Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Η αρχαιοελληνική αντίληψη για την έννοια της συμμετοχής

Αποτέλεσμα εικόνας για Η αρχαιοελληνική αντίληψη για την έννοια της συμμετοχήςΧρησιμοποιώ δυο εικόνες από την αρχαία Ελλάδα, την οποία θαυμάζω. Η πρώτη είναι αυτή δύο αδελφών, εχθρών μεταξύ τους, που αρνούνται να μοιραστούν τα αγαθά τους. Αντίθετα, η άλλη εικόνα είναι εκείνη δύο αδελφών που προωθούν το πνεύμα της κοινοκτημοσύνης και γίνονται σύμβολο. Στην πραγματικότητα, αυτή η δεύτερη εικόνα είναι που με ενδιαφέρει.
 
Κι αυτό, γιατί η πρώτη περίπτωση αφορά τα υλικά αγαθά που μοιράζουμε μεταξύ διαφορετικών ατόμων, σαν ένα γλυκό, από το οποίο παίρνει ο καθένας ένα κομμάτι, έτσι ώστε στο τέλος δεν απομένει πια γλυκό. Γίνεται σαφές σε αυτή την περίπτωση ότι ο καθένας ήθελε να πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι ή ακόμα και όλο το γλυκό. Είναι το δράμα δύο αδελφών εχθρών που θέλουν να αναλάβουν την εξουσία στη Θήβα και αποτελούν το αντικείμενο του πρώτου παραδείγματος μου. Πρόκειται για τους γιους του Οιδίποδα, τα δύο αδέλφια, τον Ετεοκλή και τον Πολυνίκη, όπως τους συναντάμε στην τραγωδία του Ευριπίδη «Φοίνισσες».
 
Ο Ευριπίδης προτίμησε να φέρει αντιμέτωπους τους δύο αδελφούς. Ο πιο επικίνδυνος από τους δύο είναι ο Ετεοκλής, που θέλει όλη την εξουσία. Η μητέρα του προσπαθεί να περιορίσει την επιθυμία του για εξουσία, που είναι η μεγαλύτερη θεϊκή ιδιότητα στα μάτια του. Και η μητέρα του στις «Φοίνισσες», στην απολογία της, αντιτίθεται σε αυτή τη φιλοδοξία: «Τη χειρότερη από τις θεϊκές ιδιότητες, τη φιλοδοξία, γιατί να την έχει το παιδί μου;».
 
 «Η Ισότητα είναι αυτή που καθορίζει το μέτρο και προσδίδει το ανάλογο βάρος στα ανθρώπινα όντα. Η νύχτα διαδέχεται την ημέρα με σαφή προκαθορισμένη συμμετρία, χωρίς ούτε η νύχτα ούτε η μέρα να καραδοκούν ποια θα κυριαρχήσει πάνω στην άλλη... Όταν λοιπόν η ίδια η μέρα και η νύχτα είναι αιώνια υποκείμενες σε αυτήν την Ισότητα, εσύ δεν θα παραχωρήσεις με τη σειρά σου ίσο μερίδιο κληρονομιάς στον αδελφό σου;».
 
Η Ιοκάστη έχει παράξενες ιδέες, όπως αυτή, που αποκαλεί την τυραννία «ευχάριστη αδικία», αλλά αυτό που θέλω να σας τονίσω είναι η ευρύτητα της αντίληψης, με την οποία ξεκινά αυτό το κείμενο, ο τρόπος με τον οποίο επικαλείται την εναλλαγή των εποχών και της μέρας με τη νύχτα μέσα στο χρόνο. Όλα αυτά, βασισμένα σε μία τάξη του Σύμπαντος που μας προσκαλεί, εμάς τους ανθρώπους, να σεβόμαστε επίσης την αρχή της ίσης συμμετοχής.        
 
Ο Ετεοκλής δεν έχει πειστεί, γι’ αυτό τα δύο αδέλφια αλληλοσκοτώνονται και η Ιοκάστη θα πεθάνει ανάμεσα στα πτώματα των δύο παιδιών της, που αφού δεν κατάλαβαν την αξία του νέμεσθαι έχασαν την ίδια τους τη ζωή.
 
Θα ήθελα να κάνω δύο εισηγήσεις... Η πρώτη είναι μία εικόνα, που αξίζει να χρησιμοποιηθεί και που τη βρίσκουμε σε πολλά σημεία στον Πλάτωνα, ιδιαίτερα στους «Νόμους» του, όταν ξεχωρίζει την αριθμητική ισότητα από τη γεωμετρική. Η αριθμητική ισότητα συνίσταται στο να αποδίδει το ίδιο πράγμα στον καθένα, αντίθετα η γεωμετρική ισότητα καθιερώνει ένα θεσμό, που μπορεί να δώσει περισσότερα είτε στη μεγαλύτερη ανάγκη είτε στη μεγαλύτερη αρετή, και εισάγει μία αδικαιολόγητη αδικία.
 
Την άλλη υπόθεση την παίρνω από υπάρχουσες πηγές. Είναι η προσφυγή στην κλήρωση και είναι ένα από τα στοιχεία για τα οποία η αθηναϊκή Δημοκρατία μας εκπλήσσει μερικές φορές.
 
Οι Αθηναίοι προσέφευγαν συχνά στην κλήρωση. Για το αν θα συστηνόταν νέο δικαστήριο, αυτό αποφασιζόταν με κλήρωση, για το ποιος δικαστής θα αναλάμβανε μία υπόθεση, γινόταν και πάλι κλήρωση. Η κλήρωση όμως έπαιζε ένα ρόλο σημαντικό και θα θυμίσω ότι κατά τη δημιουργία αποικιών έριχναν σε κλήρωση, τη γη που ανήκε στον καθένα.
 
Θα ήθελα να περάσω σε αυτό που ονομάζω δεύτερη μορφή του νέμειν και του νέμεσθαι. Πρέπει να παρατηρήσω ότι ακόμα και στη δική μας γλώσσα, τη γαλλική, χρησιμοποιούμε το ρήμα «μοιράζω» με αντικείμενα που δεν είναι υλικά αγαθά.
 
Μοιραζόμαστε ένα συναίσθημα, μοιραζόμαστε μια ευθύνη, μια υποχρέωση, μια ελπίδα. Αγγίζουμε έναν τομέα, ο οποίος είναι ευρύς και τον οποίο δεν καταλαβαίνουμε πολλές φορές. Ακόμα και στις «Φοίνισσες» του Ευριπίδη, υπάρχει ένα ακόμα πρόσωπο της τραγωδίας, ένας νέος άνθρωπος, που, εξαιτίας του χρησμού, δέχεται να πεθάνει για το κοινό καλό και εκφέρει σε όλους ένα λόγο για το πώς, πρέπει να θυσιαζόμαστε για τους συμπολίτες μας.
 
Τελικά, εκεί βρίσκεται και μία άλλη μορφή του νέμεσθαι. Μοιραζόμαστε τη χαρά και τη λύπη της πόλης. Μοιραζόμαστε τις υποχρεώσεις που μας προσδιορίζει και τα θετικά που μας προμηθεύει.
 
Η τελευταία αυτή πρωτοτυπία του Ευριπίδη μάς κάνει να καταλάβουμε ότι, αντίθετα με την άρνηση του να μοιραστείς, υπάρχει η αίσθηση του επιμερισμού των ευθυνών ακόμα και της αυτοθυσίας, που λαμβάνει υπόψη της το συμφέρον του άλλου. Οι «Φοίνισσες» αποκαλύπτουν μια πιο βαθιά έννοια της «νομής», η οποία στην πραγματικότητα είναι ένωση, κοινότητα, και, θα έλεγα, αντίθετα με τα αδέλφια-εχθρούς, αδελφότητα.
 
Υπάρχει και το άλλο παράδειγμα, που σας υποσχέθηκα και το οποίο με ενδιαφέρει, εκείνο των αδελφών που μοιράζονται τα πάντα, μέχρις ακρότητος.
 
Αυτά τα αδέλφια είναι ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, οι Διόσκουροι, τα παιδιά της Λήδας, που ήταν ίδιοι και μαζί διαφορετικοί. Γιατί η Λήδα ενώθηκε την ίδια νύχτα με, τον Δία αλλά και με το νόμιμο σύζυγό της, το βασιλιά της Σπάρτης, τον Τυνδάρεω.
 
Ο Πολυδεύκης λοιπόν ήταν γιος του Δία και ο Κάστορας γιος του Τυνδάρεω. Σε μία μάχη, ο Κάστορας χάνει τη ζωή του. Για τον Πολυδεύκη μία ζωή χωρίς τον αδελφό του δεν είναι δυνατή και παρακαλεί τον πατέρα του τον Δία να χαρίσει τη ζωή στον αδελφό του. Και ο Δίας του δίνει την επιλογή. Η μοίρα του Κάστορα δεν μπορεί να αλλάξει γιατί είναι θνητός. Μπορεί ή να ζήσει για πάντα στον Όλυμπο μαζί με τους αθάνατους ή να μοιραστεί την τύχη του αδελφού του και να ζει τη μισή του ζωή κάτω από τη Γη και τη μισή στον ουρανό. Χωρίς άλλη σκέψη ο Πολυδεύκης δέχτηκε τη δεύτερη επιλογή απαρνείται την αιώνια ζωή για χάρη του αδελφού του και από τότε τα δύο αδέλφια ζουν εναλλάξ στον ουρανό.
 
Ξέρω! Η περίπτωση είναι ιδιαίτερη, αλλά η εικόνα μάς στοιχειώνει και μπορεί να μας κάνει να σκεφτούμε. Τους κανόνες της ισότιμης διανομής μπορούμε να τους βρούμε και να μην καταλήξουμε σαν τους γιους του Οιδίποδα, τον Ετεοκλή και τον Πολυνίκη, που τους ενδιέφερε περισσότερο η γη, από τους εαυτούς τους και τη ζωή τους.