Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Νικομάχου (31-35)

[31] Καὶ περὶ μὲν τούτων ἱκανά μοι τὰ εἰρημένα· περὶ δὲ τῶν ἐξαιτησομένων βραχέα πρὸς ὑμᾶς εἰπεῖν βούλομαι. παρεσκευασμένοι ‹γάρ› τινές εἰσι καὶ τῶν φίλων καὶ τῶν τὰ τῆς πόλεως πραττόντων δεῖσθαι ὑπὲρ αὐτοῦ· ὧν ἐγὼ ἡγοῦμαι ἐνίοις προσήκειν ὑπὲρ τῶν ἑαυτοῖς πεπραγμένων ἀπολογεῖσθαι πολὺ μᾶλλον ἢ τοὺς ἀδικοῦντας σῴζειν προαιρεῖσθαι.

[32] δεινὸν δέ μοι δοκεῖ εἶναι, ὦ ἄνδρες δικασταί, εἰ τούτου μὲν ἑνὸς ὄντος καὶ οὐδὲν ὑπὸ τῆς πόλεως ἠδικημένου οὐκ ἐπεχείρησαν δεῖσθαι [ὡς χρὴ] παύσασθαι εἰς ὑμᾶς ἐξαμαρτάνοντα, ὑμᾶς δὲ τοσούτους ὄντας καὶ ἠδικημένους ὑπὸ τούτου ‹πείθειν› ζητοῦσιν ὡς οὐ χρὴ δίκην παρ᾽ αὐτοῦ λαμβάνειν.

[33] χρὴ τοίνυν, ὥσπερ δὴ τούτους ὁρᾶτε προθύμως σῴζοντας τοὺς φίλους, οὕτως καὶ ὑμᾶς τοὺς ἐχθροὺς τιμωρεῖσθαι, εὖ εἰδότας ὅτι τούτοις πρώτοις ἄνδρες ἀμείνους δόξετε εἶναι, ἐὰν παρὰ τῶν ἀδικούντων δίκην λαμβάνητε. ἐνθυμεῖσθε δὲ ὅτι [οὔτε Νικόμαχος] οὐδὲ τῶν αἰτησομένων οὐδεὶς τοσαῦτα ἀγαθὰ πεποίηκε τὴν πόλιν, ὅσα οὗτος ἠδίκηκεν, ὥστε πολὺ μᾶλλον ὑμῖν προσήκει τιμωρεῖσθαι ἢ τούτοις βοηθεῖν.

[34] εὖ δ᾽ εἰδέναι χρὴ τοὺς αὐτοὺς τούτους, ὅτι πολλὰ δεηθέντες τῶν κατηγόρων ἡμᾶς μὲν οὐδαμῶς ἔπεισαν, τὴν δὲ ὑμετέραν ψῆφον καταπειράσοντες εἰσεληλύθασιν εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ ἐλπίζουσιν ὑμᾶς ἐξαπατήσαντες ἄδειαν εἰς τὸν λοιπὸν χρόνον λήψεσθαι τοῦ ποιεῖν ὅ τι ἂν βούλωνται.

[35] ἡμεῖς μὲν τοίνυν οὐκ ἠθελήσαμεν ὑπὸ τούτων ἀξιούμενοι πεισθῆναι, τὸ δὲ αὐτὸ τοῦτο παρακαλοῦμεν ‹ὑμᾶς› μὴ πρὸ τῆς κρίσεως μισοπονηρεῖν, ἀλλ᾽ ἐν τῇ κρίσει τιμωρεῖσθαι τοὺς τὴν ὑμετέραν νομοθεσίαν ἀφανίζοντας· οὕτως γὰρ ἐννόμως διοικηθήσεται τὰ κατὰ τὴν πολιτείαν πάντα.

***
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
[31] Και ως προς αυτά αρκούν, πιστεύω, όσα είπα ήδη. Επιθυμώ ωστόσο απευθυνόμενος σε εσάς να αναφερθώ εν συντομία σε εκείνους που θα ζητήσουν την αθώωσή του. Γιατί κάποιοι από τους φίλους του και τους ασχολούμενους με τα κοινά έχουν συνεννοηθεί να σας απευθύνουν έκκληση προς υπεράσπισή του. Ορισμένοι από αυτούς οφείλουν, νομίζω, πιο πολύ να απολογηθούν για όσα έχουν κάνει οι ίδιοι παρά να αγωνίζονται για τη σωτηρία των ενόχων.

[32] Το θεωρώ μάλιστα πρόκληση, άνδρες δικαστές, ότι δεν επιχείρησαν να πείσουν αυτόν, που είναι ένας και ουδέποτε αδικήθηκε από την πόλη, να πάψει να δρα εις βάρος σας, ενώ επιδιώκουν να πείσουν εσάς, που είστε τόσοι και έχετε αδικηθεί από αυτόν, ότι δεν πρέπει να τον τιμωρήσετε.

[33] Πρέπει επομένως, όπως ακριβώς αυτοί, καθώς βλέπετε, προσπαθούν με ζήλο να σώσουν τους φίλους, έτσι να τιμωρείτε και εσείς τους εχθρούς, με τη βεβαιότητα ότι αυτοί θα είναι οι πρώτοι που θα έχουν πιο θετική εικόνα για σας, αν τιμωρείτε τους ενόχους. Σκεφτείτε ακόμη ότι κανένας από εκείνους που θα ζητήσουν την αθώωσή του δεν έχει κάνει τόσα υπέρ της πόλης όσα έχει κάνει αυτός εναντίον της. Συνεπώς εσείς έχετε πολύ περισσότερους λόγους να τον τιμωρήσετε παρά αυτοί να τον υποστηρίζουν.

[34] Πρέπει επίσης να γνωρίζετε ότι αυτά τα ίδια πρόσωπα, ενώ έχουν φορτικά παρακαλέσει τους κατήγορους, εμάς ουδόλως μας έπεισαν, και ότι έχουν έρθει στο δικαστήριο για να επηρεάσουν την απόφασή σας, και τρέφουν την ελπίδα να σας εξαπατήσουν και να εξασφαλίσουν στο εξής ασυλία να κάνουν ό,τι θέλουν.

[35] Εμείς λοιπόν, παρότι μας ζητήθηκε από αυτούς, αρνηθήκαμε να ενδώσουμε, και το ίδιο ακριβώς ζητάμε και από σας: Όχι να μισείτε τους διεφθαρμένους πριν από τη δίκη, αλλά κατά τη δίκη να τιμωρείτε αυτούς που ακυρώνουν τη θέσπιση των νόμων. Γιατί έτσι και μόνο θα αντιμετωπίζεται με τρόπο σύννομο οτιδήποτε αφορά στο πολίτευμα.