Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Ὁρισμός τῆς τραγωδίας - ἑρμηνεία ἀριστοτελικοῦ ὁρισμοῦ

«Ἔστι μέν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καί τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρίς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καί οὐ δί’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καί φόβου περαίνουσα, τήν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
(Ἀριστοτέλους Ποιητική 1449 Β,25)
 
Εἶναι λοιπόν ἡ τραγωδία μίμησις κάποιας πράξεως σπουδαίας καί τελείας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀριστοτέλης (1448 Α) ἐπεξηγεῖ τή λέξη «μίμησις»: «μιμοῦνται οἱ μιμούμενοι πράττοντας», δηλαδή ὑποδύονται ἀνθρώπους εὐρισκομένους ἐν δράσει. Ὁ δέ ὅρος «πράξις» ἐπιβιώνει μέχρι σήμερα στίς «πράξεις» τῶν θεατρικῶν ἔργων. Ἡ «πρᾶξις» τῆς τραγωδίας εἶναι σπουδαία καί τελεία, δηλαδή ἀξιόλογη, σπουδαιοτάτης σημασίας καί ἐντελής καθ’ ἑαυτήν. Φθάνει σέ ὁρισμένο τέλος. Γι’ αὐτό καί ἐπιβάλλεται νά ἔχει μέγεθος καθορισμένον, τό ὁποῖον συγκροτεῖται εἰς ἐν  «ὅλον»: «ὅλον δέ ἔστιν τό ἔχον ἀρχήν καί μέσον καί τελευτήν». 1450,30. Ἐάν ἡ «πρᾶξις» παραταθεῖ πέραν τῶν ὁρίων τῆς λειτουργίας της, διαστρεβλώνεται ἡ σύνθεσις «καί ἀποτυγχάνουσι πάντες».
 
Ἡ μίμησις αὐτῆς τῆς πράξεως γίνεται «ἡδυσμένῳ λόγῳ»:
 
«Λέγω δέ ἡδυσμένον λόγον, τόν ἔχοντα ρυθμόν καί ἁρμονίαν καί μέλος».
 
Τό δέ «χωρίς τοῖς εἴδεσι (=χωριστά τό κάθε εἶδος), τό διά μέτρον ἔνια (=μερικά εἴδη) περαίνεσθαι, καί πάλιν ἕτερα διά μέλους». (1449 β,30).
 
 Μόριον (=μέρος) τῆς τραγωδίας εἶναι «ὁ τῆς ὄψεως κόσμος» (=διάκοσμος:σκηνογραφία, ἐνδυμασία, σκεύη, σκηνοθετικά καί ὑποκριτικά εὐρήματα), ἀκολούθως δέ «ἡ μελοποιία καί ἡ λέξις».
 
Καί ὅλα αὐτά, «δρώντων, οὐ δι’ ἀπαγγελίας». Οἱ μιμούμενοι ὑποκριταί δέν ἀπαγγέλουν ἁπλῶς, ἀκίνητοι καί ἀμέτοχοι ἀλλά δροῦν, πράττουν, ὑποδύονται χαρακτῆρες, πρόσωπα, ἀναπαριστοῦν μύθους καί ἀφηγήσεις.
 
Ἡ ἐνάργεια αὐτή διεγείρει ἔλεον καί φόβον καί ὁδηγεῖ εἰς τήν κάθαρσιν (ἐξ-ἁγνισμόν) τῶν τοιούτων παθημάτων. Οἱ θεαταί αἰσθάνονται ἔλεος, δηλαδή συμπάθεια καί οἶκτο διά τούς ἥρωας, καθώς καί «φόβον» μήπως κάποτε ἡ μοίρα ἐμπλέξη κι αὐτούς εἰς παρόμοια παθήματα.
 
Αὐτή εἶναι ἡ κλασσική ἑρμηνεία τοῦ πολυσυζητημένου ὁρισμοῦ τοῦ Ἀριστοτέλους γιά τήν Τραγωδία. Μέ αὐτήν τήν ἑρμηνεία γαλουχηθήκαμε καί αὐτήν την απόδοσι ἀσμένως ἀποδεχθήκαμε.
 
Ὅμως ἡ Τραγωδία ὅπως καί ἡ Μυθολογία μας, δέν εἶναι ἁπλῶς «ποιητῶν πλάσματα οὐδέ συγγραφέων ἐπινοήσεις, ἀλλά γεγενημένων ἴχνη. Καί προσώπων καί πράξεων».
 
Ἐπειδή δέ τά γεγενημένα, σύμφωνα μέ τήν ἀνθρώπινη φύσι (κατά το ἀνθρώπινον) πάντοτε ἐπαναλαμβάνονται (παραπλήσια-εἰσί καί- ἔσονται) ὅπως ἐπισημαίνει καί ὁ Θουκυδίδης καταλήγουμε στό συμπέρασμα ὅτι καί ἡ Τραγῳδία (ὅπως ἀκριβῶς και ἡ Ἱστορία κατά την ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΞΥΓΓΡΑΦΗΝ)  ἀποτελεῖ «κτῆμα ἔς ἀεί μᾶλλον» παρά «ἀγώνισμα ἔς τό παραχρῆμα ἀκούειν» πρός ἁπλήν τέρψιν…
 
Ἐάν ἐρευνήσει κανείς εἰς βάθος τόσο στόν πυρήνα τῶν λέξεων τοῦ πασίγνωστου ἀλλά ὄχι τόσο «εὔκολου» ὁρισμοῦ, ὅσο καί στήν ἀπαρχή τῆς Τραγῳδίας καί τήν μετέπειτα πορεία της, θά βεβαιωθεῖ ὅτι τό Δρᾶμα γενικῶς ὑπῆρξε κάτι βαθύτερο καί οὐσιαστικότερο. Βαθύτερο καί οὐσιαστικότερο κυρίως ὡς πρός τήν «κ ά θ α ρ σ ι ν» τήν ὁποίαν ἀσφαλῶς ὁ Ἀριστοτέλης δέν ἔχει τυχαία τοποθετήσει ὡς τελευταία λέξη στό διάσημο Ὁρισμό του.
 
Ἡ «κάθαρσις» δέν ἀναφέρεται μόνο στά δρώμενα, ἡ «κάθαρσις» δέν ἀφορᾶ μόνο τούς τραγικούς ἥρωες ἀλλά ἀναφέρεται  (πρωτίστως) στούς θεατές.  Καί τά «παθήματα» τῶν τραγικῶν προσώπων, καλοῦνται νά φέρουν στήν ἐπιφάνεια τυχόν παρόμοια παθήματα τά ὁποῖα παραμένουν παγιδευμένα καί καταχωνιασμένα (ἀπωθημένα) στίς ψυχές τῶν θεατῶν. «Το πάθος ἐστίν οὐ μόνον ἐν αἰσθανομένοις τοῖς αἰσθητηρίοις, ἀλλά και ἐν πεπαυμένοις». ( Ἀριστοτ. Περί Ἐνυπν. 2.459)
 
Τό κλειδί βρίσκεται στή λέξη «τοιούτων». Ἄν ὁ Ἀριστοτέλης ἤθελε νά ἀναφερθεῖ στά «παθήματα» τῶν τραγικῶν ἡρώων καί ἡρωίδων, θά εἶχε γράψει «τούτων» τῶν παθημάτων ἤ «αὐτῶν» ἤ «ἐκείνων» τῶν παθημάτων. Χρησιμοποιώντας ὅμως τήν ἀντωνυμία «τοιούτων» διευκρινίζει σαφῶς: «παρομοίων παθημάτων, τέτοιων», σάν καί αὐτά δηλαδή πού διαδραματίζονται ἐπί σκηνῆς. 
 
«Μυρίων τοιούτων ἅμα γιγνομένων ἡ ψυχή γέμει ἡμῶν». (Ἀπό ἀναρίθμητα παρόμοια εἶναι γεμάτη ἡ ψυχή μας) (Πλ. Πολιτ. 603 cd).
 
Γιά νά τό ποῦμε πιό ἁπλά: Ἡ «κάθαρσις» μεταφέρεται ἀπό τή σκηνή στην  «πλατεία» εἰς το «κοῖλον» τοῦ ἀρχαίου θεάτρου.
 
Ἄς ἐξετάσουμε μία μία τίς κρίσιμες λέξεις τῶν δύο τελευταίων στίχων τοῦ ὁρισμοῦ τῆς Τραγωδίας:
 
«Δί ἐλέου καί φόβου περαίνουσα,
τήν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
 
Ἔλεος δέν σημαίνει μόνον τήν λύπη πού αἰσθανόμαστε γιά κάποιον ἄλλον. Ὁ ἔλεος σύμφωνα μέ τά λεξικά καθορίζει γενικώτερα, «ἄξιον τι οἴκτου». Τό κά-τι αὐτό μπορεῖ νά εἶναι δικό μας, νά μᾶς ἀφορᾶ.
 
Φόβος σημαίνει: 1) φυγή, 2) φόβος, τρόμος ἄγχος, δέος, πανικός, ἀγωνία… 3) ἐξωτερική ἐκδήλωση φόβου, 4) πράγμα τό ὁποῖον προξενεῖ φόβο(π.χ. «φόβος ἀκοῦσαι».  Ὅμως τό ρῆμα ἀκούω σημαίνει καί ἀντιλαμβάνομαι, ἐννοῶ.
 
Περαίνω δέν σημαίνει μόνο «φέρω εἰς πέρας» «τελειώνω», «ἐκτελῶ». Σημαίνει ἀκόμα: «δίνω τέλος εἰς κάτι», «ἐκτελῶ τό σκοπό μου»,  «εἰσδύομαι» π.χ. «περαίνω δί’ ὤτων» = φθάνω εἰς τόν ἐγκέφαλον (μέ αὐτή τήν τελευταία ἔννοια τό χρησιμοποιεῖ ὁ Πλάτων).
 
Τοιούτων = τέτοιων, παρομοίων, κοινῶν σε ὅλους
 
Πάθημα 1) κοινῶς, «πάθημα» ἀλλά καί πάθησις (=ἀσθένεια), 2) συγκίνηση ψυχῆς, 3)σωματικός πόνος (σωμ. Τραύματα) ἄλγος ψυχῆς (ὀδυνηρά συναισθήματα)
 
Κατά τόν Ξενοφώντα («Κύρου Παιδεία») «πάθημα ψυχῆς» εἶναι καί ἡ σωφροσύνη. Είδικώτερον δε, ὅταν τίθεται εἰς τον πληθυντικόν ἀριθμόν, ὅπως στην περίπτωσι πού ἐξετάζουμε: «παθήματα» = «παθητικαί καταστάσεις» ἤ «συγκινήσεις ψυχῆς».
 
Κάθαρσις εἶναι κυρίως «ὁ ἀπό ἐνοχῆς καθαρισμός» ἀλλά ὄχι μόνον. Εἶναι καθαρισμός καταπιεσμένων συναισθημάτων, συγκινησιακῶν φορτίσεων, ἀσυνειδήτων πόνων, παθῶν, δυσάρεστων καταστάσεων. Ὅλα αὐτά γινόμενα ἀποδεκτά ἀπό τήν προσωπικότητά μας διαχέονται ἐντός μας καί δημιουργοῦν καθαρμόν.
 
Ἄρα: κατά την ἀναθεωρημένη ἄποψι τό ἐπίμαχο ἀπόσπασμα ἀποδίδεται μέ μία ἐλεύθερη καί πιό ἐκτεταμένη ἑρμηνεία ὡς ἑξῆς:
 
«Δι’ ἐλέου καί φόβου περαίνουσα τήν κάθαρσιν τῶν τοιοῦων παθημάτων» σημαίνει: Διά μέσου του κάτι πού εἶναι ἄξιον οἴκτου ἀλλά καί πού προξενεῖ φόβο τόσο τό νά τό ἀκούσεις ὅσο καί νά τό ἐννοήσεις εἰσδύει διά τῶν ὤτων φθάνει μέχρι τόν ἐγκέφαλο καί καθαρίζει ἀπό τό βάρος  τυχόν ὑπαρχουσῶν παρομοίων παθητικῶν καταστάσεων καί συγκινήσεων ψυχῆς.
 
«Καί τά πάθη παρασκευάζει, οἷον ἔλεον ἤ φόβον ἤ ὀργήν καί πάντα τά τοιαῦτα».
                                                                                              (Ποιητική, 1456α)
 
Καί βέβαια δέν εἶναι τυχαῖο πού κατασκεύαζαν τά θέατρα ἀνοικτά, δίχως σκεπή. Ἀπηγορεύετο διδαχή τραγῳδίας σέ κλειστό χῶρο. Ἡ συσσωρευμένη ἀρνητική ἐνέργεια ἔπρεπε νά φύγει, νά ἐκδιωχθεῖ, νά μήν παραμείνει ἐγκλωβισμένη.
 
Καί βέβαια δέν εἶναι τυχαῖο πού δίπλα σέ κάθε Ἀσκληπιεῖον ὑπῆρχε πάντοτε ἕνα θέατρον, φανερώνοντας ἔτσι ὅτι ὑφίσταται ἄμεση σχἐσις Θεάτρο-Ἀσκληπιείου, τραγῳδίας-θεραπείας. Ἀνέκαθεν ἡ «πνευματική γυμναστική» (=ἄσκησις) συνιστᾶτο  ὡς θεραπεία διότι ἐγνώριζαν ὅτι οἱ ἀσθένειες τοῦ σώματος ἔχουν στενή σχέσι μέ τά πάθη τῆς ψυχῆς.
 
«...πάντα γάρ ἐκ τῆς ψυχῆς ὠρμῆσθαι τῷ σώματι...» (Πλάτωνος Χαρμίδης 156 D)
 
«Δοκεῖ μοι ἡ ψυχή τε καί τό σῶμα συμπαθεῖν ἀλλήλων» (= Μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ ψυχή καί τό σῶμα συμπάσχουν) (Ἀριστοτ. Φυσιογν.)
 
«Τίκτουσι νόσους αἱ δυσθυμίαι» (Σοφοκλ. Τυρώ)
 
«Λύπαι γάρ ἀνθρώποις τίκτουσι νόσους» (Εὐριπίδης Ἀπόσπ.)
 
Ἄς προσέξουμε ἀκόμη κάτι πού γράφει ὁ Ἰσοκράτης:
«..καί τούς πρώτους εὑρόντας τραγωδίαν, ἄξιον θαυμάζειν, ὅτι κατιδόντες τήν φύσιν τήν τῶν ἀνθρώπων, ταῖς ἰδέαις ταύταις κατ-ἐχρήσαντο πρός τήν ποίησιν...»  (Πρός Νικοκλέα, 48)
 
Δηλ.
«..Αὐτοί πού πρῶτοι βρῆκαν τήν τραγωδία εἶναι ἄξιοι θαυμασμοῦ, διότι γνωρίσαντες εἰς βάθος τήν φύσιν τῶν ἀνθρώπων, ἔκαναν χρῆσιν αὐτῶν τῶν ἰδεῶν εἷς τήν ποίησιν
 
Γι’ αὐτό δέν εἶναι τυχαῖο πού ἡ ὑψίστη πνευματική ἀκμή τοΰ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ συμπίπτει μέ τήν διάρκεια τῆς ἀκμῆς τῆς τραγῳδίας. Τότε πού, ὅπως ἔχει γράψει ὁ καθηγητής Μαρινάτος, «Οἵ θεοί εἶχον κατέλθει εἷς τήν Ἑλλάδα καί οἱ 'Ἕλληνες ἀνήρχοντο πρός τούς θεούς.»

Σε ένα κλασικό βιβλίο για την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (που λίγοι το συμβουλεύονται πια στις μέρες μας) στην Γέννηση της Τραγωδίας του Φ. Νίτσε διαβάζουμε ότι «η πιο πονεμένη μορφή της ελληνικής σκηνής, ο δύστυχος Οιδίποδας, επινοήθηκε απ' τον Σοφοκλή ως ο ευγενικός και γενναιόψυχος άνθρωπος, ο καταδικασμένος, παρά τη σοφία του, στην πλάνη και την αθλιότητα ο μύθος ψιθυρίζει στο αυτί μας πως η σοφία, κι ακριβώς η διονυσιακή σοφία, είναι μία παρά φύση βδελυγμία· πως εκείνος, που με τη γνώση του, γκρεμίζει τη φύση στην άβυσσο του μηδενός, θα πρέπει, περιμένοντας, να δοκιμάσει πάνω στο ίδιο το κεφάλι του τα αποτελέσματα της αποσύνθεσης της φύσης, η αιχμή της σοφίας γυρίζει πάλι εναντίον του σοφού· η σοφία είναι έγκλημα κατά της φύσης (69 - 71).

Απέναντι σε αυτή «τη δόξα της παθητικότητας», όπως χαρακτηρίζεται η περίπτωση που ανήμπορου (ή αρνούμενου) να αντιδράσει Οιδίποδος, ο Φ. Νίτσε τοποθετεί και συγκρίνει «το φωτοστέφανο ενεργητικότητας» που περιβάλλει τον αισχυλικό Προμηθέα. «Εκείνο» γράφει 71 κε.. «που ο στοχαστής Αισχύλος ήθελε να μας πεί εδώ, που όμως ωσάν ποιητής μας άφησε μόνο να το προαισθανθούμε με το σύμβολο, ο νέος Γκαίτε μας το αποκάλυψε σ' αυτά τα τολμηρά λόγια του Προμηθέα του: Κάθομαι εδώ και πλάθω τους ανθρώπους σύμφωνα με τη μορφή μου. Μία ράτσα που μου μοιάζει, για να πονάει και να κλαίει, για να χαίρεται και να απολαμβάνει, και για να μη σε σέβεται, όπως κι εγώ! Ο άνθρωπος, ανυψούμενος ίσαμε τον Τιτάνα, κατακτά για τον εαυτό του τον πολιτισμό του κι αναγκάζει τους Θεούς να συμμαχήσουν μαζί του, γιατί χάρη στη σοφία, που είναι δική του, κρατάει στα χέρια του την ύπαρξη των Θεών και τα όρια της εξουσίας τους. Το θαυμαστότερο όμως που υπάρχει στο ποίημα αυτό του Προμηθέα, που (στη θεμελιώδη του σκέψη) είναι ο αληθινός ύμνος της ασέβειας, είναι ακριβώς το βαθύ αισχύλειο συναίσθημα της δικαιοσύνης. Από τη μια η απροσμέτρητη οδύνη του τολμηρού «ερημίτη» κι απ' την άλλη, η θεία αθλιότητα, το προαίσθημα του «λυκαυγούς».