Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Ισορροπημένη Ψυχή

Σε μια της άκρη ζωντανεύουν κάθε βράδυ όλες οι ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος όπως και οι οραματισμοί του μέλλοντος. Και απέναντι στέκονται περήφανα τα λάθη αναλαμβάνοντας κάθε λεπτό την ευθύνη της υπάρξεως τους. Κάθε φορά που αντιλαμβάνονται λάθος παρόμοιο με τα ίδια παίρνουν φωτιά προειδοποιώντας για τυχόν κίνδυνο. Κι όμως ξανά γεννιούνται από τις στάχτες τους.

Πίστεψες ότι αντικαθίστανται τα λάθη με νέα πιο μετριοπαθή πάθη. Ίσως πίστεψες ότι τα απανωτά χτυπήματα προκαλούν ανοσία στη ψυχή και τελικά βλέπει το λάθος για σωστό. Μέτρα ένα λάθος ακόμα. Γιατί τα λάθη πληρώνονται άπαξ και δια παντός. Υψώνονται τις νύχτες μπροστά σου σαν γέρικα πλατάνια. Αν γλυτώσεις την ασφυξία θα σου δοθεί η ευκαιρία να βρεθείς αντιμέτωπος απέναντι τους τότε θα δείξεις πόσο βαθειά μπορείς να βάλεις το χέρι σου μες στην ψυχή και πόσες ρίζες να ξεριζώσεις από αυτό το άχρηστο πλατάνι που υψώθηκε για να σε προστατεύει από τον ήλιο…

Ακριβώς απέναντι παίρνουν ζωή όλες εκείνες οι στιγμές που στάθηκες αντάξιος των συνθηκών. Υπερασπίστηκες με όλο σου το σθένος τον εαυτό σου. Το ηθικό σου δε πτοήθηκε παρά μόνο για να κάνει την αυτοκριτική του και να ισχυροποιήσει τη ήδη κατακτημένη «θέση του στον Ήλιο». Το ηθικό πάντα θα πτοείται και θα αναπτερώνεται, η ουσία όμως αυτής της προσγείωσης και απογείωσης έγκειται στο να εξαρτάται από το ίδιο το άτομο. Το εξωτερικό περιβάλλον μετέφερε, μεταφέρει και θα μεταφέρει πάντα ερεθίσματα. Πόσο βαθειά μπορούν να τρυπώσουν στην συνείδηση σου αυτά είτε είναι θετικά είτε αρνητικά; Κατά ποσό μπορούν αυτά να σου μορφώσουν τις πεποιθήσεις;

Αυτό εξαρτάται από την ισχύ των επιχειρημάτων και την ποιότητα των τεκμηρίων που ισχυροποιούν την αξία του εαυτού σου. Δεν την προκαλούν απο το πουθενά φυσικά, επειδή είναι δεδομένη. Απλά τη δυναμώνουν. Θα ήταν τρελός ένας άνθρωπος που πιστεύει σε ικανότητες του χωρίς κάποιο αντικειμενικό πειστήριο, έστω και μικρό. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ωστόσο είναι δεδομένη εφόσον υπάρχει ισότητα.

Όταν υπάρχουν στέρεοι πυλώνες πάνω στους οποίους έχει βασιστεί το άτομο έχει δηλαδή επουλώσει τις πληγές του παρελθόντος ώστε να μην αιμορραγούν σε κάθε βαρυχειμωνιά ενώ ταυτόχρονα αξιοποιεί δημιουργικά τα καλοκαίρια εξισορροπώντας το εσωτερικό κλίμα κάθε φορά. Τώρα πια μπορεί να υλοποιήσει τους οραματισμούς του, να πλησιάσει το στόχο του και να χτυπήσει κατευθείαν στο κέντρο. Γιατί; Επειδή ξέρει ποιος είναι. Δεν περιμένει τίποτα από το εξωτερικό περιβάλλον. Όσες προσδοκίες τον επηρεάζουν πηγάζουν από το ίδιο και υφίστανται για αυτόν και μόνο.

Κατά αυτόν τον τρόπο ισορροπεί η ψυχή (γαληνεύει) όπως και η συμπεριφορά, η οποία αποτελεί απόρροια των εσωτερικών διεργασιών της ψυχής (ως επί το πλείστον). Δεν αναμένει τίποτα έξω από την ίδια, άρα δεν ταράσσεται και από τίποτα ανάξιο λόγου

Όταν οι προτεραιότητες σας είναι σαφείς, οι αποφάσεις είναι εύκολο να γίνουν

Όταν είστε ξεκάθαροι για το ποιες είναι οι προτεραιότητες σας, γίνεται πιο εύκολο το να πάρετε μια απόφαση. Είναι σαν να απομακρύνετε τα κλαδιά ενός πυκνού δάσους στην προσπάθεια σας να θυμηθείτε που είναι οι ρίζες σας. Οι ρίζες που καλλιεργούν την αυτό-εκτίμηση σας για να ξέρετε τι και ποιος είναι πλεόνασμα στην ζωή σας. Αυτή η γνώση σας βοηθά να δράσετε άφοβα και πάντα σύμφωνα με την φωνή της καρδιάς σας.

Αυτή η ιδέα, που ίσως να μοιάζει κάπως προφανής, στην πραγματικότητα περικλείει μικρές διαφορές που πρέπει να μας προβληματίσουν. Ζούμε σε ένα κόσμο όπου μια διάσταση κερδίζει έδαφος με τεράστια άλματα: η απελπισία. Αυτό το συναίσθημα συχνά προηγείται μιας καταθλιπτικής κατάστασης. Ένα συναίσθημα που κάνει ένα άτομο να χάσει εντελώς τον έλεγχο της ζωής του. Είναι σαν μια ράχη που σκάβει μέσα μας μέχρι να μας αφήσει χωρίς ανάσα.
«Αυτός που σκέφτεται πάρα πολύ πριν πάρει μια απόφαση θα περάσει όλη την ζωή του ισορροπώντας στο ένα πόδι.» – Κινέζικη Παροιμία
Η απελπισία σας κάνει να χάνετε τον έλεγχο
Αυτή η συναισθηματική αδυναμία προέρχεται από το λεπτό που θα αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε τις αποφάσεις που θα πρέπει να κάνουμε στην ζωή μας. Γιατί επενδύω τόσο χρόνο και προσπάθεια σε άτομα που αργότερα θα με προδώσουν; Γιατί ανησυχώ τόσο πολύ για την δουλειά μου αν δεν με εκτιμούν; Επίσης, γιατί δεν ακούω το ένστικτο μου; Γιατί δεν το ακολούθησα όταν είχα την ευκαιρία;

Η απελπισία ή η απογοήτευση παράγει δυσαρέσκεια. Και η δυσαρέσκεια προκαλεί τον βαθμιαίο χαμό του ελέγχου της ζωής. Αυτές είναι οι στιγμές που σκεφτόμαστε «Δεν έχει σημασία τι κάνω, δεν θα αλλάξει τίποτα.» Τώρα, ας μην αφήσουμε τους εαυτούς μας να πέσουν σε αυτό το δυσάρεστο κενό. Έχουμε την ευκαιρία να αποδεχθούμε αυτή την στιγμή την προσωπική μας κρίση ως σημείο στροφής για την ζωή μας.

Είναι η ιδανική στιγμή να βρούμε ένα καινούργιο νόημα. Να εξερευνήσουμε το εσωτερικό μας σύμπαν και να αναζητήσουμε αυτά που μας χαρακτηρίζουν, αυτά που μας δίνουν δύναμη, ενέργεια και κουράγιο. Με άλλα λόγια: τις προτεραιότητες μας.

Οι προτεραιότητες απαιτούν τον συναισθηματικό εγκέφαλο
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχουμε στην σημερινή εποχή είναι η διαμάχη μας στο να διαχωρίσουμε τις προτεραιότητες μας από τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Δεν σχετίζεται με το να απορρίψουμε κάποιες ώστε να συμβιβαστούμε με άλλες. Κανείς δεν μπορεί να συνεχίσει την ζωή του βάζοντας ως προτεραιότητα τον εαυτό του και αγνοώντας αυτά που η δουλειά του, η οικογένεια ή υπόλοιποι από τον περίγυρο του απαιτούν. Στην πραγματικότητα, το κλειδί είναι στο να παραμείνουμε σοφοί, αρμονικοί και ισορροπημένοι.

Αν αφιερώσουμε όλο τον χρόνο μας στις εξωτερικές απαιτήσεις, θα παραμελήσουμε τον εαυτό μας και θα απομακρυνθούμε από το κέντρο δύναμης. Αυτόν τον λεπτό πυρήνα τον οποίο θα έπρεπε να φροντίζουμε και να ακούμε κάθε μέρα: τον εαυτό μας. Η ρίζα του προβλήματος κείτεται στην πρώτη απεικόνιση των προτεραιοτήτων μας ώστε να επιτρέψει στις απαιτήσεις να κινούνται πάντοτε εντός αυτής της σφαίρας. Αυτό να λέγεται, κανείς δεν μπορεί να μου ζητήσει κάτι που να έρχεται σε αντίθεση με τις αξίες μου. Τίποτα που ίσως μπορεί να βλάψει την αυτοεκτίμηση μου ή ίσως επηρεάσει την φυσική ή συναισθηματική ακεραιότητα.

Τώρα που αυτό είναι ξεκάθαρο, στην καθημερινότητα μας θα κάνουμε πάντα αποφάσεις που έρχονται στην ίδια ευθεία: στην ίδια ευθεία με την καρδιά μας. Ή ακόμα καλύτερα στην ίδια ευθεία με τον συναισθηματικό εγκέφαλο μας. Τώρα, πως μπορώ να το πετύχω αυτό; Για να κατανοήσουμε καλύτερα πως μπορούμε να το πετύχουμε, αξίζει πρώτα να σκάψουμε βαθύτερα στους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που συνοδεύουν κάθε διαδικασία επιλογής αποφάσεων.

Συναισθηματικοί νευρώνες και οι νευρώνες λήψης αποφάσεων
Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature Neuroscience, η εγκεφαλική δομή που εναρμονίζει τις αποφάσεις είναι ένας κογχομετωπιαίος φλοιός. Αυτή η έρευνα έφτασε σε ένα χρήσιμο και ενδιαφέρον συμπέρασμα. Μέσα στην δομή, δύο τύποι νευρώνων μπορούν να βρεθούν με πολύ συγκεκριμένες λειτουργίες.
  • Ο πρώτος τύπος νευρώνων λέγεται OFC και η λειτουργία τους είναι να προσφέρουν συναισθηματική αξία σε κάθε επιλογή που πρέπει να ζυγίσουμε πριν πάρουμε μια απόφαση. Το κάνουν σύμφωνα με τις προηγούμενες εμπειρίες, την ταυτότητα και την προσωπικότητα μας. Είναι σαν ένα προηγούμενο μηχανισμό ο οποίος συνδέεται άμεσα με αυτό που αποκαλούμε ¨ένστικτο¨. Για παράδειγμα, κάτι μου λέει πως θα έπρεπε να απορρίψω αυτή την δουλειά, γιατί ξέρω πως απαιτεί συγκεκριμένες ικανότητες που δεν ταιριάζουν στον χαρακτήρα μου.
  • Η δεύτερη ομάδα νευρώνων είναι τα κύτταρα της αξίας. Εδώ, δεν υπάρχει πλέον το συναισθηματικό συστατικό. Αντί γι αυτό, η πρακτική απόδοση εφαρμόζεται. «Πρέπει να δεχθώ αυτή τη δουλειά γιατί χρειάζομαι μισθό, επειδή η δουλειά είναι η προτεραιότητα μου αυτή τη στιγμή.»
Μόλις ένα άτομο πάρει μια απόφαση με βάση αυτούς τους μηχανισμούς, τα συναισθηματικά συστατικά και αυτά της απόδοσης και ο κογχομετωπιαίος φλοιός απονέμουν ένα καινούργιο συναίσθημα σε αυτή την επιλογή. Το αποτέλεσμα είναι απλό: ο εγκέφαλος προσπαθεί να σας κινητοποιήσει ώστε να πετύχετε τον σκοπό σας.

Πρέπει να έχετε σαφείς προτεραιότητες ώστε να κάνετε πιο ασφαλείς αποφάσεις
Κάτι που όλοι ξέρουμε είναι πως πρέπει να ρισκάρουμε στη ζωή. Κάποιες από τις αποφάσεις που θα κάνετε θα είναι καλύτερες από άλλες. Ωστόσο, συχνά, αυτό που φαίνεται στην αρχή, εντελώς τρελό μπορεί να καταλήξει να είναι η πιο λογική και πετυχημένη επιλογή της ύπαρξης μας. Με όλα αυτά, αυτό που προσπαθώ να πω είναι κάτι πολύ απλό: Για να είστε χαρούμενοι, πρέπει να πάρετε αποφάσεις και να είστε υπεύθυνοι για αυτές συνέχεια.
Αν πρέπει να πάρετε μια απόφαση, μην διστάσετε. Αποδεχθείτε αυτή που σας κάνει χαρούμενους.
Το αίσθημα της απελπισίας μπορεί να λυθεί μέσω της σύνδεσης με τον εσωτερικό μας κόσμο. Περισσότερο σημαντικό, με το να φέρουμε τις προτεραιότητες μας στην επιφάνεια. Προτεραιότητες οι οποίες δεν εμποδίζουν κάποιον άλλον. Για να το πετύχετε αυτό, αξίζει να έχετε 3 απλές στρατηγικές στο μυαλό σας:
  • Περιορισμός. Απαριθμήστε σε ένα χαρτί όλες τις τωρινές σας ανάγκες. Θα παρατηρήσετε πως είναι πολλές. Ωστόσο, ανάμεσα τους κρύβονται οι γνήσιες προτεραιότητες σας: το να είστε χαρούμενοι, να είστε σεβαστοί και να είστε καλά φυσικά και συναισθηματικά. Σκεφτείτε τες.
  • Σύγκριση. Μόλις οι προτεραιότητες σας ξεκαθαριστούν, συγκρίνετε τες με τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος σας. Εναρμονίζονται; Κάτι που απαιτείται είναι ενάντια στις αξίες σας; Υπάρχει κάποιος που διαταράσσει την συναισθηματική σας υγεία;
  • Ένωση. Τώρα που ξέρετε πως υπάρχουν συγκεκριμένες πτυχές οι οποίες είναι ενάντια στις προτεραιότητες σας, θα πρέπει να δράσετε έτσι ώστε να παγιώσετε την ισορροπία μεταξύ των εσωτερικών σας προτεραιοτήτων και των εξωτερικών απαιτήσεων.
Εν τέλει, μόλις ολοκληρώσουμε αυτά τα βήματα, παραμένει μόνο μια μικρή λεπτομέρεια που πρέπει να κάνουμε. Μια που είναι θαυμάσια και ουσιώδη: σχεδιάστε την ζωή σας. Γιατί αν υπάρχει κάτι που μας προφέρουν οι σαφείς ανάγκες, αξίες και ελπίδες, είναι το να μας δείχνουν πως μπορούμε και πρέπει να είμαστε εμείς οι κάτοχοι του πεπρωμένου μας.

Όταν τελικά ξεκαθαρίσετε τις επιθυμίες σας, η περιπέτεια της ζωής μπορεί να συνεχίσει την πορεία της για ακόμη μια φορά.

Το τέλος μιας αυταπάτης

Η Μεγάλη Υπόσχεση της Απεριόριστης Προόδου -η υπόσχεση της κυριαρχίας επάνω στη φύση, της υλικής αφθονίας, της μέγιστης δυνατής ευτυχίας για τον μέγιστο δυνατό αριθμό ανθρώπων και της ανεμπόδιστης προσωπικής ελευθερίας- διατηρούσε τις ελπίδες και την εμπιστοσύνη των γενιών από την απαρχή ήδη της βιομηχανικής εποχής. Είναι αναμφισβήτητο πως ο ανθρώπινος πολιτισμός ξεκίνησε την ίδια στιγμή που η ανθρώπινη φυλή άρχισε να έχει κάποιον έλεγχο επάνω στη φύση, όμως αυτός ο έλεγχος παρέμεινε περιορισμένος μέχρι την έλευση της βιομηχανικής εποχής. Με τη βιομηχανική πρόοδο, από την υποκατάσταση της ζωικής και της ανθρώπινης ενέργειας πρώτα, από τη μηχανική ενέργεια στη συνέχεια, και από την πυρηνική ως την υποκατάσταση του ανθρώπινου μυαλού από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αισθανθήκαμε πως βαδίζαμε στον δρόμο της χωρίς όρια παραγωγής, άρα και της απεριόριστης κατανάλωσης, πως η τεχνολογία μας έκανε παντοδύναμους, πως η επιστήμη μας έκανε παντογνώστες. Βαδίζαμε στον δρόμο για να γίνουμε θεοί, υπέρτατα όντα τα οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έναν δεύτερο κόσμο, χρησιμοποιώντας τον φυσικό κόσμο απλώς και μόνο ως πηγή οικοδομικών υλικών για την καινούρια δημιουργία.

Οι άντρες και, με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς, οι γυναίκες βίωναν μια νέα αίσθηση ελευθερίας- είχαν γίνει κύριοι της ίδιας τους της ζωής: οι αλυσίδες της φεουδαρχίας είχαν σπάσει και μπορούσε ο καθένας να κάνει οτιδήποτε επιθυμούσε, ελεύθερος από κάθε είδους δεσμά. Ή, τουλάχιστον, έτσι ένιωθαν οι άνθρωποι. Και, παρά το γεγονός πως αυτό ίσχυσε μόνο για την ανώτερη και τη μεσαία τάξη, το δικό τους επίτευγμα έκανε και όλους τους άλλους να πιστεύουν πως τελικά η ελευθερία νέας μορφής θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλα τα μέλη της κοινωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξακολουθούσε η βιομηχανοποίηση να προχωρά με τον ίδιο ταχύ ρυθμό. Ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός δεν άργησαν να μεταβληθούν από κίνημα, το οποίο στόχευε σε μια νέα κοινωνία και σε έναν νέο άνθρωπο, σε ένα άλλο κίνημα του οποίου το ιδεώδες ήταν η αστική ζωή για όλους, δηλαδή ο παγκοσμιοποιημένος αστός ως ο άντρας και η γυναίκα του μέλλοντος. Η επίτευξη πλούτου και άνεσης για όλους θεωρήθηκε πως θα έφερνε και την απεριόριστη ευτυχία σε όλους. Η τριάδα της χωρίς όρια παραγωγής, της απόλυτης ελευθερίας και της απεριόριστης ευτυχίας διαμόρφωσε τον πυρήνα μιας νέας θρησκείας. Η πρόοδος και μια καινούρια Επίγεια Πολιτεία της Προόδου ήρθαν ν’ αντικαταστήσουν την Πολιτεία του Θεού. Και καθόλου δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η καινούρια αυτή θρησκεία εφοδιάζει τους πιστούς της με ενέργεια, ζωτικότητα και ελπίδα.

Το εύρος της Μεγάλης Υπόσχεσης -τα θαυμαστά υλικά και διανοητικά επιτεύγματα της βιομηχανικής εποχής- πρέπει να μελετηθεί σε βάθος προκειμένου να κατανοήσουμε επίσης πόσο βαθύ είναι το τραύμα που προκαλεί σήμερα η συνειδητοποίηση της διάψευσής της. Καθώς η βιομηχανική εποχή πράγματι απέτυχε να εκπληρώσει τη Μεγάλη της Υπόσχεση, όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούν σήμερα τα εξής:

Η απεριόριστη ικανοποίηση όλων των επιθυμιών δεν οδηγεί σε μια καλή ποιότητα ζωής ούτε αποτελεί τον δρόμο για την ευτυχία ή έστω για τη μεγίστη δυνατή ευχαρίστηση.

Το όνειρο του να γίνουμε κύριοι της ίδιας μας της ζωής έσβησε όταν αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι είχαμε γίνει όλοι μας γρανάζια μιας γραφειοκρατικής μηχανής, με το κράτος -την εκάστοτε κυβέρνηση-, τη βιομηχανία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που ελέγχονται από αυτή, να χειραγωγούν τις σκέψεις, τα αισθήματα και τις προτιμήσεις μας.

Η οικονομική πρόοδος παρέμεινε περιορισμένη στις πλούσιες χώρες, και το χάσμα ανάμεσα στα πλούσια και στα φτωχά έθνη μεγάλωσε ακόμη περισσότερο.

Η τεχνολογική πρόοδος από μόνη της προκάλεσε οικολογικούς κινδύνους όπως και τον κίνδυνο ενός πυρηνικού πολέμου, δύο απειλές που, είτε από κοινού είτε η καθεμία μόνη της, θα μπορούσαν να βάλουν ένα τέλος σε ολόκληρο τον πολιτισμό, πιθανώς ακόμη και στην ίδια τη ζωή.

Όταν ο Άλμπερτ Σβάιτσερ πήγε στο Όσλο για να αποδεχτεί το Νόμπελ Ειρήνης (1952), κάλεσε τους ανθρώπους να «τολμήσουν ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση… Ο άνθρωπος έχει γίνει ένας υπεράνθρωπος… Αλλά ο υπεράνθρωπος με την υπεράνθρωπη δύναμη δεν έχει επίσης εξυψωθεί και σε ένα επίπεδο υπεράνθρωπης λογικής. Στον βαθμό που η δύναμή του αυξάνεται, αυτός γίνεται όλο και περισσότερο φτωχός… Πρέπει να αφυπνιστεί η συνείδησή μας από το γεγονός ότι όσο περισσότερο γινόμαστε υπεράνθρωποι, άλλο τόσο γινόμαστε απάνθρωποι».

Erich Fromm, Να Έχεις ή να Είσαι;

Στον Φρόυντ άρεσε ιδιαίτερα ο λατινικός αφορισμός Saxa loquuntur, «οι πέτρες μιλούν»

Σχετική εικόναΛίγο πριν πεθάνει, ο Φρόυντ μάς πρόσφερε την πιο ρητή αναλογία που είχε κάνει ποτέ σχετικά με τον ψυχαναλυτή ως αρχαιολόγο του νου:

Η δουλειά του ψυχαναλυτή μοιάζει με κατασκευή ή, αν προτιμάτε, με αναπαράσταση- παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με τη δουλειά του αρχαιολόγου, που ανασκάβει ένα κατεστραμμένο και παραχωμένο σπίτι ή ένα άλλο οικοδόμημα του παρελθόντος. Είναι κατά βάση η ίδια, μόνο που ο ψυχαναλυτής δουλεύει κάτω από καλύτερες συνθήκες, έχει στη διάθεσή του περισσότερο βοηθητικό υλικό, επειδή ασχολείται με κάτι το ζωντανό ακόμα, όχι με ένα κατεστραμμένο αντικείμενο, και ίσως για έναν ακόμα λόγο. Όπως όμως ο αρχαιολόγος αναστηλώνει από απομεινάρια τοίχων τα τοιχώματα του οικοδομήματος, καθορίζει από κοιλώματα στο έδαφος τον αριθμό και τη θέση των κιόνων, ανακατασκευάζει από ίχνη που βρήκε στα μπάζα τις παλιές διακοσμήσεις των τοίχων και τις τοιχογραφίες, ακριβώς έτσι ενεργεί και ο ψυχαναλυτής, όταν βγάζει τα συμπεράσματά του από αποσπασματικές αναμνήσεις, συνειρμούς και ενέργειες του αναλυόμενου. Και στους δυο αναγνωρίζεται το δικαίωμα της αναπαράστασης με μέσο τη συμπλήρωση και τη σύνθεση των διατηρημένων κατάλοιπων. Παρόμοιες είναι επίσης και για τις δυο περιπτώσεις ορισμένες δυσκολίες και πηγές λαθών.Ένα από τα πιο δυσχερή προβλήματα της αρχαιολογίας είναι, όπως ξέρουμε, ο καθορισμός της σχετικής ηλικίας ενός ευρήματος- και όταν ένα αντικείμενο εμφανιστεί σε ένα ορισμένο στρώμα, συχνά πρέπει να αποφασίσει ο ανασκαφέας αν ανήκει σε αυτό το στρώμα ή αν κατοπινές καταστροφές το έφεραν σε τέτοιο βάθος. Εύκολα μπορούμε να μαντέψουμε πού εμφανίζεται αυτή η αμφιβολία στις ψυχαναλυτικές κατασκευές.
(“Κατασκευές κατά την ψυχανάλυση”, 1937)

Ως επαγγελματίας ψυχοθεραπευτής περνώ αρκετό χρόνο προσπαθώντας να βοηθήσω τους ασθενείς να σκεφτούν την παιδική τους ηλικία και την επίδραση της. Πολλοί άνθρωποι υποφέρουν από γονικές στερήσεις, οδυνηρές τιμωρίες, καταστροφικές ταπεινώσεις και άλλες αρνητικές εμπειρίες, ενώ μπορεί φυσικά να έχουν απολαύσει τη στοργή της μητέρας ή του πατέρα, ή τη χαρά να παίζουν με αδέρφια και φίλους. Κάποιοι από μας επισκεπτόμαστε ξανά την παιδική ηλικία μες στο μυαλό μας, χαιρόμαστε με τις υγιείς στιγμές και κλαίμε για τα βάσανα που μας έχουν εξασθενήσει. Άλλοι άνθρωποι, ωστόσο, καλύπτουν και απωθούν την παιδική τους ηλικία, παριστάνοντας πως δε συνέβησαν άσχημα πράγματα. Βρίσκω πως αυτοί οι άνθρωποι συχνά υποφέρουν από μεγάλη οργή, μνησικακία και μανία στην ενήλικη ζωή τους, γλείφοντας πρώιμες πληγές που δε θεραπεύτηκαν ποτέ. Ευτυχώς ο Φρόυντ μάς βοήθησε να αναγνωρίσουμε τη σημασία της παιδικής ηλικίας και της «ανασκαφής» της.

Στον Φρόυντ άρεσε ιδιαίτερα ο λατινικός αφορισμός Saxa loquuntur, «οι πέτρες μιλούν» («Η αιτιολογία της υστερίας», 1890), μια φράση που μπορεί να πρόσεξε όταν διέσχισε τη Sigmundstor ή πύλη του Σίγκμουντ, ένα τούνελ του 18ου αιώνα στο Σάλτσμπουργκ όπου, κατά τύχη, φέρει το όνομά του. Εντρυφώντας στην αρχαιολογική ανασκαφή του νου ανακαλώντας απωθημένες αναμνήσεις, ο Φρόυντ μάς δίδαξε ένα μάθημα ζωτικής σημασίας, ότι δηλαδή, δεν μπορούμε, και δεν πρέπει, να ξεχνάμε το παρελθόν.

Το παρελθόν μας επηρεάζει, είτε το θέλουμε είτε όχι, συνεπώς έχουμε την υποχρέωση να εξερευνούμε την παιδική μας ηλικία με την ελπίδα να βάλουμε τα φαντάσματα μας στο παιδικό δωμάτιο για ύπνο.

Την αληθινή δύναμη τη βρίσκουμε στον απρόσωπο Εαυτό

Όποιος απελευθερώνεται πνευματικά πρέπει να βιώσει κάποιες δύσκολες εμπειρίες για ένα χρονικό διάστημα, με πολύ φόβο και αναστάτωση.

Οι εμπειρίες αυτές μπορεί να είναι πολύ πιο έντονες απ' όσο φαντάζεται κανείς. Στην πραγματικότητα, σε όλη μας τη ζωή βιώνουμε κάθε τόσο τέτοιες εμπειρίες, αλλά δεν έχουμε επίγνωση ότι τις βιώνουμε.

Όταν γίνονται πιο έντονες, είναι γιατί μπορούμε να αντέξουμε το βάρος τους. Μπορεί η αγάπη ή η παρουσία ενός πνευματικού ανθρώπου δίπλα μας να μας κάνει πιο δυνατούς και έτσι να εμφανίζονται νέες δυνατότητες.

Αλλά αν κάποιος θέλει να κρατήσει ή να προστατέψει την ατομική του ταυτότητα, οι εμπειρίες αυτές θα δυναμώνουν και θα τυλίγονται όλο και πιο σφιχτά γύρω από την εγωική αίσθηση του εαυτού του.

Η εξερεύνηση του εαυτού [self enquiry], η αφοσίωση, βοηθούν στην άφεση, στο να προσφέρει κανείς τα πάντα στην ύψιστη δύναμη και να ενωθεί με τον θεϊκό Εαυτό.

Έτσι μπορεί να βρει κανείς ότι κάθε τι το καλό είναι μαζί του, η μεγαλύτερη αγάπη γίνεται το άρωμά του και η ύψιστη δύναμη κυλάει μέσα του.

Παρόλα αυτά, οι αμφιβολίες, ο δισταγμός και οι αντιστάσεις θα έρθουν. Είναι καλό να ξέρουμε ότι όλα είναι εντάξει, αρκεί να μη στραφούμε προς τον εγωικό εαυτό μας. Αν είναι να στραφούμε προς τον εαυτό μας, ας στραφούμε προς τον απρόσωπο εαυτό μας.

Και μείνε εκεί μέχρι που ο δυϊσμός και η ενότητα να γίνουν ένα.

Ένα, ενιαίο όλο

Στις δικές μας ζωές, μπορούμε να παρατηρήσουμε πόσο κομματιασμένοι είμαστε από αντικρουόμενες επιθυμίες, από ανταγωνιστικές πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές, επιστημονικές και επαγγελματικές δραστηριότητες. Υπάρχει, όμως, κάποια δράση που να μπορεί να ανταποκριθεί ολοκληρωτικά σε κάθε απαίτηση της ζωής χωρίς να είναι η ίδια αντιφατική; Δεν ξέρω αν έχετε κάνει ποτέ μια τέτοια ερώτηση.

Οι περισσότεροι από μας ζούμε μέσα στη δική μας ιδιαίτερη δραστηριότητα και προσπαθούμε να την κάνουμε όσο πιο καλά μπορούμε.

Εάν είσαι πολιτικός – και ελπίζω να μην είστε – τότε η ζωή σου είναι πολύ εξαρτημένη από ψήφους και όλη την ανοησία που υπάρχει στο όνομα της πολιτικής. Εάν είσαι θρησκευόμενος θα έχεις έναν αριθμό από «πιστεύω», κι όλα αυτά θα συγκρούονται με την καθημερινή σου ζωή. Εάν είσαι καλλιτέχνης, ζεις μακριά από όλα αυτά, απορροφημένος στη δική σου ειδική φαντασία, στη δική σου αντίληψη της ομορφιάς και λοιπά. Και αν είσαι επιστήμονας, ζεις στο εργαστήριο ή στο γραφείο σου και οπουδήποτε αλλού, είσαι απλώς ένας καθημερινός άνθρωπος, χωρίς ηθικές αρχές και ανταγωνιστικός.

Βλέποντας, λοιπόν, όλο αυτό, που για τους περισσότερους από μας είναι αρκετά οικείο, τι είναι εκείνο που μπορεί να κάνει κανείς για να ανταποκρίνεται τελείως σε κάθε απαίτηση της ζωής κι ωστόσο να παραμένει χωρίς συγκρούσεις μέσα του, να παραμένει ψυχολογικά ένα ενιαίο όλο;

Εάν το ερώτημα είναι ξεκάθαρο, τότε πώς θα βρούμε μια τέτοια δράση; Με κάποια μέθοδο, με κάποιο σύστημα; Εάν προσπαθούμε να βρούμε μια μέθοδο, ένα τρόπο ζωής βάσει κάποιου συστήματος, σύμφωνα με κάποιο μοντέλο, αυτό το ίδιο το μοντέλο, αυτό το ίδιο το σύστημα είναι συγκρουσιακό. Σας παρακαλώ, ας το καταλάβουμε αυτό πολύ καθαρά. Εάν ακολουθώ κάποιο ιδιαίτερο σύστημα προκειμένου να φέρω μια δράση που θα είναι ένα όλο, πλήρης, ενιαία, πλούσια και ωραία, τότε η μέθοδος, το σύστημα, γίνονται μηχανικά. Οι δράσεις μου θα είναι μηχανικές κι επομένως εντελώς ελλιπείς. Οπότε πρέπει να παραμερίσω κάθε ιδέα να ακολουθήσω κάποια, μηχανικά επαναλαμβανόμενη δραστηριότητα.

Επίσης θα πρέπει να βρει κανείς εάν η σκέψη μπορεί να βοηθήσει για να γίνεται μια τέτοιου είδους δράση. Ζείτε μια κομματιασμένη ζωή: είσαστε διαφορετικοί στη δουλειά και στο σπίτι· έχετε προσωπικές σκέψεις και δημόσιες σκέψεις. Μπορείτε να το δείτε αυτό το μεγάλο χάσμα, αυτή την αντίθεση, αυτό το κομμάτιασμα. Και αναρωτιέται κανείς αν η σκέψη μπορεί να γεφυρώσει όλα αυτά τα διάφορα κομμάτια, αν μπορεί να φέρει μια ένωση όλων αυτών των παραγόντων. Μπορεί; Πρέπει να βρούμε τη φύση και τη δομή της σκέψης προτού πούμε αν η σκέψη μπορεί ή δεν μπορεί· αν το να σκέφτεσαι, το να συλλογίζεσαι, η διανοητική διαδικασία αιτιολόγησης, μπορούν να φέρουν μια αρμονική ζωή. Για να το βρει κανείς αυτό πρέπει να ερευνήσει, να εξετάσει προσεκτικά τη φύση και τη δομή της σκέψης…

Νανοτεχνολογία: Τρανζίστορ σπάζει τον νόμο της θερμικής αγωγιμότητας

Τρανζίστορ μονού ηλεκτρονίου (SET) μεταφέρει περισσότερη θερμότητα από αυτή που προβλέπεται από τον νόμο Wiedemann-Franz, που συνδέει τη θερμική αγωγιμότητα και τη ηλεκτρική αγωγιμότητα. Καλοί αγωγοί της θερμότητας είναι συνήθως επίσης καλοί αγωγοί του ηλεκτρισμού.

[Στα μέταλλα, η ομοιότητα στους μηχανισμούς διάδοσης του ηλεκτρικού φορτίου και της θερμότητας βρίσκει την έκφρασή της στον πειραματικά διαπιστωμένο, αρχικά, νόμο των Wiedemann-Franz (1853). Σύμφωνα με αυτόν, σε θερμοκρασία δωματίου (σωστότερα, σε θερμοκρασίες όχι πολύ χαμηλές, άνω της θερμοκρασίας Debye), στα μέταλλα, η θερμική αγωγιμότητά (λ) είναι ανάλογη προς την αντίστοιχη ηλεκτρική (σ). Δηλαδή, λ = cσ ή ο λόγος (λ/σ) = c (σταθερός αριθμός). Βέβαια παρατηρήθηκε ότι ο λόγος (λ/σ) εξαρτάται από τη θερμοκρασία και η εξάρτηση αυτή είναι της μορφής: (λ/σ) = LT, όπου Τ (T > T Debye) είναι η απόλυτη θερμοκρασία του μετάλλου και L είναι ένας σταθερός αριθμός, ίδιος για όλα τα μέταλλα και ονομάζεται σταθερά του Lorentz].

Όμως, ερευνητές έχουν βρει ότι ο νόμος δεν ισχύει σε ορισμένα υλικά, όπως το μεταλλικό διοξείδιο του βαναδίου. Ο Bivas Dutta από το Πανεπιστήμιο Grenoble Alpes στη Γαλλία, ο Joonas Peltonen από το Πανεπιστήμιο Aalto στη Φιλανδία και συνάδελφοί τους τώρα δείχνουν ότι ένα SET επίσης παραβιάζει τον νόμο. Αυτά τα τρανζίστορ διαμορφώνουν τη βάση ενός ηλεκτρονικού κυκλώματος στην περιοχή της νανοκλίμακας, έτσι το εύρημα μπορεί να είναι χρήσιμο για την διαχείριση και τη συλλογή θερμότητας που παράγεται σε τέτοια κυκλώματα.

Ένα τρανζίστορ μονού ηλεκτρονίου (SET) (σχηματικά στη μικρή εικόνα του κειμένου) αποτελείται από μια «νησίδα», σε επίπεδο νανοκλίμακας, αγώγιμου υλικού που συνδέεται με δυο ηλεκτρόδια (πηγή και απαγωγός) μέσω εμποδίων σήραγγας και με ένα τρίτο ηλεκτρόδιο (πύλη) μέσω ενός πυκνωτή. [Το βασικό στοιχείο των SET είναι μία επαφή φαινομένου σήραγγας και ως εκ τούτου η διέλευση των ηλεκτρονίων, λόγω του φαινομένου σήραγγας, διαμέσου ενός φράγματος δυναμικού ελέγχει την αγωγιμότητα ρεύματος στο SET. Η πιο βασική αρχιτεκτονική της διάταξης μονού ηλεκτρονίου μπορεί να κατασκευαστεί τοποθετώντας δύο τέτοιες επαφές φαινομένου σήραγγας σε σειρά. Το μέρος του αγωγού που περικλείεται από τις δύο επαφές σήραγγας, είναι γνωστό ως νησίδα. Αυτή η διάταξη λέγεται SED, διότι μόνο ένα ηλεκτρόνιο μπορεί να ταξιδέψει από το ένα τερματικό σημείο (μεταλλικό ηλεκτρόδιο) στο άλλο κάθε φορά κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Επομένως, στα SED, η μεταφορά φορτίου έχει διακριτή φύση. Τώρα, εάν φανταστούμε ένα ηλεκτρόδιο πύλης, το οποίο είναι ενωμένο με μία νησίδα μέσω ενός λεπτού μη διαπερατού διηλεκτρικού, αυτή η αρχιτεκτονική των τριών τερματικών σημείων θα λειτουργήσει σαν SET.]

Η ομάδα μέτρησε τις αγωγιμότητες φορτίου και θερμότητας της συσκευής ως συνάρτηση του μέσου όρου των ηλεκτρονίων n(g) που επάγονται στη νησίδα από το δυναμικό που εφαρμόζεται στην πύλη. Βρήκε ότι ο λόγος των αγωγιμοτήτων υπάκουε στο νόμο Wiedemann-Franz μόνο στις καταστάσεις του τρανζίστορ που ανταποκρίνονταν σε ημίσειες-ακέραιες τιμές του μέσου όρου n(g). Σε άλλες καταστάσεις, περιλαμβανομένων καταστάσεων με ακεραία τιμή του n(g), ο λόγος ήταν πάνω από 4 φορές υψηλότερος από αυτόν που προέβλεπε ο νόμος. Τα αποτελέσματα είναι σε συμφωνία με προηγούμενη μελέτη που προέβλεπε παραβίαση του νόμου για μη-ημίσειου-ακεραίου καταστάσεις αυτού του τύπου του τρανζίστορ και το συνέδεε με μα αυξανόμενη αποτελεσματικότητα του φράγματος Coulomp (Coulomb blockade) – ένα φαινόμενο στο οποίο η ηλεκτρική αγωγιμότητα μειώνεται εξαιτίας της άπωσης Coulomb μεταξύ των ηλεκτρονίων.

Διάστημα: Αστροφυσικοί εξηγούν με νέο μοντέλο την μυστήρια συμπεριφορά των κοσμικών ακτίνων

Μια ομάδα επιστημόνων από τη Ρωσία και την Κίνα έχουν αναπτύξει ένα μοντέλο το οποίο εξηγεί τη φύση των κοσμικών ακτίνων (CRs) υψηλής ενέργειας στον Γαλαξία μας. Οι CRs αυτές έχουν ενέργειες που υπερβαίνουν κατά μια ή δυο τάξεις μεγέθους αυτές που παράγονται από τις εκρήξεις υπερκαινοφανών. Το μοντέλο εστιάζει κυρίως στην πρόσφατη ανακάλυψη των γιγάντιων δομών που ονομάστηκαν φυσαλίδες Fermi.

Ένα από τα βασικά προβλήματα στη θεωρία της προέλευσης των κοσμικών ακτίνων (πρωτόνια υψηλής ενέργειας και ατομικοί πυρήνες) είναι ο μηχανισμός επιτάχυνσης. Το θέμα αντιμετωπίστηκε από τους Vitaly Ginzburg και Sergei Syrovatsky στη δεκαετία του 1960, όταν πρότειναν ότι οι CRs παράγονται κατά τη διάρκεια εκρήξεων υπερκαινοφανών (supernovae – SN) στον Γαλαξία. Ένας ειδικός μηχανισμός της επιτάχυνσης φορτισμένων σωματιδίων από το ωστικό κύμα το SN προτάθηκε από τον Germogen Krymsky και άλλους το 1977. Εξαιτίας της περιορισμένης διάρκειας ζωής των ώσεων, εκτιμήθηκε ότι η μέγιστη ενέργεια των επιταχυνόμενων σωματιδίων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1014-1015 eV (electronvolts).

Το ερώτημα προκύπτει για το πώς εξηγείται η φύση των σωματιδίων με ενέργειες πάνω από τα 1015 eV. Μια μεγάλη τομή στην έρευνα των διαδικασιών επιτάχυνσης τέτοιων σωματιδίων προέκυψε όταν το Διαστημικό Τηλεσκόπιο Ακτίνων-γ, Fermi, ανίχνευσε δυο γιγάντιες δομές που εκπέμπουν ακτινοβολία της περιοχής των ακτίνων-γ στην κεντρική περιοχή του Γαλαξία μας, τον Νοέμβριο του 2010. Οι δομές που ανακαλύφθηκαν είναι επιμήκεις και συμμετρικά τοποθετημένες στο Γαλαξιακό επίπεδο, κάθετα στην περιοχή του κέντρου του, επεκτεινόμενες 50000 έτη φωτός, ή περίπου στο μισό της διαμέτρου του δίσκου του Γαλαξία μας. Οι δομές αυτές έγιναν γνωστές ως φυσαλίδες Fermi. Αργότερα, η ομάδα του τηλεσκοπίου Planck ανακάλυψε τις εκπομπές τους στην περιοχή των μικροκυμάτων.

Η φύση των φυσαλίδων Fermi είναι ακόμη ασαφής, ωστόσο η θέση αυτών των αντικειμένων δείχνει την σύνδεσή τους με την προηγούμενη και την τωρινή δραστηριότητα του κέντρου του Γαλαξία, όπου θεωρείται ότι είναι εγκατεστημένη μια κεντρική μαύρη τρύπα. Τα σύγχρονα μοντέλα συσχετίζουν τις φυσαλίδες με τον σχηματισμό των άστρων και/ή με μια ενέργεια που απελευθερώνεται από το Γαλαξιακό κέντρο, αποτέλεσμα της παλιρροϊκής διαταραχής των άστρων κατά τη διάρκεια της συσσώρευσής τους μέσα στη κεντρική μαύρη τρύπα. Οι φυσαλίδες δεν θεωρούνται ότι είναι μοναδικά φαινόμενα που παρατηρούνται μόνο στον Γαλαξία μας και παρόμοιες δομές μπορεί να ανιχνευτούν σε άλλα γαλαξιακά συστήματα με ενεργούς πυρήνες.

Οι Dmitry Chernyshov και Vladimir Dogiel από το MIPT (Moscow Institute of Physics and Technology) και οι συνάδελφοί τους από το Hong Kong και την Taiwan δημοσίευσαν σειρά από μελέτες πάνω στη φύση των φυσαλίδων Fermi. Έχουν δείξει ότι η εκπομπή ακτίνων-Χ και ακτίνων-γ σε αυτές τις περιοχές συμβαίνει λόγω ποικίλων διαδικασιών των σχετικιστικών ηλεκτρονίων συμπεριλαμβανομένων, που επιταχύνονται από το ωστικό κύμα που προέρχεται από την πτώση αστρικής ύλης μέσα στη μαύρη τρύπα. Σε αυτή την περίπτωση, τα ωστικά κύματα θα επιτάχυναν τόσο τα πρωτόνια όσο και τους πυρήνες. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα ηλεκτρόνια, τα σχετικιστικά πρωτόνια με μεγαλύτερες μάζες μόλις που χάνουν την ενέργειά τους στη Γαλαξιακή άλω και μπορούν να γεμίσουν όλο τον όγκο του Γαλαξία. Οι συγγραφείς της μελέτης υποστηρίζουν ότι τα γιγάντια ωστικά μέτωπα φυσαλίδων Fermi μπορούν να επανεπιταχύνουν τα πρωτόνια που εκπέμπονται από SN σε ενέργειες που υπερβαίνουν πολύ τα 1015 eV.

Η ανάλυση των επανεπιταχυνόμενων κοσμικών ακτίνων έδειξε ότι ο φυσαλίδες Fermi μπορεί να ευθύνονται για το σχηματισμό του φάσματος των CR πάνω από το «γόνατο» («knee») του παρατηρούμενου φάσματος, δηλαδή σε ενέργειες μεγαλύτερες από 3×1015 eV (περιοχή ενέργειας «Β» στο γράφημα). Για να γίνει αντιληπτό, η ενέργεια των επιταχυνόμενων σωματιδίων στον LHC του CERN είναι επίσης περίπου 1015 eV.

Το φασματικό διάγραμμα των κοσμικών ακτίνων που ανιχνεύθηκαν στη Γη. Τα στίγματα δείχνουν τα παρατηρούμενα δεδομένα, ενώ η συνεχής γραμμή είναι το φάσμα που υπολογίζεται από το μοντέλο.

«Το μοντέλο μας εξηγεί την κατανομή του φάσματος της παρατηρούμενης ροής CR. Μπορεί να ειπωθεί ότι οι διαδικασίες που περιγράψαμε είναι ικανές να επανεπιταχύνουν τις γαλαξιακές κοσμικές ακτίνες που παράγονται στις εκρήξεις υπερκαινοφανών αστέρων. Αντίθετα από τα ηλεκτρόνια, τα πρωτόνια έχουν σημαντικά μεγαλύτερους χρόνους ζωής, έτσι όταν επιταχύνονται στις φυσαλίδες Fermi, μπορούν να γεμίζουν τον όγκο του Γαλαξία και να είναι παρατηρήσιμα κοντά στη Γη. Το μοντέλο μας προτείνει ότι κοσμικές ακτίνες που περιέχουν υψηλής ενέργειας πρωτόνια και πυρήνες με ενέργεια χαμηλότερη από 1015 eV (κάτω από την περιοχή ενέργειας «γόνατο» του παρατηρούμενου φάσματος), παρήχθησαν στις εκρήξεις υπερκαινοφανών στο Γαλαξιακό δίσκο. Τέτοιες CRs επανεπιταχύνονται στις φυσαλίδες Fermi σε ενέργειες πάνω από 1015 eV (πάνω από το «γόνατο»). Η τελική κατανομή των κοσμικών ακτίνων φαίνεται στο φασματικό διάγραμμα», αναφέρει ο Vladimir Dogiel.

Οι ερευνητές έχουν προτείνει μια εξήγηση για τις ιδιομορφίες στο φάσμα των CR στην περιοχή ενέργειας από 3×1015 μέχρι 1018 eV (περιοχή «Β» στο γράφημα). Οι επιστήμονες έχουν αποδείξει ότι σωματίδια που παράγονται κατά τη διάρκεια των εκρήξεων SN και τα οποία έχουν ενέργειες χαμηλότερες από 3×1015 eV υφίστανται επανεπιτάχυνση στις φυσαλίδες Fermi όταν κινούνται από το Γαλαξιακό δίσκο προς την άλω. Έγκυρες παράμετροι του μοντέλου που περιγράφει την επιτάχυνση των σωματιδίων στις φυσαλίδες Fermi μπορούν να εξηγήσουν τη φύση του φάσματος των κοσμικών ακτίνων πάνω από 3×1015 eV. Το φάσμα κάτω από αυτή την περιοχή παραμένει αδιατάρακτο. Έτσι, το μοντέλο μπορεί να παραγάγει τη φασματική κατανομή των κοσμικών ακτίνων που είναι παρόμοια με αυτή που
παρατηρείται.

Η ιστορία της τρέλας

Αποτέλεσμα εικόνας για завораживающие картины«Όλοι οι άνθρωποι είναι τόσο αναπόφευκτα τρελοί που, όποιος δεν είναι τρελός, είναι διπλά τρελός»

«Όλα μας τα δεινά προέρχονται από το ότι δεν είμαστε ικανοί να καθίσουμε ήρεμα σ’ ένα δωμάτιο, μονάχοι» Πασκάλ

«Ο καλύτερος τρόπος για να σιγουρευτείς ότι εσύ είσαι ο γνωστικός, δεν είναι το να κλείσεις μέσα το γείτονά σου» Ντοστογιέφσκι από το «Ημερολόγιο του Συγγραφέα»

Πρέπει να γραφτεί η ιστορία αυτής της «διπλής τρέλας».
Πρέπει να προσπαθήσουμε, ψάχνοντας μέσα στην ιστορία, να συναντήσουμε το βαθμό μηδέν της ιστορίας της τρέλας, τη στιγμή που είναι ακόμη εμπειρία αδιαφοροποίητη. Πατάμε σίγουρα σε άβολη περιοχή. Για να τη διασχίσουμε θα χρειαστεί να αρνηθούμε το βόλεμα που προσφέρουν οι καθιερωμένες αλήθειες, κι ούτε στιγμή να μην αφεθούμε να μας καθοδηγήσουν οι επιστημονικές γνώσεις μας για την τρέλα. Το καθοριστικό είναι η χειρονομία που διαχώρισε την τρέλα, κι όχι η επιστήμη που καθιερώθηκε, όταν πια είχε συντελεστεί ο διαχωρισμός.

Τότε, και τότε μοναχά, θα μπορέσει να φανεί η περιοχή εκείνη όπου ο τρελός κι ο γνωστικός, οι δυο χωρισμένοι τώρα πια άνθρωποι, είναι ακόμη αδιαχώριστοι και, σε μια γλώσσα πολύ πιο πηγαία, αδρή και πολύ πιο φρέσκια από τη γλώσσα της επιστήμης, λένε τα λόγια της ρήξης τους, λόγια που με τρόπο φευγαλέο μαρτυρούν ότι ακόμη μιλιούνται. Σ’ αυτόν τον διάλογο τρέλα και μη-τρέλα, λογική και μη-λογική αντιφάσκουνε συγκεχυμένα: πριν γεννηθούν, είναι αχώριστες. Κι όταν χωρίζονται, υπάρχουν η μία μόνο για την άλλη, η μία μόνο ως προς την άλλη.

Το βιβλίο «Η ιστορία της τρέλας» αποτελεί το πρώτο σημαντικό έργο του Μισέλ Φουκώ, καθώς επίσης και τη διδακτορική του θέση. Αρχικά, ονομάστηκε «Folie et déraison. Historie de la folie à l’âge classique» («Τρέλα και παραλογισμός. Η ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή») γράφτηκε στη Σουηδία και εκδόθηκε το 1961. Από τον τίτλο μόλις, γίνεται φανερή η διάκριση ανάμεσα στην τρέλα και τον παραλογισμό, σύμφωνα με τον Μισέλ Φουκώ, ο οποίος μελετά την εξέλιξη της τρέλας μέσα στην ιστορία. Ο Μισέλ Φουκώ αναφερόμενος αρχικά στην εικόνα του τρελού την περίοδο της Αναγέννησης, καταλήγει ότι η ανθρώπινη αντίληψη για την τρέλα ως «πνευματική ασθένεια», είναι το προϊόν της ιστορίας, της εκπαίδευσης και της κουλτούρας.

«Σπανίως σκεφτόμαστε πόσα από τα στερεότυπα που χρησιμοποιούμε για να αναγνωρίζουμε τον κόσμο προβάλλουν μέσα από το παραθλαστικό κάτοπτρο της τρέλας. Ποια είναι λ.χ. η συνάφεια και ποιες οι διαφορές ανάμεσα στην τιμωρία και στη θεραπεία; Τι επέφερε στο ερμηνευτικό πεδίο η εφαρμογή της επιστημονικής ψυχανάλυσης; Γιατί η τρέλα οφείλεται κατά κανόνα σε κάποια διαταραγμένη σεξουαλικότητα; Τι σημαίνει μελαγχολία και πώς σχετίζεται τόσο αυτή όσο και η μανία και το παραλήρημα με την τρέλα;»

Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν επικοινωνεί πια με τον τρελό
Από τη μια στέκεται ο λογικός άνθρωπος, που για τα ζητήματα της τρέλας καθιστά υπεύθυνο το γιατρό κι έτσι αποκλείει κάθε άλλο δρόμο επαφής με την τρέλα, αφήνοντας ανοικτό μονάχα εκείνον που περνά μέσα από τον αφηρημένο χαρακτήρα της αρρώστιας. Από την άλλη πλευρά, στέκεται ο άνθρωπος της τρέλας. Αυτός δεν επικοινωνεί με τους άλλους παρά μονάχα μέσα από μια λογική, που αποτελεί επιταγή, καταναγκασμό σωματικό και ηθικό, ανώνυμη πίεση της ομάδας, απαίτηση για συμμόρφωση. Όσο για γλώσσα κοινή, δεν υπάρχει ή καλύτερα, δεν υπάρχει πια.

Ο άνθρωπος της τρέλας φοβίζει. Αλλά φοβίζει με έναν τρόπο ιδιαίτερο. Βλέποντάς τον, ασυνείδητα κλονίζεται μέσα μας η αίσθηση της λογικής. Μια αίσθηση που κατά καιρούς πλήττεται από διάφορες καταστάσεις που μας κάνουν να νοιώθουμε ότι ακροβατούμε. Με αρκετά νευρωτικά στοιχεία οι περισσότεροι από εμάς και σε μια κοινωνία, η δόμηση της οποίας μας ωθεί σε όλο και πιο έντονες νευρωτικές τάσεις και συμπεριφορές, κάπου νοιώθουμε ότι το παιχνίδι της λογικής, παίζεται, όχι τόσο μέσα μας πια, αλλά στο πεδίο της κοινωνίας.

Μεγαλύτερη σημασία έχει αποκτήσει η απόδειξη προς τους άλλους για το πόσο λογικοί είμαστε, παρά η διατήρηση της ισορροπίας μέσα μας. Και εκείνη τη στιγμή που αμφιβάλλουμε για την ισορροπία μας αυτή, και που το κύριο μέλημά μας είναι να αποκρύπτουμε τα νευρωτικά μας στοιχεία από τον περίγυρο, εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται ο τρελός, ως από μηχανής θεός να μας καθησυχάσει. Η απόδειξη ότι είμαστε καλά, βρίσκεται πια μπροστά μας με σάρκα και οστά. Και η ανάγκη μας να αποστασιοποιηθούμε από αυτόν είναι μια ανάγκη που πηγάζει από τους δικούς μας φόβους. “Μα καλά” θα πει ο αντίλογος, “εγώ ούτε φωνές ακούω, ούτε παράλογες σκέψεις κάνω, ούτε επικίνδυνος είμαι για το σύνολο”. Δε θα διαφωνήσω, αλλά θα θέσω μερικά ερωτήματα.

Ο τρελός αντιμετωπίζει άγνωστους κινδύνους. Φωνές, ιδέες παράλογες τον αποδιοργανώνουν σε μεγάλο βαθμό. Μα και οι νευρώσεις που μας διακατέχουν, άγνωστη αιτιολογία δεν έχουν; Οι εσωτερικές συγκρούσεις που οδηγούν σε κρίσεις πανικού, σε φοβίες ή σε κάποιο άλλο νευρωτικό σύμπτωμα, δεν έχουν σαν κύριο πρόβλημα τον άγνωστο παράγοντα; Το άγνωστο φοβίζει λοιπόν τόσο τον τρελό, όσο και εμάς τους υπόλοιπους που ανήκουμε μόνο στο νευρωτικό πεδίο. Να λοιπόν μια κοινή συνιστώσα. Ήδη ίσως το άγχος να αυξάνεται στον γράφων και στον αναγνώστη, από μια έστω μικρή υποψία ταύτισης της λογικής με την τρέλα. Ο τρελός όμως δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο το άγνωστο. Έχει άλλα εξίσου ίσως σημαντικά προβλήματα, όσο ακραίο κι αν αυτό ακούγεται.

Η απόρριψη και η περιθωριοποίηση που βιώνει καθημερινά, είναι κάτι εξίσου άσχημο με τις ψευδαισθήσεις του. Τα λογικά του κομμάτια, όλο και συρρικνώνονται κάτω από την πίεση της λογικής κοινωνίας. Η μόνη ουσιαστική υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, είναι να αυτοαποκλειστεί από αυτό. Και η αίσθηση πως τίποτε καλό δεν υπάρχει μέσα του-μιας και αυτό το μήνυμα παίρνει από τους “λογικούς ανθρώπους” τον κάνει να αισθάνεται όλο και λιγότερο άνθρωπος. Και να θέσω ένα τελευταίο ερώτημα γι αυτό το δεύτερο κείμενο σχετικά με το στίγμα. Ποιος θα μπορούσε να αντέξει την απομόνωση από τους υπόλοιπους ανθρώπους και να παραμείνει άνθρωπος;

Κι έπειτα, η θαλασσοπορία, αφήνει τον άνθρωπο έρμαιο στην αβέβαιη τύχη του. Είναι η ώρα που ο καθένας παραδίνεται στα δικά του πεπρωμένα, κάθε επιβίωση είναι δυνάμει η τελευταία. Ο τρελός, που φεύγει πάνω στο τρελό καράβι του, κινάει για τον άλλο κόσμο. Κι όταν ξεμπαρκάρει, πάλι είναι σα να ’ρχεται από τον άλλο κόσμο. Επειδή δε μπορεί και δεν πρέπει να ’χει άλλη φυλακή από το ίδιο το κατώφλι, τον κρατούν στο χώρο του περάσματος. Τον τοποθετούν στο εσωτερικό του εξωτερικού και αντίστροφα.

Θέση εξαιρετικά συμβολική, που σίγουρα θα μείνει δική του μέχρι και τις μέρες μας, αν βέβαια συγκατανεύσουμε στο ότι εκείνο που άλλοτε στάθηκε το ορατό φρούριο που οχυρώνονταν η τάξη των πραγμάτων, τώρα έγινε ο αόρατος πύργος όπου κλειδώνεται η συνείδησή μας.

Από τα τέλη του Μεσαίωνα μέχρι την εποχή μας, η τρέλα φέρνει διάφορες ταμπέλες. Οι αρχαίοι Έλληνες την οριοθετούσαν με τη λέξη “ύβρις”. Μα από την ύβρη μέχρι τη σημερινή τρέλα μεσολαβούν γεγονότα, καταστάσεις, συμπεριφορές διαφορετικές, ανάλογα το χωροχρόνο στον οποίο παρουσιάζονται οι “τρελοί”. Και κάπου εκεί οι αρχικές έννοιες χάνονται. Τελικά, πόσο απέχει η τρέλα από τη γνώση; Πόσο τρελός είναι ο “διαφορετικός”; Ο Μισέλ Φουκώ τολμάει. Τολμάει να διαχωρίσει στάδια, παρεμβάσεις, ερμηνείες, σε μια αναδρομή χρονική, θεοκρατική και συμπαντική, μη παραλείποντας βέβαια και το ρόλο της ιατρικής σε αυτό το τόσο σημαντικό κεφάλαιο της ανθρωπότητας, με το οποίο κάποιοι θέλησαν να εκμεταλλευτούν παίζοντας παράξενα παιχνίδια, όσο άβολο και αν ακούγεται.

“Σπανίως σκεφτόμαστε πόσα από τα στερεότυπα που χρησιμοποιούμε για να αναγνωρίζουμε τον κόσμο προβάλλουν μέσα από το παραθλαστικό κάτοπτρο της τρέλας. Ποια είναι λ.χ. η συνάφεια και ποιες οι διαφορές ανάμεσα στην τιμωρία και στη θεραπεία; Τι επέφερε στο ερμηνευτικό πεδίο η εφαρμογή της επιστημονικής ψυχανάλυσης; Γιατί η τρέλα οφείλεται κατά κανόνα σε κάποια διαταραγμένη σεξουαλικότητα; Τι σημαίνει μελαγχολία και πώς σχετίζεται τόσο αυτή όσο και η μανία και το παραλήρημα με την τρέλα;

Ο Φουκό αναλύει τη σχέση μας με το υγρό στοιχείο ξεκινώντας από το βάρβαρο έθιμο του Μεσαίωνα να φορτώνουν τους τρελούς σε κάποιο πλοίο και να το αφήνουν να χαθεί ακυβέρνητο στη θάλασσα. Εντοπίζει ακόμη τα γνωρίσματα της εγκάθειρξης στον 17ο αιώνα, όταν άρχισαν να εγκλείουν τους τρελούς στα πρώτα ιδρύματα, όπου και τους χρησιμοποιούσαν για διάφορες δουλειές δημιουργώντας ένα είδος ιδιότυπης καθεστωτικής δουλοπαροικίας.

Προχωρώντας περισσότερο, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι οι σύγχρονες μορφές λογικής είναι βαθύτατα ηθικολογικές. Πάνω σε αυτές κτίζεται και το σύστημα ποινών που ισχύει ως σήμερα, προϊόν του σχίσματος ανάμεσα στη λογική και στην τρέλα και της απουσίας διαλόγου, ο οποίος ωστόσο υπήρχε και διεξαγόταν ανοιχτά, ακόμη και κατά την περίοδο της όψιμης Αναγέννησης, στην Ευρώπη. Στο έργο, για παράδειγμα, του Σαίξπηρ και του Θερβάντες ο Φουκό βλέπει την τρέλα να συγγενεύει με τον θάνατο και να ανοίγει ένα παράθυρο στον άλλο κόσμο, να αποτελεί δηλαδή το έσχατο βίωμα της τραγικής πραγματικότητας, μια νέα εκδοχή της ύβρεως, συγγενή κατά μια έννοια με την αρχαιοελληνική.

Ο ιδιοφυής Φουκό ερευνά επιπλέον τη συγκρότηση και τη συνέχεια όπως και την ασυνέχεια του ανθρώπινου σώματος, τη φυσιολογία του, το νευρικό, το κυκλοφορικό και το συμπαθητικό σύστημα, όπως τα αντιμετώπισαν στις εποχές που διαδέχθηκαν την Αναγέννηση: την Αντιμεταρρύθμιση, τον αιώνα των Φώτων, τον σημερινό κόσμο.

Αναλύει ακόμη τη σχέση της τρέλας με τον παραλογισμό και την τέχνη. Σε ποιον ανήκουν η μελαγχολία του Σουίφτ, η τρέλα του Τουρκουάτο Τάσο, του Νίτσε, του Βαν Γκογκ, του Χέλντερλιν, του Νερβάλ, του Αρτό και του Γκόγια; Ποια είναι η σχέση της τρέλας με το όνειρο; Γιατί π.χ. οι υπερρεαλιστές αναγνώρισαν στον Ιερώνυμο Μπος ως έναν από τους μεγάλους τους μέντορες; [Αναζήτησε το άρθρο: Ιερώνυμος Μπος και Επικυρίαρχοι] Απαντώντας στα αγωνιώδη αυτά ερωτήματα, όπως και σε πολλά άλλα, συναφή ή μη, ο Φουκό μας έδωσε την ιδιοφυέστερη μελέτη που γράφτηκε ποτέ για την κραυγή, τον εγκλεισμό, την απόκλιση, την παρέκκλιση και τη στρατηγική της φαντασίας, με γοητευτικό πάθος και αφοπλιστική επιχειρηματολογία.

E. Husserl: Περί της εποχής

Έντμμουντ Χούσερλ: 1859–1938

Η νοητική πρακτική της εποχής

Ποιος είναι ο Χούσερλ; Είναι ο γερμανός φιλόσοφος που εισήγαγε τη φιανομενολογία ως μέθοδο σκέψης και έρευνας. Η φαινομενολογία έκτοτε εξελίχθηκε σε μια από τις πιο εύρωστες φιλοσοφικές τάσεις του εικοστού αιώνα. Κατά τον Χούσερλ, η φαινομενολογία στρέφεται προς τη μελέτη των φαινομένων και όχι των πραγμάτων. Με τα τελευταία ασχολούνται οι επί μέρους επιστήμες. Αλλά οι τελευταίες δεν μας οδηγούν σ’ αυτά τα ίδια, γιατί δεν μας βοηθούν να ξεπεράσουμε τις προκαταλήψεις μας γι’ αυτά ούτε μας παρέχουν κάποια σχετικά νοήματα. Ασχολούνται με την εξακρίβωση αυτού που μπορεί να είναι αντικειμενικά ο κόσμος· συναφώς, τον αντιμετωπίζουν ως μια σειρά γεγονότων, αποκλείοντας κάθε παράγοντα υποκειμενικότητας. Επομένως, αυτό που έχει σημασία για μας τους ανθρώπους είναι να διεκδικούμε την επιστροφή μας στα ίδια τα πράγματα ως ανθρώπινα φαινόμενα.

Η φαινομενολογία, κατ’ αυτή την έννοια, μας δείχνει τον τρόπο, με τον οποίο η συνείδησή μας μπορεί να κατανοεί τα πράγματα και να αποκτά τεκμηριωμένη γνώση περί αυτά. Τούτη τη γνώση δεν μπορούν να μας την προσφέρουν οι (θετικές) επιστήμες, επειδή ενδιαφέρονται μόνο για όσο το δυνατόν περισσότερα πειραματικά αποτελέσματα. Σε αντίθεση λοιπόν με τις επιστήμες, η φαινομενολογία δημιουργεί τους όρους, για να ερευνάμε την πραγματικότητα με κριτικό μάτι και χωρίς δογματικές αγκυλώσεις. Με κριτικό μάτι σημαίνει ότι δεν προκαταλαμβάνουμε τα αποτελέσματα της ερευνώμενης πραγματικότητας, αλλά συγκεντρώνουμε την προσοχή μας πρωτίστως στην εμφάνισή της, στον τρόπο δηλαδή που η πραγματικότητα προσλαμβάνεται από την εμπειρία μας, δίνεται σε τούτη. Η τελευταία αποτελεί τη βάση οποιασδήποτε θεώρησης, την εποπτική πηγή για την άντληση κάθε γνώσης, μια πηγή που ορθώνεται ως το αντίπαλο δέος κάθε αυθεντίας.

Αλλά πώς καθίσταται δυνατή μια σαφής στροφή του ερευνητικού μας βλέμματος σε αυτό που μας δίδεται πρωταρχικά στην εμπειρία, χωρίς να χανόμαστε σε άσκοπες και βιαστικές κρίσεις πάνω στην πραγματικότητα; Με τη νοητική πρακτική ή διαδικασία, την οποία ο φιλόσοφος ονομάζει εποχή. Πρώτοι χρησιμοποίησαν αυτή τη λέξη οι αρχαίοι σκεπτικοί, για να δηλώσουν μια πλήρη αποχή ή ουδετεροποίηση: κρατώ μια τέτοια στάση απέναντι στα πράγματα, ώστε τίποτα να μη δέχομαι, να μην αρνούμαι, να μην επαληθεύω, να μην διαψεύδω. Η φαινομενολογική εποχή, από τη δική της σκοπιά, δεν στοχεύει σε μια πλήρη άρνηση, αμφισβήτηση, εγκατάλειψη, αποκλεισμό της πραγματικότητας από τον ερευνητικό μας ορίζοντα, αλλά στην υιοθέτηση μιας μεθοδικής αμφιβολίας, δηλαδή μιας τέτοιας νοητικής ή πνευματικής στάσης, που θα διαλύει κάθε είδους δογματική αντιμετώπιση της πραγματικότητας.

Με την άσκηση της εποχής δεν εκμηδενίζουμε την πραγματικότητα, αλλά την αντιμετωπίζουμε με έναν πιο διαυγή τρόπο, δηλαδή φαινομενολογικά: ακριβώς έτσι όπως εμφανίζεται. Συνεπώς, ασκώ εποχή σημαίνει τοποθετώ σε παρένθεση όλες τις προκαταλήψεις μου, αναστέλλω όλες εκείνες τις παγιωμένες κρίσεις που προκαθορίζουν ή επηρεάζουν προς δογματικές κατευθύνσεις, και με την παρουσία τους μόνο, τις πραγματικές μου ιδέες ή αντιλήψεις. Με την εποχή αφήνουμε πίσω μας ακόμη και κάθε φιλοσοφική, θρησκευτική ή ιδεολογική μας πεποίθηση, καθώς επίσης και τα αποτελέσματα που μας χορηγούν οι επιστήμες και τα οποία γενικώς θεωρούνται ή γίνονται αποδεκτά. Ακολουθώντας έτσι την εποχή σημαίνει ότι εκ-θέτουμε τον εαυτό μας σε μια επίπονη και επώδυνη πνευματική στάση: τιθέμεθα στη θέση του θεατή, ο οποίος έχει αδειάσει –και αξίζει να έχει αδειάσει– το νου του από καθετί το επίπλαστο, το περιττό, το ψεύτικο, το τυχαίο, το μεροληπτικό.

Στόχος της φαινομενολογικής εποχής δεν είναι να φτάσουμε στον σκεπτικισμό ή να σκεφτούμε σοφιστικά, αλλά να ανακαλύψουμε ένα νέο επιστημονικό πεδίο, δυνάμει του οποίου μπορούμε να προσεγγίσουμε τον κόσμο σαν να τον ανακαλύπτουμε για πρώτη φορά. Τούτο υποδηλώνει ότι δεν αποδεχόμαστε τον κόσμο που μας δίδεται έτσι απλά ως υπαρκτό, αλλά ως ένα γενικό πεδίο ύπαρξης για μια γνώση που διέρχεται μέσα από την εμπειρία και τη σκέψη. Όσο πιο δημιουργικά και εύστοχα λειτουργεί η εποχή σε σχέση με το ένα ή το άλλο αντικείμενο, τόσο πιο ευδιάκριτη είναι η διαφορά ανάμεσα στην αντίληψη του πράγματος και την απεικόνισή του στη συνείδησή μας. Τελικά, ο φαινομενολόγος ερευνητής είναι και αποδεικνύεται ο αμερόληπτος και ανυστερόβουλος θεατής που ελευθερώνεται με τον τρόπο της εποχής από ένα μέρος του εαυτού του, για να ανασυντάξει την αυθεντική υποκειμενικότητα μέσα από την απροκατάληπτη ανάλυση τόσο του κόσμου όσο και των φαινομένων της συνείδησης και του πνεύματος.

Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι διανοητές από τους προσωκρατικούς έως και τους σύγχρονους έχουν δυστυχώς ή και ευτυχώς αποκλειστεί, κατά τα φαινόμενα, από εκεί όπου θα έπρεπε να ευδοκιμούν: από τα «μορφωτικά» μας ιδρύματα. Τα τελευταία ασχολούνται με το πώς θα εκλέγουν τους πρυτάνεις και τους άλλους καρεκλοκένταυρους και όχι πως θα παραγάγουν σκέψη και δη ποιητική σκέψη. Πέρα από τους ιερόσυλους κομματικούς μηχανισμούς, άμεσα (συν)ένοχοι σε αυτό το διαρκές έγκλημα είναι οι μετριότητες των αδιάντροπων κομματιστών-πολιτικάντηδων "καθηγητών" συν την αισχρή μειοψηφία των εξίσου αδιάντροπων κομματιστών "φοιτητών". Οι τελευταίοι ούτε καν μειοψηφία δεν είναι συγκριτικά με το μεγάλο ποτάμι των αυτοπροσδιοριζομένων σε σκέψη, πράξη και γνώση φοιτητών. Δυστυχώς οι φοιτητές που είναι καταρτισμένοι αργούν να πάρουν τα πτυχία τους, ενώ οι αγράμματοι πολιτικάντηδες τα παίρνουν από την πίσω πόρτα.

Η φιλοσοφική παιδεία, ως φαίνεται, μπορεί να ενδημεί μόνο σε ατομικές νησίδες ελευθερίας: ελευθερίας με την εγελιανή σημασία του αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος.

L.Wittgenstein: Tractatus Logico-Philosophicus


Bild: Εικόνα

2. 11 Das Bild stellt die Sachlage im logischen Raum, das
Bestehen und Nichtbestehen von Sachverhalten vor:


Η εικόνα παριστά την κατάσταση πραγμάτων στο λογικό χώρο,
την ύπαρξη και τη μη-ύπαρξη καταστάσεων πραγμάτων.

Σχόλιο:

Αυτό που παριστά η εικόνα είναι μια παράσταση της πραγματικότητας. Με μια τέτοια παράσταση σημαίνει ότι θέτουμε, δηλαδή σχεδιάζουμε κόσμο εμπρός μας. Και τούτο πάλι το θέτειν, σχεδιάζειν προ ημών κόσμο παραπέμπει στην περιγραφή της ιστορικής κατάστασης ως χρονικής σχέσης. Κατ’ αυτήν τη σχέση, το σκέπτεσθαι είναι παρόν ή περιγράφεται ιστορικά με το νόημα ότι εκ-τίθεται ενώπιόν μας ως η χαρακτηριστική αποβλεπτικότητα της μετανιτσεϊκής, ευθέως μετανιτσεϊκής φάσης του. Ετούτη η αποβλεπτικότητα αποτυπώνεται ως θεωρητικό εγχείρημα στο γεγονός ότι η εικόνα παριστά την κατάσταση πραγμάτων στο λογικό χώρο, δηλαδή ως θεωρητικό εγχείρημα σε μια λειτουργική ολότητα υπαρκτών και μη-υπαρκτών καταστάσεων πραγμάτων, ήτοι ατομικών γεγονότων. Εκείνο δε το στοιχείο που αποκαλύπτει πάντοτε την ύπαρξη ή μη-ύπαρξη αυτών των καταστάσεων πραγμάτων ή ατομικών γεγονότων είναι η πρόταση. Με τον τρόπο αυτής της αποκάλυψης, η τελευταία εκφράζει τη δυνατότητα προσδιορισμού ενός τόπου μέσα στο λογικό χώρο.

Ό,τι έγραψε και έπραξε ο Wittgenstein ήταν η φιλοσοφική σκάλα προς φιλοσοφική δράση. Ποια είναι αυτή η δράση; Αυτό τούτο το ανέβασμα της φιλοσοφικής σκάλας, την οποία ο κάθε σκεπτόμενος (φιλοσοφικο-ποιητικά) άνθρωπος, μηδέ εξαιρουμένου και του ίδιου του Wittgenstein, την ανεβαίνουν ως ένα σημείο. Και όσο την ανεβαίνουν (οι άνθρωποι), τόσο καταδεικνύεται ως πραγματική φιλοσοφική ανάβαση, ήτοι ως πραγμάτωση του Εγώ ως Είναι και αντίστροφα: ο άνθρωπος, δηλαδή, πραγματώνεται ως ενότητα Εγώ και Είναι ή ως ταυτότητα και ετερότητα συνάμα.

Με τον λόγο του Ηράκλειτου: «οδός άνω-κάτω μία» ή με τον λόγο του Μαρξ: «οι φιλόσοφοι ως τώρα ερμήνευαν τον κόσμο, το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε». Μια ρήση, την οποία οι πιο κακόγουστοι επίγονοί του και πολλοί καθεστωτικοί, που «ομνύουν» στον Μαρξ μόνο και μόνο ιδιοτελώς, την παρερμήνευαν και την παρερμηνεύουν περίπου ως εξής: είναι ανώφελη όλη η αστική κουλτούρα, σημασία έχει μόνο ο πρακτικισμός ή χυδαίος ακτιβισμός. Ο τελευταίος οδηγεί τις πιο αποκρουστικές ασημαντότητες όχι στην ανάβαση της σκάλας του Wittgenstein, αλλά στη δική τους καταθλιπτική «μεγαλοσύνη».

B. Brecht: Πέραν της εξαθλίωσης

Bertolt Brecht: 1898–1956

· Είναι μοιραία η παρούσα εξαθλίωση,
το γενικό ξεχαρβάλωμα της Ελλάδας;

· Μια απάντηση με πολλές σημάνσεις μας
δίνει ο Μπρεχτ στο παρακάτω ποίημά του.

Μπρος στη μιζέρια
                                                               
Στη χώρα μας ετούτη
Τα βράδια να’ ναι θλιβερά δεν πρέπει
Κι ούτε ψηλά γεφύρια πάνω απ’ τα ποτάμια
Κι η ώρα ακόμη ανάμεσα σε νύχτα και αυγή
Κι οι ατέλειωτοι χειμώνες, όλα επικίνδυνα είναι.
Μπρος στη μιζέρια
Κάτι λίγο είν’ αρκετό
Για να πετάξουν μακριά
Οι ανθρώποι την αβάσταχτη ζωή.


[Angesichts des Elends]

In unserem Lande
Dürfte es trübe Abende nicht geben
Auch hohe Brücken über die Flüsse
Selbst die Stunde zwischen Nacht und Morgen
Und die ganze Winterzeit dazu, das ist gefährlich.
Denn angesichts des Elends
Genügt ein Weniges
Und die Menschen werfen
Das unerträgliche Leben fort.

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (139-144)

[139] Καὶ τὸ μὲν δὴ πρὸ τοῦ πολεμεῖν φανερῶς συναγωνίζεσθαι Φιλίππῳ δεινὸν μέν, ὦ γῆ καὶ θεοί, πῶς γὰρ οὔ; κατὰ τῆς πατρίδος· δότε δ᾽, εἰ βούλεσθε, δότ᾽ αὐτῷ τοῦτο. ἀλλ᾽ ἐπειδὴ φανερῶς ἤδη τὰ πλοῖ᾽ ἐσεσύλητο, Χερρόνησος ἐπορθεῖτο, ἐπὶ τὴν Ἀττικὴν ἐπορεύεθ᾽ ἅνθρωπος, οὐκέτ᾽ ἐν ἀμφισβητησίμῳ τὰ πράγματ᾽ ἦν, ἀλλ᾽ ἐνειστήκει πόλεμος, ὅ τι μὲν πώποτ᾽ ἔπραξ᾽ ὑπὲρ ὑμῶν ὁ βάσκανος οὗτος ἰαμβειοφάγος, οὐκ ἂν ἔχοι δεῖξαι, οὐδ᾽ ἔστιν οὔτε μεῖζον οὔτ᾽ ἔλαττον ψήφισμ᾽ οὐδὲν Αἰσχίνῃ περὶ τῶν συμφερόντων τῇ πόλει. εἰ δέ φησι, νῦν δειξάτω ἐν τῷ ἐμῷ ὕδατι. ἀλλ᾽ οὐκ ἔστιν οὐδέν. καίτοι δυοῖν αὐτὸν ἀνάγκη θάτερον, ἢ μηδὲν τοῖς πραττομένοις ὑπ᾽ ἐμοῦ τότ᾽ ἔχοντ᾽ ἐγκαλεῖν μὴ γράφειν παρὰ ταῦθ᾽ ἕτερα, ἢ τὸ τῶν ἐχθρῶν συμφέρον ζητοῦντα μὴ φέρειν εἰς μέσον τὰ τούτων ἀμείνω.

[140] Ἆρ᾽ οὖν οὐδ᾽ ἔλεγεν, ὥσπερ οὐδ᾽ ἔγραφεν, ἡνίκ᾽ ἐργάσασθαί τι δέοι κακόν; οὐ μὲν οὖν ἦν εἰπεῖν ἑτέρῳ. καὶ τὰ μὲν ἄλλα καὶ φέρειν ἐδύναθ᾽, ὡς ἔοικεν, ἡ πόλις καὶ ποιῶν οὗτος λανθάνειν· ἓν δ᾽ ἐπεξειργάσατ᾽, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοιοῦτον ὃ πᾶσι τοῖς προτέροις ἐπέθηκε τέλος· περὶ οὗ τοὺς πολλοὺς ἀνήλωσε λόγους, τὰ τῶν Ἀμφισσέων [τῶν Λοκρῶν] διεξιὼν δόγματα, ὡς διαστρέψων τἀληθές. τὸ δ᾽ οὐ τοιοῦτόν ἐστι· πόθεν; οὐδέποτ᾽ ἐκνίψει σὺ τἀκεῖ πεπραγμένα σαυτῷ· οὐχ οὕτω πόλλ᾽ ἐρεῖς.

[141] Καλῶ δ᾽ ἐναντίον ὑμῶν, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοὺς θεοὺς πάντας καὶ πάσας ὅσοι τὴν χώραν ἔχουσι τὴν Ἀττικήν, καὶ τὸν Ἀπόλλω τὸν Πύθιον, ὃς πατρῷός ἐστι τῇ πόλει, καὶ ἐπεύχομαι πᾶσι τούτοις, εἰ μὲν ἀληθῆ πρὸς ὑμᾶς εἴποιμι καὶ εἶπον καὶ τότ᾽ εὐθὺς ἐν τῷ δήμῳ, ὅτε πρῶτον εἶδον τουτονὶ τὸν μιαρὸν τούτου τοῦ πράγματος ἁπτόμενον (ἔγνων γάρ, εὐθέως ἔγνων), εὐτυχίαν μοι δοῦναι καὶ σωτηρίαν, εἰ δὲ πρὸς ἔχθραν ἢ φιλονικίας ἰδίας ἕνεκ᾽ αἰτίαν ἐπάγω τούτῳ ψευδῆ, πάντων τῶν ἀγαθῶν ἀνόνητόν με ποιῆσαι.

[142] Τί οὖν ταῦτ᾽ ἐπήραμαι καὶ διετεινάμην οὑτωσὶ σφοδρῶς; ὅτι καὶ γράμματ᾽ ἔχων ἐν τῷ δημοσίῳ κείμενα, ἐξ ὧν ταῦτ᾽ ἐπιδείξω σαφῶς, καὶ ὑμᾶς εἰδὼς τὰ πεπραγμένα μνημονεύοντας, ἐκεῖνο φοβοῦμαι, μὴ τῶν εἰργασμένων αὐτῷ κακῶν οὗτος ἐλάττων ὑποληφθῇ· ὅπερ πρότερον συνέβη, ὅτε τοὺς ταλαιπώρους Φωκέας ἐποίησ᾽ ἀπολέσθαι τὰ ψευδῆ δεῦρ᾽ ἀπαγγείλας.

[143] τὸν γὰρ ἐν Ἀμφίσσῃ πόλεμον, δι᾽ ὃν εἰς Ἐλάτειαν ἦλθε Φίλιππος καὶ δι᾽ ὃν ᾑρέθη τῶν Ἀμφικτυόνων ἡγεμών, ὃς ἅπαντ᾽ ἀνέτρεψε τὰ τῶν Ἑλλήνων, οὗτός ἐστιν ὁ συγκατασκευάσας καὶ πάντων εἷς ἀνὴρ μεγίστων αἴτιος κακῶν. καὶ τότ᾽ εὐθὺς ἐμοῦ διαμαρτυρομένου καὶ βοῶντος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ «πόλεμον εἰς τὴν Ἀττικὴν εἰσάγεις, Αἰσχίνη, πόλεμον Ἀμφικτυονικόν», οἱ μὲν ἐκ παρακλήσεως συγκαθήμενοι οὐκ εἴων με λέγειν, οἱ δ᾽ ἐθαύμαζον καὶ κενὴν αἰτίαν διὰ τὴν ἰδίαν ἔχθραν ἐπάγειν μ᾽ ὑπελάμβανον αὐτῷ.

[144] ἥτις δ᾽ ἡ φύσις, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, γέγονεν τούτων τῶν πραγμάτων, καὶ τίνος εἵνεκα ταῦτα συνεσκευάσθη καὶ πῶς ἐπράχθη, νῦν ἀκούσατε, ἐπειδὴ τότ᾽ ἐκωλύθητε· καὶ γὰρ εὖ πρᾶγμα συντεθὲν ὄψεσθε, καὶ μεγάλ᾽ ὠφελήσεσθε πρὸς ἱστορίαν τῶν κοινῶν, καὶ ὅση δεινότης ἦν ἐν τῷ Φιλίππῳ θεάσεσθε.

***
[139] Αν και ο Αισχίνης υποστήριζε ανοιχτά τον Φίλιππο, πριν αρχίσει ακόμη ο πόλεμος, πράξη φοβερή και αντιπατριωτική, ω γη και θεοί (πώς όχι;), δεν πειράζει, συγχωρήστε τον, αν θέλετε, συγχωρήστε τό του αυτό. Αλλά, όταν τα εμπορικά μας πλοία είχαν ληστευθεί κατάφωρα, όταν η Χερρόνησος λεηλατούνταν, όταν ο άνθρωπος αυτός βάδιζε εναντίον της Αττικής, όταν δεν υπήρχε πια αμφιβολία για την κατάσταση, αλλά ο πόλεμος είχε ξεσπάσει, ακόμη και τότε αυτός ο πονηρός ιαμβειοφάγος δεν μπορεί να παρουσιάσει κάτι που έκανε για σας μέχρι σήμερα, ούτε και υπάρχει κάποιο ψήφισμα, σπουδαίο ή ασήμαντο, που έχει προταθεί από τον Αισχίνη για τα συμφέροντα της πόλης. Αν όμως ισχυρίζεται ότι υπάρχει κανένα, ας το παρουσιάσει τώρα εις βάρος του δικού μου χρόνου ομιλίας. Αλλά δεν υπάρχει κανένα. Κατ᾽ ανάγκη λοιπόν ισχύει ένα από τα δύο: ή δεν έκανε άλλες εναλλακτικές προτάσεις, επειδή δεν μπορούσε να βρει κάποιο ψεγάδι στις τότε πολιτικές μου ενέργειες, ή δεν παρουσίαζε καλύτερες από τις δικές μου προτάσεις, επειδή επεδίωκε το συμφέρον του εχθρού.

[140] Άραγε όμως απέφευγε τους λόγους, όπως ακριβώς και τις προτάσεις, όταν έπρεπε να γίνει κάτι κακό; Γιατί κανένας άλλος δεν μπορούσε να μιλήσει. Η πόλη, όπως φαίνεται, μπορούσε να υπομένει και αυτός να κάνει τα πάντα χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Προέβη όμως, Αθηναίοι, σε μια τέτοια ενέργεια που σφράγισε όλες τις προηγούμενες προσπάθειές του. Γι᾽ αυτήν ανάλωσε τους περισσότερους λόγους του αναφέροντας με λεπτομέρειες τα ψηφίσματα για τους Αμφισσείς, για να διαστρεβλώσει την αλήθεια. Κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο· από πού και ως πού; Δεν θα ξεπλύνεις ποτέ την κηλίδα αυτών που έκανες εκεί. Δεν μπορείς να λες τόσα πολλά γι᾽ αυτά.

[141] Επικαλούμαι, Αθηναίοι, ενώπιόν σας όλους τους θεούς και τις θεές που έχουν υπό την προστασία τους την Αττική· επικαλούμαι επίσης και τον Πύθιο Απόλλωνα, τον προγονικό θεό της πόλης, και τους ικετεύω όλους, αν πω τώρα την αλήθεια και αν την είπα και τότε αμέσως στον λαό, όταν είδα για πρώτη φορά αυτόν τον αχρείο να αναμειγνύεται σ᾽ αυτή την υπόθεση (γιατί το κατάλαβα, το κατάλαβα αμέσως), να μου χαρίσουν ευτυχία και σωτηρία. Αν όμως του προσάψω κάποια ψευδή κατηγορία παρακινημένος από έχθρα ή από κάποιον προσωπικό ανταγωνισμό, εύχομαι να μου στερήσουν όλα τα καλά.

[142] Γιατί λοιπόν έχω καταραστεί αυτά και τα διατύπωσα με τόσο πάθος; Διότι, αν και έχω έγγραφα κατατεθειμένα στο δημόσιο αρχείο, βάσει των οποίων θα παρουσιάσω αδιάσειστες αποδείξεις γι᾽ αυτά, και μολονότι είμαι βέβαιος ότι εσείς θυμόσαστε τις πράξεις του, ωστόσο φοβάμαι μήπως αυτός θεωρηθεί ανεπαρκής σε σχέση με τα κακά που έχει διαπράξει. Το ίδιο ακριβώς έγινε και στο παρελθόν, όταν εξαιτίας των ψευδών αναφορών που έκανε εδώ συνετέλεσε ώστε να καταστραφούν οι ταλαίπωροι Φωκείς.

[143] Τον πόλεμο στην Άμφισσα δηλαδή, εξαιτίας του οποίου ήρθε ο Φίλιππος στην Ελάτεια κι εκλέχτηκε πρόεδρος των Αμφικτιόνων, ο άνθρωπος που ανέτρεψε τα πάντα στην Ελλάδα, ο Αισχίνης τον προκάλεσε με τις μηχανορραφίες του· αυτός ήταν ο μόνος υπαίτιος των μεγαλύτερων κακών. Εγώ τότε διαμαρτυρήθηκα αμέσως, ύψωσα τη φωνή μου στη συνέλευση και φώναξα «φέρνεις πόλεμο μέσα στην Αττική, Αισχίνη, πόλεμο Αμφικτιονικό». Όσοι όμως κάθονταν μαζί του στρατευμένοι από τον ίδιο δεν με άφηναν να μιλήσω, ενώ οι υπόλοιποι έμεναν έκπληκτοι και νόμιζαν ότι διατύπωνα εναντίον του μια αστήρικτη κατηγορία οδηγημένος από προσωπική έχθρα.

[144] Επειδή όμως τότε σας εμπόδισαν να μάθετε την αλήθεια, ακούστε τώρα, Αθηναίοι, ποιά ήταν η φύση αυτών των πραγμάτων, για ποιό σκοπό στήθηκε αυτή η συνωμοσία και πώς επιτεύχθηκε. Πράγματι, θα δείτε ένα πράγμα καλοσχεδιασμένο, θα ωφεληθείτε πολύ σε ό,τι αφορά στη γνώση των δημοσίων υποθέσεων και θα διαπιστώσετε πόσο μεγάλη είναι η πανουργία του Φιλίππου.

Για την Ιστορία του Ηρόδοτου

Τα πρώτα μεγάλα ελληνικά ποιήματα (Ιλιάδα – Οδύσσεια) κατάγονται από την Ιωνία και ο συγγραφεύς του πρώτου μεγάλου έργου σε πεζό λόγο της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας κατάγεται κι αυτός από τ’ ανατολικά παράλια του Αιγαίου, όπου ήταν εγκατεστημένος, πυκνός, εύρωστος και ακμαίος ελληνισμός, ατίθασος υποτακτικός πότε των Λυδών, πότε των Περσών, αλλόφυλο στοιχείο αναταραχής στην αχανή περσική αυτοκρατορία. Ο ελληνισμός αυτός θα προκαλέσει προστριβές και συγκρούσεις με τους βαρβάρους, οι οποίες θα οδηγήσουν στην μεγάλη αναμέτρηση των μηδικών πολέμων, κεντρικό θέμα του έργου του Ηροδότου του Αλικαρνασσέως.
 
Από τα σχολικά θρανία μαθαίνομε ότι ο Ηρόδοτος είναι ο πατήρ της Ιστορίας. Ο χαρακτηρισμός τού δόθηκε για πρώτη φορά από τον Κικέρωνα, τον 1ον αιώνα π.Χ., και επιζεί, φυσικά, έως σήμερα, αν και η αντίληψη για την Ιστορία, την μέθοδο της μελέτης της και την συγγραφή της (οι διαστάσεις, δηλαδή, της ιστορικής συνείδησης) έχει αλλάξει τόσο πολύ, ώστε ο απλοϊκός και χαριτωμένος πατέρας της θα έμενε κατάπληκτος με την εξέλιξή της. Όταν διαβάζομε την δική του Ιστορία, μας συναρπάζουν οι δραματικές μεταπτώσεις, μας γοητεύουν η χάρη της διήγησης και η ομορφιά του ύφους, αλλ’ αντιλαμβανόμαστε ότι της λείπει το βάθος. Αυτό όμως δεν μπορεί να του καταλογιστεί, γιατί όπως κάθε εποχή έχει την τέχνη της, την ηθική της, τους κοινωνικούς θεσμούς της, έτσι έχει και τον δικό της τρόπο ν’ αντικρίζει και να εξετάζει την Ιστορία. Ο Ηρόδοτος είναι πραγματικά ο πρώτος ο οποίος δεν είναι απλός χρονογράφος που περιορίζεται μόνο να παραθέτει και να περιγράφει τα γεγονότα, αλλά τα αντικρίζει με ιστορική αίσθηση, με έννοια ότι αναζητεί –επιφανειακά ίσως- την αιτιότητά τους και επιχειρεί, εδώ κι εκεί, να εξάγει συμπεράσματα. Ο Ηρόδοτος συνθέτει μια τοιχογραφία όπου τα πρόσωπα κινούνται με συμβατικότητα παραμυθιού, και όπου τα γεγονότα παρελαύνουν χωρίς να προσπαθεί ο αφηγητής να δείξει ότι συμπλέκονται και επηρεάζουν το ένα το άλλο για ν’ αποτελέσουν τον ενιαίο πλοχμό της Ιστορίας.

Αλλά για τον Ηρόδοτο τι είναι συγγραφή Ιστορίας; Ασφαλώς δεν την αντιλαμβάνεται όπως εμείς, δηλαδή ως μια προσπάθεια ν’ αναλύσομε  -για να οδηγηθούμε σε συμπεράσματα- τα αίτια (οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά, οργανωτικά) που οδήγησαν σε ορισμένες καταστάσεις, εξελίξεις, και τα στοιχεία (θρησκεία, ήθη και έθιμα, καταγωγή, γλώσσα, κλίμα) που διαμόρφωσαν τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών. Αυτά είναι εντελώς ξένα προς την ιστορική σκέψη του Ηροδότου, που δεν αντιμετωπίζει την ροη των γεγονότων όπως ο Θουκυδίδης, ο οποίος προσπαθεί να καθορίσει τους κανόνες που διέπουν την εξέλιξη των γεγονότων και ν’ ανιχνεύσει τις επιδράσεις που αλλοιώνουν την ανθρώπινη διαγωγή. Ο Ηρόδοτος διαθέτει μια ποιητική ιδιοσυγκρασία που συνδυάζεται με ερευνητική διάθεση. Εκείνο που τον ενδιαφέρει και τον γοητεύει είναι τα «μεγάλα και θωμαστά» έργα των ανθρώπων, τα οποία περιγράφει για να μη μείνουν αδόξαστα, «άκλεα». Από την εισαγωγή του έργου φανερώνεται πώς θα δουλέψει ο ιστορικός, αλλά και πώς αντιλαμβάνεται την Ιστορία: «Ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς ιστορεί την έρευνά του αυτήν για να μη λησμονηθούν, με την πάροδο του καιρού, τα έργα των ανθρώπων και για να μη μείνουν αμνημόνευτα τα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα των Ελλήνων και των βαρβάρων. Ιστορεί, κυρίως, τα αίτια για τα οποία πολέμησαν μεταξύ τους».
 
Πρωταρχικός σκοπός είναι να μη σβήσουν από την ανθρώπινη μνήμη τα σπουδαία κατορθώματα των προγόνων και ακολούθως να καταδειχθεί ότι ο πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων ήταν σύγκρουση μεταξύ δύο κόσμων. Το πρώτο είναι έργο ποιητή, το δεύτερο ιστορικού. Τα δύο αυτά στοιχεία θα καθοδηγήσουν σ’ όλο του το έργο το βάδισμα του Ηροδότου, που είναι, πότε χαριτωμένος ποιητικός αφηγητής, ποτέ ιστορικός. Ο πρώτος παραθέτει πλήθος επεισόδια, ανέκδοτα και παραμύθια, που δεν έχουν παρά μακρινή σχέση με το κύριο θέμα. Ο δεύτερος, εισάγει, για πρώτη φορά στην ιστορική αφήγηση, συγκεκριμένα στοιχεία για την πολιτική που ακολουθούν οι αντίπαλοι, για την πολεμική τους δύναμη και για τις μεταξύ τους συγκρούσεις, στοιχεία που μπορεί ο αναγνώστης να μελετήσει σαν πραγματικά δεδομένα και όχι σαν φανταστικές ομηρικές περιγραφές. Με τον Ηρόδοτο περνούμε από το έπος στην κάπως συστηματική εξιστόρηση. Σαν χρυσαλλίδα η συγγραφή της Ιστορίας απελευθερώνεται από το χρυσό κουκούλι του μύθου και αρχίζει να μεταμορφώνεται από τότε κι ύστερα σε πραγματική μεθοδική έρευνα.
 
Πολλά από τα όσα αναφέρει ο Ηρόδοτος φανερώνουν ότι τα δέχτηκε χωρίς να εξετάσει, και με κάποια ευπιστία, αλλά το γεγονός και μόνο ότι τα στοιχεία αυτά προσφέρονται στην κριτική ανάλυση δείχνει: α. ότι με τον Ηρόδοτο η Ιστορία αρχίζει να απαλλάσσεται από το μυθικό στοιχείο, β. ότι ο τρόπος που θα γράφεται η Ιστορία, από τον Ηρόδοτο κι ύστερα, θα γίνει μεθοδικός και επιστημονικός. Απόδειξη, ότι ο αμέσως επόμενος ιστορικός (ας τολμήσομε να πούμε ο διάδοχός του Θουκυδίδης) προχωρεί πολύ πιο πέρα στον δρόμο που χάραξε δισταχτικά ο πρωτοπόρος Ηρόδοτος.
 
Και σε κάτι άλλο, σπουδαιότατο, είναι πρωτοπόρος ο Ηρόδοτος. Είναι ο πρώτος σημαντικός ταξιδιώτης που επισκέφθηκε ολόκληρο σχεδόν τον τότε γνωστό κόσμο. Σήμερα φτάνει κανείς στην Περσία σε μερικές ώρες. Τότε, μια πρεσβεία ξεκινούσε από την Αθήνα για να φτάσει -ταξιδεύοντας με όλες τις ευκολίες των επισήμων- τρεις μήνες αργότερα στα Σούσα. Ο Ηρόδοτος ταξιδεύει στις παραθαλάσσιες πόλεις της Κονίας, πηγαίνει στις Σάρδεις και στο υψίπεδο της Ανατολής, στην μισοκατεστραμμένη Βαβυλώνα, στην Ασσυρία και την Περσία. Πηγαίνει στην Αίγυπτο και αναπλέει τον Νείλο έως την Ελεφάντινη νήσο – χίλια χιλιόμετρα από τις εκβολές του ποταμού. Ταξιδεύει και στα βορινά. Πηγαίνει στην Κολχίδα, περιγράφει τα χιόνια της Ουκρανίας. Ταξιδεύει πολύ στο εσωτερικό της Ελλάδας, στην Μεγάλη Ελλάδα και την Σικελία. Όταν ιδρύεται η αποικία Θούριοι, στην Νότιο Ιταλία, πηγαίνει στην νέα πολιτεία και ζει εκεί είκοσι χρόνια. Γιατί ταξιδεύει τόσο πολύ; Εθελούσια περιπλανητική εξορία για να μη γυρίσει στην Αλικαρνασσό όπου τυραννούσε ο ξένος Λύγδαμις; Δίψα μάθησης του ιστορικού-γεωγράφου; Ένα, πάντως, είναι βέβαιο. Θα χρειάστηκε πολλά χρόνια για να διασχίσει από βορρά σε νότο και από ανατολή σε δύση τον γνωστό τότε κόσμο, καλύπτοντας κοντά 8.000 χιλιόμετρα.
 
Η λέξη «ιστορία» την εποχή του Ηροδότου σήμαινε έρευνα και ο Ηρόδοτος θεωρεί χρέος του να μεταδώσει στους αναγνώστες του, με την ευχάριστη αφηγηματικότητά του, όλα τα γεγονότα, όλα τα αξιοπερίεργα (φυσικά φαινόμενα ή έθιμα) που είδε και παρατήρησε με την ακόρεστη περιέργειά του. Δεν τον ενδιαφέρει ο ρυθμός της διήγησης, όσο η περιγραφή των όσων είδε, άκουσε και διαπίστωσε. Το έργο του είναι ένα είδος ιστορικής και γεωγραφικής εγκυκλοπαίδειας που, με κεντρικό θέμα τους μηδικούς πολέμους, επεκτείνεται σ’ όλες τις ιστορικές και γεωγραφικές γνώσεις της εποχής. Γι’ αυτό και ο σύγχρονος αναγνώστης ξενίζεται με τον αργό ρυθμό της διήγησης, που διακόπτεται από τεράστιες παρενθέσεις (λ.χ. περιγραφή της Αίγυπτου), τις οποίες ο ίδιος ο συγγραφέας ονομάζει «λόγους» – θα μπορούσε να μεταφραστεί η λέξη με τον όρο «δοκίμιο». Η εγκυκλοπαίδεια αυτή περιγράφει πού και πώς ζουν οι διάφοροι λαοί και ποια η ιστορία τους. Για πρώτη φορά διευρύνεται, για τους Έλληνες, το πεδίο των γνώσεων τους. Περιγράφει και την εξέλιξη των γεγονότων τα οποία προκαλούν οι άνθρωποι με τις πράξεις τους. Άνθρωποι που κινούνται από τα πάθη τους, την αρχομανία, την φιλοχρηματία, την εκδίκηση, την απληστία. Άνθρωποι που δεν έχουν σταθερά σχέδια, αλλά παρασύρονται από τα αισθήματα τους. Έτσι τους βλέπει ο Ηρόδοτος, και δεν μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει επειδή δεν αναζητεί τα βαθύτερα κίνητρα ή τα πραγματικά αίτια των γεγονότων.

Τι βλέπει γύρω του ο Ηρόδοτος; Τους βαρβάρους, δηλαδή διάφορες φυλές που σχεδόν δεν έχουν συνείδηση κοινωνικής ενότητας, δεν έχουν κοινά συμφέροντα, δεν έχουν κοινό παρά τον ζυγό του Μεγάλου Βασιλέα. Βλέπει τον ελληνικό κόσμο στις δύο ακτές του Αιγαίου, κόσμο που αποτελείται από εκατοντάδες «πόλεις». Έχουν την ίδια περίπου γλώσσα, έχουν συνείδηση ότι αποτελούν κάποια ξεχωριστή οντότητα, αλλά, παρά τα σπουδαία κατορθώματά τους, μισούνται μεταξύ τους και σχηματίζουν πρόσκαιρες και εναλλασσόμενες συμμαχίες για να εξοντώσουν η μια την άλλη, φτάνοντας ως το σημείο να ζητήσουν την βοήθεια του Πέρση για να επικρατήσουν.
 
Ο Ηρόδοτος πιστεύει ότι τα ανθρώπινα πάθη είναι ο κύριος συντελεστής που διαμορφώνει τις εξελίξεις, αλλά πιστεύει επίσης ότι πέρα απ’ αυτά, πέρα από τις ορέξεις και τα εγχειρήματα των θνητών, πλανιέται μια άλλη βούληση, αδυσώπητη και παντοδύναμη: το θείον, που εκδηλώνεται με όνειρα, με ξαφνικά φυσικά φαινόμενα, με χρησμούς. Το θείον που έχει υποτάξει τους θνητούς στον μεγάλο ηθικό κανόνα του μέτρου και αποστρέφεται την υπερβολή, την αλαζονεία, την ύβρη. Γι’ αυτό και διαβάζοντας Ηρόδοτο, νιώθει κανείς ότι το έργο του διατρέχεται από μια ταπεινοφροσύνη και μιαν απαισιοδοξία για τον άνθρωπο, παιγνίδι στα χέρια της μοίρας, που η ζωή του είναι τόσο πικρή, ώστε ακόμη κι αν είναι βασιλιάς, αναρωτιέται, σαν τον Ξέρξη, αν υπάρχει κανείς που να μην εύχεται, συχνά, να ήταν πεθαμένος.
 
Από την αρχαιότητα ο Ηρόδοτος κατηγορήθηκε ότι αναφέρει φανταστικά πράγματα και ότι είναι λογοκλόπος, πως δέχτηκε, χωρίς να τα εξετάσει με προσοχή, πολλά στοιχεία και είναι μεροληπτικός, όχι μόνο για τους Έλληνες εις βάρος των Περσών, αλλά και εναντίον των Ελλήνων εκείνων που «μήδισαν». Για το τελευταίο αυτό τον κατηγόρησε μ’ ένα είδος λιβέλου ο Πλούταρχος στο δοκίμιό του Περί Ηροδότου κακοηθείας, όπου ο μεταγενέστερος ιστορικός κατηγορεί τον προγενέστερο επειδή περιγράφει με ιδιαίτερη επιμονή την προδοσία της Βοιωτίας, η οποία, με την Θήβα επικεφαλής, συμμαχεί με τους Πέρσες. Η αγανάκτηση του Πλουτάρχου (ήταν δήμαρχος της Χαιρώνειας), ο οποίος αποκαλεί τον Ηρόδοτο συκοφάντη, δεν είναι παρά μια καθυστερημένη εκδήλωση τοπικισμού.

Η κριτική που ασκήθηκε εναντίον του Ηροδότου από την αρχαιότητα έως πρόσφατα, ότι τάχα αναφέρει φανταστικά πράγματα και είναι παραμυθάς, είναι άδικη. Ο Ηρόδοτος δεν έχει καμιά διάθεση να εξαπατήσει τον αναγνώστη του, να του «περάσει» για αλήθεια τα όσα εξιστορεί. Γράφει ο ίδιος ότι θα διηγηθεί τα όσα είδε, τα όσα άκουσε και τα όσα λέει η παράδοση, αλλά κάθε φορά που αναφέρει πράγματα τα οποία του φαίνονται απίστευτα, το δηλώνει. Το περίεργο όμως είναι ότι όσο πλουτίζονται οι γνώσεις μας για τον αρχαίο κόσμο, τόσο επαληθεύονται τα όσα γράφει ο Ηρόδοτος, ακόμη κι εκείνα τα οποία ο ίδιος δεν πίστευε. Όπως, για παράδειγμα: α. οι δύο λύκοι που οδηγούν έναν Αιγύπτιο ιερέα (II, 122), οι οποίοι δεν είναι άλλο παρά δύο βοηθοί που φορούν προσωπίδες λύκων στην λιτάνευση του θεού Όσιρι, β. το γεγονός ότι οι Φοίνικες ναύτες του Φαραώ Νεκώ παραπλέοντες την Λιβύη… «τον ήλιον έσχον ες τα δεξιά», το οποίο δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά το ότι παρέπλευσαν το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος και βρέθηκαν στην ανατολική ακτή της Αφρικής. Αλλά και ορισμένα από τα παραμύθια (που θυμίζουν Χαλιμά), τα οποία έχει καταγράψει ο Ηρόδοτος, τα βρήκαν οι αιγυπτιολόγοι ιστορημένα με ιερογλυφικά στους τοίχους των ναών της Αιγύπτου. Δικαιώνεται και εδώ ο Ηρόδοτος, ο οποίος ίσως περιέλαβε στο έργο του τούς μύθους και τα παραμύθια που άκουγε, τόσο από επιθυμία να γοητεύσει τον αναγνώστη, όσο και από ευσυνειδησία στην προσπάθειά του να δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα του κόσμου τον οποίο εξερεύνησε και γνώρισε.
 
Το διάβασμα της Ιστορίας του Ηροδότου είναι μια αναδρομή στον αρχαίο κόσμο, ένα ταξίδι στον χρόνο, με συντροφιά έναν παρατηρητικό, έξυπνο και ευχάριστο οδηγό, που είδε πολλά, έμαθε πολλά και ξέρει να συγκρατεί την προσοχή μας, γοητεύοντάς μας σε κάθε βήμα, καθώς περιδιαβάζομε μαζί του.
 
Το έργο
Το έργο του Ηροδότου έφθασε έως εμάς αφού πέρασε, όπως τόσα άλλα, από την επεξεργασία των Αλεξανδρινών γραμματικών-εκδοτών, που διαιρούσαν τα προγενέστερα έργα σε κεφάλαια, με τρόπο που ν’ αντιστοιχεί το καθένα σ’ έναν πάπυρο όχι πολύ μακρύ, ώστε να τυλίγεται και να ξετυλίγεται εύκολα. Ο Ηρόδοτος ασφαλώς δεν το είχε διαιρέσει σε κεφάλαια όπως οι Αλεξανδρινοί, οι οποίοι το χώρισαν σε εννέα μέρη. Αντί να τ’ αριθμήσουν, έδωσαν στο καθένα το όνομα μιας από τις εννέα Μούσες.

Η δύναμη του πρώτου βήματος

Ξέρω το ‘χεις νιώσει και εσύ. Μούδιασμα, αδυναμία που σε κυριεύει. Οι φόβοι σου, αυτοί που βλέπεις και αυτοί που δρουν υπόγεια σε φτάνουν στο σημείο να νιώθεις άρρωστος, ανάπηρος. Δεν είσαι ο μόνος, σε κάποιο βαθμό είναι μέρος της ζωής κάθε ανθρώπου.

Ο άνθρωπος είναι ζωή και η ζωή κάνει κύκλους. Πότε επικρατεί αναστάτωση και πότε ισορροπία, πότε σκοτάδι και πότε φως. Όταν υπάρχει αυτή η κίνηση μη φοβάσαι, είναι σημάδι ότι υπάρχεις, ζεις. Όταν ξεκινά η στασιμότητα να φοβάσαι.

Για να το πετύχεις, όμως, χρειάζεται να πιστέψεις στη δύναμη που κρύβει το πρώτο βήμα.
Πάρε την απόφαση, φόρεσε τον φακό σου και πέσε στον βυθό της ψυχής σου, γίνε εσύ ο εξερευνητής της ζωής σου! Αν όχι εσύ τότε ποιος; Μη βιαστείς όμως να απογοητευτείς στις πρώτες δυσκολίες, χρειάζεται μεγάλη υπομονή και επιμονή. Το θέμα είναι να κάνεις το πρώτο βήμα, τα υπόλοιπα θα έρθουν πολύ πιο εύκολα. Γιατί πολύ απλά το πρώτο βήμα θα σου δείξει ότι αφού έγινε η αρχή, αυτό που φοβόσουν, ίσως να ήταν τελικά μια ψεύτικη κούκλα που έσπασε.

Μπορείς! Φυσικά και μπορείς! Φτάνει να θέλεις. Ο άνθρωπος κρύβει μέσα του απίστευτη δύναμη.
H ειρωνεία είναι, ότι ο ίδιος δεν την αφήνει να βγει προς τα έξω. Εδώ μπορείς ακόμα και όταν δεν θέλεις. Σκέψου πόση δύναμη έχεις όταν θέλεις κιόλας. Δες τη ζωή σαν ένα τεντωμένο τόξο, που συσσωρεύει δύναμη μέχρι τη στιγμή που το αφήνεις και τότε κατευθείαν κτυπά το στόχο. Το πρώτο βήμα, αυτός είναι ο στόχος σου, τα υπόλοιπα θα ακολουθήσουν. Μη φοβάσαι ότι θα πέσεις, αλλά ακόμα και αν πέσεις θα είναι στην προσπάθεια του να μάθεις να πετάς, να ζεις. Πόσοι άνθρωποι έχουν πεθάνει χρόνια πριν επέλθει ο σωματικός θάνατος, αυτό είναι η τραγωδία. Το θαύμα είναι να πεθαίνεις ζώντας, αυτό είναι το στοίχημα! Υπάρχει πάντα χώρος στη ζωή του κάθε ενός από εμάς, για ένα νέο πρώτο βήμα, μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό.

Το πρώτο βήμα για το οτιδήποτε. Για την αρχή μιας νέας δουλειάς, μιας νέας ζωής, τη γένεση ενός νέου εαυτού.
Πόσο όμορφο και σπουδαίο προνόμιο έχουμε. Μπορείς να ξεκινήσεις με τα απλά, όπως τη δραστηριότητα εκείνη που… έλα τώρα μην μου πεις ότι το ξέχασες, ήταν το ταλέντο σου, το ξεχωριστό χάρισμα που σου έδωσε η φύση, αυτό που σε χαλάρωνε, που σε γέμιζε. Σε βοηθούσε τότε να εκφράσεις συναισθήματα που δεν ήθελες ή δεν μπορούσες, υπό τις περιστάσεις να τα παρουσιάσεις με λέξεις, το θυμάσαι;

Κάνε το πρώτο βήμα και δώσε του μια δεύτερη ευκαιρία, ποτέ δεν ξέρεις που μπορεί να σε βγάλει. Ίσως να είναι το πρώτο βήμα για την αρχή του τέλους μιας τοξικής κατάστασης, μιας σχέσης, ή δουλειάς που σε αφήνει στάσιμο. Το πρώτο βήμα μιας ρουτίνας που μεταξύ μας τώρα, μέσα σ’ αυτή, απλά σκοτώνεις το χρόνο σου, μέχρι την αόριστη στιγμή που θα σε σκοτώσει ο χρόνος. Κάνε λοιπόν το πρώτο βήμα. Έχεις τόσους λόγους να το κάνεις!

Να θυμάσαι όμως…
Θέλει θάρρος το πρώτο βήμα, θέλει πειθαρχία, πίστη και εμπιστοσύνη. Μπορεί να φέρει δάκρυα το πρώτο βήμα. Μην το φοβηθείς και μην τα παρατήσεις, συνέχισε. Θέλει δύναμη το πρώτο βήμα. Δίνει δύναμη το πρώτο βήμα. Θέλει αγάπη το πρώτο βήμα, μα δίνει ακόμα περισσότερη πίσω και κυρίως στον εαυτό σου. Μην το φοβάσαι, άλλωστε δεν είσαι μόνος σου σ’ αυτή την διαδικασία. Είμαστε και εμείς που αγωνιζόμαστε ο καθένας για το δικό του πρώτο βήμα.

Πιάσε το χέρι μου, χαμογέλα μου και πάμε! Ώρα για αλλαγή! Καιρός ήταν! Εξέπληξε τον εαυτό σου!

Η μάσκα ως θρησκευτικό, και τελετουργικό προσωπείο

Στην Αφρική η μάσκα είναι δέος. Η Μάσκα είναι θάνατος. Η Μάσκα είναι το υπαρξιακό και το μεταφυσικό. “Αυτό είναι το σπίτι της Μάσκας”, θα πει ο φύλαρχος χωριού της Ακτής του Ελεφαντοστού. “Εκεί φυλάμε τη Μάσκα του χωριού και σαν θέλουμε να τη συμβουλευτούμε, θυσιάζουμε ένα λευκό πετεινό και την καλούμε, όχι, η Μάσκα δεν είναι άνθρωπος, η Μάσκα είναι ο αντιπρόσωπος του Θεού Μα χρόνια τώρα και καιρούς όλο στη Μάσκα τα λέμε και στο πες και πες, γίνηκε η Μάσκα ο Θεός”.

Αυτά στην Αφρική. Στον ελληνικό χώρο γνωρίζουμε ότι ο Διόνυσος είναι συνυφασμένος με το προσωπείο . Οι πιστοί του, σε οργανωμένες ομάδες, τους θιάσους, ντύνονταν με προβιές ζώων και άλειφαν το πρόσωπό τους με τρυγία, το κατακάθι του κρασιού, ώστε να μην αναγνωρίζονται. Μέσω της μεταμφίεσης και του προσωπείου, που τους εξασφάλιζε την ανωνυμία, μετατοπίζονταν σε έναν άλλο κόσμο επιθετικό και άσεμνο. Μιλούμε δηλαδή για προσωπεία κωμικά και για γιορτές συνυφασμένες με τη χαρά, το κρασί, το γλέντι, τον έρωτα. Όλα αυτά με μια πρώτη ανάγνωση. Γιατί ο Διόνυσος, θεός δημοφιλέστατος και παλαιότατος, δεν είναι μόνο ο θεός της ζωής αλλά και θεός του θανάτου, με μιαν ιδιότυπη αθανασία –ενιαύσιος θάνατος και ανάσταση– υπακούοντας στην κυκλική αντίληψη του χρόνου.

Και αν οι ίδιοι οι θεοί αποστρέφουν το πρόσωπό τους από τον θάνατο, ή συμμετέχουν σε αυτόν με μια τους πλευρά (χθόνιος Ζευς, Δήμητρα, Κόρη) ή μένουν μόνιμα εκεί (Πλούτων), ο Διόνυσος κυκλοφορεί συνδέοντας τον επιχθόνιο με τον υποχθόνιο χώρο, διαβαίνει τα σύνορα που σταματούν τους άλλους θεούς και στον Όλυμπο είναι μάλλον φιλοξενούμενος και ανεβαίνει περιστασιακά. Ο Διόνυσος είναι το έτερον των Ολυμπίων με ιδιόρρυθμη θέση στον Όλυμπο. Xθόνιος είναι και ο χαρακτήρας των διονυσιακών γιορτών, ο οποίος κρύβεται πίσω από το πανηγύρι της χαράς.

Τα Λήναια, για παράδειγμα, είναι γιορτή που σχετίζεται με τον κάτω κόσμο –ληνός είναι το πατητήρι αλλά και το φέρετρο. Τα Ανθεστήρια είναι εορτή των νεκρών και των χθόνιων δυνάμεων, κατά την οποία αίρονται οι απαγορεύσεις που βαραίνουν τα προϊόντα κάθε συγκομιδής. Οι ζωντανοί μπορούν να καταναλώσουν, αφού προηγουμένως δώσουν τους πρώτους καρπούς στο υπερπέραν που είναι ο χορηγός των αγαθών.

Την ημέρα των Πιθοιγίων, πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων, ανοίγουν τα αγγεία τα μπηγμένα στη γη και ταυτόχρονα ανοίγεται ο χθόνιος κόσμος, δώρα του οποίου είναι οι καρποί του αμπελώνα και της αρόσιμης γης. Τη δεύτερη μέρα των Ανθεστηρίων, την ημέρα των Χόων, άνοιγε ο κόσμος των νεκρών και πραγματοποιούνταν η συλλογική έξοδός τους. Την ίδια εκείνη ημέρα, άνοιγε και ο παλαιότερος ναός του Διόνυσου στην Αττική (αρχιτεκτονική αναπαράσταση πύλης του κάτω κόσμου), κοντά στο ιερό της Γης, στην τοποθεσία Λίμναι.

Στα Υδροφόρια (η μέρα της Πανσελήνου στα Ανθεστήρια) ρίχνονταν άφθονα υγρά για να πιαστούν από αυτά οι νεκροί και να ανεβούν επάνω κρατώντας το νερό σαν σχοινί. Την τελευταία μέρα των Χύτρων τάιζαν τους νεκρούς με ποικιλίες από όλους τους σπόρους, τις οποίες τοποθετούσαν σε εδαφικά ρήγματα (χύτρος = τρύπα στη γη), στα οποία ρίχνονται οι υγρές προσφορές για τους νεκρούς και από τα οποία αναβλύζουν οι πηγές. Την πανσπερμία αυτή θα ανταποδώσουν οι νεκροί στο πολλαπλάσιο, οι οποίοι ανεβοκατεβαίνουν από τις ίδιες οδούς με τα νερά.

Μέσα στα πλαίσια της διονυσιακής λατρείας η Αθήνα απαρνιέται τον εαυτό της, παραδίδεται στον παραληρούντα και «απολιτικό» Διόνυσο, όμως κάτω από το μάτι της λογικής και εν μέση αγορά, και ταυτόχρονα σε όλα αυτά που τη χωρίζει η ολύμπια ορθοδοξία, στον θάνατο, στη σεξουαλικότητα, στην ασυδοσία. Ο θόρυβος από τους διονυσιακούς θιάσους θυμίζει την τερατώδη κραυγή που εκπέμπουν οι νεκροί και κάνει τον Οδυσσέα να παγώσει.

Το χθόνιο της φύσης του φανερώνεται με τη μετωπική θέση και το προσωπείο –η ερμαϊκή-διονυσιακή στήλη φαίνεται να βυθίζεται στη γη ή να ξεπετιέται από τη γη. Στο Αχίλλειο της Θεσσαλίας ένα πήλινο προσωπείο (6η χιλιετία) κρεμόταν σε έναν ορθοστάτη εν είδει στύλου, όπως παριστάνεται ο Διόνυσος στην αγγειογραφία.

Αλλά με το προσωπείο είναι συνδεδεμένη και μια άλλη θεά, κατεξοχήν αυστηρή και σκληρή με τους παραβάτες των νόμων της, μια παρθένα θεά των ορέων και της φύσης, που ωστόσο θεωρείται και πολιτική θεά, προστάτιδα και οδηγός των αποίκων, σαν μια αγέλη ζώων. Πρόκειται για την Άρτεμη.

Γνωρίζουμε ότι προς τιμήν της τελούνταν μυστήρια στην Αθήνα που προετοίμαζαν τα κορίτσια για τον γάμο, τη μητρότητα και τη φροντίδα του οίκου, δηλαδή για ρόλους κοινωνικά αποδεκτούς. Η αρκτεία στη Βραυρώνα της Ανατολικής Αττικής ήταν μία από αυτές. Στη διάρκεια της τελετουργίας αυτής οι νεαρές κοπέλες φορούσαν κίτρινα φουστάνια και υποδύονταν ή μιμούνταν τις αρκούδες, γι’ αυτό και αποκαλούνταν άρκτοι (αρκούδες), αν και ο Ησύχιος εξηγεί τη λέξη ως ιέρεια της Άρτεμης. Ίσως λοιπόν η μεταμφιεσμένη ιέρεια να εκπαίδευε τα κορίτσια να μιμούνται την αρκούδα.

Τι ακριβώς όμως από την αρκούδα; Ο Αριστοτέλης υπογράμμισε το μητρικό ένστικτο της αρκούδας, και αυτός θα μπορούσε να είναι ο λόγος για τον οποίο μιμούνταν αρκούδες (σε αγγεία από τη Βραυρώνα εμφανίζονται φιγούρες με προσωπείο αρκούδας). Ωστόσο, σχολιαστές αποδίδουν τις απαρχές του τελετουργικού σε έναν μύθο. Μια κοπέλα προκάλεσε μια ιερή αρκούδα. Εκείνη έγδαρε το κορίτσι αλλά στη συνέχεια τη σκότωσαν ο αδελφός ή οι αδελφοί της.

Συνέπεια του θανάτου της αρκούδας ήταν να ενσκήψει λιμός. Οι άνθρωποι ζήτησαν τη συμβουλή του Απόλλωνα, ο οποίος προφήτευσε ότι θα απαλλάσσονταν από τον λιμό αν ένας πατέρας θυσίαζε την κόρη του.

Στις περισσότερες παραλλαγές η κόρη σώζεται, καθώς τη θέση της παίρνει ένα ζώο, όπως στην περίπτωση της Ιφιγένειας, για την οποία λέγεται ότι αντικαταστάθηκε από μια αρκούδα και όχι από ένα ελάφι (Σχολ. Αριστοφ., Λυσ. 645). Μελετητές υποστηρίζουν ότι είναι πιθανό τα κορίτσια να ταυτίζονταν τελετουργικά –που σημαίνει προς στιγμήν– με το σφάγιο της θυσίας (Cole, 2007), με όλα τα χαρακτηριστικά του, και με την αγριότητα και τη μη υποταγή του, στοιχείο που χαρακτηρίζει και μία ανύπαντρη κοπέλα.

Προς την κατεύθυνση αυτή δείχνουν οι προσφορές στη θεά των κοριτσίστικων ρούχων και των παιχνιδιών τους, καθώς και η λατρεία της θεάς στη Βραυρώνα ως Κουροτρόφου, αλλού ως Λοχίας, δηλαδή ως προστάτιδα των γυναικών κατά τη γέννα. Επομένως, η τελετουργία σηματοδοτεί κατά πάσα πιθανότητα τη μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση, και η παρθένος θεά Άρτεμη εμφανίζεται προστάτιδα τόσο των άγριων ζώων όσο και των κοριτσιών και των μελλότοκων.

Αλλά η αρκτεία πρέπει να θεωρηθεί τελετουργία που γινόταν και σε άλλα ιερά της Άρτεμης στην Αττική αλλά και σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, όπως η Θεσσαλία και η Πελοπόννησος. Τα κορίτσια λοιπόν, με τη συμμετοχή τους σε χορευτικές ομάδες έμπαιναν κάτω από την προστασία της Άρτεμης, και αυτές οι γιορτές ήταν μια καλή ευκαιρία για τους νεαρούς να κάνουν γνωριμίες με κοπέλες (Πλούτ. Γυν. αρετ. 254a). Στις Καρυές της Λακωνίας, τόπος αφιερωμένος στην Άρτεμη και τις Νύμφες, υπήρχε άγαλμα της Καρυάτιδος Αρτέμιδος στην ύπαιθρο, όπου κάθε χρόνο οι παρθένες των Λακεδαιμονίων έστηναν πανηγύρι και χόρευαν ένα είδος τοπικού χορού (Παυσ. Γ, 10, 7).

Ο «χορός της Αρτέμιδος» γίνεται αφορμή αρπαγών, όπως μιας χορεύτριας από τον Ερμή (Ιλ., Π 183), των Λευκιππίδων από τους Διόσκουρους, της Ελένης από τον Θησέα. Κάποτε οι άνδρες μεταμφιέζονται σε κορίτσια, προκειμένου να ενταχθούν στον κύκλο των κοριτσιών όπου ανήκει η κοπέλα που τους ενδιαφέρει, όπως έκανε ο Λεύκιππος για να πλησιάσει τη Δάφνη. Οι μύθοι παραδίδουν ενώσεις όχι ακριβώς με την ίδια τη θεά αλλά με κοπέλες από τη συνοδεία της που κάποιες φορές τιμωρούνται από τη θεά για την απώλεια της παρθενίας τους, όπως η Καλλιστώ.

Παραδίδουν όμως και τον έρωτα του Διόνυσου για τη μία από τις τρεις κόρες του βασιλιά της Σπάρτης Δίωνα, την Καρύα, την αντίδραση των αδελφών της σε αυτόν τον έρωτα, την εξέλιξη για τις τρεις αδελφές με τρόπο που θα μπορούσε να εμπνεύσει μια τραγωδία ηπιότερων τόνων από τις Βάκχες του Ευριπίδη, καθώς και το γεγονός ότι η Άρτεμη δίδαξε τον μύθο στους Σπαρτιάτες, εξού και το αφιερωμένο στην Καρυάτιδα Άρτεμη ιερό αλλά και μία από τις αιτίες για τις παρεμβολές βακχικών στοιχείων σε τελετουργικές πρακτικές για την Άρτεμη.

Όμως ένα τελετουργικό έχει αρχή, μέση και τέλος, οδηγεί δηλαδή στη μετάβαση σε μια νέα κατάσταση μέσα από τον τελετουργικό θάνατο της προηγούμενης. Οι κοπέλες, με την πρόσκαιρη απομόνωσή τους στα ιερά της Άρτεμης, προετοιμάζονται για τον σοβαρό κοινωνικό ρόλο που καλούνται να επιτελέσουν.

Η σοβαρότητα του εγχειρήματος διακόπτεται από πιο ανάλαφρα επεισόδια, όπως η απάτη μέσω της μεταμφίεσης, και πάντα σε ένα τοπίο υγρό, που θρέφει, όπως και το διονυσιακό τοπίο, άλλη μία από τις αιτίες για τις παρεμβολές βακχικών στοιχείων σε τελετουργικές πρακτικές για την Άρτεμη.

Θεωρείται δεδομένο ότι η λατρεία της Άρτεμης Ορθίας στη Σπάρτη «ήταν για την πρώιμη ιστορία της δραματικής ποίησης των Ελλήνων τόσο σημαντική όσο και η λατρεία του Διόνυσου στην Αθήνα» (Simon, 1996, 166). Τα χορικά άσματα του Αλκμάνα προς τιμή της Άρτεμης, στα οποία υπαινίσσεται μια γιορτή διονυσιακού χαρακτήρα, «ήταν οι πρόδρομοι των χορικών της αττικής τραγωδίας, στα οποία διατηρήθηκε η δωρική διάλεκτος σε ανάμνηση της σπαρτιατικής τους καταγωγής. Στη λατρεία της Ορθίας εμφανίζονται επίσης χοροί μασκοφόρων, προφανώς σε ανάμνηση ενός ερωτικού παιχνιδιού, όταν, με μια κωμική διάθεση της Άρτεμης και των Νυμφών της, άλειψαν το πρόσωπό τους με λάσπη, για να αποφύγουν τις ερωτικές διαθέσεις του ποταμίσιου θεού. Πήλινα ομοιώματα αυτών των προσωπείων που φορούσαν στους χορούς βρέθηκαν στο ιερό της. «Πρόκειται για μάσκες δύσμορφων, ξεδοντιασμένων ηλικιωμένων γυναικών, αλλά επίσης και νεαρών ανδρών, και μάλιστα σατύρων, όλες αρχαϊκής εποχής, μερικές από τον 7ο αι. π.Χ.» (Simon, 1996, 167).

Αυτό το συγκεκριμένο προσωπείο παραπέμπει στον μύθο της Μήδειας και των Πελιάδων. Η Μήδεια, όταν εμφανίστηκε στις Πελιάδες, για να μην αναγνωριστεί, άλειψε το δέρμα της με αλοιφή, ώστε να φαίνεται ρυτιδωμένη (μήπως θα μπορούσαμε να της φορέσουμε το προσωπείο της ). Έβαψε τα μαλλιά της άσπρα και ντύθηκε ιέρεια της Άρτεμης. Και πάντως μπορούμε τώρα να καταλάβουμε καλύτερα τον ορισμό του Ησύχιου: «προσωπείον η νυν καλουμένη των γυναικών προσωπίς» ή αυτό που λέει ο Λουκιανός, ότι η μάσκα παρέχει όψη κακή, άσχημη (Νιγρ. 11, Τίμων 28). Επιπλέον, οι φαλλοφόροι και οι ιθύφαλλοι, ή τα κορίτσια της Αρτέμιδος που φορούσαν ιθυφαλλική ενδυμασία φορούσαν προσωπεία μεθυσμένων ή άλειφαν το πρόσωπό τους με καπνιά ή πίτουρα για να μην αναγνωρίζονται.

Στους θεούς που συνέχονται με το προσωπείο θα πρέπει να προσθέσουμε και τη Δήμητρα. Διότι, όταν η θεά θέλησε να ξεφύγει από την ερωτική καταδίωξη του Ποσειδώνα, μεταμορφώθηκε σε φοράδα. Τότε ο θεός πήρε τη μορφή αλόγου και ενώθηκε μαζί της. Οι Πελασγοί της Αρκαδίας τιμούσαν τη Δήμητρα στο όνομα μια θεάς με αλογίσιο πρόσωπο. Κοινά στοιχεία με τους άλλους δυο προσωπιδοφόρους θεούς είναι τα εξής:

α) Το ερωτικό παιχνίδι που εξαναγκάζει τη θεά Δήμητρα να αλλάξει πρόσωπο (το ίδιο και η Άρτεμη. όσο για τον Διόνυσο, είναι γνωστή η σχέση του με τον έρωτα).

β) Το γέλιο που αποτελεί βασικό στοιχείο στον κορμό τους μύθου της (Ομηρικός ύμνος στη Δήμητρα, στ. 202 κ.ε.). όταν το ξαναβρίσκει μετά την αρπαγή της κόρης της από τον Πλούτωνα χάρη στους αστεϊσμούς με σεξουαλικά υπονοούμενα μιας γερόντισσας, της Ιάμβης, μεταμφιεσμένη και η ίδια σε γερόντισσα, θα αφήσει τη γη να καρπίσει και πάλι (το γέλιο χαρακτηρίζει τις διονυσιακές γιορτές, αλλά και το παιγνίδι της Άρτεμης με τον Αλφειό).

γ) Η μεταμφίεσή της σε γερόντισσα, σε κάτι δηλαδή το άκαρπο, και η ανάληψη ξανά της μορφής και της αθάνατης νιότης της (θυμίζουμε τα πήλινα προσωπεία στον ναό της Ορθίας Αρτέμιδος και τη μεταμφίεση των ιερειών της σε γερόντισσες.

δ) Η βωμολοχία στις γιορτές της (χαρακτηριστική στις διονυσιακές γιορτές αλλά και της Άρτεμης με τις ιθυφαλλικές μεταμφιέσεις) και η σύνδεσή τους με τον θάνατο (ο Διόνυσος είναι θεός του θανάτου και η Άρτεμη θεά που επιζητά τον θάνατο όσων δεν τηρούν τους κανόνες του κυνηγιού, ή συγγενικών τους προσώπων). Στο σύνολό τους αυτά τα χαρακτηριστικά προδίδουν γιορτές συνυφασμένες με τον θάνατο (χειμώνα) και την αναγέννηση της φύσης (άνοιξη).

Αλλά οι κατ’ εξοχήν θεοί του προσωπείου και χορευτικών δρωμένων, πρόδρομοι του θεάτρου, είναι ο Διόνυσος και η Άρτεμη.

Ο Αριστοτέλης είναι σαφής ως προς το ότι η αρχή του θεάτρου βρίσκεται σε κωμικά δρώμενα:

«γενομένης δ΄ οὖν ἀπ΄ ἀρχῆς αὐτοσχεδιαστικῆς καὶ αὐτὴ καὶ ἡ κωμῳδία͵ καὶ ἡ μὲν ἀπὸ τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον͵ ἡ δὲ ἀπὸ τῶν τὰ φαλλικὰ ἃ ἔτι καὶ νῦν ἐν πολλαῖς τῶν πόλεων διαμένει νομιζόμενα κατὰ μικρὸν ηὐξήθη προαγόντων ὅσον ἐγίγνετο φανερὸν αὐτῆς· καὶ πολλὰς μεταβολὰς μεταβαλοῦσα ἡ τραγῳδία ἐπαύσατο͵ ἐπεὶ ἔσχε τὴν αὑτῆς φύσιν. καὶ τό τε τῶν ὑποκριτῶν πλῆθος ἐξ ἑνὸς εἰς δύο πρῶτος Αἰσχύλος ἤγαγε καὶ τὰ τοῦ χοροῦ ἠλάττωσε καὶ τὸν λόγον πρωταγωνιστεῖν παρεσκεύασεν· τρεῖς δὲ καὶ σκηνογραφίαν Σοφοκλῆς. ἔτι δὲ τὸ μέγεθος· ἐκ μικρῶν μύθων καὶ λέξεως γελοίας διὰ τὸ ἐκ σατυρικοῦ μεταβαλεῖν ὀψὲ ἀπεσεμνύνθη͵ τό τε μέτρον ἐκ τετραμέτρου ἰαμβεῖον ἐγένετο. τὸ μὲν γὰρ πρῶτον τετραμέτρῳ ἐχρῶντο διὰ τὸ σατυρικὴν καὶ ὀρχηστικωτέραν εἶναι τὴν ποίησιν͵ λέξεως δὲ γενομένης αὐτὴ ἡ φύσις τὸ οἰκεῖον μέτρον εὗρε· μάλιστα γὰρ λεκτικὸν τῶν μέτρων τὸ ἰαμβεῖόν ἐστιν·»

[Αφού λοιπόν [η τραγωδία] υπήρξε αρχικά αυτοσχεδιαστική, και αυτή και η κωμωδία, η πρώτη από αυτούς που ξεκινούσαν πρώτοι να τραγουδούν τον διθύραμβο [ο οποίος είχε αρκετά κωμικά και σατυροειδή στοιχεία], η δεύτερη από τους εξάρχοντες τα φαλλικά [τραγούδια βωμολοχικά και πειρακτικά, τα οποία τραγουδούσαν ομάδες μεθυσμένων, οι οποίοι περιέφεραν φαλλό τεράστιο, σύμβολο της γονιμότητας, σταδιακά απέκτησε μεγαλύτερο μέγεθος. Επιπλέον, ενώ οι απαρχές της εντοπίζονται σε μύθους μικρούς και στον κωμικό λόγο, μια και προέκυψε από το σατυρικό, αργά απέκτησε βάθος σοβαρό. Και το μέτρο άλλαξε από τετράμετρο σε ιαμβικό· διότι καταρχάς χρησιμοποιούσαν τετράμετρο, επειδή η ποίηση ήταν σατυρική με περισσότερη όρχηση, και αφού αναπτύχθηκε ο διάλογος, αυτή η φύση βρήκε το κατάλληλο μέτρο· γιατί ο ίαμβος από όλα τα μέτρα είναι ο καταλληλότερος για διάλογο.] (Αριστ. Ποιητ. 1449a)

Συστατικό στοιχείο της γιορτής ήταν το προσωπείο, ζωόμορφο ή αποκρουστικό και γελοίο, που πολλές φορές λατρευόταν και ανεξάρτητα. Ταύροι, άρκτοι, πώλοι, μέλισσες ήταν λατρευτικές ομάδες που ονομάζονταν από το προσωπείο τους. Συνήθης επίσης ήταν η ορχήστρα των ζώων, μουσικοί δηλαδή με μάσκες ζώων, συνήθως γαϊδάρου, χοίρου, αγελάδας ή πουλιού. Οι χοροί από βατράχους, πουλιά και σφήκες της κλασικής κωμωδίας αντιστοιχούν με τους θηριομορφικούς χορούς των αττικών μελανόμορφων αγγείων του 6ου αι. π.Χ., ενώ Κένταυροι και Πάνες και άλλα τερατόμορφα πλάσματα ήταν πιθανόν πιστοί με μάσκες και συγκεκριμένη ενδυμασία, όπως ήταν οι Σιληνοί και οι Σάτυροι.

Οι παραστάσεις ζωόμορφων προσωπιδοφόρων επιτρέπουν την υπόθεση ότι οι ζωόμορφες φιγούρες σε μυκηναϊκό δαχτυλίδι από την Τίρυνθα που κρατούν πρόχους γεμάτες ίσως από την παραγωγή του νέου τρύγου μπορεί να είναι μέλη θιάσου, μύστες ή ιερείς. Την ίδια υπόθεση θα μπορούσαμε ίσως να κάνουμε για τα πολύ γνωστά πτηνόμορφα μυκηναϊκά ειδώλια , ειδικά αν λάβει κανείς υπόψη ότι η παρουσία ενός πουλιού ήταν σημείο της επιφάνειας της θεότητας.

Για να ξαναγυρίσουμε όμως στο κυρίως θέμα. Οι ομάδες των μεταμφιεσμένων απηχούν πραγματικούς θιάσους, όπως καταφαίνεται από τον χορό και τη μουσική. Με βεβαιότητα μαρτυρούνται στην πραγματική ζωή Μαινάδες, Θυιάδες, Σάτυροι στον κύκλο του Διόνυσου, και ανδρικοί σύνδεσμοι Κουρήτων στην Έφεσο. Οι Κένταυροι παραπέμπουν σε μεταμφιέσεις ηθοποιών, όπως και οι Γοργόνες είναι καταρχήν προσωπεία. Πίσω από τους Κάβειρους, τους Ιδαίους Δακτύλους, τους Τελχίνες και τους Κύκλωπες βρίσκονται συντεχνίες σιδηρουργών. Χάριτες, Μούσες, Νηρηίδες, Ωκεανίδες είναι χοροί κοριτσιών. Μιλούμε για τον Πάνα και την Ειλείθυια στον πληθυντικό αριθμό (προφανώς οι γυναίκες της γειτονιάς που βοηθούν μια γυναίκα να ξεγεννήσει).

Ο Πλάτωνας επισήμανε ότι οι θίασοι μιμούνταν τα πρότυπά τους, τους θεϊκούς Σατύρους, τις Νύμφες, τους Σατύρους, μέχρι την τελική ταύτιση (Νόμοι 815c). Εκείνο πάντως που έχει σημασία είναι ότι με μέσο το προσωπείο η απολλώνια εξατομίκευση διαχεόταν στο διονυσιακό όλον, γινόταν το νιτσεϊκό Εν και Παν, που σημαίνει ότι το άτομο διαχεόταν στην ομάδα και η ατομική ευθύνη στην ανωνυμία του συνόλου. Το προσωπείο μέσα στα πλαίσια της γιορτής ήρε τις αξίες του άστεως, πάντα όμως μέσα στα πλαίσια του άστεως και με την εποπτεία των αρχόντων του. Το πρόσκαιρο της ανατροπής επιβεβαίωνε τον κανόνα των αρχών και αξιών του πολιτικού συστήματος. Επομένως, ο Διόνυσος αποδεικνυόταν εγγυητής του.

Και βέβαια, το προσωπείο επιφύλασσε γι’ αυτόν που το φορούσε έναν ξεχωριστό ρόλο. Ιερείς ή ιέρειες φορούσαν προσωπεία στη διάρκεια των τελετουργιών. Για παράδειγμα, ένας ιερέας φορούσε το προσωπείο της Δήμητρας στην Αρκαδία, ένα γενειοφόρο προσωπείο τοποθετημένο ψηλά αναπαριστούσε τον Διόνυσο, ενώ δεν αποκλείεται κάποιος να το φορούσε κιόλας, για να παρουσιάζεται αμεσότερα ο μαινόμενος θεός.

Στα Ανθεστήρια στην Αθήνα η Βασίλιννα, σύζυγος του βασιλιά, προσφερόταν στον θεό ως σύζυγος –ίσως ο βασιλιάς να φορούσε τη μάσκα του θεού και να γινόταν η τελετουργική αναπαράσταση ενός ιερού γάμου, όπως ακριβώς στην Κνωσό, όπου ο βασιλιά φορούσε τη μάσκα ενός ταύρου και η βασίλισσα τα κέρατα μιας αγελάδας αναπαριστώντας την ένωση της Πασιφάης με τον ταύρο, της απαστράπτουσας Σελήνης (Πασιφάη, πασιφανής, φαίνομαι, φως) και του Ήλιου (ταύρου) που γονιμοποιεί τη Γη με τη ζέστη και τη βροχή του.

Προσωπεία φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν και σε τελετουργικά που τελούνταν στο Καβείριο της Θήβας, μόλις λίγα χιλιόμετρα από την πόλη των Θηβών, ήταν μάλιστα δύο ειδών: οι πρώτες νεγροειδείς, ενώ οι δεύτερες κεφάλι ταύρου. Και οι δύο αποκαλύπτουν στοιχεία για την καταγωγή των θεών που λατρεύονταν εκεί και για την ουσία της λατρείας και του τελετουργικού.

Τα προσωπεία αυτά τα βλέπουμε σε δύο μελανόμορφους σκύφους, που ανήκουν στο δεύτερο μισό του 5ου αι. και ανήκουν σε μια σειρά αγγείων που έχουν τη δική τους τεχνοτροπία, τα λεγόμενα «καβειριακά», κάτι που δείχνει ότι συνεχίζουν μια θρησκευτική παράδοση. Στην επιφάνεια του ενός απεικονίζονται ένας άνδρας, μια γυναίκα και ένας νέος, που μοιάζουν με πυγμαίους ή με νεγροειδείς μορφές, να οδηγούν ταύρο μπροστά σε ερμαϊκή στήλη.

Αποκλείεται όμως να φορούν μάσκα νεγροειδή παραπέμποντας και στη φοινικική «καταγωγή» της λατρείας; Ή μήπως πρόκειται για θεατρικά προσωπεία, προορισμένα για παραστάσεις εμπνευσμένες από συγκεκριμένους μύθους; Ο M. Daumas (2003, 140) αποκλείει την περίπτωση αυτή, γιατί η ορχήστρα του θεάτρου που βρέθηκε στο ιερό κρύβεται εν μέρει από ένα υψηλό podium, επομένως μάλλον δεν προοριζόταν για θεατρικές παραστάσεις.

Ο ίδιος μελετητής (ό.π.) αποκλείει και την περίπτωση να απεικονίζεται πραγματική θυσία ταύρου, δεδομένου ότι από τις ανασκαφές προέκυψε ότι σπάνια θυσιάζονταν ταύροι στο Καβείριο της Θήβας. Ποια συμπεράσματα λοιπόν μπορούμε να συναγάγουμε από αυτό το αγγείο και τον περιβάλλοντα χώρο του;

α) Ότι ο Ερμής ανήκει στις θεότητες που λατρεύονταν στο Καβείριο· 

β) ότι η λατρεία ήταν διονυσιακού χαρακτήρα·

γ) ότι η λατρεία ήταν φοινικικής «καταγωγής» ή επιρροών, αν μάλιστα συνδέσει κανείς το αγγείο με ένα κείμενο του Ηροδότου:

«Ὣς δὲ δὴ καὶ ἐς τοῦ Ἡφαίστου τὸ ἱρὸν ἦλθε καὶ πολλὰ τῷ ἀγάλματι κατεγέλασε. Ἔστι γὰρ τοῦ Ἡφαίστου τὤγαλμα τοῖσι Φοινικηίοισι Παταΐκοισι ἐμφερέστατον͵ τοὺς οἱ Φοίνικες ἐν τῇσι πρῳρῃσι τῶν τριηρέων περιάγουσι· ὃς δὲ τούτους μὴ ὄπωπε͵ ἐγὼ δέ οἱ σημανέω· πυγμαίου ἀνδρὸς μίμησίς ἐστι. Ἐσῆλθε δὲ καὶ ἐς τῶν Καβείρων τὸ ἱρόν͵ ἐς τὸ οὐ θεμιτόν ἐστι ἐσιέναι ἄλλον γε ἢ τὸν ἱρέα· ταῦτα δὲ τὰ ἀγάλματα καὶ ἐνέπρησε πολλὰ κατασκώψας. Ἔστι δὲ καὶ ταῦτα ὅμοια τοῖσι τοῦ Ἡφαίστου· τούτου δέ σφεας παῖδας λέγουσι εἶναι».

[Ο Καμβύσης, όσο ήταν στη Μέμφιδα] πήγε και στο ιερό του Ηφαίστου και γέλασε πολύ με το άγαλμα. Γιατί το άγαλμα του Ήφαιστου μοιάζει πολύ με τους φοινικικούς Παταΐκους, που οι Φοίνικες βάζουν ακρόπρωρα στα καράβια τους. Για όποιον δεν έχει δει ποτέ τέτοιο πράγμα, σημειώνω το εξής: μοιάζει με πυγμαίο. Ο Καμβύσης μπήκε και στο άδυτο των Καβείρων, στο οποίο δεν επιτρέπεται παρά μόνο στον ιερέα να εισέρχεται· περιγέλασε τα αγάλματα αυτά και τα έβαλε φωτιά. Μοιάζουν και αυτά στον Ήφαιστο· λένε πως είναι παιδιά του. (Ηρόδοτος, Γ, 37)

δ) ότι τα τελετουργικά στα οποία χρησιμοποιούνταν τέτοιου είδους αγγεία ήταν τελετές μύησης των νέων σε απόκρυφες τελετές· αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη ότι οι σκύφοι που βρέθηκαν στο Καβείριο ήταν αφιερώματα οικογενειών, ότι σε πολλά από αυτά παριστάνεται ο Κάβιρος έχοντας απέναντί του ένα νέο που τον υπηρετεί ως οινοχόος, ότι κανένα από αυτά τα αγγεία δεν βρέθηκε ολόκληρο, που σημαίνει ότι μετά την κοινή οινοποσία τα έσπαγαν, αν λοιπόν λάβουμε υπόψη μας όλα αυτά, μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον M. Daumas (ό.π.) που υποστηρίζει ότι στον σκύφο για τον οποία συζητούμε αναπαριστάται ευχαριστήρια πομπή δύο γονιών προς τον Ερμή που τους έδωσε ένα γιο, ο οποίος, όπως και οι ίδιοι, μυήθηκε στα μυστήρια.

Όσο για τη δεύτερο είδος προσωπείου, του ταύρου, αυτό εικονίζεται και πάλι σε θραύσμα σκύφου (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, αρ. 548), στον οποίο παριστάνεται ένας γυμνός άνδρας να φορά προσωπείο ταύρου, προφανώς συμμετέχοντας σε τελετουργικά δρώμενα. Δεξιά και αριστερά του στέκονται δύο άλλες γυμνές ανδρικές φιγούρες σε ιθυφαλλική κατάσταση, ο ένας από τους οποίους κρατά στα χέρια του δαυλό, υποδηλώνοντας ότι οι τελετές γίνονταν νύχτα ή ότι η πάλη γινόταν σε εσωτερικό χώρο, όπως λ.χ. στον Λαβύρινθο της Κρήτης.

Μπορεί αυτή η απεικόνιση να συσχετιστεί με τα πάνω από 550 ειδώλια ταύρων, που ανευρέθησαν στο ιερό των Θηβών, τριάντα έξι από τα οποία φέρουν επιγραφή προς τους Καβείρους, ενώ κάποιες φορές αναφέρεται και το όνομα του αναθέτη; Ή ακόμη και με το γεγονός ότι «ειδώλια ταύρων ανευρέθησαν στα ιερά σχεδόν όλων των μεσογειακών πολιτισμών»; Και ποιον ακριβώς ρόλο παίζει ο ταύρος στα θρησκευτικά τελετουργικά και τη λατρεία;

Είναι γνωστό ότι οι μεσογειακοί πολιτισμοί (Αίγυπτος, Μεσοποταμία, Ελλάδα, Ρώμη) θεωρούσαν ότι οι προπάτορες θεοί ενσαρκώνονταν σε ταύρο ή συνοδεύονταν από ταύρους –στην Ανατολή μάλιστα έφερε τον κόσμο ανάμεσα στα κέρατά του. Και αυτό γιατί ο ταύρος ήταν ένα από τα στοιχεία που πολύ νωρίς οι άνθρωποι συνέδεσαν με τον ουρανό, ο οποίος, με την κίνηση των άστρων και των εποχών, κυβερνούσε τον κύκλο της φύσης και, κατ’ επέκταση, τις αγροτικές ασχολίες. Οι γόνοι αυτών των προπατόρων θεών ήταν θεοί της γονιμότητας που έλεγχαν τη βροχή και τα νερά των ποταμών ή τον ήλιο. Στον ελλαδικό χώρο ο ταύρος συνδέθηκε με θεότητες που η αρχική τους υπόσταση ήταν χθόνια, όπως ο Δίας, η Αθηνά, ο Διόνυσος, ο Ποσειδώνας, ή με ήρωες όπως ο Ηρακλής και ο Θησέας –και οι δυο κατεβαίνουν στον κάτω κόσμο όσο ήταν ακόμη ζωντανοί, ενώ ο Ηρακλής μετά τον θάνατό του λατρεύτηκε στην Καλυδώνα ως θεός χθόνιος.

Τι προκύπτει από αυτό και από τον συνδυασμό των πληροφοριών;

α) Το παλαιότατον της λατρείας και ορισμένα στοιχεία για την ταυτότητα των θεών που λατρεύονταν στην Θήβα και αλλού με το όνομα Κάβειροι·

 β) ότι οι νέοι, παίρνοντας μέρος σε διαβατήριες τελετές ενηλικίωσης, είναι πιθανό ότι χρησιμοποιούσαν προσωπεία ταύρου, επιδιώκοντας τη μέθεξη με τις ιδιότητες του ταύρου, τη δύναμη και τη γονιμότητα, στην οποία το υγρό στοιχείο παίζει ιδιαίτερο ρόλο μέσα από την επίδειξη και την απόδειξη του ανδρισμού του και της φυσικής του δύναμης. Μπορεί όμως η νίκη του να σηματοδοτεί την επιβολή των δικών του αξιών έναντι της τυραννίας και της αναρχίας που προκαλεί η ασύδοτη κυριαρχία του ζώου ή ενός τυράννου· ή ακόμη τη νίκη του πολιτισμένου κόσμου έναντι του φυσικού ανθρώπου, του «ψημένου» έναντι του «ωμού».

Η πάλη μπορεί να γινόταν με ταύρο ή με κάποιον που ήταν μεταμφιεσμένος σε ταύρο. Προς αυτή την ερμηνεία συντείνει και το γεγονός ότι στο Καβείριο των Θηβών λατρεύονταν δύο Κάβειροι, ένας μεγαλύτερος κι ένας νεότερος, κάτι που υποβάλλεται και από το γεγονός ότι η Δήμητρα φανέρωσε μυστικά στον Κάβειρο Προμηθέα και στον γιο του Αιτναίο. Οι προσφορές παιχνιδιών στον νεότερο, κυρίως σβούρες, δείχνει ότι τα μυστήρια θα πρέπει να είχαν σχέση και με τελετές μύησης για το πέρασμα από την παιδική στην εφηβική ηλικία και ύστερα στην ενηλικίωση που περιλάμβαναν δοκιμασίες και προφανώς την προσφορά των ομοιωμάτων ταύρων που ανευρέθησαν στο ιερό. Προς αυτή την ερμηνεία κατατείνουν και οι σπασμένοι σκύφοι του ιερού, στους οποίους ήδη αναφερθήκαμε και στους οποίους ο παις παίζει ρόλο στη σκηνή που εικονογραφείται, συνήθως προσφέροντας κρασί στον ενήλικο Κάβειρο, και υποδηλώνοντας τον ρόλο του στη λατρεία.