Κομνηνό, ενώ όταν έφτασαν στην Άκρα βρήκαν αντιμέτωπους και τους Βασιλείς Φίλιππο Β' της Γαλλίας, Λεοπόλδο Ε΄ της Αυστρίας που υποστήριζαν τον Κονράδο.

Γενάρχης της δυναστείας των Λουζινιάν στην Κύπρο

Στην σύγκρουση που ακολούθησε ο Γκυ έδειξε ένα λαμπρό δείγμα του ιπποτικού του χαρακτήρα σώζοντας την ζωή του Κονράδου όταν περικυκλώθηκε από τους εχθρούς παίρνοντας με την γενναιότατη πράξη του μεγάλο προβάδισμα στην διαδοχή του θρόνου. Ο Ριχάρδος παρά την αποτυχία της Γ' Σταυροφορίας παρέμεινε προκειμένου να ρυθμίσει το ζήτημα της διαδοχής. Τελικά οι ευγενείς μετά από ψηφοφορία έδωσαν το στέμμα στον Κονράδο και την Ισαβέλλα. 

Ο Γκυ των Λουζινιάν παρηγορήθηκε με την Κύπρο που είχε αγοράσει ο Ριχάρδος από τους Ναΐτες, παρέμεινε άρχοντας της Κύπρου (από το 1192, όταν και του παραχωρήθηκε από τον Ριχάρδο) χωρίς να πάρει τον τίτλο του Βασιλιά, αν και αυτοαποκαλούνταν έτσι από την εποχή που ήταν Βασιλιάς των Ιεροσολύμων. Τον διαδέχθηκε ο αδελφός του, Αμαλρίκ Β' της Ιερουσαλήμ, που δέχθηκε τον Βασιλικό τίτλο από τον Αυτοκράτορα Ερρίκο ΣΤ΄. Η δυναστεία του θα Βασιλεύσει στην Κύπρο (Βασίλειο της Κύπρου) ως το 1474.

Φίλιππος Β΄ της Γαλλίας 

Ο Φίλιππος Β΄ (Philippe II, 21 Αυγούστου 1165 - 14 Ιουλίου 1223), γνωστός και ως Φίλιππος Αύγουστος, ήταν Βασιλιάς της Γαλλίας από το 1180 έως το 1223 και ο πρώτος που αποκαλούνταν με αυτόν τον τίτλο. Ήταν γιος και διάδοχος του Βασιλιά Λουδοβίκου Ζ΄ από την τρίτη σύζυγό του, Αδέλα της Καμπανίας.

Παντρεύτηκε αμέσως μετά την άνοδο του στον θρόνο την πριγκίπισσα Ισαβέλλα του Αινώ, κληρονομώντας και το Αρτουά. Μόλις πέθανε η Ισαβέλλα, ο μεγάλος τους γιος Λουδοβίκος έγινε κόμης του Αρτουά. Έδιωξε όλους τους Ιουδαίους από τη χώρα και δήμευσε την περιουσία τους.

Ξεκίνησε πόλεμο με τον Φίλιππο της Αλσατίας (1181), κόμη της Φλάνδρας, και τον Ιούλιο του 1185, με τη συνθήκη του Μποβ, περιήλθαν υπό την κατοχή του οι περιοχές του Αρτουά και της Αμιένης. Ξεκίνησε και ο ίδιος τον πόλεμο με τον Βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκο Β΄, κάτι που είχε κάνει στο παρελθόν και ο πατέρας του. Προσέγγισε και ο ίδιος τους επαναστατημένους γιους του, αλλά ο θάνατος του Ερρίκου (1189) και η πτώση των Ιεροσολύμων στον Σαλαντίν άλλαξαν τα σχέδιά του.


Τρίτη Σταυροφορία και Αποτυχία της 

Το 1190 ξεκίνησε την Γ΄ Σταυροφορία μαζί με τον Αυτοκράτορα της Γερμανίας Φρειδερίκο Α΄ Βαρβαρόσσα και τον Βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο Α΄ τον Λεοντόκαρδο. Αρχικά ξεκίνησαν μαζί με τον Ριχάρδο, αλλά χώρισαν στην Λυών, διότι ο μεν Ριχάρδος ήθελε να συνεχίσουν μέσω πλοίων, ο δε Φίλιππος Αύγουστο μέσω των Άλπεων.

Συναντήθηκαν στη Μεσσήνη, όπου έβγαλαν μαζί τον χειμώνα. Τον Μάρτιο του 1191, ο Φίλιππος εξέπλευσε, έφθασε στα Ιεροσόλυμα και άρχισε τις εφόδους πριν την άφιξη του Ριχάρδου. Αλλά τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου προσεβλήθη από δυσεντερία και ήταν βέβαιος ο θάνατος του, αν δεν επέστρεφε ταχύτατα στη Γαλλία, εγκαταλείποντας την πολιορκία, κάτι που έκανε. Άφησε μικρή Γαλλική στρατιωτική δύναμη υπό τον δούκα της Βουργουνδίας Ούγο Γ΄.

Εξοργισμένος ο Ριχάρδος για την πράξη αυτή του Φιλίππου, μίλησε με έντονη επίθεση εναντίον του, λέγοντας ότι καθήκον του ήταν να κάτσει και να πεθάνει παρά να εγκαταλείψει την προσπάθεια. Άφησε μικρό σώμα στρατού και επέστρεψε μέσω Γένοβας με τον ξάδελφο του Πέτρο ντε Κουρτεναί, Δούκα του Νεβέρ. Περίμενε πόλεμο με τον Ριχάρδο με την επιστροφή του τελευταίου από τους Αγίους Τόπους.

Προστριβές με τον Πάπα

Η Ισαβέλλα πέθανε σε μια γέννα της (1190) και ο Φίλιππος πραγματοποίησε δεύτερο γάμο με την Ίνγκεμπορντ της Δανίας, (1175 - 1236), κόρη του Βασιλιά Βάλντεμαρ Α΄ της Δανίας. Άλλαξε το όνομά της σε Ίζαμπουρ και περιγράφεται από πολλές μαρτυρίες (π.χ. Στέφανος του Ντόρνικ) ως ωραία, νέα και σοφή. Ήρθε όμως σε σύγκρουση μαζί της, αρνήθηκε να την αναγνωρίσει σύζυγό του και αυτή κατέφυγε στον Πάπα Κελεστίνο Γ΄ για να του εκθέσει τις διαμαρτυρίες της. 

Στο μεταξύ ο Φίλιππος, χωρίς καν να βγει το διαζύγιο, πραγματοποίησε τρίτο γάμο με την Αγνή της Μερανίας, με την οποία έκανε δύο παιδιά: την Μαρία της Γαλλίας (1198–1224)και τον Φίλιππο, κόμη του Κλερμόν (1200 - 1234). Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ κήρυξε άκυρο τον γάμο του με την τρίτη σύζυγό του, Αγνή, αλλά ο Φίλιππος - Αύγουστος αρνείτο επίμονα να δεχτεί πίσω την κόρη του Βάλντεμαρ, μέχρι που άλλαξε γνώμη (1213) μετά τις προσπάθειες του Πάπα και του αδελφού της, Βάλντεμαρ Β΄ της Δανίας (1202 - 1241). 

Η καχυποψία με την οποία έβλεπε τον Πάπα ύστερα από αυτό τον οδήγησε σε άρνηση να προσφέρει βοήθεια σε διάφορες Παπικές εκστρατείες, όπως αυτή κατά των Καθαρών (1208).


Σχέσεις του με τον Ιωάννη Ακτήμονα 

Με τον νέο Βασιλιά της Αγγλίας Ιωάννη τον Ακτήμονα έκλεισε αρχικά την Συνθήκη του Λε Γκουλέ. Αναγνώρισε τον Ιωάννη επίσημα Βασιλιά της Αγγλίας μετά την άνοδο του στον θρόνο (1196), αφαιρώντας τα δικαιώματα από τον άλλο διεκδικητή του Αγγλικού θρόνου,Αρθούρου Α΄, κόμη της Βρετάνης (ανιψιού του Ιωάννη). Σε αντάλλαγμα αναγνώρισε τον Φίλιππο - Αύγουστο κυρίαρχο της Φλάνδρας, της Βουλώνης και των ηπειρωτικών κτήσεων της Ανδεγαυίας. 

Ο Ιωάννης ήταν τυπικά κυρίαρχος σε Ανζού και Βρετάνη, αφού κατέλαβε το ποσό των 20.000 χρυσών στερλινών. Ως εξασφάλιση της συναλλαγής αυτής, συμφωνήθηκε ο γάμος του διαδόχου του Γαλλικού θρόνου, Λουδοβίκου, με την ανιψιά του Ιωάννη, πριγκίπισσα Λευκή της Καστίλης.

Το 1202 όμως, Βαρώνοι δυσαρεστημένοι από τη συμπεριφορά του Ιωάννη έκαναν αίτημα στον Βασιλιά Φίλιππο - Αύγουστο. Ο Φίλιππος ζήτησε από τον Ιωάννη να απαντήσει στα αιτήματα των βαρώνων, αυτός δεν το έκανε και τότε κυρίευσε όλες τις κτήσεις της ηπειρωτικής Αγγλίας, εκδιώκοντας τον Ιωάννη από Βρετάνη και Ακουιτανία.

Παρίσι

Από τους ισχυρότερους Μεσαιωνικούς μονάρχες της Ευρώπης, νικώντας τον ισχυρό συνασπισμό της συμμαχίας των Ανδεγαυών, κατόρθωσε να κατατροπώσει και τους ευγενείς φέρνοντας την εξουσία στην μεσαία τάξη. Έκτισε νέο εμπορικό κέντρο στο Παρίσι και συνέχισε την οικοδόμηση της μεγάλης εκκλησίας της Παναγίας των Παρισίων που είχε ξεκινήσει (1163) ο πατέρας του. Είναι ιδρυτής του πρώτου Πανεπιστημίου των Παρισίων, και του Λούβρου με αρχική χρήση ως κάστρου.

Το Παρίσι ήταν το πιο γνωστό θεολογικό κέντρο εκείνη την εποχή με το πανεπιστήμιο του Παρισιού που είχε ξεκινήσει σαν σχολή του καθεδρικού της Νοτρ Νταμ. Ήταν το περιβάλλον που έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο και κυρίως η ανάπτυξη της πόλης στο τέλος του 12ου αιώνα, καθώς οι Γάλλοι Βασιλείς άρχισαν να αναδύονται από τις σκιές μιας μακροχρόνιας κατάπτωσης του μοναρχικού γοήτρου στην Γαλλία. 

Το Παρίσι δεν ήταν μόνον η πρωτεύουσα, αλλά και η μεγαλύτερη πόλη της βόρειας Γαλλίας, με έναν πληθυσμό που έφτανε τις 50.000 στα 1200. Εκείνη την εποχή υπολογίζεται πως υπήρχαν περίπου 5.000 δάσκαλοι και μαθητές στο Παρίσι, το 10% δηλαδή του πληθυσμού, που ζούσαν γύρω από την Παναγία των Παρισίων στο Ιλ ντε λα Σιτέ και γύρω από τα μοναστήρια Geneveve και St Victor. Τους προσέλκυσε ένας γαλαξίας από διανοούμενους της εποχής, μελετώντας τα έργα του Πέτρου Αβελάρδου και του Ουγκώ του St Victor, κυρίως Λογική, είτε για την Λογική αυτή καθεαυτή, είτε για να συνεχίσουν στη θεολογία.

 
Ωφελήθηκαν από την προστασία της εκκλησίας και της πολιτείας. Οι Πάπες παραχώρησαν διατάγματα που αναγνώριζαν τα δικαιώματα της επαγγελματικής ένωσης (συντεχνίας) των Παριζιάνων δασκάλων, ενώ ο Βασιλιάς Φίλιππος Αύγουστος εξέδωσε το 1200 καταστατικό χάρτη που υποχρέωνε τον Δεσμοφύλακα του Παρισιού, τον ανώτατο αξιωματούχο της εκτελεστικής εξουσία στην πόλη, να ορκίζεται ότι θα σέβεται τα προνόμια των σπουδαστών. 

Εν τέλει, και με την δράση τους, οι σχολές του Παρισιού αναγνωρίζονταν σαν ένα αυτόνομα σώμα μέσα στο πλαίσιο της ζωής της πόλης. Μπορούσαν να κατέχουν και να μεταβιβάζουν οικοδομήματα και γη, να εκλέγουν τις αρχές τους, να ενάγουν στα δικαστήρια και να ενάγονται, να νομοθετούν (εσωτερικά) για την διαχείριση των δικών τους ζητημάτων. Δεν ήταν απλά ένα δημιούργημα του Βασιλιά, του Πάπα ή των αρχών της πόλης ούτε καν του Καγκελάριου της Notre Dame. 

Είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν το στάτους ενός universitas magistrorum et scholarium ή άλλως ενός πανεπιστημίου.

Ισαάκιος Β΄ Άγγελος 

Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος Βασίλεψε από το 1185 μέχρι την εκθρόνισή του το 1195, επανήλθε σε συμβασιλεία με το γιό του Αλέξιο Δ΄ Άγγελο το 1203, μέχρι το θάνατό του το 1204. Ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος, ευγενούς καταγωγής αντικατέστησε τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ Κομνηνό μετά τα επεισόδια και τη θανάτωσή του. Έτσι εγκαθιδρύθηκε στο Βυζάντιο ο Οίκος Αγγέλων. Αμέσως ανέλαβε δράση και τα Βυζαντινά στρατεύματα υπό το στρατηγό Αλέξιο Βρανά διέλυσαν τον απειλητικό στρατό του Γουλιέλμου στην Αμφίπολη το 1185.

Δεν μπόρεσε όμως να κάνει τίποτε για την ανάκτηση των νησιών του Ιονίου Λευκάδα, Ιθάκη, Κεφαλονιά και Ζάκυνθος τα οποία είχαν καταληφθεί από τον στόλο του Γουλιέλμου Β΄ με ναύαρχο τον Μαργαριτώνη το καλοκαίρι του ίδιου έτους. Η συνέχεια της Βασιλείας του δεν υπήρξε αντάξια αυτού του πρώτου θριάμβου, και αυτό γιατί σε αντίθεση με τον Ανδρόνικο, ο Ισαάκιος ήταν ανίκανος να διοικήσει ικανοποιητικά το κράτος. 

Επανήλθε η παταχθείσα υπό τον προκάτοχό του διαφθορά των υπαλλήλων, αλλά και η εξαγορά τίτλων και προνομίων, ως τα βασικά στοιχεία της διοίκησης. Το 1187, ο Σαρακηνός Ελ-Σαλαντίν κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα, καταλύοντας το ομώνυμο Σταυροφορικό Βασίλειο. Σε πλήρη αντίθεση με το αντίστοιχο γεγονός της πτώσης των Ιεροσολύμων στους Φράγκους, ο Σαλαντίν δεν επιδόθηκε σε ανούσια σφαγή, αλλά επέτρεψε σχεδόν σε όλους τους Χριστιανούς να εξαγοράσουν την ελευθερία τους.

Η πτώση της Αγίας Πόλης αποτέλεσε το έναυσμα για την διοργάνωση το 1191 της Γ΄ Σταυροφορίας από το Φρειδερίκο Βαρβαρόσσα. Έντρομος ο Ισαάκιος, αλλά και πολύ κατώτερος των απαιτήσεων των γεγονότων, δεν κατόρθωσε να επιδείξει την οξύνοια και διπλωματική ευελιξία των Κομνηνών στη διαχείριση των Σταυροφορικών στρατευμάτων. Ο Φρειδερίκος πέρασε στην Ανατολία και κατέλαβε το Ικόνιο.

Στην πορεία όμως πέθανε σε πνιγμό με αποτέλεσμα την άμεση και άδοξη λήξη της Σταυροφορίας, χωρίς καν να πλησιάσει στο στόχο της. Ο γιος του Ερρίκος ΣΤ΄, ανέλαβε την πρωτοβουλία για νέα Σταυροφορία το 1195. Αν και τα πρώτα στρατεύματα κινήθηκαν επιτυχώς, ο θάνατος του Ερρίκου το 1197 στη Μεσήνη έδωσε άδοξο τέλος και στη νέα εκστρατεία.


Ανήμπορος να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, ο Ισαάκιος ήταν ένας αδύναμος ηγέτης, χωρίς πολλά από τα χαρίσματα των Κομνηνών. Εκθρονίστηκε από τον αδελφό του Αλέξιο Γ΄ Άγγελο και τιμωρήθηκε με τύφλωση το 1195. Το 1203, δηλαδή τις παραμονές της πολιορκίας της Πόλης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας, ο γιος του μοιράζοντας αφειδώς υποσχέσεις για ανταλλάγματα, κατόρθωσε με τη βοήθεια των Δυτικών, και κυρίως των Βενετών, να επανακτήσει το θρόνο και να χρισθεί συμβασιλέας με τον πατέρα του. 

Λίγο πριν την πτώση (1204), πατέρας και γιος εκθρονίστηκαν και θανατώθηκαν από τον Αλέξιο Ε΄ Μούρτζουφλο.

 
 (Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)