Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Ποιος μισεί…τον ευεργέτη του;

Ας συλλογιστούμε το εξής σύνηθες, για τον ανθρώπινο βίο, «σκηνικό». Ξαφνικά η ζωή μας ανατρέπεται εξαιτίας ενός είτε λιγότερο, είτε περισσότερο επώδυνου γεγονότος που μας πλήττει είτε οικογενειακά, είτε προσωπικά, είτε επαγγελματικά, είτε οικονομικά, είτε ηθικά είτε και συνδυαστικά ακόμα σε σχέση με ορισμένα από τα προαναφερόμενα πλαίσια…

Τι κάνουμε τότε;; Προσφεύγουμε σε κάποιο ή κάποια προσφιλή πρόσωπα τα οποία εμπιστευόμαστε απόλυτα και τα οποία έχουμε πολλές φορές συνδράμει ηθικά και υλικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά κατά τον παρελθόντα χρόνο, χωρίς ουδέποτε να περάσει από το μυαλό μας ούτε η πιο τυπική σκέψη ανταποδοτικότητας στο ελάχιστο… και φυσικά ούτε η πιο μικρή υποψία προδοσίας της συναισθηματικής μας αφοσίωσης και της προσωπικής μας εμπιστοσύνης…
 
Και ιδού η απάντηση του προσώπου που πολλάκις ευεργετήθηκε από εμάς: όχι απλά στοιχειωδώς δεν μας συμμερίζεται ή προσπαθεί να δείξει την ελάχιστη κατανόηση, έστω και υποκρινόμενο, αλλά, προκειμένου να μας επιτείνει τον πόνο, μας κλείνει κάθε δίοδο οποιασδήποτε στοιχειώδους επικοινωνίας, πόσο μάλλον ελάχιστης ηθικής ή συναισθηματικής έστω στήριξης…, κοινώς «μας λακτίζει», ενώ εμείς μένουμε άναυδοι και συναισθηματικά ακόμα πιο φορτισμένοι, ερχόμενοι αναπόφευκτα αντιμέτωποι μ’ έναν έντονο ψυχικό πόνο που αδυνατεί να διαχειρισθεί ορθά η λογική μας σε συνδυασμό με την εμπειρία μας…
 
Μετά από λίγο ανακάμπτουμε συναισθηματικά, μέσω των μηχανισμών άμυνας την ύπαρξη και τον τρόπο ενεργοποίησης των οποίων συχνά οι ίδιοι αγνοούμε και τις περισσότερες φορές ζητούμε ή μάλλον προσφεύγουμε στη ''Θεία'' βοήθεια, υποσχόμενοι ότι θα γίνουμε έμπρακτα καλύτεροι άνθρωποι στο μέλλον…
 
Εμφανίζεται ένα άτομο ή κάποια άτομα που ουδέποτε τα είχαμε ευεργετήσει, που ουδέποτε τους είχαμε δώσει «σημασία», που ουδέποτε είχαμε στοιχειωδώς επιδιώξει τον ελάχιστο κοινωνικό και διαπροσωπικό συσχετισμό μαζί τους και οι οποίοι, εντελώς αυθόρμητα και χωρίς δεύτερη σκέψη, μας συνδράμουν «λυτρωτικά»… Και όχι απλά μας συνδράμουν, αλλά μας στηρίζουν τόσο ανέλπιστα που αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι όλη αυτή η δοκιμασία ίσως, τελικά, να ήταν για το καλό μας…, αφού, όχι απλά απομακρυνθήκαμε από ψεύτικους ανθρώπους – με τυπικά προσωπεία εξασφάλισης μικρότερων ή μεγαλύτερων κάθε φορά συμφερόντων – , αλλά, επιπλέον και κυρίως, μας δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσουμε αυθεντικούς ανθρώπους με ειλικρίνεια, δοτικότητα, μαχητικότητα και ήθος…
 
Τα πράγματα αποκαθίστανται σιγά-σιγά, εμείς έχουμε οικειοποιηθεί αναπόφευκτα με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που μας ευεργέτησαν και όλα κυλούν ομαλά προς την πλήρη ανάταξη όλων των δεδομένων της εφησυχαστικής μας καθημερινότητας, τα οποία είχαν ανατραπεί…
 
Ωστόσο, προς απογοήτευσή μας και εντελώς απροσδόκητα, «κάτι» αρχίζει  να μας ενοχλεί… Το πρόσωπο που μας ευεργέτησε δεν ήταν τόσο τέλειο όσο νομίζαμε.. Μας ενοχλεί «πάνω του» το α΄ το β΄ το γ΄…. στοιχείο ή χαρακτηριστικό! Η εικόνα του μας δημιουργεί μια κλιμακούμενη αρνητικά δυσαρέσκεια, ενώ οι αφορμές για διαπροσωπικές αντιπαραθέσεις και αψιμαχίες καθίστανται όλο και πιο συχνές μέσα στο πλαίσιο μιας διαγεγραμμένης πορείας απόλυτης σύγκρουσης και αντιπαράθεσης και μάλιστα με επιχειρήματα μη συγχωρούμενων λαθών του προσώπου ή των προσώπων των οποίων οι αρχές και το ηθικό τους υπόβαθρο μας έσωσαν σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής μας… Γιατί όμως; Τι συμβαίνει;
 
Δεν αισθανόμαστε ότι είμαστε αγνώμονες, ούτε άδικοι, θεωρώντας ότι μέσω κάποιας ευγενούς χειρονομίας – έκφρασης φιλοφρόνησης… «έχουμε βγάλει την υποχρέωση» όπως συνήθως λέγεται… Και για να εκφραστώ πιο απλά και ταυτόχρονα πιο ακραία… «Εσύ μου σώζεις τη ζωή ή με γλυτώνεις από διάφορους κινδύνους και ο ίδιος ή η ίδια προσωπικά με ένα υπέροχο τραπέζι (γεύμα ή δείπνο) που σου προσφέρω ή με ένα δώρο «συμψηφίζω» την υποχρέωση…». Πλέον, η μονόπλευρη σωτήρια προσφορά του ευεργέτη μας έχει γίνει μια αμοιβαία συναλλαγή που έχει χάσει και κάθε νόημα… για περαιτέρω συγχρωτισμό.
 
Άλλωστε έχουμε επιχειρήματα… Μου έκανες αυτό…, μου έκανες εκείνο… Εκείνη την ημέρα μου είπες αυτό και με πρόσβαλες ή μείωσες την αξιοπιστία της προσωπικότητάς μου και άλλα συναφή… Εκτός αυτού, δεν έπραξες το γ’, το δ’ κ.λ.π…. Τελειώσαμε… Η αγανάκτηση μας πνίγει….
 
Το εντελώς παράδοξο το οποίο ακολουθεί στο εν λόγω περιγραφόμενο «σκηνικό»» είναι ότι επιζητούμε μια «αυθόρμητη» ή και τυχαία συνάντηση ή επιδιώκουμε ασυναίσθητα ή και συνειδητά ακόμα να συγχρωτισθούμε με το πρόσωπο που κάποτε μας είχε τόσο βάναυσα απορρίψει, εάν και είχε ευεργετηθεί από εμάς και αρχίζουμε να του περιγράφουμε «τον πόνο μας», δηλαδή την απογοήτευση που βιώνουμε απ’ αυτόν που μας ευεργέτησε και μάλιστα αφηγούμενοι τα «μεταφραζόμενα» στο μυαλό μας ως ατυχή δεδομένα, αφού φυσικά έχει απέλθει πλέον η δύσκολη συγκυρία με την οποία βρεθήκαμε αντιμέτωποι….
 
Το πρόσωπο που μας είχε απορρίψει και μας είχε φερθεί απάνθρωπα και σκληρά, μας συμμερίζεται πλήρως τώρα, βρίσκει δίκαιο στα επιχειρήματά μας και κυρίως, λόγω της ουδετερότητάς του στην εν λόγω σχέση, μέσα από τις αφηγήσεις μας, επισημαίνει και άλλα τρωτά σημεία που είχαν διαφύγει της προσοχής μας και τα οποία θα πρέπει να μας «εξεγείρουν» περισσότερο έναντι του προσώπου που μας  ευεργέτησε… «Ευτυχώς που μας τα επεσήμανε…», σκεφτόμαστε… Ακολούθως και οι δυο μαζί στρεφόμαστε κατά αυτού που μας έσωσε….
 
Μπορεί να ακούγεται παράλογο, αλλά εμείς αισθανόμαστε ότι έχουμε δίκαιο. Μπορεί να μας έσωσε το συγκεκριμένο πρόσωπο τότε, τη δύσκολη συγκυρία όπου όλοι οι άλλοι μας εγκατέλειψαν, αλλά …, τώρα η συμπεριφορά του είναι «ενοχλητική» και τα επιχειρήματά μας βασίζονται σε αντικειμενικά στοιχεία, του τύπου «με στραβοκοίταξε ο σκύλος του και μου νιαούρισε περίεργα η γάτα του» !
 
Ο πρώην ευεργέτης «απορρίπτεται» από τον διαπροσωπικό μας ορίζοντα, πολλές φορές σχολιάζεται και συκοφαντείται και εμείς αγκαλιάζουμε το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που είχαν ευεργετηθεί από εμάς, αλλά όταν, για μια και μόνο φορά, προσφύγαμε σε αυτά, μας φέρθηκαν με ασύλληπτη σκληρότητα…. «Δεν βαριέσαι», «ας τα ξεχάσουμε όλα» – τους συγχωρούμε –  «άνθρωποι είναι…». «Ίσως δεν είχαν συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης μας, ίσως αντιμετώπιζαν κάποια δικά τους προβλήματα το δεδομένο χρονικό διάστημα…, ας δώσουμε μια ακόμα ευκαιρία στη σχέση ή στη φιλία μας ή στην κοινωνική μας συναναστροφή…, τώρα, άλλωστε, που όλα στην καθημερινότητά μας ανέκτησαν την προηγούμενη (φαινομενική) τους ισορροπία…».
 
Απίστευτο… και όμως τόσο συχνά διαπραττόμενο…
Γιατί συγχωρούμε αυτόν που εντελώς άπονα «μας εγκατέλειψε στην τύχη μας» και αδιαφόρησε πλήρως την ώρα της μέγιστης ανάγκης μας και στρεφόμαστε εναντίον αυτού που μας ευεργέτησε και αναπόφευκτα οικειοποιήθηκε μαζί μας μέσω μιας ουσιαστικής διαπροσωπικής σχέσης που δεν βασίζεται σε τυποποιημένες μορφές συμπεριφοράς συχνά υποκριτικής, αλλά στην αυθεντικότητα των συναισθημάτων και στην ανεπιτήδευτη γενναιοδωρία;
 
Γιατί αυτήν την οικειοποίηση τη μεταφράζουμε σε εχθρικότητα και μάλιστα μέσω ανόητων αφορμών;
 
Τι μας ενοχλεί τελικά; ο διαφορετικός τους χαρακτήρας;  η δύναμη και η πηγαία θέληση να βοηθήσουν τον συνάνθρωπό τους, χωρίς προηγουμένως να έχουν υπολογίσει τα ενδεχόμενα οφέλη και τις αντίστοιχες απώλειες από μια τέτοια ενέργεια;;; Οι απόψεις πολλές και οι απαντήσεις διάφορες, μέσα από το πρίσμα διαφορετικών επιστημονικών προσεγγίσεων και επιχειρημάτων ηθικής, ψυχολογικής – ψυχιατρικής, κοινωνιολογικής και  θρησκευτικής ερμηνείας…
 
Μήπως, τελικά, αυτό το μεγαλείο που αποπνέουν οι δοτικοί συνάνθρωποί μας, όντας ευγενείς και γενναιόδωροι συναισθηματικά αγγίζει τις εσωτερικές μας ανασφάλειες;
 
Μήπως αισθανόμαστε αδύναμοι και ελλειμματικοί, θεωρώντας ότι στερούμαστε της εσωτερικής ικανότητας και της ψυχικής δύναμης να προσφέρουμε αντίστοιχα και εμείς…. κάτι τόσο όμορφο, τόσο τρυφερό, τόσο σωτήριο, τόσο άυλο και όμως τόσο λυτρωτικό, ευγενές και μοναδικό;
 
Μήπως δεν έχουμε δυστυχώς συνειδητοποιήσει ότι όλοι μας διαθέτουμε χαρίσματα και ικανότητες, οι οποίες δεν συνιστούν συγκρινόμενα – ανταγωνιστικά μεγέθη κοινωνικής προβολής – επιβολής, ενώ, ταυτόχρονα, σκιαγραφούν το μεγαλείο της μοναδικής μας προσωπικότητας, το οποίο οι ίδιοι «κατασπαράζουμε» υιοθετώντας ατυχώς τα προβαλλόμενα πρότυπα στάσης ζωής και υλικού ευδαιμονισμού, τα οποία αναιρούν κάθε θετική μας προαίρεση, «εκμηδενίζουν» κάθε αγνό μας συναίσθημα και κάθε πρόθεση δημιουργικότητας και αναζήτησης της ευχαρίστησης κάθε στιγμή της ζωής μας που δεν θα γυρίσει ποτέ πίσω, εγκλωβίζοντάς μας στην περιδίνηση των παθών μας και μόνο;
 
Ερωτήματα που ο καθένας και η καθεμία από εμάς θα πρέπει να θέσει με πολύ αυστηρότητα προς τον εαυτό του/της, αντίστοιχα.
 
Την επόμενη φορά που θα νιώσουμε θυμό ή απογοήτευση ενθυμούμενοι κάποια γεγονότα ή «ελαττώματα» – ανόητες αφορμές σε σχέση με το πρόσωπο που μας ευεργέτησε, όταν όλοι οι άλλοι προέβαλαν λογικοφανή επιχειρήματα αποχής από κάθε στοιχειώδη έννοια ανθρώπινης συμπόνιας ή επικαλούνταν ευφάνταστες δικαιολογίες ή επέδειξαν παράλογη αναλγησία, ΑΣ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ ότι συχνά φαντάζει «άψογο»… οτιδήποτε στέκεται μακριά μας και είναι απρόσιτο στην ουσία του…  
 
Όποιος αυθόρμητα και ασυναίσθητα και χωρίς δεύτερη σκέψη μας παρέχει μαθήματα ηθικής ανωτερότητας θα πρέπει, τουλάχιστον, να του αποδίδουμε τον πρέποντα σεβασμό και την αντίστοιχη ευγνωμοσύνη, εάν δεν θέλουμε να απολέσουμε κάθε έννοια αυτοσεβασμού και να στερηθούμε συνειδητά κάθε ευκαιρία θετικού παραδειγματισμού και προσωπικής αυτοπραγμάτωσης, που δεν στηρίζεται στην ωμότητα μιας εμπορικής συναλλαγής, καμουφλαρισμένης ως κοινωνικής ή φιλικής συναναστροφής, η οποία, αλλοίμονο, σπάνια φέρει το χαρακτήρα της αμφίδρομης πορείας (επί ίσοις όροις), αλλά στην ουσία της υποκρύπτει τη στυγνή εκμετάλλευση της μιας ανθρώπινης οντότητας από την άλλη… σε κάθε εποχή, σε κάθε κοινωνικό συσχετισμό, σε κάθε επαγγελματικό χώρο, σε κάθε ηλικιακό στάδιο…
 
Άλλωστε, μια απλή αναζήτηση της ετυμολογίας της λέξης «ευεργέτης» θα μας λύσει εύκολα όλες τις απορίες: ευ+ έργον= το καλό έργο!

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΘΟΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ;

Η φθορά της δημοκρατίας χτες και σήμερα

Ως γνωστόν, το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, του πιο φονικού εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στους Έλληνες, σήμανε και την αρχή μιας τάχιστης κατάρρευσης της πόλεως-κράτους. Ένα τέτοιο φαινόμενο εντάσσεται στη λογική των ιστορικών και συναφώς κοινωνικο-πολιτικών αλλαγών –αρνητικών ή θετικών. Αυτές τείνουν βασικά να γίνονται αισθητές από τα ορατά συντρίμμια ή τις αποσυνθέσεις που τις προκαλούν ή που οι ίδιες (οι αλλαγές) αφήνουν πίσω τους. Κάτι παρόμοιο, για παράδειγμα, συμβαίνει και τώρα με την εθνο-κρατική υπόσταση των Νεοελλήνων: οδεύει προς κατάρρευση ή αποσύνθεση, ανεξάρτητα αν οι αμπελοφιλόσοφοι των ποικίλων καθεστωτικών σχηματισμών, δρώντων είτε με τη μάσκα της «δημοκρατίας» ή και με εκείνη του «σοσιαλισμού» κ.λπ., δεν μπορούν ή δεν θέλουν να εννοήσουν το κακό που απεργάζονται. Μελετώντας ο Αριστοτέλης τη συγκεκριμένη τότε ιστορική πραγματικότητα επιχείρησε να ερμηνεύσει ρεαλιστικά, αλλά με διεισδυτικό φιλοσοφικό μάτι την πολύπλοκη πολιτική κατάσταση. Στο έργο του Πολιτικά διερευνά λόγους και αιτίες, που σώζουν και φθείρουν τα πολιτεύματα. Η όλη έρευνά του δεν είναι μια ευθύγραμμη πορεία, αλλά περιέχει όχι και λίγες διαφορετικές έως και αντιθετικές πτυχές, ανάλογα με το προς διερεύνηση σημείο ή στοιχείο.

Αναγνωρίζοντας ο φιλόσοφος την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στη δημιουργία ή στην κατάργηση διαφόρων πολιτικών συστημάτων ορίζει το πολίτευμα ως εξής:

«είναι η εύτακτη οργάνωση των εξουσιών και αυτές τις διαμοιράζονται όλοι οι πολίτες ή με βάση την πολιτική δύναμη όσων μετέχουν είτε με κάποια κοινή αρχή ισότητας» (Πολιτικά 1290a, 7-10).
Τι μας λέει εδώ ο Αριστοτέλης; Πως το σώμα των πολιτών παίζει καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση ενός πολιτεύματος. Αλλά αυτό το σώμα δεν διέπεται από ενιαίες αρχές: μπορεί να λειτουργεί είτε με βάση την αρχή του ισχυρότερου είτε με την αρχή της ισότητας, σχετικής ή απόλυτης, και με δικαιοκρισία. Επομένως, πέραν του ως άνω θεμελιώδους οντολογικά ορισμού, κάθε πολίτευμα ευδοκιμεί ή παρακμάζει ανάλογα με συγκεκριμένες ποιοτικές και ποσοτικές αρχές ή στοιχεία, όπως επίσης ανάλογα με τις διακρίσεις που υφίστανται ή καλλιεργούν οι διάφορες εν εξουσία μερίδες των πολιτών. Σημειωτέον ότι ο Αριστοτέλης δεν παραλείπει να διαβαθμίζει τα διάφορα στρώματα ή μερίδες των πολιτών κοινωνικά, με σημερινή ορολογία κοινωνικο-ταξικά: διακρίνει βασικά την «τάξη» των φτωχών και εκείνη των πλούσιων με αντίστοιχες υποδιαιρέσεις, διαστρωματώσεις. Αυτές οι δυο «τάξεις», δηλαδή τα μέρη της πόλεως, είναι αντίπαλες/α μεταξύ τους και ανάλογα με το ποιο μέρος έχει την υπεροχή προκύπτουν δυο κύρια πολιτεύματα: η δημοκρατία και η ολιγαρχία (ο.π., 1291b, 10-13).

Αλλά και αυτά τα πολιτεύματα έχουν πολλούς επί μέρους τύπους ή είδη. Ως προς τη δημοκρατία, πιο ειδικά, το κάθε είδος δημοκρατικής διακυβέρνησης εξαρτάται από τις κοινωνικές κατηγορίες των ανθρώπων, ήτοι στρώματα, που στηρίζεται, από την οργάνωση των δομών εξουσίας, καθώς επίσης και από τον τρόπο αντιπροσώπευσης των πολιτών. Αλλά το δημοκρατικό πολίτευμα αυτό καθεαυτό διαφέρει από το ολιγαρχικό σε όλες τις παραλλαγές του, δυνάμει του γεγονότος ότι πρεσβεύει, θεωρητικά τουλάχιστον, την ισότητα για όλους, ενώ το ολιγαρχικό πρεσβεύει την ισότητα για τον εαυτό του και την ανισότητα για τους πολλούς. Στην πράξη ωστόσο, τονίζει με έμφαση ο Αριστοτέλης (βλ Πολιτικά IV και V), τα πράγματα δεν είναι και τόσο ρόδινα. Μια εγγενής φθορά για όλα τα πολιτεύματα, μηδέ εξαιρουμένης και της δημοκρατίας, προκύπτει από τη διάσταση λόγων και έργων. Ενώ διατείνονται ότι μάχονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας σε όλους τους πολίτες, στην πραγματικότητα υπερασπίζονται τα ιδιοτελή συμφέροντα της δικής τους κομματικής-πολιτικής φατρίας και εφαρμόζουν τα εν λόγω δικαιώματα και την ισότητα μόνο για τον εαυτό τους. Ερώτημα: μήπως δεν συμβαίνει το ίδιο ακριβώς και στη σημερινή Ελλάδα; Επομένως, η φθορά ενός δημοκρατικού πολιτεύματος επέρχεται από τα έργα και τις ημέρες των κυβερνώντων (ό.π. 1300 κ.εξ.).

Περαιτέρω, η φθορά του δημοκρατικού πολιτεύματος προκύπτει από την αντιπαλότητα συμφερόντων τόσο ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και τα αντίστοιχα κοινωνικά στρώματα όσο και στους κόλπους της ίδιας της τάξης, δηλαδή της φατρίας που κυβερνά. Επίσης, μια από τις κύριες αιτίες φθοράς του δημοκρατικού πολιτεύματος, κατά τον Αριστοτέλη, είναι η δημαγωγία: οι κυβερνώντες δημαγωγούν σε βάρος των πολιτικών τους αντιπάλων, τους δυσφημούν, τους εξορίζουν, τους διώκουν πολιτικά, τους απαλλοτριώνουν πολιτικά δικαιώματα, αλλά και την περιουσία τους, ελπίζοντας έτσι να κερδίσουν την εύνοια του λαού (ό.π., 1304 κ.εξ). Μια τέτοια δημαγωγική πολιτική διαφθείρει τα δημόσια ήθη και καταλύει πρακτικά τη δημοκρατία, μετατρέποντάς την σε ολιγαρχία. Άλλη αιτία φθοράς της δημοκρατίας είναι η συγκέντρωση πολλών εξουσιών σε ένα πρόσωπο, με αποτέλεσμα να υπάρχει στα λόγια δημοκρατία, στην ουσία όμως τυραννία τους ενός ανδρός (ό.π. 1305). Με περισσή σαφήνεια παρατηρεί ο μεγάλος έλληνας φιλόσοφος πως όσοι συγκεντρώνουν όλες τις εξουσίες στα χέρια τους δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος της εξουσίας, χωρίς να διαφθείρονται (όπ., 1308b). Συνοψίζει λοιπόν λέγοντας πως μια γενική, καθολική φθορά της δημοκρατίας, σε στενή συνάφεια με όλες τις άλλες αιτίες της φθοράς της, είναι η στρεβλή αντίληψη και εφαρμογή της ελευθερίας: αντί να εφαρμόζονται οι νόμοι επί ίσοις όροις από όλους, ορισμένοι πιστεύουν πως μπορούν να τίθενται υπεράνω των νόμων (ό.π., 1310). Και όλα αυτά έχουν έναν κοινό παρανομαστή: την απουσία μέτρου. Με όλα τα παραπάνω, ο Αριστοτέλης απαντά και στο ερώτημα, που μας επιτρέπει να σκεφτόμαστε καλύτερα το δικό μας σήμερα και το οποίο επανέρχεται δριμύτερο: ποιοι είναι οι εχθροί της δημοκρατίας; Απάντηση: οι ίδιοι οι φανατικοί «υπερασπιστές» της, δηλαδή εκείνοι οι κυβερνώντες που με τις πράξεις τους καθιστούν τη δημοκρατία: κράτος χωρίς το δήμο, άρα βία ενάντια στο δήμο.
 

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (41.1-45.1)

41. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΚΥΩΝ [41.1] ἀλώπηξ εἰς ἀγέλην προβάτων εἰσελθοῦσα θηλαζόντων τῶν ἀρνίων ἓν ἀναλαβομένη προσεποιεῖτο καταφιλεῖν. ἐρωτηθεῖσα δὲ ὑπὸ κυνός· «τί τοῦτο ποιεῖς;» «τιθηνοῦμαι αὐτό», ἔφη, «καὶ προσπαίζω». καὶ ὁ κύων ἔφη· «καὶ νῦν, ἂν μὴ ἀφῇς τὸ ἀρνίον, τὰ κυνῶν σοι προσοίσω».
πρὸς ἄνδρα ῥᾳδιουργὸν καὶ μωροκλέπτην ὁ λόγος εὔκαιρος.

42. ΓΕΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΣ ΑΥΤΟΥ
[42.1] ἀνὴρ γεωργὸς μέλλων τελευτᾶν καὶ βουλόμενος τοὺς αὐτοῦ παῖδας ἐμπείρους εἶναι τῆς γεωργίας μετακαλεσάμενος αὐτοὺς ἔφη· «τεκνία, ἐν μιᾷ τῶν ἀμπέλων μου θησαυρὸς ἀπόκειται». οἱ δὲ μετὰ τὴν αὐτοῦ τελευτὴν ὕννας τε καὶ δικέλλας λαβόντες πᾶσαν αὐτῶν τὴν γεωργίαν ὤρυξαν. καὶ τὸν μὲν θησαυρὸν οὐχ εὗρον, ἡ δὲ ἄμπελος πολυπλασίως τὴν φορὰν αὐτοῖς ἀπεδίδου.
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι ὁ κάματος θησαυρός ἐστι τοῖς ἀνθρώποις.

43. ΒΑΤΡΑΧΟΙ
[43.1] βάτραχοι δύο ξηρανθείσης αὐτῶν τῆς λίμνης περιῄεσαν ζητοῦντες ποῦ καταμεῖναι. ὡς δὲ ἐγένοντο κατά τι φρέαρ, ὁ ἕτερος συνεβούλευεν ἀμελετήτως καθάλλεσθαι. ὁ δὲ ἕτερος ἔλεγεν· «ἐὰν οὖν καὶ τὸ ἐνθάδε ὕδωρ ξηρανθῇ, πῶς δυνησόμεθα ἀναβῆναι;»
ὁ λόγος ἡμᾶς διδάσκει μὴ ἀπερισκέπτως προσέρχεσθαι τοῖς πράγμασιν.

44. ΒΑΤΡΑΧΟΙ ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ ΒΑΣΙΛΕΑ
[44.1] βάτραχοι λυπούμενοι ἐπὶ τῇ ἑαυτῶν ἀναρχίᾳ πρέσβεις ἔπεμψαν πρὸς τὸν Δία δεόμενοι βασιλέα αὐτοῖς παρασχεῖν. ὁ δὲ συνιδὼν αὐτῶν τὴν εὐήθειαν ξύλον εἰς τὴν λίμνην καθῆκε. καὶ οἱ βάτραχοι τὸ μὲν πρῶτον καταπλαγέντες τὸν ψόφον εἰς τὰ βάθη τῆς λίμνης ἐνέδυσαν, ὕστερον δέ, ὡς ἀκίνητον ἦν τὸ ξύλον, ἀναδύντες εἰς τοσοῦτο καταφρονήσεως ἦλθον ὡς καὶ ἐπιβαίνοντες αὐτῷ ἐπικαθέζεσθαι. ἀναξιοπαθοῦντες δὲ τοιοῦτον ἔχειν βασιλέα ἧκον ἐκ δευτέρου πρὸς τὸν Δία καὶ τοῦτον παρεκάλουν ἀλλάξαι αὐτοῖς τὸν ἄρχοντα. τὸν γὰρ πρῶτον λίαν εἶναι νωχελῆ. καὶ ὁ Ζεὺς ἀγανακτήσας κατ᾽ αὐτῶν ὕδραν αὐτοῖς ἔπεμψεν, ὑφ᾽ ἧς συλλαμβανόμενοι κατησθίοντο.
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι ἄμεινόν ἐστι νωθεῖς ἔχειν ἄρχοντας ἢ ταρακτικούς.

45. ΒΟΕΣ ΚΑΙ ΑΞΟΝΕΣ
[45.1] βόες ἅμαξαν εἷλκον. τοῦ δὲ ἄξονος τρίζοντος ἐπιστραφέντες οὗτοι ἔφασαν πρὸς αὐτόν· «ὦ οὗτος, ἡμῶν τὸ ὅλον βάρος φερόντων σὺ κέκραγας;»
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἔνιοι ἑτέρων μοχθούντων αὐτοὶ προσποιοῦνται κάμνειν.

***
41. Η αλεπού και ο σκύλος.
[41.1] Μια φορά η αλεπού πήγε και τρύπωσε ανάμεσα σε ένα κοπάδι πρόβατα, την ώρα που οι προβατίνες θήλαζαν τα αρνάκια τους. Άρπαξε λοιπόν και αυτή ένα αρνάκι και προσποιούνταν ότι το χαϊδολογάει και το γεμίζει φιλιά. Το τσοπανόσκυλο τότε τη ρώτησε: «Τί είναι αυτά που κάνεις;». «Αχ καλέ, δεν βλέπεις», απάντησε εκείνη, «το βυζαίνω το κούτσικο και το κανακεύω». Όμως ο σκύλος τής γρύλισε: «Το καλό που σου θέλω, άσε κάτω το αρνί τώρα, αλλιώς θα σου δείξω τί θα πει σκυλίσια ζωή».
Ο μύθος αυτός ταιριάζει για άνθρωπο κουτοπόνηρο και κλέφτη της πεντάρας.

42. Ο αγρότης και τα παιδιά του.
[42.1] Ήταν ένας αγρότης που ζύγωνε στο τέλος της ζωής του και ήθελε να γίνουν και οι γιοι του πεπειραμένοι καλλιεργητές. Τους φώναξε, λοιπόν, κοντά του και τους ορμήνευσε: «Παιδάκια μου, να ξέρετε, σε ένα από τα αμπέλια μου είναι θαμμένος θησαυρός». Έτσι, μόλις πέθανε ο γέρος, οι νεαροί αδράξανε τσάπες και αλέτρια και κατέσκαψαν όλα τους τα χωράφια πέρα ώς πέρα. Δεν βρήκαν βέβαια κανέναν θησαυρό. Όμως με όλα αυτά το αμπέλι τούς χάρισε πολλαπλάσια συγκομιδή.
Το δίδαγμα του μύθου: Ο μόχθος είναι ο αληθινός θησαυρός για τους ανθρώπους.

43. Τα βατράχια.
[43.1] Ήταν δύο βατράχια που η λίμνη τους ξεράθηκε, και τριγυρνούσαν εδώ και εκεί ψάχνοντας μέρος για να μείνουν. Με τα πολλά φτάσανε σε κάποιο πηγάδι, και το ένα βατράχι πρότεινε να βουτήξουν μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Το άλλο όμως έφερε αντίρρηση: «Και δεν μου λες, άμα ξεραθούν και εκεί κάτω τα νερά, πώς στην οργή θα καταφέρουμε εμείς να ξανανέβουμε πάνω;».
Το δίδαγμα του μύθου: Δεν πρέπει να καταπιανόμαστε με τίποτε δίχως περίσκεψη.

44. Τα βατράχια γυρεύουν βασιλιά.
[44.1] Μια φορά και έναν καιρό τα βατράχια δεν ήσαν ικανοποιημένα με την έλλειψη διακυβέρνησης στο έθνος τους. Γι᾽ αυτό έστειλαν πρεσβεία στον Δία και τον παρακάλεσαν να τους ορίσει βασιλιά. Ο θεός, βέβαια, αντιλήφθηκε αμέσως τη χαζομάρα τους και περιορίστηκε να πετάξει ένα ξύλο μέσα στη λίμνη τους. Οι βάτραχοι τρόμαξαν στην αρχή από τον παφλασμό και βούτηξαν στον πάτο. Στη συνέχεια, όμως, καθώς το κούτσουρο στεκόταν ακίνητο, ξεθάρρεψαν και βγήκαν πάλι στην επιφάνεια. Με τα πολλά, έφτασαν τελικά σε τέτοιο σημείο περιφρόνησης, ώστε να καβαλάνε κιόλας το μαραφέτι και να κουρνιάζουν πάνω του. Όπως ήταν επόμενο, σύντομα δυσανασχέτησαν με αυτήν την κατάσταση, θεωρώντας την ανάξιά τους: «Καλά, τί σόι βασιλιάς είναι τούτος;». Έστειλαν λοιπόν για δεύτερη φορά πρεσβευτές στον Δία και τον παρακάλεσαν να τους αλλάξει κυβερνήτη, διότι αυτός ο πρώτος ήταν, βρε παιδί μου, υπερβολικά νωθρός. Τότε ο θεός αγανάκτησε και τους έστειλε μια νεροφίδα, η οποία βάλθηκε ευθύς να τους αρπάζει και να τους τρώει.
Το δίδαγμα του μύθου: Καλύτερα οι ηγέτες να είναι αδρανείς παρά ανακατωσούρηδες.

45. Τα βόδια και ο άξονας.
[45.1] Ήταν κάτι βόδια που έσερναν ένα αμάξι. Έλα όμως που ο άξονας στις ρόδες έτριζε πολύ. Γι᾽ αυτό τα βόδια στράφηκαν τελικά προς το μέρος του και του τα έψαλαν: «Ρε αχαΐρευτε, εμείς τραβάμε όλο το βάρος και εσύ βάζεις τις φωνές;».
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους: Κάποιοι καμώνονται πως κουράζονται, έστω και αν είναι άλλοι εκείνοι που βγάζουν πέρα τη δουλειά.

Οι σχέσεις δεν έχουν manual

Προφανώς οι σχέσεις δεν έχουν, ούτε θα μπορούσαν να έχουν, ένα manual εγχειρίδιο το οποίο θα μας καθοδηγούσε στην σωστή διαχείριση τους. Είναι κατά συνέπεια αναπόφευκτο οι σχέσεις μας συχνά να έχουν προβλήματα, μερικές φορές ανυπέρβλητα.
 
Ωστόσο η εμπειρία, η κοινή λογική και πάνω απ’όλα η “χαμηλή περιεκτικότητα” σε εγωισμό είναι το πιθανότερο καλοί οδηγοί στο να αποφύγουμε ορισμένες σίγουρες κακοτοπιές!
 
Με γνώμονα τους 3 παραπάνω άξονες προτείνονται οι εξής βασικές κατευθύνσεις:
 
1. Δεν μπορεί να φταίνε πάντα/μόνο οι άλλοι... Αυτό δεν είναι σχέση! Η σχέση προϋποθέτει δύο μέρη, αλληλένδετα. Άρα κάπου εκεί βρισκόμαστε και εμείς... Χρειάζεται ο καθένας να αναλάβει την ευθύνη του, το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί και όχι να το φορτώνει στον/ην άλλον/η, όσο κι αν αυτό μας βολεύει...
 
2. Δεν μπορεί να περιμένουμε απ΄τον/την άλλον/η να κάνουν αυτοί το πρώτο βήμα-ούτε μπορούμε πάντα να κάνουμε το πρώτο βήμα εμείς! Μαζί ''τα κάνουμε'', μαζί πρέπει και να τα “μαζέψουμε”... («it makes two to tango!»). Η ανάληψη της πρωτοβουλίας σε μια κρίσιμη στιγμή της σχέσης είναι πολύ σημαντική και υπό μια έννοια τιμά αυτόν που την παίρνει, όμως και πάλι θα πούμε ότι δεν μπορεί αυτός/η που παίρνει την πρωτοβουλία να είναι πάντα ο/η ίδιος/α, γιατί προφανώς αυτό κάποια στιγμή κουράζει...
 
3. Αφήστε έξω από το πρόβλημα τους γονείς σας!.. Όσο πιο μακριά τόσο καλύτερα - όσο περισσότερο ανακατεύονται τόσο το χειρότερο! Διαφορετικά οι δύο γίνονται έξι, με κίνδυνο οι έξι να γίνουν δώδεκα μετά γινόμαστε από δύο χωριά χωριάτες! Ίσως μία συμβουλή ενός φίλου να μπορεί να βοηθήσει, όμως θα λέγαμε καλύτερα όχι ενός γονέα: Οι γονείς σπάνια μπορούν να μείνουν ουδέτεροι σε τέτοια θέματα και ακόμα σπανιότερα αντέχουν αυτό που τους λέμε... και έτσι (ίσως και) άθελα τους αντί να βοηθήσουν ρίχνουν λάδι στη φωτιά!
 
4. Αφήστε λίγο το "σίδερο να κρυώσει...". Οι πρώτες ώρες (κάποιες φορές και οι πρώτες μέρες) δεν είναι καλοί σύμβουλοι στις αντιδράσεις μας... Πάρτε λίγο χρόνο, «πάρτε μία ανάσα», συλλογισθείτε, αναλογισθείτε, συμβουλευθείτε... και ύστερα μιλήστε: ήρεμα, όσο γίνεται, αν θέλετε να τα βρείτε. Αλλιώς με τις άμεσες, συχνά σπασμωδικές αντιδράσεις, το μόνο εύκολο είναι να τσακωθείτε βαθαίνοντας την κρίση ακόμα περισσότερο.
 
Ομολογουμένως, "τι δύσκολες" που είναι οι σχέσεις... Δύσκολες και υπέροχες!
 
Και τι αδικία... Πόσο δύσκολα χτίζονται και πόσο εύκολα γκρεμίζονται!
 
Για αυτό προσοχή στα θεμέλια...

Το δεντράκι που μεγάλωσε

Μικρό και αδύναμο, χωρίς πίστη και εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Έτσι με θυμάμαι. Ζούσα στο μεγάλο δάσος περιτριγυρισμένο από ψηλά έλατα και θεόρατα κυπαρίσσια. Έτσι τουλάχιστον φάνταζαν μπροστά στα μάτια μου. Με ζάλιζε το ύψος και η δύναμη τους. Εγώ ένιωθα τις ρίζες μου ίσα να ακουμπούν στη γη.

Ήμουν ένα αδύναμο κλαράκι που το έσερνε ο άνεμος. Ακολουθούσα πιστά τις επιθυμίες των άλλων δέντρων και ξεχνούσα τα δικά μου όνειρα. Ήθελα να ταξιδέψω σε ένα άλλο δάσος μακρινό.

Που όλα τα δέντρα θα με υπολόγιζαν και θα με σέβονταν. Θα γινόμουν ένα δέντρο δυνατό με βαθιές ρίζες που θα άντεχε τις θύελλες, τις καταιγίδες και την βαρυχειμωνιά.

Πίστευα ότι τη δύναμη θα μου την χάριζαν οι άλλοι. Όμως όσο περνούσαν τα χρόνια έμαθα. Την είχα βαθιά κρυμμένη στη ψυχή και στο μυαλό μου. Ήταν η πίστη και η αγάπη στον εαυτό μου.

Η αποδοχή της ύπαρξης μου με όλες τις ατέλειες αλλά και τις δυνατότητες μου. Τα μάτια μου άρχισαν ν’ ανοίγουν διάπλατα όταν άρχισα να «με βλέπω». Να συνειδητοποιώ το ύψος μου, τις ρίζες και την αντοχή μου.

Έπαψαν πια τα άλλα δέντρα να με παρασύρουν στα δικά τους θέλω. Άρχισα να επιτρέπω στον εαυτό μου να ονειρεύεται. Να χαράζει την πορεία του χωρίς να φοβάται να πει όχι και να διαφωνήσει.

Ο τοίχος της αυτοεκτίμησής μου είχε πια αρχίσει να χτίζεται λιθαράκι – λιθαράκι. Και ας υπήρχαν μέρες που ένιωθα ότι θα καταρρεύσω από την αγωνία και το φόβο.

Η ψυχή μου είχε αρχίσει να μεγαλώνει και ήταν εκείνη που έδωσε ρίζες στα πόδια και στο μυαλό να αντέχω τα χιόνια και τους παγετούς. Και τότε ήρθε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων.

Άρχισα να ακούω τον εαυτό μου. Να τον φροντίζω και να διώχνω από δίπλα μου όλα εκείνα τα δέντρα που τόσα χρόνια τρεφόταν από τις δικές μου ρίζες χωρίς εγώ να το αντιλαμβάνομαι.

Ένιωθα θυμό που δεν είχα ¨ξυπνήσει¨νωρίτερα αλλά καταλάβαινα όμως κιόλας ότι ήθελα χρόνο. Το δικό μου χώρο και χρόνο που θα συντονιζόταν με το μυαλό και την ψυχή μου για να αρχίσω το ταξίδι στα πιο κρυφά μου μονοπάτια.

Εκείνα όμως μου έδωσαν το φως όταν μπόρεσα να ξεκλειδώσω τα σεντούκια μου και να αφήσω τον εαυτό μου γυμνό από ψεύτικα περιτυλίγματα που περιστασιακά με γέμιζαν με χαρά και ικανοποίηση.

Τώρα πια έχω ξεκινήσει το ταξίδι μου σε ένα δάσος και μου έχω επιτρέψει να σκάψω βαθιά μέσα στα έγκατα της γης. Οι ρίζες μου καθημερινά αναπνέουν και εξελίσσονται.

Δεν τις σταματάει η φλυαρία και τα σχόλια των άλλων δέντρων αλλά είναι συντονισμένες με τα σχέδια της καρδιάς και του μυαλού μου. Μεγάλωσαν πια τα κλαδιά μου, θέριεψαν και άρχισα να βγάζω άνθη που καρποφόρησαν.

Είμαι ένα δέντρο γεμάτο ζουμερά κόκκινα ρόδια, έτοιμα να απολαύσουν τη ζωή που ξεδιπλώνεται μπροστά τους.

Διεκδικώντας τις επιθυμίες μας ξεχάσαμε τις ανάγκες μας

Θα έλεγε κανείς πως στην εποχή που διανύουμε συμβαίνει το αντίθετο. Πως δηλαδή, διεκδικώντας τις ανάγκες μας ξεχάσαμε τις επιθυμίες μας. Για να γίνει σαφές λοιπόν, ας διευκρινίσουμε τη διαφορά της ανάγκης από την επιθυμία.

Ανάγκη είναι η τροφή, γιατί τη χρειάζεσαι για να ζήσεις. Η πολλή τροφή όμως, η ακριβή τροφή, ή το εστιατόριο που θα επιλέξεις για να φας, είναι επιθυμία και όχι ανάγκη.

Ανάγκη είναι ο ρουχισμός, γιατί προστατεύει το σώμα σου. Ο ακριβός ή επώνυμος ρουχισμός όμως, ή η μόδα που υπαγορεύει τους κανόνες σε ρούχα παπούτσια και αξεσουάρ για λόγους καλλωπισμού, είναι επιθυμία και όχι ανάγκη.

Ανάγκη είναι η εργασία, γιατί σου δίνει τη δυνατότητα να παράξεις για το σύνολο και να νιώσεις χρήσιμος – κάτι που το χρειάζεσαι για να ζήσεις – ενώ παράλληλα ανταμείβεσαι γι’ αυτό.

Η εργασία που έχει άλλους στόχους όμως πέρα από αυτόν, είναι επιθυμία και όχι ανάγκη. Ανάγκη είναι η ασφαλής στέγαση. Οτιδήποτε πέρα από αυτό όμως, είναι επιθυμία και όχι ανάγκη.

Και τώρα που διευκρινίσαμε τα βασικά και αναγνωρίσαμε πως οι περισσότεροι τουλάχιστον καλύπτουμε αυτές τις ανάγκες μας, ας αναρωτηθούμε για εκείνες που παραμελούμε, προκειμένου να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας.

Γιατί πέρα από τις προφανείς ανάγκες, υπάρχουν κι άλλες εξίσου βασικές. Και μένουν δυστυχώς όλο και περισσότερο ακάλυπτες όσο εμείς εστιάζουμε στο να καλύψουμε αυτά που επιθυμούμε…

Η ανάγκη της ελευθερίας. Η ανάγκη της εσωτερικής ηρεμίας. Η ανάγκη της προσωπικής ανάπτυξης (συναισθηματικής , ψυχικής & πνευματικής). Η ανάγκη της αυθεντικότητας.

Η ανάγκη της προσφοράς. Η ανάγκη της δημιουργικότητας. Η ανάγκη της δικαιοσύνης. Η ανάγκη της γενναιοδωρίας. Της ανεξαρτησίας. Της ομαδικότητας. Της πίστης. Της αξιότητας. Της ειλικρίνειας. Της καλοσύνης. Της ελπίδας. Της ταπεινότητας. Και η λίστα δεν σταματάει εδώ.

Αλήθεια, πόσο αμελούμε αυτές τις ανάγκες προκειμένου να υπερκαλύψεις τις επιθυμίες μας; Το μέγεθος του σπιτιού μας, την αξία των πραγμάτων μας, την κοινωνική μας εικόνα;

Για χάρη της συντροφικότητας υπομένουμε σχέσεις δυσλειτουργικές. Για χάρη της οικονομικής ανεξαρτησίας δουλεύουμε αντί να εργαζόμαστε.

Για χάρη της κοινωνικής αποδοχής γινόμαστε έρμαια του life style χάνοντας την αυθεντικότητά μας. Για χάρη των προτύπων ομορφιάς αρνούμαστε την ωριμότητα.

Δεν είναι να απορεί κανείς που όσο περνάει ο καιρός, τα κρούσματα των ψυχικών ασθενειών και διαταραχών αυξάνονται συνεχώς.

«Ζούμε σε περίοδο κρίσης» ακούμε και αναπαράγουμε τα τελευταία χρόνια. Κι όμως. Οι επιθυμίες μας είναι αυτές που κοστίζουν περισσότερο.

Όχι οι ανάγκες μας. Ας εστιάσουμε σωστά λοιπόν, ας μετριάσουμε το κυνήγι των επιθυμιών κι ας διεκδικήσουμε αυτά που μας αξίζουν πραγματικά!

Πρώτον και κύριον, δεν υπάρχει τίποτα

Πρώτον και κύριον, δεν υπάρχει τίποτα· δεύτερον, ακόμη κι αν υπάρχει, ο άνθρωπος δεν μπορεί να το κατανοήσει· τρίτον ακόμη κι αν μπορεί να το κατανοήσει, αναμφίβολα δεν μπορεί να το εκφράσει ή να το εξηγήσει στον διπλανό του
ΓΟΡΓΙΑΣ Ο ΛΕΟΝΤΙΝΟΣ, ΕΛΛΗΝΑΣ ΡΗΤΟΡΑΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ (485 – 380 π.Χ.) ΣΟΦΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΥ (Όπως παραφράστηκε από τον ΣΕΞΤΟ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟ [160 – 210 μ.Χ.] από το Περί του μη όντος του Γοργία, μη σωζόμενο έργο).

“Τίποτα στον κόσμο δεν έχει νόημα”. Ο γερο – Γοργίας μετέτρεψε το μηδενιστικό δόγμα σε ανέκδοτο που διηγούμαστε ανέκφραστα για να βγάλει περισσότερο γέλιο.

Η επιχειρηματολογία του Γοργία εξακολουθεί να με τσακίζει.
Ο Γοργίας, διάσημος ρήτορας, ξακουστός για τις σατιρικές μιμήσεις του, ήταν το αρχαιοελληνικό αντίστοιχο ψαγμένου κωμικού σταντ απ. Υποθέτω πως αν η δήλωση “Δεν υπάρχει τίποτα” ειπωθεί με ειρωνικό μειδίαμα μπορεί να αποδειχτεί ξεκαρδιστική. Ο Γοργίας πέθαινε τους αρχαίους Έλληνες στο γέλιο, από τους Δελφούς μέχρι την Ολυμπία, χρεώνοντας είσοδο για τις παραστάσεις του κι εξασφαλίζοντας πολύ άνετη ζωή. Ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι μεταφραστές και οι μελετητές του είναι το ότι δεν μπορούν ποτέ να είναι σίγουροι αν εννοούσε στ’ αλήθεια ό,τι έγραφε ή απλώς έσπαγε πλάκα.

Η τακτική του Γοργία να βγάζει γέλιο μέσα από μια μηδενιστική θεώρηση της ζωής εγείρει κάποια συναρπαστικά ερωτήματα γύρω από το χιούμορ – πώς μπορεί να μας βοηθήσει να ανταπεξέλθουμε στις δυσκολίες και πώς μερικές φορές κάνει ακριβώς το αντίθετο. Οι ψυχολόγοι πιστεύουν ότι το χιούμορ είναι ένας αμυντικός μηχανισμός για να αποστασιοποιούμαστε από αγχογόνες σκέψεις και συναισθήματα. Το σεξ μας προκαλεί άγχος, ιδίως το σεξ που συνιστά μοιχεία, εξού και τα αναρίθμητα αστεία γύρω από το σεξ και την ερωτική απιστία που υπάρχουν σε κάθε κοινωνία. Και, φυσικά, το υπέρτατο άγχος το προκαλεί η συνείδηση της θνητότητας – ειδικά της δικής μας -. οπότε έχουμε και πάλι σχετικά αστεία να φαν’ κι οι κότες.

Πριν από αρκετά χρόνια με ρώτησαν αν θεωρούσα ότι τα αστεία για τον θάνατο πιάνουν όντως, αν πιστεύω ότι καθιστούν τη συνειδητοποίηση της θνητότητας λιγότερο τρομακτική. Καλή ερώτηση. Το μόνο που μπόρεσα να απαντήσω ήταν “Μονάχα όταν πιάνουν”.

Υποθέτω πως το ίδιο μπορεί να πει κανείς για τις εξυπνάδες του Γοργία γύρω από την απουσία νοήματος της ζωής.

Εν πάση περιπτώσει, τα επιχειρήματα του Γοργία σχετικά με την ανυπαρξία των πάντων – από τον ίδιο τον φυσικό κόσμο μέχρι τις αποκαλούμενες κοινωνικές αξίες (χωρίς αυτό να σημαίνει, φυσικά, ότι υπάρχει κοινωνία) – πήγαζαν κατευθείαν από την κυνική καρδιά του. Πρόκειται για έναν από τους πρώτους καταγεγραμμένους μηδενιστές στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, από τους πρώτους διδάξαντες μιας μακράς παράδοσης φιλοσόφων που πέταξαν στον κάλαθο των αχρήστων τα πάντα, ειδικά εκείνη την παράλογη ιδέα ότι η ζωή έχει κάποιο νόημα. Πρώτον και κύριον, ας πούμε, τι νόημα να έχει οτιδήποτε από τη στιγμή που δεν υπάρχει τίποτα;

Ο Γοργίας, καθώς φαίνεται, διήγε ευχάριστο βίο, εντούτοις δεν ασπαζόταν καθόλου τον ηδονισμό ως φιλοσοφία, τουλάχιστον απ’ όσο γνωρίζουμε από τις καταγεγραμμένες διδαχές του. Υποθέτω πως ακόμη κι αν κάποιος στη θεωρία είναι μηδενιστής, μπορεί στην πράξη να είναι ηδονιστής· ένας ηδονικός βίος δεν έχει ανάγκη κανένα φιλοσοφικό νόημα, απλώς να είναι.

Δεν θα κρίνω ad hominem τον Έλληνα φιλόσοφο – πλακατζή με βάση το γεγονός ότι διήγε εξαιρετικά μακρύ κι ευτυχή βίο, κερδίζοντας δεκάδραχμα με το τσουβάλι καθώς περιόδευε από πόλη σε πόλη και κατέπλησσε τα ακροατήριά του. Όμως, δεν μπορώ να μη γελάσω με αυτό που ξεστόμισε στα τελευταία του: Σε ηλικία 104 ετών είπε στο φίλο του τον Αθηναίο ότι απέδιδε την μακροζωία του στο γεγονός ότι “δεν έκανα τίποτα μόνο για την ευχαρίστηση”.

Το παράδοξο του Θησέα

Το παράδοξο του Θησέα είναι ένα φιλοσοφικό ερώτημα που απασχόλησε τους ανθρώπους από τα αρχαία ακόμη χρόνια.

Βασίζεται στο ερώτημα: Αν σε ένα αντικείμενο αντικατασταθούν όλα του τα μέρη το αντικείμενο παραμένει το ίδιο;

Το φιλοσοφικό ερώτημα απασχόλησε τον Ηράκλειτο, το Σωκράτη, τον Πλάτωνα αλλά και σύγχρονους φιλοσόφους όπως ο Τόμας Χομπς και ο Τζον Λοκ. Αυτός όμως που το ανέδειξε περισσότερο είναι ο Πλούταρχος βασισμένος στον παρακάτω μύθο:
«Το πλοίο με το οποίο ο Θησέας και οι νέοι της Αθήνας επέστρεψαν από την Κρήτη (όπου αντιμετώπισαν το Μινώταυρο) είχε τριάντα κουπιά, και διατηρήθηκε από τους Αθηναίους μέχρι την εποχή του Δημητρίου του Φαληρέως (κυβέρνησε το διάστημα 317-307 π.Χ.), όταν και αντικαταστάθηκαν τα παλιά ξύλα που σάπισαν με καινούρια. Από τότε οι φιλόσοφοι άρχισαν να διαφωνούν σχετικά με την υπόσταση του αντικειμένου. Η μία πλευρά, υποστήριζε ότι το πλοίο παρέμενε το ίδιο ενώ η άλλη ότι δεν είναι το ίδιο
Αργότερα το θέμα επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο από τον Τόμας Χομπς, που έθεσε ένα νέο προβληματισμό, αναρωτώμενος «Τί θα γινόταν αν μετά την αντικατάσταση όλα τα παλιά κομμάτι συγκεντρώνονταν και επανατοποθετούνταν ώστε να δημιουργήσουν ένα δεύτερο πλοίο; Ποιο από τα δύο πλοία θα ήταν αυτό του Θησέα;».

Όπως σε όλα τα φιλοσοφικά ερωτήματα αναπτύχθηκαν πολλές προσεγγίσεις για να απαντήσουν ωστόσο η απάντηση θα είναι πάντα υποκειμενική. Ο Ηράκλειτος εισήγαγε την έννοια της ποσοτικής και αριθμητικής ταύτισης. Ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι υπάρχουν 4 αιτίες που χαρακτηρίζουν ένα αντικείμενο η μορφή, το υλικό, η χρήση και ο τελικός σκοπός.

Μια άλλη προσέγγιση είναι η έννοια του κρίσιμου στοιχείου. Όσο αυτό δεν αντικαθίσταται το αντικείμενο παραμένει το ίδιο αν αντικατασταθεί τότε το αντικείμενο αλλάζει.

Ο Αριστοτέλης και η σημασία της ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας

Από τη στιγμή που ευχαρίστηση ή η δυσαρέσκεια αποτελεί επισφράγιση για την ολοκλήρωση του εθισμού (έξις), ο οποίος εν τέλει γίνεται μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα, και με δεδομένο ότι η αρετή δεν είναι τίποτε άλλο από τον καθορισμό της ποιότητας των έξεων, γίνεται φανερό πως τα συναισθήματα της χαράς ή της λύπης σχετίζονται άμεσα με την άσκηση της αρετής: «αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι αρετές έχουν σχέση με τις πράξεις και με τα πάθη και ότι κάθε πάθος και κάθε πράξη συνοδεύονται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια, να άλλος ένας λόγος, σκέφτομαι, να πούμε ότι η αρετή βρίσκεται σε σχέση με την ευχαρίστηση και με τη δυσαρέσκεια». (1104b 3, 15-18).
 
Με άλλα λόγια, η ποιότητα του ανθρώπου είναι ανάλογη με την ποιότητα των πραγμάτων που του δίνουν ευχαρίστηση. Ως ψυχική έξη ορίζονται οι πράξεις που προσδίδουν χαρά. Η ευτέλεια αυτών των πράξεων δεν είναι παρά η ευτέλεια της ψυχής που μαθαίνει να χαίρεται με πράγματα που δεν αξίζουν. Κι όταν κανείς εγκλωβίζεται σε απολαύσεις ανάξιες λόγου, είναι αδύνατο να κατακτήσει την αρετή: «ο ιδιαίτερος χαρακτήρας κάθε ψυχικής έξης σχετίζεται με το (και προσδιορίζεται από το) είδος των πραγμάτων από τα οποία αυτή γίνεται χειρότερη ή καλύτερη – η ποιότητα των ανθρώπων ευτελίζεται ανάλογα με τη στάση τους απέναντι στα ευχάριστα και στα δυσάρεστα πράγματα, ανάλογα δηλαδή με το κυνήγι για την αποφυγή αυτών που δεν πρέπει, τη στιγμή που δεν πρέπει, με τον τρόπο που δεν πρέπει – και όσα άλλα λέμε σ’ αυτού του είδους τις περιπτώσεις». (1104b 3, 21-26).
 
Τα συμπληρωματικά στοιχεία «την στιγμή που δεν πρέπει» και «τον τρόπο που δεν πρέπει» καταδεικνύουν τη λεπτότητα της συμπεριφοράς, που δεν μπορεί να οριστεί με τρόπο απόλυτο, ώστε να προτείνεται κάτι ως αδιαπραγμάτευτα σωστό για κάθε στιγμή και κάθε περίσταση. Ο παράγοντας του τρόπου που προστίθεται αφορά και πάλι την τήρηση του μέτρου, αφού ο τρόπος της συμπεριφοράς θα καταδείξει την υπερβολή ή την έλλειψη. Δε φτάνει να λέμε ότι οι ποινές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι για την εφαρμογή του νόμου. Πρέπει να καθοριστεί και ο τρόπος που θα ασκούνται, αν θέλουμε να έχουν θετική επίδραση. Οι απάνθρωπες – εξοντωτικές ποινές, προφανώς δεν κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.
 
Κι ακριβώς αυτός ο καθορισμός του μέτρου, που αφορά και τον τρόπο και τη χρονική στιγμή που εκπληρώνεται μια πράξη, αποδεικνύει τη σημασία των ισορροπιών που πρέπει να τηρηθούν. Γιατί μόνο έτσι θα επέλθει η ευτυχία, που είναι και ο υπέρτατος σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης.
 
Όμως, αποδεχόμενοι ότι η ευτυχία είναι αδύνατο να νοηματοδοτηθεί αποκομμένη από τα συναισθήματα (και η ευτυχία συναίσθημα είναι), θα ήταν προβληματική μια πρόταση βασισμένη στην ιδέα της ψυχικής αταραξίας: «κάποιοι ορίζουν τις αρετές ως καταστάσεις απάθειας, κατά κάποιο τρόπο, και γαλήνιας αταραξίας· δεν τα λένε όμως σωστά, γιατί έτσι μιλούν απλά και γενικότροπα και δε λένε “με ποιο τρόπο πρέπει”, “με ποιο τρόπο δεν πρέπει”, “πότε” και όσα άλλα λέμε σχετικά». (1104b 3, 27-30).
 
Η αταραξία, ως συναισθηματική έλλειψη, είναι αδύνατο να εκπληρώσει τις αξίες του μέτρου, αφού τίθεται απόλυτα, χωρίς δηλαδή να συνυπολογίσει το χρόνο και τον τρόπο που πρέπει να επιτευχθεί. Η ίδια συναισθηματική αντίδραση σε όλες τις περιστάσεις δεν μπορεί παρά να ταυτιστεί με την απάθεια και η απάθεια είναι η απαξίωση του συναισθήματος. Κάτι τέτοιο όμως είναι αντίθετο με την ανθρώπινη φύση. Αυτό που μένει είναι η επιλογή του ανθρώπου να ενεργήσει σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής: «Μένει λοιπόν ως θεμελιώδης πρόταση ότι αυτού του είδους η αρετή έχει τη δύναμη να πράττει το καλύτερο σε σχέση με τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα, ενώ η κακία (εν σχέσει με τα ίδια αυτά τα πράγματα) πράττει τα αντίθετα». (1104b 3, 30-32).
 
Κι αν πρέπει να διατυπωθεί κι αλλιώς, ο Αριστοτέλης είναι πρόθυμος: «Τρία είναι τα πράγματα που επιδιώκουμε, τρία και αυτά που κοιτάζουμε να αποφεύγουμε: το ωραίο, το συμφέρον, το ευχάριστο, και από την άλλη τα αντίθετά τους: το άσχημο, το επιζήμιο, το δυσάρεστο· σε όλα αυτά ο αγαθός άνθρωπος πετυχαίνει το σωστό, ενώ ο κακός αποτυχαίνει. Ιδίως σε ό,τι αφορά την ευχαρίστηση». (1104b 3, 33-38).
 
Η απόδοση του κακού ανθρώπου ως αποτυχημένου στο να θέσει τα ορθά κριτήρια προς την επίτευξη του ωραίου, του συμφέροντος και του ευχάριστου είναι η αμερόληπτη κρίση του φιλοσόφου, που κινείται αυστηρά στους κανόνες του ορθού λόγου. Θα έλεγε κανείς ότι η κακία παρουσιάζεται σαν ασθένεια, σαν ελάττωμα, σαν εσφαλμένη αντίληψη του ορθού κι ως εκ τούτου ο κακός είναι περισσότερο αξιολύπητος παρά μισητός.
 
Από αυτή την άποψη, ο κακός που αντλεί ευχαρίστηση από τα παθήματα των άλλων ή που προσπαθεί να βλάψει τους γύρω του γιατί έτσι κρίνει ότι θα ωφεληθεί ο ίδιος ή, έστω, δεν τους βοηθά (ενώ μπορεί) μόνο και μόνο για να χαρεί με τη συντριβή τους είναι ο πρώτος που θα δυστυχήσει, αφού υπό αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατο να φτάσει στην ευτυχία. Η προτεραιότητα της συντριβής των άλλων (ή τουλάχιστον της μη προόδου) δεν είναι τίποτε άλλο από τον έσχατο ανταγωνισμό που εκλαμβάνει τη συνύπαρξη ως μέσο για την υπεροχή.
 
Είναι εύκολο να λυπάται κανείς αυτόν που υποφέρει, αλλά όχι να ανεχθεί την επιτυχία του. Γιατί η επιτυχία του άλλου υπονοεί την ανωτερότητα. Κι αυτός που εκλαμβάνει τις σχέσεις με τέτοιο τρόπο είναι ο αποδέκτης της κατωτερότητας. Σταδιακά γίνεται πρόθυμος να κάνει ό,τι μπορεί για να μην αισθάνεται έτσι. Κι αυτή είναι η επισφράγιση της δυστυχίας.
 
Ο κακός που συντρίβει τους άλλους για προσωπικό υλικό όφελος, αυτός δηλαδή που κλέβει ή που τσαλαπατά τους γύρω του για την απόκτηση περισσότερου πλούτου, νιώθει ευχαρίστηση από τις ηδονές που μπορεί να εξαγοράσει. Όμως, μια τέτοιου είδους κακία, είναι αδύνατο να διαιωνίζεται αποτελεσματικά χωρίς την ανεπάρκεια του νόμου ή των ανθρώπων που τον εκπροσωπούν. Μοιραία, το ζήτημα παίρνει κοινωνικές διαστάσεις. Η πόλη που επιτρέπει την ανομία και την αισχροκέρδεια των λίγων σε βάρος των περισσότερων είναι η πόλη που ζει με αντεστραμμένα πρότυπα.
 
Σε μια τέτοια πόλη η αρπακτικότητα και η απληστία μετατρέπονται σε αρετή, καθώς όχι μόνο δεν τιμωρούνται, αλλά δημιουργούν πλούτο και κοινωνικό κύρος. Ο νομοθέτης έχει αποτύχει παταγωδώς. Κι αυτός είναι ο ασφαλέστερος δρόμος της συλλογικής δυστυχίας. Η βία, η εγκληματικότητα, οι εξεγέρσεις και η ανασφάλεια είναι τα αναπόφευκτα συνακόλουθα.
 
Κι αν κάποιος ισχυριστεί ότι, ακόμη κι έτσι, ο άδικος μπορεί να μην πλήττεται στο ελάχιστο, καθώς είναι σε θέση να προστατεύσει τον εαυτό του, ο Αριστοτέλης θα απαντούσε ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για πόλη, αλλά για ζούγκλα, αφού ως πόλη νοείται η συνύπαρξη που έγκειται σε κανόνες για την επίτευξη της αυτάρκειας που θα φέρει την ευδαιμονία. Στην πόλη της ανομίας είναι αδύνατο να συμβεί αυτό. Η ανομία δεν μπορεί παρά να επιφέρει τον κυνισμό (ή την απάθεια).
 
Κι από εδώ ξεκινάν οι ευθύνες των πολιτών. Γιατί η τήρηση των νόμων και η πόλη δικαίου είναι συλλογική υπόθεση. Κι αν πρέπει να το πούμε αλλιώς, οι πολίτες πρέπει να νιώθουν ευχαρίστηση με την εφαρμογή των νόμων και δυσαρέσκεια με την καταπάτησή τους. Αν είναι αδιάφοροι, η πόλη της ανομίας είναι η πόλη που τους αξίζει. Κι αυτός είναι ο λόγος που δε θα ευτυχήσουν.
 
Για τον Αριστοτέλη η ευχαρίστηση και η δυσαρέσκεια που νιώθει κανείς είναι ζήτημα θεμελιώδες για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του: «Συνυπάρχει» (εννοείται η ευχαρίστηση) «μαζί μας από τη νηπιακή μας ηλικία· γι’ αυτό και είναι δύσκολο να διώξουμε από μέσα μας αυτό το πάθος, από το οποίο έχει διαποτισθεί η ζωή μας. Και τις πράξεις μας, άλλωστε, τις μετρούμε, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, με μέτρο το ευχάριστο και το δυσάρεστο» (1105a 3, 2-5).
 
Κι επειδή το μέτρο κάθε φιλοσοφικής διερεύνησης πρέπει να είναι ο άνθρωπος, ο Αριστοτέλης δεν μπορεί παρά να εστιάσει αναλόγως: «Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο όλη μας η φιλοσοφική έρευνα δεν μπορεί παρά να είναι γι’ αυτά, αφού δεν είναι καθόλου μικρή η σημασία που έχει για τις πράξεις μας το να αισθανόμαστε σωστά ή λανθασμένα τη χαρά και τη λύπη». (1105a 3, 6-8).
 
Από αυτή την άποψη, η πόλη της ανομίας είναι η συλλογική στρέβλωση των προτύπων της χαράς, που επιδιώκεται με εσφαλμένο τρόπο. Αν η προτεραιότητα που δίνεται στον πλούτο είναι αδιέξοδη για την ατομικότητα, δε θα μπορούσε να συμβεί κάτι άλλο και σε επίπεδο συλλογικό. Το μόνο που αλλάζει είναι η κλίμακα της δυστυχίας που θα επέλθει. Γι’ αυτό ο άνθρωπος πρέπει να κάνει συνείδηση τι είναι άξιο χαράς και όχι.
 
Και για να το καταστήσει απολύτως σαφές, ο Αριστοτέλης επικαλείται τον Ηράκλειτο: «για να χρησιμοποιήσουμε το λόγο του Ηράκλειτου, είναι δυσκολότερο να παλέψεις με την ηδονή παρά με το θυμό, η επιστήμη όμως και η αρετή έχουν πάντοτε να κάνουν με το δυσκολότερο, γιατί τότε το καλό γίνεται καλύτερο». (1105a 3, 9-11). Και καταλήγει: «γι’ αυτόν επομένως το λόγο όλη η συζήτηση για την αρετή και για την πολιτική τέχνη είναι συζήτηση για το ευχάριστο και για το δυσάρεστο, αφού αυτός που ξέρει να χειρίζεται σωστά το ευχάριστο και το δυσάρεστο θα γίνει καλός, ενώ αυτός που τα χειρίζεται άσχημα θα γίνει κακός». (1105a 3, 11-14).
 
Κι αυτός είναι ο ρόλος της παιδείας, που οφείλει να εθίσει τους νέους από μικρή ηλικία, ώστε να βρίσκουν ευχαρίστηση με την πραγμάτωση της αρετής. Κι εδώ συμφωνεί με τον Πλάτωνα: «Γι’ αυτό και είναι ανάγκη – όπως λέει ο Πλάτωνας – να έχει πάρει κανείς από μικρός εκείνη την αγωγή που θα τον κάνει να ευχαριστιέται και να δυσαρεστείται με αυτά που πρέπει· αυτή είναι η σωστή παιδεία». (1104b 3, 13-15).
 
Το Πλατωνικό παιδαγωγικό ιδεώδες συνίσταται στη σύνδεση των πράξεων της αρετής με τα συναισθήματα μέσω του επαίνου και της τιμωρίας. Με δυο λόγια, ο νέος, όταν ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής, πρέπει να επαινείται, ώστε να συνδέσει την επίτευξη της αρετής με το ευχάριστο συναίσθημα του επαίνου. Αντίθετα, όταν ενεργεί χωρίς αρετή πρέπει να τιμωρείται με σκοπό την ταύτιση της μη ενάρετης πράξης με το δυσάρεστο συναίσθημα της τιμωρίας. Το απαρέγκλιτο αυτής της στάσης και η συστηματική επανάληψη θα οδηγήσουν στον τελικό εθισμό, όπου ο νέος θα ασκεί την αρετή εισπράττοντας χαρά χωρίς να χρειάζεται την επιβεβαίωση του επαίνου.
 
Ο Πλάτωνας, ως ποινή δεν αποκλείει τη σωματική βία, καθώς θεωρεί ότι το παιδί με το ξύλο πρέπει να το «ισιώνουν» (ευθύνουσι) «σαν δέντρο που λυγίζει και γέρνει». Πέρα από την κριτική που μπορεί κανείς να του ασκήσει σήμερα (με την πολυτέλεια της απόστασης σχεδόν δυόμιση χιλιάδων χρόνων) τόσο για την αποδοχή της βίας, όσο και γιατί, επί της ουσίας, ποδηγετεί τους μαθητές στερώντας τους οποιαδήποτε συμμετοχή ή κριτική σκέψη υπό την απόλυτη καθοδήγηση του δασκάλου – παντογνώστη, είναι αδύνατο να μη διαγνώσει τη σημασία του ψυχολογικού συσχετισμού ανάμεσα στη μάθηση και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα.
 
Κι αυτό είναι το σημείο που επιμένει κι ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζοντας τις τιμωρίες σαν μορφή θεραπείας: «Το πράγμα γίνεται φανερό και από τις τιμωρίες, που γίνονται μέσω αυτών·» (εννοείται της ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας). «οι τιμωρίες είναι, πράγματι, ένα είδος θεραπείας, και οι θεραπείες γίνονται, φυσικά, με τα αντίθετα». (1104b 3,18-20). Ο μεταφραστής Δημήτρης Λυπουρλής σημειώνει: «Ότι η θεραπεία των ασθενειών γίνεται “δια των εναντίων” ήταν ένας κοινός τόπος στην ιατρική της εποχής του Αριστοτέλη». (σχόλιο 37, σελ. 314).
 
Πρέπει, λοιπόν, να κάνει κανείς δίκαιες πράξεις, αν θέλει να γίνει δίκαιος, να κάνει ανδρείες, αν θέλει να γίνει ανδρείος και πάει λέγοντας. Το ζήτημα είναι πώς είναι δυνατό να κάνει κανείς δίκαιες πράξεις τη στιγμή που δεν είναι δίκαιος ή πώς θα συμπεριφέρεται ανδρεία, όταν δε γνωρίζει ποιες είναι οι πράξεις που χαρακτηρίζουν τον γενναίο άνδρα: «Μπορεί, βέβαια, να παραξενευτεί κανείς και να ρωτήσει τι εννοούμε όταν λέμε ότι – υποχρεωτικά – δίκαιοι γινόμαστε πράττοντας δίκαιες πράξεις, αφού οι άνθρωποι που πράττουν δίκαιες και σώφρονες πράξεις είναι ήδη δίκαιοι και σώφρονες, ακριβώς όπως είναι ήδη γραμματικοί και μουσικοί όσοι πράττουν τα γραμματικά και τα μουσικά». (1105a 4, 19-23).
 
Ο Αριστοτέλης – πέρα από την παρουσία του δασκάλου που θα καθοδηγήσει τον εθισμό προς τη σωστή κατεύθυνση – θα επιμείνει σε τρεις αδιαπραγμάτευτους παράγοντες που πρέπει να εκπληρώνονται οπωσδήποτε από εκείνον που μυείται στην αρετή: «πρώτα πρώτα αν ενεργεί έχοντας ακριβή γνώση· έπειτα αν οι πράξεις του είναι αποτέλεσμα επιλογής και προτίμησης, επιλογής μάλιστα και προτίμησης γι’ αυτές καθεαυτές τις πράξεις· τρίτον αν στον τρόπο με τον οποίο ενεργεί εμμένει σταθερά και αμετάβλητα». (1105a 4, 34-37).
 
Φυσικά, στις πολύ μικρές ηλικίες δεν μπορεί να γίνει λόγος για συνείδηση και γνώση αυτού που διδάσκεται την αρετή. Ο δάσκαλος είναι που φροντίζει και για την ποιότητα των πράξεων και για το αμετάβλητο της πραγμάτωσής τους. Η συνείδηση και η γνώση της διαδικασίας είναι δική του υπόθεση. Σε πιο μεγάλες ηλικίες όμως, όπως στην εφηβεία, ο νέος πρέπει να θέλει να συμμετέχει στην πραγμάτωση της αρετής. Πρέπει δηλαδή, να την επιλέγει και να την προτιμά. Να έχει πλήρη γνώση για ό,τι συμβαίνει. Ο Αριστοτέλης καθιστά σαφές ότι η άσκηση της αρετής είναι αδύνατη χωρίς την ελεύθερη βούληση. Γι’ αυτό πρέπει ο εθισμός να συνοδεύεται από την επιθυμία.
 
Όμως η ελεύθερη βούληση σημαίνει ευχάριστα συναισθήματα. Κι ερχόμαστε ξανά μπροστά στο ζήτημα της ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας. Ο έφηβος πρέπει ήδη να έχει διαμορφωμένα τα πράγματα που τον ευχαριστούν. Να θέλει να γίνει δίκαιος και σώφρων. Να έχει ως πρότυπο τις πράξεις αυτών των ανθρώπων. Να είναι διατεθειμένος να επαναλαμβάνει αυτές τις πράξεις, ώστε να γίνει κάτοχός τους.
 
Γι’ αυτό η παιδική ηλικία είναι καθοριστική. Γιατί αν δε δημιουργηθεί αυτό το υπόβαθρο, τα πράγματα είναι επίφοβα. Ο εθισμός ενδέχεται να πάρει λανθασμένη κατεύθυνση: «ο άνθρωπος γίνεται δίκαιος από τις επανειλημμένες πράξεις δικαιοσύνης ή γίνεται σώφρων από τις επανειλημμένες πράξεις σωφροσύνης· άνθρωπος που δεν κάνει επανειλημμένα τις πράξεις αυτές, δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσει αυτές τις αρετές». (1105b 4, 11-14).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (36.1-40.1)

36. ΑΝΗΡ ΚΑΚΟΠΡΑΓΜΩΝ [36.1] ἀνὴρ κακοπράγμων συνορισάμενος πρός τινα ψευδὲς ἐπιδείξειν τὸ ἐν Δελφοῖς μαντεῖον ὡς ἐνέστη ἡ προθεσμία, λαβὼν στρουθίον εἰς τὴν χεῖρα καὶ τοῦτο τῷ ἱματίῳ σκεπάσας ἧκεν εἰς τὸ ἱερὸν καὶ στὰς ἄντικρυς ἐπηρώτα, πότερόν τι ἔμπνουν ἔχει μετὰ χεῖρας ἢ ἄπνουν, βουλόμενος, ἐὰν μὲν ἄψυχον εἴπῃ, ζῶν τὸ στρουθίον ἐπιδεῖξαι, ἐὰν δὲ ἔμπνουν, ἀποπνίξας προενεγκεῖν. καὶ ὁ θεὸς συνεὶς αὐτοῦ τὴν κακοτεχνίαν εἶπεν· «ἀλλ᾽, ὦ οὗτος, πέπαυσο. ἐν σοὶ γάρ ἐστι τοῦτο, ὃ ἔχεις, ἢ νεκρὸν εἶναι ἢ ἔμψυχον».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τὸ θεῖον ἀπαρεγχείρητόν ἐστι.

37. ΑΝΗΡ ΠΗΡΟΣ
[37.1] ἀνὴρ πηρὸς εἰώθει πᾶν τὸ ἐπιθέμενον εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ ζῷον ἐφαπτόμενος λέγειν, ὁποῖόν τί ἐστι. καὶ δήποτε λυγκιδίου αὐτῷ ἐπιδοθέντος ψηλαφήσας καὶ ἀμφιγνοῶν εἶπεν· «οὐκ οἶδα, πότερον λύκου εἶ ἢ ἀλώπεκος ἢ τοιούτου τινὸς ζῴου γέννημα. τοῦτο μέντοι σαφῶς ἐπίσταμαι, ὅτι οὐκ ἐπιτήδειον τοῦτο τὸ ζῷον προβάτων ποίμνῃ συνιέναι».
οὕτω τῶν πονηρῶν ἡ διάθεσις πολλάκις καὶ ἀπὸ τοῦ σώματος καταφαίνεται.

38. ΑΡΟΤΗΣ ΚΑΙ ΛΥΚΟΣ
[38.1] ἀρότης λύσας τὸ ζεῦγος ἐπὶ πότον ἀπήγαγε. λύκος δὲ λιμώττων καὶ τροφὴν ζητῶν ὡς περιέτυχε τῷ ἀρότρῳ, τὸ μὲν πρῶτον τὰς τῶν ταύρων ζεύγλας περιέλειχε, λαθὼν δὲ κατὰ μικρὸν ἐπειδὴ καθῆκε τὸν αὐχένα, ἀνασπᾶν μὴ δυνάμενος ἐπὶ τὴν ἄρουραν τὸ ἄροτρον ἔσυρεν. ὁ δὲ ἀρότης ἐπανελθὼν καὶ θεασάμενος αὐτὸν ἔλεγεν· «εἴθε γάρ, ὦ κακὴ κεφαλή, καταλιπὼν τὰς ἁρπαγὰς καὶ τὸ ἀδικεῖν ἐπὶ τὸ γεωπονεῖν τραπείης».
οὕτως οἱ πονηροὶ τῶν ἀνθρώπων, κἂν χρηστότητα ἐπαγγέλλωνται, [διὰ τὸν τρόπον] οὐ πιστεύονται.

39. ΧΕΛΙΔΩΝ ΚΑΙ ΟΡΝΙΘΕΣ
[39a.1] ἄρτι τοῦ ἰξοῦ φυομένου ἡ χελιδὼν αἰσθομένη τὸν ἐνιστάμενον τοῖς πτηνοῖς κίνδυνον συναθροίσασα πάντα τὰ ὄρνεα συνεβούλευεν αὐτοῖς μάλιστα μὲν τὰς ἰξοφόρους δρῦς ἐκκόψαι, εἰ δ᾽ ἄρα τοῦτο αὐτοῖς ἀδύνατον, ἐπὶ τοὺς ἀνθρώπους καταφυγεῖν καὶ τούτους ἱκετεῦσαι, ὅπως μὴ χρησάμενοι τῇ τοῦ ἰξοῦ ἐνεργείᾳ συλλαμβάνωσιν αὐτά. τῶν δὲ γελασάντων αὐτὴν ὡς ματαιολογοῦσαν αὕτη παραγενομένη ἱκέτις τῶν ἀνθρώπων ἐγένετο. οἱ δὲ ἀποδεξάμενοι αὐτὴν ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ σύνοικον αὐτοῖς προσελάβοντο. οὕτω συνέβη τὰ μὲν λοιπὰ ὄρνεα ἀγρευόμενα ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων κατεσθίεσθαι, μόνην δὲ τὴν χελιδόνα ὡς πρόσφυγα καὶ ἐν ταῖς αὐτῶν οἰκίαις ἀδεῶς νεοττοποιεῖσθαι.
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι οἱ τὰ μέλλοντα προορώμενοι εἰκότως τοὺς κινδύνους διακρούονται.
[39b.1] χελιδὼν ἐκκλησίαν τῶν ὀρνέων κινήσασα παρῄνει φάσκουσα κράτιστον εἶναι τὸ μὴ προσκόπτειν τοῖς ἀνθρώποις, ἀλλὰ φιλίαν συνθεμένους οἰκείως διακεῖσθαι πρὸς αὐτούς. τῶν δὲ ὀρνέων τις τὰ ἐναντία αὐτῇ ἔλεγεν· «ἀλλ᾽ εἰ τὸ σπέρμα τοῦ λίνου μᾶλλον κατεσθίωμεν καὶ ἀφανὲς ποιῶμεν, ἵνα μηκέτι ἔχωσι δίκτυα καθ᾽ ἡμῶν». ἡ μὲν οὖν χελιδὼν ἀρίστην γνώμην ἔχουσα ἐγένετο ἐν ταῖς πόλεσι διατρίβουσα καὶ ἐν ταῖς οἰκίαις τίκτουσα παρ᾽ ἀνθρώποις καὶ οὐδὲν ὑπ᾽ αὐτῶν πάσχει δεινόν. τὰ δὲ λοιπὰ ὄρνεα ὑπομείναντα κατεσθίειν τὸ σπέρμα ὡς πάντων ὄντος κακῶν αἰτίου, συμβαίνει λιπαρὰς γενέσθαι οὕτω τε ἁλίσκεσθαι καὶ κατεσθίεσθαι. ταύτην οὖν τὴν κακογνωμοσύνην ὑπομένοντα μετενόησαν μὴ μετ᾽ ἀνθρώπων μένειν, ἀλλ᾽ ἐν ἀέρι ἵπτασθαι.
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ὅσοι βιωτικοῖς πράγμασι τῷ τῆς ἀγχινοίας βουλεύματι ἐχρήσαντο, ἀκίνδυνοι διεφυλάχθησαν.

40. ΑΣΤΡΟΛΟΓΟΣ
[40.1] ἀστρολόγος ἐξιὼν ἑκάστοτε ἑσπέρας ἔθος εἶχε τοὺς ἀστέρας ἐπισκοπεῖσθαι. καὶ δήποτε περιιὼν εἰς τὸ προάστειον καὶ τὸν νοῦν ὅλον ἔχων πρὸς τὸν οὐρανὸν ἔλαθε καταπεσὼν εἰς φρέαρ. ὀδυρομένου δὲ αὐτοῦ καὶ βοῶντος παριών τις ὡς ἤκουσε τῶν στεναγμῶν, προσελθὼν καὶ μαθὼν τὰ συμβεβηκότα ἔφη πρὸς αὐτόν· «ὦ οὗτος, σὺ τὰ ἐν οὐρανῷ βλέπειν πειρώμενος τὰ ἐπὶ τῆς γῆς οὐχ ὁρᾷς;»
τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς ἐκείνους τῶν ἀνθρώπων, οἳ παραδόξως ἀλαζονεύοντες οὐδὲ τὰ κοινὰ τοῖς ἀνθρώποις ἐπιτελεῖν δύνανται.

***
36. Ο παλιάνθρωπος.
[36.1] Μια φορά ένας παλιάνθρωπος έβαλε στοίχημα με κάποιον να αποδείξει ότι το μαντείο των Δελφών λέει ψέματα. Που λέτε, όταν έφτασε η καθορισμένη ημερομηνία, ο λεγάμενος πήρε στο χέρι του ένα σπουργιτάκι και το σκέπασε με το πανωφόρι του. Έτσι προετοιμασμένος προσήλθε στο ιερό, στάθηκε απέναντι από τον θεό και του υπέβαλε το ερώτημά του: «Τί είναι αυτό που κρατάω στο χέρι μου — είναι κάτι ζωντανό ή μήπως άψυχο;». Καταλαβαίνετε βέβαια ποιά ήταν η πρόθεσή του: Αν ο Απόλλων έλεγε πως το πλάσμα είναι άψυχο, ο λεχρίτης θα φανέρωνε το σπουργιτάκι ζωντανό· αν πάλι έλεγε πως το πουλάκι ζει και ανασαίνει, αυτός ο σιχαμένος θα το ζούλαγε να σκάσει και μετά θα το παρουσίαζε. Ο θεός φυσικά κατάλαβε το δόλιο σχέδιο του αχρείου και αποκρίθηκε: «Σταμάτα, βρε αθεόφοβε. Από τη δική σου βούληση και μόνο εξαρτάται αν θα πεθάνει ή θα μείνει ζωντανό αυτό που κρατάς στο χέρι».
Το δίδαγμα του μύθου: Δεν μπορείς να τα βάλεις με τους θεούς.

37. Ο τυφλός.
[37.1] Ήταν ένας άνθρωπος τυφλός, που οποιοδήποτε ζώο και να του έβαζες στα χέρια, εκείνος το άγγιζε και ήταν ικανός να σου πει τί λογής πλάσμα είναι. Μια φορά, λοιπόν, του έδωσαν έναν μικρό λύγκα. Ο τυφλός τον ψηλάφησε και, μη μπορώντας να μαντέψει με σιγουριά, αποφάνθηκε: «Δεν ξέρω τί στο καλό είναι, αν είναι γέννημα λύκου ή αλεπούς ή κανενός άλλου τέτοιου ζώου. Πάντως για ένα είμαι σίγουρος: αυτό το πλάσμα δεν είναι σκόπιμο να το αφήσεις να σιμώσει το κοπάδι με τα πρόβατα».
Έτσι συμβαίνει και με τους φαύλους ανθρώπους: Ο χαρακτήρας τους διακρίνεται πολλές φορές ολοκάθαρα από την όψη τους.

38. Ο ξωμάχος και ο λύκος.
[38.1] Ήταν μια φορά ένας αγρότης που όργωνε, ώσπου σε κάποια στιγμή έλυσε τα βόδια του από τον ζυγό και τα πήγε να τα ποτίσει. Στο αναμεταξύ, όπως το έφερε η τύχη, πέρασε και πρόσεξε το αλέτρι ο λύκος, καθώς τριγυρνούσε ψόφιος της πείνας και γυρεύοντας τροφή. Στην αρχή, λοιπόν, βάλθηκε να γλείφει γύρω-γύρω τις ζεύγλες των βοδιών, και έτσι, χωρίς να το καταλάβει, έχωσε σιγά-σιγά τον σβέρκο του από κάτω από τον ζυγό. Δεν μπορούσε όμως να σηκώσει το αλέτρι, γι᾽ αυτό κατέληξε να το σέρνει πάνω στο χώμα. Πάνω στην ώρα γύρισε και ο αγρότης, και βλέποντας τον λύκο ξεφώνισε: «Βρε κερατένια σκατόφατσα, που μακάρι να άφηνες τις αρπαγές και τις βρομοδουλειές και να καταγινόσουνα με την καλλιέργεια της γης!».
Έτσι συμβαίνει και με τους δόλιους ανθρώπους: Ακόμη και αν διαλαλούν την αρετή τους, κανείς δεν τους πιστεύει, ξέροντας τον χαρακτήρα τους.

39. Το χελιδόνι και τα πουλιά.
[39a.1] Τον καιρό που μόλις είχε πρωτοβλαστήσει ο ιξός, το χελιδόνι διαισθάνθηκε τον κίνδυνο που εγκυμονούσε το φυτό αυτό για τα πουλιά. Μια και δυο, λοιπόν, συνάθροισε όλα τα πτηνά και τα συμβούλεψε πρώτα από όλα να κόψουν σύρριζα κάθε βελανιδιά όπου φυτρώνει ιξός. Αν τώρα κάτι τέτοιο αποδεικνυόταν πάνω από τις δικές τους δυνάμεις, το χελιδόνι είχε και δεύτερο σχέδιο: να καταφύγουν στους ανθρώπους και να τους εκλιπαρήσουν να το κάνουν εκείνοι. Αλλιώς, έλεγε, οι άνθρωποι θα εκμεταλλευτούν τις κολλητικές ιδιότητες του ιξού για να τσακώνουν τα πουλιά. Τα άλλα πετούμενα, βέβαια, έβαλαν τα γέλια και χλεύαζαν το χελιδόνι, θεωρώντας τα λόγια του ανοησίες. Τότε αυτό πήγε και προσέπεσε από μόνο του στους ανθρώπους σαν ικέτης· εκείνοι το υποδέχτηκαν μετά χαράς, εκτιμώντας την οξύνοιά του, και το πήραν για συγκάτοικό τους. Νά λοιπόν γιατί τα υπόλοιπα πουλιά ο κόσμος τα κυνηγάει και τα ξεκοκαλίζει, ενώ το χελιδόνι είναι το μόνο που μπορεί άφοβα και φτιάχνει τη φωλιά του ακόμη και μέσα στα σπίτια μας, σαν προστατευόμενός μας.
Το δίδαγμα του μύθου: Όσοι μπορούν να διαβλέπουν το μέλλον, φυσικά παίρνουν μέτρα για να αποφύγουν τους κινδύνους.

(Άλλη παραλλαγή).
[39b.1] Μια φορά το χελιδόνι συγκάλεσε συνέλευση των πουλιών και τους έβγαλε συμβουλευτικό λόγο. Όπως έλεγε, το καλύτερο είναι να μην έρθουν σε σύγκρουση με τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα να συνάψουν φιλία μαζί τους και να διατηρούν σχέσεις εγκαρδιότητας. Τότε όμως κάποιο άλλο πουλί υποστήριξε ακριβώς τα αντίθετα: «Απεναντίας, είναι πολύ πιο σκόπιμο να τρώμε συστηματικά τα σπόρια του λιναριού, έτσι ώστε το φυτό αυτό να εξαφανιστεί. Τοιουτοτρόπως οι άνθρωποι δεν θα μπορούν πια να φτιάχνουν δίχτυα και να μας πιάνουν». Γι᾽ αυτό λοιπόν το χελιδόνι, χάρη στην εξαίρετη σκέψη του, έχει την άδεια να τριγυρνά στις πόλεις και να γεννάει τα αυγά του μέσα στα σπίτια, δίπλα στους ανθρώπους, που δεν του κάνουν κανένα κακό. Αντίθετα, τα υπόλοιπα πουλιά αποδέχτηκαν να τρώνε τα σπόρια, πιστεύοντας πως τούτα ήσαν η αιτία για όλα τα δεινά τους. Με τέτοια διατροφή, όμως, καταλήγουν να γίνονται παχιά όλο λίπος, και έτσι οι άνθρωποι τα τσακώνουν και τα ξεκοκαλίζουν. Επειδή λοιπόν υπέφεραν τόσο άσχημες συνέπειες από την αμυαλιά τους, άλλαξαν γνώμη και πήραν απόφαση να μην παραμείνουν ανάμεσα στην ανθρωπότητα, αλλά να πετούν στον ουρανό.
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους: Όσοι χρησιμοποιούν το μυαλό τους και σκέφτονται έξυπνα στις διάφορες περιστάσεις της ζωής, προφυλάγονται από τους κινδύνους.

40. Ο αστρονόμος.
[40.1] Ήταν ένας αστρονόμος που είχε συνήθεια να βγαίνει έξω κάθε βράδυ και να παρατηρεί τα αστέρια. Μια φορά, λοιπόν, εκεί που τριγυρνούσε στα περίχωρα της πόλης με την προσοχή του στραμμένη εξ ολοκλήρου προς τον ουρανό, δεν είδε το πηγάδι μπροστά του και έπεσε κατευθείαν μέσα. Έβαλε τότε τις φωνές και βογκούσε, μέχρι που κάποιος περαστικός άκουσε τα κλάματά του και πλησίασε. Όταν όμως έμαθε τί είχε συμβεί, ο διαβάτης φώναξε στον πεσμένο αστρονόμο: «Καλά, μπουμπούνας είσαι; Τόσο πια απορροφήθηκες να κοιτάζεις τα ουράνια, που δεν σου έκοψε να προσέξεις λίγο και τη γη εδώ κάτω;».
Αυτός ο μύθος είναι πρόσφορος για ορισμένο είδος ανθρώπων: Εκείνους που αραδιάζουν τις πιο εξωφρενικές αμπελοφιλοσοφίες, ενώ δεν είναι ικανοί να φέρουν σε πέρας ούτε καν τις κοινές ανθρώπινες δουλειές.

Οποιος δεν ακολουθεί την ψυχή του, δεν ζει, απλά υπάρχει

Την ψυχή σου την φροντίζεις;
Ναι, σε σένα μιλάω που βλέπεις μόνο το απ’ εξω σου.
Μέσα σου έψαξες;
Κάτι υπάρχει κι εκεί.
Θέλει κι αυτό φροντίδα.
Πόσες επιπόλαιες κινήσεις να αντέξει;
Κουράζεται…
 
Όλο κάτι ψάχνεις, όλο κάπου θέλεις να πας όμως κάτι μένει κενό μέσα σου.
Είναι που σου μιλάει αλλά δεν την ακούς.
Θέλει να σου πει ότι όποιος δεν την ακολουθεί, δεν ζει απλά υπάρχει.
Είναι σημαντικό να έχει ψυχή αυτό που κάνεις, αυτό που δίνεις.
Αλλιώς μη το κάνεις.
Λιγότερο άδειος θα νιώθεις απ’ το να σκορπίζεσαι και να μένεις μόνο στην επιφάνεια.
Κάτω από την επιφάνεια, αν είσαι τυχερός θα βρεις και βάθος.
Εκεί θα μπερδευτείς, θα δυσκολευτείς αλλά μόνο τότε θα φτάσεις σε κάτι πραγματικά ουσιαστικό.
Στο δικό σου φως.
Στο δικό σου μοναδικό δρόμο.
 
Θα βρείς αυτό το κάτι παραπάνω που ψάχνεις
Θα βρείς απαντήσεις, τον πραγματικό σου εαυτό, ίσως και τον καλύτερο.
Ψάξε καλά όμως…
Μη φοβηθείς.
Και δεν θα χάσεις...
Γιατί η ψυχή μας είναι ο ναός μας.

Κρατήστε την αγάπη και την ενέργειά σας μόνο για τους σωστούς ανθρώπους

Σχετική εικόναΈνα από τα δυσκολότερα πράγματα που θα αντιμετωπίζουμε στη ζωή μας είναι το γεγονός ότι ορισμένες φορές θα υπάρχουν άνθρωποι, που δεν θα θέλουν να είναι μέρος της ζωής μας.

Ό,τι κι αν κάνουμε και όσο σκληρά κι αν προσπαθήσουμε να τους κάνουμε να μείνουν, εκείνοι πάντα θα ξεγλιστρούν.

Και μετά από λίγο, μια κρίσιμη ερώτηση σχηματίζεται στο νου μας και τραβάει την προσοχή μας: Πρέπει να παλέψω για εκείνους ή πρέπει να τους αφήσω να φύγουν από τη ζωή μου;

Το να προσπαθείς να «κερδίσεις» έναν άνθρωπο θεωρείται βασικό μέρος του παιχνιδιού. Ο αγώνας αυτός σηματοδοτεί ότι είστε έτοιμοι να θυσιαστείτε για το συγκεκριμένο άτομο και αποτελεί απόδειξη δέσμευσης και αφοσίωσης απέναντί του.

Οι άνθρωποι λένε συχνά ότι πρέπει όντως να παλεύουμε σκληρά για τους ανθρώπους, για τους οποίους νοιαζόμαστε. Ότι χρειάζεται να είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε το κάτι παραπάνω για εκείνους τους ιδιαίτερους ανθρώπους στη ζωή μας.

Εντούτοις, αυτό μπορεί εύκολα να χάσει κάθε νόημα, όταν η ίδια αυτή προσπάθεια εξελιχθεί σε μια κουραστική ρουτίνα. Όταν εκείνες οι στιγμές γίνουν άλλο ένα μοτίβο κακών σχέσεων.

Είχα αρκετές σχέσεις στη ζωή μου, τόσο φιλικές, όσο και ερωτικές, στις οποίες είχα την αίσθηση πως ήμουν εγώ που είχα κάνει «όλη τη δουλειά» και μόνο εγώ.

Ένιωθα ότι ήμουν το μόνο άτομο που έκανε εκείνη τη σχέση να λειτουργεί και να υπάρχει.

Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δε ζήτησα από τους άλλους να κάνουν τα πάντα για μένα. Το μόνο που ήθελα ποτέ να δω, ήταν ένα μικρό ψήγμα προσπάθειας, ακόμα και μια μικρή χειρονομία, ένα σημάδι που θα έδειχνε ότι με θεωρούσαν σημαντικό άνθρωπο στη ζωή τους, τόσο, όσο τους θεωρούσα κι εγώ.

Όμως, σε κανέναν δεν αρέσει να περιμένει να νιώσει την προσοχή ενός άλλου ανθρώπου!

Και οι περισσότεροι δεν έχουμε να σπαταλήσουμε το χρόνο και την ενέργεια σε άτομα που δεν το αξίζουν. Προσωπικά, δεν θέλω να ενδιαφέρομαι τόσο για τη ζωή κάποιου και να μην αισθάνομαι το ίδιο από μέρος του. Δεν θέλω να προσπαθώ να χωρέσω στη ζωή κάποιου.

Δεν θέλω να είμαι το μόνο άτομο που να παίρνει τηλέφωνο μετά από καιρό σιωπής, όταν εκείνοι δεν σκέφτονται καν να ρωτήσουν πώς ήμουν όλο αυτό τον καιρό. Δεν θέλω να πιέζω τις καταστάσεις.

Επειδή όταν δύο άνθρωποι θέλουν να είναι μαζί, δεν θα υπάρχει καμία ικανοποιητική δικαιολογία που θα τους εμποδίζει. Επειδή οι σχέσεις καταφέρνουν να διαρκούν στο χρόνο, μόνο επειδή και οι δύο πλευρές έχουν καταβάλλει προσπάθειες για να τις διατηρήσουν.

Πάλεψαν δίπλα- δίπλα. Και θα συνεχίζουν να παλεύουν ο ένας για τον άλλο, επειδή είναι ο μόνος τρόπος για να κάνουν μια σχέση να λειτουργεί. Οι δικαιολογίες είναι ψευδαισθήσεις. Ψευδαισθήσεις για κάτι που ξεκάθαρα δεν είμαστε ικανοί να κάνουμε.

Να θυμάστε: Όταν υπάρχει θέληση, υπάρχει πάντα και τρόπος!

Δυστυχώς, χρειάστηκα αρκετό χρόνο, μέχρι να μάθω ότι χρειάζεται κάποιες φορές να παραιτούμαι από τέτοιες, απέλπιδες προσπάθειες. Οι άνθρωποι πάντα θα δρουν όπως εκείνοι θέλουν και δεν υπάρχει τίποτα να κάνω γι’ αυτό.

Έτσι, κατάφερα να το αποδεχτώ. Έμαθα ότι δεν μπορώ να εμποδίζω τους ανθρώπους από το να συμπεριφέρονται εγωιστικά, αλλά αυτό που μπορώ να κάνω είναι να εξετάζω προσεκτικά σε ποιον αφιερώνω τον πολύτιμο χρόνο και την ενέργειά μου.

Μεγάλωσα και συνειδητοποίησα ότι χρειάζεται να δίνω περισσότερη αξία σε εμένα. Δεν χρειάζομαι δίπλα μου κανέναν που να μη με χρειάζεται.

Κι έτσι, τελείωσα με αυτό το «κυνήγι». Αυτό δε σημαίνει ότι έγινα εγωκεντρικός. Απλά αναμένω οι άλλοι να μου φέρονται με τον τρόπο που τους φέρομαι κι εγώ. Τόσο απλό.

Και αν και δεν είναι εύκολο απλά να φεύγει κανείς και να προχωρά στη ζωή του, αφού έχει επενδύσει τόσα πολλά σε μια σχέση, ξέρω ότι ποτέ δεν θα ικετέψω κανέναν άνθρωπο να μείνει στη ζωή μου, αν εκείνος δεν το θέλει. Και ούτε κι εσείς χρειάζεται να το κάνετε.

Να έχετε στο νου σας ότι αν κάποιος θέλει να είναι μαζί σας, δεν θα υπάρχουν ανεπίλυτα αινίγματα και παιχνίδια που χρειάζεται να παίξετε, για να το καταφέρετε. Κάθε κομμάτι του παζλ θα ταιριάζει απόλυτα, επειδή και οι δύο θα το κάνετε να συμβεί!

Οπότε, κρατήστε την αγάπη και την ενέργειά σας μόνο για τους σωστούς ανθρώπους. Επειδή το αξίζετε να νιώσετε ευτυχισμένοι και το αξίζετε να νιώσετε ότι αγαπιέστε. Οτιδήποτε λιγότερο από αυτό, δεν αξίζει!

Ο καθένας μας κρύβει μέσα του έναν νικητή και έναν χαμένο

Υπάρχει ένας νικητής μέσα μας καθώς και ένας χαμένος, και συχνά ανταγωνίζονται για το ποιος θα επικρατήσει. Ο λόγος για τον οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι απλώς «τα βγάζουν πέρα» αντί να πετυχαίνουν πραγματικά στη ζωή τους είναι επειδή αφήνουν τον χαμένο να επικρατήσει.

Και πως καταλαβαίνει κάποιος ότι μιλά ο χαμένος; «Μπα, δεν μπορώ να το κάνω αυτό.» «Μπα, είναι πολύ ριψοκίνδυνο.» Ή, «Και αν αποτύχω;» «Και οι οικονομίες μου τι θα απογίνουν;» «Τι θα πούνε για μένα;»

Ο νικητής δε φοβάται το ρίσκο, ενώ αντίθετα ο χαμένος σκέφτεται μόνο την ασφάλεια και τη σιγουριά. Είναι ειρωνικό! Ο χαμένος φωνάζει και ωρύεται για την ασφάλεια και τη σιγουριά και καταλήγει με μια καριέρα και με μια ζωή που δεν είναι ποτέ πραγματικά ασφαλείς ή σίγουρες.

Που είναι η σιγουριά όταν παντρεύεσαι κάποιον ή κάποια που είναι απλά καλός/η σύζυγος, αλλά δεν είναι ο έρωτας της ζωής σου;

Που είναι η ασφάλεια όταν δίνεις την ψυχή σου για μια εταιρία η οποία πιθανόν να σε απολύσει μέσα στις επόμενες λίγες εβδομάδες; Νομίζεις ότι κάνοντας ασφαλείς επιλογές έχεις το κεφάλι σου ήσυχο;

Μέσα στον καθένα μας υπάρχει ο νικητής και ο χαμένος, ο δραστήριος και ο τεμπέλης, αυτός που πετάγεται σαν σούστα και αυτός που κάθεται στον καναπέ.

Αυτή είναι η μάχη. Ο λόγος που θέλεις να κάνεις ένα βήμα μπροστά, είναι επειδή μέσα σου θέλεις να υποστηρίξεις τον νικητή να διακριθεί και να πάρει τα ηνία.

Ο χαμένος μέσα μας θέλει να μείνουμε καρφωμένοι στον καναπέ, θέλει να προτιμήσουμε την ασφάλεια, γιατί αν το κάνουμε τότε δε θα προκαλέσουμε τον εαυτό μας να κάνει κάτι καινούργιο και διαφορετικό. Γι’ αυτό το λόγο στις επιχειρήσεις πάντοτε θα συναντήσεις νικητές.

Είναι εύκολο να πεις «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό» ή «Δε θέλω να δουλεύω υπερβολικά σκληρά ή να παίρνω ρίσκα». Αυτά είναι τα λόγια ενός χαμένου.

Και δε θα πρέπει να νιώθεις άσχημα γι’ αυτό. Όλοι έχουμε έναν χαμένο. Κάθε πρωί, κάνουμε αυτήν την επιλογή : Ποιος ξύπνησε αυτό το πρωί; Ο νικητής ή ο χαμένος; Αυτή είναι η μάχη που δίνουμε.

Κάθε φορά που επιτρέπουμε στους φόβους μας, τις αμφιβολίες μας ή τη χαμηλή αυτοεκτίμηση μας να νικήσει, αναδεικνύεται ο χαμένος και επικρατεί.

Οι περισσότεροι δεν έχουν το θάρρος να συνεχίζουν στα δύσκολα, να χειρίζονται την απογοήτευση και να μην ξεχνούν ούτε στιγμή το όραμα προς το οποίο οδεύουν.

Απλώς δεν έχουν εκπαιδευτεί σε αυτή τη δεξιότητα. Όμως αυτό έχει ζωτική σημασία. Αυτή είναι η σημαντικότερη δεξιότητα που έχει κάποιος ο οποίος διαπρέπει στη ζωή.

Και από τη στιγμή που μιλάμε για δεξιότητα, σημαίνει ότι είναι κάτι που μπορούμε να δουλέψουμε και να εξελίξουμε. Αυτός είναι ο τρόπος σκέψης ενός νικητή.

Τίποτα στον κόσμο δε είναι σίγουρο και οι δυσκολίες θα εμφανίζονται παντού. Για να βγεις νικητής πρέπει να εξοικειωθείς με το αβέβαιο.

Εάν έχεις μάθει να πλατσουρίζεις σε ρηχά νερά και να πηγαίνεις μέχρι εκεί που πατάς, πρόσεχε γιατί τα κύματα μπορεί να σε παρασύρουν στα ανοιχτά χωρίς να το καταλάβεις και χωρίς να σε προειδοποιήσουν για να ετοιμαστείς.

Θα τα καταφέρεις να κολυμπήσεις στα βαθιά αν χρειαστεί; Το ρίσκο κρύβει μέσα του τη σιγουριά της νίκης. Αν κερδίσεις, είσαι νικητής. Ρίσκαρες, αγωνίστηκες και το αξίζεις.

Αν χάσεις, είσαι πάλι νικητής. Αρκεί που δοκίμασες και απέκτησες την εμπειρία και τη γνώση. Ότι δε σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό. Στο ρίσκο δεν υπάρχει χαμένος. Η προσπάθεια είναι πάντα η πιο μεγάλη νίκη.

Κάθε πρωινό που ξυπνάς δεν πρέπει να αφήνεις χώρο στον χαμένο να δράσει. Επιμένεις να σηκωθεί από το κρεβάτι ο νικητής και τότε ξεκινάς τη μέρα σου.

Γέμισε τα κενά σου με τα ιδανικά σου

Μην αφήνεις τα κενά σου να γεμίζουν με μίσος.

Υπάρχει πολύ, συσσωρευμένο γύρω σου, είναι πολλή η πίεση και με κάθε ευκαιρία που του εμφανίζεται, θα βρει μια χαραμάδα από το διάτρητο το σώμα σου για να τρυπώσει.

Θυμήσου το ηφαίστειο που εκρήγνυται… με την πρώτη χαραμάδα, με την πρώτη δίοδο, δεν κρατιέται και ξεχύνει από μέσα του την αχνιστή του λάβα που τόσο γρήγορα, ερμητικά και αβασάνιστα ορμάει σε ότι υπάρχει γύρω του και το καλύπτει…

Καλύπτει όλα τα κενά και γεμίζει το τοπίο…

Κυριαρχεί μια και καλή, αλλάζοντας σύσταση, μορφή και χρώμα σε ότι άφησαν τα γύρω του για αργότερα. Δεν θα είναι ποτέ τα ίδια πια. Βλέπεις δεν μπόρεσαν να προβλέψουν την έκρηξη του.

Τα μικρά τραντάγματα και οι περιστασιακοί βρυχηθμοί δεν τα ενεργοποίησαν. Και έτσι έμειναν εκεί αμέριμνα ήσυχα σιωπηλά, σχεδόν αόρατα.

Σαν να περίμεναν την αλλοτρίωση τους από τον μεγάλο δημιουργό που φτιάχνει από την αρχή το δικό του σκηνικό. Εξαπλώνοντας την τρέλα του για έλεγχο κυριαρχία και ομοιομορφία, χωρίς να αφήνει χώρο για την μοναδικότητα και την ανάδειξη της.

Βλέπεις δεν του αρέσουν τα κενά. Θέλει να τα γεμίζει με τον τρόπο του. Νομίζω πως ούτε στην φύση αρέσουν τα κενά. Γέμισε τα κενά σου με τα ιδανικά συστατικά που έχεις μέσα σου.

Μην παραμένεις αμέριμνος. Ενεργοποίησε την αγάπη, την σοφία και την μοναδικότητα που έχεις μέσα σου και τα κενά θα πάψουν να υφίστανται. Κάνε αυτή τη σκέψη προτού αρχίσουν να μεγαλώνουν και γίνουν ευάλωτα στον ανυπόμονο εισβολέα.

Δεν είναι τυχαίο που έχουμε την τάση να βλέπουμε τις μορφές γύρω μας ολοκληρωμένες. Έχουμε την τάση να συμπληρώνουμε τα κενά των γύρω μας μόνο με μια ματιά.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να συμπληρώνουμε τα δικά μας ώστε να νιώθουμε ολοκληρωμένοι; Ίσως γιατί σε αυτή την περίπτωση τα μάτια… μας είναι άχρηστα.

Ο Σαίξπηρ και η αποτύπωση της Ψυχικής Διαταραχής στο Έργο του

«O Σαίξπηρ δεν ήταν μιας εποχής, αλλά όλων των εποχών!» -Ben Jonson
 
Ο  διάσημος Άγγλος Γουιλιαμ Σαίξπηρ (William Shakespeare) ήταν ένας διακεκεριμένος δραματουργός της Αναγέννησης. Ο Σαίξπηρ ήταν μοναδικός στις ιδέες του όσον αφορά τον ανθρώπινο νου και ψυχισμό (Heaton, 2011). Ο Σαίξπηρ γνώριζε την «βαθιά ψυχολογία» της ανθρωπότητας (Tung, 2007). Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί ως ένας από τους μεγάλους ψυχολόγους της Αναγέννησης. Ο Σαίξπηρ ήταν ένας από τους μεγαλύτερους δημιουργούς στην γκάμα των ανθρώπινων χαρακτήρων του 16ου αιώνα που παρουσιάζονται (Stompe, Ritter & Friedmann, 2006) στα 37 θεατρικά έργα και ποιήματα του, τα οποία περιέχουν πολλές αναφορές και παρουσιάζουν ενδιαφέρον για όλες σχεδόν τις ιατρικές ειδικότητες (Fogan, 1989). Ο Σαίξπηρ είχε την αποκλειστική ικανότητα να αντιλαμβάνεται τη δυναμική του ανθρώπινου μυαλού και να καταλαβαίνει τις δυσλειτουργίες της ανθρώπινης ψυχής. Δημιούργησε πολλούς χαρακτήρες που εμφανίζονται να πλήττονται από ψυχολογικές και ψυχιατρικές διαταραχές.
 
Ο Σαίξπηρ ήταν πολύ κατανοητός στις περιγραφές των διαφόρων ψυχολογικών και ψυχιατρικών συμπτωμάτων. Η επιρροή του σχετικά με την ψυχοπαθολογία ήταν ανυπολόγιστη. Πολλοί χαρακτήρες του Σαίξπηρ φαίνεται να έχουν ψυχικές διαταραχές, ακόμη και ψυχώσεις.
Το έργο του παρέχει ένα ευρύ φάσμα των ανθρώπινων ψυχικών καταστάσεων συμπεριλαμβανομένης και της ψυχοπαθολογίας.
Υπάρχουν πολλοί σαιξπηρικοί χαρακτήρες που καλύπτούν πολλά κριτήρια για τις ψυχικές διαταραχές που υπάρχουν στο DSM 5 (Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών- ένα εγχειρίδιο που δημοσιεύθηκε από την American Psychiatric Association) και το ICD 10 (της Διεθνούς Στατιστικής Ταξινόμησης Νόσων και Συναφών Υγείας προβλήματων που έχει ταξινομηθεί από τον ΠΟΥ).
 
Η ιστορία του Βασιλιά Ληρ είναι σαφής αφήγηση της κατάθλιψης μεγάλης ηλικίας. Η κατάθλιψη είναι το συχνότερο και το πιο αναστρέψιμο πρόβλημα ψυχικής υγείας σε ηλικιωμένους. Η κατάθλιψη συνδέεται με σωματική ασθένεια και αναπηρία, με τα γεγονότα της ζωής, την κοινωνική απομόνωση και τη μοναξιά. Ορισμένοι ειδικοί θεωρούν την κατάθλιψη ως μια μορφή φυσιολογική αντίδραση στην τρίτη ηλικία. Ο Βασιλιάς Ληρ απομονώνεται και τοι αρνητικές σκέψεις του, αποτελούνται από αισθήματα αναξιότητας, απελπισίας, ενοχής, διέγερσης και αναποφασιστικότητας.
 
Εν συνεχεία, ένα άλλο θέμα στο έργο του είναι η ζήλια, ένα πολύπλοκο συναίσθημα που συμμαχεί με την ανασφάλεια, το φόβο και το άγχος. Ο Οθέλλος ήταν ένας ρομαντικός καθώς και εγωιστικός εραστής που δημιούργησε την παραληρητική πεποίθηση ότι η σύζυγός του ήταν άπιστη. Ο Οθέλλος έκανε επανειλημμένες καταγγελίες της απιστίας βασιζόμενος σε ασήμαντα τεκμήρια. Οι παραληρητικές ιδέες και η ζήλια του Οθέλλο είχε ισχυρή συσχέτιση με τη βία που οδήγησε στο θάνατο της συζύγου του. Ο Σαίξπηρ παρουσιάζει χαρακτήρα του Οθέλλο με δραματικό τρόπο και περιγράφει έντονα τις εσωτερικές ψυχικές συγκρούσεις του.
 
Ο ψυχαναλυτής Σίγκμουντ Φρόιντ είδε το έργο του Σαίξπηρ μέσω από τον ψυχαναλυτικό φακό και έκανε ψυχαναλυτική ανάγνωση του έργου του ειδικά τον Μάκβεθ και τον Άμλετ. Η πρώιμη φροϋδική ανάγνωση του Μάκβεθ δίνει έμφαση στην οιδιπόδεια σύγκρουση: τον αγώνα του πατέρα / γιου μεταξύ Μάκβεθ και Ντάνκαν και την πτώση των ηρώων μέσα από μια μοιραία συνείδηση (Favila, 2001). Ο Freud πρότεινε ότι Μάκβεθ και η Λαίδη Μάκβεθ είναι, στην πραγματικότητα, μια ενιαία προσωπικότητα (Chang Gung, 2012). Ο Μάκβεθ έχει προβληθεί ως ένα έργο για το οιδιπόδειο έγκλημα της πατροκτονίας (Krohn, 1986). Ο Φρόιντ το αποκάλεσε «τυφλή μανία καταστροφικότητας» (Freud, 1930). Ο Φρόιντ διευκρινίζει ότι η αποτυχία να παράγουν απογόνους προκαλείται από την εντυπωσιακή μεταμόρφωση του Μάκβεθ μετατρέποντας τον σε σκληρό τύραννο. Ο χαρακτήρας της Λαίδη Μάκβεθ συχνά παρουσιάζεται ως κακός και δαιμονικός (Prins, 2001).
 
Το 1900, ο Freud έγραψε για τον Άμλετ στο βιβλίο του «Η Ερμηνεία των Ονείρων». Ο Φρόιντ αναλύει πλήρως τα αισθήματα ενοχής που προκάλεσε στον Άμλετ η αιμομικτική επιθυμία για τη μητέρα του και την επιθυμία του να εκτοπίσει τον πατέρα του (Chang Gung, 2012). Ο Φρόιντ και πολλοί από τους οπαδούς του να αντιμετωπίζουν τον Άμλετ σαν να ήταν ένα πραγματικό πρόσωπο που αναστέλλεται από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα (Bergmann, 2009). Το ψυχαναλυτικό προφίλ που φτιάχνει ο Φρόιντ για το χαρακτήρα του Άμλετ υποδηλώνει ότι είχε μια αφύσικη αγάπη για τη μητέρα του Γερτρούδη, Βασίλισσα της Δανίας. Αυτή η ίδια η ιδέα συμπίπτει με το γεγονός ότι της αδυναμίας του να αγαπήσει την Οφηλία. Η Οφηλία γίνεται παράφρων και πνίγει τον εαυτό της, όταν ο Άμλετ απέρριψε την αγάπη της. Αυτό μοιάζει με μια τυπική μορφή οξείας διαταραχής στρες.
 
Ο Φρόιντ θεωρεί ότι με τον Έμπορο της Βενετίας, την επιλογή μιας γυναίκας (Πόρσια) να έχει να κάνει μεταξύ των τριών μνηστήρων είναι ένα θέμα αντεστραμμένο (όπως στη λογική ενός ονείρου). Ο ίδιος εξετάζει την κατάσταση στην οποία ο Μπισάνιο είναι αναγκασμένος να επιλέξει ανάμεσα σε τρεις κασετίνες για να κερδίσει την Πόρσια, και, σαν να αναλύει ένα όνειρο, συσχετίζει τις κασετίνες με τα «σύμβολα του τι είναι απαραίτητο σε μια γυναίκα, και ως εκ τούτου, τι χρειάζεται μια γυναίκα για τον εαυτό της» (Sigmund Freud- Το θέμα των Τριών Κοσμημάτων, 1913). Ο Φρόιντ αντιλαμβάνεται αυτό το μοτίβο της «επιλογής ενός ανθρώπου μεταξύ τριών θεμάτων» σαν ενδεικτικό κάποιου οικουμενικού ανθρωπίνου θέματος, θα πρέπει να είναι μια αρχετυπική αναπαράσταση από κάτι που βρίσκεται βαθιά μέσα στην ανθρώπινη ψυχή  (Chang Gung, 1912).
 
O Ουίλιαμ Σαίξπηρ είναι ο πιο γνωστός συγγραφέας στην ιστορία. Ο Σαίξπηρ ήταν μια αληθινή ιδιοφυία που έκανε μια αξιόλογη ανάλυση της ανθρώπινης ψυχής. Οι παρατηρήσεις του ήταν μοναδικές. Παρουσίασε και έπλασε στους λογοτεχνικούς του χαρακτήρες με τόσο φυσικό τρόπο που να εκφράζουν εσωτερικές ψυχικές συγκρούσεις αλλά και τη συμπεριφορά τους δίνοντας μια αισθητική μορφή υψηλής ποιότητας. Ίσως ο Σαίξπηρ πληροί τις προϋποθέσεις για να κερδίσει τον τίτλο του Μεσαιωνικού Ψυχαναλυτή.

Η Κόλαση άδεια, οι δαίμονες όλοι είναι εδώ

Προφανώς οι δαίμονες για τους οποίους μιλάει ο Σαίξπηρ παίζουν και διασκεδάζουν απίστευτα στα πεδία του έρωτα.

Γιατί αν η μοναξιά μπορεί να είναι πικρή και βαρετή, η συνεύρεση με ένα άλλο άτομο, που έχει παρελθόν, τραύματα και όνειρα διαφορετικά από τα δικά μας, σημαίνει πάντα κι έναν πολύ μεγάλο άθλο για το συνταίριασμα, κατά τον οποίο δεν είναι δύσκολο να ξεπηδήσουν σπίθες.

Περιέργως, πολλοί άνθρωποι βεβαιώνουν ότι τις στιγμές της μεγαλύτερης μοναξιάς τις έχουν ζήσει όντας ερωτευμένοι, όταν η φαντασία πυροδοτείται και τα συναισθήματα μεγαλοποιούνται.

Οι παρακάτω στίχοι του Τζιάκομο Λεοπάρντι, του κυριότερου ποιητή του ιταλικού ρομαντισμού, μας λένε ότι αυτού του είδους οι δαίμονες μπορούν να προσφέρουν μια ευαίσθητη ηδονή:

Τα μυστικά της ανθρώπινης καρδιάς
κάποιες φορές είναι τόσο βαθιά
που δε γίνεται να διαπεραστούν εύκολα`
γι’ αυτό τον λόγο,
οι καλύτερες στιγμές ενός έρωτα
είναι εκείνες όπου σε πιάνει
μια γαλήνια και γλυκιά μελαγχολία
όταν κλαις
και δεν ξέρεις γιατί
όταν παραιτείσαι ήρεμα
μπροστά σε μια ατυχία χωρίς να ξέρεις ποια ειν’
αυτή
όταν ευχαριστιέσαι μ’ ένα τίποτα
και χαμογελάς με κάτι ακόμα πιο λίγο…

Προς τον διορθωτήν των ελευθέρων πόλεων Επικούρειον όντα

Σημείωση: Το κείμενο αυτό (προς τον επιθεωρητή των ελευθέρων πόλεων, που ήταν Επικούρειος) είναι κριτική της Επικούρειας θεωρίας, η οποία κατηγορείται ότι τοποθετεί το καλό του ανθρώπου στις σαρκικές ηδονές. Ο Επίκτητος υποστηρίζει ότι υπερέχουσες κατά την αξία είναι οι ηδονές της ψυχής.

Όταν ο επιθεωρητής πήγε σ’ αυτόν (ήταν Επικούρειος), ο Επίκτητος του είπε: Είναι σωστό εμείς, οι άσχετοι, να ρωτάμε εσάς, τους φιλοσόφους,- όπως αυτοί που μπαίνουν σε ξένη πόλη ρωτάνε τους πολίτες και όσους την ξέρουν- τι είναι το καλύτερο στον κόσμο ώστε, αφού μάθουμε ποιο είναι, να το αναζητήσουμε κι εμείς- όπως οι άλλοι αναζητούν τα αξιοθέατα της πόλης- και να το δούμε. Κανείς σχεδόν δεν αντιλέγει ότι τρία πράγματα αφορούν τον άνθρωπο, η ψυχή, το σώμα και τα εξωτερικά πράγματα- δικό σας έργο, λοιπόν, είναι ν’ απαντήσετε ποιο είναι το καλύτερο. Τι θα πούμε στους ανθρώπους; Η σάρκα; Γι’ αυτήν έπλευσε ο Μάξιμος μέχρι την Κασσιόπη, χειμωνιάτικα, με τον γιο του στο πηδάλιο; Για την ηδονή της σάρκας;

Εκείνος αρνήθηκε και είπε: Κάθε άλλο.

Οπότε ο Επίκτητος συνέχισε: Δεν πρέπει ν’ αναζητούμε το καλύτερο; – Πάνω απ’ όλα αυτό πρέπει. -Τι καλύτερο, λοιπόν, έχουμε από τη σάρκα;
– Την ψυχή, είπε.
-Και ποια είναι καλύτερα; Τα αγαθά της ψυχής εξαρτώνται από την ελεύθερη βούλησή μας ή όχι;
-Εξαρτώνται.
– Άρα, η ηδονή της ψυχής εξαρτάται από την ελεύθερη βούλησή μας;
-Το παραδέχτηκε.
-Και η ηδονή αυτή πώς δημιουργείται; Αφ’ εαυτού της; Αυτό είναι αδιανόητο, προηγούμενη αυτής πρέπει να υπάρχει η ουσία του καλού που, άμα την έχουμε, θα νιώσουμε την ηδονή στην ψυχή μας.
-Το παραδέχτηκε κι αυτό.
-Σε τι, λοιπόν, θα νιώσουμε αυτή την ψυχική ηδονή; Αν, δηλαδή, είναι στα ψυχικά αγαθά, θα έχει βρεθεί η ουσία του καλού, αφού δεν μπορεί άλλο να είναι το καλό και άλλο εκείνο για το οποίο χαιρόμαστε- κι ακόμα, αν το πρότερο δεν είναι αγαθό, δεν μπορεί να είναι αγαθό το ύστερο. Για να είναι εύλογο το επιγενόμενο, πρέπει να είναι αγαθό το προηγούμενο. Αλλά δεν θα μιλήσετε έτσι, αν έχετε μυαλό, διότι θα πείτε ότι αυτά είναι ανακόλουθα προς τον Επίκουρο και τις άλλες σας θεωρίες. Δεν σας μένει παρά να πείτε ότι στις σωματικές ηδονές βρίσκεται η ηδονή της ψυχής- αυτές, συνεπώς, γίνονται το προηγούμενο και η ουσία του καλού.

Γι’ αυτό ο Μάξιμος ενήργησε ανόητα, αν ταξίδεψε για κάτι άλλο εκτός από τη σάρκα, δηλαδή για ό,τι το καλύτερο. Ανόητα επίσης ενεργεί όποιος αποφεύγει να πάρει τα αγαθά του άλλου, ενώ είναι δικαστής και μπορεί να τα πάρει. Αλλά, αν θέλεις, ας φροντίσουμε μόνο να γίνει η κλοπή κρυφά, σίγουρα και χωρίς να το μάθει κανείς. Κατά τον Επίκουρο, δηλαδή, το κακό δεν είναι να κλέψεις αλλά να σε πιάσουν, και μόνο επειδή “δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι θα περάσεις απαρατήρητος” λέει: “Μην κλέβετε”. Αλλά εγώ σου λέω ότι, αν γίνει καλά και κρυφά, δεν θα μας κυνηγήσουν- εξάλλου, “έχουμε στη Ρώμη ισχυρούς φίλους και φίλες”, ενώ “οι Έλληνες είναι άπραγοι. Κανείς τους δεν θα τολμήσει ν’ ανέβει στη Ρώμη γι’ αυτό”. Γιατί ν’ απαρνηθείς το δικό σου καλό; Είναι ανόητο, είναι ηλίθιο. Ακόμα κι αν μου πεις ότι θα το απαρνηθείς, δε θα σε πιστέψω. Όπως, άλλωστε, είναι αδύνατο να συγκατατεθούμε σε κάτι που φαίνεται ψεύτικο και ν’ αρνηθούμε κάτι αληθινό, το ίδιο αδύνατον είναι ν’ απαρνηθούμε κάτι που φαίνεται καλό. Όμως ο πλούτος είναι αγαθό και όντως θα μπορούσα να πω, αυτό που δίνει τις περισσότερες ηδονές. Γιατί δεν κυνηγάς τον πλούτο; Γιατί δεν πάμε να διαφθείρουμε τη γυναίκα του γείτονα, αν μπορούμε να το κάνουμε χωρίς να μας καταλάβουν, κι αν ο άντρας της πει καμιά ανοησία, γιατί δεν του σπάμε και τον λαιμό; Και τούτα, αν θέλεις να είσαι όπως πρέπει φιλόσοφος, τέλειος, πιστός στις αρχές σου- ειδεμή, δεν θα διαφέρεις σε τίποτε από μας, τους λεγόμενους Στωικούς- εμείς, δηλαδή, άλλα λέμε κι άλλα κάνουμε. Λέμε τα ωραία και κάνουμε τα άσχημα- η δική σου διαστροφή θα είναι αντίθετη- θα διακηρύσσεις τα άσχημα και θα κάνεις τα ωραία.

Στον Θεό σου! Φαντάζεσαι πόλη Επικούρειων; “Εγώ δεν παντρεύομαι”. “Ούτε εγώ- δεν πρέπει να παντρευόμαστε”. Ούτε να κάνουμε παιδιά, ούτε ν’ ασκούμε πολιτικά καθήκοντα. Και, τότε τι γίνεται; Από πού θα βρίσκονται οι πολίτες; Ποιος θα τους εκπαιδεύει; Ποιος θα είναι ο εφήβαρχος; Ποιος ο γυμνασίαρχος; Και τι παιδεία θα έχουν; Των Λακεδαιμονίων ή των Αθηναίων; Πάρε μου ένα νεαρό και ανάθρεψέ τον με τις δικές σου αρχές. Οι αρχές σου είναι κακές, ανατρέπουν πολιτεύματα, διαλύουν οικογένειες, δεν κάνουν ούτε για γυναίκες. Ασ’ τα αυτά, άνθρωπέ μου. Ζεις σε ηγέτιδα πόλη- πρέπει να πάρεις αξίωμα, να κρίνεις δίκαια, να μη φθονείς ξένα αγαθά, να μη θεωρείς άλλη γυναίκα ωραιότερη από τη δική σου, κανένα αγόρι όμορφο, ούτε αργυρό ή χρυσό αγγείο όμορφο. Αναζήτησε αρχές σύμφωνες με τα παραπάνω και, ξεκινώντας από αυτές, εύκολα θ’ αρνείσαι πράγματα που μπορούν να μας συναρπάσουν και να μας νικήσουν. Αν, αντίθετα, πέρα από την ευλογοφάνειά τους, έχουμε και φιλοσοφική θεωρία σαν τη δική σας, που μας σπρώχνει σ’ αυτά και μας βάζει να τα εκτιμούμε τι θα γίνει; Στο αγγείο τι είναι καλύτερο, το ασήμι ή η τέχνη; Η ουσία του χεριού είναι η σάρκα, αλλά τα έργα του χεριού προηγούνται. Άρα και τα καθήκοντα είναι τριών ειδών- τα πρώτα αφορούν το είναι, τα δεύτερα το είναι συγκεκριμένου είδους και τα τρίτα αφορούν τα προηγούμενα πράγματα καθαυτά. Το ίδιο και στον άνθρωπο, δεν πρέπει να εκτιμούμε την ύλη, το σαρκίο, αλλά τα προηγούμενα πράγματα. Ποια είναι αυτά; Να εκτελούμε τα χρέη μας ως πολίτες, να παντρευόμαστε, να κάνουμε παιδιά, να σεβόμαστε τον Θεό, να φροντίζουμε τους γονείς μας, να έχουμε επιθυμίες, αποστροφές, κλίσεις και αντιθέσεις, όπως ταιριάζει στο καθένα από αυτά και σύμφωνα με τη φύση μας. Τι σημαίνει σύμφωνα με τη φύση μας; Ως ελεύθεροι, ευγενείς,
συγκρατημένοι. Ποιο άλλο ζώο, άλλωστε, κοκκινίζει, ποιο ζώο έχει την παράσταση της ντροπής; Πρέπει να υποτάξεις την ηδονή σε τούτα ως βοηθό, ως υπηρέτρια, για να παρακινεί την προθυμία σου και να σε κρατάει στα κατά φύση έργα.

-Εγώ, όμως, είμαι πλούσιος και δεν χρειάζομαι τίποτα.
Τότε, γιατί προσποιείσαι ότι είσαι φιλόσοφος; Σου αρκούν τα χρυσά και αργυρά αγγεία, τι ανάγκη έχεις τι θεωρίες;
– Αλλά είμαι και κριτής στους Έλληνες.
– Ξέρεις να κρίνεις; Ποιος σ’ έμαθε να κρίνεις;
-Ο Καίσαρας μού έγραψε συστατικές επιστολές.
-Να σου γράψει κι άλλες, να κρίνεις και για τα μουσικά, και τι θα κερδίσεις; Εξάλλου, πώς έγινες κριτής; Ποιανού χέρι φίλησες; Του Συμφόρου ή του Νουμηνίου; Σε ποιανού τον προθάλαμο κοιμήθηκες; Σε ποιον έστειλες δώρα; Μα δεν καταλαβαίνεις πως είσαι τόσο άξιος κριτής όσο και ο Νουμήνιος;
– Αλλά μπορώ να βάλω φυλακή όποιον θέλω.
– Όπως και μια πέτρα.
-Μπορώ και να ξυλοκοπήσω όποιον θέλω.
– Όπως κι ένα γαϊδούρι. Έτσι, όμως, δεν κυβερνάς ανθρώπους. Κυβέρνησέ μας ως λογικούς ανθρώπους δείχνοντάς μας τι είναι συμφέρον, και θ’ ακολουθήσουμε. Δείξε μας τι είναι ασύμφορο, και θ’ απομακρυνθούμε. Κάνε μας ζηλωτές σου, όπως ο Σωκράτης έκανε άλλους ζηλωτές του εαυτού του. Εκείνος, πραγματικά, κυβερνούσε τους ανθρώπους ως ανθρώπους, διότι τους ανάγκαζε να του υποβάλλουν τις επιθυμίες τους, τις αποστροφές τους, τις επιλογές τους και τις αρνήσεις τους.
“Κάνε αυτό, μην κάνεις αυτό- αλλιώς, θα σε βάλω φυλακή”. Δεν είναι έτσι που κυβερνάνε λογικούς ανθρώπους. Αλλά, “όπως διέταξε ο Δίας, κάνε αυτό- αν δεν το κάνεις, θα πάθεις βλάβη, θα ζημιωθείς”. Ποια βλάβη; Καμιά άλλη, παρά μόνο ότι δεν έκανες το καθήκον σου- θα χάσεις την πίστη, τη συγκράτηση, την κοσμιότητα. Μη ζητάς ζημιές άλλες, μεγαλύτερες από τούτες.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ