Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Ο Επικουρισμός, μια ηθική αθεΐα

Άλλο ένα προϊόν της πολιτισμικής κρίσης του 4ου και του 3ου αι. υπήρξε ο επικουρισμός, κατά πολύ σαφέστερα άθεος από τον στωικισμό. Αλλοιωμένος από τους πολέμιους του, θα παραμείνει επί μακρόν το μαύρο πρόβατο του χριστια­νισμού, που θα τον προβάλλει ως οιονεί διαβολικό δόγμα, ένα κράμα αθεΐας, ακραιφνούς υλισμού και ανηθικότητας. Όλοι οι άπιστοι χαρακτηρίζονται ως «χοίροι του Επίκουρου», ενώ ο επικουρισμός συνιστά έναν εύχρηστο κάλαθο αχρήστου, προκειμένου κάποιος ανεξέταστα να απαλλαγεί από όλους τους σκεπτικιστές και τους ελευθέριους, με τον προσβλητικό χαρακτηρισμό τους ως επικούρειων.

Η τοποθέτηση του επικουρισμού στον αντίποδα των παραδοσιακών θρη­σκειών είναι εύκολα αποδεκτή. Λόγω του συνδυασμού ενός τρόπου ζωής με μία φιλοσοφική θεωρία, στην πραγματικότητα αποτελεί θεωρητική και ταυ­τόχρονα, εμπειρική αθεΐα. Ο Επίκουρος (34 1-270) ωστόσο βεβαιώνει σαφώς την ύπαρξη των θεών: «Οι θεοί υπάρχουν, απόδειξη σαφής είναι η γνώση μας για αυτούς». Είναι υλικοί, αποτελούμενοι από λεπτά άτομα, είναι ωραίοι και ευτυχείς. Η ευτυχία των θεών πρέπει να αποτελέσει γνώμονα της ευτυχίας των ανθρώπων: απολαμβάνουν την απόλυτη ηρεμία, την αταραξία, καθώς δεν ασχολούνται με τίποτε και, βεβαίως, ούτε με τα ανθρώπινα ζητήματα. Σε τίποτε δεν ωφελεί η προσευχή προς αυτούς ή ο φόβος εξαιτίας τους: οι θεοί αδιαφορούν για την ανθρώπινη μοίρα. Οι θεοί αυτοί, που δεν δημιούργησαν τον κόσμο και ουδέποτε παρεμβαίνουν, δεν υπόσχονται ούτε ανταμοιβή ούτε τιμω­ρία στον άνθρωπο του οποίου ο βίος είναι επίγειος και τερματίζεται με τον θάνατο, χωρίς να υπάρχει επιβίωση της ψυχής, αυτοί λοιπόν οι θεοί υπάρχουν απλώς τυπικά. Η εξύμνησή τους, κατά τον Επίκουρο, σημαίνει ήδη μία ελά­χιστη συμμετοχή στην ευτυχία τους. Πέραν αυτού, ένας επικούρειος κάλλι­στα αντιπαρέρχεται τους θεούς, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ουδεμία παρα­μόρφωση των θεμελίων της θεωρίας.
        
Ο επικουρισμός ανάγεται μάλλον, όπως έδειξε ο J.-A. Festugiere, σε αντίδραση κατά του φόβου απέναντι στους θεούς, που φθείρει την ανθρώπι­νη ζωή. Εντοπίζεται σε αυτό το σημείο μία μάλλον άγνωστη πλευρά των αρχαίων θρησκειών, που συνηγορεί επίσης υπέρ της επανεξέτασης τους, σε μία κρίση σαφώς ανάλογη με αυτήν του τέλους του 20ου αιώνα.

Συνηθισμένοι να συνδέουμε τον θρησκευτικό φόβο με τον χριστιανισμό, με τον διάβολο και την κόλαση, την απειλή της αιώνιας τιμωρίας, που επί μεγάλο διάστη­μα εκμεταλλεύθηκε ο κλήρος, λησμονούμε τελικά ότι στις ειδωλολατρικές θρησκείες ο φόβος ήταν παρών και η συμβολή του στην ανάπτυξη του σκε­πτικισμού και της αθεΐας υπήρξε καθοριστική. Ο ειδωλολάτρης φοβάται τους θεούς του με τις απρόβλεπτες αντιδράσεις. Θεοί που υφαίνουν την τύ­χη του αυθαίρετα, όπως εύγλωττα απεικονίζει ο μύθος των Ατρειδών, θεοί που προκαλούν αναίτια φυσικούς κατακλυσμούς και οδηγούν τον άνθρωπο στον θάνατο, σε ένα επέκεινα αβέβαιο, που οι φήμες το παρουσιάζουν απο­τρόπαιο. Από τη στιγμή που ο πιστός απαιτεί την ύπαρξη μιας θείας πρό­νοιας, μιας θεϊκής παρέμβασης στις ανθρώπινες υποθέσεις, περιμένει τα πά­ντα από αυτά τα υπερφυσικά, πανίσχυρα και μνησίκακα όντα, τα πάντοτε πρόθυμα για εκδίκηση.

«Ο φόβος για τους θεούς, λοιπόν, για την οργή τους εναντίον των ζωντανών, την εκδικητικότητα τους απέναντι στους νεκρούς, υπήρξε σημαντικότατος παράγοντας της θρησκείας των Ελλήνων. Ενδεχομέ­νως, τον βίωσε και ο ίδιος ο Επίκουρος».

Η άποψη αυτή υπερακοντίζει την άποψη του Πλούταρχου, ενός παραδο­σιακού θρησκευτικού πνεύματος, ο οποίος στο Περί δεισιδαιμονίας, δηλώνει ότι ο επικουρισμός, κατά μία έννοια, προτιμάται αντί του υπερβολικού φό­βου πολλών πιστών για τους θεούς, στους οποίους περιδεείς αποδίδουν τη δυστυχία τους: κατρακυλούν στον βούρκο ομολογώντας τα σφάλματα τους, φρικιούν στην προοπτική μιας αιωνιότητας μαρτυρίων. Ο άθεος αντιθέτως αυτοπαρηγορείται. Ατάραχος και άφοβος, αποδίδει τα δεινά του στο ενδεχό­μενο ή την Τύχη.

Η απόρριψη των θεών επομένως θα ήταν μία επαναστατική αντίδραση, η επανάσταση του ανθρώπου που θέλει να έχει υπό τον έλεγχο του το πεπρωμένο του, που αρνείται τους θεϊκούς μύθους, που τον υποδουλώνουν και τον φοβίζουν. Η αντίδραση αυτή είναι εμφανής στον επιφανέστερο συνε­χιστή του Επίκουρου, τον Ρωμαίο Λουκρήτιο (Titus Lucretius Carus, 100-50 π.κ.χ.). Στο σπουδαίο ποί­ημά του De retum natura με πληθώρα μυθο­λογικών παραδειγμάτων, αποδεικνύει ότι οι θεοί είναι ανθρώπινα δημιουρ­γήματα, αποκυήματα του φόβου για τις δυνάμεις της φύσης. Η θρησκεία, κατά τον ίδιο τρόπο, καθιστά τον άνθρωπο δυστυχή, πείθοντας τον ότι οι θεοί είναι υπεύθυνοι για τις καταστροφές. Εάν λοιπόν αυτοί είναι ικανοί να του στέλνουν τέτοιους κατακλυσμούς στη ζωή αυτή, τι του επιφυλάσσουν άραγε στην επόμενη; Η φαντασία συνεπώς επινόησε όλα αυτά τα μαρ­τύρια που υποθάλπουν τον φόβο. Ο άνθρωπος πρέπει να αποβάλει αυτές τις αντιλήψεις:

«Πρέπει να κυνηγήσουμε και να γκρεμίσουμε αυτόν τον φόβο του Αχέροντα, που διαπερνά τον άνθρωπο μέχρι τα βάθη, που συνταράζει τη ζωή του, και τη χρωμα­τίζει με τη μαυρίλα του θανάτου.... Δεν υπάρχει, όπως λέει ο μύθος, ο δυστυχι­σμένος Τάνταλος που αδιάκοπα φοβάται τον πελώριο βράχο που κρέμεται πάνω από το κεφάλι του και παραλύει από έναν τρόμο αναίτιο. Αυτός είναι μάλλον ο μάταιος φόβος για τους θεούς, που αναστατώνει τον βίο των θνητών, και ο φό­βος για τη μοίρα, που απειλεί καθένα μας με τα χτυπήματά της. Ούτε Τιτυός υπάρχει να κείτεται στις όχθες του Αχέροντα, με σάρκες ξεσκισμένες απ' τα όρνια· κι αυτά άλλωστε δεν θα μπορούσαν αιώνια να σκαλίζουν το ευρύ του στέρνο για τροφή…»

Κατά τον Λουκρήτιο, ο Επίκουρος έσωσε τον άνθρωπο από τη θρησκεία. Με την ανατροπή της, του απέδωσε την απολεσθείσα αξιοπρέπεια του:

«Ενώ στα μάτια όλων η ανθρωπότητα ζούσε πάνω στη γη μία ζωή αξιοκαταφρόνητη, συντεθλιμμένη κάτω από το βάρος της θρησκείας, που πρόβαλλε το πρόσωπο της αφ’ υψηλού από τους ουρανούς και απειλούσε τους θνητούς με την τρομακτική της όψη, ένας Έλληνας τόλμησε να υψώσει τα μάτια του, την αντίκρισε και την αντιμετώπισε. Οι μύθοι για τους θεούς, ο κεραυνός, οι απει­λητικοί ουράνιοι βρυχηθμοί, όχι μόνο δεν τον πτόησαν, αλλά δυνάμωσαν περισ­σότερο την ορμή του θάρρους του και την επιθυμία του να παραβιάσει πρώτος τις σφιχτοκλεισμένες θύρες της φύσης. Από τότε, με τη σειρά της γκρεμί­στηκε η θρησκεία και ποδοπατήθηκε, και εμάς, η νίκη αυτή μάς ανυψώνει μέ­χρι τους ουρανούς…»

Κατά τον Λουκρήτιο επομένως ο επικουρισμός είναι όντως αθεΐα. Αγνοεί τους μακάριους και ατάραχους θεούς, που διατηρούσε ακόμη ο δάσκαλος του, και αρκείται σε έναν καθαρό μηχανιστικό υλισμό.

«Η ύλη αποτελείται από άτομα απολύτως πλήρη, που κινούνται άφθαρτα εις το διηνεκές. Ολόκληρο το σύμπαν, επομένως, είναι πανταχόθεν ελεύθερο, άπειρο, συγκροτημένο από κενό και ύλη, όπου τα πάντα δημιουργούνται και διαλύο­νται, χωρίς συνολικό σχέδιο.»

Διαφορά με τη δημοκρίτεια αντίληψη: τα άτομα διαγράφουν μία ελαφρώς πλάγια τροχιά, αυτή δε η παρέγκλιση, που ευνοεί τους ποικίλους συνδυασμούς, περιφρουρεί επίσης το όποιο ενδεχόμενο και ένα βαθμό ελευθερίας του ανθρώπου, καθώς διευθετεί ένα χώρο διαθέσιμο στην ηθική.

Ο επικουρισμός αποτελεί πράγματι την πρώτη σοβαρή απόπειρα άθεης ηθικής, μιας ηθικής που εδράζεται στη μόνη δυνατή, αυθεντική αξία ενός ανθρώπινου κόσμου χωρίς θεό: την αναζήτηση της προσωπικής επίγειας ευτυχίας. Η ευτυχία αυτή θεμελιώνεται στην απουσία φυσικού πόνου και ψυχικής σύγχυσης, σε αυτή την ισορροπημένη κατάσταση σοφίας, δηλαδή την αταραξία. Μοναδικό κίνητρο για τον σοφό είναι η αναζήτηση της ηδονής, άρα αποκλείεται η εύκολη και άσωτη ζωή, πηγή δεινών μάλλον παρά ηδονής. Στην πραγματικότητα βεβαίως η επικούρεια ηδονή προσομοιάζει προς τον ασκητισμό και όχι προς τη διασκέδαση. Είναι το αποτέλεσμα μιας σοφής και ευαίσθητης αναλογίας, η οποία, σε περίπτωση υιοθέτησης της από το σύνολο, θα κατέληγε σε μία κοινωνία τέλεια, δίκαιη, ισορροπημένη:

«Βέβαια, επειδή η ηδονή είναι το πρωταρχικό και έμφυτο αγαθό, δεν προτιμούμε οποιαδήποτε ηδονή: ορισμένες φορές αντιπαρερχόμαστε πολλές ηδονές, όταν μας προξενούν μεγαλύτερες δυσκολίες. Ανάλογα, θεωρούμε κάποιους πόνους προτιμότερους από μερικές ηδονές, όταν μακροχρόνια βάσανα τα ακολουθεί εντονότερη ηδονή.

«Γιατί όταν έχει εξαλειφθεί ο πόνος της έλλειψης, η λιτή τροφή μάς δίνει την ίδια ηδονή με τα πλούσια γεύματα και το ψωμί και το νερό φέρνουν την υπέρτα­τη ηδονή, όταν προσφερθούν σε κάποιον τη στιγμή που τα χρειάζεται. Το να συνηθίζει λοιπόν κανείς στην απλή και όχι στην πολυτελή διατροφή και βελτιώνει την υγεία του και καθιστά τον άνθρωπο ακούραστο στις υποχρεώσεις της ζωής κι όταν πότε πότε προσερχόμαστε σε πολυτελή γεύματα, μας προδιαθέτει καλύτερα γι’ αυτά κι ακόμη μας προετοιμάζει να αντιμετωπίζουμε χωρίς φόβο τις μεταστροφές της ζωής.»

«Όταν λοιπόν λέμε ότι η ηδονή είναι ο σκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και τις αισθησιακές ηδονές, όπως νομίζουν κάποιοι που αγνοούν, διαφωνούν ή παρερμηνεύουν τις απόψεις μας· εννοούμε την απουσία σωματικού πόνου και ψυχικής ταραχής.»

Εξαρχής συκοφαντημένη από τους Στωικούς, η επικούρεια διδασκαλία θα προβληθεί παραδόξως ως η αποτρόπαια αντίθεση στα μάτια των πιστών και ως απόδειξη της ασυμβατότητας αθεΐας και ηθικής. Η παρεξήγηση αυτή είναι περίεργη, δεδομένου ότι Στωικοί και Επικούρειοι εκθειάζουν στο σύνολο τους την απαραίτητη συμμόρφωση με τη φύση· αλλά, ενώ οι πρώτοι θεωρούν ως σοφία την εκούσια αφομοίωση ανθρώπου και φύσης, οι δεύτεροι συνιστούν μία συνετή αναλογία φυσικών στοιχείων, προκειμένου να διασφαλίσουν την κατά το δυνατό μεγαλύτερη ψυχική ευεξία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι Επικού­ρειοι διασώζουν την αξιοπρέπεια και την ιδιαιτερότητα του ανθρώπου, εν αντι­θέσει προς τους Στωικούς, που την κατακυρώνουν στη δήθεν θεϊκή φύση.

Άλλο παράδοξο: οι χριστιανοί που θα απορρίψουν και τις δύο θεωρίες ως άθεες, εκδηλώνουν θαυμασμό απέναντι στη στωική ηθική, δεδομένου ότι εξαίρει την εκούσια αποδοχή της μοίρας, και περιφρονούν την επικούρεια, διότι καθιστά το άτομο μοναδικό κύριο της συμπεριφοράς του. Εξού και ο γνήσιος επικούρειος σοφός, κυριαρχώντας πάνω στη φύση, προσεγγίζει περισσότερο προς τον χριστιανό ασκητή, εν συγκρίσει προς τον στωικό σοφό, που ακολου­θεί τη φύση. Ο πρώτος, όμως, κατά τους χριστιανούς, έχει άδικο, εφόσον προ­βάλλει ως υπέρτατη αξία την αναζήτηση της ηδονής, ενώ ο χριστιανισμός εξαίρει την κακουχία και τον πόνο, με την προμελετημένη αναζήτηση των οποίων επιδιώκεται ο εξαγνισμός.

Ο χριστιανισμός άλλωστε ουδέποτε θα συγχωρήσει στον επικουρισμό τη ρητή άρνηση της αθανασίας της ψυχής. Κατά τον Επίκουρο, ο θάνατος είναι συνολικός και οριστικός· επομένως δεν προκαλεί φόβο: «Η ανυπαρξία αυτού που πέθανε σήμερα θα είναι κοινή με την ανυπαρξία εκείνου, που πέθανε πριν από μήνες ή χρόνια», γράφει ο Λουκρήτιος. Τα άτομα που συνέθεταν τον άνθρωπο επανασυντίθενται, ώστε να σχηματίσουν άλλες μορφές.

Σημειωτέον επίσης ότι ο επικουρισμός παρά την αναζήτηση των ισορρο­πημένων ηδονών επ' ουδενί εγγυάται ένα βίο ανέφελο, όπως άλλωστε εύγλωτ­τα περιγράφει οΛουκρήτιος, ο πατέρας της υπαρξιακής θλίψης:

«Ο καθένας προσπαθεί να αποφύγει τον εαυτό του, χωρίς προφανώς να είναι σε θέση να αποδράσει, παραμένει προσκολλημένος στον εαυτό του, παρά τη θέληση του, και τον απεχθάνεται».

Ο ίδιος ο έρωτας είναι μαρτύριο, μια παραφροσύνη, ένας παροξυμμένος πόθος, ανικανοποίητος διαπαντώς. Για τον Λουκρήτιο η κόλα­ση είναι το εγώ και όλοι του οι φόβοι είναι το υπαρξιακό άγχος. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να απαλλαγεί από ορισμένους φόβους του, όπως από τον φόβο του θεού ή του θανάτου, αλλά από το καταχθόνιο υπαρξιακό άγχος, το άγχος της ύπαρξης, απαλλάσσεται μόνο με τον ίδιο τον θάνατο του.