Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Κοινωνία και πολιτισμός στην Ελλάδα από τον 7ο ως τον 5ο αιώνα π.χ

Γύρω στον 11ο  αιώνα π.Χ., ο μυκηναϊκός πολιτισμός κατέρρευσε. Ο πολιτισμός αυτός αναπαρήγαγε στην Ελλάδα μία κοινωνική οργάνωση που είχε όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά των ανατολικών κοινωνιών της εποχής εκείνης. Η εσωτερική του ισορροπία διαταράχθηκε σοβαρά εξαιτίας μιας σειράς επιδρομών ξένων λαών, μεταξύ των οποίων ήταν και αυτή των Δωριέων. Από τις κυριότερες συνέπειες αυτών των επιδρομών ήταν η μετανάστευση μίας φυλετικής ομάδας από την αρχική της κοιτίδα, προς τις ακτές της Μικράς Ασίας η ομάδα αυτή πήρε αργότερα το όνομα «Ίωνες». Ως το τέλος του 8ου αιώνα, καμία ενιαία κοινωνική οργάνωση δεν διαδέχθηκε τον κατεστραμμένο μυκηναϊκό πολιτισμό, από τον οποίο δεν σώζονταν πλέον παρά ελάχιστα στοιχεία: απομονωμένα χωριά που ήσαν συγκεντρωμένα γύρω από το παλάτι του τοπικού άρχοντα (βασιλεύς) και το ναό, ο οποίος συχνά τελούσε και αυτός υπό τη διοίκηση της οικογένειας του άρχοντα. Οι επήλυδες Ίωνες αρχικά αναπαρήγαγαν τις ίδιες μορφές οργάνωσης που βρήκαν στον τόπο στον οποίο εγκαταστάθηκαν. Κατά τη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου, η Ελλάδα φαίνεται πως διαδραμάτιζε στο μεσογειακό κόσμο έναν ρόλο αποκλειστικά περιφερειακό. Ωστόσο, μεταξύ του 8ου  και του 1ου  αιώνα π.Χ., μία σειρά από οικονομικές και τεχνολογικές καινοτομίες, οι οποίες άρχισαν να εισάγονται από την Ανατολή, κυρίως διαμέσου της Ιωνίας, προκάλεσαν σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Πρώτα απ’ όλα, σημειώνονται αλλαγές στην τεχνολογία εξόρυξης και επεξεργασίας του σιδήρου, ο οποίος σταδιακά αντικαθιστά τον ορείχαλκο που χρησιμοποιούσαν ως τότε τόσο ο μυκηναϊκός όσο και οι ανατολικοί πολιτισμοί. Ο σίδηρος παρουσίαζε αρκετά πλεονεκτήματα: δεν ήταν κράμα και, επομένως, η επεξεργασία του ήταν πιo απλή τα κοιτάσματά του ήσαν περισσότερο εξαπλωμένα γεωγραφικά και, συνεπώς, οι κατασκευαστές έπαψαν να εξαρτώνται από εκείνους που ήλεγχαν το εμπόριο του χαλκού και του κασσίτερου τέλος τα χρηστικά αντικείμενα που κατασκευάζονταν από σίδηρο αποδεικνύονταν ανθεκτικότερα αλλά και πιo οικονομικά σχέση με τα ορειχάλκινα. Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα έδιναν ακόμα και σε κοινότητες που δεν ήσαν ενσωματωμένες στα μεγάλα πολιτικά μορφώματα της εποχής, π.χ. στις ανατολικές αυτοκρατορίες, τη δυνατότητα καλύπτουν με δικά τους μέσα τις ανάγκες τους σε γεωργικά εργαλεία και όπλα. Στα χωριά και τις διαρκώς πολλαπλασιαζόμενες πόλεις άνοιγαν με ταχείς ρυθμούς μεταλλουργικά εργαστήρια. απόηχους όλης αυτής της δραστηριότητας συναντούμε ήδη στο έργο του Ησίοδου, κατά τα τέλη του 8ου  αιώνα. 
   
 Μία δεύτερη θεμελιώδης καινοτομία υπήρξε η κοπή μεταλλικού νομίσματος (χρυσού και αργυρού), γεγονός που συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάπτυξη των διεθνών συναλλαγών. Οι πρώτες πόλεις που ευεργετήθηκαν από την καινοτομία αυτή ήσαν οι ιωνικές, καθότι βρίσκονταν ακριβώς στο σταυροδρόμι των μεγάλων εμπορικών δρόμων που συνέδεαν την Ανατολή με τη Δύση και διέθεταν όλες τους, λόγω της παράκτιας θέσης τους, σημαντικά λιμάνια στο Αιγαίο. Η ανάπτυξη της νομισματικής οικονομίας επρόκειτο να επιφέρει σύντομα βαθιές κοινωνικές μεταβολές. Αφενός, αποδυνάμωσε τους μεσαίους και μικρούς καλλιεργητές, οι οποίοι ως τότε συνήθιζαν να προμηθεύονται τα απαραίτητα από τις τοπικές αγορές μέσω ανταλλαγής προϊόντων αφετέρου, συνέβαλε στη διαμόρφωση τάξεων σχετικά ανεξάρτητων από τη γη: των εμπόρων, των αργυραμοιβών, των τοκογλύφων των επαγγελματιών που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους όχι πλέον έναντι τρoφής και δώρων αλλά έναντι χρήματος, ενός μέσου πολύ πιo σημαντικού από κοινωνική άποψη.
 
 Όλα αυτά δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις, με αφετηρία πάντοτε την Ιωνία, ενός ταχύτατου μετασχηματισμού των αρχικών αγροτικών κοινοτήτων σε πόλεις με μικτή οικονομία. Η ιωνική πόλις είχε εξαρχής διπολικό χαρακτήρα: την είχε ιδρύσει και την κυβερνούσε μία αριστοκρατία (λίγο ως πολύ άμεση απόγονος της μυκηναϊκής), η οποία τη χρησιμοποιούσε ως πολιτικό κέντρο που εξυπηρετούσε την εξισορρόπηση των συμφερόντων των μεγάλων οικογενειών, το γενικό έλεγχο του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και των συναλλαγών, που άρχιζαν να αναπτύσσονται στο λιμάνι και τη αγορά, και, τέλος, την απαραίτητη, πλέον, για τους αριστοκράτες ανάμιξη στη νομισματική οικονομία και τους ανθρώπους της. Η έδρα της αριστοκρατίας κάθε πόλης ήταν η ακρόπολις, ένα μόρφωμα με θρησκευτική, πολιτική και στρατιωτική υπόσταση, το οποίο εξασφάλιζε τον έλεγχο της πόλης. Η ακρόπολη είχε διάσταση κατ’ αρχάς θρησκευτική, γιατί εκεί βρίσκονταν οι σπουδαιότεροι ναοί επίσης πολιτική, γιατί εκεί έδρευε η Γερουσία της πόλης. τέλος, στρατιωτική, διότι η ακρόπολη ήταν ένα φρούριο που δέσποζε στην κoρυφή της πόλεως. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε, η αριστοκρατία, με μερικές μόνο εξαιρέσεις, παρέμενε προσδεδεμένη στη γη, την οποία εξακολουθούσε να θεωρεί ως τη βασικότερη πηγή πλούτου. Η αριστοκρατία δεν συμμετείχε άμεσα στην εμπορική και νομισματική οικονομία (δεν υπήρχε δηλαδή μία εμπορική αριστοκρατία παρόμοια με εκείνη που αναπτύχθηκε στη μεσαιωνική και αναγεννησιακή Ευρώπη) Ωστόσο αντλούσε φορορολογικά ωφέλη από αυτές (δασμοί, μεταφορικά κ.λπ.), ενώ ενίοτε δάνειζε στους εμπόρους με τόκο.
 
Ο άλλος πόλος στην πόλη ήταν η αγορά, όπου εκινείτο ένα ετερόκλητο πλήθος εξαγωγέων και εισαγωγέων, μικροπωλητών, γεωργών που είχαν πτωχεύσει και εγκαταλείψει την ύπαιθρο, τεχνιτών και ξένων δίχως πολιτικά δικαιώματα (μέτοικοι), τους οποίους η πόλη είλκυε εξαιτίας των ευκαιριών που τους παρείχε για κέρδος. Αυτή η κοινωνική συνάθροιση σχημάτιζε το λαό, τον αστικό δήμον, ο οποίος, σταδιακά μεν αλλά όλο και πιo συ- νειδητά, άρχισε να συγκρούεται με την αριστοκρατία που τον κυβερνούσε.
 
 Μία άλλη καινοτομία, η οποία έχει τις ρίζες της στη Φοινίκη του 8ου  ή του 7ου αιώνα π.Χ., βοήθησε τον δήμον να αποκτήσει το πολιτιστικό εκείνο εργαλείο που του ήταν απαραίτητο για την κοινωνική και πολιτική του άνδρωση: την αλφαβητική γραφή. Η μυκηνακή γραφή, η οποία προερχόταν από πιο ανατολικά ιδεογραφικά συστήματα, λόγω της δυσκολίας της παρέμεινε αποκλειστική ιδιοκτησία μίας κλειστής τάξης ιερέων και ανακτορικών γραμματέων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα η γραφή αυτή να εξαφανιστεί μαζί με τη μυκηναϊκή κοινωνία. Έτσι, επί τρεις αιώνες σχεδόν η Ελλάδα δεν είχε κανένα είδος γραφής. Ο πολιτισμός μεταδιδόταν αποκλειστικά μέσω του προφορικού λόγου, χάρη στο ιερατείο και τους ποιητές, οι οποίοι αφηγούνταν τραγουδιστά τους μύθους τους στα παλάτια των αριστοκρατών. Η αλφαβητική γραφή, πιo εύχρηστη και πιo εύκολη στην εκμάθηση, αποδείχθηκε αποτελεσματικό εργαλείο τόσο για τη διάδοση του παραδοσιακού πολιτισμού όσο και για την ανάπτυξη ενός νέου, ο οποίος εξαπλωνόταν με τρόπους που επινοούσε ο ίδιος (η διατύπωση των νόμων της πόλης και της αγοράς, τα επαγγελματικά εγχειρίδια, οι ταξιδιωτικές αναφορές κ.ο.κ.). Μολονότι η συστηματική διδασκαλία της αλφαβητικής γραφής γενικεύθηκε μόνο προς τα τέλη του 5ου  αιώνα, είναι βέβαιο ότι η σταδιακή διάδοσή της διευκόλυνε την εκλαΐκευση και το μερικό εκδημοκρατισμό του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. 
    
 Σε αυτή την περίοδο, αναπτύχθηκε σε όλες τις ελληνικές πόλεις μια πολιτική, κοινωνική, αλλά και πολιτιστική ένταση ανάμεσα στην αριστοκρατία και τον δήμον, την ακρόπολιν και την αγοράν, η οποία προσέλαβε διάφορες μορφές. Έτσι, αναπτύχθηκε στο εσωτερικό των πόλεων μια αντιπαλότητα, η οποία άλλοτε απλώς υπέβοσκε, ενώ άλλοτε έκανε την παρουσία της πιο αισθητή. Ως προς τη γεωγραφική, όμως, κατανομή των πολιτικών τάσεων στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, παρατηρείται ισορροπία. Στην περιοχή της Ιωνίας, η οποία αρχικά ήταν αυτόνομη και έπειτα, κατά τον 5ο αιώνα, υποτάχθηκε στην αθηναϊκή ηγεμονία, ο δήμος εμφανίζει τάσεις υπεροχής, τόσο πολιτικής όσο και πολιτιστικής, μολονότι δεν μπορεί να πει κανείς ότι η αριστοκρατία ηττήθηκε ποτέ κατά κράτος. Αντιθέτως σε ένα μεγάλο μέρος της μητροπολιτικής καθώς και της Μεγάλης Eλλάδας, η αριστοκρατία, η οποία συνδύαζε την κατοχή της εγγείου ιδιοκτησίας με την κατοχή της στρατιωτικής ισχύος, εξακολουθούσε να υπερέχει, μολονότι η κυριαρχία της διακόπηκε κατά περιόδους εξαιτίας εσωτερικών και εξωτερικών γεγονότων. Οι συγκρούσεις φθάνουν στο υψηλότερο σημείο στην Αθήνα του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα. Τότε η Αθήνα ηγείται μιας δημοκρατικής συμμαχίας διάφορων πόλεων-κρατών, η οποία διεξάγει σκληρό πόλεμο κατά του αριστοκρατικού συνασπισμού. Πρόκειται για τον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο οποίος κατέληξε σε δεινή ήττα της κρατικής παράταξης. Στο εσωτερικό της Αθήνας, η ισχυρή αριστοκρατική παράταξη άλλοτε συμμαχεί και άλλοτε συγκρούεται με τον δήμον τη στιγμή που ο Περικλής, με τις καινοτόμες μεταρρυθμίσεις του, κατορθώνει να αποκαταστήσει την ισορροπία ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές. Στο τέλος όμως του αιώνα, όταν η Αθήνα ηττάται στον Πελοποννησιακό πόλεμο, η αριστοκρατική παράταξη αποπειράται κατ’ επανάληψη να αποκαταστήσει την τυραννική εξουσία της. Η αυγή, λοιπόν, του 4ου αιώνα βρίσκει την Αθήνα να μαστίζεται από μία έντονη και άλυτη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο παρατάξεων.
 
Όσα επισημάναμε μέχρι τώρα, σχετικά με την κοινωνική οργάνωση του ελληνικού χώρου αυτής της περιόδου και τις αντιφάσεις της, μας επιτρέπουν να προσδιορίσουμε εύκολα και τους τόπους στους οποίους αναπτύχθηκε ή προσλήφθηκε πνευματικός πολιτισμός. Από τη μία πλευρά υπάρχει ο πολιτισμός που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «ιερατικό», ο οποίος ήταν απλωμένος σε όλες τις πόλεις, αλλά είχε ως ιδεώδες κέντρο του το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ο όρος «ιερατικός» σημαίνει ότι αυτή η μορφή πολιτισμού είχε ένα ειδικό δεσμό με την αρχαία θρησκευτική παράδοση, η οποία πάντως δεν αποτελούσε τμήμα της κλειστής «ιερατικής τάξης» (τέτοια τάξη, άλλωστε, δεν υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα, αντίθετα με την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία). Συνυφασμένοι με αυτόν τον πολιτισμό είναι στοχαστές όπως ο Πυθαγόρας, ο Παρμενίδης, και ο Ηράκλειτος. Στην αντίπερα όχθη κυοφορείται ένας νέος, πολιτισμός ο οποίος, έχει χαρακτήρα αφενός πολιτικό, αφετέρου τεχνικο-επιστημονικό και ο οποίος καλύπτει τις ανάγκες που αναδύθηκαν μέσα στο νέο περιβάλλον της πόλης. Τα κέντρα αυτού του πολιτισμού είναι η Μίλητος του 6ου π.χ. αιώνα και η Αθήνα του 5ου. Φυσικά. οι δύο αυτές παραδόσεις δεν αναπτύσσoνται ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Αντιθέτως, κατά τον 5ο αιώνα ξέσπασε μία έντονη ιδεολογική διαμάχη, η οποία απέδοσε σπουδαίους πνευματικoύς καρπούς, κυρίως στο πεδίο του φυσικο-μαθηματικού, γλωσσικο-λογικού, ιστοριογραφικού και ηθικο-πολιτικού στοχασμού. Επίσης υπάρχει μία τρίτη μορφή πολιτιστικής παραγωγής, η ποιητική, η οποία σε γενικές γραμμές ακολουθεί τα κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής. Αυτή η μορφή πολιτισμού αρχικά αναπτύχθηκε από τους αοιδούς και τους ραψωδούς, στους οποίoυς αργότερα, στην Αθήνα του 5ου αιώνα προστέθηκαν οι δημιουργοί του τραγικού και του κωμικού θεάτρου που διαδραμάτισε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο σ’ αυτή τη θεωρητική διαμάχη και στη διαμόρφωση της ιδεολογικής αυτοσυνειδησίας της πόλης. 
   
        Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάποιο πνευματικό ή επιστημονικό ίδρυμα θεσμικού χαρακτήρα, ούτε δημόσιο ούτε ιδιωτικό. Συνεπώς δεν έχει, μιλάμε για φιλοσοφικές ή επιστημονικές «σχολές», τουλάχιστον με την έννοια που απέκτησε ο όρος αυτός κατά τον 4ο (με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη) και κυρίως τον 3ο αιώνα (με τις ελληνιστικές φιλοσοφίες και την ίδρυση του Μουσείου της Αλεξάνδρειας). Σε μερικές περιπτώσεις τέτοιες «σχολές» (π.χ. της Μιλήτου) δημιουργούνται λόγω των ιδεολογικών συγγενειών ανάμεσα σε διάφορους στοχαστές, οι οποίες οφείλονται στο κοινό κοινωνικό περιβάλλον τους, στο ότι συμπίπτουν όσον αφορά στις γενικές ιδεολογικές κατευθύνσεις και στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν λογικές και γνωσιακές τεχνικές. Σε άλλες περιπτώσεις (όπως στην περίπτωση της πυθαγόρειας «σχολής»), εκείνο που συνδέει τους επιμέρους διανοητές είναι το ότι ανήκουν σε ένα ιερατικό-θρησκευτικό σώμα, έναν «θίασο», ο οποίος έχει βαθιές θρησκευτικές καταβολές. Τέλος, άλλες «σχολές», όπως οι ιατρικές, μπορούν να θεωρηθούν ενιαίες λόγω του ότι αποτελούν συντεχνίες, ενώ μόνο κατά τα τέλη του 5ου  αιώνα αρχίζουν να συγκροτούνται σχετισχετικά σταθερές επιστημονικές ομάδες.
 
Ένα ακόμη στοιχείο που πρέπει να έχουμε υπόψη είναι η μορφή των κειμένων που εξασφάλιζαν τη  διάδοση του πολιτισμού. Ας μη φανταστούμε τα κείμενα αυτά σαν τα σημερινά βιβλία ή πραγματείες. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων τα φιλοσοφικά ή επιστημονικά κείμενα αποτελούσαν καταγραφή μίας επικοινωνίας που συντελείτο κατ’ αρχάς μέσω του προφορικού λόγου. Συνεπώς, στην περίπτωση του αριστοκρατικού πολιτισμού έχουμε να κάνουμε με κείμενα προφητικού ή χρησμοδοτικού χαρακτήρα, που συνδέονται με το τυπικό τελετουργικό κάποιου ναού, ενώ στην περίπτωση του πολιτισμού του δήμου πρόκειται για την καταγραφή των δημόσιων «διαλέξεων» που δίνονταν στην αγοράν ή στα πιo κοντινά γυμνάσια. Εξαίρεση σ’ αυτό το ημι-προφορικό, ακόμα, ύφος αποτελούν τα εγχειρίδια επαγγελματικής πρακτικής, όπως για παράδειγμα διάφορα κείμενα μαθηματικών και κυρίως ιατρικής, που απευθύνονταν αποκλειστικά στους ειδικούς.