Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Αγαπητέ μου φόβε… ώρα να χωρίσουμε! Εγώ, πάω παρακάτω...

Λοιπόν άκου! Άκουσε με προσεκτικά και για τελευταία φορά!

Τέλος. Ακούς; Τέλος! Πάρε απόφαση πως δεν μπορείς να με εξουσιάζεις πια.
Προσπάθησα πολύ να σ’ αποφύγω. Κι επειδή δεν τα κατάφερνα, ξεκίνησα να σου μιλάω. Πίστευα πως ένας διάλογος μαζί σου θα με βοηθούσε να σε αναγνωρίσω. Προσπάθησα να βρω την υπαιτιότητα για την ίδια σου την ύπαρξη. Μέχρι και να σε ηρεμήσω, προσπάθησα… Έψαχνα να βρω το καλό σε εσένα, αν υπάρχει.

Χρόνια προσπαθώ!
Κι εσύ, εκεί. Στεκόσουν πάντα μπροστά μου δυνατός κι αγέρωχος. Εριστικός, δύσπιστος κι απαισιόδοξος.
Ο στόχος σου; Να με ταπεινώνεις. Να μου ρουφάς τη δύναμη, την ελπίδα, κάθε όνειρο. Να καταστρέφεις λίγο λίγο το παιδί που κρύβω μέσα μου. Αυτή την αθωότητα, τον ενθουσιασμό για τη ζωή, την όρεξη για εξέλιξη. Έτρεφες την ύπαρξη σου όταν με έβλεπες να απελπίζομαι, να τα παρατάω, να κλαίω για τα όνειρα που άφησα πίσω κι έγιναν παρελθόν. Δε με άφηνες να αλλάξω τη ζωή μου, δε με άφηνες να φύγω από καταστάσεις που δεν με κάλυπταν πια… Γιατί δε θα τα κατάφερνα, έλεγες. Όμως, φτάνει.

Φτάνει πια!
Φόβε! Εσύ!
Που κυριεύεις όλων τα μυαλά και τις ψυχές. Που δεν τους αφήνεις να ζήσουν αρμονικά με το «είναι» τους.
Φόβε! Εσύ!
Που υπήρχες παλιά, υπάρχεις τώρα, αλλά δε θα υπάρχεις πια.
Στο υπόσχομαι!
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη, με αγαπάω! Πιο πολύ από σένα…

Ναι ξέρω, στις μαύρες σου φτερούγες και την πικρή σου αγκαλιά έμαθα να τρέφω κι εγώ τον λεπτοφυή εγωισμό μου. Κι έλεγα πως δεν έφταιγα εγώ για την κακή μου τύχη.
«Έλα κόσμε να με αγκαλιάσεις! Γιατι δεν αντέχω…»

Μεμψιμοιρούσα.
Και ξέρεις, Φόβε, τι στ’ αλήθεια δεν άντεχα; Την αλήθεια μου δεν αντεχα! Δεν τολμούσα να πιστέψω ότι μπορώ. Ότι, όπως όλοι, έτσι κι εγώ, έχω δικαίωμα να κάνω όνειρα και να πιστεύω σε αυτά με όλο μου το είναι. Δεν τολμούσα να πιστέψω ότι μπορώ στ’ αλήθεια να κάνω αυτό που θέλω. Αυτό που πραγματικά θέλω ΕΓΩ.

Η αλήθεια μου δεν είσαι εσύ, ούτε η «κακή» μου τύχη, αλλά ούτε και οι «παρηγοριές» που αναζητούσα.

Η αλήθεια μου είμαι εγώ! Η τελειότητα των ελαττωμάτων μου, η αγάπη που εκπέμπουν τα παράπονά μου, η γνώση που αποκομμίζω από τα λάθη μου, η δύναμη μου να αντιμετωπίζω τις αποτυχίες μου, η ισχύς των ονείρων μου που κάνει τα απροσπέλαστα, εξ αίτιας σου Φόβε, εμπόδια να μοίαζουν πετραδάκια στο δρόμο μου.

Γι’ αυτό λοιπόν γίνε μικρός, τόσο μικρός, κι εξαφανίσου.
Τώρα πια, ξέρω και θα προσπαθήσω.
Για μένα. Χωρίς εσένα!

Αντίο, Φόβε. Σ’ ευχαριστώ για όσα μου έμαθες, μα δε σε χρειάζομαι πια.