Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (11-14)

[11] Καίτοι τινὲς ἐπιτιμῶσι τῶν λόγων τοῖς ὑπὲρ τοὺς ἰδιώτας ἔχουσι καὶ λίαν ἀπηκριβωμένοις, καὶ τοσοῦτον διημαρτήκασιν ὥστε τοὺς πρὸς ὑπερβολὴν πεποιημένους πρὸς τοὺς ἀγῶνας τοὺς περὶ τῶν ἰδίων συμβολαίων σκοποῦσιν, ὥσπερ ὁμοίως δέον ἀμφοτέρους ἔχειν, ἀλλ᾽ οὐ τοὺς μὲν ἀφελῶς, τοὺς δ᾽ ἐπιδεικτικῶς, ἢ σφᾶς μὲν διορῶντας τὰς μετριότητας, τὸν δ᾽ ἀκριβῶς ἐπιστάμενον λέγειν ἁπλῶς οὐκ ἂν δυνάμενον εἰπεῖν.

[12] οὗτοι μὲν οὖν οὐ λελήθασιν ὅτι τούτους ἐπαινοῦσιν ὧν ἐγγὺς αὐτοὶ τυγχάνουσιν ὄντες· ἐμοὶ δ᾽ οὐδὲν πρὸς τοὺς τοιούτους, ἀλλὰ πρὸς ἐκείνους ἐστὶ τοὺς οὐδὲν ἀποδεξομένους τῶν εἰκῇ λεγομένων, ἀλλὰ δυσχερανοῦντας καὶ ζητήσοντας ἰδεῖν τι τοιοῦτον ἐν τοῖς ἐμοῖς οἷον παρὰ τοῖς ἄλλοις οὐχ εὑρήσουσιν. πρὸς οὓς ἔτι μικρὸν ὑπὲρ ἐμαυτοῦ θρασυνάμενος ἤδη περὶ τοῦ πράγματος ποιήσομαι τοὺς λόγους.

[13] τοὺς μὲν γὰρ ἄλλους ἐν τοῖς προοιμίοις ὁρῶ καταπραΰνοντας τοὺς ἀκροατὰς καὶ προφασιζομένους ὑπὲρ τῶν μελλόντων ῥηθήσεσθαι καὶ λέγοντας, τοὺς μὲν ὡς ἐξ ὑπογυίου γέγονεν αὐτοῖς ἡ παρασκευή, τοὺς δ᾽ ὡς χαλεπόν ἐστιν ἴσους τοὺς λόγους τῷ μεγέθει τῶν ἔργων ἐξευρεῖν.  

[14] ἐγὼ δ᾽ ἢν μὴ καὶ τοῦ πράγματος ἀξίως εἴπω καὶ τῆς δόξης τῆς ἐμαυτοῦ καὶ τοῦ χρόνου, μὴ μόνον τοῦ περὶ τὸν λόγον ἡμῖν διατριφθέντος, ἀλλὰ καὶ σύμπαντος οὗ βεβίωκα, παρακελεύομαι μηδεμίαν μοι συγγνώμην ἔχειν, ἀλλὰ καταγελᾶν καὶ καταφρονεῖν· οὐδὲν γὰρ ὅ τι τῶν τοιούτων οὐκ ἄξιός εἰμι πάσχειν, εἴπερ μηδὲν διαφέρων οὕτω μεγάλας ποιοῦμαι τὰς ὑποσχέσεις.

***
Βεβαιότητα του συγγραφέα πως θα εκθέσει το θέμα καλύτερα από τους προκατόχους του.
[11] Και όμως βρίσκονται άνθρωποι να κατακρίνουν τους λόγους που ξεπερνούν το πνευματικό επίπεδο του πλήθους και είναι δουλεμένοι με τέχνη και επιμέλεια. Και έχουν πέσει τόσο έξω, ώστε συγκρίνουν τους επιδεικτικούς λόγους, που έγιναν με τέχνη και αξιώσεις, με τα διάφορα δικαστικά έγγραφα, που αναφέρονται σε ιδιωτικές συμβάσεις, σαν να ήταν υποχρεωτικό να μοιάζουν τα δυο είδη. Ούτε περνάει από το μυαλό τους πως τούτα εδώ, τα έγγραφα, είναι γραμμένα απλά και απέριττα, ενώ οι λόγοι οι επιδεικτικοί, γραμμένοι με επιμέλεια και σχήματα ρητορικά, αποβλέπουν στην εντύπωση που θα δημιουργήσουν. Ή μήπως τάχα αυτοί μπορούν και διακρίνουν την απλή έκφραση, ενώ εκείνος που ξέρει να μιλάει με όλους τους κανόνες της ρητορικής δε θα μπορούσε να τα πει και απλά;

[12] Δεν τους διαφεύγει βέβαια ότι επαινούν όσους τυχαίνει να έχουν κάποια ψυχική συγγένεια μαζί τους. Εγώ δεν έχω τίποτα να πω σ᾽ αυτούς· απευθύνομαι σ᾽ εκείνους που δε θα δεχτούν τίποτα από όσα λέγονται στην τύχη, αλλά θα δυσανασχετήσουν και θα ζητήσουν να βρουν στα λόγια μου ό,τι δεν πρόκειται να βρουν στους άλλους. Σ᾽ αυτούς λοιπόν τους εκλεκτούς δυο λόγια ακόμα θα τολμήσω για τη δικιά μου θέση να τους πω και αμέσως ύστερα θα μπω στο θέμα μου.

[13] Βλέπω τους άλλους ρήτορες στα προοίμιά τους να προσπαθούν να διαθέσουν ευνοϊκά το ακροατήριό τους, να βρίσκουν προφάσεις για όσα πρόκειται να πουν και να ισχυρίζονται άλλοι πως τάχα η προετοιμασία για το λόγο τους στάθηκε πρόχειρη και βιαστική και άλλοι πως είναι δύσκολο να βρουν τα λόγια που θα αποδώσουν ακριβώς το μέγεθος των γεγονότων.

[14] Εγώ, αν δε μιλήσω με τρόπο που να ταιριάζει απόλυτα στη σημασία των γεγονότων και στην υπόληψή μου και στο χρόνο που δαπάνησα, όχι μονάχα για τη σύνταξη του λόγου, αλλά και σε όλη τη ζωή μου μέχρι τώρα, παρακαλώ όχι μονάχα να μην έχετε καμιά επιείκεια, αλλά να με περιφρονήσετε, να με περιγελάσετε όλοι! Ό,τι και να πεις θα αξίζει να το πάθω, αφού τόσο μεγάλα λόγια λέω χωρίς να διαφέρω διόλου από τους άλλους.

Ο Έλληνας έγινε πλάστης ανθρώπων

Σχετική εικόναΟ Έλληνας είναι φιλόσοφος ανάμεσα στους λαούς. Η θεωρία της ελληνικής φιλοσοφίας είναι από μιας αρχής δεμένη με την καλλιτεχνική δημιουργία και την ποίηση.

Περιλαμβάνει όχι μόνο το ορθολογικό στοιχείο, που σ’ αυτό πρώτα πηγαίνει ο νους μας, αλλά, όπως μας διδάσκει η ετυμολογία της λέξης, και το στοιχείο της θέασης, που συλλαμβάνει το αντικειμενικό πάντοτε ως σύνολο στην «ιδέα» του, δηλαδή στην ειδωμένη του μορφή.

Μολονότι έχουμε πλήρη επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγεται μια τέτοια γενίκευση και ερμηνεία «του προτέρου δια του υστέρου», δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη διαπίστωση ότι η Πλατωνική Ιδέα (που είναι ένα εντελώς μοναδικό, αποκλειστικά ελληνικό νοητικό σχήμα) μας προσφέρει ένα κλειδί για τη δημιουργικότητα του ελληνικού πνεύματος και σε άλλους τομείς· ειδικότερα, (η συσχέτιση έγινε ήδη στην αρχαιότητα) η πλατωνική ιδέα ως έκφραση και κυρίαρχη τάση της ελληνικής τέχνης να δημιουργεί μορφές.

Η παρατήρηση όμως ισχύει εξίσου και για τις τέχνες του λόγου, όσο και για την ουσία του μορφοποιημένου ελληνικού πνεύματος γενικά.

Ακόμη και η κοσμοθεωρία των παλιών φυσικών φιλοσόφων εκφράζει μια τέτοια άποψη σε αντίθεση με τη λογιστική και πειραματική φυσική της σημερινής εποχής· δεν είναι δηλαδή απλό άθροισμα επιμέρους παρατηρήσεων και μεθοδική αφαίρεση, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο: ερμηνεία των λεπτομερειών με τη βοήθεια της συνολικής εικόνας, που δίνει στην καθεμιά από αυτές τη θέση και το νόημά της ως μέρους ενός συνόλου.

Με βάση αυτή την ίδια τάση για δημιουργία ιδεών πρέπει να αντιδιαστείλουμε τα μαθηματικά και τη μουσική των Ελλήνων από τα μαθηματικά και τη μουσική παλαιότερων λαών, όσο τουλάχιστον μπορούμε να ξέρουμε.

Και η ξεχωριστή θέση του ελληνισμού μέσα στην ιστορία της ανθρώπινης παιδείας στηρίζεται πάνω στα ίδια ειδικά χαρακτηριστικά της εσωτερικής του οργάνωσης: από το ένα μέρος στην κυρίαρχη πλαστική τάση του (που από αυτήν οδηγημένος ο Έλληνας αντιμετωπίζει όχι μόνο το καλλιτεχνικό του έργο, αλλά και τα βιολογικά του προβλήματα)· από το άλλο πάλι στο φιλοσοφικό του δαιμόνιο (που συλλαμβάνει το καθολικό σε ό,τι αφορά τους κρυμμένους στο βάθος της ανθρώπινης φύσης νόμους, και τους κανόνες της ατομικής ψυχαγωγίας και της κοινωνικής οργάνωσης οι οποίοι πηγάζουν από εκείνους).

Γιατί ακριβώς το καθολικό, ο Λόγος, επέχει για την ουσία του πνεύματος την ίδια θέση που επέχει ο νόμος για την πόλη: είναι κοινός για όλους σύμφωνα με τη διεισδυτική ενόραση του Ηράκλειτου.

Η απόλυτη γνώση των αρχών της φύσης, που κυβερνούν την ανθρώπινη ζωή, και των εγγενών νόμων, σύμφωνα με τους οποίους λειτουργούν οι σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του ανθρώπου, πρέπει να απέκτησε όλο της το νόημα από τη στιγμή που οι Έλληνες αντιμετώπισαν το πρόβλημα της παιδείας.

Η ένταξη όλων αυτών των γνώσεων με τη δημιουργική τους δύναμη στην υπηρεσία της παιδείας και η διάπλαση αληθινών ανθρώπων, με τον ίδιο τρόπο που ένας αγγειοπλάστης δίνει μορφή στον πηλό κι ένας γλύπτης στο λίθο, να μια τολμηρή και δημιουργική ιδέα, που μπορούσε να ωριμάσει μόνο στον νου αυτού του καλλιτέχνη και στοχαστή λαού.

Το υψηλότερο έργο τέχνης που έθεσε σκοπό του να δημιουργήσει ο Έλληνας, ήταν ο ζωντανός άνθρωπος.

Γιατί πρώτος αυτός διαισθάνθηκε ότι και η παιδεία πρέπει να είναι μια διαδικασία συνειδητής οικοδόμησης: χαλεπὸν χερσίν τε καὶ ποσὶ καὶ νόωι τετράγωνον ἄνευ ψόγου τετυγμένον, έτσι περιγράφει ένας Έλληνας ποιητής της εποχής του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας την ουσία της αληθινής ανδρικής αρετής, που είναι τόσο δύσκολο, λέει, να την κατακτήσεις.

Τότε μόνον ανταποκρίνεται η λέξη μόρφωση στο αληθινό της περιεχόμενο, όταν την καταλάβουμε με το νόημα που παίρνει για πρώτη φορά στον Πλάτωνα: ως «πλαστική» έκφραση της παιδαγωγικής πράξης.

Η γερμανική λέξη Bildung φανερώνει εντελώς παραστατικά την ουσία της παιδείας στην ελληνική – στην πλατωνική της εκδοχή· κλείνει μέσα της την αναφορά στην καλλιτεχνική δημιουργία μορφών, στην πλαστικότητα δηλαδή, όπως επίσης και στην πρότυπη εικόνα που βρίσκεται στον νου του παιδαγωγού – στην «ιδέα», στον «τύπο».

Οπουδήποτε η ίδια σκέψη ξανακάνει την εμφάνιση της αργότερα, πρόκειται για ελληνική κληρονομιά και μάλιστα εμφανίζεται εκεί πάντα, όπου το ανθρώπινο πνεύμα αναπολεί την αληθινή ουσία της αγωγής ως προγύμνασης για συγκεκριμένους εξωτερικούς σκοπούς.

Το γεγονός ωστόσο ότι οι Έλληνες διαισθάνθηκαν πόσο μεγάλο και βαρύ είναι το έργο τούτο, και του δόθηκαν ολόψυχα και υποδειγματικά, είναι μια ανεξάρτητη πραγματικότητα, που δεν εξηγείται ούτε με τη βοήθεια της καλλιτεχνικής ματιάς ούτε από την «θεωρητική» ιδιοσυγκρασία τους.

Από τότε κιόλας που έχουμε τα πρώτα ίχνη των Ελλήνων, βρίσκουμε τον άνθρωπο να στέκει στο κέντρο της σκέψης τους:

Οι ανθρωπομορφικοί θεοί· η απόλυτη κυριαρχία του προβλήματος της απεικόνισης του ανθρώπου, που τη συναντούμε στην ελληνική πλαστική και ιδίως στην αγγειογραφία· η συνακόλουθη μετατόπιση της φιλοσοφίας από το πρόβλημα του κόσμου στον προβληματισμό του ανθρώπου, που κορυφώνεται με τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη· η ποίηση, της οποίας το ανεξάντλητο θέμα, (από τον Όμηρο και διαμέσου των αιώνων) παραμένει ο άνθρωπος με όλο το μοιραίο βάρος της λέξης· τέλος, η ελληνική πόλη, που την ουσία της συλλαμβάνει μόνο όποιος την καταλαβαίνει ως παιδαγωγό του ανθρώπου και της συνολικής του ζωής· όλα αυτά είναι ανταύγειες της ίδια φλόγας.

Είναι εκφράσεις μιας ανθρωποκεντρικής αίσθησης της ζωής, που δεν αναλύεται άλλο ή που δεν ερμηνεύεται, αλλά διαπερνά κάθε δημιούργημα του ελληνικού πνεύματος. Έτσι ο Έλληνας έγινε, ανάμεσα στους λαούς, πλάστης ανθρώπων.

Η ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΗ (24 / 02 / 1821)

Η ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ 24 / 02 / 1821

ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

'Η ώρα ήλθεν, ω Άνδρες Έλληνες! Πρό πολλού οι λαοί της Ευρώπης, πολεμούντες υπέρ των ιδίων Δικαιωμάτων και ελευθερίας αυτών, μας επροσκάλουν εις μίμησιν, αυτοί, καίτοι οπωσούν ελεύθεροι, επροσπάθησαν όλαις δυνάμεσι να αυξήσωσι την ελευθερίαν, και δι’ αυτής πάσαν αυτών την Ευδαιμονίαν.

Οι αδελφοί μας και φίλοι είναι πανταχού έτοιμοι, οι Σέρβοι, οι Σουλιώται, και όλη η Ηπειρος, οπλοφορούντες μας περιμένωσιν· ας ενωθώμεν λοιπόν με Ενθουσιασμόν! η Πατρίς μάς προσκαλεί!

Η Ευρώπη, προσηλώνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς, απορεί διά την ακινησίαν μας, ας αντηχήσωσι λοιπόν όλα τα Όρη τής Ελλάδος από τον Ήχον τής πολεμικής μας Σάλπιγγος, και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των Αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάση τας ανδραγαθίας μας, οι δε τύραννοι ημών τρέμοντες και ωχροί θέλουσι φύγει απ’ έμπροσθέν μας.

Οι φωτισμένοι λαοί της Ευρώπης ενασχολούνται εις την αποκατάστασιν της ιδίας ευδαιμονίας· και πλήρεις ευγνωμοσύνης διά τας προς αυτούς των Προπατόρων μας ευεργεσίας, επιθυμούσι την ελευθερίαν της Ελλάδος.


Ημείς, φαινόμενοι άξιοι της προπατορικής αρετής και του παρόντος αιώνος, είμεθα Εύελπεις, να επιτύχωμεν την υπεράσπισιν αυτών και βοήθειαν· πολλοί εκ τούτων φιλελεύθεροι θέλουσιν έλθη, διά να συναγωνισθώσι με ημάς. Κινηθήτε, ω φίλοι, και θέλετε ιδή μίαν Κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας! Θέλετε ιδή και εξ αυτών των εχθρών μας πολλούς, οίτινες, παρακινούμενοι από την δικαίαν μας αιτίαν, να στρέψωσι τα Νώτα προς τον εχθρόν και να ενωθώσι με ημάς· ας παρρησιασθώσι με ειλικρινές φρόνημα, η Πατρίς θέλει τους εγκολπωθή! Ποίος λοιπόν εμποδίζει τους ανδρικούς σας Βραχίονας; ο άνανδρος εχθρός μας είναι ασθενής και αδύνατος. Οι στρατηγοί μας έμπειροι και όλοι οι ομογενείς γέμουσιν ενθουσιασμού! ενωθήτε λοιπόν, ω ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες! ας σχηματισθώσι φάλαγκες εθνικαί, ας εμφανισθώσι Πατριωτικαί λεγεώνες, και θέλετε ιδή τους παλαιούς εκείνους Κολοσσούς του δεσποτισμού να πέσωσιν εξ ιδίων, απέναντι των θριαμβευτικών μας Σημαίων! Εις την φωνήν της Σάλπιγκός μας όλα τα παράλια του Ιωνίου και Αιγέου πελάγους θέλουσιν αντηχήση· τα Ελληνικά πλοία, τα οποία εν καιρώ ειρήνης ήξεραν να εμπορεύωνται, και να πολεμώσι, θέλουσι σπείρη εις όλους τους λιμένας του τυράννου με το πυρ και την μάχαιραν, την φρίκην και τον θάνατον...


Ποία ελληνική ψυχή θέλει αδιαφορήση εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος; Εις την Ρώμην ένας του Καίσαρος φίλος σείων την αιματομένην χλαμύδα του τυράννου εγείρει τον λαόν. Tι θέλετε κάμη Σεις ω Έλληνες, προς τους οποίους η Πατρίς γυμνή δεικνύει μεν τας πληγάς της και με διακεκομμένην φωνήν επικαλείται την βοήθειαν των τέκνων της; Η θεία πρόνοια, ω φίλοι Συμπατριώται, ευσπλαγχνισθείσα πλέον τας δυστυχίας μας ηυδόκησεν ούτω τα πράγματα, ώστε με μικρόν κόπον θέλομεν απολαύση με την ελευθερίαν πάσαν ευδαιμονίαν. Αν λοιπόν από αξιόμεμπον αβελτηρίαν αδιαφορήσωμεν, ο τύραννος γενόμενος αγριώτερος θέλει πολλαπλασιάση τα δεινά μας, και θέλομεν καταντήση διά παντός το δυστυχέστερον πάντων των εθνών.




Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ω Συμπατριώται, και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν! ίδετε εδώ τους Ναούς καταπατημένους! εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα διά χρήσιν αναιδεστάτην της αναιδούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας! τους οίκους μας γεγυμνωμένους, τον αγρούς μας λεηλατισμένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα!

Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον Ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον να υψώσωμεν το σημείον, δι’ ου πάντοτε νικώμεν! λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την Ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών Καταφρόνησιν.

Μεταξύ ημών ευγενέστερος είναι, όστις ανδρειοτέρως υπερασπισθή τα δίκαια της Πατρίδος, και ωφελιμοτέρως την δουλεύση. Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξη τους Δημογέροντάς του, και εις την ύψιστον ταύτην Βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις...

Ας κινηθώμεν λοιπόν μέ εν κοινόν φρόνιμα, oι πλούσιοι ας καταβάλωσιν μέρος της ιδίας περιουσίας, oι ιερoί ποιμένες ας εμψυχώσωσι τον λαόν με το ίδιόν των παράδειγμα, και oι πεπαιδευμένοι ας συμβουλεύσωσιν τα ωφέλιμα. Oι δε εν ξέναις αυλαίς υπουργούντες στρατιωτικοί και πολιτικοί ομογενείς, αποδίδοντες τας ευχαριστίας εις ην έκαστος υπουργεί δύναμιν, ας ορμήσωσιν όλοι εις το ανοιγόμενον ήδη μέγα και λαμπρόν στάδιον, και ας συνεισφέρωσιν εις την πατρίδα τον χρεωστούμενον φόρον, και ως γενναίoι ας ενοπλισθώμεν όλοι άνευ αναβολής καιρού με το ακαταμάχητον όπλον της ανδρείας και υπόσχομαι εντός ολίγου την νίκην και μετ' αυτήν παν αγαθόν. Πoίoι μισθωτοί και χαύνοι δούλοι τολμούν να αντιπαραταχθώσιν απέναντι λαού, πολεμούντος υπέρ της ιδίας ανεξαρτησίας; Μάρτυρες oι Ηρωικοί αγώνες των προπατόρων μας· Μάρτυς η lσπανία, ήτις πρώτη και μόνη κατετρόπωσε τας αηττήτους φάλαγκας ενός τυράννου.

Με την Ένωσιν, ω Συμπολίται, με το προς την ιεράν Θρησκείαν Σέβας, με την προς τους Νόμους και τους Στρατηγούς υποταγήν, με την ευτολμίαν και σταθηρότητα, η νίκη μας είναι βεβαία και αναπόφευκτος, αυτή θέλει στεφανώση μέ δάφνας αειθαλείς τους Ηρωικούς αγώνας μας, αυτή με χαρακτήρας ανεξαλείπτους θέλει χαράξη τα ονόματα ημών εις τον ναόν της αθανασίας, διά το παράδειγμα των επερχομένων γενεών. Η Πατρίς θέλει ανταμείψη τα ευπειθή και γνήσιά της τέκνα με τα βραβεία της δόξης και τιμής· τα δε απειθή και κωφεύοντα εις την τωρινήν της πρόσκλησιν, θέλει αποκηρύξη ως νόθα και Ασιανά σπέρματα, και θέλει παραδώση τα ονόματά των, ως άλλων προδότων, εις τον αναθεματισμόν και κατάραν των μεταγενεστέρων.

Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ω Ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος! Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών! Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, οι οποίοι, διά να μάς αφήσωσιν ελευθέρους, επολέμησαν και απέθανον εκεί! Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν τον Επαμεινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτωνος, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν, εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας τον Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδου και των τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαροτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον, με πολλά μικρόν κόπον, να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου.

Εις τα όπλα λοιπόν φίλοι η Πατρίς Μάς Προσκαλεί!

Αλέξανδρος Υψηλάντης

Την 24ην Φεβρεαρίου 1821 Εις το γενικόν στρατόπεδον του Ιασίου''



(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

Προσωπική ευθύνη

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν πραγματικά ελευθερία, επειδή η ελευθερία προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης, και οι περισσότεροι άνθρωποι τρέμουν την ανάληψη ευθύνης. -Sigmud Freud

Για νά χαράξωμε πορεία στήν παρούσα πλανητική προοπτική, πρέπει νά βαδίσωμε ώς έθνος τον δρόμο τής προσωπικής ευθύνης.

Κατά πόσον μπορεί νά συμβάλη ή παράδοση τής έλευθερίας, κατά πόσον δηλαδή σήμερα υφίσταται παρ’ ήμΐν όργανικώς δυνατότης έξατομισμοΰ χωρίς τήν προϋπόθεσι μιας δεοντοκρατουμένης συνειδήσεως, είναι ζήτημα πού έκ των πραγμάτων τίθεται καί παραμένει άνοικτό. Οί κοινωνίες τής Δύσεως έχουν προ πολλου άρχίσει νά κινούνται προς αύτή τήν κατεύθυνση μέ τούς δικούς των όρους. Ή ήθική έπανάστασι στήν Ευρώπη καί κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες τής ’Αμερικής εκεί τείνει, μέ κεκτημένο βέβαια σταθερό τό υποκείμενο των Νέων Χρόνων.

Προκαταβολικώς διευκρινίζω πώς ή έν λόγω προσωπική ευθύνη δέν συμπίπτει μέ τον άτομισμό πού τυραννεϊ τό έθνος μας άπό τά άρχαϊα χρόνια. Ό γνωστός μας άτομισμός είναι έγωισμός στούς κόλπους καί τό πνεύμα τής όμάδος, χωρίς άτομικότητα, έπίγνωση δηλαδή ότι συγκροτείς άντί μονάδος άτομο καί ότι ζής για νά αύτονομήσης περαιτέρω εις βάρος τού όποιου κοινωνικού ρόλου τήν άτομική σου ύπόστασι, νά φιλοτεχνήσης μία προσωπικότητα έσωτερικότητος. Ό άτομισμός χωρίς άτομικότητα περιλαμβάνει ό,τι πρέπει νά ξεπερασθή μέ τήν έξατομίκευση καί όχι ό,τι τήν χαρακτηρίζει: τήν ένότητα μέ τον έαυτό μας ώς αύτοσυνείδηση. Εις έπίρρωσιν υπενθυμίζω τό ομηρικό αίτημα τής τιμής ώς δημοσίας άναγνωρίσεως, τής άναρρήσεως στήν κορυφή τής άξιολογικής ιεραρχίας άνεξαρτήτως υλικών ώφελημάτων. Στο σύστημα τών ήρωικών άξιών ή τιμή τού κατορθώματος βαραίνει υπέρ παν άλλο ελλείψει εσωτερικής πληρότητος.

H φιλολογική έπιστήμη τό έχει δείξει ολοκάθαρα μελετώντας τήν έπική σημασία της αίδοΰς. Για τον ομηρικό άνθρωπο αιδώς ήταν ή κοινωνική ύπόληψι ως ισχυρότατο ήθικό κίνητρο (τό «τί θά πή ό κόσμος» των μεγαλυτέρων, πού σφράγιζε, προ ολίγων μόλις δεκαετιών, τήν παιδική ήλικία καί τήν προσωπικότητά μας), ξένο προς οιανδήποτε έννοια ηθικής ευθύνης, άφοΰ ή άποτυχία του ήρωος ώφείλετο πάντοτε σέ κάποια συγκυρία καί όχι σέ έσωτερικήν άδυναμία. Ή αιδώς γίνεται άνυπόφορη διότι ό ψόγος πού τήν προκαλεί κάνει τον ηρώα νά μήν εχη πρόσωπο να άντικρόση τούς άλλους, ένφ άντιθέτως ό έπαινος του δίνει μαζί μέ τό κλέος καί πρόσωπο. Ή αιδώς ύφαίνεται μέ άδικαιολόγητη άποτυχία τού ομηρικού άνθρώπου νά πλησιάση τό ιδρυμένο πρότυπο συμπεριφοράς, πού άλλοι κατορθώνουν νά πλησιάσουν, καί συνοδεύεται πάντοτε άπό αίσθημα ή γεγονός κοινωνικής έγκαταλείψεως. Ζητούμενο είναι νά φθάση τήν αρετήν, άσχέτως χρησιμοποιηθησομένων μέσων, τού «πατώ έπί πτωμάτων» μή εξαιρουμένου. Ή επιτυχία δέν άποδεικνύει μόνο τήν ικανότητα τού ήρωος άλλά καί τήν εύνοια τού θεού, τής μοίρας κ,λπ. Έξ ου καί ή ένοχή γιά τον άνθρωπο αυτόν είναι ξένη προς τήν εσωτερική πίεσι τής ήθικής ευθύνης· οφείλεται σέ παραβίαση ορίων καί ή άποτυχία έκ τής παραβιάσεως συνδέεται μέ τήν άττην, ενα λάθος μοιραίο χωρίς ιδιαίτερη εύθύνη τού ήρωος, μία πορεία άνεπίγνωστη προς τήν αύτοκαταστροφή.

Ή προσωπική ευθύνη προϋποθέτει ψυχολογική συνθήκη μέ άναφορά έσωτερικευμένα πρότυπα, τά όποια ό άνθρωπος τής όμάδος παρ’ ολο τον εγωισμό τής άναδείξεως δέν διαθέτει. Έάν μάς ένδιαφέρη ό κοινωνικός έκσυγχρονισμός, έχει σημασία νά διακρίνωμε τό φιλότιμο ώς συμπεριφορά έξωθεν καθοριζόμενη, άπό τό φιλότιμο ώς αίσθημα τιμής, πού υποχρεώνει σέ ώρισμένη στάσι-τήν αιδώ ώς έξωτερικήν ήθική, άπό τήν αιδώ ώς αίσθημα ήθικής ευθύνης. Στήν πρώτη περίπτωση άναζητούμε ήθη κοινωνικής έπιβεβαιώσεως· στήν δεύτερη περίπτωσι” εντοπίζομε ήθη έλεγκτικά τών παρορμήσεων. Στήν πρώτη περίπτωσι πρόκειται για έθιμικήν ήθική- στήν δεύτερη γιά ήθική του πρακτικού λόγου. Ό όρος «ήθική» θά παραμείνη ούτως ή άλλως αναλλοίωτος, ενώ τό βιωματικό του περιεχόμενο θ’ άλλάζη ούσιωδώς κατά περίπτωσιν. ’Εννοείται, ή μειωμένη συνείδησι του προβλήματος γίνεται αιτία μονίμου συγχύσεως, παράγων φθοράς υπό συνθήκες κοινωνικής μεταβολής, έμπόδιο σέ κάθε προσπάθεια συνδυασμού έκσυγχρονιστικής προοπτικής καί έθνικής ίδιοπροσωπίας. Ή ομάδα μάς κρατάει παιδιά παρά τις χιλιετίες τής ιστορίας μας. Θά ένηλικιωθοΰμε όταν γίνωμε άτομα χωρίς νά χάσωμε τό φιλότιμο. Τό φιλότιμο είναι κοινωνικός έγακσμός, ανάγκη νά μήν υστερούμε άπό τό συλλογικό μας πρότυπο. ‘Όταν τό πρότυπο γίνη έσωτερικό, όταν θά θέλωμε νά συμφωνούμε μέ τό ένδόμυχό μας πρότυπο, τότε θά μεγαλώσουμε.

Ή σύγχυσι των έννοιών κατατρέχει τήν ‘Ελλάδα ώς αρνητική πλευρά τής ιστορικής συνοχής των χιλιετιών, ενώ ή συγκεχυμένη των διαφόρων κόσμων συγκατοίκησι έμποδίζει τό σκίρτημα τής έξατομικεύσεως νά γίνη προοπτική πολιτισμού.

Μή βαυκαλιζώμαστε μέ ψευδαισθήσεις: Δέν υπάρχει νεοελληνική πρόταση στον σύγχρονο κόσμο- υπάρχει μόνο νεοελληνική άφασία σέ συντρίμμια λαμπρότατα, οπού τό παρόν μας δέν βρίσκει τρόπο νά όρθοποδήση. Ή πρόταση χρειάζεται προηγουμένως είς τά καθ’ ήμάς μία «Κριτική τού καθαρού Λόγου», άλλά τέτοιο έργο ούτε κατ’ οναρ δέν φαίνεται — μόλις καί μετά βίας αποκτήσαμε τήν μετάφρασί του. ’Ακόμη αγνοούμε στενοκέφαλα τον αρχαιοελληνικό καί τον νεώτερο δυτικό πολιτισμό- πώς μιλούμε γιά «πρόταση», όταν δέν είμαστε είς θέσιν νά έπιχειρήσωμε σύνθεση; Θά βασισθοΰμε στις άγροτοποιμενικές μας παραδόσεις ή θά έλπίζωμε σέ ιστορική παρθενογένεση; Έν τοιαύτη περιπτώσει γιατί απολαμβάνομε παράφορα τά υλικά επιτεύγματα τής Δύσεως καί λεηλατούμε άσυστόλως τά πνευματικά της δημιουργήματα; ‘Ελληνική πρόταση πήγε νά άρθρωθή, πνίγηκε όμως κατά τήν έκφώνησι τούς τελευταίους βυζαντινούς αιώνες καί μόνο ράκη συναντούμε σήμερα, καν ρακοσυλλογή.

Γιά νά είμαστε τίμιοι: ’Εάν θέλωμε νά άρθρώσουμε λόγο, πρέπει νά ταπεινωθούμε, ν’ άρχίσωμε άπό γενναία αύτοκριτική- νά πάψωμε νά εύλογούμε αύτοκαταστροφικά τήν «μοναδικότητά» μας, κινούμενοι κατά βάθος προς τα εμπρός ή προς τα πίσω από συμπλέγματα ανασφάλειας και επαρχιωτικής κατωτερότητος.

Εκεί εξ άλλου, οφείλεται η αδιέξοδη εμμονή μας σε διλήμματα πολωτικού απομονωτισμού και σε επιλογές αναπηρίας, ακόμη και όταν τα πράγματα είναι δυνατόν να παραμείνουν ως έχουν και να παίζουν το ρόλο τους.

«Ν' αγαπάς την ευθύνη να λες εγώ, εγώ μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω...» -Νίκος Καζαντζάκης

Συναίσθημα και πράξη στη διαδικασία της αγάπης

joyofloveΑγάπη είναι η ψυχική κλίση και συγγένεια, την οποία αισθανόμαστε για κάθε άλλον. Είναι συναίσθημα που χαρακτηρίζεται από φιλική διάθεση, αγαθές προθέσεις, ανιδιοτελές και έντονο ενδιαφέρον.

Να κάνουμε σχέση σημαίνει να αγαπάμε και να μοιραζόμαστε. Προτού όμως μοιραστούμε πρέπει να έχουμε, και για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε, πρέπει να είμαστε γεμάτοι αγάπη.

Δύο λουλούδια μπορούν να σχετιστούν. Είναι ανοιχτά. Μπορούν να στείλουν το άρωμά τους το ένα στο άλλο. Μπορούν να χορέψουν μέσα στον ίδιο ήλιο και μέσα στον ίδιο άνεμο. Μπορούν να κάνουν διάλογο, μπορούν να ψιθυρίσουν. Αυτό όμως δεν είναι εφικτό με δύο σπόρους. Οι σπόροι είναι εντελώς κλειστοί, χωρίς κανένα παράθυρο. Πώς μπορούν να σχετιστούν; Ο άνθρωπος γεννιέται σαν σπόρος. Πιθανόν να γίνει λουλούδι, πιθανόν να μη γίνει. Όλα εξαρτώνται από τον καθένα τι θα κάνει με τον εαυτό του.

Η αγάπη είναι ζωή
και η ευτυχία της ζωής
είναι η αφθαρσία της αγάπης
Κρισναμούρτι

Οι πιο πολλοί άνθρωποι βλέπουμε την αγάπη, πρωταρχικά σαν πρόβλημα του πώς ν’ αγαπηθούμε, και όχι του πώς ν’ αγαπήσουμε, πώς δηλαδή ν’ αναπτύξουμε την ικανότητά μας γι’ αγάπη. Μια δεύτερη υπόθεση είναι, ότι η αγάπη αποτελεί πρόβλημα αντικειμένου κι όχι πρόβλημα ψυχικής ικανότητας. Η τρίτη πλάνη, βρίσκεται στη σύγχυση ανάμεσα στην αρχική εμπειρία του ερωτικού συναισθήματος και την διάρκειά του.

Το πρώτο βήμα είναι να γίνει σαφές, ότι η αγάπη είναι μια τέχνη, ακριβώς, όπως μια τέχνη είναι και η ίδια η ζωή.

Έχει επίσης σημασία να ξέρουμε για ποιο είδος συνένωσης μιλάμε όταν αναφέρουμε τη λέξη αγάπη. Είναι πανάρχαια και πανανθρώπινη η ύπαρξη δύο ειδών αγάπης: Αγάπη ως ανάγκη και Αγάπη ως δώρο.

Υπάρχουν δύο τρόποι να ζήσουμε. Ο ένας είναι να εξαρτόμαστε και ο άλλος να αγαπάμε. Η συμβιωτική ένωση έχει το βιολογικό της πρότυπο στη σχέση μεταξύ εγκύου μητέρας και εμβρύου. Είναι δύο και ωστόσο ένα.

Η παθητική μορφή της συμβιωτικής ένωσης είναι η υποταγή ή ο μαζοχισμός. Η ενεργητική μορφή της συμβιωτικής ένωσης είναι η κυριαρχία ή ο σαδισμός.

Στην αγάπη οι δύο γινόμαστε ένας κι ωστόσο παραμένουμε δύο.

Η αγάπη συναρτάται με την ελευθερία και επιτρέπει την ελευθερία. Όταν αγαπάμε, δεν επεμβαίνουμε στην ιδιωτική ζωή του άλλου. Με το να επιθυμούμε ή να ελπίζουμε στην αγά¬πη του, του στερούμε την ελευθερία, γιατί του καθορίζουμε τι να κάνει. Η αληθινή αγά¬πη προϋποθέτει το πέρασμα από τη μοναξιά στη μοναχικότητα. Αρχίζει όταν είμαστε ικανοί να μείνουμε μόνοι μας και να νιώθουμε ευτυχισμένοι με τον εαυτό μας.

Η αγάπη είναι δράση. Είναι δόσιμο και όχι παθητικό αίσθημα. Η προσφορά είναι από μόνη της μια εξαίσια χαρά. Στην πράξη της προσφοράς κάτι νέο γεννιέται, και τα δύο πρόσωπα νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη ζωή που γεννήθηκε και για τους δυο. Πέρα από το στοιχείο της προσφοράς, ο ενεργητικός χαρακτήρας της αγάπης γίνεται φανερός από το ότι πάντα περιέχει ορισμένα βασικά στοιχεία, που είναι κοινά σε όλες τις μορφές αγάπης. Αυτά τα στοιχεία είναι : φροντίδα, ευθύνη, σεβασμός και γνώση. Επιπλέον εάν επιθυμούμε να γίνουμε τεχνίτες στην αγάπη, πρέπει ν’ αρχίσουμε να ασκούμαστε στην πειθαρχία, συγκέντρωση, υπομονή, ευαισθησία με τον εαυτό μας, πίστη και θάρρος σ’ όλες τις φάσεις της ζωής μας. Η πίστη στους άλλους έχει το αποκορύφωμά της στην πίστη στην ανθρωπότητα.

Η αγάπη δεν είναι μόνο ένα δυνατό συναίσθημα Είναι μια απόφαση, μια υπόσχεση. Δεν είναι σταθμός ανάπαυσης, αλλά σημείο εκκίνησης για την ωριμότητα, για τη συνεργασία. Αρμονία ή σύγκρουση, χαρά ή στενοχώρια, είναι δευτερεύον σε σχέση με το πρώτιστο γεγονός ότι δύο άνθρωποι νιώθουμε ο ένας τον άλλο, μέσα από την ουσία της ύπαρξής μας. Η αγάπη είναι μια προσωπική εμπειρία, που μπορούμε να δοκιμάσουμε μόνο μέσω του εαυτού μας και για τον εαυτό μας. Δεν είναι εγκεφαλική απασχόληση, δεν είναι μόνο ικανοποίηση του σώματος. Η αγάπη είναι μια στάση, ένας προσανατολισμός του χαρακτήρα που καθορίζει τη σχέση μας με τον κόσμο ως σύνολο και όχι με ένα «αντικείμενο» αγάπης.

Όταν αγαπάμε έναν άνθρωπο, σιγά-σιγά, η περιφέρεια του ανθρώπου εξαφανίζεται, η μορφή του ανθρώπου εξαφανίζεται. Ερχόμαστε σε όλο και μεγαλύτερη επαφή με το άμορφο, με το εσωτερικό. Τότε το σύμπαν, μας ανοίγεται. Τότε εκείνο το πρόσωπο δεν ήταν παρά μια πόρτα, ένα άνοιγμα για το παγκόσμιο.

Όταν υπάρχει αγάπη, είναι προσωπική και απρόσωπη, με ή χωρίς αντικείμενο. Είναι όπως το άρωμα ενός λουλουδιού. Μπορούμε να το μυρίσουμε όλοι, αυτό που έχει σημασία είναι το άρωμα και όχι σε ποιόν ανήκει.

Το πώς θα εκφραστεί η αγάπη και πώς θα εξελιχθεί είναι θέμα Ιδιοπροσωπίας, είναι θέμα του καθενός μας.

Η υποβάθμιση της Επικούρειας Φιλοσοφίας από τον Επίκτητο

Αποτέλεσμα εικόνας για Επικουρος vs ΕπίκτητοΠρόσφατα ασχολήθηκα με εκείνο το κομμάτι της φιλοσοφίας του Επίκτητου, που ναι μεν εκφράζει την Επικούρεια Φιλοσοφία, την χρησιμοποιεί δε άσχημα για την ανάδειξη του Στωικισμού.

Όμως ελάχιστα πράγματα κατάλαβα. Διότι οι αξιόλογοι, χωρίς άλλο, ερμηνευτές, δεν έχουν εισέλθει στα ενδότερα της Επικούρειας φιλοσοφίας. Έτσι διαπίστωσα, μετά από κόπο, ότι αυτά τα κείμενα προσπαθούν να υποβαθμίσουν την Επικούρεια φιλοσοφία.

Ένα μικρό κείμενο του Επίκτητου θα σας πείσει:
Μας λέει και ο Επίκουρος ότι είμαστε από την φύση μας κοινωνικοί. Αλλά έτσι και βάλεις μέσα σε στεγανά αυτό το αγαθό, δεν μπορεί να πει τίποτε άλλο. Διότι πάλι επιμένει λέγοντάς μας , ότι όταν κάτι είναι αποκομμένο απ’ την ουσία του αγαθού, δεν το εκτιμάς το αγαθό αυτό και δεν το ενστερνίζεσαι. Και καλώς επιμένει.

Πως λοιπόν τα λες αυτά, ω Επίκουρε…;

Και υποψιαζόμαστε για ποιους λόγους τα λες αυτά. Άραγε δεν είμαστε στοργικοί προς τα παιδιά μας; Γιατί αποτρέπεις τον σοφό να μην ανατρέφει τα παιδιά του; φοβάσαι μήπως εξ αιτίας των παιδιών πέσει σε στεναχώριες;

Εξ αιτίας του άγχους που τρέφει μέσα του μπορεί να πέσει σε στεναχώριες; Τι τον νοιάζει αν ένα μικρό άγχος μέσα του θρηνεί;

Αλλά ξέρει καλά, ότι έτσι και υπάρχει ένα παιδί, δεν είναι δυνατό σ’ εμάς να μην το αγαπάμε και να μη το φροντίζουμε.

Αλλά όμως αν και τα γνωρίζει καλά αυτά, τολμά να λέει, ότι να μην ανατρέφουμε τα παιδιά. Αλλά το πρόβατο δεν εγκαταλείπει το παιδί του, ούτε ο λύκος. Ο άνθρωπος όμως το εγκαταλείπει;

Τι θέλεις δηλαδή; Να είμαστε ανόητοι σαν τα πρόβατα; Που ούτε και εκείνα το εγκαταλείπουν. Απάνθρωποι να είμαστε και θηριώδεις σαν τους λύκους; Ούτε και εκείνοι το εγκαταλείπουν.

Ποιος θα πειθόταν από εσένα Επίκουρε βλέποντας το παιδί του πεσμένο στην γη να κλαίει; Εγώ νομίζω ότι και αν ακόμη μάντευαν, η μάνα σου και ο πατέρας σου, ότι θα σκόπευες να λες αυτά, ακόμα και τότε δεν θα σε εγκατέλειπαν.

Ακόμα λέει, ότι δεν ασχολείται με τα πολιτικά ο σώφρονας. Ξέρει καλά τι πρέπει να κάνει αυτός που ασχολείται με τα πολιτικά: Και στο φινάλε, αν πρόκειται να περιφέρεται στον όχλο αυτός που ασχολείται με τα πολιτικά όπως ανάμεσα στις μύγες, αυτό Επίκουρε εσένα τι σε πειράζει;
  
Βλέπουμε στο παραπάνω κείμενο πως κατηγορεί τον Κήπο. Έναν Κήπο γεμάτο από ελεύθερους ανθρώπους. Όπου δεν κατάλαβε, σκοπίμως; για ποιον λόγο ο Επίκουρος τον δημιούργησε.

Επίσης κατηγορεί την παραίνεση του Επίκουρου προς τον σοφό που λέει ότι: «Ούτε γάμο θα κάνει ούτε παιδιά θα αποκτήσει ο σοφός. Σε ειδικές μόνο περιπτώσεις της ζωής του θα κάνει γάμο, αν και μερικοί θα τον αποφύγουν». Και όπου αυτό, είναι απλά μία συμβουλή προς τον σοφό και όχι στον οποιονδήποτε άνθρωπο. Διότι αν θελήσει να παντρευτεί ο σοφός, τότε τα βάσανα θα είναι δικά του.

Ακόμα διαστρεβλώνει το «Λάθε Βιώσας». Το «Λάθε Βιώσας» που είναι η πλέον επίκαιρη δόξα της εποχής μας. Όπου μας προτρέπει να μένουμε μακριά από τους πολιτικούς και την πολιτική. Και μας τονίζει να ζούμε στην αφάνεια και στην αποχή. Και όπου εξάγω εγώ, ως προσωπικό συμπέρασμα το να μην ψηφίζουμε ώστε να μην εκλέγουμε όλους αυτούς τους άθλιους πολιτικούς. Διότι «Δημοκρατικόν μεν, το κληρωτάς είναι τας αρχάς, το δε αιρετάς, ολιγαρχικόν»

Όμως πριν προχωρήσουμε, ας δούμε ποιος ήταν ο Επίκτητος και τι πρόσθεσε στην Στωική φιλοσοφία και γιατί αγαπήθηκε από τους Νεοπλατωνικούς και τους Χριστιανούς.

Ο Επίκτητος λοιπόν γεννήθηκε στην Ιεράπολη της Φρυγίας, μία από τις αρχαίες εμπορικές πόλεις της Μικράς Ασίας, το 55 μετά την βίαιη αναχρονολόγησή μας και πέθανε στην Νικόπολη το 125.

Υπήρξε παιδί δούλων. Και ως δούλο τον πήραν από την Ιεράπολη και τον πήγαν στην Ρώμη όπου τον πουλήσανε σε κάποιον δημόσιο υπάλληλο εκτελεστικό γραμματέα του Νέρωνα, τον Επαφρόδιτο.

Πέραν του ότι ο Επίκτητος ήταν ασθενικός και ντροπαλός, ο Επαφρόδιτος τον κακομεταχειριζόταν και τον έκανε ανάπηρο.

Σε μία αναφορά του Κέλσου που την βρίσκουμε στο περίφημο βιβλίο του κατά του Ιησού Χριστού: τον «Αληθή Λόγο» μας μιλάει για την δουλικότητα, για την υπομονή και για την καρτερία του Επίκτητου που διακρίνουμε σε όλο το φιλοσοφικό έργο του. Μας αναφέρει λοιπόν ο Κέλσος ένα γεγονός, που μπορεί να απέχει από την αλήθεια, ότι: όταν κάποτε ο Επαφρόδιτος έστριψε το πόδι του Επίκτητου, ο ίδιος του παρατήρησε χαμογελώντας πως «θα το σπάσεις». Και όταν τελικά το έσπασε το πόδι του ο Επαφρόδιτος, απάντησε ο Επίκτητος ήρεμα: «Δεν σου το είπα;».

Εκείνη την περίοδο, που ήταν δούλος του Επαφρόδιτου, ο Επίκτητος παρακολουθούσε μαθήματα φιλοσοφίας από τον διάσημο για την εποχή εκείνη, Στωικό φιλόσοφο Μουσόνιο Γάιο Ρούφο.

Στην συνέχεια ο Επίκτητος έγινε απελεύθερος. Τότε άρχισε να διδάσκει στην Ρώμη, Στωική φιλοσοφία. Είχε δε γίνει στην Ρώμη, πασίγνωστος Δάσκαλος αυτής της Φιλοσοφίας.

Το 94 μετά την βίαιη αναχρονολόγησή μας, ο Αυτοκράτορας Δομιτιανός αισθάνθηκε ότι απειλείται από την επιρροή που είχαν στον λαό οι φιλόσοφοι. Οπότε εκδίδει διάταγμα και τους εξορίζει όλους.

Ο Επίκτητος τότε κατέφυγε στην Νικόπολη της Ηπείρου και ίδρυσε εκεί Φιλοσοφική Σχολή.

Πιστός μαθητής του, ήταν ο συγγραφέας της «Αλεξάνδρου Ανάβασης», ο Αρριανός, που του διέσωσε τα λόγια του κρατώντας σημειώσεις. Θαυμαστής του, υπήρξε ο Αυτοκράτορας της Ρώμης και φιλόσοφος, Μάρκος Αυρήλιος. Ο Μάρκος Αυρήλιος έγραψε στην Ελληνική γλώσσα, κατά την διάρκεια των εκστρατειών του, ένα έργο με τίτλο «Τα εις Εαυτόν». Αυτό το έργο, μέχρι σήμερα θεωρείται ως έργο σπουδαίο για μια διακυβέρνηση, με γνώμονα το καθήκον και την εξυπηρέτηση του συνόλου. Και όπου σε αυτό το έργο, οι Στωικές αυτές ρίζες (καθήκον, πρέπει, χρέος κ.τ.λ.) βρίσκονται στα ηθικά διδάγματα του Επίκτητου.

Πριν περάσουμε στην φιλοσοφία του ας ακούσουμε ένα ακόμα απόσπασμα από το 10ο κεφάλαιο της διατριβής με τίτλο, «Ενάντια στους Επικούρειους και Ακαδημαϊκούς». Για να δείτε την χλεύη του αλλά και την παιδιάστικη πολεμική του ενάντια στην Επικούρεια Φιλοσοφία.

 -Ω Άνθρωπε, ώ Επίκουρε, γιατί φροντίζεις για μας, γιατί ξαγρυπνάς; Τι φανάρι κρατάς; Γιατί εξεγείρεσαι; Γιατί γράφεις τέτοια βιβλία; Μήπως κάποιος εξαπατηθεί επειδή φροντίζει τους θεούς ή μήπως κανείς καταλάβει ότι το αγαθό δεν είναι μόνο η ηδονή; Αν τα πιστεύεις αυτά, τότε όρμα και μετά κοιμήσου και κάνε ό,τι και τα σκουλήκια. Αφού κρίνεις ότι είσαι άξιος γι’ αυτά. Τρώγε και πίνε και συνουσίαζε και αφόδευε και ροχάλιζε. Τι σε νοιάζει αν οι υπόλοιποι τα αντιλαμβάνονται όλα αυτά, με υγιή τρόπο ή με μη υγιή; Ό,τι είναι για εσένα, είναι και για εμάς. Σε νοιάζει για τα πρόβατα, επειδή τα κουρεύουμε, τα αρμέγουμε και μετά τα σφάζουμε; Δεν θα ευχόσουν άραγε, να μπορούσαν οι άνθρωποι, καταγοητευμένοι και ευχαριστημένοι από τους Στωικούς να νύσταζαν και έπειτα να προσέφεραν τους εαυτούς τους σε εσένα και τους ομοίους σου για να τους κουρέψεις και να τους αρμέξεις; Προς τους συνεπικούρειους έπρεπε να τα λες αυτά και όχι να κρύβεσαι. Πολύ περισσότερο εκείνους πρέπει να μεταπείσεις ότι από την φύση μας είμαστε κοινωνικοί και ότι η εγκράτεια είναι αγαθό. Για ποιους πρέπει να διαφυλάξεις αυτήν την κοινωνία και για ποιους δεν πρέπει; Για ποιους δεν πρέπει να την διατηρήσεις; Για τους αντιδραστικούς και τους παραβάτες; Και ποιοι είναι πιο παραβάτες από εσάς που λέτε όλα αυτά;

Ως πρωταγωνιστής της φιλοσοφίας του Επίκτητου είναι ο άνθρωπος και η εκπαιδευτική αγωγή του.

Η εκπαιδευτική αγωγή του ανθρώπου, για τον Στωικό αυτόν φιλόσοφο, είναι το μέσο όπου μπορεί να κατοχυρώσει ο άνθρωπος την ελευθερία του. Μέσω της εξάσκησης της φιλοσοφίας, ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει τα πράγματα που βρίσκονται υπό την εξουσία του, από εκείνα που δεν βρίσκονται υπό την εξουσία του. Το σώμα μας, για παράδειγμα, τα παιδιά μας, το περιβάλλον μας, είναι πράγματα που δεν βρίσκονται υπό την εξουσία μας (ουκ εφ' ημίν). Όμως τα διανοήματά μας, αυτά καθ’ εαυτά, βρίσκονται υπό την εξουσία μας. Δηλαδή οι σκέψεις μας και οι κρίσεις μας είναι κτήμα μας (εφ' ημίν). Αυτά οριοθετούν την εσωτερική ελευθερία μας. Η διαφύλαξη της οποίας είναι, για τον Επίκτητο, το υπέρτατο αγαθό.

Για τον Επίκτητο, η ευτυχισμένη ζωή και η ζωή με αρετές είναι συνώνυμες. Η ευτυχία και η προσωπική ολοκλήρωση είναι οι φυσικές συνέπειες του να ζεις με αρετές και να κάνεις το σωστό. Τα ερωτήματα όμως που γεννιόνται σε εμάς είναι: Άραγε ποιο είναι το σωστό; Και τι είναι ευτυχία;

Διότι ως γνωστόν οι αρετές για την φιλοσοφία μας είναι το μέσον για την Ηδονή. Την Ηδονή που φέρνει την καλοπέραση. Την ευδαιμονία. Και όχι αυτό το ασταθές συναίσθημα, την ευτυχία. Το να είσαι ενάρετος, μπορεί να είσαι περιοδικά ευτυχισμένος, αλλά δεν καλοπερνάς, δεν ζεις με ευδαιμονία. Το αντίθετο συμβαίνει, επειδή αποφεύγεις τα ωραία και τα όμορφα χάριν της αρετής. Διότι η ζωή δεν είναι ωραία με τα πρέπει, με τα αναγκαία, αλλά με τα περιττά, με τα θέλω.

Ο Επίκτητος πίστευε, ότι ο κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι να βοηθήσει τους κοινούς ανθρώπους να ανταπεξέλθουν αποτελεσματικά τις προκλήσεις της καθημερινής ζωής. Και να αντιμετωπίσουν με καρτερία τις αναπόφευκτες σοβαρές στεναχώριες, τις απογοητεύσεις και τις λύπες της ζωής.

Η συνταγή του Επίκτητου για την καλή ζωή επικεντρωνόταν σε τρία θέματα: να γίνεις κύριος των επιθυμιών σου, να εκτελείς τα καθήκοντα σου, να μάθεις να σκέπτεσαι καθαρά και για τον εαυτό σου και για τις σχέσεις σου με την ευρύτερη ανθρώπινη κοινωνία. Μα όμως για να σκέφτεσαι, δεν πρέπει να παραγνωρίζεις τους αγγελιοφόρους της σκέψης σου. Τις αισθήσεις και τα αισθήματα. Διότι χωρίς αυτά δεν μπορείς να σκεφτείς. Το λοιπόν, όλα αυτά τα κριτήρια της αλήθειας που μας έθεσε ο Επίκουρος, αποτελούν ψιλά γράμματα για τον Επίκτητο. Και δεν νομίζω πως τα είχε κατανοήσει.

Έτσι εγώ, σαν Επικούρειος, έχω να πω τα εξής: Ότι αν το σώμα μας δεν βρίσκεται υπό την εξουσία μας και αν δεν το ορίζουμε εμείς, τότε αυτό είναι έρμαιο του κάθε αφέντη, είτε θεού είτε ανθρώπου. Οπότε μπορεί να το χρησιμοποιεί όπως ο αφέντης ορίζει. Ή μπορεί ο κάθε άνθρωπος να το απαξιώνει. Και το παράδειγμα, σχετικά με το σπάσιμο του ποδιού του Επίκτητου από τον Επαφρόδιτο, που μας αποκαλύπτει ο Κέλσος, είναι χαρακτηριστικό της δουλικότητας του χαρακτήρα του Επίκτητου. Και αυτήν την δουλικότητα την μετέτρεψε σε ιδεολογία. Την μετέτρεψε σε φιλοσοφία. Όντως το καθήκον είναι μία από τις αναφορές της Στωικής φιλοσοφίας. Ο Επίκτητος όμως συμπληρώνει αυτή την φιλοσοφία με την δουλικότητα. Για παράδειγμα, η απαξίωση του σώματος ενός μοναχού, μας δείχνει στην κυριολεξία το καθήκον απέναντι στον θεό. Μας δείχνει και την δουλικότητα του ανθρώπου εκείνου, απέναντι στις φανταστικές επιταγές ενός φανταστικού πλάσματος που του λέει να περιορίσει στο ελάχιστο τις σαρκικές του επιθυμίες για να κερδίσει μία αβέβαιη αιωνιότητα.

Με λίγα λόγια, μας αναφέρει ο Επίκτητος, ότι μπορεί να μην ορίζω το σώμα μου, μπορεί να μην το εξουσιάζω, μπορεί ο αφέντης να το βασανίζει ή να το χρησιμοποιεί όπως αυτός θέλει, όμως με την εκπαίδευσή μου, με το μυαλό μου, που είναι δικό μου, είμαι ανεξάρτητος και ελεύθερος.

 Όμως τι ελευθερία ή τι ανεξαρτησία μπορεί να έχει ένα μυαλό όταν θα πρέπει επιτελέσει ένα καθήκον; Αλλά πέρα απ’ αυτό, μας δείχνει και μία μεταφυσική σύνδεση του μυαλού παύλα πνεύματος με την σάρκα. Δεν θεωρεί ότι το μυαλό είναι μία ανώτερη μορφή της ύλης. Το διαχωρίζει από το σώμα, λες και το μυαλό μας είναι ουρανοκατέβατο.
 
Αυτή λοιπόν η δουλικότητα, ο περιορισμός των επιθυμιών και το καθήκον, είναι τα κύρια στοιχεία της Στωικής φιλοσοφίας του Επίκτητου. Και γι’ αυτά, εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από την χριστιανική εκκλησία. Και γι’ αυτά, εκτιμάται και αναδεικνύεται σήμερα από τους θεολόγους και από τους προσηλυτιστές.
  
Όπως καταλαβαίνετε, εμπόδιο σ’ αυτήν την «φιλοσοφία της δουλείας», ήταν η ελεύθερη και ηδονιστική Επικούρεια φιλοσοφία. Έτσι, άσκησε ο Επίκτητος δριμεία πολεμική ενάντια στην φιλοσοφία μας. Γι’ αυτό, ακούστε δύο αποσπάσματα από το 7ο κεφάλαιο της διατριβής με τίτλο: Ενάντια προς τον Επικούρειο Διορθωτή των ελευθέρων πόλεων. Εδώ συνομιλεί με έναν Ρωμαίο Επικούρειο θέλοντας να υποτιμήσει την Επικούρεια Φιλοσοφία.

(Στωικός φιλόσοφος) -Αλλά εσένα σου φαίνεται σωστό να σκεφτόμαστε πως θα κρυφτούμε, πως θα είμαστε ασφαλείς και κανείς δεν θα μας πάρει χαμπάρι; Γιατί την κλοπή ούτε ο Επίκουρος την θεωρεί κάτι κακό, αλλά ότι η αδικία γεννιέται μέσα στο μυαλό σου. Αλλά δεν γίνεται να λάβεις διαβεβαιώσεις ότι θα ζεις απαρατήρητος αν κλέψεις; Γι’ αυτό λέει ο Επίκουρος: «Μην κλέβετε».

(Ρωμαίος Επικούρειος) -Αλλά «εγώ σου λέω, ότι αν γίνει διακριτικά και με αυτοσυγκράτηση, θα μείνουμε απαρατήρητοι». Έπειτα και φίλους στην Ρώμη έχουμε ισχυρούς και φιλίες με δικαστικούς. Και οι Έλληνες είναι παθητικοί και αδρανείς: Κανείς δεν θα τολμήσει να ξεσηκωθεί εξ αιτίας αυτής της κλοπής.

(Στωικός φιλόσοφος) -Τότε ποιο είναι το αγαθό; Άμυαλο είναι αυτό που λες και ηλίθιο. Αλλά ούτε και αν μου πεις ότι απέχει από το αγαθό θα σε πιστέψω. Γιατί είναι αδύνατον για κάτι που φαίνεται ψεύτικο να συμφωνήσεις και να αρνηθείς το αληθινό, όπως είναι αδύνατον να απομακρυνθείς απ’ αυτό που φαίνεται αληθινό.

Εδώ βλέπουμε πως ο Επίκτητος κατηγορεί την 34η Δόξα του Επίκουρου που λέει: «Η αδικία, από μόνη της, δεν είναι κακή. Αλλά γίνεται κακή, από τον τρόμο που προκαλεί στον άνθρωπο που την διαπράττει, ότι δεν μπορεί να αποφύγει αυτούς που είναι αρμόδιοι για την τιμωρία τέτοιων πράξεων».

Και σας ερωτώ: Αν δεν υπήρχε περίπτωση να σας συλλάβουν, τότε δεν θα κλέβατε ή δεν θα σκοτώνατε; Αλήθεια, αυτές και άλλες ωμότητες δεν διενεργούνται σ’ έναν πόλεμο ή δεν γίνεται πλιάτσικο σε ένα π.χ. μπλακ αουτ; Εκεί γιατί τις κάνουμε και δεν τις κάνουμε στην κανονική μας κοινωνία; Μα γιατί εκεί δεν υπάρχει περίπτωση να μας συλλάβουν. Άρα στην φιλοσοφία μας και στην φύση, καλό και κακό δεν υπάρχει. Διότι όπως μας λέει ο Επίκουρος «Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει ως κάτι αυθύπαρκτο, αλλά αποτελεί κάποια συνθήκη, σύμφωνα με την οποίαν στις αμοιβαίες επαφές των ανθρώπων, όπου και όποτε αυτές λαμβάνουν χώρα, κανένας δεν θα βλάπτει τον άλλον και κανένας δεν θα βλάπτεται».

Και συνεχίζει ο Επίκτητος το υβρεολόγιο:
 
-Αν υπάρχει έστω και μία πιθανότητα να διερευνήσουμε την φιλοσοφία αυτή και να μας οδηγήσει σ’ όλα αυτά που λες, τι περιμένεις να γίνει;

Στα ανάγλυφα ποιο είναι το καλύτερο, το ασήμι ή η τέχνη;

Η ουσία του χεριού είναι η σάρκα. Προπορεύονται όμως τα έργα του χεριού.

 Έτσι και τα πρέποντα είναι τριπλά. Και δεν αφορά το ΕΙΝΑΙ, αλλά ως προς το ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ. Έτσι και ο άνθρωπος δεν πρέπει να τιμά την ύλη και τα σώματα αλλά αυτά που προπορεύονται.

Και ποια είναι αυτά;

Η πολιτική. Ο γάμος. Η τεκνοποιία. Ο σεβασμός στον θεό. Η φροντίδα στους γονείς. Η έλλειψη επιθυμιών. Η υποχωρητικότητα. Η διεκδίκηση. Και ο καθένας οφείλει να μένει πιστός σε αυτά, όπως είναι σύμφωνο με την φύση μας. Γιατί πως αλλιώς γεννηθήκαμε; Ελεύθεροι, γενναίοι και ευσεβείς.

Γιατί ποιο άλλο ζώο κοκκινίζει και ποιο ξεχωρίζει το αισχρό; Με αυτά υπόταξε την ηδονή και κάνε την βοηθό και υπηρέτη για να γίνεις πρόθυμος και να συγκρατείσαι στα έργα που είναι σύμφωνα με τη φύση.

Για εμάς, είναι λάθος ο συλλογισμός ότι π.χ. αυτό το ποτήρι πρώτα το σκεφτήκαμε, μετά το σχεδιάσαμε και έπειτα το κατασκευάσαμε. Πρωτ’ απ’ όλα ο άνθρωπος ήθελε να πιει νερό. Το ποτήρι αυτό έγινε κατόπιν της εξελικτικής διαδικασίας της ανάγκης του να πιει ο άνθρωπος πιο εύκολα νερό. Έτσι για εμάς, προηγείται το ΕΙΝΑΙ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ και όχι τα ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ και αυτά που προπορεύονται του είναι. Γιατί απλούστατα, τα ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ, είναι ανθρώπινες επινοήσεις.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν από αυτούς τους διαλόγους, αλλά και από τις εξομολογήσεις του Αυγουστίνου που σας είχα πει απ’ αυτό το βήμα πέρσι, πως όσο εισέρχονταν οι άνθρωποι στον μεσαίωνα τόσο πιο εχθρικοί γινόντουσαν στην Επικούρεια Φιλοσοφία.

Και σήμερα τα πράγματα είναι παρόμοια και χειρότερα. Διότι μέσω της μαζικής ψυχολογίας του φασισμού οι άνθρωποι είναι εθισμένοι στο να βλέπουν ή να ακούν πλάσματα της φαντασίας τους ή να έχουν διάφορες ιδεοληψίες, χωρίς να θέλουν ή να μπορούν να εστιάσουν στο λογικό. Και είναι χειρότερα τα πράγματα, διότι υπάρχει ο μαζικός φανατισμός μέχρι θανάτου.

Όμως όλα αυτά και άλλα που είπε ο Επίκουρος και οι Φίλοι του, τα είπε για σένα! Για την μοναδική και ανεπανάληπτη προσωπικότητά σου. Τα είπε για να απολαμβάνεις ολοκληρωμένες και ακέραιες τις Ηδονές. Διότι οι Ηδονές είναι συγκεκριμένες, είναι υλικές και δεν έχουν ουδεμία σχέση, με την Στωική ιδέα της επιδίωξης της ευτυχίας, που μερικοί σκοπίμως σας παρουσιάζουν, είτε εδώ μέσα είτε αλλαχού. Άλλωστε την ευτυχία, την επιδιώκουν όλες οι θρησκευτικές αιρέσεις και όλα τα πολιτικά συστήματα.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (1-10)

Η Αθήνα και η ένωση των Ελλήνων

Ο Ισοκράτης δημοσίευσε τον Πανηγυρικό του ύστερα από μακρόχρονη -δεκαετή, όπως αναφέρουν αρχαίες πηγές- επεξεργασία, το 380 π.Χ.. Αν και ο λόγος δεν εκφωνήθηκε μάλλον ποτέ, απευθύνεται, όπως δηλώνει άλλωστε και ο τίτλος, σε Έλληνες συγκεντρωμένους από όλες τις πόλεις για να γιορτάσουν κάποια πανελλήνια εορτή (ως τόπο ίσως θα πρέπει να φανταστούμε την Ολυμπία, όπου είχαν εκφωνήσει παρόμοιους λόγους ο Γοργίας και ο Λυσίας). Ο λόγος απαρτίζεται από δύο μέρη: ένα επιδεικτικό, το οποίο συνίσταται στον έπαινο της Αθήνας, και ένα συμβουλευτικό (§ 133 κ.ε.), όπου οι Έλληνες καλούνται να ομονοήσουν και να ξεκινήσουν πόλεμο εναντίον των βαρβάρων, στον οποίο θα ηγούνται από κοινού οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι. Το επιδεικτικό μέρος υπηρετεί το συμβουλευτικό, αφού με τις αναφορές στην προσφορά της Αθήνας κατά το παρελθόν επιδιώκεται να δικαιολογηθεί η επί ίσοις όροις συμμετοχή της στην ηγεσία του προτεινόμενου πολέμου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι Σπαρτιάτες ήταν κυρίαρχη δύναμη στην Ελλάδα. Οι πανελλήνιες ιδέες που εκφράζονται σ᾽ αυτόν τον λόγο ανακλούν την διάδοση παρόμοιων ιδεών μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου αλλά και το κλίμα που επικρατούσε στην Ελλάδα μετά την οδυνηρή για τους Έλληνες Ανταλκίδειο ειρήνη (386 π.Χ.). Ανεξάρτητα από το περιεχόμενό του, ο Πανηγυρικός αποτελεί και σημαντικό μνημείο λογοτεχνικού ύφους: οι μακρές αλλά συμμετρικά δομημένες περίοδοι (περιοδικό ύφος), η ρυθμική επεξεργασία και η αποφυγή της χασμωδίας δίνουν για πρώτη φορά στον πεζό λόγο τη χάρη που διέθετε μέχρι εκείνη την εποχή μόνο η ποίηση.
--------------------
[1] Πολλάκις ἐθαύμασα τῶν τὰς πανηγύρεις συναγαγόντων καὶ τοὺς γυμνικοὺς ἀγῶνας καταστησάντων, ὅτι τὰς μὲν τῶν σωμάτων εὐτυχίας οὕτω μεγάλων δωρεῶν ἠξίωσαν, τοῖς δ᾽ ὑπὲρ τῶν κοινῶν ἰδίᾳ πονήσασι καὶ τὰς αὑτῶν ψυχὰς οὕτω παρασκευάσασιν ὥστε καὶ τοὺς ἄλλους ὠφελεῖν δύνασθαι, τούτοις δ᾽ οὐδεμίαν τιμὴν ἀπένειμαν,

[2] ὧν εἰκὸς ἦν αὐτοὺς μᾶλλον ποιήσασθαι πρόνοιαν· τῶν μὲν γὰρ ἀθλητῶν δὶς τοσαύτην ῥώμην λαβόντων οὐδὲν ἂν πλέον γένοιτο τοῖς ἄλλοις, ἑνὸς δ᾽ ἀνδρὸς εὖ φρονήσαντος ἅπαντες ἂν ἀπολαύσειαν οἱ βουλόμενοι κοινωνεῖν τῆς ἐκείνου διανοίας.

[3] οὐ μὴν ἐπὶ τούτοις ἀθυμήσας εἱλόμην ῥᾳθυμεῖν, ἀλλ᾽ ἱκανὸν νομίσας ἆθλον ἔσεσθαί μοι τὴν δόξαν τὴν ἀπ᾽ αὐτοῦ τοῦ λόγου γενησομένην ἥκω συμβουλεύσων περί τε τοῦ πολέμου τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους καὶ τῆς ὁμονοίας τῆς πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, οὐκ ἀγνοῶν ὅτι πολλοὶ τῶν προσποιησαμένων εἶναι σοφιστῶν ἐπὶ τοῦτον τὸν λόγον ὥρμησαν,

[4] ἀλλ᾽ ἅμα μὲν ἐλπίζων τοσοῦτον διοίσειν ὥστε τοῖς ἄλλοις μηδὲν πώποτε δοκεῖν εἰρῆσθαι περὶ αὐτῶν, ἅμα δὲ προκρίνας τούτους καλλίστους εἶναι τῶν λόγων, οἵτινες περὶ μεγίστων τυγχάνουσιν ὄντες καὶ τούς τε λέγοντας μάλιστ᾽ ἐπιδεικνύουσι καὶ τοὺς ἀκούοντας πλεῖστ᾽ ὠφελοῦσιν· ὧν εἶς οὗτός ἐστιν.

[5] ἔπειτ᾽ οὐδ᾽ οἱ καιροί πω παρεληλύθασιν ὥστ᾽ ἤδη μάτην εἶναι τὸ μεμνῆσθαι περὶ τούτων. τότε γὰρ χρὴ παύεσθαι λέγοντας, ὅταν ἢ τὰ πράγματα λάβῃ τέλος καὶ μηκέτι δέῃ βουλεύεσθαι περὶ αὐτῶν, ἢ τὸν λόγον ἴδῃ τις ἔχοντα πέρας ὥστε μηδεμίαν λελεῖφθαι τοῖς ἄλλοις ὑπερβολήν.

[6] ἕως δ᾽ ἂν τὰ μὲν ὁμοίως ὥσπερ πρότερον φέρηται, τὰ δ᾽ εἰρημένα φαύλως ἔχοντα τυγχάνῃ, πῶς οὐ χρὴ σκοπεῖν καὶ φιλοσοφεῖν τοῦτον τὸν λόγον, ὃς ἢν κατορθωθῇ, καὶ τοῦ πολέμου τοῦ πρὸς ἀλλήλους καὶ τῆς ταραχῆς τῆς παρούσης καὶ τῶν μεγίστων κακῶν ἡμᾶς ἀπαλλάξει;

[7] πρὸς δὲ τούτοις εἰ μὲν μηδαμῶς ἄλλως οἷόν τ᾽ ἦν δηλοῦν τὰς αὐτὰς πράξεις ἀλλ᾽ ἢ διὰ μιᾶς ἰδέας, εἶχεν ἄν τις ὑπολαβεῖν ὡς περίεργόν ἐστι τὸν αὐτὸν τρόπον ἐκείνοις λέγοντα πάλιν ἐνοχλεῖν τοῖς ἀκούουσιν·

[8] ἐπειδὴ δ᾽ οἱ λόγοι τοιαύτην ἔχουσι τὴν φύσιν ὥσθ᾽ οἷόν τ᾽ εἶναι περὶ τῶν αὐτῶν πολλαχῶς ἐξηγήσασθαι καὶ τά τε μεγάλα ταπεινὰ ποιῆσαι καὶ τοῖς μικροῖς μέγεθος περιθεῖναι, καὶ τά τε παλαιὰ καινῶς διελθεῖν καὶ περὶ τῶν νεωστὶ γεγενημένων ἀρχαίως εἰπεῖν, οὐκέτι φευκτέον ταῦτ᾽ ἐστὶ περὶ ὧν ἕτεροι πρότερον εἰρήκασιν, ἀλλ᾽ ἄμεινον ἐκείνων εἰπεῖν πειρατέον.

[9] αἱ μὲν γὰρ πράξεις αἱ προγεγενημέναι κοιναὶ πᾶσιν ἡμῖν κατελείφθησαν, τὸ δ᾽ ἐν καιρῷ ταύταις καταχρήσασθαι καὶ τὰ προσήκοντα περὶ ἑκάστης ἐνθυμηθῆναι καὶ τοῖς ὀνόμασιν εὖ διαθέσθαι τῶν εὖ φρονούντων ἴδιόν ἐστιν.

[10] ἡγοῦμαι δ᾽ οὕτως ἂν μεγίστην ἐπίδοσιν λαμβάνειν καὶ τὰς ἄλλας τέχνας καὶ τὴν περὶ τοὺς λόγους φιλοσοφίαν, εἴ τις θαυμάζοι καὶ τιμῴη μὴ τοὺς πρώτους τῶν ἔργων ἀρχομένους, ἀλλὰ τοὺς ἄρισθ᾽ ἕκαστον αὐτῶν ἐξεργαζομένους, μηδὲ τοὺς περὶ τούτων ζητοῦντας λέγειν, περὶ ὧν μηδεὶς πρότερον εἴρηκεν, ἀλλὰ τοὺς οὕτως ἐπισταμένους εἰπεῖν ὡς οὐδεὶς ἂν ἄλλος δύναιτο.

***
ΠΡΟΟΙΜΙΟ.Το θέμα και ο χειρισμός του.
[1] Πολλές φορές απόρησα με αυτούς που καθιέρωσαν τις θρησκευτικές γιορτές και οργάνωσαν τους αθλητικούς αγώνες: Έκριναν άξιες για τόσο μεγάλα έπαθλα τις ικανότητες του σώματος, ενώ αυτούς που κοπίασαν προσωπικά για το κοινό καλό και καλλιέργησαν έτσι τον ψυχικό τους κόσμο ώστε να είναι σε θέση να ωφελήσει και τους άλλους, σ᾽ αυτούς δεν έδωσαν καμιά τιμητική διάκριση.

[2] Και όμως το σωστό θα ήταν γι᾽ αυτούς κυρίως να νοιαστούν· γιατί δυο φορές τόση δύναμη και αν αποχτήσουν οι αθλητές, οι άλλοι δε θα είχαν να κερδίσουν τίποτα παραπάνω· αντίθετα, και ένας μονάχα άνθρωπος αν σκεφτεί σωστά, όλοι θα ήταν δυνατό να ωφεληθούν, όσοι θα ήθελαν να γευτούν τη γνώση εκείνου.

[3] Όμως δεν απογοητεύτηκα από αυτό ώστε να αδρανήσω. Έκρινα ικανό έπαθλο τη φήμη που θα μου φέρει αυτός ο λόγος και ήρθα να δώσω γνώμη και για τον πόλεμο με τους βαρβάρους και για την ανάγκη να μονοιάσουμε μεταξύ μας, και ας ξέρω καλά ότι πολλοί από όσους κάνουν τους σοφιστές έχουν κιόλας ασχοληθεί με αυτό το θέμα.

[4] Έχω, βλέπετε, την ελπίδα πως θα ξεχωρίσω τόσο από κείνους, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση πως τίποτα σχετικό δεν είπανε ποτέ. Ύστερα θεωρώ άριστους τους λόγους που αναφέρονται στα πιο σοβαρά θέματα. Αυτοί προβάλλουν την αξία του ρήτορα και όσους τους ακούν τους ωφελούν πολύ. Τέτοιος είναι και ο λόγος που θα πω.

[5] Άλλωστε ούτε και οι συνθήκες έχουν αλλάξει έτσι που να είναι ανώφελο πια να γίνει λόγος για τα ζητήματα αυτά. Οι λόγοι πρέπει να σταματούν μονάχα όταν τα πράγματα λάβουν κάποιο τέλος και δεν ωφελεί πια η συζήτηση γι᾽ αυτά ή όταν διαπιστωθεί πως κάποιος λόγος έφτασε πια σε τέλεια μορφή, ώστε να μην αφήνει περιθώρια στους άλλους να προχωρήσουν παραπάνω.

[6] Όσο όμως τα πράγματα στην Ελλάδα ακολουθούν τον ίδιο δρόμο όπως πριν και όσα ειπώθηκαν ώς τώρα τυχαίνει να είναι άχρηστα, πώς να μη στρέψουμε τη σκέψη και το στοχασμό μας στο λόγο αυτόν, που, αν τυχόν πετύχει το σκοπό του, σίγουρα θα μας απαλλάξει και από τον εμφύλιο πόλεμο και από τη σημερινή αναταραχή και από τις πιο μεγάλες συμφορές;

[7] Άλλωστε, αν σε καμιά περίπτωση δε θα ήταν δυνατό να δηλωθούν τα ίδια πράγματα διαφορετικά παρά με έναν τρόπο, θα μπορούσε ίσως κανείς να σκεφτεί πως είναι περιττό να ενοχλεί τον κόσμο χρησιμοποιώντας τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα με άλλους.

[8] Όμως η φύση των λόγων είναι τέτοια, ώστε τα ίδια πράγματα με πολλούς τρόπους να μπορείς να τα αναπτύξεις, και τα σπουδαία σαν ασήμαντα να τα παρουσιάσεις και τα μικρά να μεγαλοποιήσεις και ακόμα τα παλιά με σύγχρονο πνεύμα να προβάλεις και τα καινούρια γεγονότα με τον παλιό δοκιμασμένο τρόπο να εκθέσεις. Γι᾽ αυτό ακριβώς δεν πρέπει να αποφεύγεις τα θέματα που οι προηγούμενοι από σένα αντιμετώπισαν, αλλά να προσπαθείς να τα αναπτύξεις με τρόπο πιο σωστό από κείνους.

[9] Τα περασμένα γεγονότα βέβαια είναι κοινή κληρονομιά για όλους μας. Δουλειά τώρα των προικισμένων με μυαλό είναι να κάμουν σωστή εκμετάλλευση αυτών και, στην κατάλληλη στιγμή, να αναφέρουν μονάχα ό,τι χρειάζεται για το καθένα από αυτά και να τα διατυπώσουν με τρόπο άψογο.

[10] Νομίζω μάλιστα πως τότε μονάχα θα μπορούσαν να προκόψουν και οι άλλες τέχνες και η ρητορική επιστήμη, όταν θαυμάζουμε και εκτιμούμε όχι τόσο αυτούς που είχαν την πρωτοβουλία να αρχίσουν ένα έργο, όσο εκείνους που το έφεραν σε πέρας με τον πιο τέλειο τρόπο· ούτε και αυτούς που θέλουν να μιλούν για θέματα που κανένας άλλος προηγούμενα δεν έπιασε, αλλά όσους γνωρίζουν να τα λεν με τρόπο που κανένας άλλος δε θα το μπορούσε.

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ: ΤΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για θεά αθηνά Ὁ Γκαῖτε ἦταν ὅσο κανείς ἄλλος ὑπεύθυνος γιά τήν ἰδέα ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦταν προπάντων ἐραστές του ὡραίου. Μολαταύτα ὁ ἴδιος παρέχει καί μιάν ἐπιδιόρθωση σ’ αὐτήν τήν ἄποψη γιά τόν Ἑλληνισμό. Λέγει κάπου ὅτι τό διακριτικό σημάδι τῶν Ἑλλήνων ἦταν τό πάθος ὄχι γιά τήν ὀμορφιά, ἀλλά γιά τήν ἀλήθεια. Δέν ἐννοοῦσε φυσικά ὁ Γκαΐτε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔλεγαν πάντοτε τήν ἀλήθεια: ὁλοφάνερα, λίγα ἔθνη ἔχουν ἱστορία τόσο γεμάτη ἀπό ἀνερυθρίαστα ψέματα· στούς ὑστερώτερους μάλιστα χρόνους ἡ Graeca levitas[1] ἀντικατέστησε τήν Punicam fidem[2] σάν καταφρονητική ἐπωνυμία τοῦ ἔντιμου Ρωμαίου. Οὔτε ἔννοοῦσε ὁ Γκαΐτε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔβλεπαν πάντα τό σωστό: φιλαλήθεια μ’ αὐτό τό νόημα δέν ἔχει δοθῆ στόν ἄνθρωπο. Ἐννοοῦσε ὅτι οἱ Ἕλληνες συνολικά κοίταζαν ἴσια τή ζωή, καί τήν ἔβλεπαν, ὅπως πραγματικά εἶναι· ὅτι εἶχαν αὐτό πού ὀνόμασε ὁ Ματθαῖος Ἀρνολντ «ἀνέφελη διαύγεια τοῦ νοῦ». Μ’ αὐτό τό νόημα παρμένα τά λόγια τοῦ Γκαῖτε δέν εἶναι δύσκολο νά δικαιολογηθοῦν. Εἶναι βέβαιο, ὅτι διαβάζοντας τήν Ἑλληνική λογοτεχνία ἀδιάκοπα γευόμαστε μέσα σ’ αὐτήν, σάν συστατικό πού «Ἀδιάκοπα ἐπανέρχεται, κάποια ποιότητα πού μᾶς ὠθεῖ νά τήν ὀνομάσωμε φιλαλήθεια, ἄν καί τό ὄνομα δύσκολα σκεπάζει τό πράγμα. Ἔχομε τή συναίσθηση, ὅτι κοιτάζομε ἕναν πίνακα, πού εἶναι πιστή προσωπογραφία: ὅτι ἀτενίζομε ἕνα κρύσταλλο πού ἀποκαλύπτει τή ζωή ὄχι συννεφιασμένα καί συγκεχυμένα, ἀλλά μέ τό χρῶμα τό σωστό καί τίς καθαρές γραμμές, χωρίς κηλίδες. Δέν ὑπάρχουν πολλές λογοτεχνίες τέτοιου εἴδους. Στα Ἰρλανδικά παραμύθια τοῦ Finn[3] και τοῦ Cuchulain[4] γίνεται πολύ λόγος για ὀμορφιά και ἡρωϊσμό και μυθολογήματα: ἀλλά ὁ κόσμος τους εἶναι, ὀλοφάνερα, πραγματικός και ὄχι ἀνθρώπινος. Λόφοι πού ἐκπέμπουν ἄσπρα πουλιά και ἄτρωτους χοίρους, βλαστοί ἀπό γαϊδουράγκαθο και σφῖρες ἀπό σκόνη και χνούδι, πού παίρνουν την ἐμφάνιση στρατιῶν, μάγισσες πού τοξεύουν τους ἥρωες μέσα ἀπό την τρύπα ἑνός φύλλου, σκύλοι πού μεταβάλλουν ἀνθρώπους σε γαϊδούρια με την ἀναπνοή τους ἤ βγάζουν από το στόμα τους μεγάλες ποσότητες χρυσάφι και ἀσήμι, ἅρπες, πού πηδοῦν προς τους κυρίους τους και σκοτώνουν ἐννιά ἀνθρώπους στο πέρασμά τους, ἀσπίδες πού μουγκρίζουν ἡ μια στην ἄλλη και τους ἀπαντοῦν τά Τρία Κύματα ταῆς Ἰρλανδίας· θέματα σαν αὐτά μπορεῖ να βρεθοῦν και στον Ὅμηρο, ἀλλά ὁ Ἰρλανδός συγγραφέας εἶναι ὀλότελα παραδομένος σ’ αὐτά. Το παράξενο και το ὑπερφυσικό ἐπικρατοῦν ἐδῶ ἀπεριόριστα στο φυσικό και στο ἀνθρώπινο. Ἡ είκόνα τοῦ Ἰρλανδοῦ δεν εἶναι εἰκόνα τοῦ πραγματικοῦ κόσμου και τῆς πραγματικῆς ζωῆς πού οἱ ἄνθρωποι ζοῦν σ’ αυτόν. Μπροστά ἀπό τά μάτια μας περνᾶ ἕνα ἀπατηλό, ὄχι πραγματικό ὀνειροπόλημα, μια ὀμορφιά ἀλλόκοτη μόνο και φανταστική.
  
Πολύ διαφορετική εἶναι ἡ Ἑλληνική λογοτεχνία. Ὁ Ἕλληνας τῶν Ἱστορικῶν χρόνων ἀναμφίβολα εἶχε παράλογες καί προληπτικές ἰδέες· μόλις ἀρχίζομε μέ δυσκολία νά ἀνακαλύπτωμε τή φύση τους, ἀπό ἐσφαλμένους ὑπαινιγμούς σ’ αὐτές. Ἀλλά ἡ σκοτεινότητα τοῦ ὅλου θέματος δείχνει πόσο λίγο τό θέμα αὐτό ἐπηρέασε τήν Ἑλληνική λογοτεχνία, καί ἡ λογοτεχνία αὐτή εἶναι ὅ,τι μᾶς ἐνδιαφέρει. Μέσα σ’ αὐτήν ὁ Ἕλληνας παρουσιάζεται νά βλέπη τή ζωή μέ μάτια πού πολύ μοιάζουν μέ τά δικά μας. Ἦταν κίνδυνος νά χαθοῦμε μέσα στόν κόσμο τῆς Ἰρλανδικῆς παράδοσης· δέ θά ξέραμε τί νά ποῦμε στό Finn ἤ στόν Cuchulain· θά μπορούσαμε ἀπό εὐγένεια νά προσαρμοστοῦμε πρός τίς ἀποψείς τους, ἀλλά ποτέ δέ θά μπορούσαμε νά μποῦμε μέσα σ’ αὐτες. Ἀλλά ποιός δέ θά ἦταν σά στό σπίτι του, δέ θά ἐνίωθε κάποια κοινότητα ψυχῆς μέ τό Νέστορα, τόν Ἀχιλλέα, τόν Ὀδυσσέα; Κι ἀκόμη περισσότερο, ὅταν φεύγωμε ἀπό τους ἐπικούς ἥρωες καί ἐρχόμαστε στόν Ἀλκαῖο, τό Σιμωνίδη, τό Σοφοκλῆ καί τούς ἄλλους. Αἰσθανόμαστε ὅτι εἶδαν τόν κόσμο ἀληθινά, σωστά, ὄχι σάν κονίστρα γιά γητειές καί μαγεῖες καί γιά συμβατικό ἡρωισμό, ἄλλα ὅπως πραγματικά εἶναι.
 
Καί ὅταν ἀφήνωμε τήν τραχειά καί συγκεχυμένη ἄποψη τῆς ζωῆς πού ἔχουν οἱ λίγο-πολύ κοινοί ἄνθρωποι καί ἐρχόμαστε στούς ἀνθρώπους τῆς σκέψης τῆς Ἑλλάδας, τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει. Βρίσκομε τίς θεωρήσεις των γιά τή φύση τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου λογικές, σωστές, καί ἐκπληκτικά σύγχρονες. Ὁ Εὐριπίδης γράφει:
 
Ὦ γῆς ὄχημα κἀπί γῆς ἔχων ἕδραν,
 ὅστις ποτ’ εἶ σύ, δυστόπαστος εἰδέναι,
 Ζεύς, εἴτ’ ἀνάγκη φύσεως εἴτε νοῦς βροτῶν,
 προσηυξάμηυ σέ· πάντα γάρ δι’ ἀψόφου
 βαίνων κελεύθου κατά δίκην τά θνήτ’ ἄγεις[5].
 
Παρατηροῦμε ὅτι συγκεφαλαιώνει μέ ἁδρές γραμμές στόν τρίτο καί τέταρτο στίχο τίς δύο σύγχρονες φιλοσοφίες, τήν ὑλοκρατία καί τήν ἰδεοκρατία καί ὅτι συνολικά ὁ ἴδιος ἐκφράζει μιά σύγχρονή μας πίστη αἰσιόδοξου ἀγνωστικισμοῦ. Ὁ Πλάτων γράφει: «Θεός οὐδαμῇ οὐδαμῶς ἄδικος, ἄλλ’ ὡς οἷον τέ δικαιότατος, καί οὐκ ἔστιν αὐτῷ ὁμοιότερον οὐδέν ἤ ὅς ἄν ἡμῶν αὖ γένηται ὅτι δικαιότατος»[6]. Ἀναγνωρίζομε σ’ αὐτά τόσο ὑπέροχη ἰδέα γιά τή θεότητα ὅσο καί ἡ χριστιανική. Ἄν στραφοῦμε πρός τήν Πλατωνική Πολιτεία βρίσκομε ἐκεῖ τά βαθύτερα προβλήματα τῆς πολιτικῆς νά τά συζητοῦν μέ ἐλευθερία, βάθος καί ἀγχίνοια πού δέν ξεπεράστηκαν ἀπό καμιά μεταγενέστερη ἐποχή. Πραγματικά οἱ Ἕλληνες παίρνουν μιά λογικήν άποψη τοῦ κόσμου, ἐντελῶς στόν ἴδιο μέ μάς βαθμό· και αὐτό ὀφείλεται σ’ αὐτό πού ὁ Γκαῖτε ὀνόμασε φιλαλήθειά τους.
 
Ἄν συνεχίσωμε τήν ἀνάλυση καί ρωτήσωμε γιατί οἱ θεωρήσεις τοῦ Εὐριπίδη καί τοῦ Πλάτωνα προχώρησαν ὅσο μακριά καί οἱ δικές μας, βρίσκομε δύο αἰτίες, δύο συστατικά σ’ αὐτή τήν ἀρετή της φιλαλήθειας. Τό πρῶτο ἀπ’ αὐτά εἶναι ἡ ἀπεριόριστη πραγματική ἐλευθερία γιά θεώρηση, θρησκευτική, ἠθική καί πολιτική. Ἴση ἐλευθερία χαίρεται καί ἡ δική μας ἐποχή. Ἀλλά εἶναι ἐκπληκτικό ὅτι ἕνα ἔθνος τήν ἀπόκτησε τόσο νωρίς στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Μποροῦμε νά τήν ὀνομάσωμε γνώρισμα τῆς Ἐλευθερίας. Ὁ Ἕλληνας θά τήν ὀνόμαζε «παρρησία».
 
Τή ζωή μερικῶν ἐθνῶν τήν προσδιορίζουν σέ μεγάλη ἔκταση θεολογικές ἀπόψεις. Ὑπάρχουν τά ἔθνη αὐτα γιά νά ὑπηρετοῦν τό Θεό. Ὁρισμένες πράξεις, κάποτε ὁλόκληρες πλευρές τῆς ζωῆς, ἀποκλείονται, γιατί φαίνονται ἀσυμβίβαστες πρός αὐτό τό σκοπό. Ὁ Θεός πού λατρεύουν εἶναι ζηλότυπος Θεός.
 
Στό Μωαμεθανό εῖναι ἀπαγορευμένο νά ζωγραφίζη ἤ νά σκαλίζη τήν ἀνθρώπινη μορφή, γιατί ἡ γλυπτική καί ἡ ζωγραφική ὁδηγοῦν στήν εἰδωλολατρεία. Ὁ Ἑβραῖος ὀφείλει νά ἀπέχη μιά μέρα τήν ἑβδομάδα ἀπό ἐργασία καί τέρψη, γιατί τό Σάββατο εἶναι ἱερό. Στό Χριστιανό τῶν Σκοτεινῶν Αἰώνων ἦταν ἀπαγορευμένο νά πιστεύη τόν «γραώδη μύθον» γιά τούς Ἀντίποδες· εἶχε στά χέρια του μιά «Χριστιανική Τοπογραφία τοῦ σύμπαντος θεμελιωμένη ἐπάνω σέ ἀπόψεις τῆς Θείας Γραφῆς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν εἶναι νόμιμο γιά τό Χριστιανό ν’ ἀμφιβάλλη»[7]. Συναντοῦσε ἐμπόδια στό ἐμπόριο, ἐπειδή ὁ Μωσαϊκός Νόμος ἀπαγόρευε τήν τοκογλυφία· καί τούς ὑστερώτερους ἀπογόνους του[8] τούς ἀπότρεπε ν’ ἀκολουθήσουν θεατρικό ἐπάγγελμα - ἡ αἰώνια καταδίκη πού βάραινε τή θέση τοῦ ἠθοποιοῦ.
 
Τή ζωή ἄλλων ἐθνῶν τήν προσδιορίζουν πολιτικές ἀποψεις. Τήν τέχνη καί τή λογοτεχνία τίς βλέπουν ὕποπτα σάν ἐπικίνδυνες γιά τήν εὐδαιμονία τοῦ κράτους. Ἀθῶες κοινωνικές διασκεδάσεις ἀπαγορεύονται. Ἡ οἰκογενειακή ζωή παίρνει ἰδιόρρυθμο χρῶμα για πολιτικούς λόγους· ὁ σύζυγος ἀποκτᾶ ἰδιότυπη ὑπεροχή· ἡ σύζυγος μετατρέπεται σέ μηχανή, πού γεννᾶ παιδιά γιά τό καλό τοῦ κράτους. Τό κράτος πού ὁ Πλάτων σχεδιογράφησε στήν Πολιτεία του εἶναι ἕνα ἀκρότατο παράδειγμα γι’ αὐτή τήν ὑποδούλωση τοΰ ἄτομου στό συμφέρον τῆς κοινότητας· ἀλλά ἡ ἱστορία τῆς Σπάρτης καί τῆς Ρώμης καί, ἀλήθεια, τῶν πιό πολλῶν χωρῶν, εἶναι γεμάτη ἀπό τέτοια παραδείγματα. Ἀπό τίς ποικίλες μωρίες, τίς ἁμαρτίες καί τίς καταστρεπτικές ὑπερβολές στίς ὁποῖες τόσο ρέπει ὁ ἄνθρωπος, τίς περισσότερες φορές προφυλάσσεται στηριζόμενος στίς ἀρχές ὅτι καθῆκον του εἶναι νά φοβᾶται τό Θεό καί νά ὑπηρετῆ τή χώρα του. Ὁλόκληρες τάξεις πράξεων τοῦ ἀπαγορεύονται. Δέν πρέπει νά κάμη τοῦτο, πρέπει νά κάμη ἐκεῖνο. Κολοβωμένος καί ἀκρωτηριασμένος, μ’ ἕνα χέρι ἤ μ’ ἕνα μάτι, μπαίνει στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τοῦτο ἀληθεύει γιά ὅλα σχεδόν τά ἔθνη ἐκτός ἀπό τήν Ἑλλάδα. Μόνο ἐδῶ δέ θυσιαζόταν ὁ ἄνθρωπος στό Θεό του ἤ στή χώρα του, ἄλλα τοῦ ἐπιτρεπόταν «νά βλέπη τή ζωή σταθερά καί νά τή βλέπη ὁλόκληρη». Ἀλλοῦ, λόγοι τοῦ κράτους ἤ λόγοι τῆς θρησκείας διέστρεφαν τήν ἔρευνα ἤ στένευαν τό πεδίο της. Ἦταν ἀπαγορευμένο στούς ἀνθρώπους καί νά σκέπτωνται μερικά θέματα ἤ ἀναγκάζονταν νά ἔχουν γι’ αὐτά ὁρισμένες προδιαγραμμένες ἀπόψεις. Ὁλόκληρες περιοχές τῆς ζωῆς τίς ἀπέσυραν ἀπό τή συζήτηση - με πολλές ἐξαίρετες συνέπειες, ἀλλά καί μέ περιστολή τῆς σκοπιᾶς τῆς ἀλήθειας, μέ περιορισμό τῶν πιθανοτήτων της ν’ ἀνακαλύψη τόν ἑαυτό της καί νά τόν κατακτήση. Γιά τούς Ἕλληνες ὅμως δέν ὑπῆρχαν φραγμοί οὔτε περιοχές ἀποχωρισμένες, στίς ὁποῖες δέ θά μποροῦσε νά πατήση· ἦταν παντοῦ ἐλεύθερος νά δράση καί νά σκεφτῆ, νά βρῆ τήν ἀλήθεια ἤ νά πέση σέ πλάνη, νά κάμη τό σωστό ἤ ν’ ἁμαρτήση. Στήν Ἑλλάδα οὔτε ἡ θρησκεία οὔτε ἡ πολιτική ἦταν δυνάμεις πού τόν ἐμπόδιζαν νά βλέπη τά πράγματα ὅπως εἶναι.
 
Δέ φτάνομε, βέβαια, νά ὑποθέσωμε ὅτι ἡ ἐλεύθερη σκέψη στή θρησκεία δέν προκαλοῦσε καθόλου δυσάρεστα συναισθήματα. Τέσσερεις σημαντικές καταδιώξεις μᾶς ἀποδείχνουν ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι ἦταν ζηλότυποι γιά τή θρησκεία τους. Ὁ Σωκράτης θανατώθηκε καί ὁ Ἀναξαγόρας ἐξορίστηκε, γιατί πρόσβαλαν παραδομένες πεποιθήσεις: ὁ Πρωταγόρας καί ὁ Διαγόρας ὁ Μήλιος ἔφυγαν, γιά ν’ ἀποφύγουν τίς συνέπειες ποινικῆς δίωξης. Ἀλλά ἄς παραβάλωμε αὐτή τήν ἐπίδοση μέ τόν ἀριθμό τών θρησκευτικών διωγμών πενήντα έτών τής Ιταλικής Α­ναγέννησης. Ἀνάμεσα στά 1566 καί 1619 «ὁ Καρνεζέκι κάηκε ζωντανός· ὁ Παλεάριο κάηκε ζωντανός ὁ Μπρούνο κάηκε ζωντανός· αὐτοί οἱ τρεῖς στή Ρώμη. Ὁ Βανίνι κάηκε στήν Τουλούζα. Ὁ Βαλεντίνο Τζεντίλι θανατώθηκε ἀπό Καλβινιστές στή Βέρνη. Τόν Καμπανέλλα σκληρά τόν βασάνισαν καί τόν φυλάκισαν εἴκοσι ἑφτά χρόνια στή Νεάπολη. Ὁ Γαλιλαῖος ὑποχρεώθηκε νά ταπεινώση τόν ἑαυτό του μπροστά σέ ἀμαθεῖς καί ἀγέρωχους μοναχούς καί νά κρύψη τήν κεφαλή του σέ ἐξοχική ἔπαυλη. Ὁ Σάρπι δοκίμασε τό μαχαίρι δολοφόνου... Μ’ αὐτό τόν τρόπο καταβρόχθισε ἡ Ιταλία τά φωτισμένα παιδιά τῆς»[9]. Αὐτά, φυσικά, εἶναι διάσημα θύματα. Ὁ Symonds ὑπολογίζει ὅτι μόνο στήν Ἰσπανία ἀνάμεσα στά 1481 καί 1525, καταδικάστηκαν 234.526 ἄτομα ὡς αἱρετικοί ἀπό τήν Ἱερή Ἐξέταση[10]. Συγκρίνετε μ’ αὐτή τήν ἐπίμονη καί ἀποστειρωτική τυραννία τίς συμπτωματικές παραβιάσεις τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψης στήν Ἑλλάδα καί θά αἰσθανθῆτε ὅτι ἡ θέση τοῦ Ἕλληνα στοχαστῆ δέν ἦταν χειρότερη ἀπό τή θέση τοῦ Χόμπς τό δέκατο ἕβδομο αἰώνα, οὔτε χειρότερη ἀπό τή θέση τοῦ Μαρμοντέλ, πού, μέσα στόν αἰώνα τοῦ Λόγου, τόν ἔστειλαν στή Βαστίλλη, γιά ἕναν ἀμφίβολο λίβελλο ἐναντίον κάποιου δούκα, καί μόλις χειρότερη ἀπό τή θέση τῶν Γερμανῶν φιλοσόφων πού πρίν ἕνα αἰώνα τούς ἐδίωξαν ἀπό τίς ἕδρες των γιά ἔλλειψη ὀρθοδοξίας, - ἀκόμη καί σήμερα τούς ἀπαγορεύεται νά διδάσκουν δημόσια τίς ἀρχές τῆς Σοσιαλιστικῆς Δημοκρατίας[11].
 
Πολλές αἰτίες ἔχει ἡ Ἑλληνική ἐλευθερία τῆς σκέψης. Ἕνας λόγος εἶναι ὅτι τήν Ἑλληνική φιλοσοφία δέν τήν ἐπιδοτοῦσε τό Κράτος· εἶναι λιγότερο εὔκολο νά καταστείλης τόν ἐλεύθερο λόγο, ὅταν δέν ἔρχεται ἀπό τους ἄμβωνες καί τίς αἴθουσες παραδόσεων τοῦ κράτους. Ἀλλά ὑπάρχουν πιό θεμελιώδεις λόγοι ἀπ’ αὐτόν, λόγοι πού βρίσκονται στή φύση τῆς ἴδιας της Ἑλληνικῆς θρησκείας.
 
Στό σημεῖο τοῦτο βρισκόμαστε σ’ ἐπικίνδυνο ἔδαφος. Οἱ θρησκευτικές δοξασίες τοῦ ἕκτου καί τοῦ πέμπτου αἰώνα δέν ἔχουν ἕως τώρα ὁλοκληρωτικά ἐξακριβωθῆ. Ἡ χώρα μόνο ὡς ἕνα μέρος ἔχει χαρτογραφηθῆ, καί ὅποιος πατήση τό πόδι τοῦ ἐπάνω της κινδυνεύει νά χάση τό δρόμο του. Ἄλλοτε νόμιζαν ὅτι τήν Ἑλληνική θρησκεία τή συγκεφαλαίωνε ἡ λατρεία τοῦ Δία, τῆς Ἥρας καί τῶν Ὀλύμπιων θεῶν. Τώρα, γνωρίζομε ἄλλες λατρεῖες· τά Ὀρφικά μυστήρια, μέ ὑψηλή πνευματική διδασκαλία· τή Διονυσιακή λατρεία, συναισθηματική καί ἐνθουσιαστική, πού ἦρθε στήν Ἑλλάδα ἀπό τά βόρεια. Ἀκόμη καί οἱ Ὀλύμπιοι δέν εἶναι ἐντελῶς ὅπως φαίνονταν. Ὁ Ἀπόλλων πού ἀποπλάνησε τή Δάφνη, ὁ προστάτης τῆς Τροίας, ἄσκησε μέ τούς προφῆτες του τῶν Δελφῶν πλατιά ἐπιρροή πρός τό καλό στήν Ἑλληνική ἠθικη καί πολιτική. Τέλος, μᾶς λέγουν σήμερα ὅτι ἡ πιό δυνατή θρησκεία στήν Ἀθήνα ἦταν ἡ ἐξευμένιση φοβερῶν χθονίων θεοτήτων. Εἶναι φανερό ὅτι ὀφείλομε νά ὁρίσωμε τί ἐννοῦμε μέ τήν Ἑλληνική θρησκεία.
 
Δέν προσπαθοῦμε νά δώσωμε ὁλόκληρο τό σχεδιάγραμμά της. Τωόντι, θά πρέπει νά ἀγνοήσωμε ἐντελῶς τίς πιό εύγενεῖς πλευρές της. Ἐρωτοῦμε μόνο γιατί ἡ σκέψη ἦταν ἔλευθερη στην Ἀθήνα στα χρόνια πού θά μποροῦσε κανείς να περιμενη τό διωγμό της, δηλαδή στή διάρκεια τοῦ πέμπτου αἰώνα καί τοῦ τέταρτου. Μποροῦμε, λοιπόν, νά ἀγνοήσωμε θρησκεῖες πού ἦταν μεταγενέστερες. Μποροῦμε, ἀκόμη, νά ἀγνοήσωμε ἐκεῖνες πού τίς δέχονταν μικρά μόνο τμήματα τῆς κοινότητας. Ἄν μιά θρησκεία πρόκειται νά κάμη διωγμούς, θά πρέπει νά ἐξουσιάζη τήν πλειονότητα σ’ ἕνα κράτος. Οἱ Κουάκεροι ἤ οἱ Ἑνωτικοί ποτέ δέν μπόρεσαν νά κάμουν διωγμούς. Οὔτε (κι ἄν το ἐπιθυμοῦσαν) μποροῦσαν οἱ Πλατωνικοί, οἱ Περιπατητικοί ἤ οἱ Στωϊκοί. Δέν ἐνδιαφερόμαστε λοιπόν ἐδῶ γιά τίς θρησκεῖες ἤ τίς φιλοσοφίες ἀπόλυτα. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ κρατική θρησκεία, πού δίδαξε τούς Ἀθηναίους νά νιώθουν τό σεβασμό σάν παιδιά, πού διαπέρασε τήν ἐθνική λογοτεχνία, πού στεφάνωνε τίς ὑψηλές τοποθεσίες τῆς πόλης μέ τούς ναούς της, πού καθιέρωνε τήν εἰρήνη καί τόν πόλεμο καί καθετί τό ἐπίσημο καί τελετουργικό στή ζωή τοῦ πολίτη, πού μέ τή στενή της συνάφεια μ’ αὐτά τά πράγματα ἀπόκτησε ἐκεῖνο τό στήριγμα ἀπό αἴσθημα σάν ἔνστικτο, ἰσχυρότερο ἀπό ὅποια ἠθική ἤ διανοητική κύρωση. Ὁ Ὀρφισμός δέν ἱκανοποιεῖ αὐτούς τούς ὅρους· οὔτε οἱ χθόνιες θεότητες. Ἡ θρησκεία πού γυρεύομε εἶναι ἡ λατρεία τῶν Ὀλύμπιων.
 
Τελευταία οἱ Ὀλύμπιοι ἔπεσαν σέ ἄδικη ἀνυποληψία, γιατί μᾶς ξαφνιάζει τό γεγονός ὅτι πολίτης σάν τόν Αἰσχύλο, μποροῦσε ἀκόμη νά λατρεύη τόσο ἀλλόκοτες θεότητες. Ἀλλά ἡ δική μας ἔκπληξη δέν ἀποδείχνει τίποτε. Οἱ θρησκευτικές δοξασίες τῶν ἐθνῶν πάντα ἀπογοητεύουν ἐκείνους πού ἐφαρμόζουν σ’ αὐτές τά κριτήρια τῆς ἀπόλυτης λογικότητας. Μπορεῖ κανείς νά τίς κρίνη μόνο ἄν ἐξέταση τί τά μέλη τοῦ ἔθνους λέγουν καί κάνουν. Σέ κάθε ἐποχή συνυπάρχουν διαφορετικές βαθμίδες πίστης. Προτάσεις πού δέ θά μποροῦσαν νά κυριαρχήσουν στή συγκατάθεση τοῦ νοϋ, ὑποστηρίζονται ἀκόμη ἀπό τό αἴσθημα καί τή συνήθεια. Οἱ πεθαμένες δοξασίες, ὅπως οἱ πεθαμένοι ἄνθρωποι, ποτέ δέν πεθαίνουν, ἀλλά κατά ἕνα νόμο τῆς κληρονομικότητας φοιτοῦν στό αἷμα τῶν ὑστερώτερων γενιῶν. Ἔτσι ἔγινε καί στήν Ἀθήνα. Ὁ ἴδιος ὁ Πίνδαρος πού σέβεται τούς θεούς καί ἀπορρίπτει ἕνα μύθο ἀνθρωποφαγίας τῶν θεῶν, παριστάνει τόν Ἀπόλλωνα ὑποκριτή καί δελεαστῆ[12]. Ὁ Αἰσχύλος, πού σέβεται τούς θεούς καί δημιούργησε γιά τόν ἑαυτό του ἕνα τόσο ἔξοχο θεϊσμό, μιλᾶ σέ μερικά ἀποσπάσματα γιά τό θεό ὡς δόλιο, καί σκληρό[13]. Ὁ Σοφοκλῆς, πού ἔγραψε τό μεγαλόπρεπο ὕμνο στούς αἰώνιους νόμους, ὀνομάζει ἕνα μέλος[14] τοῦ Πανθέου «θεόν πού οἱ θεοί τόν ἀτιμάζουν», καί καλεΐ τούς συντρόφους του θεούς νά τόν ἐξαφανίσουν. Τέτοιες ἀνακολουθίες δέ θά μᾶς ἐκπλήξουν, ἄν θυμόμαστε πώς ἄνθρωποι μέ τήν Καινή Διαθήκη στά χέρια τους, ἐπέτρεψαν στόν ἑαυτό τους νά ἐμπνέεται ἀπό βαρβαρότητες τῆς Παλαιᾶς. Ὁπωσδήποτε, τό γεγονός παραμένει. Τά ὀνόματα τῶν Ὀλυμπίων γεμίζουν τίς σελίδες τῆς Ἑλληνικῆς τραγωδίας. Αὐτοί, καί ὄχι κάποια χθόνια λατρεία διεγείρει τίς ἐπιθέσεις τοῦ Εὐριπίδη. Ὁ Πλάτων, ὅταν θέλη νά σχεδιάση μιάν ἰδεώδη ἀγωγή, πρίν ἀπό κάθε ἄλλο καταπιάνεται μέ τούς ἀποτελεσματικοΰς γιά τήν ἠθικότητα τῶν νέων κινδύνους πού κατά τή γνώμη του περιέχει ἡ Θεολογία τῶν Ὀλυμπίων. Τέλος, οἱ Ὀλύμπιοι θεοί ἐξακολουθοῦν νά λατρεύωνται στήν Ἑλλάδα ὅσον καιρό ἐπιζῆ ἡ εἴδωλολατρεία, καί οἱ ἀδυναμίες των παραμένουν ἀποτελεσματικά ὅπλα στά χέρια τῶν σκεπτικῶν, πού εἶναι μέσα στή μάντρα, ὅπως ὁ Λουκιανός, καί τῶν ἐχθρῶν, ἔξω ἄπ’ αὐτήν, ὅπως ὁ Αὐγουστίνος.
 
Καί τώρα, γιά νά γυρίσωμε στό κύριο ζήτημά μας. Γιατί αὐτή ἡ θρησκεία ἄφηνε τόσο ἐλεύθερη τή σκέψη;
 
Πρῶτα πρῶτα ἦταν ἀνθρωπομορφική, καί οἱ ἀνθρωπομορφικές θρησκεῖες εἶναι οὐσιαστικά εὔπλαστες. Ἐπιδέχονται κριτικόν ἔλεγχο καί ἀνάπλαση. Σχεδόν τά προσκαλοῦν. Μιά ματιά στούς Ἑλληνικούς θεούς θά μᾶς δείξη γιατί. Ὁ Ὅμηρος καί ὁ Ἡσίοδος, λέγει ὁ Ξενοφάνης, «ἀπέδωσαν στούς θεούς τά ἐλαττώματα τῶν ἄνθρωπων[15]. Ἔκαμαν τούς θεούς κατά τή δική τους εἰκόνα, μέ τήν ὁμοιότητα πού ἔχει μιά εἰκόνα τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου. Sua cuique deus fit cupido. «Τό φοβερό του πάθος γίνεται στόν καθένα θεός του». Μάλιστα, καί ὄχι μόνο τά πάθη, ἀλλά κάθε ὁρμή, κάθε βλέψη, κάθε εὔθυμη διάθεση, κάθε ἀρετή, κάθε οἶστρος. Σέ καθεμιά ἀπό τίς ἐνέργειες του ὁ Ἕλληνας εὔρισκε κάτι τό θαυμαστό, καί τό ὀνόμαζε Θεό: ἡ ἕστια στήν ὁποία ζεσταινόταν καί ἔψηνε τό φαγητό του, ὁ δρόμος στόν ὁποῖο ἦταν τό σπίτι του, τό ἄλογο πού ἵππευε, τά ζῶα πού ἔβοσκε, ἡ γυναίκα πού παντρεύτηκε, τό παιδί πού τοῦ γεννήθηκε, ὁ λοιμός ἀπό τόν ὁποῖο πέθανε ἤ ἀπό τόν ὁποῖον ἀνέλαβε, τό καθένα γεννοῦσε μιά ἰσότητα, καί τήν ἔβαζε νά κυβερνᾶ τό καθένα. Τό ἴδιο καί μέ ἰδιότητες καί δυνάμεις πιό ἀφηρημένες. Ἡ Βία, ὁ Φόβος, ἡ Στάση, ἡ Διασκέδαση, ἡ Μέθη, ἡ Δημοκρατία, ἡ Μανία, ὁ Φθόνος, τό Ὄργιο, ἡ Πειθώ, ὁ Ὕπνος, ἡ Πείνα, εἶναι προσωποποιημένα καί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις λατρεύονται. Κάθε πράγμα ἔχει τή λατρεία του, ἀκόμη καί ὁ «ἄγνωστος θεός». (Γι’ αὐτό, ἀποβλέποντας στή θρησκεία του, εἶναι δυνατό νά φανταστοῦμε τόν Ἕλληνα θαῦμα ἀρετῆς ἤ κακίας). Ἐπιθυμοῦσε νά μεθύση ὁ Ἕλληνας, καί νά ὁ Διόνυσος ἦταν προστάτης του· ἄν ἐπιθυμοῦσε τή διαφθορά, στρεφόταν στήν «Πάνδημον Ἀφροδίτην». Ἦταν κλέφτης, μποροῦσε νά βασίζεται στή βοήθεια τοῦ Ἑρμῆ· εἶχε πάθος γιά τήν ἀγνεία, νά ἡ λατρεία τῆς Ἀρτέμιδας. Θεοί ἄρκετοι· ἀλλά δέν εἶναι ἀρχικά, πρωτότυπα ὄντα μέ ἀνεξάρτητες δυνάμεις. Εἶναι οἱ σκιές τοῦ ἀνθρώπου, πού τίς ἔφτιασε, τίς ἐκάλεσε στήν ὕπαρξη γιά νά προστατεύουν τίς πράξεις τοῦ δημιουργοῦ τους, νά προφέρουν τίς λέξεις πού αὐτός ἔβαλε στό στόμα τους, νά χαμογελοῦν, νά προστάζουν τά λάθη καί τίς ἀρετές του μέ καλοκάγαθη καί ἀκλόνητη εὐγένεια[16].
 
Αὐτο εἶναι ἀρκετό γιά νά ἐξηγήσωμε γιατί δέν ὑπῆρχε θρησκευτική τυραννία στήν Ἑλλάδα. Θεοί τέτοιου εἴδους δέν ἔμοιαζαν νά ἔχουν δραστική ἐπίδραση στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἡ καταγωγή τους καί ὁ χαρακτήρας τους ἐξασθενοῦσε, χωρίς πραγματικά καί νά ἀφανίζεται ἡ δύναμή τους ἐπάνω στούς πιστούς τους. Στό κάτω κάτω ἦταν μόνο ἔργο τῶν χειρῶν τῶν ἀνθρώπων, καί οἱ ἄνθρωποι ἀπό ἔνστικτο ἀπόκτησαν ἐλευθερίες μέ τά δημιουργήματά τους. Ὁ Ἀριστοφάνης, πού ἦταν ὑποστηρικτής τῆς καθιερωμένης θρησκείας, παρουσιάζει τό Διόνυσο ἀπάνω στή σκηνή μπροστά στή συνέλευση τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κοινοῦ μέ τόν ἀνάμικτο χαραχτήρα ἑνός καυχησιάρη, ἑνός ἄναντρου καί ἑνός γελωτοποιοῦ[17] καί ἦταν ὁ Διόνυσος, ὅπως ἡ Harrison τονίζει, ὁ θεός μιᾶς γνήσια πνευματικῆς λατρείας. Ὁ Ἀριστοφάνης φέρνεται καί στό Δία μέ ἴση ἀνευλάβεια· τόν συσχετίζει σ’ ἕνα μέρος μέ μιάν ἀφόρητα βλάσφημη θεωρία γιά τή βροχή, σ’ ἄλλο πάλι συζητεῖ μέ θαυμαστή σοβαρότητα, ὅτι εἶναι βέβαιο, πώς ὁ Ἡρακλῆς θά ἀποκληρωθῆ, γιατί εἶναι νόθος γιός τοῦ Βασιλιᾶ τοῦ Οὐρανοῦ[18]. Τό ἴδιο καί μέ συγγραφεῖς λιγότερο ἀπρόσεκτους ἀπό τόν Ἀριστοφάνη, καί σέ βήματα μέ λιγότερο ἐλαφρή καρδιά ἀπό τό βῆμα τῆς Κωμωδίας. Λέγεται γιά τόν Ἀγησιπολη ὅτι «ἀφοῦ συμβουλεύτηκε τό μαντεῖο τῆς Ὀλυμπίας, πῆγε νά ρωτήση καί τό θεό τῶν Δελφῶν, ἄν εἶχε τήν ἴδια γνώμη μέ τόν πατέρα του, μέ τήν ἰδέα ὅτι θά ἦταν αἰσχρό νά πῆ τά ἀντίθετα»[19]. Καί ὁ Θέογνις παρατηρώντας τίς ἀνισότητες τῆς θεϊκῆς δικαιοσύνης ἔτσι προσφωνεῖ τό Δία, «Ζεῦ φίλε, θαυμάζω σέ»[20]. Εἶναι ὁ τόνος μέ τόν ὁποῖο θά μποροῦσε ἕνα παιδί νά μιλήση στό μεγαλύτερο ἄδερφο του - ὁ Πίνδαρος εἶχε τή σκέψη ὅτι οἱ θεοί ἦταν ἀδερφοί μας - καί ὑποβάλλει τή σκέψη ὅτι σέ περιπτώσεις ὅπου ὁ οὐρανός εἶπε κάτι καί ὁ λαός ἐπιθυμοῦσε ἄλλο, οἱ θεοί τῶν 'Ἑλλήνων θά ἔκλιναν πρός τήν κοινή γνώμη.
 
Αὐτό ἦταν τό πρόστιμο πού οἱ Ἕλληνες πλήρωναν, γιατί ἔβλεπαν τή θεότητα μέ πολλές μορφές. Κέρδισαν σέ πλάτος, ἄλλα ἔχασαν σέ ἔνταση. ¨Ο θεός τους ἦταν πάντα πάρα πολύ δημιούργημα τῶν πιστῶν του καί δέν μποροῦσε νά γίνη ἀπόλυτος. Ἦταν ἕνας συνταγματικός μονάρχης, πού οἱ ὑπήκοοί του δέν ξεχνοῦσαν ποτέ ἐντελῶς ὅτι αὐτοί τόν ἔβαλαν στό θρόνο του. Βασιλιάς τους στή θεωρία, στήν πράξη ἦταν ὁ ἀντιπρόσωπός τους, ὑποχρεωμένος νά ἐκπληρώνη τίς ἐπιθυμίες τους. Καί ἀνάμέσα σ’ αὐτές ἦταν ἡ ἐπιθυμία νά εἶναι ἐλεύθεροι.
 
Αὐτό εἶναι ἡ μιά ἐπίδραση πού ἔκαμε τό ἔργο τῆς Ἑλληνικῆς θρησκείας χαλαρό. Μιά δεύτερη εἶναι συγγενική μ’ αὐτήν. Δέν ὑπῆρχε Ἑλληνική Βίβλος.
 
Αὐτό εὐνοεῖ τήν ἐλευθερία στήν πρώτη ἀρχή. Μιά Βίβλος ἔχει ἄπειρα πλεονεκτήματα γιά ἐκείνους πού μποροῦν νά τή χρησιμοποιοῦν, ἀλλά γιά τόν κόσμο γενικά ἔχει τούς κινδύνους της. Σκεφτῆτε πόσο εὔκολα ὁ γραπτός λόγος, ἑρμηνευμένος ἀπό τήν αὐστηρότητα τῆς ἀμάθειας, μπορεῖ σφιχτά νά περιορίση τήν ἀλήθεια. Ὁ Ψαλμωδός εἶπεν ὅτι ὁ ἥλιος «περιτρέχει τόν οὐρανό ἀπό τό ἕνα ἄκρο στό ἄλλο» καί ὅτι «τά θεμέλια του σφαιρικοῦ κόσμου εἶναι τόσο καλά στερεωμένα πού δέν μποροῦν νά μετακινηθοῦν». Πῶς τότε μπόρεσε ὁ Γαλιλαῖος νά ὑποστήριξη ὅτι ἡ γῆ κινεῖται γύρω ἀπό τόν ἥλιο; Νά, ἐδῶ ὁλόκληρη ἡ ἐγγύηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιά τό ἀντίθετο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς εἶπεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι καμωμένοι νά ζοῦν «ἐπί τοῦ προσώπου τῆς γῆς». Ἕπεται λοιπόν ὅτι δέ ζοῦν σέ περισσότερα ἀπό ἕνα πρόσωπα τῆς γής ἤ «ἐπί τῶν νώτων τῆς γῆς». Μέ τέτοιο χωρίο μπροστά στά μάτια του, ἕνας χριστιανός δέν ἤθελε οὔτε νά μιλήση γιά τούς Ἀντίποδες[21]. Ἔτσι οἱ θεολόγοι τοῦ Μεσαίωνα συζητοῦσαν, χρησιμοποιώντας τή Βίβλο ὄχι γιά νά τή ζωντανέψουν, ἀλλά γιά νά τήν ἀπολιθώσουν. Καί μέ ἀμέτρητους τρόπους λιγότερο σοβαρούς ἀπό αὐτούς, τυχαῖες παρατηρήσεις πού παρανοήθηκαν, ὠμές ἀντιλήψεις πρωτόγονης ἐποχῆς, ἠθικές ἐντολές γιά πρωτόγονο λαό, ὅλα αὐτά περιβλήθηκαν μέ θεϊκό κύρος καί σφυρηλάτησαν μ’ αὐτά ἁλυσίδες γιά την ἐλευθερία τῆς σκέψης, μόνο καί μόνο γιατί βρέθηκαν μέσα στό Ἱερό Βιβλίο.
 
Ἀπό τέτοιους κινδύνους οἱ Ἕλληνες ἦταν ἐλεύθεροι. Δέν εἶχαν Βίβλο.Ὀνομάζομε συχνά τόν Ὅμηρο ἑλληνική Βίβλο.Ἀλλά ἡ φράση εἶναι παραπλανητική, γιατί ὁ Ὅμηρος, δέν εἶχε τό ἀμετάκλητο κύρος τοῦ Νόμου, πού μιά φορά προχειρίστηκε καί δεσμεύει γιά πάντα, ἀλλά τή λεπτή ἐπίδραση ἑνός βιβλίου, πού βρίσκεται στά χέρια τοῦ καθενός. Οἱ Δελφικοί χρησμοί πλησιάζουν πολύ τόν Ἑβραϊκό Νόμο, γιατί ἦταν ἄμεσες ἔντολες τοῦ Ἀπόλλωνα. Ἀλλά δέν ἔγιναν ποτέ μηχανές τυραννίας, γιατί τούς ἔδιναν γιά ν’ ἀντιμετωπίσουν εἰδικές περιστάσεις, καί ἦταν αὐστηρά προσωρινές στίς ἐφαρμογές τους. Ἡ Ὀρφική λατρεία εἶχε, ἀλήθεια, ἱερά βιβλία. Ἀλλά γιά τούς μεγάλους θεούς τοῦ Ὀλυμπου δέν ὑπῆρχε Βιβλίο ἤ γιά ὁποιαδήποτε ἀπό τίς θεότητες, πού λάτρευαν στήν Ἑλλάδα. Γιά τόν Ἀπόλλωνα καί τό Δία κυκλοφοροῦσαν πολλές παραδόσεις, κανείς ὅμως δέν ἔνοχλήθηκε νά τίς ἐναρμονίση, καί οἱ πιστοί τους, χωρίς νά ἐπιμένουν σέ ἀκριβολογημένο ὁρισμό, ἦταν εὐχαριστημένοι ἀπό μιά γενική «εὐσέβεια». Γί αὐτό λοιπόν ὁ Πλάτων μποροῦσε νά ἐπίνοήση μιάν ἀφήγηση τῆς Δημιουργίας γιά νά ὑποστηρίξη ἕνα ἰδιαίτερο πολίτευμα, γιατί, ὅπως λέγει, «δέν ξέρομε τήν ἀλήθεια για τά παλιά»[22]. Τά λόγια του φέρνουν πάλι στο νοῦ μᾶς πόσο διαφορετική ἦταν ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἑβραίου μέ τό βιβλίο τοῦ τῆς «Γενέσεως» καί τήν ἀκριβολογημένη ἀφήγησή του γιά τήν ἀρχή τοῦ κόσμου. Καί γενικά τό ἴδιο· ἡ σκέψη στήν Ἑλλάδα μποροῦσε νά δουλέψη ἀνεμπόδιστη, γιατί δέν ὑπῆρχεν ἐκεῖ ὁρισμένος γνώμωνας μέ τόν ὁποῖο νά τήν ἀναχαιτίζουν.
 
Ἀπό δῶ προέρχεται μιά στάση ἀπέναντι ταῆς θρησκείας πολύ ἀνόμοια πρός τή στάση τῶν Ἑβραίων. Ὁ Ἑβραῖος δέχεται τό θεό, πού τοΰ ἀποκαλύφτηκε: ὁ Ἕλληνας μεταβάλλει μέ τή σκέψη του τούς θεούς του. Ἄν ὁ Ἑβραῖος βρισκόταν σέ ἀμφιβολία, τοῦ ἦταν εὔκολο νά πάρη ἀπόφαση. Ὁ Θεός του εἶχε ἐκδώσει διαταγές· δέν ἦταν γραμμένες μέσα στά βιβλία τοῦ Μωϋσῆ; Ἀλλά ὁ Ἕλληνας δέν εἶχε νά ἐπικαλεστῆ τέτοιες αὐθεντίες. Ἔπρεπε πίσω πάλι νά ριχτῆ στό δικό του τό λόγο, στή δική του τήν αἴσθηση γιά τό δίκαιο καί τό ἀληθινό. Αὐτό ἦταν τό ἐργαστήρι μέσα στό ὁποῖο σφυρηλατοῦσε τίς πεποιθήσεις του. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς βλέπομε τόν Πλάτωνα νά προβαίνη σέ κάθαρση τῶν ἀφηγήσεων γιά τά οὐράνια, νά τούς δίνη νέα τροπή καί νέες ἑρμηνεῖες, νά φτιάνη καί νά χαλᾶ τή θεολογία κατά τήν κρίση του. Ἄν κάτι στήν παραδομένη θεολογία πρόσβάλλη τό ἠθικό του αἴσθημα, τό ἀπορρίπτει φανερά[23]. Τό ἴδιο καί μέ συγγραφεῖς λιγότερο ὀρθολογιστικούς ἀπό τόν Πλάτωνα. Ὁ Πίνδαρος ἦταν ὀρθόδοξος καί συντηρητικός. Μολαταῦτα, ὅταν διασταυρώθηκε μέ μιάν ἀηδιαστική παράδοση γιά τούς θεούς, τήν ἀρνήθηκε ἀπόλυτα:
 
«Ἐμοί δ’ ἄπορα γαστρίμαργον
μακάρων τιν’ εἰπεῖν· ἀφίσταμαι»[24]
 
Δέν ἔχει τίποτε νά πῆ γιά μύθο ποῦ ἀναστατώνει τό ἠθικό του αἴσθημα. Ἄς ἔχη ὅλη τήν παράδοση μέ τό μέρος του, πρέπει νά εἶναι ψεύτικος: ὁ Πίνδαρος ἐμπιστεύεται στά δικά του ἔνστικτα καί τόν ἀπορρίπτει. Μιά τέτοια στάση μπορεῖ νά ἔχη τό ἀντίστοιχό της στήν Ἑβραϊκή λογοτεχνία, ἀλλά ἐκεῖ δέν εἶναι κοινή. Συνολικά ὁ Ἑβραῖος ὑποτασσόταν στήν παράδοση, ενώ ο Έλληνας είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στο λόγο του.
 
Ας πάρωμε ένα περίφημο παράδειγμα. Η Ελληνική κι η Εβραϊκή λογοτεχνία περιέ­χουν η καθεμιά τους την ιστορία ενός δίκαιου ανθρώπου που ο ουρανός του έστειλε μια άδι κη δυστυχία. Ο Ιώβ «...ἄνθρωπος... ἀληθινός, ἄμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, ἀπεχόμενος παντός πονηροῦ πράγματος», έχασε τα αγαθά του, την οικογένεια του, και την υγεία τα από αιφνίδιο βούλευμα του ουρανού. Ο Προμηθέας, ο μεγάλος Τιτάνας, που είδε το ανθρώ­πινο γένος να εξολοθρεύεται παραμελημένο, το λυπήθηκε, δε φοβήθηκε τη θεϊκή οργή, έδωσε το πυρ στους ανθρώπους, και για τιμωρία του ο Δίας τον κάρφωσε σ’ ένα απότομο κρημνό, επάνω στον Καύκασο. Οι δύο «πάσχοντες» είναι σε πολύ ίδια κατάσταση: ο Προμηθέας υποφέρει, γιατί ακολούθησε τις υπαγορεύσεις της ευσπλαχνίας· ο Ιώβ υποφέρει παρά την καθαρότητα της ζωής του. Αν ένας από τους δύο άξιζε τη μοίρα του, αυτός ήταν ο Προμηθέας. Η καθεμιά ιστορία ακολουθεί την ίδια πορεία. Και οι δύο άνθρωποι θρηνούν για τα βάσανά τους και διακηρύττουν την αθωότητα τους. Φίλοι τους επισκέπτονται και τους συμβουλεύουν υποταγή στη θέληση του ουρανού. Ο Προμηθέας απαντά, ότι η προσβολή που έκαμε ήταν εσκεμμένη και ότι ποτέ δε θα υποχωρήση στο Δία· ο Ιώβ επιμένει ότι κανένα κα­κό δεν έκαμε. Ως εδώ οι ιστορίες συμπίπτουν. Αλλά παρατηρήστε πόσο διαφορετική είναι η ηθική που ο Έλληνας και ο Εβραίος συγγραφέας συνάγουν αντίστοιχα από τις δυστυχίες αυτών των δύο. Μέσα από την έρημο βγαίνει «λαίλαψ και νέφη» και μια φωνή ακούγεται που μιλά στον Ιώβ πείθοντας τον, όπως παράξενα λέγει η επικεφαλίδα του κεφαλαίου, ότι είνα αμαθής και ηλίθιος. Τι είναι αυτός με όλη τη γνώση του, που θα ήθελε να ελέγχη τα συ­στήματα του Κυρίου; Πού ήσουν, του λέγει, «ἐν τῷ θεμελιοῦν με τήν γῆν;». Μπορεί ο Ιώβ να κάμη χιόνι ή πάγο ή βροχή; μπορεί να οδηγή και να διατάζη τους αστερισμούς; Τι ξέρει για τον Παντοδύναμο και «τάς ὁδούς» του; Και ο Ιώβ με ήρεμη ευπείθια δέχεται την απόφαση του Θεού. «Το βλέπω, είμαι μηδαμινός... ξεστόμισα πράγματα που δεν καταλάβαινα… πράγματα πολύ θαυμαστά για μένα, που δεν τα ήξερα. Γι αυτό σιχαίνομαι τον εαυτό μου, και μετανοώ μέσα στη σκόνη και στη σποδό». Παρατηρήστε ότι ο Θεός δεν έδικαιολόγησε την ποινή του Ιώβ, ούτε ο Ιώβ δέχτηκε ότι έπεσε σε σφάλμα. Μόνο που ανακάλεσε τα λόγια του και ταπείνωσε τον εαυτό του. Τα δεινοπαθήματά του παραμένουν μυστήρια ανεξήγητα Αλλά ποιος είναι αυτός που θα έλεγχε «τάς ὁδούς τοῦ Κυρίου»;      
                        
Αυτή η λύση, μπορούμε με ασφάλεια να μαντέψωμε, θα ήταν ακατανόητη για τον Έλληνα - ο Αισχύλος δεν την αποδέχεται. «Ο Θεός πείθει τον Ιώβ πως βρίσκεται σε αμάθεια και βλακεία»: δεν υπάρχει ίχνος για τέτοια κατάληξη στην περίπτωση του Προμηθέα. Όταν ο Δίας προστάζη και απειλή, ο Προμηθέας ανταπαντά με υβριστική πρόκληση: κάνει ό,τι δε θα κάμη ποτέ ο Ιώβ: καταριέται το Θεό. Και τον καταριέται, χωρίς να τιμωρηθή ή να πάθη τίποτε περισσότερο. Ανόμοια προς τον Εβραίο ο Αισχύλος κλείνει την ιστορία του, όχι με θε­τική δικαίωση. Ο χρόνος και η Ειμαρμένη φέρνουν τον Ηρακλή, ο οποίος σκοτώνει το βα­σανιστικό γύπα: ο Δίας πείθεται να σπάση τις αλυσίδες του Προμηθέα, και για αντάλλαγμα μαθαίνει ένα μυστικό κίνδυνο που απειλεί το θρόνο του. Αλλά ο Τιτάνας δεν ταπεινώνεται, ούτε ο Θεός εξυψώνεται: μια συμφωνία χαράζεται ανάμεσα στους δυο και καταλήγουν σε όρους[25]. Από τον πρώτο ως τον τελευταίο στίχο ποτέ δεν έρχεται στο νου του Αισχύλου ότι μπορεί ο Προμηθέας να έχει στενή αντίληψη για τη δικαιοσύνη, και ότι, όταν οι λογαριασμοί θα ανακεφαλαιώνονταν, θα μπορούσε ο Δίας να βγάλη το συμπέρασμα ότι στο κάτω κάτω είχε δίκιο. Χωρίς υποψία ότι θα μπορούσε να υποπέση σε λάθος, ο Αισχύλος προσάγει το Θεό και τον Τιτάνα μπροστά στη δικαστική έδρα του ανθρώπινου λόγου. Κρίνει και τους δύο σ’ αυτό το δικαστήριο χωρίς ευνοϊκή προκατάληψη για κανέναν από τους δύο, και όταν ο Θε­ός φαίνεται άδικος, τον καταδικάζει αδίστακτα[26].
 
Πόσο διαφορετικός σε όλα αυτά από τις θεότητες του Ελληνισμού είναι ο Ιεχωβά! Πόσο διαφορετική θέση κατέχει στη ζωή του λαού Του! Είναι ζηλότυπος και αυθαίρετος Θε­ός: δεσπόζει τους πιστούς του και τους κάνει νάνους. Ο Ιεχωβά υπάρχει πριν από την ύπαρ­ξη του λαού Του, τον γνωρίζουν μόνο από την αποκάλυψη που έκαμε του Εαυτού του, και βρί­σκονται μέσα στη χούφτα του χεριού Του. Ο Έλληνας λέγει για τον Απόλλωνα και το Δία: υπάρχουν ο Ιεχωβά λέγει στο λαό Του: ΥΠΑΡΧΩ· οι Εβραίοι συγγραφείς δείχνουν αυτό-υποταγή και αυτό-ταπείνωση σ’ Αυτόν, καθόλου Ελληνική. Τους βασάνιζε η αίσθηση Του. Αυτός εμπνέει ό,τι υπάρχει μεγάλο και αξιομνημόνευτο στα γραφόμενά τους. Υπάρχουν τριάντα εννέα βιβλία στην Παλαιά Διαθήκη. Εκτός από ένα, όλα ασχολούνται συνεχώς με τις σχέ­σεις του Θεού με τον άνθρωπο· δέκα εννιά - το Βιβλίο του Ιώβ, οι Ψαλμοί, τα βιβλία των Προ­φητών - δεν έχουν άλλο θέμα. Δε συμβαίνει το ίδιο με την Ελληνική λογοτεχνία. Δε βρίσκε­ται από πίσω της, σαν αμετάβλητο βάθος, πάλη ανάμεσα στη θέληση του ανθρώπου και στη θέληση του Θεού. Δεν έχει επανειλημμένες διαμαρτυρίες εναντίον ενός αποστάτη λαού, που τ’ αυτιά του είναι συνεχώς βουλωμένα και χοντρές οι καρδιές του. Κι αυτό δεν οφείλε­ται σε καμιά εξαιρετική αγάπη της δικαιοσύνης από τους Έλληνες. Είναι προπάντων, γιατί η θρησκεία δεν ήταν το ίδιο πράγμα για τον Όμηρο ή τον Αισχύλο και για το Μωϋσή ή τον Ησαΐα. Στο σχέδιο τους για τον κόσμο ο Θεός δεν ήταν το παν. Ήταν ένα μέρος της ζωής τους, σημαντικό μέρος, αλλά όχι περισσότερο. Υπήρχε για να προσφέρη την προστασία Του στις απασχολήσεις τους και τα συμφέροντα τους, αλλά όχι να τους διευθύνη, να δεσπόζη, να τους καταπονή. Αυτό συμβαίνει ακόμη και στους πιο «θρήσκους» Έλληνες. Όταν ο Πλά­των οικοδομή την ιδανική πολιτεία του, η πρώτη λέξη στις σελίδες του δεν είναι ο Θεός, η πρώτη σκέψη του συγγραφέα δεν είναι πώς θα ευχαρίστηση το Θεό. Πολύ αργότερα μέσα στην πραγματεία του φτάνομε σε τέτοιες απόψεις. Διαβάστε την Πολιτεία του Πλάτωνα ύστερα από ένα από τα βιβλία των προφητών και η διαφορετική διάθεση είναι φανερή.
 
Οἱ δύο πόλεις Ἀθήνα και Ἱερουσαλήμ ἀντανακλούν καλά τον ἀντίστοιχο χαρακτήρα ταῆς θρησκείας τους. Ἔνδοξοι εἶναι οἱ ναοί πού στέφουν την Ἀκρόπολη και καθαγιάζουν τη ζωή ού σάλευε κάτω ἀπ’αὐτήν. Άλλά βρίσκονται ἐκεῖ μόνο σά στοιχεῖα ἁρμονικοῦ συνόλου, σά μιά ὀμορφιά ἀνάμεσα σέ πολλές ἄλλες. Ἡ θέα ἀπό τό Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν ὑποβάλλει πολύ διαφορετικές σκέψεις. Μέσα ἀπό τήν κοιλάδα ἐπάνω στούς λόφους της κεῖται ἡ Ἱερουσαλήμ, συγκεχυμένη μάζα ἀπό θόλους καί πύργους καί ἐπίπεδες στέγες, ὅλα τόσο σφιχτά συσσωρευμένα πού τό μάτι δέ βλέπει ἴχνος ἀπό ἀνοιχτούς χώρους ἤ ἀπό δρόμους πού νά τά διασχίζουν. Γιά μιά στιγμή φαίνεται σά μιά ἀπό τίς λιγότερο ἑλκυστικές πόλεις τῆς Ἀνατολῆς, σάν πολιτεία ἀπό τρῶγλες καμωμένες γιά ἕνα λαό χωρίς φαντασία, ἤ ἰδανικό ἤ αἴσθηση τοῦ ὡραίου. Ἔτσι φαίνεται, ἤ θά φαινόταν ἐκτός ἀπό ὁρισμένους ἀνοικτούς χώρους, ἀκριβῶς μέσα, ἀπό τό τεῖχος τῆς πόλης καί πρίν ἀρχίσουν τά σπίτια: πελώρια προαύλια μέ θολωτά οἰκοδομήματα καί λίγα κυπαρίσσια πού ὑψώνονταν ἀπό τό πεζοδρόμι τους. Εἶναι τά μόνα μεγάλα πράματα πού βλέπει τό μάτι· ἡ Ἱερουσαλήμ δίπλα τους γίνεται νάνος· καί τά πελώρια τεμένη πιό μέσα ἀπό τά προαύλια φαίνονται χαμένα μέσα στό χῶρο τους. Τά τεμένη εἶναι οἱ αὐλές τοῦ Ναοῦ. Τοῦτο ἐδῶ εῖναι τό μέρος πού ὁ Ἑβραῖος, ἐνῶ κρατοῦσε τήν πόλη του ἄθλια καί ἄχαρη, ἀφιέρωσε στή λατρεία τοΰ Ἰεχωβᾶ· ἐδῶ εῖναι οἱ αὐλές τοῦ Οἴκου τοῦ Θεοῦ του.
 
Εἶναι δύσκολο νά μιλᾶ κανείς μ’ αὐτό τόν τρόπο, χωρίς νά δίνη τήν ἐντύπωση ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦταν ἄθρησκοι. Φυσικά, ὡς σύνολο ἦταν ἐντελῶς τό ἀντίθετο· μαρτυρεῖ ἡ κατάπληξή τους γιά τόν ἀκρωτηριασμό τῶν Ἑρμῶν. Ἀλλά ἦταν θρῆσκοι μέ τόν τρόπο πού τό σημερινό κοινό τακτικό ἐκκλησίασμα εἶναι θρῆσκο. Δέ θά ἔφταναν ἴσως ὡς τό σημεῖο νά συμφωνήσουν μέ τό μακαρίτη αἰδεσιμότατο Mark Pattison ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι καλός ὑπηρέτης ἄλλα κακός κύριος[27]· ἄλλα νά, ὑπῆρχαν πολλά ἄλλα ἐνδιαφέροντα στή ζωή τους ἐκτός ἀπό τό Θεό. Κανείς τους δέν ἦταν θρῆσκος μέ τό νόημα ποῦ ἔδιναν στή λέξη ὁ Αὐγουστίνος, ἤ ὁ Πασκάλ ἤ ὁ Νιούμαν ἤ ὁ Τολστόϊ. Εἶναι δύσκολο νά βροῦμε στήν Ἑλληνική λογοτεχνία παράλληλα χωρία σάν τό ἀκόλουθο: «Ὑπάρχουν δύο Θεοί. Εἶναι ὁ Θεός πού πιστεύει ὁ λαός γενικά - ἕνας Θεός πού ἔχει ἔργο του νά τούς ὑπηρετῆ (κάποτε μέ πολύ λεπτό τρόπο, ἴσως μέ τό νά δίνη ἁπλῶς εἰρήνη στό πνεῦμα τους). Αὐτός ὁ Θεός δέν ὑπάρχει. Ἀλλά ὁ Θεός πού ὁ λαός ξεχνά - ὁ Θεός πού ὅλοι ἔχομε νά ὑπηρετοῦμε – αὐτός ὑπάρχει καί εἶναι ἡ πρώτη αἰτία τῆς ὕπαρξής μας καί ὅλων ὅσα βλέπομε»[28]· ἤ, πάλι, σάν τά λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ: «τόσο μωρός ἤμουν καί ἅμαθος, σά νά ἦταν ἕνα ζῶο μπροστά Σου... Ποιόν ἔχω στόν οὐρανό ἄλλον ἀπό Σένα, ἀλλά κι ἐδῶ στή γῆ δέν εἶναι κανείς πού νά τόν ἀποζητῶ συγκρίνοντας τον μέ σένα. Ἡ σάρκα μου καί ἡ καρδιά μου ἔσφαλαν ἀλλά ὁ Θεός εἶναι ἡ δύναμη τῆς καρδιᾶς μου καί ἡ παντοτεινή του δ ό σ ι ς». Ποιός Ἕλληνας σκέφτηκέ ποτέ γιά τή θρησκεία του ὅπως ὁ Πασκάλ σκέπτεται γιά τή μεταστροφή[29]: «Ἡ ἀληθινή μεταστροφή εἶναι νά ἐκμηδενιστῆς μπροστά σ’ αὐτό τό καθολικό ὄν, πού τόσες φορές τό ἔχεις ἐξοργίσει καί πού μπορεεῖ κάθε ὥρα νά σ’ ἔξολοθρέψη ἔννομα· ν’ ἀναγνωρίσης ὅτι τίποτε δέ δύνεσαι χωρίς αὐτόν, καί ὅτι δέν ἔγινες ἄξιος γιά τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τή δυσμένειά του»; Ἤ ὅπως σκέπτεται ὁ Νιούμαν γιά τόν καθολικισμό: «Μιλῶ γι’ αὐτόν μέ τήν ἰδέα ὅτι διδάσκει στήν ἐρειπωμένη φύση τοῦ ἄνθρωπου τήν τέλεια ἀνικανότητά του νά κερδίση τόν οὐρανό μέ τίποτε πού μπορεῖ νά τό κάμη ὁ ἴδιος· τήν ἠθική βεβαιότητα γιά τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς του, ἄν ἀφεθῆ στίς δυνάμεις του· τήν ἀπόλυτη ἀπουσία δικαιωμάτων καί ἀξιώσεων ἀπό τήν πλευρά τοῦ πλάσματος, ὅταν εἶναι παρών ὁ Δημιουργός· τίς ἀπεριόριστες ἀπαιτήσεις τοῦ Δημιουργοῦ γιά τήν ὑπηρεσία τοῦ πλάσματος»[30]; καί ἄλλοι πολλοί.
 
Τά χωρία αὐτά ἀποδίνουν τή γνήσια διάθεση τοῦ Ἠσαΐα καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀλλά ποῦ θά βροῦμε τά ἀντίστοιχά τους στήν Ἑλληνική λογοτεχνία; Ἐκεῖνος πού περισσότερο τά πλησιάζει εἶναι ὁ λόγος τοῦ Πλάτωνα ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε «ἕν τῶν κτημάτων»[31] τῶν Θεῶν ἤ ὁ περίφημος ὕμνος τοΰ Στωικοῦ Κλεάνθη. Θά ἀσχοληθοῦμε μέ τόν Πλάτωνα ἀργότερα. Ὅσο γιά τόν ὕμνο, πρέπει νά ὑπενθυμίσωμέ ὅτι ἡ Στωική φιλοσοφία εἶχε ἀκμάσει τόν τρίτο αἰώνα, ὅτι οἱ ἱδρυτές καί οἱ κύριοι διδάσκαλοί της εἶχαν Ἀσιατική προέλευση καί ὅτι ὁ Θεός τοῦ Κλεάνθη εἶναι ἀπρόσωπη δύναμη. Καί σκέπτομαι ὅτι πολλοί πού διαβάζουν τόν ὕμνο θά καταλάβουν ὅτι, παρά τήν ἐπιφανειακή ὁμοιότητα, τά λόγια του ἄπειρα ἀπέχουν ἀπό τή διανοητική αὐτο-ἀπάρνηση τοϋ Νιούμαν ἤ τό ἔντονο πάθος τοῦ Ψαλμωδοῦ.
 
Ἔχομε λοιπόν τώρα τρεῖς ἐπιδράσεις πού ὑπόθαλψαν τήν Παρρησία στήν Ἀθήνα· τήν ἀπουσία τῆς Βίβλου· ἕνα ἔνστικτο πρός ὀρθολογισμό· καί τή διάθεση πού γέννησε ἡ ἀνθρωπομορψική θρησκεία. Αὐτές μετασχηματίζονται σέ μιάν ἄλλην ἐπίδραση καί μαζί μ’ αὐτήν ἐξηγοῦν γιατί, ἄν κάτι ἐμπόδιζε τόν Ἕλληνα νά βλέπη τή ζωή ὅπως εἶναι, αὐτό δέν εἶναι οἱ θεοί του.
 
Ἄν ἡ θρησκεία ἄφηνε ἐλεύθερούς τους Ἕλληνες, τό ἴδιο ἔκανε καί ἡ πολιτική. Ἄν καί συνδέονταν τόσο στενά ἡ ζωή τοῦ πολίτη καί ἡ ἰδιωτική ζωή, ἄν καί ἀπαιτοῦσε τό Ἑλληνικό Κράτος ἀπό τους πολίτες του τόσο πολύ περισσότερα ἀπό ὅσα τό δικό μας, μολαταῦτα τό ἄτομο δέν ἔγινε ποτέ ἕνα ἀπλό τίποτε σ’ ἕνα φύλλο ἀπογραφῆς, ἀλλά διατήρησε καί διεκδίκησε τήν ἀτομικότητά του.
 
Ὁ πολιτικός ἀτομικισμός εἶναι πλατιά χαραγμένος στή διαδρομή τῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλλάδας. Στίς χειρότερές του στιγμές φαίνεται στήν ἔλλειψη αὐτοελέγχου, στήν ἀνικανότητα νά συνενώση, στήν ἀπρόσεκτη φιλαυτία, ὅλα πράγματα πού ἦταν τόσο δυσαρέστως κοινά. Δέν ἦταν σπάνιο γιά ἕναν ἐξορισμένο πολίτη νά ἑνωθῆ μέ τούς ἐχθρούς τῆς πατρίδας του καί νά προσπαθῆ νά τήν καταστρέψη. Ὀλιγαρχικοί καί δημοκρατικοί πολεμοῦσαν κατά τῶν ἑστιῶν ἀπό τίς ὁποῖες εἶχαν ἐξοριστῆ. Ἕλληνες ἐξόριστοι ὑποδαύλιζαν καί συνόδευαν καί τίς δύο ἐπιδρομές τῶν Περσῶν. Ὁ Ἀλκιβιάδης τή μιά μέρα κυβερνοῦσε ἕναν Ἀθηναϊκό στόλο, τήν ἄλλη ἔδειχνε στή Σπάρτη τίς ἀσθενεῖς θέσεις γιά τήν ἄμυνα τῆς χώρας του. Ὅπως, γιά νά γίνη ἀρεστός, λέγει: «τῇ ἐμαυτοῦ μετά τῶν πολεμιωτάτων, φιλόπολίς ποτε δοκῶν εἶναι, νῦν ἐγκρατῶς ἐπέρχομαι»[32]
 
Ἀλλά ὁ Ἑλληνικός ἀτομικισμός πῆρε καλύτερες μορφές ἀπό αὐτές. Κάποτε ὁ ἀτομικισμός ἔφερε πίσω στά σπίτια τους ἀπό τόν Εὐφράτη δέκα χιλιάδες Ἕλληνες. Τίποτε δέν εἶναι τόσο διδακτικό σ’ ἐκείνη τήν Ἱστορία τοῦ Ξενοψώντα, πού καθοδήγησε τόσο πολλούς μαθητές στήν Ἑλληνική γλώσσα, ὅσο ἡ ὀργάνωση τοῦ στρατοῦ· τίποτε δέν εἶναι πιό χαρακτηριστικά Ἑλληνικό. Δέν εἶναι στρατός σέ πορεία, ἄλλα κοινοβούλιο ἀπό 10.000 μέλη. Ἄν δημιουργῆται κάποια κρίση, οἱ στρατιῶτες συγκροτοῦν συνέλευση, οἱ στρατηγοί τούς ἐκθέτουν τήν κατάσταση, ὁμιλητές ἀγορεύουν ὑπέρ ἤ κατά, ὁ στρατός ψηφίζει, καί ἡ πορεία ξαναρχίζει. Στρατηγούς πού εἶναι ἀναρμόδιοι ἤ ὕποπτοι τούς καταγγέλνουν δημοσία: ὁ στρατός ἀθωώνει, ἐπιβάλλει πρόστιμο ἤ θάνατο. Μοιάζει σάν ὀνειροπόλημα τοῦ Gilbert καί τοῦ Sullivan[33]. Μολαταῦτα οἱ δέκα χιλιάδες βάδιζαν - καί οἱ ἴδιοι ψήφιζαν μέσα σέ χειμωνιάτικη κακοκαιρία - ἐπάνω σέ μεγάλη ἔκταση τῆς πιό δύσκολης χώρας τοῦ κόσμου. Καί αὐτό ἦταν ἀτομικισμός.
 
Τό πνεῦμα αὐτό, παρόν ἀσφαλῶς ἀπό τήν ἀρχή, ἔγινε δραστήριο τόν ἕβδομο καί τούς ἀκόλουθους αἰῶνες, ὅταν ἡ ἀνάπτυξη τῶν τυραννιῶν ἔκαμε τήν Ἑλλάδα νά συναισθανθῆ πόσο πολλή ἐλευθερία ἔχασε. Ὁ Ἡρόδοτος, πού ἀφηγεῖται τήν ἀνύψωση καί τήν πτώση πολλῶν ἀπ’ αὐτες τίς ἡγεμονίες, λέγει γιατί ἦταν μισητές ἀπό τό λαό. Ἔκαναν πιέσεις. Ὁ τύραννος «...νόμαια τέ κινέει πάτρια καί βιᾶται γυναίκας κτείνει τέ ἀκρίτους»[34]. Ἀλλά οἱ τύραννοι ἦταν καί ξένοι πρός τό χαρακτήρα τῶν Ἑλλήνων. Οἱ Ἀθηναῖοι, λέγει ὁ Ἡρόδοτος, ὅσον καιρό τούς κυβερνοῦσαν οἱ Πεισιστρατίδες, δέν ἦταν καλύτεροι πολεμιστές ἀπό τους γειτόνους τους, ἀλλά, ὅταν ἐλευθερώθηκαν, ἀμέσως τούς ξεπέρασαν: αὐτό δείχνει ὅτι «κατεχόμενοι μέν ἔθελοκάκεον ὡς δεσπότῃ ἐργαζόμενοι, ἐλευθερωθέντων δέ αὐτός ἕκαστος ἑωυτῷ προεθυμέετο κατεργάζεσθαι»[35]. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ λέξη πού χρησιμοποιεῖ γιά τήν ἐλευθερία εἶναι ἡ ἰ σ η γ ο ρ ί η - ἐλευθερία τοῦ λόγου - δέν ἦταν ἱκανοποιημένοι μέ ἐλευθερία μόνο στήν πράξη. Ἡ ἴδια δυνατή ἐπιθυμία ἀκούεται στήν παράξενη ἀπάντηση τῶν Σπαρτιατῶν σ’ ἕναν Πέρση στρατηγό, πού τούς ἐπίεζε νά ὑποταχτοῦν στόν Ξέρξη: «Ὕδαρνες, οὐκ ἐξ ἴσου γίνεται ἡ συμβουλίη ἡ ἐς ἡμέας τείνουσα. Τοῦ μέν γάρ πεπειρημένος συμβουλεύεις, τοῦ δέ ἄπειρος ἐών· τό μέν γάρ δοῦλος εἶναι ἐξεπίστεαι, ἐλευθερίης δέ οὔκω ἐπειρήθης, οὔτ’ εἰ ἔστι γλυκύ οὔτ’ εἰ μή. Εἰ γάρ αὐτῆς πειρήσαιο, οὐκ ἄν δόρασι συμβουλεύοις ἡμῖν περί αὐτῆς μάχεσθαι, ἀλλά καί πελέκεσι»[36].
 
Ἐκεῖνοι ὅμως πού ἀνέπτυξαν τήν ἀντίληψη τῆς π α ρ ρ η σ ί α ς, ἐπάνω στήν ὁποία, ἀλήθεια, κάθε πραγματική δημοκρατία ὀφείλει νά στηρίζεται, ἦταν ὁ Περικλῆς καί ἡ Ἀθηναϊκή δημοκρατία. Κάτω ἀπό τούς γραφτούς νόμους λέγει ὁ Εὐριπίδης:
 
...ὅ τ’ ἀσθενής
ὁ πλούσιος τέ τήν δίκην ἴσην ἔχει.
Ἐστιν δ’ ἐνισπεῖν τοῖσιν ἀσθενεστέροις
τόν εὐτυχοῦντα ταὔθ’, ὅταν κλύη κακῶς·
νικᾶ δ’ ὁ μείων τόν μέγαν δίκαι’ ἔχων.
Τούλεύθερον δ’ ἐκεῖνο· «Τίς θέλει πόλει
χρηστόν τί βούλευμ’ ἔς μέσον φέρειν ἔχων;»
Καί ταῦθ’ ὁ χρήζων λαμπρός ἐσθ’, ὁ μή θέλων
Σιγᾷ. Τί τούτων ἔστ’ ἰσαίτερον πόλει;»[37].
 
Αὐτά τά λόγια τά λέγει ἕνας βασιλιάς τῶν Ἀθηνῶν καί ὁ Εὐριπίδης, πού τά ἔβαλε στό στόμα του, ὀνομάζει ἀλλοῦ τήν ἐλευθερία τοῦ λόγου «ἕνα μεγάλο πράγμα», καί αἰσθάνεται φρίκη στή σκέψη ἀνθρώπου μέ δεμένη τή γλώσσα. «Δοῦλος εἶναι ἐκεῖνος πού δέν μπορεῖ νά ἐκφράση τή σκέψη του»[38]. Λίγα χρόνια πρίν γράψη ὁ Εὐριπίδης αὐτά τά λόγια ἕνας Ἀθηναϊκός στόλος νικημένος καί ἀποθαρρημένος εἶχε πέσει σέ παγίδα μακριά ἀπό τήν πατρίδα. Τήν ὥρα πού οἱ ναῦτες ἔμπαιναν στά πλοῖα γιά μία τελευταία ἀπόπειρα νά διασπάσουν τόν κλοιό, ὁ ἀρχηγός τους ἔκαμε μιά τελευταία ἔκκληση στούς τριηράρχους. Τά πρῶτα λόγια πού τούς εἶπε εἶναι σημαντικά: «τούς θύμισε ὅτι ἔχουν τήν πιό ἐλεύθερη στόν κόσμο πατρίδα καί ὅτι στή χώρα τους δέν ὑπῆρχε καμιά ἐπέμβαση στήν καθημερινή ζωή τοῦ καθενός»[39].
 
Ἀσφαλῶς μικρή ἐπέμβαση ὑπῆρχε σέ ὅ,τι καθένας ἔλεγε. Ἡ Ἑλληνική κωμωδία δίνει μιά ἰδέα ὡς ποιό βαθμό ἡ π α ρ ρ η σ ί α μποροῦσε νά εἶναι ἀδέσμευτη. Οἱ ἐπικρίσεις τοῦ τελευταίου Νότιο-αφρικανικοῦ πολέμου, πού ἐπισύρανε στήν κεφαλή τοῦ Λόϋδ Τζώρτζ καί ἄλλων τά βίαια βλήματα τοῦ ὀργισμένου πλήθους, ἦταν ἤπιες, ἄν τίς συγκρίνωμε μέ τίς ἐπικρίσεις πού ἐΐχε τό δικαίωμα νά κάνη ὁ Ἀριστοφάνης στό κρατικό θέατρο γιά τόν ἀγώνα τῶν συμπατριωτῶν του ἐναντίον τῶν Πελοποννησίων. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἦταν συνήθεια στή χώρα μας τά θεατρικά ἔργα νά παρουσιάζωνται στό κοινό «τή Δευτέρα τοῦ Πάσχα στό Albert Hall, κάτω ἀπό τήν προστασία τοΰ Κράτους, καί μπροστά σέ ἀκροατήριο πού νά μή περιλαβαίνη μόνο λειτουργούς κάθε εἴδους καί βαθμοῦ, ἀλλά καί σπουδαστές τῶν Πανεπιστημίων καί μαθητές τῶν σχολείων»[40]. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἐνῶ ἡ Ἀγγλία εἶχε μπλέξει σέ ἀπεγνωσμένο πόλεμο, κάποιος ποιητής, παρουσιάζοντας τό ἔργο του σ’ αὐτή τή γιορτή, συνηγοροῦσε γιά τήν εἰρήνη καί καταφερόταν κατά τοΰ πολέμου μέ ὄχι μετρημένα λόγια, κατηγοροῦσε τόν Τσάμπερλαιν γιά κατάχρηση, ἔδειχνε τόν Τζών Μπούλλ παχύ, λαίμαργο, μωρόπιστο, ἄμαθο γέρο, πού τόν ἐξαπατοῦσε καί τόν ἐλήστευε ἡ κυβέρνηση, πού ἦταν στήν ἐξουσία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἀνέβαζαν τόν ἴδιο τό Λόρδο Ρόμπερτς στή σκηνή, γελοιογραφημένο σάν κομψευόμενο καυχησιάρη, νά τόν εἰρωνεύεται δημοσία ὁ αὐθάδης ὄχλος καί στό τέλος νά τόν μεταφέρνουν στό νοσοκομεῖο βαριά πληγωμένο, ἐνῶ οἱ ὀπαδοί τῆς εἰρήνης μ’ ἐμπαικτικούς ἀλαλαγμούς γιά τά ἀτυχήματα του ἀποσύρονται σέ πλούσιο δεῖπνο· ἄς ὑποθέσωμε ?τι ἕνας σύγχρονος συγγραφέας τολμοῦσε νά γράψη ἕνα τέτοιο θεατρικό ἔργο· θά τό ἀνεχόταν καί γιά μία στιγμή ἕνα ἀγγλικό κοινό; Καί ὅμως κατά τή διάρκεια τοῦ Πελοποννησιακοΰ πολέμου, ὁ Ἀριστοφάνης, παρουσιάζοντας ἐπάνω στή σκηνή τό Ἀθηναϊκό κοινό, τούς κρατικούς του ἀρχηγούς, καί ἕναν ἀπό τούς πιό διακεκριμένους του στρατηγούς δέν τούς γελοιογράφησε μέ λιγότερο χοντρό τρόπο[41].
 
Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κωμωδία εἶχε μιάν ἰδιόρρυθμη ἀκολασία στήν Ἑλλάδα. Ἀλλά αὐτό δέν ἀλλοιώνει τό γεγονός τῆς ἀκολασίας. Ὁ κανόνας τῆς παρρησίας βάσταξε πάντα στήν Ἀθήνα. Οὔτε τόν καιρό τῆς χειρότερης καταστροφῆς, οὔτε ὅταν ἡ Ἀθήνα δέν πολεμοῦσε πιά γιά τή νίκη, ἀλλά γιά τήν ὕπαρξή της, οὔτε ὅταν τά δοκάρια τοῦ στόλου της εἶχαν διαλυθῆ πάνω στίς ἀκρογιαλιές τῶν Συρακουσῶν καί ὁ στρατός τῆς σάπιζε στά λατομεῖα τους, ἀκόμη οὔτε ὕστερα ἀπό τή συμφορά τῶν Αἰγός ποταμῶν περιορίστηκε ἡ ἔ- λευθερία τοΰ λόγου. Ἡ ἐκκλησία τοΰ δήμου ἀκόμη συνεδρίαζε, ὁ κήρυκας ἀκόμη ρωτοῦσε τις ἀγορεύειν βουλεται;[42].
 
Αὐτή ἦταν ἡ πράξη στήν Ἀθήνα. Ἀκολουθοῦσε μιά θεωρία πού εἶχαν ὁρίσει, ἐρευνήσει καί καθαρά ἀναπτύξει. Ὅλοι οἱ πολιτικοί θεωρητικοί στήν Ἑλλάδα, μ’ ἐξαίρεση τόν Πλάτωνα, μιλοῦν γιά τό κράτος μέ τήν ἰδέα ὅτι ὑπάρχει γιά το άτομο. Ἕνας ἀπό αὐτούς, φίλος καί θαυμαστῆς τοῦ Περικλῆ, πού ἐγνώρισε ἀπό κοντά τά πολιτικά πράγματα, γιά τά ὁποῖα ἔγραψε, μᾶς ἄφησε στό ἔργο του τό ἰδεῶδες της Ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας. Σώζεται ἀγέραστο σά Χάρτης τῆς Δημοκρατίας, σάν Καινή Διαθήκη τοῦ Φιλελευθερισμοῦ.
 
Στόν Ἐπιτάφιο Λόγο πού τόν βάζει στά χείλη τοῦ Περικλῆ, ὁ Θουκυδίδης παρουσιάζει τόν Περικλῆ νά διακηρύσση τήν ἀντίληψή του γιά τό τί εἶναι ἡ Ἀθήνα καί τί κάθε κράτος ὄφειλε νά εἶναι. Μᾶς κάνει ἀμέσως ἐντύπωση, ὅταν διαβάζωμε τό λόγο, ἡ ὁλοκληρωμένη ἐλευθερία τοῦ Ἀθηναίου πολίτη, ἡ ἀπουσία κάθε προσπάθειας νά τόν κάμουν καλό μέ νόμους, ἡ ἀπουσία κάθε προστασίας ἐναντίον στήν ἔλλειψη πατριωτισμοῦ, καί, ἀλήθεια, ἡ ἀπουσία κάθε φόβου γι’ αὐτό. Βρισκόμαστε μέσα σέ ἀτμόσφαιρα πολύ διαφορετική ἀπό τή σύγχρονη πολιτική σκέψη. Δέ γίνεται λόγος γιά ταξικό μίσος καί γιά ταξικό ἐγωισμό πού πρέπει νά ἱκανοποιηθοῦν μέ ὁρισμένο σύστημα ἀπό ἐπιταγές καί ἰσοζύγια καί ἀντισταθμίσεις, οὔτε γιά ὑποχρεωτική στρατιωτική θητεία ἀναγκαία γιά νά ἐγχαράξη τόν πατριωτισμό, νά βάλη σέ πειθαρχία καί νά κατευθύνή τίς ἀνώμαλες ἐνεργητικότητες τοῦ ὄχλου, οὔτε γιά συντάξεις, βγαλμένες ἀπό κρατήσεις ἐπιθυμητές γιά νά γεννήσουν τήν ἰδέα γιά ἀποταμίευση, οὔτε γιά νόμο προορισμένο νά προστατέψη τούς πολίτες ἀπό τή μέθη, γιά ἐκκλησιαστικά σχολεῖα καί γιά θρησκευτική ἐκπαίδευση, πού χωρίς αὐτήν ὁ ἄνθρωπος πίσω πάλι θά πέση στό βόρβορο ἀπ’ ὅπού βγῆκε. Ὁ Περικλῆς ζῆ μέσα σέ ἕναν ἰδανικόν, ἴσως πολύ ἰδανικόν, κόσμο. Δέν τοῦ ἔτυχε νά φοβηθῆ μήπως ἡ τέρψη θά περισπάση τόν Ἀθηναῖο ἀπό τό καθῆκον του, κάθε ὑποψία γιά τίς τέρψεις ἀπουσιάζει τελείως ἀπό τό λόγο του. Τέτοια πράγματα τά θεωρεῖ οὐσιαστικό στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς ζωῆς. «Καί μήν καί τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἄγωσι μέν γέ καί θυσίαις διετησίοις νομίζοντες...»[43]. Οὔτε φοβᾶται μήπως ἡ ψυχική καλλιέργεια καί ἡ παιδεία ὑποσκάψουν τίς ρίζες τοῦ χαρακτήρα, ἐκθηλύνοντας τούς ἄντρες, κάνοντάς τους καλύτερους νά σκέπτωνται παρά νά ἀποφασίζουν. «Φιλοκαλοῦμεν γάρ μετ’ εὐτέλειας καί φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας»[44].
 
Ὑπῆρχε στήν Ἑλλάδα ἕνα κράτος ὅπου τέτοια πράγματα τά θεωροῦσαν ἐπικίνδυνα. Ἡ Σπάρτη ἦταν ὀργανωμένη μέ ἀρχές περισσότερο ἀπό Ρωμαϊκές, καί οἱ πολίτες της ἀνατρέ- φονταν μέ μιά σειρά γυμνάσια, μέ συσσίτια καί λεπτομερειακούς κανονισμούς γιά νά γίνουν ἀφοσιωμένοι ὑπηρέτες τοῦ κράτους. Ἡ Ἀθήνα θά φαινόταν ἀλλόκοτος τόπος σ’ ἕνα Σπαρτιάτη ἐπισκέπτη. Πρῶτα πρῶτα θά τοῦ ἦταν ἀλλόκοτο, ὅτι θά ἦταν μέσα στήν Ἀθήνα τόσο ἐλεύθερος, γιατί στή δική του πατρίδα εἶχαν τή συνήθεια νά κάνουν ξενηλασίες, περιοδικές ἐξορίες τῶν ξένων. Καί ἔπειτα πόσο διαφορετική ἦταν ἡ ζωή τοῦ Ἀθηναίου ἀπό τή ζωή πού εῖχε συνηθίσει στόν τόπο του! Ἑφτά χρονῶ τόν εἶχαν πάρει μακριά ἀπό τήν οἰκογένειά του στό Σ υ σ σ ί τ ι ο ν, εἶδος ἀρχαίου δημόσιου σχολείου, καί ἀπό κεῖ καί πέρα «ζοῦσε κανονικά δημόσια ζωή ἀπό κοινοῦ, πάντοτε κάτω ἀπό τά δεσμά καί τούς τύπους ἑνός κανονισμοῦ ὡς ἕνα μέρος στρατιωτικοῦ, ὡς ἕνα μέρος μοναστικού - ἀποξενωμένος ἀπό τήν ἀνεξαρτησία τῆς χωριστῆς ἐστίας - βλεποντας τή γυναίκα του, κατά τά πρῶτα ἔτη μετά τό γάμο, μόνο κρυφά, καί διατηρώντας μέ τά παιδιά του λίγες ἰδιόρρυθμες σχέσεις. Ἡ ἐπιτήρηση ὄχι μόνο τῶν συμπολιτῶν του, ἀλλά καί ἐξουσιοδοτημένων ἐλεγκτῶν ἤ λοχαγῶν διορισμένων ἀπό τό κράτος ἦταν κάτι πού ἀδιάκοπα τόν ἀκολουθοῦσε· τήν ἡμέρα του τήν περνοῦσε σέ δημόσιες γυμναστικές ἀσκήσεις καί σέ κοινά γεύματα, τίς νύχτες του στό δημόσιο στρατώνα στόν ὁποῖον ἀνῆκέ»[45]. Ξυπολυσιά, ἕνα μόνο ἔνδυμα χειμώνα καλοκαίρι, μαστιγώσεις σ’ ἕνα ἐπιχώριο ἱερό (εῖχε δεῖ παιδιά νά πεθαίνουν κάτω ἀπό τους ραβδισμούς), περιορισμένη τροφή, καί γιά ψυχαγωγία κυνήγι καί χορός - αυτα ἦταν ὁ κλῆρος του ἀπό παιδί. Στό κάτω κάτω, σκέφτονταν οἱ Σπαρτιάτες, ὀφείλετε νά κάμετε τούς ἀνθρώπους πατριῶτες, καί ποιός ἄλλος δρόμος ὑπάρχει νά τούς κάμετε;
 
Ὁ Περικλῆς σκέφτηκε ὅτι ὑπῆρχαν ἄλλοι τρόποι, καί ὀνομαστικά καταδικάζει τό σπαρτιατικό σύστημα. «Καί ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μέν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθύς νέοι ὄντές τό ἀνδρεῖον μετέρχονται, ἡμεῖς δέ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδέν ἧσσον ἐπί τούς ἰσοπαλεῖς κινδύνους χωροῦμεν... καίτοι εἰ ρᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἤ πόνων μελέτῃ καί μή μετά νόμων τό πλεῖον ἤ τρόπων ἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν, περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τέ μέλλουσιν ἀλγεινοῖς μή προκάμνειν, καί ἐς αὐτά ἐλθοῦσι μή ἀτολμοτέρους τῶν ἀεί μοχθούντων φαίνεσθαι...»[46]. Ἀφῆστε τό ἄτομο στόν ἑαυτό του καί μπορεῖ νά ἔχετε ἐμπιστοσύνη ὅτι θά κάμη τό καθῆκον του, αὐτή εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ Περικλῆ. Καταπίεση, περιορισμός, ἀπαγόρευση, εἶναι λέξεις πού δέν τίς βρίσκομε στήν πολιτική θεωρία του. Ἐμπιστοσύνη στό λαό συγκερασμένη μέ προβλεπτική προσοχή, ἦταν ὁ ὁρισμός τοῦ Γλάδστωνα γιά τό φιλελευθερισμό. Ἀφῆστε κατά μέρος τίς τέσσερεις τελευταῖες λέξεις καί ἔχετε τίς ἀρχές τοῦ Περικλῆ. Αὐτό ἦταν τό Ἑλληνικό ἰδεῶδες - ἀπεριόριστη ἐλευθερία. Εἶναι παράξενο ὅτι μέ τέτοιες ἀρχές τό Ἑλληνικό πνεῦμα παράμεινε ἀδιάφθορο;
 
Ἡ ἐλευθερία αὐτή ἦταν σπάνιο προνόμιο στήν ἀρχαιότητα. Σκεφτῆτε γιά μιά στιγμή τή Ρώμη. Ὁ Πλούταρχος λέγει γιά τό λαό της ὅτι «εἶχαν τή γνώμη, ὅτι δέν ἔπρεπε νά ἀφήνουν τους πολίτες νά παντρεύωνται, νά κάνουν παιδιά, νά ζοῦν ἰδιωτική ζωή μόνοι τους, νά κάνουν γιορτές καί συμπόσια κατά τήν ἐπιθυμία τους, ἄλλα ὅτι θά ἔπρεπε νά ἔχουν τό φόβο ὅτι θά ἐλεγχτοῦν καί θά ἐξεταστοῦν ἀπό τους ἄρχοντες· καί ὅτι δέν ἦταν καλό νά δώσουν στόν καθένα τήν ἐλευθερία νά κάνη ὅ,τι θά ἤθελε ἀκολουθώντας τήν ἐπιθυμία του καί τήν προαίρεσή του»[47].
 
Αὐτή ἦταν ἡ γνώμη τοῦ Πλούταρχου γιά τούς Ρωμαίους, καί αὐτή ἦταν ἡ γνώμη τοῦ ὑπάτου πού ἀνέβηκε στό βῆμα ἕνα πρωί στά 186 π.Χ. καί ἀνακοίνωσε στό ἀκροατήριό του τά μέτρα πού ἡ σύγκλητος σκόπευε νά λάβη γιά νά ἀποτρέψη τά Βακκανάλια[48]. Ἦταν μία Ρωμαϊκή θρησκευτική ὀργάνωση γιά τή λατρεία τοΰ Διονύσου, πού εἶχε χρησιμοποιήσει τίς συγκεντρώσεις της γιά χοντρές ἀκοσμίες καί, ἀκόμη, γιά συνωμοσία ἐνάντιον τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Βρώμικη ὑπόθεση, χωρίς ἀμφιβολία· καί ἀκριβῶς ὁ ὕπατος τήν εἶδε σάν ἀπειλῆ κατά τῆς ἠθικῆς καί τοῦ κράτους. Ὁμως σημειῶστε τά λόγια μέ τά ὁποῖα ἐπιτιμᾷ τό ἀκροατήριό του. «Οἱ πρόγονοί σας δέν ἤθελαν ἀκόμη καί τυχαία νά συγκεντρώνεστε, ἤ ἀπό σύμπτωση. Ἐκτός ἄν ἔπρεπε νά ὁδηγηθῆ ἔξω ὁ στρατός γιά ἐκλογικούς σκοπούς, ἤ οἱ δήμαρχοι συγκαλοῦσαν τό λαό σέ συνέλευση, ἤ ἕνας ἄρχοντας καλοῦσε συγκέντρωση. Ὁπου μαζευόταν πλῆθος, εἶχαν τή γνώμη ὅτι ἐκεῖ ἔπρεπε νά εἶναι ἕνας τακτικός ἀξιωματοῦχος γιά νά τούς ἐλέγχη»[49]. Βρισκόμαστε ἐδῶ πολύ μακριά ἀπό τά ἰδεώδη τοῦ Περικλῆ.
 
Ἡ συνέχεια ἀπό τά λόγια τοῦ ὑπάτου εἶναι καί αὐτή διδακτική. «Δέν εἶναι τίποτε περισσότερο εὐπρόσωπο ἤ περισσότερο ἀπατηλό ἀπό μιά μιαρήν εὐσέβεια. Ὁταν ἡ θεϊκή ἐξουσία γίνεται πρόφαση γιά ἔγκλημα, φοβούμαστε νά τιμωρήσωμε τήν ἀνθρώπινη κακοήθεια, μή τυχόν κάνοντας αὐτό παραβιάζωμε κάποιο νόμο τοῦ οὐρανοῦ μέ τόν ὁποῖο σχετίζεται». Τά αἰσθήματα αὐτά θά μᾶς παρασύρουν νά συγκρίνωμε τή Ρωμαϊκή ἄποψη γιά τά Βακκανάλια μέ τίς τύχες τοῦ Διόνυσου στήν Ἑλλάδα, καί νά βγάλωμε ἕνα ἐπιμύθιο ἀπό τήν ἀντιπαραβολή. Καί στήν Ἑλλάδα ἡ λατρεία τοῦ θεοῦ αὐτοῦ ἦταν advecta religio[50], πού ἦλθε καί καρφώθηκε ἀνάμεσα στίς πρωτόγονες λατρεῖες. Καί ἐκεῖ - αν καί ἀπαλλαγμένη ἀπό τήν χοντροκομμένη ἀνηθικότητα καϊ ἀπό τήν πολιτική μαφία τῶν Ἰταλικῶν Βακκαναλίων - πανηγυριζοταν μέ ὄργια ἐπάνω στούς λόφους, στά ὁποῖα ἡ μέθη ἦταν γενικό καί ἡ ἀνηθικότητα ὄχι ἀσυνήθιστο χαρακτηριστικό. Μολαταῦτα ὅταν ὁ Πενθέας ἀκολουθώντας τήν ἄποψη τοῦ ὕπατου, ἀπαγόρεψε στίς γυναῖκες τῆς πόλης του νά περιφέρωνται στούς λόφους, ἕνας Ἀθηναῖος δραματουργός τόν παράστησε στή σκηνή νά ἀνταμείβεται γιά τήν κακά ρυθμισμένη ἀγάπη τῆς διαταγῆς του μέ τό διαμελισμό του σέ κομμάτια στά χέρια τῆς ἴδιας ταῆς μητέρας του. Ἄν καί μπορεῖ νά μήν ἀντιπροσωπεύουν τή γνώμη τοῦ ποιητῆ, προξενοῦν ἐντύπωση τά λόγια πού ὁ Εὐριπίδης δίνει στούς ἀγγέλους πού ἀντικρούουν τήν πράξη τοῦ Πενθέα. Τοῦ θυμίζουν ὅτι ἔρχεται σέ σύγκρουση μ’ ἕνα Θεό, ὅτι, στό κάτω κάτω, τό κρασί κάνει τούς ἀνθρώπους νά ξεχνοῦν τίς λύπες των, καί ὅτι, ἄν οἱ γυναῖκες θέλουν νά εἶναι ἀνήθικες, θά εἶναι καί χωρίς νά πηγαίνουν στά βουνά:
 
Τόν δαίμον’ οὖν τόνδ’ ὅστις ἔστ’, ὦ δέσποτα,
δέχου πόλει τῇδ’, ὡς τ’ ἄλλ’ ἐστίν μέγας,
κάκεῖνο φασιν αὐτόν, ὡς ἔγω κλύω,
τήν παυσίλυπον ἄμπελον δοῦναι βροτοΐς.
Οἴνου δέ μηκέτ’ ὄντος οὐκ ἔστιν κύπρις
οὔδ’ ἄλλο τερπνόν οὐδέν ἀνθρώποις ἔτι[51].
 
      Ἔτσι, μέ ἕνα μεῖγμα αἰσθησιακοῦ ἐπικουρισμοῦ καί ἐπιχειρημάτων ἀπό τόν τότε σέ ὑπόληψη φιλελευθερισμό, ὑποστηρίχτηκαν τά Βακκανάλια. Φανταστῆτε τή βλοσυρή φυσιογνωμία τοῦ Ρωμαίου ὕπατου, ὅταν θά ἄκουε μιά τέτοια ἀπολογία.
 
       Δέν πρέπει νά προχωρήσωμε σ’ αὐτό τόν παραλληλισμό πολύ κοντά. Πλατιά ἄβυσσος βρίσκεται ἀνάμεσα στήν Ἑλληνική καί τήν Ἰταλική λατρεία τοῦ Βάκχου, καί ὁ Εὐριπίδης δέν ἦταν πολιτικός, ἀλλά ποιητής. Ἀλλά ἡ διαφορετική στάση σ’ αὐτά τά ζητήματα τῶν Ρωμαίων καί τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἀναμφισβήτητη. Οἱ Ρωμαῖοι δέν ἐνθάρρυναν νεωτερισμούς στή σκέψη ἤ στή θρησκεία, οὔτε χειροκροτοῦσαν ὄμορφες φράσεις γιά ἀνεξιθρησκεία. Ἐπιχειρήματα γιά ἐλευθερία στήν ἔρευνα, γιά ἀνεμπόδιστη Τέχνη, γιά τά δικαιώματα τῆς Λογοτεχνίας, ἔπεφταν στ’ αὐτιά τούς χωρίς νά τ’ ἀκοῦν. Κάθε λίγο τίς ξένες θρησκεῖες τίς ἔδιωχναν πίσω στίς ἑστίες τους μέ τά καράβια τους. Ὁ Κάτων θά ἤθελε νά κάμη τό ἴδιο καί γιά τήν Ἑλληνική Πρεσβεία καί παρακάλεσε τή σύγκλητο νά τούς ἀποπέμψη. «Κατηγόρησε φανερά τή Σύγκλητο ὅτι ἡ Πρεσβεία τῶν Ἑλλήνων κάθηται πολύν χρόνον ἄπρακτος, παρατηρώντας ὅτι ἦταν πανοῦργοι ἄνθρωποι, πού μποροῦσαν εὔκολα νά πείσουν τούς ἄλλους ὅ,τι ἤθελαν. Καί ἄν κανένας ἄλλος λόγος δέν ὑπῆρχε, αὐτός καί μόνο θά μποροῦσε νά πείση τή Σύγκλητο ν’ ἀποφασίση νά τούς δώση κάποια ἀπάντηση καί ἔτσι νά τούς στείλη πίσω πάλι στήν πατρίδα τους στίς σχολές τους, νά διδάσκουν τά παιδιά τῶν Ἑλλήνων, καί ν’ ἀφήσουν ἥσυχα τά παιδιά τῶν Ρωμαίων, νά μποροῦν νά σπουδάζουν πῶς νά ὑπακούουν στούς νόμους καί στούς ἄρχοντες ὅπως καί πρίν. Κι αὐτά τά εἶπε στή Σύγκλητο, γιατί γενικά μισοῦσε τή φιλοσοφία καί ἀπό φιλοδοξία καί ἐγωισμό καταφρονοῦσε πάσαν Ἑλληνικήν μοῦσαν καί παιδείαν»[52].
 
Φιλοκατήγορη ἐπέμβαση στήν ἰδιωτική ἐλευθερία γιά λόγους σάν αὐτούς ἦταν κάτι τό κοινό στή Ρώμη. Στά 161 π.Χ. οἱ πραίτορες ἐξουσιοδοτήθηκαν νά ἀποπέμψουν ἀπό τή Ρώμη τούς Ἕλληνες φιλοσόφους καί τούς ρητοροδιδασκάλους. Μερικοί ἐπικούρειοι ἐξορίστηκαν – πιθανῶς στά 184. Ἀκόμη καί στό 92 π.Χ. ἔβγαλαν οἱ τιμητές τό ἀκόλουθο διάταγμα: «Ἔχομε τήν πληροφορία ὅτι μερικά πρόσωπα σύστησαν νέα μορφή διδασκαλίας, καί ὅτι oi νέοι φοιτοῦν στά σχολεῖα τους: ὅτι τά πρόσωπα αὐτά παρουσίασαν τόν ἑαυτό τους ὡς Λατίνους ρητοροδιδασκάλους: ὅτι οἱ νέοι δαπανοῦν ὁλόκληρες μέρες μαζί τους. Οἱ πατέρες μᾶς ὅρισαν τί ἔπρεπε νά μάθουν τά παιδιά τους καί σέ τί λογής σχολεῖα θά φοιτοῦσαν. Αὐτά τά νέα σχολεῖα, πού εἶναι ἀντίθετα πρός τά ἤθη καί τήν παράδοση τῶν πατέρων μας, οὔτε ἐπιθυμητά μας φαίνονται οὔτε σωστά. Γι’ αὐτό σκεφτόμαστε ὅτι εἶναι σωστό νά ἐκφράσωμε τά αἰσθήματά μας στούς ἰδιοκτήτες ταῶν σχολείων αὐτῶν καί στούς μαθητές τους». Τά ἀλύγιστα αἰσθήματα καί τό βραχυλόγο ὕφος μᾶς μεταφέρνουν σέ κόσμο ὁπού πρῶτο ἦταν τό κράτος καί τό ἄτομο πουθενά. Τά δικαιώματα τοῦ ἄτομου δέν -πήγαιναν μακρύτερα ἀπό τό καθῆκον νά ὑπακούη.
 
Ἡ ἀντίθεση αὐτή ἀνάμεσα στήν Ἑλλάδα καί τή Ρώμη εἶναι εὔκολο νά ἐξηγηθῆ. Πολλές αἰτίες μπορεῖ νά συνεργάστηκαν γι’ αὐτήν, ἀλλά ἡ κύρια ἀνάμεσά τους εἶναι ἡ διαφορετική ἱστορία τῶν δύο λαῶν, 600 χρόνια, χωρίς στιγμή σχεδόν γι’ ἀνάπαψη, πολλές φορές νικημένη καί παλεύοντας κάθε στιγμή γιά τήν ὕπαρξή της, ἡ Ρώμη διάνοιξε τέλος τό δρόμο της πρός τή νίκη. Ἀπό τήν ἄσημη πόλη τους οἱ πρῶτοι της πολίτες μποροῦσαν νά βλέπουν τούς λόφους τῶν ἐχθρῶν τους καί τά φρούρια πού τούς ἔφραζαν κάθε διάβαση. Ἐτρούσκους, Λατίνους, Αἰκούους, Οὐόλσκους, Ἐρνίκους, Σαυνίτες, Γαλάτες - με ὅλους αὐτούς ἔπρεπε νά χτυπηθῆ καί νά τούς καταβάλη. Καί ὕστερα ἀπό αὐτούς οἱ μεγαλύτεροι ἀνταγωνιστές, ὁ Πύρρος, ὁ Ἀννίβας, ὁ Φίλιππος, ὁ Ἀντιοχος, καί οἱ στρατοί τῆς Ἀφρικῆς καί τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ πάλη αὐτή πού βάσταξε αἰῶνες δέν ἔδωσε καλούπι γιά χαρακτήρα ἀνεκτικό. Σταθερότητα, ἐνεργητικότητα, ἀποφασιστικότητα, συμπαγῆ ὄγκο, ἦταν οἱ ἀρετές πού ζητοῦσαν ἀπό τους Ρωμαίους πολίτες. Ἡ ἀντοχή τους δέν ἔπρεπε νά εἶναι ἀντοχή εὐλυγισίας· ἔπρεπε νά εἶναι σιδερένιοι ἄνθρωποι. Δέν ἦταν δουλειά τους νά μιλοῦν, ἀκόμη λιγότερο ν’ ἀμφιβάλλουν. Δέν εἶχαν καιρό νά στήνουν σοφιστεῖες γύρω στήν ὕπαρξη τῶν θεῶν, πού τούς χρειάζονταν νά τούς δίνουν τή νίκη, ἤ γύρω στά δικαιώματα τοῦ ἀτόμου ἐναντίον τοῦ κράτους, τήν ὥρα πού ἡ πατρίδα τους μποροῦσε νά κυριευτῆ καί νά λεηλατηθῆ μέσα στό ἑπόμενο εἰκοσιτετράωρο· ἤ γύρω στή φύση τοῦ σύμπαντος, τήν ὥρα πού οἱ Ἔρνικοι ἔκαιαν τή συγκομιδή τους. Δράση τούς χρειαζόταν καί ὄχι λογικά ἐπιχειρήματα, πού θά ἀδυνάτιζαν μόνο τή δράση.
 
Ἡ Ἑλλάδα λίγο πολύ ἦταν εὐτυχισμένη. Εἶχε βέβαια περίοδο ἔντασης, ἄλλα πέρασε εὔκολα καί σύντομα στή χαλιναγωγημένη εἰρήνη τῶν ἱστορικῶν χρόνων. Στήν Ἀθήνα τοῦ πέμπτου αἰώνα δέ χρονοτριβεῖ ἡ μνήμη σέ ἐποχές μέ βίαια παθήματα, γιατί ἡ Ἑλληνική ἱστορία δέν ἦταν populi iam octingentesimum bellantis annum res[53], «ἡ ἱστορία ἕνος λαοῦ πού πολεμοῦσε 800 τώρα χρόνια». Καί γι’ αὐτό ὁ χαρακτήρας τῶν Ἑλλήνων ἦταν μαλακότερος. Δέν εῖχαν ὑποχρεωθῆ νά ἀσκηθοῦν στήν περιστολή καί τήν αὐτο-ἐξάλειψη, ὥσπου ἡ περιστολή καί ἡ αὐτο-ἐξάλειψη τούς ἔγινε δεύτερη φύση. Οἱ Ἕλληνες ἦταν πιό ὁρμέμψυτοι καί φυσικοί, καί γι’ αὐτό περισσότερο ἐλεύθεροι: Στήν ὄψη τῆς Ρωμαϊκῆς ζωῆς, ὅπως καί στά βλοσυρά χαρακτηριστικά τῶν Ρωμαίων ἀρχόντων, εῖναι ἀποτυπωμένη ἡ σκληρότητα, τό ἔνστικτο γιά τόν ἔλεγχο καί τήν ἀπαγόρεψη, πράγματα πού παρατηροῦμε σέ λαούς πού ὁ κόσμος τους ἦταν σκληρός. Ἀλλά τό πρόσωπο τῆς Ἑλλάδας ἔχει κάτι ἀπό τή γαλήνη, πού οἱ γλύπτες της ἀγαποῦσαν νά ἀπεικονίζουν.
 
Παρασυρθήκαμε σέ σύγκριση τῆς Ἑλλάδας καί τῆς Ρώμης. Ἀλλά δέν πρόκειται γιά ἐπίκριση. Οἱ συμπάθειές μας ἐδῶ θά πᾶνε σύμφωνα μέ τή φύση μας, καί δέ μᾶς ἀπασχολεῖ ποιό ἦταν τό σωστό. Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι καί στή θεωρία καί, γενικά, στήν πράξη τό Ἑλληνικό κράτος ἀπόφευγε νά ἐμποδίζη τούς πολίτες του. Καί ἐδῶ ὁ Ἕλληνας ἀφηνόταν ἐλεύθερος, ἐλεύθερος νά δῆ τή ζωή κανονικά καί νά τή δῆ στό σύνολό της. Οὔτε ἱερεῖς οὔτε πολιτικοί τόν τυραννοῦσαν ἐπάνω ἀπό τό κεφάλι του.
----------------------- 
[1]  Ἡ ἑλληνική ἐλαφρότητα (ἐπιπολαιότητα, ἀστασία)
[2]  Την καρχηδονιακή πίστη, το λόγο, τη συνέπεια στο λόγο πού δίνει κανείς.
[3]  Finn Fion , κυβερνήτης τῆς Fianna, στις ἀρχές περίπου τοῦ 3ου αἰώνα. Πατέρας τοῦ Ὄσσιαν. Τον περιγράφουν σά μεγάλο ἥρωα και γίγαντα.
[4]  Ὁ πιο μεγάλος ἥρωας τοῦ Red Branch, στρατιωτικοῦ τάγματος τῶν ἡρωϊκῶν χρόνων.
[5] Τρωάδες 884-88.
(Ὤ ἐσύ, τό στήριγμα τῆς γής καί πού ἀπάνω στή γῆ ἔχεις τό θρόνο σου, ὅποιος κι ἄν εἶσαι, πού εἶσαι δύσκολος νά σέ ἀπεικάσωμε γιά νά σέ γνωρίσωμε, Δία, εἴτε εἶσαι ἡ ἀνάγκη πού δένει τή φύση εἴτε εἶσαι ἡ διάνοια πού κυβερνάει τούς θνητούς σέ σένα ἔστειλα τήν προσευχή μου· γιατί διασχίζοντας σιωπηλό δρόμο ὅλα τά θνητά, δίκαια τά καθοδηγεῖς.)
[6] Θεαίτητος 176 BC. Ὁ θεός δέν εἶναι καθόλου ἄδικος, μέ κανένα τρόπο· εἶναι τέλεια δίκαιος. Καί τίποτα δέν τοῦ μοιάζει περισσότερο ἀπό ἐκεῖνον ἀπό μας πού θά γινόταν πάρα πολύ δίκαιος.
[7]  Cosmos, Topographia Christiana. Ἡ παραπομπή εἶναι παρμένη ἀπό τόν Lecky, Hist, of Rationalism I, 269 (ἔκδ. 1910).
[8] Ἕως τό 1694 μ. X. (ὄπ. παραπάνω II, 318).
 [9] Symonds, The Catholic Reaction, II, 138.
      [10] Ὅπ.παρ.I, 196. Τόν Ἀριστοτέλη τόν ἀπείλησαν μέ διωγμό τυπικά γιά ἀθεΐα, στήν πραγματικότητα γιά τίς Μακεδονικές του συμπάθειες. Ἄν ὁ διωγμός τοῦ Διαγόρα ἔγινε στά 415 π. X., ὅπως λέγει ὁ Διόδωρος, μπορεΐ νά ὀφείλεται σέ πολιτικούς λόγους, γιατί ἦταν ἀπό τή Μῆλο. Ἡ ἀγανάκτηση τῶν Ἀθηναίων ἐναντίον τῶν Ἑρμοκοπιδῶν δέν εἶναι ἐπιχείρημα ἐναντίον στήν ἄποψη τοΰ κειμένου, γιατί δέν εἶναι διωγμός τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψης. Ἄν σήμερα μερικοί ἄνθρωποι ἐμίαιναν τούς βωμούς δλων τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Λονδίνου, θά προκαλοῦσαν τήν ἀγανάκτηση τοΰ λαοῦ· ἀλλά μιά τέτοια ἀγανάκτηση δέ θά ἔδειχνε γενική σύγκρουση μέ τήν ἐλευθερία τοῦ θεωρητικοῦ λόγου.
[11] Ὁ ἀναγνώστης πρέπει καί σ’ αὐτό τό σημεῖο καί σέ πολλά ἄλλα νά ἔχη ὑπόψή του, ὅτι τό ἔργο τοΰ Λίβινξτον εἶναι γραμμένο πρίν ἀπό τον πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο. Πρωτοδημοσιεύτηκε στα 1912.
[12] Πύθιον. 9.
[13] Ἀπόσπασμα πού ἀναφέρεται ἀπό τόν Πλάτωνα : Πολιτεία 383.
[14] Πρόκειται γιά τόν  Ἄρη. «...τόν ἀπότιμον ἐν θεοΐς θεόν.»  Οἰδ. Τύρ. σ. 191-215.
[15] Πάντα θεοῖς ἀνέθηκαν Ὁμηρός θ’ Ἡσίοδος τε
ὅσσά παρ’ ἀνθρώποισιν ὀνείδεα καί ψόγος ἔστϊν
καί πλεῖστ’ ἐφθέγξαντο θεῶν ἀθεμίστια ἔργα, κλέπτειν, μοιχεύειν τέ καί ἄλληλους ἀπατεύειν. (Ἀπόσπ. 7)
[16] Κατά τόν Bent (The Cyclades, p. 373) ὑπάρχει σήμερα στήν Πάρο μοναστήρι ἀφιερωμένο στό Μεθυσμένον Ἄϊ-Γιώργη. «Στίς 3 Νοεμβρίου συνήθως οἱ Παριανοϊ ἀνοίγουν τό νέο τους κρασί καί μεθοῦν χορεύουν καί παίζουν μιά σκηνή κραιπάλης μπροστά ἀπό αὐτή τήν ἐκκλησία· ἐξαγνίζεται ὅμως ἡ σκηνή ἀπό τήν παρουσία τῶν ἱερέων». Τό πνεῦμα πού δημιούργησε τούς Ὀλύμπιους θεούς δέν πέθανε ἀκόμη.
[17] Βάτραχοι.
[18]Ὄρνιθες, 1649 κ. ε.
[19]Ἄριστοτ. Ρητορ. 1398b 32.
[20] Ἀπόσπ. 78.
[21] Cosmos, Topogrophio Christiana παραπομπή τοΰ Lecky, Hist, of Rationalism, I 267 κ. ε.
[22] Πολιτεία, 382, 414 κ. έ.
[23] Λόγου χάρη στήν Πολιτεία, στό 2ο βιβλίο καί σέ μέρη τοῦ τρίτου
[24] Ὀλύμπιον. Α΄., 53-4. «Ὄχι, δέν μπορῶ νά ὀνομάσω καννίβαλο κανέναν ἀπό τους θεούς. Ἀρνιέμαι».
 [25] Είναι ίσως αλόγιστο να στηρίζη κανείς επιχείρημα επάνω στην πλοκή του: "Προμηθεύς λυόμενος" που δε σώ­ζεται. Αλλά, όσο ξέρω, κανένας σύγχρονος συγγραφέας, εκτός από τον καθηγητή Blockie, δεν διατύπωσε τη γνώμη, ότι δικαίωνε την αρχική συμπεριφορά του Δία.
[26] Αποτόλμησα να παραλάβω την ιδέα της εξεικόνισης από το βιβλίο του μακαρίτη καθηγητή Butcher, Harvard Lectures, κάνοντας της διαφορετική εφαρμογή.
 [27] Memoirs σ. 97.
[28] Τολστόϊ. Δέν κατόρθωσα νά ἐπαληθέψω καί ὁ ἴδιος τό χωρίο. Ἀντιπαραθέστε τό ἐπιχείρημα τοῦ Ὁμήρου γιά τή θρησκεία, «πάντες δέ θεῶν χατέουσ’ ἄνθρωποι» (ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκη θεῶν) Ὄδ. Γ. 48.
[29] Pensees, 508 (ἔκδ. Brunschvicgg).
[30] Scope and Nature of University Education, κέφ. 7.
 [31] Φαίδων, 62 β.
[32] Θούκ. 6, 92. (Τήν πατρίδα μου, μαζί μέ τούς χειρότερους ἐχθρούς της, ἐγώ ποῦ εἶχα τή φήμη ὅτι ἤμουν ἄλλοτε «φιλόπολις», τώρα ἔρχομαι νά τή χτυπήσω μ’ ὅλή μου τή δύναμη.)
[33] Ἄγγλοι εὐθυμογράφοι τοῦ περασμένου αἰώνα.
 [34] Ἡροδ. 3,80 (ὁ τύραννος ἀνατρέπει τά πατροπαράδοτα ἔθιμα, βιάζει τίς γυναῖκες καί σκοτώνει ἀνθρώπους χωρίς νά τούς δικάση).
[35] Ἔνθ. ἄν. 5,78 (ὁτι ὅταν ἦταν κάτω ἀπό τους τυράννους ἦταν σκόπιμα δειλοί, γιατί δούλευαν γιά τό δεσπότη, ὅταν ὅμως ἐλευθερωθησαν καθένας τότε μέ προθυμία δούλευε γιά τόν ἑαυτό του).
[36] Ἔνθ. ἄν. 7,135. (Ὑδάρνη ἡ συμβουλή πού μᾶς δίνεις δέν πηγάζει ἀπό ἴση ἐμπειρία. Τό ἕνα πού μᾶς συμβουλεύεις τό ἔχεις δοκιμάσει, τό ἄλλο ὄχι· γιατί ξέρεις καλά τί εἶναι νά εἶσαι δοΰλος, μά τήν ἐλευθερία ποτέ δέν τή δοκίμασες οὔτε ἄν εἶναι γλυκιά, οὔτε ἄν δέν εἶναι. Γιατί, ἄν τή δοκίμαζες, δέ θά μᾶς συμβούλευες νά πολεμοῦμε γι’ αὐτήν μέ δόρατα μόνο, ἀλλά καί μέ πελέκεις).
[37] Ἱκετ. 433-441· (καί ὁ φτωχός καί ὁ πλούσιος ἔχουν τά ἴδια δικαιώματα. Οἱ ἀδύνατοι μποροῦν νά ἀπαντήσουν τά ἴδια στούς εὐτυχοῦντες, ὅταν αὐτοί τούς ὑβρίζουν κι ὁ πιό μικρός νικᾶ τό μεγάλο, ἄν ἔχη δίκιο. Ὅσο γιά τήν ἐλευθερία νά, ποιά εἶναι: «ποιός θέλει νά δώση στήν πατρίδα μιά χρηστή γνώμη, ἄν ἔχη;». Κι ὅποιος θέλει δοξάζεται, κι ὅποιος δέ θέλει σωπαίνει. Ἀπ’ αὐτή ποιά καλύτερη ἰσότητα θά ὑπάρξη στήν πατρίδα;).
[38] Φοίν. 391. Βλέπε καί: Ἴων 672, Ἱππολ. 422.
[39] Θούκ. 7, 69
[40] Verrall, Four Plays of Euripides.
[41] Οἱ ἐπκρίσεις του γιά τόν Κλέωνα σέ πολλά ἔργα, γιά τόν Ἀθηναϊκό Δῆμο στούς Ἱππῆς, καί γιά τό Λάμαχο στους Ἀχαρνῆς, εἶναι ἡ βάση γιά τήν παραπάνω ἀναλογία.
[42] Ἔγιναν ὅμως κάποιες ἀπόπειρες νά περιορίσουν τήν ἀσυδοσία τῶν κωμικῶν. Ψηφίστηκε στά 440 νόμος πού ἀπαγόρευε νά ἀσχολοΰνται μέ τή σύγχρονη πολιτική, ἀλλά ἀκυρώθηκε στά 437. Παρόμοιο θέσπισμα ἔγινε στά 416· ἀπαγόρευε τό ὀνομαστί κωμφδεῖν, τίς προσωπικές ἐπιθέσεις: καί ὅμως στά 414 ὁ Ἀριστοφάνης ἔγραψε τούς Ὄρνιθας. Δύο φορές ὁ Κλέων ἔσυρε στό δικαστήριο τόν ποιητή Τίποτε τό θετικό δέν ξέρομε ἀπό τίς λεπτομέρειες αὐτῶν τῶν ἐπιθέσεών του: ἀλλά εἶναι φανερό ὅτι ὁ Κλέων δέν πέτυχε ἀπόφαση ἐναντίον τοῆ ποιητῆ σέ καμιά δίκη, κι ἀκόμη ὅτι οὔτε ἐσταμάτησε τίς προσωπικές ἐπιθέσεις του. Τήν πρώτη δίκη, ἀλήθεια, στά 426, ἀκολούθησαν ὕστερα ἀπό δύο χρόνια οἱ Ἱππῆς. Εἶναι πιθανό ὅτι στά τέλη τοῦ πέμπτου αἰώνα ὑπῆρχε ἄλλος περιοριστικός νόμος: πάντως ἡ Κωμωδία χάνει τότε τήν ἀσυδοσία της. Χαρακτηριστικό τῶν τριάκοντα τυράννων εἶναι ὅτι ἔβαλαν ὁρισμένους περιορισμούς στήν πνευματική ἐλευθερία. (Ξέν. Ἄπομν. 1. 2. 31).
[43] Θούκ. 2, 38, 1. (Ὡστόσο καί ἀπό τους κόπους φροντίσαμε νά βροῦμε ὅσο γινόταν πιό πολλές ξεκούρασες στό πνεῦμα μας, μέ τό νά κρατοῦμε τή συνήθεια νά κάνουμε ἀγῶνες καί θυσίες τή μιά μετά τήν ἄλλη ὅλο τό χρόνο). Μετάφρ. ’!. Κακριδή.
[44] Ἔνθ. ἄν. 40. 1. (Ἀγαποῦμε τό ὡραῖο καί κρατοῦμε τήν ἁπλότητά μας, ἀγαποῦμε τή θεωρία καί δε χάνομε τήν ἐνεργητικότητά μας). Μετάψρ. Ί. Κακριδή.
[45] Grote, Hist, of Greece, II, 298
[46] Θούκ. 39, 1-2 καί 4: (Ὕστερα στήν ἀνατροφή, ἐκεῖνοι (οἱ Λακεδαιμόνιοι) ἀπό παιδιά ἀκόμη παλεύουν μέ σκληρή ἄσκηση νά γίνουν ἀντρεΐοϊ· ἐμεῖς περνοῦμε τή ζωή μας ξέγνοιαστα κι ὅμως τραβοῦμε γιά νἀντικρύσουμε ἕναν κίντυνο τό ἴδιο μεγάλον μέ καθόλου λιγότερη ἀπό ἐκείνους ὁρμή... Μιά φορά ἀν ἐμεῖς θέλουμε νά παίρνουμε πάνω μας τόν κίντυνο ζώντας μιά ζωή ἀνέμελη πιό πολύ παρά γεμάτη ἔγνοιες κουραστικές, μέ μιάν ἀντρεία, πού δέ μᾶς τήν ἐπιβάλλουν τόσο οἱ νόμοι, ὅσο μᾶς τή δίνει ὁ τρόπος ποί ζοῦμε, τότε ἔχουμε ἕνα κέρδος πάρα πάνω ἐμεῖς· ἀπό τή μιά δέν κουραζόμαστε ἀπό πρίν γιά τίς στενόχωρες ὧρες πού εἶναι νά ἔρθουν, ἀπό τήν ἄλλη, ὅταν βρεθοῦμε μέσα σαὐτές, δέ δειχνόμαστε λιγότερο τολμηροί ἀπό ἐκείνους, πού βασανίζονται σέ ὅλή τούς τή ζωή). Μετάφρ. Ί. Κακριδῆ.
[47] Κάτων, 16.
[48] Τά Βακχεῖα, τά ὄργια τοῦ Διονύσου.
[49] Λίβιος, 39, 15.
[50] Θρησκεία πού ἦρθε ἀπέξω.
[51] Βάκχοι 769 κ.ε. (Δέξου λοιπόν, βασιλιά, αὐτό τό θεϊκό πνεῦμα,ὅποιο κι ἄν εἶναι, σέ τούτην ἐδῶ τήν πόλη. Γιατί νά, καί στά ἄλλα εἶναι μεγάλος θεός καί, λένε, γι’ αὐτόν καί κεῖνο, ὅπως ἀκούω, ὅτι ἔδωσε στούς θνητούς τό παυσίλυπο ἀμπέλι. Κι ὅταν δέν ὑπάρχη πιά κρασί, οὔτε Κύπρις (Ἀφροδίτη) ὑπάρχει, οὔτε τίποτε ἄλλο εὐχάριστο μένει πιά στούς ἄνθρωπους).
[52] Πλούταρχος, Κάτων, 22-23. Πρόκειται γιά τήν πρεσβεία τῶν φιλοσόφων πού ἡ Ἀθήνα ἔστειλε στή Ρώμη νά συνηγορήση γιά ν’ ἀπαλλάξουν τήν πόλη ἀπό βαρύ πρόστιμο.
[53] Λίβιος, περιγραφή τῆς Ρώμης, 9, 18.