Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (769-833)

ΙΟ. ἀλλ᾽ ἵξεται μέν· ἀξία δέ που μαθεῖν
770 κἀγὼ τά γ᾽ ἐν σοὶ δυσφόρως ἔχοντ᾽, ἄναξ.
ΟΙ. κοὐ μὴ στερηθῇς γ᾽ ἐς τοσοῦτον ἐλπίδων
ἐμοῦ βεβῶτος. τῷ γὰρ ἂν καὶ μείζονι
λέξαιμ᾽ ἂν ἢ σοὶ διὰ τύχης τοιᾶσδ᾽ ἰών;
ἐμοὶ πατὴρ μὲν Πόλυβος ἦν Κορίνθιος,
775 μήτηρ δὲ Μερόπη Δωρίς. ἠγόμην δ᾽ ἀνὴρ
ἀστῶν μέγιστος τῶν ἐκεῖ, πρίν μοι τύχη
τοιάδ᾽ ἐπέστη, θαυμάσαι μὲν ἀξία,
σπουδῆς γε μέντοι τῆς ἐμῆς οὐκ ἀξία.
ἀνὴρ γὰρ ἐν δείπνοις μ᾽ ὑπερπλησθεὶς μέθης
780 καλεῖ παρ᾽ οἴνῳ πλαστὸς ὡς εἴην πατρί.
κἀγὼ βαρυνθεὶς τὴν μὲν οὖσαν ἡμέραν
μόλις κατέσχον, θἀτέρᾳ δ᾽ ἰὼν πέλας
μητρὸς πατρός τ᾽ ἤλεγχον· οἱ δὲ δυσφόρως
τοὔνειδος ἦγον τῷ μεθέντι τὸν λόγον.
785 κἀγὼ τὰ μὲν κείνοιν ἐτερπόμην, ὅμως δ᾽
ἔκνιζέ μ᾽ αἰεὶ τοῦθ᾽· ὑφεῖρπε γὰρ πολύ.
λάθρᾳ δὲ μητρὸς καὶ πατρὸς πορεύομαι
Πυθώδε, καί μ᾽ ὁ Φοῖβος ὧν μὲν ἱκόμην
ἄτιμον ἐξέπεμψεν, ἄλλα δ᾽ ἀθλίῳ
790 καὶ δεινὰ καὶ δύστηνα προύφηνεν λέγων,
ὡς μητρὶ μὲν χρείη με μιχθῆναι, γένος δ᾽
ἄτλητον ἀνθρώποισι δηλώσοιμ᾽ ὁρᾶν,
φονεὺς δ᾽ ἐσοίμην τοῦ φυτεύσαντος πατρός.
κἀγὼ ᾽πακούσας ταῦτα τὴν Κορινθίαν
795 ἄστροις τὸ λοιπὸν ἐκμετρούμενος χθόνα
ἔφευγον, ἔνθα μήποτ᾽ ὀψοίμην κακῶν
χρησμῶν ὀνείδη τῶν ἐμῶν τελούμενα.
στείχων δ᾽ ἱκνοῦμαι τούσδε τοὺς χώρους ἐν οἷς
σὺ τὸν τύραννον τοῦτον ὄλλυσθαι λέγεις.
800 καί σοι, γύναι, τἀληθὲς ἐξερῶ. τριπλῆς
ὅτ᾽ ἦ κελεύθου τῆσδ᾽ ὁδοιπορῶν πέλας,
ἐνταῦθά μοι κῆρυξ τε κἀπὶ πωλικῆς
ἀνὴρ ἀπήνης ἐμβεβώς, οἷον σὺ φής,
ξυνηντίαζον· κἀξ ὁδοῦ μ᾽ ὅ θ᾽ ἡγεμὼν
805 αὐτός θ᾽ ὁ πρέσβυς πρὸς βίαν ἠλαυνέτην.
κἀγὼ τὸν ἐκτρέποντα, τὸν τροχηλάτην,
παίω δι᾽ ὀργῆς· καί μ᾽ ὁ πρέσβυς ὡς ὁρᾷ
ὄχους παραστείχοντα, τηρήσας μέσον
κάρα, διπλοῖς κέντροισί μου καθίκετο.
810 οὐ μὴν ἴσην γ᾽ ἔτεισεν, ἀλλὰ συντόμως
σκήπτρῳ τυπεὶς ἐκ τῆσδε χειρὸς ὕπτιος
μέσης ἀπήνης εὐθὺς ἐκκυλίνδεται·
κτείνω δὲ τοὺς ξύμπαντας. εἰ δὲ τῷ ξένῳ
τούτῳ προσήκει Λαΐῳ τι συγγενές,
815 τίς τοῦδέ γ᾽ ἀνδρὸς νῦν ἔτ᾽ ἀθλιώτερος,
τίς ἐχθροδαίμων μᾶλλον ἂν γένοιτ᾽ ἀνήρ,
ὃν μὴ ξένων ἔξεστι μηδ᾽ ἀστῶν τινὶ
δόμοις δέχεσθαι, μηδὲ προσφωνεῖν τινά,
ὠθεῖν δ᾽ ἀπ᾽ οἴκων; καὶ τάδ᾽ οὔτις ἄλλος ἦν
820 ἢ ᾽γὼ ᾽π᾽ ἐμαυτῷ τάσδ᾽ ἀρὰς ὁ προστιθείς.
λέχη δὲ τοῦ θανόντος ἐν χεροῖν ἐμαῖν
χραίνω, δι᾽ ὧνπερ ὤλετ᾽. ἆρ᾽ ἔφυν κακός;
ἆρ᾽ οὐχὶ πᾶς ἄναγνος; εἴ με χρὴ φυγεῖν,
καί μοι φυγόντι μἤστι τοὺς ἐμοὺς ἰδεῖν
825 μήτ᾽ ἐμβατεῦσαι πατρίδος, ἢ γάμοις με δεῖ
μητρὸς ζυγῆναι καὶ πατέρα κατακτανεῖν
Πόλυβον, ὃς ἐξέθρεψε κἀξέφυσέ με.
ἆρ᾽ οὐκ ἀπ᾽ ὠμοῦ ταῦτα δαίμονός τις ἂν
κρίνων ἐπ᾽ ἀνδρὶ τῷδ᾽ ἂν ὀρθοίη λόγον;
830μὴ δῆτα μὴ δῆτ᾽, ὦ θεῶν ἁγνὸν σέβας,
ἴδοιμι ταύτην ἡμέραν, ἀλλ᾽ ἐκ βροτῶν
βαίην ἄφαντος πρόσθεν ἢ τοιάνδ᾽ ἰδεῖν
κηλῖδ᾽ ἐμαυτῷ συμφορᾶς ἀφιγμένην.

***
ΙΟΚ. Θα ᾽ρθει. Μα κάνε μου τη χάρη
να μου πεις,
770 τί σου βαραίνει, βασιλιά μου, την ψυχή;
ΟΙΔ. Δε θα σου κρύψω τίποτα·
στις παρυφές κινούμαι της ελπίδας.
Ποιός άλλος από σένα
δικαιούται περισσότερο
τη δυστυχία μου να δει κατάματα;
Ο Κορίνθιος Πόλυβος ήταν πατέρας μου·
μητέρα μου η Δωρίδα Μερόπη.
Ήμουν ο πρώτος πολίτης εκεί,
πριν να συμβεί κάτι τυχαίο,
κάπως παράξενο στ᾽ αλήθεια,
μα που δεν άξιζε τον κόπο
να μου κεντρίσει την προσοχή.
Κάποιος στο δείπνο μεθυσμένος
και πάνω στο κρασί
είπε πως είμαι ψεύτικος,
780 πλαστός του πατέρα μου γιος.
Το πήρα βαριά· κρατήθηκα την ίδια μέρα.
Όμως την άλλη μέρα
πήγα στη μάνα μου και στον πατέρα
και τους ρώτησα.
Δυσφόρησαν για κείνον που με πρόσβαλε
και ᾽γω χαιρόμουν την οργή τους.
Όμως τ᾽ αγκάθι με τρυπούσε συνεχώς
και πλήγωνε το νου μου.
Πηγαίνω στους Δελφούς
κρυφά απ᾽ τους γονείς μου,
αλλά ο Φοίβος μ᾽ έδιωξε,
με περιφρόνησε,
δεν απάντησε στο ερώτημά μου.
790 Αλλά δεινά και φοβερά προφήτευε
για μένα τον τρισάθλιο
πως με τη μάνα μου θα σμίξω
και πως παιδιά θα φέρω της ντροπής
στο φως της μέρας
και πως φονιάς θα γίνω
του πατέρα που μ᾽ έσπειρε.
Εγώ σαν τ᾽ άκουσα
από την πόλη της Κορίνθου
ξεμακραίνω,
ακολουθώντας την οδό των αστεριών,
δεν ήθελα να δω ν᾽ αληθεύουν
των χρησμών οι ντροπές.
Οδοιπορώντας φτάνω στον τόπο
που μου λες
πως χάθηκεν ο βασιλιάς της χώρας.
800 Θα σου πω όλη την αλήθεια.
Όταν πεζός στο τρίστρατο πλησίασα
αντάμωσα έναν κήρυκα
και πάνω σ᾽ ένα αμάξι
που το ᾽σερναν πουλάρια
καθόταν ένας γέροντας, καθώς τον λες.
Αυτός ο κήρυκας κι ο γέροντας
με πέταξαν βιαίως στης δημοσιάς την άκρη.
Τον οδηγό που μ᾽ έσπρωξε
χτυπώ με λύσσα.
Ο γέροντας το βλέπει,
με παραφύλαξε
κι όπως τ᾽ αμάξι πέρναγε μπροστά μου
με χτύπησε με το διπλό μαστίγιο στο μέτωπο.
810 Το πλήρωσε ακριβότερα·
σαν αστραπή τον τσάκισα
με το ραβδί που κράταγα στο χέρι
κι ανάσκελα κυλίστηκε
στο βάθος τ᾽ αμαξιού.
Ύστερα σκότωσα όλους τους άλλους.
Αν συγγενεύει ο Λάιος μ᾽ αυτόν τον ξένο,
ποιός άνθρωπος γεννήθηκε
πιο θλιβερός απ᾽ τον Οιδίποδα;
Ποιός άλλος μπόρεσε
πιο θεομίσητος να γίνει;
Κανείς πολίτης, κανένας ξένος
δεν επιτρέπεται να τον δεχτεί στο σπίτι του
κανείς δεν επιτρέπεται να του μιλεί,
όλοι θα τον πετούν στο δρόμο.
Άλλος κανείς, μονάχα εγώ
820 τον εαυτό μου καταράστηκα,
βρωμίζω με τα χέρια που τον σκότωσα
του πεθαμένου το κρεβάτι.
Γεννήθηκε κακούργος;
Εγώ είμαι το μίασμα.
Στο σώμα, στην ψυχή, στο νου;
Αν πάρω των ομματιών μου και φύγω
εξόριστος δε θα μπορώ
τους δικούς μου να δω
ούτε το χώμα της πατρίδας να πατήσω,
αλλιώς θα ζευγαρώσω με τη μάνα μου
και θα σκοτώσω τον πατέρα μου
τον Πόλυβο που μ᾽ έσπειρε και μ᾽ έθρεψε.
Θα ᾽ταν λοιπόν παράλογο κάποιος να πει,
αν ζύγιαζε τη μοίρα μου,
πως ανελέητος θεός με κυνηγάει;
830 Ποτέ, μα ποτέ, σεβαστοί θεοί,
μιας τέτοιας ημέρας το φως να μη δω.
Μακάρι να χαθώ, ν᾽ αφανιστώ
απ᾽ των θνητών τα μάτια
παρά να κηλιδώσω την ψυχή
με της ντροπής τη φρίκη.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 12. Το κλέος

12.2.4. Το κλέος ἄφθιτον του Αχιλλέα


Επιφανείς ήρωες της Ιλιάδας, όπως ο Σαρπηδόνας (Μ 310-328), θεωρούν αδιανόητη τη διάζευξη του ρόλου των ηγεμόνων από τον ρόλο των προμάχων. Οι ηγεμόνες, προκειμένου να απολαύσουν τις πλουσιοπάροχες τιμές τους σαν να είναι θεοί αλλά και για να επιτρέψουν στους υπηκόους τους να λένε ότι δεν κυβερνούν ἀκλεεῖς τη χώρα τους (Μ 318), οφείλουν, αρνούμενοι την υπόθεση ότι είναι αγέραστοι και αθάνατοι όπως οι ολύμπιοι, να μάχονται στην πρώτη γραμμή της μάχης, με συνείδηση για τον αναπόδραστό τους θάνατο. Ενόψει αυτής της παράδοξης πραγματικότητας, η διατήρηση της τιμής και της εγκωμιαστικής φήμης των ηρώων εξαρτάται από το εὖχος: από το αν θα σκοτώσουν ή θα σκοτωθούν στο πεδίο της μάχης (πρβ. Μ 305-306). Ο γιος του Δία, ο Σαρπηδόνας, επάξια κερδίζει το κλέος του με τύμβο και στήλη (Π 457 = 675), γυρίζοντας νεκρός στην πατρίδα του Λυκία.

Η ιλιαδική αυτή νόρμα αξιών προβληματοποιείται και δραματοποιείται με το κλέος του Αχιλλέα, που αντιπροσωπεύει όχι μόνο τις απαιτήσεις αλλά και τις αντιφάσεις της ηρωικής ζωής. Ο χολωμένος γιος της Θέτιδας, σε μια κρίση αυτοσυνειδησίας στη σκηνή της «Πρεσβείας», αντιδρώντας στην πρόταση του Οδυσσέα να επιστρέψει στη μάχη ενόψει τιμών και κύδους, αναφέρεται στη διπλή του μοίρα, όπως, λέει, του την είπε κάποτε η μητέρα του (I 412-416):

Αν μένοντας εδώ πολεμώ γύρω από την πόλη των Τρώων, είναι χαμένος για μένα ο γυρισμός [νόστος], η δόξα μου όμως θα είναι αθάνατη [κλέος ἄφθιτον ἔσται]. Αν πάλι γυρίσω στο σπίτι μου στην αγαπημένη μου πατρική γη, είναι χαμένη για μένα η μεγάλη δόξα [κλέος ἐσθλόν], θα ζήσω όμως πολλά χρόνια, και ούτε που θα με βρει γρήγορα το τέλος του θανάτου.

Το δίλημμα του Αχιλλέα εμφανίζεται κατ᾽ αρχάς ως παράδοξο, δεδομένου» ότι είναι ο μόνος ήρωας στην Ιλιάδα που γνωρίζει ότι είναι «ολιγόζωος» (μινυνθάδιος, ὠκύμορος), ότι δεν πρόκειται να ζήσει για πολύ. Η Θέτιδα στην Ιλιάδα δεν του θέτει παρόμοιο δίλημμα, προλέγει όμως τον επικείμενο θάνατό του (Σ 95-96). Ωστόσο, ο ήρωας σ᾽ αυτό το σημείο της ιλιαδικής αφήγησης, βυθισμένος στον εγωκεντρικό του θυμό για την προσβολή της τιμής του από τον Αγαμέμνονα, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο έξω από τη νόρμα της ηρωικής ηθικής, που θέλει την τιμή και το κλέος να εξαρτώνται από το εὖχος. Ο οργισμένος ήρωας, αρνούμενος να δεχθεί οποιονδήποτε συμβιβασμό με τον βασιλιά των Αχαιών, απειλεί να επιστρέψει στη Φθία, γιατί, όπως έχει ήδη δηλώσει: «τίποτε δεν αξίζει όσο η ζωή» του (I 401). Εξ αποτελέσματος ωστόσο το δίλημμα για κλέος δίχως νόστο ή για νόστο χωρίς κλέος δηλώνεται από τον Αχιλλέα στον Οδυσσέα, για να επιτονιστεί με τραγικό τρόπο το αναπόφευκτο της πρώτης επιλογής.

Με τον εξαιρετικό χαρακτήρα του κλέους του Αχιλλέα συνδέεται το επίθετο ἄφθιτον («που δεν φθίνει, δεν μαραίνεται και δεν αποσυντίθεται»), λέξη που μόνον εδώ εμφανίζεται να συνοδεύει το κλέος. Η ρίζα (*φθι-) του επιθέτου (από το ρήμα φθίω/φθίνω, φθινύθω) παραπέμπει στον μαρασμό των φυτών, με τον οποίο συγκρίνεται η φυσική απόληξη της ζωής των ανθρώπων. Όπως λέει ο Απόλλωνας, σε αντίθεση προς τους θεούς, οι θνητοί (Φ 464-466):

σαν τα φύλλα κι αυτοί άλλοτε τρώνε τον καρπό της γης και είναι όλο φλόγα, και άλλοτε πεθαίνουν [φθινύθουσιν] χωρίς πνοή.

Το επίθετο ἄφθιτον αναιρεί τη φυσική διαδικασία (της άνθισης και του μαρασμού των φυτών)· κατ᾽ επέκταση, τον φυσικό κύκλο της ζωής των θνητών (της γέννησης και του θανάτου τους, πρβ. Ζ 145-149).

Μέχρι σήμερα δεν έχει συμφωνηθεί αν η έκφραση κλέος ἄφθιτον είναι μια γενική λογοτυπική έκφραση -κληρονομιά της ινδοευρωπαϊκής ηρωικής ποίησης- οπότε το ἄφθιτον κοσμεί απλώς το κλέος (ως αθάνατη δόξα)· ή αν η έκφραση είναι επινόηση του ποιητή, οπότε το ἄφθιτον προσδιορίζει με κατηγορηματικό τρόπο το κλέος (ως δόξα που θα μείνει αιώνια). Πάντως, το ἄφθιτον ἔσται είναι μετρικά ισοδύναμη έκφραση με αντίστοιχες εκφράσεις που αναφέρονται είτε στην έκταση του κλέους, στο πλαίσιο του παρόντος (κλέος οὐρανὸν ἵκει «που έχει φτάσει ως τον ουρανό», Θ 192, ι 20), είτε στη μελλοντική του διάρκεια (κλέος οὐ ποτ᾽ ὀλεῖται «που δεν θα χαθεί ποτέ», Β 325, Η 91, ω 196). Στη σημασιολογική συγγένεια της έκφρασης ἄφθιτον ἔσται με το οὐ ποτ᾽ ὀλεῖται εντοπίζεται η εξής ποιοτική διαφορά: το ἄφθιτον κοσμεί και άλλες λέξεις, εκτός από το κλέος, ενώ η περίφραση οὐ ποτ᾽ ὀλεῖται αναφέρεται μόνο στη δόξα που δεν θα χαθεί ποτέ.

Στην επική παράδοση οι λέξεις που περιγράφονται με το ἄφθιτον έχουν κοινό τους παρονομαστή το αστείρευτο ρεύμα του νερού, τη φωτιά, το σπέρμα ή το φυτικό απόσταγμα, όπως το κρασί. Στον βαθμό που και οι θεοί αναπαριστούν αυτές τις ουσίες/ιδιότητες, μπορεί να κατέχουν τον χαρακτηρισμό ἄφθιτον, όπως και τα αντικείμενα ή οι ιδιότητες που έχουν κατασκευάσει και τους ανήκουν: ἄφθιτον αἰεί, για παράδειγμα, είναι το σκήπτρο του Αγαμέμνονα (Β 46, 186) που έχει κατασκευάσει, μαζί με τα ἄμβροτα όπλα του Αχιλλέα, ο Ήφαιστος, ενώ ἄφθιτα μήδεα ονομάζονται οι ακατάλυτες βουλές του Δία (Ω 88).

Ο ποιητής έτσι έχει φροντίσει να δώσει εξαιρετική σημασία στο κλέος του Αχιλλέα, συνδέοντάς το με τον χώρο των θεών. Σ᾽ αυτό τον χώρο πρόκειται να ενταχθεί ο ήρωας, επιλέγοντας να πεθάνει στην Τροία για να κερδίσει κλέος ἄφθιτον. Σύμφωνα μάλιστα με τη μεθομηρική Αιθιοπίδα, που αποδίδεται στον Αρκτίνο, η Θέτιδα άρπαξε τον γιο της από τη νεκρική πυρά και τον μετέφερε στη Λευκὴν νῆσον, κατά κάποιον τρόπο αποθεώνοντάς τον. Στο ιλιαδικό έπος όμως αυτή η αναφορά που υμνεί τη θνητότητα των ηρώων αποσιωπάται. Ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα, όπως ένα λουλούδι, θα μαραθεί πάνω στη νιότη του (ἥβης ἄνθος, Ν 384), όμως το κλέος του δεν θα πέσει, επειδή δεν είναι προϊόν της φύσης αλλά της επικής αοιδής.

Εξάλλου, τον Αχιλλέα απασχολεί η επιβίωση της δόξας του μέσα στο επικό τραγούδι, ώστε και αυτός να γίνει αοίδιμος από τις μέλλουσες γενιές, όπως η Ελένη (Ζ 357-358). Στην αρχή της «Πρεσβείας» οι αχαιοί απεσταλμένοι βρίσκουν τον ήρωα, με τη σιωπηλή συντροφιά του Πατρόκλου, να τέρπεται με τη φόρμιγγά του - λάφυρο από την άλωση της πόλης του Ηετίωνα, πατέρα της Ανδρομάχης (I 189-191):

Μ᾽ αυτήν εκείνος εύφραινε την ψυχή του και τραγουδούσε παλληκαριές αντρών [κλέα ἀνδρῶν]. Μονάχα ο Πάτροκλος καθόταν αντίκρυ του σωπαίνοντας και περίμενε πότε θα πάψει να τραγουδά ο εγγονός του Αιακού.

Με την εξαίρεση της Ελένης, που συστήνεται σαν να παίρνει τη σκυτάλη από τον ποιητή υφαίνοντας στον ιστό της τον πόλεμο Αχαιών και Τρώων (Γ 126-128), ο Αχιλλέας είναι ο μοναδικός ήρωας στην Ιλιάδα που, σαν ποιητής του εαυτού του, εμφανίζεται να ψάλλει κλέα ἀνδρῶν. Αν και πιθανολογείται ότι τα αοίδιμα κλέα συνδέονται με το κατόρθωμα της άλωσης της πόλης του πατέρα της Ανδρομάχης (πρβ. Ζ 395-397, 414-429) συνιστώντας ένα είδος μικρόκοσμου ως προς το θέμα της Ιλιάδας, το περιεχόμενο του τραγουδιού του ήρωα μένει αδήλωτο. Έχει ιδιαίτερη πάντως σημασία ότι εδώ ο Αχιλλέας, λίγο πριν παρατήσει τη φόρμιγγά του για να πιάσει τα όπλα, με μοναδικό και σιωπηλό ακροατή τον Πάτροκλο, ευφραίνεται με το βασικό θέμα, με το οποίο ο ποιητής τέρπει τους ακροατές του. Ο ποιητής έτσι παρουσιάζει λίγο πολύ ως ομότεχνό του τον κεντρικό ήρωα του έπους του.

Και ο Έκτορας ωστόσο κερδίζει αθάνατο κλέος, το οποίο θα συντηρείται και θα διαιωνίζεται με το σῆμα του. Όμως, το κλέος του τρωαδίτη ήρωα προϋποθέτει τον θάνατό του στην Ιλιάδα. Αντίθετα, ο θάνατος του «ολιγόζωου» Αχιλλέα, αν και από την αρχή του έπους προεξαγγέλλεται, διαρκώς αναβάλλεται και δεν εμφανίζεται, μετακινούμενος έξω από τη δράση του ιλιαδικού έπους. Εξάλλου, το κλέος του Αχιλλέα εμφανίζεται κάπως ασφαλέστερο από του Έκτορα. Τα μνημεία, όπως προβλέπεται τουλάχιστον για το ένδοξο τείχος των Αχαιών (Η 451, Μ 17-30), μπορεί μετά το τέλος του τρωικού πολέμου να γκρεμιστούν, για να τα θυμούνται οι μέλλουσες γενιές μόνο μέσα από την επική αοιδή.

Άλλοι ιλιαδικοί ήρωες, όπως ο Σαρπηδόνας και ο Έκτορας, οδηγούνται στο κλέος ενόψει τιμών και της αἰδοῦς, υπερασπιζόμενοι τον λαό και την πόλη τους. Ο Αχιλλέας θα κερδίσει ἄφθιτον κλέος με διαφορετικό τρόπο. Αρνούμενος τιμές, δώρα και φιλότητα, επιστρέφει στη μάχη, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, την προσβεβλημένη δική του τιμή, και για να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του Πατρόκλου. Η μῆνις καθήλωσε τον ήρωα στην αποχή του από τον πόλεμο, στερώντας του το ορθόδοξο κλέος που διεκδικούν άλλοι επιφανείς ήρωες. Την ίδια όμως στιγμή, εξαιτίας ακριβώς της πολεμικής του αδράνειας, ο ήρωας θα μείνει για να πεθάνει στην Τροία κερδίζοντας αιώνια δόξα. Και το κλειδί, το εξιλαστήριο θύμα, για τον ένδοξο θάνατο του ήρωα στην Ιλιάδα είναι ο σιωπηλός ακροατής της αοιδής του, ο Πάτροκλος. Ο θάνατος του αγαπημένου εταίρου από τον Έκτορα φέρνει τον Αχιλλέα στη μάχη και τον βάζει στην τροχιά του δικού του θανάτου (Σ 95-96). Από απόσταση ο θάνατος του Πατρόκλου είναι κλέος ἐσθλόν (Ψ 280). Από κοντά ωστόσο η απώλειά του μεταφράζεται σε ἄχος (Σ 22) και πένθος (Σ 73, πρβ. Ψ 283), που οδηγεί τον Αχιλλέα στην κατάκτηση του δικού του κλέους (Σ 121):

Τώρα όμως θα ήθελα να πάρω δόξα μεγάλη [κλέος ἐσθλόν].

Νοημοσύνη στο παιδί

Όλοι οι γονείς τείνουν να βλέπουν με μια θετική ματιά τα παιδιά τους – για κάθε γονιό το παιδί του είναι το ‘εξυπνότερο’. Ταυτόχρονα, όλοι μπορούμε να παρατηρήσουμε πως κάποια παιδιά είναι ιδιαίτερα ‘ξύπνια’. Πότε μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ένα παιδί ως ‘έξυπνο’; Γιατί κάτι τέτοιο είναι ιδιαίτερης σημασίας;

Αρχικά η εξυπνάδα χαρακτηρίζεται ανάλογα με την ηλικία και τις προσδοκίες της εκάστοτε φάσης ζωής. Συχνά όμως τείνουμε να μπερδεύουμε την εξυπνάδα με την νοημοσύνη. Η νοημοσύνη, ή αλλιώς το γνωστό σε όλους μας IQ, είναι η λεκτική ή μαθηματική δεξιότητα. Όταν ένα παιδί επιδεικνύει έντονη ανάπτυξη και κατανόηση γλωσσικά ή αριθμητικά χαρακτηρίζεται ως ‘έξυπνο’ ή ως παιδί με υψηλό δείκτη IQ.

Εάν ένα παιδί όμως δεν τα πηγαίνει καλά στην έκφραση ή την αριθμητική, είναι ‘ανόητο’; Παρότι κάτι τέτοιο μπορεί με μια πρώτη ματιά να τρομάξει τους γονείς ή τους εκπαιδευτικούς, η αλήθεια είναι πως δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα.

Η ‘ΕΞΥΠΝΑΔΑ’ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙ ΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ.

Παρότι η νοημοσύνη οριζόταν ως το IQ, πλέον αναγνωρίζεται πως υπάρχουν πολλά είδη νοημοσύνης. Κατά τον Gardner, υπάρχουν εννέα διαφορετικές κατηγορίες νοημοσύνης. Συμπεριλαμβάνει τις τυπικές κατηγορίες, όπως λογικομαθηματική νοημοσύνη, και γλωσσική, προσθέτει όμως και νέες, όπως χωροταξική, κιναισθητική, μουσική/ ρυθμική, διαπροσωπική, ενδοπροσωπική, υπαρξιακή και νατουραλιστική. Ένα παιδί δηλαδή, μπορεί να έχει αναπτυγμένη μία κατηγορία νοημοσύνης από τις προαναφερθείσες, και να διαπρέπει σε κάποιον από τους τομείς.

Πιο συγκεκριμένα: η λογικομαθηματική κατηγορία αναφέρεται στις μαθηματικές και αριθμητικές δεξιότητες, η γλωσσική στις λεκτικές, η χωροταξική στην ικανότητα αντίληψης του χώρου σε τρισδιάστατο επίπεδο, η κιναισθητική αναφέρεται στην ικανότητα αντίληψης και παραγωγής κινήσεων (ιδιαίτερα συστηματοποιημένων), η μουσική είναι η δεξιότητα αντίληψης του ρυθμού και η εσωτερική μουσικότητα, η διαπροσωπική αναφέρεται στην δεξιότητα κατανόησης και αλληλεπίδρασης των άλλων, η ενδοπροσωπική στην δεξιότητα κατανόησης και διαχείρισης του εαυτού, η υπαρξιακή στην αντίληψη υπαρξιακών εννοιών σε βαθύτερο επίπεδο, και η νατουραλιστική στην ικανότητα αντίληψης των ‘νόμων’ που διέπουν την φυσική πραγματικότητα.

Οι κατηγορίες της νοημοσύνης δείχνουν πως η πνευματική ανάπτυξη δεν περιορίζεται στην μαθηματική ή γλωσσική ικανότητα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αναγνωριστεί τόσο από γονείς όσο και από εκπαιδευτικούς. Εάν ένα παιδί δεν επιδεικνύει το τυπικό IQ, δεν σημαίνει πως δεν είναι ‘έξυπνο’ – ίσως σημαίνει ότι δεν έχει ανακαλύψει ακόμα τον τομέα νοημοσύνης στον οποίο διαπρέπει. Η αναγνώριση των διαφορετικών τομέων νοημοσύνης επιτρέπουν στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς να μην ‘χαρακτηρίζουν’ τα παιδιά, και να μην ‘βιάζονται να εγκαταλείψουν’ αυτά.

Τόσο οι γονείς όσο και οι εκπαιδευτικοί θα μπορούσαν να διερευνούν περισσότερο τις πολύπλευρες ικανότητες κάθε παιδιού, ώστε να αναδείξουν τα ισχυρά του σημεία, και να μην το περιορίζουν.

Κάθε είδος νοημοσύνης είναι εξίσου σημαντικό, και πρακτικό, και μπορεί να χαρακτηρίσει ένα παιδί ως ‘έξυπνο’. Καταληκτικά, η νοημοσύνη, ή η ‘εξυπνάδα’ είναι η ανεπτυγμένη δεξιότητα αντίληψης κάποιας πτυχής του κόσμου. Οι πολλές κατηγορίες αυτής αντικατοπτρίζουν την πολύπλευρη φύση του ανθρώπου, και τις διαφορετικές μα εξίσου σημαντικές δεξιότητες που το άτομο μπορεί να αναπτύξει.

Είτε είμαστε γονείς, είτε εκπαιδευτικοί, είτε επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ας μην ξεχνούμε πως το κάθε παιδί είναι μοναδικό, και πως κάθε ένα έχει το δικό του ‘προτέρημα’. Ας μην βιαζόμαστε να χαρακτηρίσουμε ή να κατηγοριοποιήσουμε – αντ’ αυτού ας εξερευνήσουμε πολύπλευρα τις ικανότητες κάθε παιδιού, χαρίζοντάς του την δυνατότητα να τις ανακαλύψει και να τις εξελίξει.

Φερνάντο Πεσσόα: Αλλάζουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο σημαίνει αλλάζουμε τον κόσμο για μας

Κάθε άνθρωπος που είναι προικισμένος με μια ευαισθησία δίκαιη και έναν ορθολογισμό, αισθάνεται πως το κακό και η αδικία στον κόσμο τον αφορούν, και επιδιώκει να τα διορθώσει, αρχίζοντας από τα πιο κοντινά: και το πρώτο είναι ο εαυτός του.

Αυτό το έργο θα τον απασχολήσει όλη τη ζωή του.

Το παν, για μας, έγκειται στην αντίληψή μας για τον κόσμο∙ αλλάζουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο σημαίνει αλλάζουμε τον κόσμο για μας, δηλαδή αλλάζουμε τον κόσμο, εφόσον δεν είναι ποτέ για μας παρά μόνο αυτό που είναι για μας.

Αυτή η μύχια δικαιοσύνη που μας κάνει να γράφουμε μια καλλιγραφημένη σελίδα, αυτή η αληθινή μεταρρύθμιση με την οποία ξαναφέρνουμε στη ζωή την πεθαμένη ευαισθησία μας- αυτή είναι η αλήθεια, η δική μας αλήθεια, η μοναδική αλήθεια.

Όλος ο υπόλοιπος κόσμος είναι τοπίο, κορνίζα που αξιοποιεί τις αισθήσεις μας, βιβλιοδεσία των σκέψεών μας.

Κι αυτό ισχύει είτε πρόκειται για τα χρωματιστά τοπία των πλασμάτων και των πραγμάτων- αγροί, σπίτια, αφίσες, κοστούμια- είτε πρόκειται για το άχρωμο τοπίο των μονότονων ψυχών, που έρχεται για μια στιγμή στην επιφάνεια με τις παλιές λέξεις και τις φθαρμένες χειρονομίες, για να ξαναβυθιστεί αμέσως στα βάθη της θεμελιώδους ηλιθιότητας της ανθρώπινης έκφρασης.

Επανάσταση;

Αλλαγή;

Αυτό που επιθυμώ στ’ αλήθεια, στο πιο μύχιο βάθος της ψυχής μου, είναι να φύγουν αυτά τα άτονα, μουντά σύννεφα που σαπουνίζουν με στάχτη τον ουρανό∙ αυτό που μονάχα θέλω είναι να δω το γαλανό να ξεπροβάλλει ανάμεσά τους, αλήθεια φωτεινή και βέβαιη, γιατί είναι τίποτα και δεν θέλει τίποτα.

Φερνάντο Πεσσόα, Το Βιβλίο της Ανησυχίας

Δεν χωράει αναβολή στο όνειρο. Μονάχα τόλμη

Στη ζωή μας είναι γεγονός ότι περνάμε από διάφορες φάσεις.

Πότε είναι όμορφες και ευτυχισμένες και πότε είναι άσχημες και μελαγχολικές.

Το θέμα όμως, είναι να μάθουμε να αφήνουμε πίσω μας τα “τραύματά μας” και να μετατρέπουμε κάθε δυσκολία σε μάθημα ζωής.

Να εστιάζουμε λοιπόν, σε εκείνη τη φωτεινή πλευρά που μπορεί να μας χαρίσει τα πιο ωραία της χρώματα…

Παρακάτω είναι μερικά απλά και σημαντικά μαθήματα:

1. Η ευτυχία είναι στιγμές. Μικρές απλές στιγμές που όλοι μπορούμε ανά πάσα στιγμή να δημιουργήσουμε. Αρκεί να μη ξεχνάμε να τη βρίσκουμε πρώτα μέσα μας και μετά στους άλλους.

2. Η αλλαγή είναι η μόνη σταθερά σε αυτή τη ζωή. Μπορεί κάποιες φορές να ακούγεται λυπηρό ή δύσκολο αυτό αλλά είναι μια βασική αλήθεια. Κάπου είχα διαβάσει, πως “Καμιά φορά οι αλλαγές που νομίζουμε ότι είναι για κακό, είναι ότι πιο σωστό μας συμβαίνει. Δεν είναι δύσκολο να αλλάξεις. Δύσκολο είναι να το θελήσεις τόσο, ώστε να προσπαθήσεις”.

3. Η φιλία είναι μια όμορφη σχέση που ο καθένας μας χρειάζεται να έχει στη ζωή του. Είναι παρέα, συντροφιά, χαρά, εμπιστοσύνη, στήριξη και πρωτίστως σεβασμός στις ανάγκες του άλλου. Όταν όμως, αυτά, πάψουν να υφίστανται η σχέση δε μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει.

4. Ο κόσμος πάντα θα βρίσκει λόγους να κρίνει, να βάζει ταμπέλες και να σχολιάζει κάθε επιλογή. Άλλωστε, είναι πολύ εύκολο να κρίνεις. Το δύσκολο είναι να σκέφτεσαι. Το θέμα είναι πως αντιδρούμε εμείς σε αυτό.

5. Ο Έρωτας δε έχει καμία σχέση με την Αγάπη. Είναι πάθος, είναι έλξη, είναι μια σωματική ανάγκη. Μια έντονη επιθυμία να βλέπεις συνέχεια τον άλλο. Είναι εκείνο το ανεξήγητο χαμόγελο που σε κάνει να τα βλέπεις όλα τέλεια και ιδανικά. Που δεν αντιλαμβάνεται ατέλειες και διαφορές και θέλει να ζήσει τα πάντα.

6. Η Αγάπη δε χωράει σε λέξεις. Ή μάλλον κάπου χωράει. Σε αριθμούς. Είναι η μόνη αριθμητική πράξη που δε διαιρείται. Μονάχα πολλαπλασιάζεται. Δε πρέπει να μας τρομάζει η Αγάπη. Μόνο να μας καθοδηγεί χρειάζεται. Να φωτίζει το δρόμο μας με τρυφερότητα και ασφάλεια.

7. Κάθε μέρα πρέπει να διεκδικούμε τα όνειρά μας. Να οραματιζόμαστε τους στόχους μας. Να εφαρμόζουμε στη πράξη αυτά που αγαπάμε. Δεν χωράει αναβολή στο όνειρο. Μονάχα τόλμη. Και κανείς δε έχει το δικαίωμα να μας εμποδίσει από τη πραγματοποίησή του.

8. Καμιά φορά οι προσδοκίες πληγώνουν. Γι’ αυτό όσο λιγότερα περιμένεις από τους άλλους, τόσο πιο ευτυχισμένος θα είσαι.

9. Ποτέ μη λες “ποτέ” και για “πάντα” για τίποτα και για κανέναν. Η ζωή πάντα βρίσκει ένα τρόπο να αλλάζει τα δεδομένα.

10. Η πίστη είναι η πιο μεγάλη δύναμη που υπάρχει. Αλλάζει ριζικά το τρόπο που βλέπεις τη ζωή. Σε κάνει να αισθάνεσαι μεγάλη γαλήνη και ελπίδα. Γίνεται φάρος σε κάθε σκοτάδι.

Οι πληγές που δεν έκλεισαν αιμορραγούν σε όσους δεν έφταιξαν

Οι πληγές που δεν έκλεισαν ευθύνονται για όσους μαγικούς κόσμους μας παγιδεύτηκαν. Είναι όλες εκείνες οι εμπειρίες που απωθήσαμε στο υποσυνείδητο καθώς κουράγιο δεν βρήκαμε να τις κοιτάξουμε ευθεία στα μάτια, μια κομβική στιγμή του παρελθόντος που αισθανθήκαμε ανήμποροι και την ντροπή της την κουβαλάμε ακόμη στο σώμα και στην ψυχή.

Και αποτελεί καθήκον μας να θεραπευτούμε επειδή αυτές τις πληγές προβάλλουμε και στους γύρω μας, σε κάθε μικρή ή μεγάλη μας επίκριση, οποιοδήποτε λεπτό πιάνουμε τον εαυτό μας να εξαντλεί την αυστηρότητα του πάνω τους. Στην ουσία, τις προσωπικές μας σκιές δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε και το δικό μας φως αμφιβάλλουμε πως αξίζουμε να χαρούμε.

Και αναρωτιέμαι: Αν κάποτε βίωσες ρατσισμό για την καταγωγή σου, γιατί κλείνεις μάτια και αυτιά στα υποτιμητικά σχόλια για τη σεξουαλική προτίμηση, το επιπλέον βάρος ή τα αραιωμένα μαλλιά κάποιου; Ή πολύ περισσότερο γιατί συμμετέχεις με τον οποιοδήποτε τρόπο σε αυτά;

Γιατί διαιωνίζεις τον πόνο που βίωσες, γιατί δε θεωρείς υπέρτατο χρέος σου να προφυλάξεις και τους άλλους από κάτι που σε συνέθλιψε; Ποια συμπλέγματα κατωτερότητας δυσχεραίνουν ακόμη την αναπνοή σου και ποια απεγνωσμένη ανάγκη σε ωθεί να γυρεύεις την ένταξή σου σε μια νόρμα που με αγριότητα σε απέρριψε;

Και αν ως παιδί ταπεινώθηκες γιατί τώρα συμπεριφέρεσαι και εσύ με τη σειρά σου σκληρά; Γιατί δε χαρίζεις γενναιόδωρα την αγκαλιά που μια φορά στερήθηκες;

Για να κλείσουμε τις πληγές μας αρκεί να θυμηθούμε την ίδια την ιστορία μας. Και να προσφέρουμε ένα χέρι βοήθειας στον εαυτό μας. Να μας συγχωρέσουμε. Να μας αγαπήσουμε. Και ύστερα να προχωρήσουμε. Να προχωρήσουμε όμως μαζί με τους υπόλοιπους ανθρώπους, να τους κατανοήσουμε, να τους συμπονέσουμε.

Και να συνθηκολογήσουμε με τον δαίμονα μας. Να κάτσουμε απέναντί του, πιάνοντας ακόμη και κουβέντα μαζί του. ΄Έχει τόσα να μας διηγηθεί άλλωστε: Για ένα σωρό ανηφόρες που συντροφιά μας βάδισε και για εκείνες τις αβύσσους που παρέα μας μέτρησε τα βάθη τους.

Ο δαίμονάς μας συνιστά το κομμάτι μας που πληγώθηκε. Ας τον ακούσουμε.

«Θυμάσαι που ήσουν παιδί και φοβόσουν;» μας ρωτά.

«Και έπειτα;»

«Έπειτα πέτρωσες».

«Γιατί;»

«Για να επιβιώσεις. Άλλη λύση δεν απέμενε».

Πλέον όμως καλά γνωρίζουμε πως η ιστορία διαθέτει την εναλλακτική εκδοχή της και το σενάριο γράφεται με την πένα που εμείς επιλέγουμε. Σηκωνόμαστε από τη θέση μας. Σκουπίζουμε τα δάκρυα που κυλούν στα μάτια του δαίμονά και του εξηγούμε πως σε έναν κόσμο αφάνταστα σκληρό η μόνη αληθινή επιβίωση είναι η διατήρηση μιας ευγενικής καρδιάς.

Η πληγή κλείνει μα ένα σημάδι της μένει για να μας υπενθυμίζει όσες μάχες με το σπαθί μας κερδίσαμε και τη μεγαλειώδη ζωή που με τόλμη διεκδικήσαμε.

Και ο δαίμονάς μας επιτέλους ησυχάζει. Δεν γυρεύει την αναγνώριση με τους πομπώδεις τρόπους του παρελθόντος, δεν αντλεί σαδιστική ικανοποίηση από τον χλευασμό τρίτων, δεν εθελοτυφλεί στην αδικία και δε δικάζει με πρωτοφανή αυστηρότητα τους παραστρατημένους.

Εξάλλου, αν το καλοσκεφτούμε, είμαστε όλοι μας μια στρατιά από συναρπαστικούς παραστρατημένους, ένας μπαξές από απίστευτα γοητευτικούς τύπους του περιθωρίου που πέφτουν και σηκώνονται, επιβεβαιώνοντας περίτρανα πως η αυγή ξεπροβάλλει ύστερα από την εφιαλτικότερη νύχτα.

Υπάρχει ένας ήλιος πέρα από εμένα και από εσένα, ένας φάρος που αθόρυβα καθοδηγεί το πεπρωμένο και ένας ευσπλαχνικός συγγραφέας που μυστικά φροντίζει για την κάθαρσή μας. Το μόνο που χρειάζεται είναι να υψώσουμε το ανάστημά ψηλότερα από τα τραύματά μας και να πιστέψουμε όσες ευχάριστες ανατροπές τρέχουν ήδη να μας συναντήσουν.

Γιατί νιώθω συνεχώς ότι δεν είμαι αρκετός;

Τα μηνύματα που εκπέμπονται από τους γονείς και εσωτερικεύονται από τα παιδιά, ακόμα κι αν δεν πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια κάποιου σοβαρού προβλήματος, μπορούν και πάλι να επηρεάσουν έντονα τα συναισθήματα ανεπάρκειας, αφήνοντας στην ενήλικη ζωή την επαναλαμβανόμενη σκέψη του «ποτέ δεν είμαι αρκετός». Αυτό ισχύει συχνότερα σε περιπτώσεις όπου ο ένας ή και οι δύο γονείς βρίσκονταν στο φάσμα των ναρκισσιστικών στάσεων και συμπεριφορών.

Οι γονείς με ναρκισσιστικά στοιχεία συχνά δεν μπορούν επαρκώς να παρέχουν ενσυναίσθηση, αγάπη άνευ όρων και αποδοχή στα παιδιά τους. Ο υγιής δεσμός, ο ασφαλής αποχωρισμός και η εξατομίκευση συμβαίνουν όταν αυτές οι ποιότητες βιώνονται ανεξαρτήτως της επίδοσης του παιδιού.

Ένας κόσμος που βασίζεται στην εικόνα και εστιάζει στο πώς φαίνονται τα πράγματα, ειδικά στους άλλους, δεν ανέχεται την αυθεντικότητα και την ατέλεια. Και φυσικά δεν ανέχεται τους ανθρώπους που σχετίζονται με αυτά τα χαρακτηριστικά. Τα παιδιά που βρίσκονται στη διαδικασία μάθησης και ανάπτυξης είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στο φόβο, την ντροπή και στα αισθήματα εγκατάλειψης επειδή δεν «είμαι όπως με θέλουν».

Η κληρονομιά των μη ανικανοποίητων συναισθηματικών και αναπτυξιακών αναγκών εκφράζεται συχνά συμπεριφορικά με το να προσπαθούμε συνεχώς να ευχαριστήσουμε τους άλλους, με το να αναζητάμε συνεχώς στοιχεία για το πώς να γίνουμε «αρκετά καλοί» και αποδεκτοί. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει αυτάρκεια και αυτοεκτίμηση.

Πολλοί από τους ανθρώπους που εμφανίζουν διαταραχή συσσώρευσης παλεύουν με ερωτήματα όπως «Γιατί νιώθω ότι δεν αξίζω την αγάπη;» «Γιατί δεν νιώθω ποτέ αρκετός;», «Γιατί νιώθω τόσο άδειος;» και «Γιατί πάντα αμφιβάλλω για τον εαυτό μου και τις αποφάσεις που παίρνω;».

Γνωρίζουν ότι θέλουν να νιώσουν καλύτερα και ειλικρινά λαχταρούν να βρουν καλύτερους τρόπους να ζήσουν τη ζωή που θέλουν χωρίς τους σωρούς από πράγματα. Τα εσωτερικά τους μηνύματα συνεχίζουν να επαναλαμβάνονται με φωνές από το παρελθόν που τους ψιθυρίζουν λόγια όπως «αυτό είναι πιο δυνατό από εσένα… είσαι αποτυχημένος».

Συχνά, έχουν τόσο πολύ αποδεχτεί και εσωτερικεύσει αυτά τα καταστροφικά μηνύματα που είναι εξαιρετικά δύσκολος ο δρόμος της επούλωσης. Η δουλειά μου ξεκινά με το να τους βοηθήσω να γεμίσουν αυτό το εσωτερικό κενό με αυτοσυμπόνοια και αποδοχή, όχι με πράγματα.

Μαθαίνουν ότι τα συναισθήματα ντροπής και αυτό-κατηγορίας δεν σημαίνουν αυτόματα ότι αυτό ισχύει πράγματι και ότι δεν έχουν πετύχει τίποτα το αξιοσημείωτο. Αυτό σταδιακά τους βοηθά να σταματήσουν να αυτοκατηγορούνται, καλύπτοντας εκείνες τις φωνές των αρνητικών κριτών τους.

Με ελπίδα και συμπονετική αυτεπίγνωση, αυτά τα άτομα αντιμετωπίζουν το γεγονός ότι αν τα πράγματα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους, δεν θα χρειάζονταν τόσα πολλά. Τα αντικείμενα δεν θα γεμίσουν ποτέ το κενό και δεν θα τους αγαπήσουν. Ακόμα κι αν εκείνα αγαπούν τα πράγματα αυτά, δεν θα μπορούσαν ποτέ αυτά να γεμίσουν το κενό που νιώθουν.

Είναι σα να βρίσκεται κανείς μεσοπέλαγα σε μια βάρκα χωρίς φρέσκο πόσιμο νερό, αλλά ειρωνικά είναι περιτριγυρισμένος από νερό. Έτσι χρησιμοποιούν τα αντικείμενα ως υποκατάστατο, κατακλύζονται από αυτά και στο τέλος πολλές φορές βάζουν τη ζωή τους σε κίνδυνο. Όταν μιλάμε για ανάγκες, δεν υπάρχουν υποκατάστατα.

Το ίδιο φυσικά ισχύει και για άλλου είδους εθισμούς. Τα αντικείμενα, το φαγητό, οι ουσίες, το αλκοόλ αποτελούν ψευδαισθησιακά υποκατάστατα ανεκπλήρωτων αναγκών, μια κραυγή αγωνίας που ζητά κάτι. Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, αλλά ένα είναι κοινό: τα συναισθήματα αναξιότητας πηγάζουν από το παρελθόν ενός πληγωμένου, πολλές φορές και παραμελημένου, παιδιού. Και τι θέλει αυτό το παιδί; Μια αγκαλιά και την άνευ όρων αποδοχή και αγάπη μας.

ΑΤΗ: Η προσωποποίηση της βλάβης του μυαλού και των απερίσκεπτων πράξεων

Η Άτη ήταν θεότητα της ελληνικής μυθολογίας, ενσάρκωση της βλάβης. Στα αρχαία Ελληνικά η λέξη ἀτη[α] σήμαινε τη «σύγχυσιν φρενών», την απερισκεψία που οφειλόταν σε πλάνη που απέστελναν οι θεοί. Η Άτη[β] ήταν η προσωποποίηση της βλάβης του μυαλού και των απερίσκεπτων πράξεων, καθώς και των αποτελεσμάτων αυτών των πράξεων.[γ] Οδηγούσε τόσο τους ανθρώπους, όσο και τους θεούς, στην παρεκτροπή και σε ανεύθυνες πράξεις. Η Άτη ήταν συμφορά που χτυπούσε κατακέφαλα, τυφλώνοντας το νου και επιφέροντας την καταστροφή. Μετά από ό,τι κακό και δυστύχημα είχε αποστείλει η Άτη, προσέρχονταν οι Λιταί για να τα θεραπεύσουν.

Κλασική τραγική ποίηση

Στους αρχαίους Έλληνες τραγικούς η εικόνα της Άτης είναι διαφορετική, αφού η δράση της ομοιάζει με εκείνη της Νεμέσεως και των Ερινυών. Εκδικείται τα δολερά έργα και κατατρέχει και τιμωρεί τους δράστες αυτών των πράξεων, καθώς και τους απογόνους τους. Ο εκδικητικός χαρακτήρας της Άτης είναι πιο εμφανής στον Αισχύλο και λιγότερο στον Ευριπίδη, όπου αναπτύσσεται περισσότερο η «Δίκη» με την έννοια της δικαιοσύνης. Έτσι, στον Αγαμέμνονα, η Κλυταιμνήστρα επικαλείται την Άτη και τις Ερινύες, όταν αναφέρεται στο φόνο του συζύγου της ως «τέλειας εκδίκησης» για το χαμό της Ιφιγένειας: «καὶ τήνδ’ ἀκούεις ὁρκίων ἐμῶν θέμιν· / μὰ τὴν τέλειον τῆς ἐμῆς παιδὸς Δίκην, / Ἄτην Ἐρινύν θ’, αἷσι τόνδ’ ἔσφαξ’ ἐγώ /».

Μοντεσκιέ: Φύση και Αρχή της Διακυβέρνησης

Ο Μοντεσκιέ διακρίνει τρείς τύπους διακυβέρνησης, τη δημοκρατία, τη μοναρχία και το δεσποτισμό. Καθένας από τους τύπους αυτούς ορίζεται σε αναφορά με δύο έννοιες, τις οποίες ο συγγραφέας του Πνεύματος των Νόμων ονομάζει φύση και αρχή της διακυβέρνησης.

Η φύση της διακυβέρνησης είναι εκείνο που την κάνει να είναι ότι είναι. Η αρχή της είναι το αίσθημα που πρέπει να εμπνέει τους ανθρώπους μέσα στο πλαίσιο ενός τύπου διακυβέρνησης, για να μπορεί ο τύπος αυτός να λειτουργεί αρμονικά.

Η φύση κάθε διακυβέρνησης καθορίζεται από τον αριθμό των κατόχων της κυρίαρχης εξουσίας. Ο Μοντεσκιέ γράφει: «Ξεκινώ από τρεις ορισμούς ή μάλλον τρία γεγονότα: το ένα, ότι η αβασίλευτη δημοκρατική κυβέρνηση είναι εκείνη όπου ο λαός σύσσωμος ή ένα μέρος του μόνο έχει την κυρίαρχη εξουσία· η μοναρχική, εκείνη όπου ένας μόνο κυβερνά, αλλά μέσω σταθερών και εδραίων νόμων· ενώ στο δεσποτισμό ένας μόνο, χωρίς νόμο και κανόνα, κινεί τα νήματα με βάση τη θέληση και τα κέφια του». (Πνεύμα των Νόμων, Βιβλίο 2ο, κεφ. 1)

Οι ορισμοί όμως αυτοί δείχνουν αμέσως ότι η φύση μιας κυβέρνησης δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό αυτών που κατέχουν την εξουσία, αλλά και από τον τρόπο που την ασκούν. Έχουμε λοιπόν δύο κριτήρια ή, στην σύγχρονη διάλεκτο, δύο μεταβλητές, για να ορίσουμε με ακρίβεια τη φύση κάθε κυβέρνησης: πρώτο, το ποιος κατέχει την κυρίαρχη εξουσία, και δεύτερο, το με ποιες μορφές ασκείται αυτή.

Πρέπει εδώ να προσθέσουμε και το τρίτο κριτήριο, δηλαδή την αρχή της διακυβέρνησης. Ο τύπος διακυβέρνησης δεν ορίζεται επαρκώς με βάση το (σχεδόν αποκλειστικά νομικό) χαρακτηριστικό γνώρισμα του ποιος κατέχει την κυρίαρχη εξουσία. Χαρακτηρίζεται επιπλέον και από το αίσθημα εκείνο, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να διαρκέσει και να προκόψει.

Κατά τον Μοντεσκιέ, λοιπόν, υπάρχουν τρία θεμελιώδη πολιτικά αισθήματα, καθένα από τα οποία διασφαλίζει τη σταθερότητα ενός τύπου διακυβέρνησης. Η δημοκρατία εξαρτάται από την αρετή, η μοναρχία από την τιμή, και ο δεσποτισμός από το φόβο.

Έτσι, αρχή της δημοκρατίας είναι η αρετή, πράγμα που δεν σημαίνει ότι στη δημοκρατία οι άνθρωποι είναι ενάρετοι αλλά ότι θα έπρεπε να είναι και ότι οι δημοκρατίες ευδοκιμούν μόνο στο μέτρο που οι πολίτες είναι ενάρετοι. Η αρετή της δημοκρατίας δεν είναι αρετή ηθική, αλλά πολιτική. Πρόκειται για τον σεβασμό των νόμων και την αφοσίωση του ατόμου στην κοινότητα.

Η τιμή, καθώς λέει ο Μοντεσκιέ, είναι, «από καθαρά φιλοσοφική άποψη κίβδηλη». Πρόκειται για το σεβασμό που οφείλει καθένας στην κοινωνική του θέση.

Όσο για τον φόβο, δεν έχει ανάγκη ορισμού. Είναι ένα αίσθημα στοιχειακό και κατά κάποιο τρόπο υπο-πολιτικό. Κατά τη γνώμη του ένα καθεστώς που στηρίζεται στο φόβο είναι, στην ουσία του διεφθαρμένο και στέκει σχεδόν στο χείλος του πολιτικού εκμηδενισμού. Οι υπήκοοι που υπακούουν μόνο από φόβο σχεδόν δεν είναι άνθρωποι. …

Κατά τον Μοντεσκιέ, καθεμιά από τις τρεις αυτές κυβερνήσεις αντιστοιχεί σε μια ορισμένη έκταση της εξεταζόμενης κοινωνίας. Οι διατυπώσεις αφθονούν:

«Είναι στη φύση μιας δημοκρατίας να έχει μικρό έδαφος· χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει». (Βιβλ. 8ο, κεφ. 16)

«Ένα μοναρχικό κράτος οφείλει να έχει μέση έκταση …». (Βιβλ. 8ο, κεφ. 17)

«Μεγάλη έκτασης επικράτεια συνεπάγεται δεσποτική εξουσία για όποιον κυβερνά». (Βιβλ. 8ο, κεφ. 19)

Αν στη δημοκρατία αρετή είναι η αγάπη για τους νόμους και η αφοσίωση στην κοινότητα, δηλαδή ο πατριωτισμός, για να χρησιμοποιήσουμε μια σύγχρονη έκφραση, τότε η αρετή οδηγεί, σε τελευταία ανάλυση, σε κάποια αίσθηση της ισότητας. Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα, στο οποίο οι άνθρωποι αισθάνονται πολίτες, πράγμα που συνεπάγεται ότι είναι και νιώθουν ίσοι μεταξύ τους.

Θα μπορούσα να πω, σχολιάζοντας τον Μοντεσκιέ, ότι ένα κράτος είναι ελεύθερο όταν σ’ αυτό η εξουσία σταματά την εξουσία. Η πιο χτυπητή επιβεβαίωση της ερμηνείας αυτής βρίσκεται στο 11ο βιβλίο, όταν, τελειώνοντας την εξέταση του Αγγλικού πολιτεύματος, ο Μοντεσκιέ επιστρέφει στη Ρώμη και αναλύει το σύνολο της ρωμαϊκής ιστορίας από την άποψη της σχέσης πληβείων και πατρικίων. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι ο ανταγωνισμός των τάξεων. Ο κοινωνικός αυτός ανταγωνισμός είναι η προϋπόθεση του μετριοπαθούς πολιτεύματος, γιατί οι διάφορες τάξεις έχουν την ικανότητα να εξισορροπούνται μεταξύ τους. 

Ένα κείμενο από τις Σκέψεις σχετικά με τις αιτίες του μεγαλείου και της παρακμής των Ρωμαίων συνοψίζει τέλεια το κεντρικό αυτό θέμα του Μοντεσκιέ: «Είναι γενικός κανόνας ότι κάθε φορά που βλέπουμε όλον τον κόσμο ήσυχο σ’ ένα κράτος που ονομάζεται Δημοκρατία, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι στο κράτος αυτό ελευθερία δεν υπάρχει. Εκείνο που ονομάζουμε ένωση, μέσα σ’ ένα πολιτικό σώμα είναι κάτι πολύ διφορούμενο. Η αληθινή ένωση είναι ένωση αρμονίας στην οποία όλα τα μέρη, όσο αντιτιθέμενα κι αν μας φαίνονται, συντρέχουν στο γενικό καλό της κοινωνίας, όπως οι αντιφωνίες στη μουσική συμβάλουν στην γενική αρμονία. Μπορεί να υπάρχει ένωση σ’ ένα κράτος όπου νομίζουμε πως βλέπουμε μόνο αναταραχή, να υπάρχει δηλαδή μια αρμονία από όπου απορρέει η ευτυχία, η μόνη γνήσια ειρήνη. Το ίδιο συμβαίνει και με τα μέρη του σύμπαντος, που είναι αιώνια δεμένα μεταξύ τους χάρη στη δράση των μεν και στην αντίδραση των δε».

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (6.17.5-6.18.5)

[6.17.5] Ἤδη δὲ τρίτην ἡμέραν αὐτῷ τοῦ πλοῦ ἔχοντι ἐξαγγέλλεται ὅτι ὁ τῶν Πατάλων ὕπαρχος ξυλλαβὼν τῶν Παταλέων τοὺς πολλοὺς ἀποδεδρακὼς οἴχοιτο ἀπολιπὼν τὴν χώραν ἔρημον· καὶ ἐπὶ τούτῳ πλείονι ἢ πρόσθεν σπουδῇ κατέπλει Ἀλέξανδρος. ὡς δὲ ἀφίκετο ἐς τὰ Πάταλα, τήν τε πόλιν καὶ τὴν χώραν ἔρημον καταλαμβάνει τῶν ἐνοικούντων τε καὶ ἐπεργαζομένων. [6.17.6] ὁ δὲ κατὰ δίωξιν τῶν φευγόντων ἐκπέμψας τῆς στρατιᾶς τοὺς κουφοτάτους, ἐπεί τινες αὐτῶν ξυνελήφθησαν, ἀποπέμπει τούτους παρὰ τοὺς ἄλλους, ἐντειλάμενος ἐπανιέναι θαρροῦντας· εἶναι γὰρ αὐτοῖς τήν τε πόλιν οἰκεῖν ὡς πρόσθεν καὶ τὴν χώραν ἐργάζεσθαι. καὶ ἐπανῆλθον οἱ πολλοὶ αὐτῶν.
[6.18.1] Αὐτὸς δὲ Ἡφαιστίωνι προστάξας τειχίζειν ἐν τοῖς Πατάλοις ἄκραν ἀποπέμπει ἐς τὴν ἄνυδρον τῆς πλησίον γῆς φρέατά τε ὀρύξοντας καὶ οἰκήσιμον τὴν χώραν κατασκευάσοντας. καὶ τούτοις ἐπέθεντο τῶν προσχώρων τινὲς βαρβάρων, καὶ ἔστι μὲν οὓς διέφθειραν αὐτῶν ἄφνω προσπεσόντες, πολλοὺς δὲ καὶ σφῶν ἀποβαλόντες ἔφυγον ἐς τὴν ἔρημον, ὥστε ἐπιτελεσθῆναι τοῖς ἐκπεμφθεῖσι τὰ ἔργα προσγενομένης αὐτοῖς καὶ ἄλλης στρατιᾶς, ἣν Ἀλέξανδρος πυθόμενος τῶν βαρβάρων τὴν ἐπίθεσιν ἐστάλκει μεθέξοντας τοῦ ἔργου.
[6.18.2] Περὶ δὲ τοῖς Πατάλοις σχίζεται τοῦ Ἰνδοῦ τὸ ὕδωρ ἐς ‹δύο› ποταμοὺς μεγάλους, καὶ οὗτοι ἀμφότεροι σώζουσι τοῦ Ἰνδοῦ τὸ ὄνομα ἔστε ἐπὶ τὴν θάλασσαν. ἐνταῦθα ναύσταθμόν τε καὶ νεωσοίκους ἐποίει Ἀλέξανδρος· ὡς δὲ προὐκεχωρήκει αὐτῷ τὰ ἔργα, ὁ δὲ καταπλεῖν ἐπενόει ἔστε ἐπὶ τὴν ἐκβολὴν τοῦ ἐν δεξιᾷ ῥέοντος ποταμοῦ ἐς τὴν θάλασσαν. [6.18.3] Λεοννάτον μὲν δὴ δοὺς αὐτῷ τῶν τε ἱππέων ἐς χιλίους καὶ τῶν ὁπλιτῶν τε καὶ ψιλῶν ἐς ὀκτακισχιλίους κατὰ τὴν νῆσον τὰ Πάταλα ἐκπέμπει ἀντιπαράγειν τῷ στόλῳ, αὐτὸς δὲ τὰς μάλιστα τῶν νεῶν ταχυναυτούσας ἀναλαβὼν ὅσαι τε ἡμιόλιαι καὶ τὰς τριακοντόρους πάσας καὶ τῶν κερκούρων ἔστιν οὓς ἔπλει κατὰ τὸν ποταμὸν τὸν ἐν δεξιᾷ. [6.18.4] οὐκ ἔχοντι δὲ αὐτῷ ἡγεμόνα τοῦ πλοῦ, ὅτι πεφεύγεσαν οἱ ταύτῃ Ἰνδοί, ἀπορώτερα τὰ τοῦ κατάπλου ἦν· χειμών τε ἐπιγίγνεται ἐς τὴν ὑστεραίαν ἀπὸ τῆς ἀναγωγῆς καὶ ὁ ἄνεμος τῷ ῥόῳ πνέων ὑπεναντίος κοῖλόν τε ἐποίει τὸν ποταμὸν καὶ τὰ σκάφη διέσειεν, ὥστε ἐπόνησαν αὐτῷ αἱ πλεῖσται τῶν νεῶν, τῶν δὲ τριακοντόρων ἔστιν αἳ καὶ πάντῃ διελύθησαν. ἔφθησαν δὲ ἐποκείλαντες αὐτὰς πρὶν παντάπασιν διαπεσεῖν ἐν τῷ ὕδατι. [6.18.5] ἕτεραι οὖν ξυνεπήγνυντο. καὶ τῶν ψιλῶν τοὺς κουφοτάτους ἐκπέμψας ἐς τὴν προσωτέρω τῆς ὄχθης χώραν ξυλλαμβάνει τινὰς τῶν Ἰνδῶν, καὶ οὗτοι τὸ ἀπὸ τοῦδε ἐξηγοῦντο αὐτῷ τὸν πόρον. ὡς δὲ ἧκον ἵναπερ ἀναχεῖται ἐς εὖρος ὁ ποταμός, ὡς καὶ διακοσίους ταύτῃ σταδίους ἐπέχειν ᾗπερ εὐρύτατος αὐτὸς αὑτοῦ ἦν, τό τε πνεῦμα κατῄει μέγα ἀπὸ τῆς ἔξω θαλάσσης καὶ αἱ κῶπαι ἐν κλύδωνι χαλεπῶς ἀνεφέροντο, ξυμφεύγουσιν αὖ ἐς διώρυχα, ἐς ἥντινα οἱ ἡγεμόνες αὐτῷ καθηγήσαντο.

***
[6.17.5] Ήταν πλέον η τρίτη μέρα του ταξιδιού του Αλεξάνδρου, όταν του ανήγγειλαν ότι είχε φύγει ο ύπαρχος των Πατάλων, αφού πήρε μαζί του τους περισσότερους κατοίκους των Πατάλων αφήνοντας έρημη τη χώρα του. Για τον λόγο αυτό ο Αλέξανδρος έπλεε με μεγαλύτερη από πριν ταχύτητα. Όταν έφθασε στα Πάταλα και βρήκε την πόλη και την ύπαιθρο χωρίς κατοίκους και εργάτες, [6.17.6] έστειλε τους ελαφρότερα οπλισμένους στρατιώτες του να καταδιώξουν όσους έφευγαν. Όταν οι στρατιώτες συνέλαβαν μερικούς φυγάδες, ο Αλέξανδρος τους έστειλε πίσω στους άλλους με την εντολή να επιστρέψουν πίσω με θάρρος, γιατί αυτός τους επέτρεπε και την πόλη τους να κατοικούν, όπως και πριν, και τη γη τους να καλλιεργούν· και επέστρεψαν οι περισσότεροι από αυτούς.
[6.18.1] Ο Αλέξανδρος διέταξε τον Κρατερό να οχυρώσει με τείχος την ακρόπολη στα Πάταλα και έστειλε στρατιώτες στη γειτονική άνυδρη περιοχή, για να ανοίξουν πηγάδια και να την κάμουν κατοικήσιμη. Σε αυτούς επιτέθηκαν μερικοί από τους γειτονικούς βαρβάρους, οι οποίοι σκότωσαν λίγους στρατιώτες, επειδή τους αιφνιδίασαν, και έφυγαν, αφού έχασαν και πολλούς δικούς τους. Έτσι οι στρατιώτες που στάλθηκαν εκτέλεσαν τις εργασίες τους, επειδή ενισχύθηκαν και με άλλες δυνάμεις, τις οποίες είχε στείλει ο Αλέξανδρος για να πάρουν μέρος στην επιχείρηση, όταν πληροφορήθηκε την επίθεση των βαρβάρων.
[6.18.2] Κοντά στα Πάταλα το ρεύμα του Ινδού χωρίζεται σε ‹δύο› μεγάλους ποταμούς που διατηρούν και οι δύο το όνομα του Ινδού μέχρι τη θάλασσα. Εδώ ο Αλέξανδρος άρχισε να κατασκευάζει ναύσταθμο και υπόστεγα για τα πλοία. Αφού προχώρησε η κατασκευή των έργων, ο Αλέξανδρος σκεφτόταν να πλεύσει κάτω προς τη θάλασσα ως τις εκβολές του δεξιού βραχίονα του ποταμού. [6.18.3] Έδωσε, λοιπόν, στον Λεοννάτο χίλιους περίπου ιππείς και οκτώ χιλιάδες οπλίτες και τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες, και τον έστειλε στο νησί των Πατάλων με εντολή να βαδίζει παράλληλα προς τον στόλο, ενώ ο ίδιος πήρε μαζί του τα πιο ταχύπλοα πλοία, δηλαδή τις ημιολίες, όλες τις τριακοντόρους και μερικούς από τους κερκούρους και άρχισε να πλέει προς τα κάτω τον ποταμό από τον δεξιό του βραχίονα. [6.18.4] Μη έχοντας όμως πλοηγό, επειδή οι Ινδοί της περιοχής εκείνης είχαν φύγει, το ταξίδι του γινόταν με μεγαλύτερη από πριν δυσκολία. Και την επομένη μέρα από την αναχώρηση των πλοίων ξέσπασε κακοκαιρία. Ο άνεμος, που έπνεε αντίθετος προς το ρεύμα, έκανε να φουσκώνει ο ποταμός και τα πλοία να τραντάζονται τόσο πολύ, ώστε τα περισσότερα από αυτά έπαθαν ζημιές.
Μερικές τριακόντοροι διαλύθηκαν τελείως, πρόλαβαν όμως να τις ρίξουν στη στεριά πριν βυθισθούν μέσα στο νερό. [6.18.5] Ναυπηγήθηκαν, λοιπόν, άλλα πλοία. Ο Αλέξανδρος έστειλε τους πιο ευκίνητους από τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες στην πιο μακρινή περιοχή της όχθης και συνέλαβε μερικούς Ινδούς, οι οποίοι στο εξής χρησίμευαν ως πλοηγοί στο ταξίδι του. Όταν έφθασαν στο μέρος όπου ο ποταμός διευρύνεται ακόμη και σε διακόσιους σταδίους, που είναι το πλατύτερο σημείο του, έπνεε ισχυρός άνεμος από την έξω θάλασσα και τα κουπιά υψώνονταν με δυσκολία μέσα στον κλυδωνισμό. Κατέφυγαν τότε σε μια διώρυγα εκεί, στην οποία τον οδήγησαν οι πλοηγοί του.