Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (649-696)

ΧΟ. πιθοῦ θελήσας φρονή- [στρ. α]
650 σας τ᾽, ἄναξ, λίσσομαι
ΟΙ. τί σοι θέλεις δῆτ᾽ εἰκάθω;
ΧΟ. τὸν οὔτε πρὶν νήπιον
νῦν τ᾽ ἐν ὅρκῳ μέγαν καταίδεσαι.
655 ΟΙ. οἶσθ᾽ οὖν ἃ χρῄζεις; ΧΟ. οἶδα. ΟΙ. φράζε δὴ τί φής.
ΧΟ. τὸν ἐναγῆ φίλον μηδέποτ᾽ αἰτίᾳ
σ᾽ ἐν ἀφανεῖ λόγων ἄτιμον βαλεῖν.
ΟΙ. εὖ νυν ἐπίστω, ταῦθ᾽ ὅταν ζητῇς, ἐμοὶ
ζητῶν ὄλεθρον ἢ φυγὴν ἐκ τῆσδε γῆς.

660 ΧΟ. οὐ τὸν πάντων θεῶν θεὸν πρόμον [στρ. β]
Ἅλιον· ἐπεὶ ἄθεος ἄφιλος ὅ τι πύματον
ὀλοίμαν, φρόνησιν εἰ τάνδ᾽ ἔχω.
665 ἀλλά μοι δυσμόρῳ γᾶ φθίνου-
σα τρύχει λῆμα καὶ τάδ᾽ εἰ κακοῖς [κακὰ]
προσάψει τοῖς πάλαι τὰ πρὸς σφῷν.

ΟΙ. ὃ δ᾽ οὖν ἴτω, κεἰ χρή με παντελῶς θανεῖν,
670 ἢ γῆς ἄτιμον τῆσδ᾽ ἀπωσθῆναι βίᾳ.
τὸ γὰρ σόν, οὐ τὸ τοῦδ᾽, ἐποικτίρω στόμα
ἐλεινόν· οὗτος δ᾽ ἔνθ᾽ ἂν ᾖ στυγήσεται.
ΚΡ. στυγνὸς μὲν εἴκων δῆλος εἶ, βαρὺς δ᾽ ὅταν
θυμοῦ περάσῃς. αἱ δὲ τοιαῦται φύσεις
675 αὑταῖς δικαίως εἰσὶν ἄλγισται φέρειν.
ΟΙ. οὔκουν μ᾽ ἐάσεις κἀκτὸς εἶ; ΚΡ. πορεύσομαι,
σοῦ μὲν τυχὼν ἀγνῶτος, ἐν δὲ τοῖσδ᾽ ἴσος.

ΧΟ. γύναι, τί μέλλεις κομί- [ἀντ. α]
ζειν δόμων τόνδ᾽ ἔσω;
680 ΙΟ. μαθοῦσά γ᾽ ἥτις ἡ τύχη.
ΧΟ. δόκησις ἀγνὼς λόγων
ἦλθε, δάπτει δὲ καὶ τὸ μὴ ᾽νδικον.
ΙΟ. ἀμφοῖν ἀπ᾽ αὐτοῖν; ΧΟ. ναίχι. ΙΟ. καὶ τίς ἦν λόγος;
685 ΧΟ. ἅλις ἔμοιγ᾽, ἅλις, γᾶς προνοουμένῳ
φαίνεται, ἔνθ᾽ ἔληξεν, αὐτοῦ μένειν.
ΟΙ. ὁρᾷς ἵν᾽ ἥκεις, ἀγαθὸς ὢν γνώμην ἀνήρ,
τοὐμὸν παριεὶς καὶ καταμβλύνων κέαρ.

690 ΧΟ. ὦναξ, εἶπον μὲν οὐχ ἅπαξ μόνον, [ἀντ. β]
ἴσθι δὲ παραφρόνιμον, ἄπορον ἐπὶ φρόνιμα
πεφάνθαι μ᾽ ἄν, εἴ σε νοσφίζομαι,
ὅς τ᾽ ἐμὰν γᾶν φίλαν ἐν πόνοις
695 σαλεύουσαν κατ᾽ ὀρθὸν οὔρισας,
τανῦν δ᾽ εὔπομπος εἰ γένοιο.

***
ΧΟΡ. Ω βασιλιά, σ᾽ εκλιπαρώ· σκέψου και πίστεψε. [στρ. α]
650 ΟΙΔ. Σε τί να κάνω πίσω;
ΧΟΡ. Δεν ήταν επιπόλαιος ποτέ·
τώρα που πήρεν όρκο
να σεβαστείς το μεγαλείο της στιγμής.
ΟΙΔ. Ξέρεις τί μου ζητάς;
ΧΟΡ. Ξέρω.
ΟΙΔ. Πες μας λοιπόν.
Σ᾽ ακούω.
ΧΟΡ. Το φίλο σου που δέθηκε
με της κατάρας τα δεσμά
μην ατιμάζεις.
Μην εμπιστεύεσαι τις θολές υποψίες.
ΟΙΔ. Αντιλαμβάνεσαι πως μου ζητάς
τον όλεθρο ή τη φυγή μου;

660 ΧΟΡ. Όχι, μά τον δημιουργό των όλων [στρ. β]
τον παντεπόπτη Ήλιο.
Μακάρι να χαθώ τρισάθλιος
χωρίς θεό και δίχως φίλους
αν έβαλα στο νου μου τέτοια σκέψη,
τη δύσμοιρη ψυχή μου κατατρώει
της χώρας ο καημός,
αν πάνω στα παλιά δεινά
και τα δικά σας τα δεινά σωριάσετε.

ΟΙΔ. Ας φύγει λοιπόν,
έστω κι αν χρειαστεί
το φως να χάσω
670 ή να με διώξουν από τη χώρα
εξόριστο κι ατιμασμένο.
Συμπόνεσα το σπλαχνικό σου στόμα,
αυτόν δεν συμπόνεσα.
Αυτόν, όπου κι αν πάει,
θα τον μισώ για πάντα.
ΚΡΕ. Υποχωρείς γεμάτος μίσος.
Θα ξεθυμάνεις κάποτε
και θα το μετανιώσεις.
Οι χαρακτήρες σαν κι αυτόν
αγάλλονται να τιμωρούν τον εαυτό τους.
ΟΙΔ. Θα φύγεις, επί τέλους;
Άφησέ με ήσυχο!
ΚΡΕ. Θα φύγω.
Εσύ δεν με κατάλαβες ποτέ.
Αυτοί με ξέρουν και δεν άλλαξα.

ΧΟΡ. Γυναίκα, μην αργείς [αντ. α]
να μπεις μαζί του μέσα.
680 ΙΟΚ. Να μάθω θέλω τί συνέβη.
ΧΟΡ. Λόγο το λόγο φτάσανε
σε κούφιες υποψίες
και τα᾽ άδικο δαγκώνει την ψυχή.
ΙΟΚ. Φταίνε κι οι δυο;
ΧΟΡ. Νομίζω ναι.
ΙΟΚ. Και ποιός ο λόγος;
ΧΟΡ. Αρκεί, αρκεί θαρρώ·
η χώρα βασανίζεται·
το θέμα τέλειωσε·
ας μείνει εδώ το πράγμα.
ΟΙΔ. Είδες πού φτάσαμε;
Είσαι καλοπροαίρετος
μα την αλήθεια παραγνωρίζεις
και φαρμακώνεις την ψυχή μου.

690 ΧΟΡ. Ω βασιλιά, [αντ. β]
δεν το ᾽πα μόνο μια φορά
άκου το πάλι:
Θα ᾽ταν παραφροσύνη
να σ᾽ αρνηθώ.
Εσένα που την πατρική μου γη
την όρθωσες ξανά,
όταν παράδερνε στης συμφοράς το σάλο.
Και τώρα δείξε μου τον ίσιο δρόμο,
αν το μπορείς.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 12. Το κλέος

12.2. Το κλέος στην Ιλιάδα

12.2.1. Κλέος, κῦδος, εὖχος

Το κλέος, παραδοσιακή αρεταλογική αρχή, αναπτύσσεται μέσα από τις σχέσεις του με άλλες, συγγενείς ή αντίθετες, ανταγωνιστικές και συνεργατικές, αρχές και αξίες. Ωστόσο δραματοποιείται και επαναπροσδιορίζεται με ιδιαίτερο κάθε φορά τρόπο, ανάλογα με τα πολεμικά και μεταπολεμικά συμφραζόμενα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.

Το κεντρικό σκηνικό κατάκτησης του κλέους στην Ιλιάδα είναι το πεδίο της μάχης, όπου η επιλογή του πολεμιστή είναι να σκοτώσει ή να σκοτωθεί. Το κλέος καλύπτει και τις δύο πολεμικές εκδοχές μέσα στο έπος, που εγκωμιάζει τόσο το πολεμικό κατόρθωμα του θύτη όσο και κυρίως του θύματος. Προηγούνται αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις όπου το κλέος κερδίζεται με την ήττα του θύματος.

Η πρώτη εφαρμογή νικηφόρου πολεμικού κλέους στην Ιλιάδα εντοπίζεται στο πλαίσιο της αριστείας του Διομήδη, όπου από την αρχή της δηλώνεται ότι η θεά Αθηνά δίνει στον κρατερό Αχαιό μένος και θάρσος για να κατακτήσει κλέος ἐσθλόν («δόξα μεγάλη», Ε 3). Στην κορύφωση της πολεμικής του ορμής ο Διομήδης έρχεται αντιμέτωπος με τον Πάνδαρο και τον Αινεία - σύγκρουση που την απεύχεται έντρομος ο συμπολεμιστής του Σθένελος και προτείνει υποχώρηση. Ο Διομήδης αρνείται να υποχωρήσει και αντιπροτείνει το εξής σχέδιο: στην περίπτωση που η πολύβουλη Αθηνά δώσει στον ήρωα κῦδος («δόξα», Ε 260) και εξοντώσει τους δύο αντιπάλους του, ο Σθένελος καλείται να αρπάξει αμέσως τα θεϊκής καταγωγής άλογα του γιου του Αγχίση, φέρνοντάς τα στο στρατόπεδο των Αχαιών. Έτσι οι δύο Αχαιοί ήρωες, λέει ο Διομήδης, θα κερδίσουν κλέος ἐσθλόν («δόξα μεγάλη», Ε 273).

Κῦδος και κλέος, αν και μπορεί να μεταφράζονται ως «δόξα», διαφέρουν ως προς την πρωτότυπη σημασία τους. Το κῦδος αναφέρεται στην πράξη του πολεμικού κατορθώματος· είναι παροντική, εφήμερη κατά κάποιον τρόπο δόξα, που διατηρείται όσο ο νικητής πολεμιστής βρίσκεται στη ζωή. Έτσι ο Αχιλλέας, όταν με την υποστήριξη της Αθηνάς εξοντώνει τον θείο Έκτορα, θριαμβολογεί: «πήραμε μεγάλη δόξα» (ἠράμεθα μέγα κῦδος, Χ 393). Αντίθετα, το κλέος αναφέρεται στον λόγο· είναι τελική κατάσταση, που κερδίζεται κυρίως στο μέλλον ως ανταμοιβή για ένα προσωπικό κατόρθωμα του ήρωα (ζωντανού ή και νεκρού), ακόμη και μιας ηρωίδας, και συντηρείται ως υστεροφημία μέσα από το στόμα των άλλων. Εξάλλου, το κῦδος κερδίζεται αποκλειστικά για τον ήρωα, ενώ το κλέος εξασφαλίζεται τόσο για τον ίδιο όσο και για τους δικούς του. Με την αριστεία τους οι πολεμιστές δικαιώνουν τη φήμη και των προγόνων τους και, τηρώντας τις συμβουλές τους για υπεροχή στη μάχη, επιδιώκουν να κερδίσουν, όπως ο Έκτορας και ο Τεύκρος, μεγάλη δόξα (μέγα κλέος, Ζ 446) και καλή φήμη (ἐϋκλείη, Θ 285), τόσο για τους ίδιους όσο και για τον πατέρα τους.

Τα άλογα, μαζί με το άρμα, ως λάφυρα, όταν μάλιστα έχουν εξαιρετικά χαρακτηριστικά, αποτελούν δελεαστικό κίνητρο διακινδύνευσης του ιλιαδικού ήρωα και, συνοδεύοντας την εξόντωση του θύματος, είναι σήμα νίκης που επαυξάνει την τιμή του. Ο Δόλωνας, για παράδειγμα, δέχεται να περάσει, μέσα στη σκοτεινή νύχτα, στις γραμμές των Αχαιών, για να κατασκοπεύσει τις προθέσεις τους, με αντάλλαγμα τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα που του υπόσχεται έμμεσα ο Έκτορας (Κ 305 κ.ε., 391 κ.ε.). Σύντομα όμως ο ματαιόδοξος τρωαδίτης ήρωας βρίσκει άθλιο τέλος από τους δύο αντίπαλους κατασκόπους, τον Διομήδη και τον Οδυσσέα. Στη συνέχεια, οι δύο Αχαιοί, επιδιώκοντας τη μεγάλη και απέραντη δόξα (μέγα ὑπουράνιον κλέος, Κ 212) που τους έχει υποσχεθεί μαζί με δώρα ο Νέστορας, δολοφονούν, με τη συμπαράσταση της Αθηνάς, τον επίκουρο των Τρώων Ρήσο και τους συμπολεμιστές του, αρπάζοντας τα πανέμορφα και φοβερά άλογα του θράκα βασιλιά (Κ 435 κ.ε., 545 κ.ε.), τα οποία και φέρνουν ως έπαθλο της νίκης τους στο στρατόπεδο των Αχαιών.

Άμεσα ή έμμεσα η αρπαγή αλόγων ως πηγή κλέους είναι ανάλογη με την πράξη της απογύμνωσης του νεκρού πολεμιστή από τα όπλα του: πέρα από τη χρηστική ή τη συμβολική τους αξία και σημασία, και οι δύο ενέργειες λειτουργούν καταρχήν ως ορατό σήμα θριάμβου του νικητή σε σχέση με τον σωματικό αφανισμό του θύματος. Τα όπλα εξάλλου ονομάζονται κλυτά, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μια ασπίδα, όπως του γέροντα Νέστορα, έχει κλέος που «φτάνει μέχρι τον ουρανό» (οὐρανὸν ἵκει, Θ 192) - υπερθετικός χαρακτηρισμός, ο οποίος στην Οδύσσεια επιφυλάσσεται για το διάσημο τραγούδι (θ 74) και τη φήμη των συζύγων της Ιθάκης, του Οδυσσέα και της Πηνελόπης (ι 20, τ 108).

Το ευρύτερο λεκτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο πολεμιστής διακηρύσσει την προσδοκία της κατάκτησης του πολεμικού του κλέους είναι το κατά κανόνα θεόδοτο εὖχος (καύχημα και έπαρση της πολεμικής ανωτερότητας). Ο Έκτορας αποφασίζει να αναμετρηθεί με τον Αχιλλέα αφήνοντας στη βουλή του Δία την έκβαση της μονομαχίας (Χ 130). Λέει:

Ας δούμε σε ποιον από τους δυο θα δώσει ο Ολύμπιος δόξα [εὖχος].

Αν ο τρωαδίτης ήρωας εξοντώσει τον Αχιλλέα, τότε θα μπορεί ο ίδιος να καυχιέται (εὔχεται) για την πολεμική του ανωτερότητα στη μάχη. Γενικότερα, όταν ο πολεμιστής μπορέσει να κλείσει τα στόματα των άλλων, ώστε κανείς να μην κομπάζει πλέον για κάποια πολεμική του υπεροχή, τότε μπορεί να εξασφαλίσει αυτός μέσα στην κοινότητά του κλέος για κάποια πολεμική του δεξιοσύνη. Παράδειγμα ο τρωαδίτης Πάνδαρος, μπροστά στον οποίο κανείς Λυκιώτης δεν καυχιέται (εὔχεται, Ε 173) πως είναι ανώτερός του στο τόξο. Στην πλοκή κάποτε της Ιλιάδας, όπως συμβαίνει με το κῦδος και το κλέος, το εὖχος, ενταγμένο στη ρητορική της πολεμικής σύγκρουσης, έχει ειρωνικό χαρακτήρα, που προετοιμάζει τη μετακίνηση του πολεμιστή από υποψήφιο θύτη σε θύμα.

Πρόσθετα σήματα πολεμικού κλέους δραματοποιούνται στη μάχη που δίνεται γύρω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου στη δέκατη έβδομη ραψωδία, που εξελίσσεται σε αριστεία του Μενελάου. Ο Πάτροκλος κείτεται νεκρός, ντυμένος προφανώς ακόμη τα θεϊκά όπλα του Αχιλλέα, ενώ ο τρωαδίτης Εύφορβος -πρώτος θνητός μετά τον Απόλλωνα που τον πλήγωσε πισώπλατα- διεκδικεί τα όπλα. Προκαλεί έτσι τον Μενέλαο, που στέκεται πάνω από τον νεκρό συμπολεμιστή του αποτρέποντας τη σκύλευσή του (Ρ 12-17):

Γιε του Ατρέα, διόθρεφτε Μενέλαε, αρχηγέ του στρατού, κάνε πίσω, παράτησε το νεκρό και άφησε τα ματωμένα λάφυρα· γιατί κανένας από τους Τρώες και τους ένδοξους επίκουρους δε χτύπησε πριν από μένα με το δόρυ του τον Πάτροκλο μέσα στη δυνατή μάχη· γι᾽ αυτό άφησέ με να πάρω δόξα μεγάλη [κλέος ἐσθλόν] μέσα στους Τρώες, μη σε χτυπήσω και σου πάρω τη γλυκιά ζωή.

Το κλέος ἐσθλόν που διεκδικεί με την αφαίρεση των όπλων του Αχιλλέα ένας όχι και τόσο σημαντικός ήρωας, τον οδηγεί στον θάνατο. Η απειλή του Εύφορβου εκλαμβάνεται ως ανόητη καυχησιολογία από τον Μενέλαο, που τον εξοντώνει αμέσως και επιχειρεί να αφαιρέσει τα κλυτά του όπλα. Η επαπειλούμενη σκύλευση του Εύφορβου από τον Μενέλαο προοιωνίζεται την αρπαγή της πανοπλίας του Πατρόκλου από τον Έκτορα. Τα κλυτά όπλα του Αχιλλέα περνούν τελικά στον τρωαδίτη ήρωα (Ρ 125) που όμως, κυνηγημένος από τον Αίαντα, καταφεύγει μέσα στο κάστρο, δίνοντας τα όμορφα όπλα του Αχιλλέα στους Τρώες, για να τα φυλάξουν ως ανάμνηση της μεγάλης δόξας του (μέγα κλέος, Ρ 131). Ο ακροατής γνωρίζει ότι το μέγα κλέος του τρωαδίτη ήρωα δεν θα πραγματοποιηθεί, τουλάχιστον μ᾽ αυτό τον τρόπο. Ο Γλαύκος, βλέποντας τον Έκτορα μέσα στο κάστρο της Τροίας, ειρωνεύεται το καλό του όνομα (κλέος ἐσθλόν, Ρ 143) και τον κατηγορεί για δειλία. Ο Έκτορας τότε αντιδρά στον ψόγο: δίνει τα δικά του όπλα στους Τρώες να τα φυλάξουν στο Ίλιο και παίρνει πίσω τα ἄμβροτα όπλα του Αχιλλέα, τα οποία και φορά διεκδικώντας με καυχησιολογίες την ανάκτηση του σώματος του Πατρόκλου. Υπόσχεται μάλιστα σε όποιον τον βοηθήσει ότι θα μοιραστεί μαζί του λάφυρα και κλέος (Ρ 232).

Ήδη ωστόσο η χειρονομία του Έκτορα να αφαιρέσει από τον Πάτροκλο τα όπλα του Αχιλλέα, για τον Δία, που ελεεινολογεί τη μοίρα του Έκτορα, σηματοδοτεί τη στέρηση του νόστου του: η Ανδρομάχη δεν θα δεχτεί από τον άντρα της τα κλυτά όπλα του γιου του Πηλέα (Ρ 207-208). Το κλέος της νίκης, που διεκδικεί ο τρωαδίτης ήρωας, θα τον οδηγήσει σύντομα στο κλέος του δικού του θανάτου. Εξάλλου, τα ἄμβροτα όπλα, παραδομένα από τους ολύμπιους στον Πηλέα, είχαν αποκλειστικό κληρονόμο τους τον γιο του γέροντα, τον Αχιλλέα, που επίσης τώρα, όπως ο Έκτορας, δεν θα ζήσει για να τα χαρεί μέχρι τα γηρατειά του (Ρ 194-197). Στη δυσαρέσκεια του Δία απέναντι στην υπερβολική συμπεριφορά του Έκτορα εμπλέκονται, εκτός από τα ἄμβροτα όπλα, και τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα. Όταν αυτά θρηνούν ακίνητα, σαν αμετακίνητη επιτύμβια στήλη, την απώλεια του ηνιόχου τους, ο Δίας, συμπονώντας τα, δηλώνει ότι δεν θα επιτρέψει να εκδηλωθεί σε βάρος τους μια νέα αδικία από τον Έκτορα.

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 3. Αγαπημένη μου Κλεοπάτρα

3.2. Γάμος αλά ρωμαϊκά


Ως εκδικητές του Ιουλίου Καίσαρα πρόβαλαν κυρίως ο πρώην υπαρχηγός και φίλος του, ο Μάρκος Αντώνιος, και ο θετός γιος του Οκταβιανός. Ένα μεγάλο μέρος του ρωμαϊκού λαού, με την παρότρυνση του Αντώνιου, ζητούσε επίμονα εκδίκηση για τη δολοφονία. Στο μεταξύ οι τυραννοκτόνοι, Βρούτος και Κάσσιος, οργάνωναν τον δικό τους στρατό μακριά από τη Ρώμη, καλώντας στα όπλα όλους τους δημοκρατικούς πολίτες, ακόμη και τους ενθουσιώδεις νεαρούς Ρωμαίους που σπούδαζαν στις περίφημες φιλοσοφικές σχολές των Αθηνών. Ο ενθουσιασμός και το δημοκρατικό φρόνημα νικήθηκαν ωστόσο από την καλύτερα οργανωμένη στρατιωτική μηχανή των εκδικητών του Καίσαρα. Τον Νοέμβριο του 42 π.Χ. στους Φιλίππους της Καβάλας υπογράφτηκε επίσημα και η ληξιαρχική πράξη θανάτου της ρωμαϊκής δημοκρατίας. Ακολούθησαν εκτεταμένες διώξεις χιλιάδων επιφανών πολιτών που είχαν ταχθεί με το μέρος των τυραννοκτόνων.

Ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός (που φρόντιζε με τον πιο επίσημο τρόπο να περνάει ως εκδικητής, γιος και διάδοχος του «θεϊκού Ιουλίου») ήταν αυτοί που μοίρασαν ουσιαστικά στα δυο το ρωμαϊκό κράτος: ο δεύτερος έμεινε στη Ρώμη και ήταν υπεύθυνος για το δυτικό του μέρος, ο πρώτος ήταν κυρίαρχος στο ανατολικό τμήμα του. Ανάμεσα στους δυο τους γρήγορα εμφανίστηκαν εντάσεις και σημεία τριβής. Ο ρωμαϊκός λαός ζούσε για άλλη μια φορά με τον εφιάλτη ενός νέου εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στους πρώην συμμάχους. Σε μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί η ειρήνη, ο Οκταβιανός πάντρεψε την αδελφή του Οκταβία με τον Αντώνιο. Οι γάμοι γίνονται είτε από έρωτα είτε από συμφέρον, και αυτός ο γάμος ανήκε σαφώς στη δεύτερη κατηγορία. Ήταν, όπως λέμε, δυναστικός γάμος, ένα συνοικέσιο εξουσίας· και είχε στόχο να αποτρέψει την ιστορική μοίρα που έλεγε πάντα, και λέει ακόμη, ότι δυο αρχηγοί είναι πολλοί. Το κόλπο δεν έπιασε. Η μοίρα φάνηκε πιο δυνατή από την Οκταβία - και στην περίπτωση αυτή εμφανίστηκε με τη μορφή μιας άλλης γυναίκας, της Κλεοπάτρας.

Η Κλεοπάτρα ήταν βασίλισσα της Αιγύπτου, που ήταν το μόνο από τα ελληνιστικά κράτη που δεν είχε υποταχτεί στη Ρώμη. Αρχικά ο Αντώνιος την πλησίασε επειδή χρειαζόταν επειγόντως την οικονομική της στήριξη στις στρατιωτικές του επιχειρήσεις στην Ανατολή εναντίον των Πάρθων, που ήταν παραδοσιακοί εχθροί των Ρωμαίων. Αλλά και η Κλεοπάτρα χρειαζόταν τη στήριξη του Αντώνιου για να ενισχύσει την εξουσία της στην Αλεξάνδρεια. Γρήγορα όμως το αμοιβαίο συμφέρον εξελίχθηκε σε αμοιβαίο αίσθημα. Ο ρωμαίος στρατάρχης πέρασε τον χειμώνα του 41-40 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια, από ό,τι φαίνεται πολύ κοντά στην Αυτής Μεγαλειότητα, αφού την άνοιξη του 40, όταν εκείνος έφυγε από την πρωτεύουσα της Αιγύπτου, η Κλεοπάτρα ήταν ήδη έγκυος με δίδυμα. Δεν την είδε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια· άλλωστε τώρα ήταν παντρεμένος με την Οκταβία, που τον ακολούθησε στην Ανατολή. Το 37 π.Χ. η Οκταβία επέστρεψε στη Ρώμη ενώ περίμενε παιδί από τον Αντώνιο· και αργότερα την ίδια χρονιά ο Ρωμαίος και η βασιλική του παλλακίδα ανανέωσαν το ερωτικό ραντεβού τους στην Αντιόχεια της Συρίας.

Κάποιοι είπαν ότι εκεί και τότε οι δυο εραστές επισημοποίησαν τη σχέση τους με ένα είδος γαμήλιας τελετής. Αλήθεια ή ψέματα, ο γάμος του Αντωνίου με την Οκταβία δεν είχε τυπικά διαλυθεί. Αυτό συνέβη μόνο πέντε χρόνια αργότερα, όταν ο Αντώνιος, μετά από μια αποτυχημένη και πολυδάπανη εκστρατεία εναντίον των Πάρθων και άλλες ατυχίες, βρέθηκε απόλυτα εξαρτημένος από τα πλούτη της Κλεοπάτρας. Αν μάλιστα πιεζόταν από την τελευταία να χωρίσει την πολύπαθη και καρτερική Οκταβία, δεν είναι περίεργο που τελικά ανακοίνωσε επίσημα τη διάλυση του γάμου του.

Είναι πολύ πιθανό ότι στην περίπτωση αυτή, όπως και σε τόσες άλλες στην ιστορία των ανθρώπων, τα πολιτικοοικονομικά συμφέροντα συνδυάστηκαν με το συναίσθημα. Το σίγουρο είναι ότι ο Οκταβιανός θεώρησε αυτό το διαζύγιο τη μεγαλύτερη προσβολή που του έκαναν ποτέ. Και έτσι η Οκταβία, που με τον γάμο της τάχα θα απέτρεπε τη σύγκρουση, τελικά την επέσπευσε με το διαζύγιό της - για το οποίο μόνο η ίδια δεν ευθυνόταν.

Η Οδός προς την Αλήθεια και η Αλήθεια

Η Οδός προς την Αλήθεια

Η ΟΔΟΣ προς την Αλήθεια ήταν πάντα Ολοφάνερη. Εξαρχής. Επειδή η ΑΛΗΘΕΙΑ, η Αντίληψη του Πραγματικού, είναι Μέσα στην Φύση μας, μέσα στον καθένα. Η Οδός ποτέ δεν κρύφτηκε, από κανέναν. Ο λόγος που οι άνθρωποι δεν βλέπουν, δεν κατανοούν, είναι γιατί δεν κοιτάζουν Μέσα τους, αλλά είναι απορροφημένοι σε εξωτερικές δραστηριότητες και σε εξωτερικά φαινόμενα.

Από τα Αρχαία Χρόνια οι Σοφοί Άνθρωποι Μίλησαν για την Φύση του Ανθρώπου, για την Βίωση της Αλήθειας, για την Αντίληψη του Πραγματικού, για την Πραγματικότητα, όχι σαν Κάτι Άγνωστο ή σαν μετάβαση σε άλλες καταστάσεις ή άλλους κόσμους, αλλά ακριβώς σαν Συνειδητοποίηση της Αληθινής Ανθρώπινης Φύσης, της Φύσης μας, της Φύσης του καθενός. Μίλησαν για Κάτι που ο καθένας εξαρχής έχει αλλά, για διάφορους λόγους δεν θέλει να δει κι έτσι αγνοεί. Ο εξωτερικός κόσμος μοιάζει πιο πολύτιμος για τους ανθρώπους.

Όλοι οι Σοφοί, σε Ολόκληρη την Εσωτερική Παράδοση, μέχρι σήμερα, Προσδιόρισαν την Αλήθεια, την Οδό της Πραγματικότητας, σαν Απελευθέρωσή μας από την άγνοια, από τις αυταπάτες μας που μας περιορίζουν, από τις ψευδαισθήσεις που μας παραπλανούν και μας κρατούν σε άλλους χώρους, ονειρικούς. Όλοι οι Σοφοί Μίλησαν για την Αφύπνιση. Για την Αφύπνιση στο Πραγματικό, στην Αλήθεια.

Η Αλήθεια, το Πραγματικό, η Πραγματικότητα, ο Θεός, Αυτό που Υπάρχει Πραγματικά, δεν είναι κάτι έξω από εμάς, απέναντί μας, σαν αντικείμενο, όπως το παρουσιάζει η σκέψη. Είναι το Αντικειμενικό που Κατακτάμε Μέσα μας όταν υπερβαίνουμε το υποκείμενο, το εγώ, την σκέψη, που παραπλανά. Είναι Αυτό που Αναδεικνύει η Κατανόησή μας, Είναι Αυτό που Παρουσιάζει η Διαφώτισή μας, Αυτό που Υπάρχει, που Μένει, όταν σβήνουν οι ανθρώπινες αυταπάτες.

Η Αλήθεια, η Βίωση της Πραγματικότητας, οι Βαθμίδες της Πραγμάτωσης, Περιγράφηκαν από την Αρχή του Ανθρώπινου Χρόνου, όχι σαν υπερφυσική εμπειρία, σαν πραγματική έξοδος από τον εαυτό, αλλά σαν Βαθμίδες Κατανόησης της Φύσης μας, σαν Προσωρινές Διαμονές της Αντίληψης που Απελευθερώνεται από τους περιορισμούς μέχρι να Ανυψωθεί στην Απεραντοσύνη του Χωρίς Ιδιότητες.

Η Οδός Χαρακτηρίστηκε σαν Εσωτερική γιατί Μέσα μας θα Νοιώσουμε Αυτό που Είμαστε, Αυτό που Είναι η Ζωή, η Ύπαρξη, το Άρρητο Άγνωστο από το Οποίο Πηγάζουν Όλα. Δεν μπορούμε να Δούμε Μέσα μας αν δεν υπερβούμε τα εξωτερικά φαινόμενα, αν δεν προσανατολιστούμε σωστά προς την Αλήθεια εγκαταλείποντας τις προσκολλήσεις μας στις ψευδαισθήσεις μας, αν δεν ξεπεράσουμε τους απατηλούς κόσμους της της σκέψης, αν δεν Υπερβούμε του Εσωτερικούς Ουρανούς του Είναι. Μόνο όταν Ανυψωθούμε πάνω από όλα αυτά Μπορούμε να Περάσουμε την Πύλη της Αιωνιότητας.

Δεν είναι η απατηλή αντίληψη ενός «εαυτού» (την οποία δημιουργεί η σκέψη), η αντίληψη ενός «αιώνιου εαυτού», αυτό που πρέπει να διασωθεί. Ούτε η Οδός είναι δραστηριότητες ενός εγώ, ή εξέλιξη ενός εγώ. Αντίθετα, το εγώ είναι εξαρχής απατηλό. Θα πρέπει να σβήσουν όλες οι αυταπάτες ενός ξεχωριστού εαυτού, ενός κέντρου ύπαρξης, αντίληψης, για να Εισχωρήσουμε στον Χώρο της Απεραντοσύνης Όπου δεν υπάρχει ούτε «κέντρο», ούτε όρια, ούτε εξέλιξη, ούτε χρόνος, παρά μόνο η Αιώνια Παρουσία που δεν Αλλοιώνεται Ποτέ.

Ο Χώρος της Αλήθειας, που Είναι Ένας Χώρος Ιδιότητες (ούτε καν «χώρος»), Χωρίς Πύλες, Χωρίς Μονοπάτια, Χωρίς Προσπάθεια και Χωρίς Χρόνο, Είναι το Ιερό της Ύπαρξης, του Ναού της Ζωής. Εδώ Βρίσκεσαι χωρίς να έρθεις. Βρίσκεσαι έξω από τον χρόνο και την εξέλιξη. Αιφνίδια Είσαι Εδώ, στον Χώρο του «Τίποτα». Εδώ, στο Ιερό, δεν μπορεί να εισχωρήσει τίποτα, τίποτα ψεύτικο, καμία αντίληψη, κανένα φαινόμενο, κανένα απατηλό εγώ, μονάχα η Αλήθεια που σαν Πολύτιμο Πετράδι είναι Κρυμμένο Μέσα μας, στο Βάθος, του καθενός μας. Μόνο Αυτή η Αλήθεια μπορεί να «διασωθεί» Εδώ. Τίποτα άλλο δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας.

Η Αλήθεια Είναι εδώ, Τώρα. Όλα Είναι Εδώ, Τώρα. Εξαρχής και για Πάντα. Μπορούμε να Δούμε μόνο όταν «κοιτάξουμε». Όταν κοιτάμε αλλού δεν μπορούμε να δούμε τίποτα, παρά μόνο τις ψευδαισθήσεις μας. Εδώ, Τώρα, στην Στιγμή Αυτή, που είναι πιο λεπτή από την σκέψη, χωρίς καμία διάσταση χρόνου, σε Αυτή την Πύλη που Ανοίγει μόνο για μια «Στιγμή» ασύλληπτη από την σκέψη, στο Απόλυτο Παρόν, στον Μηδενικό Χρόνο, βρίσκεται η Δυνατότητα να Περάσουμε πέραν του κόσμου της αυταπάτης, η Δυνατότητα να Βρεθούμε Εδώ, στον «Χώρο» της Αλήθειας. Όχι με εξωτερικές γνώσεις, όχι με εξωτερικές προσπάθειες. Μονάχα με την απόλυτη Προσοχή στο Πραγματικό, με την πλήρη, ολοκληρωτική και τελεσίδικη εγκατάλειψη κάθε αυταπάτης.

Όλα Είναι Εξαρχής εδώ. Και Αυτό που Υπάρχει και τα φαινόμενα, και η Επίγνωση και η αυταπάτη και τα όνειρα. Ποτέ δεν έγινε καμία «δημιουργία», ποτέ δεν υπήρξε καμία «εξέλιξη». Όλα Συμβαίνουν Μέσα στον Παγκόσμιο Νου. Μονάχα μέσα στο όνειρο υπάρχει δημιουργία και πτώση και σωτηρία κι όλα αυτά που «βιώνουν» οι άνθρωποι σαν «πραγματική ύπαρξη». Όλα είναι απατηλοί μετασχηματισμοί της Παγκόσμιας Ενέργειας, όπως τα κύματα στην θάλασσα που αν και «εμφανίζονται» είναι πάντα θάλασσα. Μονάχα η Απόλυτη Γαλήνη Υπάρχει Εξαρχής. Κι όλος ο θόρυβος της ζωής μονάχα στο όνειρο του ανθρώπου ακούγεται. Στον Αληθινό Κόσμο Υπάρχει Απόλυτη Σιγή, ο Πιο Ηχηρός Ήχος, κι Αιώνια Μακαριότητα.

Η Αλήθεια

Η Αλήθεια Είναι Πάντα Εδώ, Τώρα, στην Αληθινή Ζωή, για Αυτόν που Βλέπει. Δεν «Φαίνεται» σε όσους είναι «τυφλοί», απορροφημένοι σε κατώτερες δραστηριότητες όπως η σκέψη ή η επαφή με τον εξωτερικό κόσμο των φαινομένων. Αλλά η Αλήθεια Εκφράζεται ακόμα και στο διανοητικό επίπεδο. Αλλά Μιλάει διαφορετικά από την σκέψη. Όταν Εκφράζεται Δείχνει, Καθοδηγεί και Βοηθά να περάσουμε πέρα από την σκέψη. Δεν μας εγκλωβίζει στην σκέψη. Αν μας εγκλωβίζει στην σκέψη, μας προβληματίζει, ή διαιωνίζει την σκέψη δεν είναι η Αλήθεια, είναι η φαντασία. Ό,τι «ενεργοποιεί» την διανόηση και σε κρατάει μέσα στην διανόηση είναι ψέμα. Δεν πρέπει να το εμπιστεύεσαι.

Η Αλήθεια Είναι Ζωή και Πραγματική Δράση. Δεν είναι αυτοπειθαρχία, ούτε μίμηση, ούτε πειθαρχημένη συμπεριφορά. Ο Άνθρωπος που Είναι Πραγματικός, επειδή έχει περάσει πέρα από την διανόηση, τον εγωισμό, τα προσωπικά συμφέροντα, συμπεριφέρεται με Αληθινή Καλοσύνη. Οι άνθρωποι που είναι εγκλωβισμένοι στην διανόηση μπορεί να έχουν Υποδείγματα Ηθικής, να ακολουθούν κανόνες αρετής, να συμπεριφέρονται με ευγένεια, αλλά όλα αυτά είναι ψεύτικα, κατασκευασμένα. Είναι πειθαρχία ηθικής, μίμηση αρετής κι υποκρισία ευγένειας. Δεν νοιώθουν πραγματικά πέραν του εγωισμού αλλά καταπιέζουν τον εγωισμό τους για να δείξουν ένα άλλο πρόσωπο. Αυτό δεν είναι μόνο υποκριτικό. Είναι και ανώφελο. Δεν βοηθά στην πνευματική ανάπτυξη.

Η Αρετή, κι οι ιδιαίτερες αρετές, είναι αληθινές κι ανθίζουν πραγματικά όταν η Συνειδητότητα ανυψώνεται από τα κατώτερα κέντρα δράσης προς το Ανώτερο Κέντρο της Άμεσης Όρασης της Πραγματικότητας. Όταν εγκαταλείπεται η προσκόλληση στα εξωτερικά φαινόμενα Ανθίζει η Αρετή της Ευσπλαχνίας. Όταν εγκαταλείπονται τα πάθη κι οι λανθασμένοι προσανατολισμοί προς τον απατηλό κόσμο των φαινομένων Ανθίζει η Αρετή της Αληθινής Ηθικής. Όταν εγκαταλείπονται οι αυταπάτες της σκέψης, που ποτέ δεν εφαρμόζονται στην πραγματική ζωή, Ανθίζει η Αρετή του Ορθού Προσανατολισμού. Όταν εγκαταλείπεται τελείως η σκέψη Ανθίζει η Αρετή της Αληθινής Δράσης, η Πραγματική Ενεργητικότητα, πέρα από τον κόσμο της φαντασίας. Όταν εγκαταλείπεται η προσωπική ύπαρξη τότε Βιώνονται οι Γενικές Καταστάσεις της Συνείδησης που είναι Υπερπροσωπικές κι Ανθίζει η Αρετή του Αληθινού Διαλογισμού, Όταν εγκαταλείπεται Ολόκληρος ο Κόσμος της Αυταπάτης και των Φαινομένων τότε Ανθίζει η Αρετή της Αληθινής Σοφίας.

Η Αληθινή Διδασκαλία είναι Καθοδήγηση στην Αληθινή Δράση, στην Αληθινή Ζωή, σε Πραγματικό Χρόνο. Αν η Διδασκαλία δεν μας βοηθά να περάσουμε πέραν της σκέψης, στα Ανώτερα Εσωτερικά Επίπεδα, τότε είναι μόνο όμορφα λόγια, τίποτα άλλο. Αλλά μια μη αποτελεσματική διδασκαλία δεν είναι Αληθινή Διδασκαλία είναι μια μίμηση Διδασκαλίας, ένα ψέμα. Τέτοια ψέματα έχουν κατασκευάσει πολλά οι άνθρωποι, κλέβοντας από την Σοφία του Θεού και των Ανθρώπων του Θεού, φτιάχνοντας ανθρώπινες θρησκείες κι οργανισμούς και ομάδες.

Όλοι οι Μεγάλοι Σοφοί της Ανθρωπότητας έχουν Δείξει την Αλήθεια και την Πρακτική Οδό για να Βιώσουμε την Αλήθεια, πέρα από την σκέψη και τα φαινόμενα. Είναι υποκριτές όσοι λένε ότι δεν άκουσαν, δεν γνωρίζουν, δεν καταλαβαίνουν. Μέσα στην Αγκαλιά του Αδημιούργητου είμαστε πλέον όλοι γνωστοί, κανένας δεν μπορεί να ξεγελάσει κανέναν. Οι άνθρωποι επιλέγουν, τίποτα άλλο. Κι ανάλογα με τις επιλογές τους Ανυψώνονται πάνω από τα φαινόμενα ή ρίχνουν νερό στο μύλο του Κάρμα. Οι άνθρωποι που επιλέγουν τους τόπους της σκιάς και τα μονοπάτια της ανεντιμότητας, έχουν κάνει κακή επιλογή. Οι δρόμοι τους οδηγούν πάντα σε βαθύτερα σκοτάδια.

Πέρα από τον κόσμο των εξωτερικών φαινομένων, πέρα από τον ομιχλώδη κόσμο των επιθυμιών, πέρα από τον κόσμο της απατηλής σκέψης που μιμείται την Πραγματικότητα και συχνά μας ξεγελά με την αληθοφάνειά της, Απλώνεται ο Πραγματικός Κόσμος, η Αληθινή Ζωή. Στα Εσωτερικά Βασίλεια Υπάρχει Ελευθερία, Απεραντοσύνη κι Αλήθεια. Οι Εσωτερικές Καταστάσεις, όταν Βιώνονται Πραγματικά, είναι Καταστάσεις Γενικές Απρόσωπης Ύπαρξης, που οδηγούν από την Απατηλή Πολλαπλότητα στην Πραγματική Ενότητα της Ύπαρξης, στο Ένα και Μοναδικό, σε ΑΥΤΟ που Στέκεται Μόνο, Ελεύθερο, Χωρίς Όρια, πέρα από όλες τις δραστηριότητες και τους περιορισμούς και τις απατηλές εμφανίσεις.

Για τον Άνθρωπο που Ανυψώνεται πάνω από τα εξωτερικά φαινόμενα, που εγκαταλείπει όλες τις ατομικές δραστηριότητες κι ενασχολήσεις στον εξωτερικό κόσμο κι Αναδύεται στους Εσωτερικούς Κόσμους δεν υπάρχει τίποτα κρυφό στην ύπαρξη, μήτε τίποτα ανεξήγητο στη ζωή. Βλέπει Πεντακάθαρα την Αλήθεια και Κατανοεί Ολόκληρο τον Μηχανισμό της Ζωής. Αυτοί που έχουν Απελευθερωθεί Πραγματικά, Όλοι, μα Όλοι, Μιλούν για τις ίδιες εμπειρίες. Πέρα από τον κόσμο των εξωτερικών φαινομένων που συντηρούνται από την κατανάλωση της ψυχικής ενέργειας απλώνεται ένας πλατύτερος κόσμος, ο Φωτεινός Κόσμος των Ψυχών, των ενεργειακών οντοτήτων που τροφοδοτούν τον κατώτερο κόσμο της υλικής πραγματικότητας, που είναι ο Άδης των Ψυχών και ταυτόχρονα είναι το Σκαλοπάτι για τον Ανώτερο Κόσμο του Νου, των νοητικών πυρήνων και των ιδεών. Ο Νοητικός Κόσμος, ο Κόσμος των Ιδεών είναι ο Αληθινός Κόσμος των υπάρξεων κι από εδώ πηγάζουν οι αντανακλάσεις των κατώτερων κόσμων, των ψυχών και των σωμάτων. Πέρα από τον Κόσμο του Νου Απλώνονται Ευρύτερες Περιοχές Ύπαρξης, Απέραντες σε Εμπειρία και Περιεχόμενο, Χωρίς Όρια, Είναι οι Ανώτεροι Ουρανοί. Και Πέρα από όλους τους Ουρανούς που Δεν Έχουν Τέλος, Είμαστε ΑΥΤΟ. Η Απόλυτη Απουσία Κάθε Αντίληψης, Κάθε Κίνησης, που Ανασαίνει στην Αιωνιότητα και Ζει Χωρίς Περιορισμούς.

Το Μόνο που Υπάρχει Είναι ΑΥΤΟ. ΑΥΤΟ Αντανακλάται μέσα στους Ψεύτικους Κόσμους της Αντίληψης και πολλαπλασιάζεται σε οντότητες και βιώνει όλες τις εμπειρίες της ζωής. Η Αυταπάτη δεν βρίσκεται σε ΑΥΤΟ αλλά στην μη κατανόηση των όντων και στην σύγχυση των όντων, που θέλουν να «αποκοπούν» από ΑΥΤΟ. ΑΥΤΟ, σαν Φωτιά Κατακαίει τον Χρόνο αφήνοντας μόνο στάχτες. Μόνο ΑΥΤΟ Είναι Αληθινό μέσα σε όλους τους κόσμος της Φαντασίας. Κι όσο τα όντα Μαγεύονται από το όραμα των κόσμων και μεθυσμένα χορεύουν τον χορό της ατομικής ύπαρξης δεν κατανοούν το Βάθος της Μίας Ύπαρξης, δεν κατανοούν ότι Μόνο ΑΥΤΟ Ζει πίσω από όλα. Είσαι ΑΥΤΟ. Όλες οι Μάσκες του Θεάτρου είναι ψεύτικες. Κι όλο αυτό δεν είναι παρά ένα Απέραντο Θέατρο, όπου όλοι είμαστε Υποκριτές (με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου) και Θεατές μαζί κι όπου οι ρόλοι, μεγάλοι και μικροί, είναι όλοι ψεύτικοι, μιμήσεις της Αληθινής Ζωής. Κι η εμπειρία να ζήσεις, να «παίζεις», έχει πάντα την ίδια γεύση. Ο Υποκριτής είναι Υποκριτής και στους μικρούς και στους μεγάλους ρόλους. Πίσω από κάθε Μάσκα Θεάτρου Ζει ο Ίδιος Θεός.

Η Αλήθεια Είναι Κάτι που Υπάρχει και Λειτουργεί και Φανερώνει την Πραγματικότητα. Η Αλήθεια Είναι η Πραγματικότητα. Η Αλήθεια ούτε φτιάχνεται, ούτε ανακαλύπτεται, ούτε κατακτιέται, Όλα αυτά, όλες αυτές τις δραστηριότητες, τα φαντάζονται οι άνθρωποι που ζουν στον φανταστικό κόσμο των σκιών. Στον Κόσμο των Σκιών, της σκέψης και της ατομικής ύπαρξης, η Αλήθεια είναι επίσης μία Σκιά ανάμεσα στις σκιές, η Μεγάλη Αυταπάτη που παραπλανά όλα τα όντα που ψάχνουν να την βρουν και τρέχουν από εδώ κι από εκεί, στα μονοπάτια ψεύτικων θρησκειών, κατασκευασμένων διδασκαλιών και ψεύτικης αρετής. Η Αλήθεια Υπάρχει και Λειτουργεί. Ζει όταν διαλύεται η Ομίχλη της Αυταπάτης. Τότε Βλέπουμε πως Όλα Είναι στην Θέση τους.

Η Αλήθεια Υπάρχει Από Πάντα Μέσα μας. Είναι η Πραγματική Ύπαρξή μας. Όσο κι αν ταξιδέψουμε μακριά από την Ιθάκη για να κατακτήσουμε τον κόσμο και τους θησαυρούς της φαντασίας, τελικά, το Μόνο Σπίτι που Έχουμε είναι η Ιθάκη. Και η Μόνη Ζωή που Έχουμε Είναι Αυτή που Έχουμε από την Αρχή Μέσα μας. Και τα Ταξίδια και οι Εμπειρίες, δεν είναι Πλούτος Αληθινός, Θησαυρός Γνώσης, αλλά παιδιάστικα παιχνίδια και τίποτα περισσότερο δεν υπάρχει σε αυτά από την χαρά της διασκέδασης, είτε κερδίζουμε, είτε χάνουμε. Ένα παιχνίδι είναι όλα. Κι αλίμονο αν τα πάρουμε όλα αυτά για αληθινά κι αρπαχτούμε από αυτά για να σωθούμε. Ο Άνεμος του Κάρμα και τα κύματα των επιθυμιών θα μας τραβάνε πάντα μακριά από τον προορισμό μας.

Ο κόσμος ενωμένος με την Ορθή Λογική

Για όσους επιθυμούν να ακολουθήσουν τον δρόμο του ορθολογισμού, ελπίζω αυτό το κείμενο να τους βοηθήσει.

Ο ορθολογιστής είναι απαλλαγμένος από τις φοβίες των παρανοϊκών δογμάτων. Μην ακολουθείτε τις παρανοϊκές λατρείες, μην γιορτάζετε τις παρανοϊκές γιορτές. Ακόμα και αν όλοι γύρω σας τις γιορτάζουν, εσείς να τις αποφεύγετε. Μην σας ενδιαφέρει πως θα σας δουν, μην σας ενδιαφέρει αν δεν σας συμπαθούν, επειδή δεν συμμετέχετε. Ο αυθεντικός ορθολογιστής νιώθει μέσα του γαλήνη, ο κάλπικος ζει με την ταραχή για το πώς θα τον βλέπουν οι άλλοι.

Μην παριστάνετε πως πιστεύετε στις παρανοϊκές λατρείες, για να σας βλέπουν με καλό μάτι αυτοί που τις πιστεύουν, γιατί έτσι διαιωνίζετε την παράνοια. Στις τελετουργίες και τις γιορτές τους, να εργάζεστε κανονικά. Η υποκρισία δεν είναι σεβασμός, αλλά άσκηση προς την ασυνέπεια και την ανευθυνότητα.

Δεν έχετε ανάγκη τα μπιχλιμπίδια των παρανοϊκών δογμάτων. Δεν σας προστατεύουν, δεν σας σώζουν. Μόνο οι πράξεις σας μπορούν να σας εξελίξουν, μόνο η εργατικότητά σας, μόνο η επιμέλεια που δείχνετε, μόνο η δημιουργικότητα που βγάζετε, μόνο η ευθύνη που τηρείτε, μόνο ο πραγματισμός που αντιλαμβάνεστε, μόνο η ρεαλιστική λογική σκέψη που έχετε, μόνο η αυτάρκεια που καταφέρνετε, μέσα από την εγκράτεια σας.

Απελευθερωθείτε από τα μπιχλιμπίδια των παρανοϊκών δογμάτων. Πάρτε μια μαύρη σακούλα των σκουπιδιών και γεμίστε την με όλες τις εικόνες, τα φυλαχτά και τα μαντζούνια. Όταν πλέον δεν θα έχετε αφήσει κανένα τρελό μπιχλιμπίδι, πάρτε την σακούλα και πετάξτε την στα σκουπίδια. Αφού αδειάσετε πρώτα το μυαλό σας από αυτά τα σκουπίδια, θα αδειάσετε και το σπίτι σας, θα απελευθερώσετε την ζωή σας.

Όταν κάτι δεν το γνωρίζετε να το παραδέχεστε με θάρρος λέγοντας «Δεν το γνωρίζω». Μετά να μελετάτε για να το μάθετε. Όταν μελετώντας γνωρίσετε τις αιτίες και την φύση αυτού που δεν γνωρίζετε, τότε δεν θα ζείτε στην άγνοια και δεν θα χρειάζεστε μυθεύματα για να καλύπτετε την άγνοιά σας.

Η προσευχή του ορθολογιστή δεν είναι να παπαγαλίζει μαγικά λόγια, αλλά να μελετά. Δεν μπορείτε να σκεφτείτε όταν δεν γνωρίζετε και δεν γνωρίζετε όταν δεν μελετάτε. Μελετώ ώστε να έχω ορθή σκέψη.

Κανένας άνθρωπος δεν είναι κατώτερος από την φύση του, κατρακυλά μόνο όταν ζει μέσα στην δεισιδαιμονία και την ανορθολογικότητα. Όποιος θεωρεί την γυναίκα κατώτερη δεν είναι ορθολογιστής, αλλά παραμένει σκλάβος των παρανοϊκών δογμάτων. Όποιος θεωρεί πως είναι ανώτερος, εξαιτίας εθνικότητας, παραμένεις σκλάβος των παρανοϊκών δογμάτων. Η ανωτερότητα δεν πηγάζει από το αίμα, αλλά από το μυαλό. Ο ορθολογιστής για να φτάσει το άριστο, θέτει τον εαυτό του σε συστηματικό εσωτερικό αυτοέλεγχο, αξιολογώντας τις πράξεις του και τελειοποιώντας τον εαυτό του. Γι’ αυτό, να έχετε ως αδέλφια σας τους ανθρώπους που ζουν με τρόπο ορθολογιστικό, γιατί η εθνικότητα, η γλώσσα και το χρώμα δεν είναι εμπόδια όταν ενώνει η ορθή λογική.

Μέσα από την ορθή λογική, οι άνθρωποι μπορούν να ζουν με αρμονία και να συνεργάζονται, γιατί δεν διακατέχονται από παρανοϊκές φαντασιώσεις. Ο συναισθηματικός παραλογισμός χωρίζει τους ανθρώπους, κατασκευάζοντας αιτίας εκεί που δεν υπάρχουν, διαστρεβλώνοντας έτσι την πραγματικότητα και τον ρεαλισμό. Όταν ο άνθρωπος το αντιληφθεί αυτό, θα νιώσει σαν τον τυφλό που μπόρεσε να δει και θα καταλάβει πως τα μπιχλιμπίδια των παρανοϊκών δογμάτων που κρατά ως φυλαχτά και λάβαρα, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ανούσια υλικά αντικείμενα, που δεν έχουν πραγματική αξία. Θα καταλάβει τον χρόνο που έχασε και τους πόρους που ξόδεψε σε αυτές τις τρέλες. Τους ανθρώπους που έχασαν ανούσια τη ζωή τους στο βωμό τρελών θεωριών και αυτούς που ακόμα μάχονται υπνωτισμένοι στο όνομα του παραλογισμού.

Η διαπίστωση αυτής της κατάστασης είναι το πραγματικό πέρασμα από την ανωριμότητα, στην ωριμότητα, από την τρέλα, στην ορθή λογική. Από έναν κόσμο κομματιασμένο, σε έναν κόσμο ουσιαστικά ενωμένο. Και σας παρουσιάζω σχηματικά αυτή την ενότητα, μέσα από δύο γεωμετρικά σύμβολα, έτσι ώστε να έχετε στο μυαλό σας εύκολα την ουσία αυτού του κειμένου. Με τον κύκλο να θυμάστε την ενότητα και πως μπορεί αυτή να γίνει αποτελεσματική πράξη μέσα από την ορθή λογική και με το τετράγωνο να θυμάστε την ορθή λογική, όπου ο χαρακτήρας σας θα διαπλαστεί μεθοδικά, μέσα από την μελέτη, την επιμέλεια και την εργατικότητα σε ότι κάνετε.

Έτσι, όταν κάποιος σας ζητήσει να του εξηγήσετε, πως μπορεί ο κόσμος να είναι ενωμένος με την ορθή λογική, θα του δείξετε το σχήμα* και το κείμενο, ώστε να καταλάβει την ουσία βαθιά μέσα του και να την κάνει πράξη. Όλο το κείμενο και το σχήμα ως βοηθητική απεικόνιση, είναι άχρηστα, εάν δεν υπάρξει πράξη. Ο ορθολογιστής ζει με πρακτική και όχι με φαινομενική αποτελεσματικότητα.
-----------------------
*Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε από την ζωγράφο Λίλιαν Πιτσά, για τις ανάγκες του κειμένου και την ευχαριστώ για την προσφορά της.

Δεν υπάρχουν όρια ανάμεσα στον ηρωισμό και την προδοσία

Στη Σαλαμίνα πολέμησαν, βέβαια, και οι Σπαρτιάτες. Αλλά, λίγο με το ζόρι. Ο Σπαρτιάτης αρχηγός του ελληνικού στόλου Ευρυβιάδης επιχειρεί να την κοπανήσει καναδυό φορές, όμως ο Θεμιστοκλής βρίσκει τρόπο να τον επαναφέρει και στην τάξη και στη μάχη.

Η παρουσία και μόνο Σπαρτιατών σ’ ένα οποιοδήποτε πεδίο μάχης ήταν επαρκής λόγος για μια επαρκή αναπτέρωση του ηθικού και των μη Σπαρτιατών στρατιωτών.

Γνωρίζοντας, λοιπόν, ο Θεμιστοκλής την πλήρη ανεπάρκεια της «ελληνικής εθνικής συνειδήσεως» από μέρους των Σπαρτιατών, όπως θα λέγαμε σήμερα που οι Σπαρτιάτες θέλουν να εμφανίζονται κι αυτοί σαν ακραιφνείς Έλληνες όπως όλοι οι άλλοι Έλληνες, αμέσως μετά την τρομερή ναυμαχία της Σαλαμίνας το χειμώνα του 480 π.Χ. πηγαίνει στη Σπάρτη όπου, ναι μεν γίνεται δεκτός με τιμές ήρωα, όμως αποτυγχάνει να πείσει τους περιστασιακούς των Αθηναίων συμμάχους, που ενεργοποιούνται μόνο όταν νιώσουν πως απειλούνται κι οι ίδιοι, πως είναι ανάγκη να συνεχιστεί η συμμαχία. Διότι ο κατά ξηράν αρχηγός του περσικού στρατού, ο Μαρδόνιος, έχει στρατοπεδεύσει στη Θεσσαλία.

Καρδαμωμένοι λοιπόν οι Πέρσες απ’ τα πλούσια ελέη της θεσσαλικής γης, που οι άρχοντες του τόπου τα έθεσαν γενναιόδωρα στη διάθεσή τους, ετοιμάζονται για μια τελευταία προσπάθεια υποταγής και των περιοχών εκείνων της Ελλάδας που δεν είχαν προς το παρόν υποταγεί ή που δεν είχαν μηδίσει, πράγμα που από πραχτική άποψη είναι το ίδιο. Μ’ αυτή την κίνηση που ετοιμάζει ο Μαρδόνιος στην κατά τα άλλα ελληνικότατη Θεσσαλία, θα δινόταν ο χρόνος στο ρημαγμένο απ’ τη Σαλαμίνα περσικό στόλο να ανασυνταχτεί και να ξαναεπιτεθεί.

Ο Θεμιστοκλής δεν κατάφερε να πείσει τους Σπαρτιάτες για τον επικρεμάμενο και επί της δικής τους κεφαλής κίνδυνο, προφανώς γιατί δεν πίστευαν οι δύσπιστοι Λακεδαιμόνιοι πως ο Μαρδόνιος με τους 50.000 περίπου στρατιώτες, που είχαν αποσπαστεί απ’ το κυρίως εκστρατευτικό σώμα, θα τολμούσε να περάσει τον Ισθμό της Κορίνθου, που για τους Σπαρτιάτες ήταν το προς Βορράν όριο ασφαλείας, αλλά και το σύνορο ανάμεσα στη σπαρτιατική και την αθηναϊκή ζώνη επιρροής, όπως θα λέγαμε σήμερα.

Όταν ο Θεμιστοκλής επέστρεψε άπρακτος στην Αθήνα, οι συμπατριώτες του θύμωσαν τόσο για τούτη τη διαπραγματευτική του αποτυχία (τους είχε συνηθίσει, βλέπεις, σε επιτυχίες), που του αφαίρεσαν αμέσως τον τίτλο του στρατηγού, λίγους μόλις μήνες μετά το θρίαμβό του στη Σαλαμίνα. Ίσως να ήταν βέβαιοι οι Αθηναίοι πως αυτή τη φορά, δεν τους σώζει τίποτα, ούτε καν η μεγαλοφυία του Θεμιστοκλή, που έμοιαζε να έχει εξαντλήσει τις ικανότητές του σε κείνη την τιτάνεια προσπάθεια στη Σαλαμίνα, που από πολιτικής απόψεως ήταν ακόμα πιο δύσκολη.

Σήμερα θα παραμείνουμε στην χωρίς τον Θεμιστοκλή μάχη των Πλαταιών, όπου ο επικεφαλής των Αθηναίων στρατιωτών Αριστείδης, ο επιλεγόμενος Δίκαιος, τον οποίο ο Θεμιστοκλής στην αρχή της πολιτικής του καριέρας είχε εξορίσει, αλλά που τον είχε χρησιμοποιήσει ωστόσο με επιτυχία στη Σαλαμίνα, τα ’κάνε ρόιδο, κατά το δη λεγόμενον.

Πρέπει να πούμε, πάντως, πριν μπούμε στον αγώνα, πως τούτη η περίεργη μάχη, που ακόμα προβληματίζει τους ιστορικούς της στρατιωτικής τέχνης (η οποία, ως γνωστόν, δεν ανήκει στις... καλές τέχνες), δεν θα γινόταν αν δεν αποτύγχαναν ως διπλωμάτες και οι Πέρσες. Που πιθανώς θα κάθονταν για λίγο ακόμα ήσυχα στο όμορφο περιβάλλον της ελληνικής Θεσσαλίας κι ύστερα θα έφευγαν για την πατρίδα τους να δουν επιτέλους τις γυναίκες και τα παιδιά τους.

Που λέτε, την άνοιξη του 479 π.Χ. καταφτάνει στην Αθήνα με την ιδιότητα του μεσολαβητή και του ειρηνοποιού, ποιος νομίζετε! Ο βασιλεύς της Μακεδονίας Αλέξανδρος ο Α' αυτοπροσώπως!!! (Προσοχή, μη γίνει καμιά τραγική σύγχυση με τον Μεγαλέξαντρο, του οποίου ο πατέρας χρειάζεται ακόμα ενενήντα τρία συναπτά έτη για να δει το φως της μέρας και της Ιστορίας).

Όταν ήρθε στην Αθήνα ο στενός φίλος των Περσών, ο Μακεδών βασιλεύς, ο Θεμιστοκλής δεν ήταν πλέον στα πράγματα και οι αριστοκράτες διάδοχοί του, ο Αριστείδης, και ο Ξάνθιππος, δεν θεώρησαν επαρκείς τις ευνοϊκότατες προσφορές των Περσών, που έκαναν μια ύστατη προσπάθεια να τα βολέψουν όπως όπως διά της διπλωματίας, όπως και παλιότερα. Ξαπόστειλαν λοιπόν το Μακεδόνα βασιλιά στην αριστοκρατούμενη και μονίμως μηδίζουσα Θεσσαλία και περίμεναν ή το μοιραίο ή τους Σπαρτιάτες.

Μ’ αυτά και μ’ άλλα οι Πέρσες θυμώνουν πολύ, τελικά. Και ξανακατηφορίζουν απ’ τα γνωστά μονοπάτια. Τις Θερμοπύλες τις φυλάν πλέον ανεπαρκώς μόνο οι τάφοι των ηρώων. Και τούτο διότι οι Σπαρτιάτες που θα πολεμήσουν στις Πλαταιές υπό τον Παυσανία βρίσκονται προς το παρόν στη Σπάρτη, θα ξεκινήσουν από κει εσπευσμένα, μόνο όταν διαπιστώσουν πως οι Πέρσες δεν αστειεύονται, τουλάχιστον στον κατά ξηρά πόλεμο. Και θα το διαπιστώσουν μόνο όταν οι Πέρσες έχουν ήδη μπει στην Αθήνα και έχουν ήδη ρημάξει ό,τι δεν πρόλαβαν να ρημάξουν την πρώτη φορά που την κατέλαβαν, λίγο πριν απ’ τη Σαλαμίνα.

Η Αθήνα, η ταλαίπωρη Αθήνα, αυτή τη φορά θα σωθεί στ’ αλήθεια χάρις στον προαιώνιο εχθρό της, τη Σπάρτη. Η οποία ωστόσο, τη σώζει όχι από αλτρουισμό, αλλά για να σωθεί η ίδια.

Βέβαια, η Σπάρτη δεν θα σώσει την Αθήνα, ως πόλη, γιατί, όπως ήδη είπαμε, την πόλη θα την ισοπεδώσουν οι Πέρσες. Σώζει όμως εκείνους που βασανίστηκαν περισσότερο απ’ όλους στους Μηδικούς Πολέμους, τους δύστυχους Αθηναίους που άλλη μια φορά βρήκαν καταφύγιο στην Αίγινα, την Τροιζήνα και την Κόρινθο. Αυτή η προσφυγιά έπρεπε να τελειώνει επιτέλους, προκειμένου η Αθήνα να αρχίσει να ετοιμάζει ολομόναχη σχεδόν αλλά με γερές ρίζες σ’ ολόκληρο το μεσογειακό πολιτισμό, το θαύμα του «Χρυσού Αιώνα».

Ο Παυσανίας που οδηγεί τους Σπαρτιάτες προς Βορράν δεν έχει κανένα αξίωμα, πλην του κηδεμόνα του νεαρού βασιλιά Πλειστάρχου, γιου του Λεωνίδα, που ξαπόμεινε ο δύστυχος στις Θερμοπύλες «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος» κι όχι γιατί είχε καμιά διάθεση ν’ αυτοκτονήσει στα σίγουρα. (Η πειθαρχία δημιουργεί όντως ήρωες κι αυτό το ξέρουν όλοι οι στρατοί, που δεν εμπιστεύονται τον ηρωισμό στην... ιδιωτική πρωτοβουλία).

Δεν ξέρουμε πολλές λεπτομέρειες για τη μάχη των Πλαταιών, μια πόλη που βρισκόταν στα δυτικά του δρόμου Αθηνών-Θηβών. Ξέρουμε πάντως πως ο Μαρδόνιος, που εκτός από σπουδαίος διπλωμάτης ήταν και καλός στρατηγός, όταν είδε να πλησιάζουν στην Αθήνα οι Σπαρτιάτες, την εγκατέλειψε στη δυστυχία της και στήθηκε στις Πλαταιές να περιμένει τον εχθρό.

Αυτή τη φορά, ήθελε να διαλέξει εκείνος το πεδίο της μάχης, διότι η υπεροπλία του δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Είχε 50.000 και οι 'Ελληνες 30.000 μάχιμους. Κι όταν λέμε Έλληνες, στη συγκεκριμένη περίπτωση εννούμε Σπαρτιάτες (κυρίως), Αθηναίους, Πλαταιείς, Μεγαρείς, Αιγινήτες και Κορίνθιους. Αλλά, αν ο Παυσανίας ήταν μόνος με τα παληκάρια του, θα έκανε καλύτερα τη δουλειά του.

Αμαθοι οι υπόλοιποι στην τακτική του σπαρτιατικού στρατού, σε μάχη επιθετική και όχι αμυντική, όπως στις Θερμοπύλες, τα έκαναν μούσκεμα. Μάλιστα οι Αθηναίοι, υπό τον πολύ Αριστείδη, που έπαιξε βέβαια το ρόλο του στον καταποντισμό του Θεμιστοκλή, αντί να κινηθούν προς Νότον, όπως τους διέταξε ο Παυσανίας κινήθηκαν προς Βορράν.

Έκτοτε, αγνοείται η τύχη του αθηναϊκού στρατιωτικού αγήματος. Όχι, όμως, και του Αριστείδη. Αυτός, που σημειωτέον είχε πολεμήσει και στο Μαραθώνα, θα επανεμφανιστεί στην Αθήνα το 478 π.Χ., ένα χρόνο μετά τη μάχη των Πλαταιών, ως επώνυμος άρχων. Τώρα που εξαφάνισε τον Θεμιστοκλή τούτος ο αδιόρθωτος αριστοκράτης, μπορούσε ν’ αλωνίζει ελεύθερα.

Θέλουμε να πούμε, δηλαδή, ότι δεν είναι και τόσο σίγουρο πως το παρωνύμιον «Δίκαιος» του το έδωσε η Ιστορία και όχι οι πολιτικοί του φίλοι. Τρέχα γύρευε! Πού να ψάχνεις τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια!!!

Μετά το αίσιο πέρας της μάχης των Πλαταιών χάρη στην έξοχη στρατιωτική ταχτική των Σπαρτιατών, οι εξ Ελλήνων σύμμαχοι αποφασίζουν να κυνηγήσουν τους Πέρσες μέχρι τη φωλιά τους. Κι έτσι, ένα χρόνο μετά τις Πλαταιές, ο ελληνικός στόλος, με επικεφαλής το Σπαρτιάτη βασιλιά Λεωτυχίδα, αποπλέει για τον Ελλήσποντο και στην Μυκάλη συντρίβει τα εναπομείναντα από τη Σαλαμίνα πλοία των Περσών.

Ύστερα απ’ αυτή την επιτυχία, οι Ίωνες ξεθαρρεύουν και εξεγείρονται και πάλι κατά των Περσών. Επειδή, όμως, ήξεραν τι τους περίμενε όταν θα ’φευγαν οι σύμμαχοι, ζήτησαν απ’ τους Σπαρτιάτες να τους ανακηρύξουν και επισήμως συμμάχους... όλων των συμμάχων που κυνηγούσαν τους Πέρσες. Αλλά οι Σπαρτιάτες δεν θέλησαν να αναλάβουν τόσο δύσκολες και επικίνδυνες υποχρεώσεις και αντιπρότειναν, όλοι οι Ίωνες να πάρουν τα μπαγκάζια τους και να ’ρθουν να εγκατασταθούν στις ελληνικές πόλεις που εμήδισαν, όπως π.Χ. η Θήβα.

Φυσικά, το ολοφάνερα βλακώδες σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε και η μεταφορά των πληθυσμών θα γίνει τελικά με καθυστέρηση, ακριβώς 2.400 ετών, το 1922. (Όποια βλακεία δεν πρόλαβαν να την κάνουν οι αρχαίοι 'Ελληνες, την έκαναν οι νέοι. Και κουβάλησαν τους προγόνους μου σε τούτο εδώ τον κακορίζικο τόπο, όπου ακόμα δεν πιάσαμε ρίζες ούτε εμείς οι της δεύτερης γενιάς πρόσφυγες, που κάποιοι ανίατα κρετίνοι συνεχίζουν να μας θεωρούν «τουρκόσποροι, και παρείσακτους. Λοιπόν, ας ερχόμασταν τότε που έλεγαν οι Σπαρτιάτες και θα ’βλεπες τι χαμπάρια, μάστορα δημαγωγέ, που μηδίζεις ανά τους αιώνες με την πρώτη ευκαιρία).

Το 477 π.Χ., δύο χρόνια μετά την μάχη των Πλαταιών και τη σχεδόν συνεχόμενη εκστρατεία στη Μυκάλη της Μικράς Ασίας, πάλι ο Λεωτυχίδας εκστρατεύει, αυτή τη φορά εναντίον των Θεσσαλών, προκειμένου να τους τιμωρήσει παραδειγματικά για την όντως αισχρή συμπεριφορά τους κατά τους Μηδικούς Πολέμους. Όμως φτάνοντας εκεί, αντί έστω να τους τραβήξει τ’ αυτί, «τ’ αρπάζει» που λέμε σήμερα, κοτζάμ βασιλιάς αυτός. Και γυρίζει άπραγος. Είδες οι Θεσσαλοί; Ατσίδες! Ήταν πολύ πλούσιοι, βλέπεις! Μπορούσαν ν’ αγοράσουν μέχρι και βασιλιάδες!

Το 476 π.Χ., ένα χρόνο μετά την εκστρατεία του τυχερού Λεωτυχίδα στην εκ φύσεως τυχερή, λόγω γονίμου εδάφους, Θεσσαλία, ο γνωστός μας Παυσανίας (που δεν πρέπει να συγχέεται με τον περιηγητή και γεωγράφο του 2ου μ.Χ. αιώνα) πηδάει στα πλοία και παίρνει δρόμο για την Κύπρο, την οποία και ελευθερώνει απ’ τους Πέρσες. (Εδώ, έχουμε μια πρόωρη, από ιστορικής απόψεως, ενέργεια. Ο Παυσανίας έπρεπε να αποπλεύσει για την Κύπρο το 1974, για να βοηθήσει το Μακάριο και να προλάβει το... κακό. Αλλά και το Νταβός, ως προς το κυπριακό του σκέλος).

Απ’ την Κύπρο τον τρομερό Παυσανία τον βρίσκουμε ξαφνικά στο Βυζάντιο, που πάρα πάρα πολύ αργότερα θα δώσει το όνομα του στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ίσα ίσα για να μας καρφωθεί η παρανοϊκή ιδέα της «Μεγάλης Ιδέας» που γέννησε την ιδέα της «μεγάλης Ελλάδας», που όσο περισσότερο μικραίνει, τόσο μεγαλύτερο φαντάζεται τον εαυτό της.

(Ω κρετίνοι, τώρα που μας κουβαλήσατε εδώ θέλετε να μας ξαναπάτε εκεί; Και γιατί δεν μας αφήνατε στον τόπο μας; Σε δουλειά να βρίσκεστε και «δουλειές» να κάνετε; Και ποιος σας είπε ότι μας αρέσει να είμαστε το μπαλάκι στο παιχνίδι σας;)

Αλλά κοιτάξτε να δείτε την πλάκα που έπαθε τούτος ο σπουδαίος Έλληνας όταν έφτασε στο Βυζάντιο, που τότε ήταν το ορμητήριο του περσικού στόλου: Ήταν τέτοιος ο πλούτος και η χλιδή που αντίκρισαν εκεί τα μάτια του, που ζαλίστηκε εντελώς ο καημένος!

Πέταξε, λοιπόν, την ελληνική χλαμύδα, φόρεσε τη φρεσκοραμμένη περσική στρατιωτική στολή και έγινε Πέρσης με τα όλα του!!!

Ραχάτ-λουκούμ δεν υπήρχε, βέβαια, εκεί εκείνη την εποχή, για τον απλό λόγο πως δεν υπήρχαν Τούρκοι. Όμως τα χανουμάκια δεν είναι τούρκικη εφεύρεση. Μ’ αυτά και μ’ άλλα λοιπόν ο Παυσανίας εξόκειλε πλήρως. Τον καταλαβαίνω τον άνθρωπο! Ανατολίτης είμαι κι εγώ κατά το ήμισυ. (Και «βάρβαρος» Μακεδόνας κατά το άλλο ήμισυ, το μητρικό).

Όμως, ο Παυσανίας κάποτε βαρέθηκε και είπε να γυρίσει στη μητέρα πατρίδα, όπως και οι κουρασμένοι απ’ τη λάντζα Ελληνοαμερικανοί που έρχονται εδώ ίσα ίσα για να' πεθάνουν. Βέβαια, ο στρατηγός πλέον Παυσανίας, όπως όλοι οι στρατηγοί, δεν έκανε ποτέ λάντζα στο Βυζάντιο. Καιρός, λοιπόν, ήταν να ζοριστεί λιγάκι στην Σπάρτη. Για ένα διάστημα πάντως τη βόλεψε καλά κοροϊδεύοντας τον έναν και τον άλλο, ως γνήσιος Έλλην. Αλλά στο τέλος και καθώς κατέφταναν τα τεκμήρια της προδοσίας, οι συμπατριώτες του τον έκλεισαν σ’ ένα ναό και τον άφησαν εκεί να πεθάνει απ’ την πείνα. Και όταν ακριβώς ήταν να ξεψυχήσει, του άνοιξαν την πόρτα και πέθανε στο κατώφλι του ναού. Έτσι, και η θανατική ποινή εξετελέσθη και ο ναός δεν βεβηλώθηκε μ’ ένα θάνατο εντός αυτού.

Εκπληχτικοί αυτοί οι Σπαρτιάτες! Που μπορεί να μην είχαν και τόσο αναπτυγμένο το «εθνικό φρόνημα», είχαν όμως πολύ αναπτυγμένο το αίσθημα της αξιοπρέπειας κι αυτό νομίζω πως είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό, παρότι πολλοί Νεοέλληνες θα διαφωνήσουν επ’ αυτού.

Ας αποχαιρετήσουμε λοιπόν για πάντα το μεγάλο ήρωα των Πλαταιών, που καθώς είχαμε εμείς την ατυχία να μη σκοτωθεί στη μάχη, δημιούργησε μύρια όσα προβλήματα στους Έλληνες ιστορικούς, που δεν αποφάσισαν ακόμα αν πρέπει να τον κατατάξουν στους «σωτήρες του έθνους» ή στους «προδότες του έθνους». (Τι δουλειά κι αυτή του ιστορικού, που πασχίζει να μη χάσει την πανεπιστημιακή του έδρα! Ενώ εγώ, που δεν έχω να χάσω παρά μόνο το μισθό σε περίπτωση... απολύσεώς μου για όσα «αντεθνικά» κατά τους παυσανιοκέφαλους λέω σ’ αυτή τη σελίδα, κινούμαι πολύ πιο άνετα, δεδομένου μάλιστα πως γράφω αυτά που γράφω με τις πιτζάμες μου. Ως γνωστόν, όταν γράφεις φορώντας φράκο, αυτό σου βγαίνει και στο χαρτί. Το οποίον, ούτω πως, αποχτά την επισημότητα που στερείται καθαυτό.)

Λοιπόν, οι Έλληνες τελικά νίκησαν κατά κράτος τους κραταιούς Πέρσες χάρη στην εκπληκτική έννοια της «προσωπικότητας», που αναφύεται για πρώτη φορά στην Ιστορία αυτή την περίοδο. Προσοχή, όμως: Όταν λέμε «προσωπικότητα» δεν εννοούμε «ατομικότητα», που είναι έννοια νομική και που σήμερα χρησιμοποιείται δολίως αντί της «προσωπικότητας».

Γιατί η Διοτίμα;

Ο έρωτας απασχόλησε την αρχαία ελληνική σκέψη από τα πρώτα της βήματα. Ήδη στη Θεογονία του Ησίοδου (116-122) ο Έρως, «ο ωραιότερος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς» κάνει την εμφάνισή του μετά το Χάος και την ευρύστερνη Γη δηλώνοντας εμφατικά την παρουσία του στη ζωή των ανθρώπων. Πώς θα μπορούσε να απουσιάζει η πραγμάτευσή του από τη φιλοσοφία;

Ο Πλάτωνας του αφιερώνει έναν αριστοτεχνικό διάλογο, το Συμπόσιον, τοποθετώντας αυτή τη φορά το σκηνικό στο σπίτι του Αγάθωνα. Η συγκέντρωση ξεκινάει με δείπνο για να συνεχίσει με οινοποσία. Ο Παυσανίας προτείνει να μην πιουν πολύ, χρειάζεται ένα διάλειμμα έπειτα από το χθεσινό μεθύσι, όπως και οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι. Ο Αριστοφάνης συμφωνεί. Παραδέχεται ότι ανήκει σε αυτούς που μέθυσαν τη χθεσινή ημέρα (εἰμι τῶν χθὲς βεβαπτισμένων). Αφού λοιπόν συμφώνησαν να αποφύγουν τη μέθη, ο Ερυξίμαχος εισηγείται να διώξουν την αυλητρίδα προκειμένου να συζητήσουν οι άντρες με την ησυχία τους. Μπορεί να παίζει τον αυλό για την προσωπική της ευχαρίστηση ή αν θέλει για τις γυναίκες μέσα (αὐλοῦσαν ἑαυτῇ ἢ ἂν βούληται ταῖς γυναιξὶ ταῖς ἔνδον). Το συμπόσιο μπορεί να ξεκινήσει.

Οι πρωταγωνιστές του διαλόγου θα μιλήσουν με τη σειρά: ο Φαίδρος, ο Παυσανίας, ο Ερυξίμαχος, ο Αριστοφάνης (που χάνει τη σειρά του λόγω του λόξιγκα από το μεθύσι) και τέλος ο οικοδεσπότης Αγάθωνας θα αναπτύξουν τις περί έρωτος ιδέες τους, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο ενδιαφέρουσες, έως ότου φτάνει η στιγμή που όλοι περιμένουν: Ο Σωκράτης, τελευταίος από όλους, θα μιλήσει για τον έρωτα. Ο Πλάτωνας όμως δεν θα αφήσει τη θεωρία του να ακουστεί από το στόμα του δασκάλου του αλλά από μία γυναίκα. Τη Διοτίμα:

«ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Τα λόγια για τον Έρωτα, που άκουσα κάποτε από μια γυναίκα από τη Μαντινεία τη Διοτίμα, που ήταν σοφή και σ’ αυτά και σε άλλα πολλά η οποία και σ’ εμένα δίδαξε τα ερωτικά (ἣ δὴ καὶ ἐμὲ τὰ ἐρωτικὰ ἐδίδαξεν)· όπως λοιπόν μου έλεγε τα λόγια, θα επιχειρήσω να σας τα διηγηθώ με λεπτομέρεια.» -Πλάτων, Συμπόσιον 201d1-7

Ο Σωκράτης σε όλη την αφήγηση δεν παραλείπει να εξυμνεί τη Διοτίμα με κάθε ευκαιρία: Τη θαυμάζει για τη σοφία της και φοιτά κοντά της για να μάθει (206b5-6), πηγαίνει σ’ εκείνη γιατί χρειάζεται δασκάλους (207c4-5), την αποκαλεί «σοφοτάτη» καθώς απαντάει σαν τους «τέλειους σοφιστές» (208b8-c1) και αφού ολοκληρώσει τα λόγια της δηλώνει ότι ο ίδιος έχει πεισθεί από αυτά και θα προσπαθήσει να πείσει και τους άλλους (212b1-3).

Η διήγηση της Διοτίμας με τις σωκρατικές παρεμβολές εν είδη αποριών είναι η ωραιότερη του πλατωνικού έργου. Η γυναίκα διδάσκει στον Σωκράτη τον έρωτα, δίχως να είναι βέβαιη για το αποτέλεσμα της διδασκαλίας της, αν δηλαδή είναι ικανός να την κατανοήσει (210a1-2). Είναι εκείνη που αφηγείται τον μύθο της γέννησης του Έρωτα, που γελά με την αμάθεια του Σωκράτη και του εξηγεί ότι ο Έρωτας δεν είναι θεός, όπως όλοι νομίζουν, αλλά δαίμονας. Η Διοτίμα παρουσιάζει τη φύση του Έρωτα ως απογόνου των αντιθέτων, του Πόρου και της Πενίας:

«κατ΄ αρχάς είναι πάντοτε φτωχός, και απέχει πολύ από το να είναι απαλός και ωραίος, όπως νομίζουν οι πολλοί, αλλά είναι σκληρός και βρόμικος (αὐχμηρὸς) και ξυπόλητος και άστεγος (ἄοικος), και πάντοτε είναι χάμω ξαπλωμένος χωρίς κρεβάτι, και έξω από πόρτες και στους δρόμους κοιμάται. Από τον πατέρα του όμως έμαθε να συνωμοτεί εναντίων των ωραίων και καλών, είναι ανδρείος και ριψοκίνδυνος και ορμητικός, δεινός θηρευτής, πάντοτε μηχανεύεται, και επιθυμεί τη φρόνηση» -Πλάτων, Συμπόσιον 202c5-d6

Ο διάλογος κλιμακώνεται με τη Διοτίμα να απαντά με εμβρίθεια σε όλα τα σωκρατικά ερωτήματα. Ο Έρωτας είναι ο έρωτας για το ωραίο και βέβαια επιδιώκει την απόκτησή του, θέλει να το κατακτήσει, όπως και το καλό. Γιατί; Ο Σωκράτης αυτή τη φορά βρίσκει εύκολη την απάντηση: «Για να γίνει ευδαίμων» (ὅτι εὐδαίμων ἔσται). Αλλά ο τελικός ορισμός του έρωτα δεν έχει δοθεί. Η Διοτίμα είναι εκείνη που θα μιλήσει για τοκετό, όχι όμως των γυναικών. Ξεκινώντας από τον σωματικό τοκετό, αυτόν που μας κάνει αθάνατους μέσω του είδους, θα περάσει στον ψυχικό. Και η ψυχή κυοφορεί και γεννά θα του πει. Και η ομορφιά της υπερβαίνει τη σωματική. Γι’ αυτό αξίζει να ζει κάποιος, περισσότερο από όλα, για να φτάσει στη θέαση του ωραίου (βιωτὸν ἀνθρώπῳ, θεωμένῳ αὐτὸ τὸ καλόν). Η εικόνα της σκάλας οδηγεί στη θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα. Η Διοτίμα διδάσκει τον Σωκράτη:

«Γιατί αυτό είναι βέβαια το να επιλέγει κάποιος ορθά τον έρωτα (τὸ ὀρθῶς ἐπὶ ἐρωτικὰ ἰέναι) ή να οδηγείται από άλλον, ξεκινώντας από αυτά εδώ τα ωραία χάρη στο ωραίο, πάντοτε να πορεύεται ανοδικά, σαν να ανεβαίνει σκαλοπάτια, από ένα σε δύο και από δύο σε όλα τα ωραία σώματα, και από τα ωραία σώματα σε όλες τις ωραίες ασχολίες, και από τις ωραίες ασχολίες σε όλες τις ωραίες γνώσεις, και από τις γνώσεις σε εκείνη την τελευταία γνώση, που δεν είναι άλλη παρά η γνώση του ίδιου του ωραίου, και να γνωρίσει επιτέλους αυτό που είναι το ίδιο το ωραίο (καὶ γνῷ αὐτὸ τελευτῶν ὃ ἔστι καλόν).» -Πλάτων, Συμπόσιον 211b8-d1

Γιατί όμως ο Πλάτωνας βάζει στο έργο μια γυναίκα ως κάτοχο της πολύτιμης γνώσης του έρωτα να συμβουλεύει τον Σωκράτη; Γιατί δεν την αφηγείται ο ίδιος ο Σωκράτης, πρωταγωνιστής πολλών έργων; Γιατί σε ένα (αντρικό) συμπόσιο παρακολουθούμε τον Σωκράτη να αναδιηγείται ό,τι άκουσε από μια γυναίκα, τη Διοτίμα, τη στιγμή που ο συγγραφέας έχει στείλει την άλλη γυναίκα του έργου, την αυλητρίδα, στον γυναικωνίτη; Οι συνδαιτυμόνες δεν δείχνουν να παραξενεύονται. Ναι. Υπάρχουν σοφές γυναίκες. Ο Πλάτωνας το διακηρύσσει περίτρανα. Ο σοφότατος Σωκράτης, τον οποίο περιμένουν να ακούσουν όλοι, αναγνωρίζει και επικροτεί τη σοφία μιας γυναίκας.

Γιατί η Διοτίμα λοιπόν; Ο Πλάτωνας μέσα από τους διαλόγους του κρατάει τη φιλοσοφία ζωντανή ακόμη και σήμερα. Όπως σχολίασε ο A. Whitehead «ο ασφαλέστερος γενικός χαρακτηρισμός της ευρωπαϊκής φιλοσοφικής παράδοσης είναι ότι αποτελείται από υποσημειώσεις στον Πλάτωνα. Δεν εννοώ το γενικό πλαίσιο των γνώσεων που οι μελετητές έχουν εξάγει από τα γραπτά του. Αναφέρομαι στον πλούτο των γενικών ιδεών που απορρέουν από αυτές».

Ο συγγραφέας του Συμποσίου θα μπορούσε να τοποθετήσει οποιονδήποτε στη θέση της Διοτίμας, αλλά οι πρωταγωνιστές του είναι πάντοτε προσεκτικότατα επιλεγμένοι. Η θεωρία των Ιδεών, η θέαση του ωραίου, δεν είναι αντρική υπόθεση. Στο Συμπόσιον η Διοτίμα κατέχει τον κεντρικό ρόλο και η επιλογή διαπερνά το αναγνωστικό κοινό, ένα κοινό 2.500 χρόνων:

Οι γυναίκες μπορούν να γίνουν αυλητρίδες ή Διοτίμες. Να μείνουν στον γυναικωνίτη ή να διδάξουν τους άντρες.

Ο Αριστοτέλης και η προσφορά της αγάπης ως ύψιστη ευχαρίστηση

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση της φιλίας στο έβδομο βιβλίο από τα «Ηθικά Ευδήμια» ο Αριστοτέλης θεωρεί σκόπιμο να εμβαθύνει στο ζήτημα της ευχαρίστησης διερωτώμενος αν είναι δυνατό να υπάρξει φιλία χωρίς να αντλείται ηδονή από τους ανθρώπους που την πλαισιώνουν: «Εδώ πρέπει να δείξουμε προσοχή και να εξετάσουμε αν υπάρχει φιλία άνευ ηδονής, και αν ναι, σε τι διαφέρει αυτή· επίσης, πού έγκειται εν τέλει η φιλία· άραγε στο ότι κάποιος είναι αγαθός, έστω κι αν δεν είναι ηδύς; Και γίνεται φιλία χωρίς ηδονή;» (1237a 23-27).

Οι προβληματισμοί αυτού του είδους σηματοδοτούν την ιεράρχηση των ανθρωπίνων αναγκών (ή προσδοκιών) που θα καθορίσουν τα κριτήρια της φιλίας. Το ερώτημα του κατά πόσο ο αγαθός μπορεί να γίνει φίλος, ακόμη κι αν δεν είναι ευχάριστος, αντικατοπτρίζει το δίλημμα των προτεραιοτήτων που πρέπει να εκπληρωθούν για τη σύναψη μιας ποιοτικής φιλικής σχέσης. Μοιραία, τίθεται με τρόπο συγκριτικό η προτίμηση στην αρετή ή την ευχαρίστηση.

Ο Αριστοτέλης θα απαντήσει κάνοντας έναν παραλληλισμό: «Όπως στο πεδίο της επιστήμης οι πρόσφατες παρατηρήσεις κι γνώσεις προκαλούν πολύ ισχυρό αίσθημα ηδονής, έτσι συμβαίνει και με τις συναντήσεις μεταξύ φίλων· ο λόγος είναι ο ίδιος και στην επιστήμη και στη φιλία» (1237a 29-32).

Για να δοθούν εξηγήσεις: «εκ φύσεως το γενικώς αγαθό είναι και γενικώς ηδύ, και για όποιους είναι αγαθό, για τους ίδιους είναι και ηδύ. Γι’ αυτό και τα όμοια χαίρονται αυτομάτως το ένα το άλλο, και το πιο ηδύ για τον άνθρωπο είναι ο άνθρωπος. Εάν, λοιπόν, η ενεργητική εκδήλωση αγάπης και φιλίας που συνοδεύεται από ηδονή είναι αμοιβαία επιλογή της συγκεκριμένης σχέσης, είναι φανερό ότι και γενικώς η φιλία στην πρωταρχική της σημασία θα είναι αμοιβαία επιλογή των γενικώς αγαθών και ηδέων, ακριβώς για το λόγο ότι αυτά είναι αγαθά και ηδέα» (1237a 33-41).

Με άλλα λόγια, το αγαθό (με όποια κριτήρια κρίνεται ως τέτοιο) δεν μπορεί παρά να είναι και ευχάριστο, αφού κανείς δε δυσαρεστείται με αυτά που κρίνει αγαθά. Από αυτή την άποψη, το ερώτημα που αφορά τη δυνατότητα της φιλίας με κάτι αγαθό που δεν κρίνεται ευχάριστο είναι κενό περιεχομένου, ως κάτι αδύνατο. Κι αν πρέπει να το πούμε αλλιώς, οτιδήποτε κρίνεται αγαθό κρίνεται κατ’ ανάγκη και ευχάριστο χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ισχύει και το αντίστροφο (αυτό που κρίνεται ευχάριστο δεν είναι κατ’ ανάγκη αγαθό).

Η συμπεριφορά εκείνων που εκθειάζουν πράξεις ή συνήθειες ως αγαθές, αλλά ποτέ δεν τις κάνουν επικαλούμενοι εμπόδια, έλλειψη χρόνου κλπ., κρίνεται από θέση αρχής υποκριτική, αφού, αν πράγματι τις έκριναν αγαθές, θα επιδίωκαν οπωσδήποτε την ευχαρίστηση της πραγμάτωσής τους. Τέτοιοι άνθρωποι αρέσκονται να αναπαράγουν αυτά που γενικώς κρίνονται αγαθά (και να τα υποστηρίζουν) περισσότερο για να εντάξουν τον εαυτό τους στα ενδεδειγμένα κοινωνικά πλαίσια.

Στην ουσία τα απορρίπτουν αναζητώντας την ευχαρίστηση σε άλλες ασχολίες που (προφανώς) τους ταιριάζουν περισσότερο. Το παράδειγμα του ανθρώπου που εκθειάζει τα βιβλία αλλά ξοδεύει τον περισσότερο χρόνο του στην τηλεόραση (την οποία και επικρίνει) είναι εξόχως ενδεικτικό. Οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται σε διάσταση ανάμεσα σε αυτά που πράγματι (θεωρητικά τουλάχιστον) αναγνωρίζουν ως αγαθά κι αυτά που λόγω εθισμού βρίσκουν ευχάριστα.

Σε τελική ανάλυση, η φιλία είναι αυστηρά καθορισμένη από τον εθισμό. Αυτά που συνηθίζει κανείς αυτά του αρέσουν. Κι εφόσον του αρέσουν τα θεωρεί αγαθά είτε το παραδέχεται είτε όχι. Ο άνθρωπος που πράγματι θεωρήσει αγαθές άλλες συνήθειες από αυτές που έχει συνηθίσει δεν έχει άλλη επιλογή από το να μετασχηματίσει τον εαυτό του προς την νέα κατεύθυνση. Αν δεν το κάνει αυτό, παραμένει (και ιδεολογικά) στην προτεραία κατάσταση, όσο κι αν διατείνεται το αντίθετο.

Κι αν η διάσταση ανάμεσα σε αυτό που αναγνωρίζει κανείς ως αγαθό κι αυτό που του δίνει ευχαρίστηση έχει ηθικό περιεχόμενο, υπάρχει ο κίνδυνος της πιο ολοκληρωτικής δυστυχίας. Η απόρριψη αυτών που προσδίδουν ευχαρίστηση (ως πράξεις εντελώς αντίθετες με την αρετή) δεν είναι τίποτε άλλο από την απόρριψη του ίδιου του εαυτού που εισπράττει χαρά από ανήθικα πράγματα.

Είναι το σημείο που τα πάθη κυριαρχούν τη ζωή σηματοδοτώντας την πιο επώδυνη ψυχική ανισορροπία. Κι όσο πιο ανήθικα είναι τα πάθη, τόσο βαθύτερη και η απόρριψη του εαυτού. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι σχεδόν αδύνατο να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Εκτός αν φτάσει στο θηριώδες. Όμως, τότε (αριστοτελικά τουλάχιστον) δεν ανήκει στους ανθρώπους. Εκείνος που εισπράττει χαρά κακοποιώντας μικρά παιδιά ή σκοτώνοντας, και δε νιώθει άσχημα γι’ αυτό, δεν είναι άνθρωπος. Είναι ένα άλογο κτήνος.

Σε κάθε περίπτωση, ο εθισμός θα καθορίσει όλα εκείνα που θα αγαπήσει κανείς: «Και η φιλία στη συγκεκριμένη της μορφή είναι εκείνη η πάγια διάθεση της ψυχής (έξη), από την οποία πηγάζει η επιλογή των αγαθών και των ηδέων» (1237a 41-42).

Κατόπιν αυτών είναι σαφές ότι η φιλία μεταξύ των ανθρώπων είναι η έκφραση της αμοιβαίας τους αγάπης: «Αφού, λοιπόν, η εκδήλωση αγάπης σημαίνει να αντιμετωπίζει κανείς το αντικείμενο της αγάπης του ως ακριβώς τέτοιο, τότε και ο φίλος γίνεται αντικείμενο της αγάπης του φίλου του, ακριβώς διότι είναι στην ουσία φίλος του και όχι μουσικός ή γιατρός· και μόνο η ηδονή που αντλεί από αυτόν ακριβώς ως φίλο είναι η ηδονή της φιλίας» (1237b 1-5).

Το δεδομένο της αναγκαιότητας του αγαθού για τη σύναψη κάθε φιλίας εξασφαλίζει και την ευχαρίστηση. Η ίδια η φύση της φιλίας, ως αμέριστης αγάπης που θα επιφέρει τη βαθύτερη συναισθηματική μοιρασιά, αποτελεί εγγύηση της ηδονής που θα εισπραχθεί. Ο προβληματισμός για το φίλο που δεν προξενεί ευχαρίστηση έχει οριστικά ακυρωθεί. Αν δεν προξενεί ευχαρίστηση, δεν είναι φίλος: «Οπότε, αν δε χαίρεται (κανείς) το φίλο του ακριβώς για το λόγο ότι είναι αγαθός, δεν πρόκειται για τη φιλία στην πρωταρχική της σημασία. Και κανένα τυχαίο και άσχετο με τη φιλία γνώρισμα δεν πρέπει να στέκεται εμπόδιο στην απόλαυση του αγαθού» (1237b 5-7).

Ακόμη και αντικειμενικά απωθητικά χαρακτηριστικά, όπως η δυσοσμία, δεν μπορούν να αποτρέψουν τη γέννηση της φιλίας, αν υπάρχει το δεδομένο της αρετής: «Με έναν σφόδρα δύσοσμο, δηλαδή, τι θα γίνει; Είναι κάτι που ξεπερνιέται. Θα αγαπιέται και αυτός με την αντίστοιχη φιλική διάθεση· αλλά δεν είναι ανάγκη να συζεί κανείς μαζί του» (1237b 8-9).

Το δεδομένο της δυσκολίας να συζήσει κανείς με το δύσοσμο, ακόμη κι αν κριθεί ως αδυναμία στην αναζήτηση του έρωτα, με τίποτε δε θα δράσει ανασταλτικά στην προσέγγιση φίλων. Εξάλλου, είναι φανερό ότι το συγκεκριμένο σχόλιο γίνεται μάλλον περιπαικτικά από τον Αριστοτέλη.

Η αγάπη έχει στέρεες βάσεις μονάχα όταν θεμελιώνεται στην αρετή. Σε αντίθετη περίπτωση κρίνεται εφήμερη, αφού η έλλειψη αρετής θα επιφέρει και την έλλειψη εμπιστοσύνης και χωρίς εμπιστοσύνη είναι αδύνατο να γίνει λόγος για σταθερότητα: «Διότι όλοι δέχονται ότι η φιλία είναι κάτι σταθερό, και η μόνη σταθερή φιλία είναι η πρωταρχική φιλία. Ακόμη, σταθερή φιλία δε γίνεται χωρίς εμπιστοσύνη, και η εμπιστοσύνη θέλει επίσης το χρόνο της, αφού προϋποθέτει τη δοκιμή και την πείρα» (1237b 12-16).

Αυτός είναι και ο λόγος που ο χρόνος τίθεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την οικοδόμηση της φιλίας. Οι φίλοι δε γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη, αφού η εμπιστοσύνη χτίζεται μόνο σταδιακά. Εκείνοι που θεωρούν ότι αποκτούν φίλους με κάθε ελάχιστη-τυχαία συναναστροφή είναι προφανές ότι στερούνται κριτηρίων: «Χωρίς τον αναγκαίο χρόνο δεν μπορεί να υπάρξει φίλος, μπορεί να υπάρχει απλώς η βούληση να γίνουν κάποιοι φίλοι· και αυτή η διάθεση της ψυχής πολλές φορές μάς μπερδεύει και τη λέμε φιλία. Αλλά φίλοι είναι μόνο εκείνοι που πραγματώνουν μεταξύ τους όσα απαιτεί μια αληθινή φιλική σχέση» (1237b 20-23).

Κι αν κάποιος θεωρεί ότι το ζήτημα δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Ιδού η απόδειξη: Εύκολα διαβάλλεται η σχέση όσων λένε ότι είναι φίλοι αλλά η φιλία τους δεν έχει δοκιμαστεί. Ασφαλώς, στα θέματα που έχουν δοκιμάσει ο ένας τον άλλο και τον έχουν γνωρίσει καλά, δε θα πιστέψουν σε διαβολές. Στα υπόλοιπα, όμως, όπου δεν έχουν εμπειρία, θα πιστέψουν τους συκοφάντες και τα αληθοφανή επιχειρήματα που αυτοί θα επιστρατεύσουν» (1237b 28-31).

Η εμπιστοσύνη δεν είναι τίποτε άλλο από την επιβεβαίωση της αρετής του άλλου προσώπου. Μόνο τους ενάρετους εμπιστεύεται κανείς και αυτός είναι ο λόγος που η αληθινή φιλία απευθύνεται μονάχα σε αυτούς: «Παράλληλα, διαπιστώνουμε ότι φιλία αληθινή δε συναντάται ανάμεσα σε ανθρώπους κακούς. Εμπιστοσύνη μεταξύ τους δεν μπορεί να υπάρχει, κι ο κακός είναι κακός με όλους· με τον εαυτό του για μέτρο, μετράει και τους άλλους. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι οι καλοί εξαπατώνται πιο εύκολα από τους κακούς: δεν έχουν την πείρα να φανούνε δύσπιστοι» (1237b 32-36).

Κι όχι μόνο αυτό: «Και, ακόμη, οι κακοί άνθρωποι επιλέγουν αντί του φίλου πράγματα, που μπορεί εκ φύσεως να είναι καλά, πλην όμως τα αγαπούν πιο πολύ από τον άνθρωπο· άρα δεν είναι φίλοι. Διότι με αυτό τον τρόπο δε γίνονται κοινά όσα έχουν οι φίλοι, και χαρίζεται ο φίλος στα πράγματα και όχι τα πράγματα στο φίλο» (1237b 36-42).

Η ρηχότητα της συμφεροντολογικής οπτικής του κακού που βάζει τα πράγματα πάνω από τους ανθρώπους είναι η καταδίκη της αέναης ατομικότητας που θα ζήσει για πάντα περιχαρακωμένη. Οι άνθρωποι αυτοί δε θα απολαύσουν ποτέ τη συναισθηματική ολοκλήρωση της ανιδιοτελούς προσφοράς. Στην ουσία είναι ανίκανοι να βιώσουν την αγάπη. Κι αυτός είναι ο ύψιστος συναισθηματικός ακρωτηριασμός. Για τον Αριστοτέλη η προσφορά της αγάπης είναι σημαντικότερη από την αποδοχή της, αφού η ανεπιτήδευτη χαρά που βιώνει κανείς προσφέροντας σηματοδοτεί την πιο ολοκληρωμένη οπτική της συντροφικότητας.

Σε τελική ανάλυση, το δεδομένο ότι η χαρά του φίλου είναι και προσωπική χαρά (αν αυτό δεν ισχύει, τότε δεν υπάρχει φιλία) καθιστά σαφές ότι η επίγνωση της προσωπικής συμμετοχής στην εδραίωσή της κάνει τη συναισθηματική ευφορία εντονότερη. Εξάλλου, η εκδήλωση της αγάπης διαχωρίζει τα έμψυχα από τα άψυχα.

Από αυτή την άποψη, οι άνθρωποι που αδυνατούν να εκδηλώσουν την αγάπη τους υπολογίζοντας περισσότερο το υλιστικό τους συμφέρον είναι σαν να αρνούνται την ίδια την ψυχική τους υπόσταση: «Γι’ αυτό και το να δείχνει κανείς αγάπη είναι χαρά, ενώ το να δέχεται αγάπη μπορεί να μην είναι. Το να δέχεται κανείς αγάπη δεν είναι δική του ενέργεια αλλά του αντικειμένου της αγάπης, ενώ η εκδήλωση αγάπης χαρακτηρίζει τη φιλία· και το να εκδηλώνουν αγάπη χαρακτηρίζει μόνο τα έμψυχα, ενώ το να δέχονται το έχουν και τα άψυχα, αφού και αυτά γίνονται αντικείμενα αγάπης» (1237a 45-49).

Η προσφορά της χαράς, ως έμπρακτη απόδειξη αγάπης, αποτελεί ενεργητική εκδήλωση της ψυχής και γι’ αυτό κρίνεται ηδονικότερη. Ο φίλος χαίρεται περισσότερο όταν προσφέρει αγάπη παρά όταν τη δέχεται. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι και η αποδοχή της αγάπης ή της ενθάρρυνσης δεν είναι εξόχως σημαντική για την ισορροπία της ψυχής.

Η αντικατάσταση των ανθρώπων από τα πράγματα σε επίπεδο αξιών και συναισθημάτων σηματοδοτεί την αντίληψη που μετατρέπει τα πάντα σε κατανάλωση. Κατά τον Αριστοτέλη μια τέτοια εκδοχή για τις ανθρώπινες σχέσεις αποτελεί τον ύψιστο παραλογισμό: «δεν μπορεί να είναι ισοδύναμη επιλογή ένα ρούχο κι ένας φίλος. Και είναι αλήθεια –έτσι πιστεύουμε– ότι σε κάθε περίπτωση ένας άνθρωπος λογικός επιλέγει ανάμεσα σε δύο πράγματα το καλύτερο, και αν στο παρελθόν χρησιμοποιούσε πάντα το χειρότερο και όχι το καλύτερο, τώρα πρέπει να πάει το πράγμα στο καλύτερο. Αλλά με τους φίλους δεν είναι όπως με τα πράγματα: δεν αφήνεις τον παλιό φίλο για έναν άγνωστο, κι ας είναι αυτός καλύτερος» (1237b 43-47).

Η αντίληψη που θέλει την εναλλαγή των φίλων σαν να πρόκειται για ρούχα εκμηδενίζει κάθε έννοια φιλίας, αφού δεν εκπληρώνει ούτε το κριτήριο της σταθερότητας ούτε της εμπιστοσύνης. Οι δημιουργία νέων φίλων δε σηματοδοτεί την αντικατάσταση των παλιών και οι φίλοι που τελικά χάνονται με το πέρασμα του χρόνου, όχι από κάποια τυχαία συγκυρία αλλά από έλλειψη ενδιαφέροντος για συναναστροφή, προφανώς δεν εκπλήρωναν τα εχέγγυα της πρωταρχικής φιλίας.

Οι αναντίρρητες προϋποθέσεις του χρόνου και της εμπιστοσύνης καθιστούν σαφές ότι ο αριθμός των φίλων θα είναι κατ’ ανάγκη περιορισμένος. Η ολιγοφιλία κρίνεται αναπόφευκτη, αφού το αντικειμενικό πλαίσιο του χρόνου δεν επιτρέπει την εκπλήρωση των προϋποθέσεων με πολλούς ανθρώπους. Ο Αριστοτέλης είναι ξεκάθαρος: «δε γίνεται να υπάρχει φιλία αληθινή ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους, αφού δε γίνεται να τους δοκιμάσουμε και να τους γνωρίσουμε όλους· κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε να τους ζήσουμε από κοντά» (1237b 41-43).

Ο άνθρωπος που θεωρεί ότι έχει πολλούς φίλους απλώς και μόνο επειδή συναναστρέφεται πολλούς σε τυχαίες κοσμικές εκδηλώσεις έχει παντελή άγνοια του θέματος. Επί της ουσίας δεν έχει κανένα φίλο: Επιπλέον, «να είναι κανείς φίλος με πολλούς, τον δυσκολεύει να τους δείχνει αγάπη και να τους έχει φίλους· δεν μπορεί κανείς να εκδηλώνει τη φιλία του έμπρακτα σε πολλούς ανθρώπους» (1238a 11-13).

Αυτό που μένει είναι η αυτογνωσία για να μπορεί να επιλέγει κανείς τους φίλους που του ταιριάζει: «δεν αρκεί να είναι γενικά αγαθός ο φίλος, αλλά πρέπει και ειδικά για σένα, αν πρόκειται για φίλο δικό σου. Το να είναι κανείς γενικά αγαθός σημαίνει απλά να είναι αγαθός, ενώ φίλος δικός σου σημαίνει να είναι αγαθός ακριβώς για σένα» (1238a 3-9).

Είναι σαφές ότι για κάθε άνθρωπο το αγαθό, πέρα από τα αντικειμενικά-καθολικά κριτήρια της εντιμότητας, της εχεμύθειας, της δικαιοσύνης, του σεβασμού κλπ. (που πρέπει να εκπληρώνονται οπωσδήποτε), έχει και υποκειμενικά-ειδικά κριτήρια, όπως τα ενδιαφέροντα, η αντίληψη του χιούμορ, με δυο λόγια όλα εκείνα που αποτιμούν το σύνολο της προσωπικότητας. Αυτός είναι και ο λόγος που σε κάθε περίπτωση το αγαθό ταυτίζεται με το ευχάριστο, αφού όλα αυτά που κρίνονται αγαθά επιφέρουν ευχαρίστηση και συμπυκνώνονται στην εικόνα του φίλου που είναι σε θέση να τα εκπληρώσει.

Κι αυτό ακριβώς είναι το πορτρέτο του ιδανικού φίλου. Η δυσκολία του να βρεθούν άνθρωποι που να ανταποκρίνονται σε όλες αυτές τις προσδοκίες είναι ακόμη μια απόδειξη ότι οι αληθινοί φίλοι (με την πρωταρχική σημασία του όρου) δεν μπορούν παρά να είναι λίγοι.

Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια

Η Δήμητρα, ο Τριπτόλεμος, και τα Ελευσίνια μυστήρια

Το κείμενο που ακολουθεί, αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Εντούτοις εντός του κειμένου ίσως να υπάρχουν ψήγματα διδασκαλιών, αρχετυπικές εικόνες, σύμβολα και αλληγορίες, τα οποία μπορεί να σχετίζονται σε μικρό ή μεγάλο βαθμό σε κάποιες από τις μυθαγωγικές και μυσταγωγικές παραδόσεις των Ελευσινίων μυστηρίων, όπως τουλάχιστον διασώθηκαν μέσα από τις ελάχιστες πληροφορίες που διαθέτουμε.

«Nύκτωρ δ΄ ἐτελεῖτο τὰ μυστήρια» -Βάτραχοι, Αριστοφάνη (343.10)

Η νύχτα είχε προχωρήσει ο δίσκος της Εκάτης είχε αρχίσει να χαμηλώνει στον σκοτεινό ουράνιο θόλο. Σε λίγο το άρμα του θεού Ήλιου θα άρχιζε να σκορπίζει το ζωογόνο φως του στην πλάση. Ο Τριπτόλεμος βρισκόταν στα πεδία του Θεού ύπνου, και πιο συγκεκριμένα στα εργαστήρια του γιου του ύπνου, του Μορφέα. Οι βοηθοί του οι Όνειροι, ο Φοβήτορας και ο Φάντασος, είχαν μία ιδιαίτερη αποστολή απόψε. Η Θεά Δήμητρα είχε ζητήσει από τον Μορφέα να εμφανιστεί αυτή η ίδια στο όνειρο του Τριπτόλεμου, γιού του βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού.

Η Δήμητρα εμφανίστηκε στο Τριπότλεμο απαστράπτουσα με όλη της την χάρη. «Ούλε τε καί μάλα χαίρε , θεοί δέ τοι όλβια δοίεν» (Να είσαι καλά και να χαίρεσαι, οι δε θεοί να σου δίδουν ευτυχία - Ομήρου 'Οδύσσεια, ω - 402 ), ήταν τα πρώτα λόγια της Θεάς.

- «Είναι αλήθεια», είπε η Θεά στον Τριπτόλεμο, «είσαι ευλογημένος από τους Θεούς, και από εμένα πρώτη», συνέχισε η Δήμητρα.

Ο Τριπτόλεμος γεμάτος δέος δεν τολμούσε να κοιτάξει την θεά στα μάτια.

- «Σεβαστή Δήμητρα λαμπρόδωρη, ωριμάστρια των καρπών, ανάξιος εγώ ο θνητός, τα Θεϊκά σου κάλλη σου να αντικρίσω».

Η Θεά έβαλε το δείκτη στα χείλη της, και του είπε:

- «Ανάμεσα στην ανθρώπινη γενιά, βρίσκονται θεοί αθάνατοι και παρατηρούν τα έργα των θνητών Τριπτόλεμε. Επάνω στην πολύτροφη τη γη τρεις μύριοι αθάνατοι του Δία υπάρχουν φύλακες των θνητών ανθρώπων, ντυμένοι ομίχλη, σ᾽ όλη τη γη γυρνώντας, τα ανθρώπινα έργα δικάζοντας. Μία παρθένα είναι η Δίκη, από το Δία γεννημένη, ένδοξη και αξιοσέβαστη απ᾽ τους θεούς που εξουσιάζουν τον Όλυμπο. Η δική σου η γενιά Τριπτόλεμε είναι από εμένα δοξασμένη, απ’ όταν την κόρη μου αναζητούσα.

Στο Νύσιο πεδίο βρισκόταν η πολυαγαπημένη μου κόρη με άλλες παρθένες κόρες μαζί, την Αθηνά και τη Άρτεμη, και μάζευαν της γης τα πολύχρωμα δώρα, των λουλουδιών τα άνθη, και όταν ένα νάρκισσο άγγιξε, άνοιξε η γη στα δύο, και από μέσα ξεπήδησε ο Άδης με το άρμα του αρπάζοντας την. Κανείς δεν ήξερε να μου πει την τύχη της κόρης μου Περσεφόνης. Ο Πανόπτης Δίας έλειπε, και τίποτα δεν είδε.

Εννέα μέρες μαυροφορεμένη τον κόσμο γύρισα, να βρω την κόρη την πολύτιμη, με δύο δάδες αναμμένες στα χέρια. Μόνο η θεά Εκάτη από το αρχαίο άντρο της τις ικεσίες της κόρης άκουσε, και μόνο ο άναξ Ήλιος, ο λαμπρός γιος του Υπερίωνα είδε τι συνέβη.

Την δέκατη ημέρα βρήκα την μαυροφορούσα Εκάτη με πυρσούς στα χέρια. Μου είπε πως τις κραυγές της κόρης μου άκουσε μέσα από το χάσμα του Άδη, και με πήρε και πήγαμε στον ήλιο που απ’ του Ουρανού την εσχατιά όλα τα θωρεί. Αυτός μου αποκάλυψε πως την κόρη μου την αγαπημένη την έκλεψε ο Άδης. Κοινός θαρρείς ο πόνος Θεών και ανθρώπων, εξοργισμένη τον Όλυμπο άφησα, και με την μορφή θνητής μαυροφορεμένης γριάς στην πόλη που ο πατέρας σου βασιλεύει έφτασα, την φιλόξενη Ελευσίνα.

Κάτω από μία ελιά κάθισα κοντά σε ένα πηγάδι, όπου τέσσερις από τις αδελφές σου συνάντησα. Άτυχη και βαθιά τυραννισμένη από τους πειρατές σκλάβα από την Κρήτη τους είπα πως ήμουν, με το όνομα Δωσώ, ψάχνοντας σπιτικό τις υπηρεσίες μου να προσφέρω. Οι αδελφές σου στο παλάτι του πατέρα σου Κελεού με προσκάλεσαν, τον μικρό σου αδελφό Δημοφώντα να νταντεύω. Την θλίψη μου την ξέχασα με τα αστεία της Ιάμβης και τις άσεμνες χειρονομίες της γριάς Βαυβώς.

Η Βαυβώ κάθισε απέναντι μου με ανοιχτά πόδια, σήκωσε το φόρεμα της και με άσεμνες χειρονομίες μου έδειξε το αιδοίο της, αναστενάζοντας. Και απροσδόκητα από το αιδοίο της Βαυβούς πρόβαλε ο Ίακχος ο οποίος γελούσε μέσα από την μήτρα της άσχημης γριάς Βαυβούς. Κόκκινο κρασί μου πρόσφερε, τις έγνοιες μου να σβήσω. Μα νηστεία είχα ορκιστεί κι αρνήθηκα, τον κυκεώνα ζήτησα να μου φτιάξουν, αλεσμένο κριθάρι, με νερό και αρωματισμένο με φλισκούνι.

Η Μετάνειρα την ανατροφή του μικρού Δημοφώντα μου ανάθεσε, και εγώ το βρέφος κρυφά το άλειφα το βράδυ με αμβροσία και το πέρναγα πάνω από τις φλόγες της εστίας, τύχη Θεϊκή για να αποκτήσει. Μα σαν με είδε η Μετάνειρα χωρίς γνώση και απερίσκεπτα χωρίς να ξέρει τον σκοπό μου, για την ζωή του γιου της φοβήθηκε. Την μορφή μου τότε αποκάλυψα και στους φιλόξενους γονείς σου λαμπρό ναό τους πρόσταξα να κάνουν, βωμό με θυσίες και ιερά όργια να με τιμούν. Της μάνας Γαίας εγώ συνέχεια, από την ιερή Γη της Κρήτης του Δία λίκνο την σκυτάλη πήρα, και εδώ ξαπόστησα τον πόνο μου να γιάνω. Εγώ της φύσης τα δώρα φέρνω.

Τους σπόρους, τους καρπούς, τα δάση, και και όλα τα απαραίτητα σε ανθρώπους και ζώα διαφεντεύω. Όσο τα χθόνια παλάτια του Άδη μου στερούσαν κανένας σπόρος δεν φύτρωνε στη γη, και απειλήθηκε να εξαφανιστεί από λοιμό το γένος των ανθρώπων. Θυσίες δεν γίνονταν πια από τους θνητούς. Τι και εάν οι υπόλοιποι Ολύμπιοι με δώρα και προσφορές να απαλύνουν την οργή μου ήθελαν, εγώ στον Όλυμπο την θέση μου δεν θα ξανάπερνα, ούτε η γη θα ξανάδινε καρπούς, αν την κόρη μου ο Άδης δεν έφερνε πίσω.

Έστειλε τότε o κοσμοσείστης Δίας τον γοργοπόδαρο Ερμή στον Άδη να φέρει την Περσεφόνη πίσω σε μένα. O Άδης υπάκουσε και μιλώντας γλυκά στην Περσεφόνη για την επιστροφή της με κόλπο της έδωσε να γευτεί σπόρους από καρπό ροδιάς. Σαν έφερε την κόρη ο Ερμής στην Ελευσίνα τον δόλο του Άδη υποπτεύθηκα, και την κόρη ρώτησα αν έφαγε κάτι όσο ήταν στον Άδη.

Η Κόρη μου μολόγησε του Άδη τα τεχνάσματα, και τότε πια ήξερα, το ένα τρίτο του έτους η Κόρη μου θα ήταν υποχρεωμένη να ζει στα βάθη της γης ως βασίλισσα και σύζυγος του Άδη, και τα άλλα δυο τρίτα θα ανεβαίνει κοντά στους αθανάτους. Και ήρθε κοντά μας η αρχαία Εκάτη που τα γυναικεία θέματα διαφεντεύει, έγινε φύλακας άγγελος της Περσεφόνης. Ήσυχη πια άφησα την γη να πλημμυρίσει φύλλα και άνθη.

Οι Θεοί τα πάντα επιβλέπουν, και τα πάντα διαφεντεύουν. Τα έργα των ανθρώπων επιβραβεύουν ή καταδικάζουν. Τύχη αγαθή Τριπτόλεμε τα έργα των γονιών σου. Σε σένα τα μυστικά και την καλλιέργεια της γης θα μάθω. Δώρο Θεϊκό στου ανθρώπου η καλλιέργεια της γης. Πολιτείες τρανές η σπορά θα χτίσει, και τα έργα των θνητών αθάνατα θα γίνουν απ’ του σταχιού τον σπόρο.

Άρμα θα σου δώσω ξακουστό, άρμα που σέρνουν δράκοι. Την σπορά και καλλιέργεια στον κόσμο να πας να μάθεις, ο πρώτος και μεγαλύτερος ιερέας μου θα γίνεις. Το στάχυ σύμβολο μου. Όπως ο καρπός του σταριού πολύτιμος θρέφει τους ανθρώπους, έτσι και οι καρποί της ανθρώπινης διάνοιας θα δοξάσουν το γένος θνητών και αθανάτων.

Εδώ στην ιερή πόλη της Ελευσίνας θα υπάρξει δικός σου βωμός, και θα φυλάξουν το αλώνι που θα αλωνιστεί το πρώτο σιτάρι, στο Ράνιο πεδίο, «Άλως Τριπτόλεμου», θα το ονομάσουν όσοι έρθουν μετά από εσένα. Από το Ράνιο πεδίο θα παίρνουν χοντροαλεσμένο κριθάρι για να φτιάχνουν άρτο για τις θυσίες.

Μεγαλύτερο δώρο όμως Θεϊκό Τριπτόλεμε που την ζωή των θνητών θα αλλάξει , είναι τα σεπτά μυστήρια μου, αυτά, που πρώτη εγώ σε εσένα θα μυήσω. Ευτυχισμένος θα είναι όποιος από τους θνητούς μυηθεί στα Μυστήρια, στην μυστική και απόκρυφη γνώση. Η γέννηση και ο θάνατος δεν θα επηρεάζουν πια τη ζωή τους. Μπορεί κανείς να μιλά πολύ για το αγέννητο, αλλά αν δεν κατέβει στον Άδη, δεν θα γνωρίσει την αλήθεια, και την αόρατη πλευρά των φαινομένων.

Η κάθοδος της κόρης μου Περσεφόνης το αποκάλυψε αυτό. Όσοι δεν θα είναι ικανοί να μετάσχουν στις ιερές τελετές, δεν θα έχουν την ίδια τύχη όταν κατεβούν στα σκοτάδια του Άδη. Αυτά που θα σου αποκαλύψω δεν είναι για αυτιά αδαών. Κανείς δεν θα πρέπει να τα κοινολογεί στους αμύητους. Οι παραβάτες της απαγόρευσης θα αντιμετωπίσουν την οργή μου.

Άκουσε καλά Τριπότλεμε, τα λόγια μου να νοιώσεις, από το πνεύμα στην ψυχή, και από εκεί στην καρδιά σου. Πολλές παλιές γενιές ανθρώπων πέρασαν τρεφόμενοι από τα στήθη της γης, και με άλλα δώρα της φύσης που εγώ τους χάρισα. Στον Θεών τον κόσμο σαν σε όνειρο ζούσαν, και συνείδηση του Θεϊκού σχεδίου είχαν. Το ήξεραν, το ένοιωθαν, ήταν συνδεδεμένοι τόσο με το δικό μου βασίλειο, όσο και με το βασίλειο του Ουρανού.

Όλος ο κόσμος ζωντανός, οι νύμφες σύντροφοι των ανθρώπων, τα δέντρα έδιναν τους καρπούς τους, και οι άνθρωποι ήταν ευγνώμονες για κάθε μορφή ζωής. Αλίμονο όμως ο Κρόνος – Χρόνος είναι ο μεγάλος δάσκαλος και κριτής. Η ανθρώπινη γενιά, ξέχασε την καταγωγή της, το Θεϊκό λίκνο από όπου προέρχεται, και που είναι κοινό με οτιδήποτε υπάρχει στο κόσμο. Τα πάντα συνυπάρχουν, τα πάντα αλληλοσυνδέονται, τα πάντα αλληλοσυμπληρώνονται.

Οι άνθρωποι σκλήραναν, απομονώθηκαν από την φύση και την πραγματική τους φύση. Ο άνθρωπος αποτελεί ένωση ενός θνητού σώματος, και μιας αθάνατης ψυχής. Το σώμα του είναι ολοκληρωτικά παραδομένο στη διαρκή μεταβολή, ενώ η ψυχή του, που είναι ασώματη και αιώνια, είναι από την τη φύση της Θεϊκή. Για το υλικό σώμα υπάρχουν δυο χρόνοι.

Ο χρόνος από την σπορά μέχρι την γέννηση του, και από τη γέννηση του έως τον θάνατο. Για το αθάνατο σώμα υπάρχει μόνο ο χρόνος πριν από τη γέννηση του. Το θεϊκό, επομένως, είναι όλη η κοσμική συνένωση, η οποία ανανεώνεται απ' τη φύση, καθόσον μέσα στο θεϊκό εγκαταστάθηκε κι η φύση.

Δεν είναι δυνατό να κατανοήσεις το τέλειο με το ατελές, ούτε το αθάνατο με το θνητό. Όλα πρέπει να ξανά αποκαλυφθούν, αλλά τώρα πια έπρεπε να ειπωθούν δεν μπορούσαν όλοι να νοιώσουν, να βιώσουν, έπρεπε τώρα μάθουν, να πιστέψουν. Για αυτό δόθηκε ο μύθος στους θνητούς. Ο μύθος είναι μία πολύτιμη πηγή αλήθειας, διανθισμένη με Θεϊκές εικόνες, ώστε να μπορέσουν οι άνθρωποι να συντονιστούν ασυνείδητα σε ανώτερες διαστάσεις και συμπαντικές αλήθειες, αλήθειες που έχουν ξεχαστεί.

Στα σεπτά μου μυστήρια στα οποία εγώ πρώτη θα σε μυήσω μέσω του μύθου της αρπαγής της κόρης μου Περσεφόνης από το Άδη, η ψυχή του νεόφυτου, περισσότερο θα παθαίνει παρά θα μαθαίνει τα σχετικά με την φύση των Θεών, του σύμπαντος και της αθάνατης ψυχή του. Τις κλείδες εγώ θα σου δώσω, ώστε να ξεκλειδώσεις και να αποκαλύψεις τις υπέρτατες αλήθειες στους μύστες.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν. Η κόρη μου Περσεφόνη και οι φίλες της έπαιζαν ανέμελες στο Νύσιο πεδίο, που πήρε το όνομα του από τον Ιάκχο Διόνυσο, ο οποίος θα έχει τον πιο άρρητο λόγο στα μυστήρια που θα θεσπίσω. Με δόλο ο Θεός του κάτω κόσμου Άδης, έκανε να φυτρώσει ένας υπέροχος νάρκισσος μπροστά της. Δεν πρόλαβε να τον μυρίσει η μικρή μου κόρη, και κατέπεσαν τα όρια των κόσμων, και ξεκίνησε η πτώση μέσα στην ύλη.

Γιατί ο Νάρκισσος Τριπτόλεμε; Θυμήσου τα πάντα αλληλοσυνδέονται. Ποιος ήταν ο Νάρκισσος; Γιος της νύμφης Λειριόπης και του ποταμού Κηφισού για τον οποίο ο Τειρεσίας είχε προφητέψει ότι θα ζήσει ως τα βαθιά γεράματα αρκεί να μην «γνώριζε ποτέ τον εαυτό του»!!. Συνεπώς ότι γνώριζε ήταν ένα τμήμα του εαυτού του, το οποίο το γνώριζε μέσω των αισθήσεων, μέσω του εξωτερικού κόσμου, την μορφή της ύλης, αλλά όχι τον πραγματικό εσωτερικό του εαυτό. Κάποια ημέρα ο Νάρκισσος ενώ ήταν κοντά σε μια πηγή, είδε το πρόσωπό του στα νερά της.

Γοητεύτηκε από την εικόνα του που καθρεφτιζόταν στο νερό και θέλησε, βυθίζοντας το βραχίονα του στο νερό να τη αιχμαλωτίσει. Επειδή όμως παρά τις προσπάθειές του δεν το κατόρθωσε, παρέμεινε στη θέση αυτή ερωτευμένος με το είδωλο του, έως ότου μαράζωσε και πέθανε. Στη θέση εκείνη μετά από λίγο φύτρωσε το ομώνυμο άνθος, το οποίο μύρισε η κόρη μου για να χαθεί, και αυτή στου Άδη τα παλάτια.

Στους σπόρους που φυτεύονται στην γη υπάρχει μία δύναμη, την οποία ο ήλιος έλκει κατά τις χειμερινές τροπές όταν ευρίσκεται στο κάτω ημισφαίριο, για αυτό τον λόγο η Κόρη μου – Περσεφόνη διαμηνύει τη δύναμη που ενυπάρχει τους σπόρους, ενώ Πλούτων είναι ο κινούμενος κάτω από την Γη χθόνιος ήλιος - Διόνυσος, ο οποίος περιτρέχει τον αφανή κόσμο κατά την διάρκεια των χειμερινών τροπών, για αυτό και μοιράζεται εκ περιτροπής το ιερό των Δελφών με τον Απόλλωνα.

Το όνομα του Διονύσου σημαίνων είναι, εκ του «Διανύειν τον ήλιον», καθώς αφορά τη πύρινη δύναμη της χορευτικής και κυκλικής κινήσεως, δια της οποίας ωριμάζουν οι καρποί. Είναι επίσης η δύναμη των υγροποιών καρπών όλων των καρπών, και έχει θηλυκή μορφή διαμηνύοντας την αρρενοθήλεια δύναμη που σχετίζεται με την γέννηση των καρπών.

Ο Πλούτων που αρπάζει την κόρη φοράει πορφυρό χιτώνα, σύμβολο του αφανούς φωτός που έχει δύσει κάτω από την γη, χορηγώντας τον χθόνιο πλούτο, ενώ το σκήπτρο του είναι σύμβολο της βασιλείας του κάτω κόσμου. Ο κύων (Κέρβερος) που τον συνοδεύει δηλώνει την κύηση των καρπών που διαιρείται σε τρία στάδια την καταβολή, την υποδοχή και την ανάδοση. Ο Κέρβερος είναι τρικέφαλος επειδή τρείς είναι οι άνω οικοθεσίες του Ηλίου, ανατολή, μεσημβρία, Δύση, οι οποίες αντιστοιχούν στην γέννηση (νέος) , τον βίο (ώριμος), και τον θάνατο (γήρας) του ανθρώπου.

Το αθάνατο κομμάτι της ανθρώπινης ψυχής συμβολίζεται δια της κόρης μου Περσεφόνης που με την κάθοδο της στην γη, ερωτεύεται την μορφή, την ύλη, ξεχνώντας την πραγματική της υπόσταση, και την Θεϊκή της καταγωγή. Η πορεία της ζωής Τριπτόλεμε αποτελεί μια κίνηση που έχει την ρίζα του στην πνευματική όψη του κόσμου, την εκτίναξη του στην άλλη όψη που λέγεται ύλη, και τελικά την επιστροφή του στο σημείο από το οποίο πήγασε. Είναι ένας κύκλος με δύο τόξα, το ένα καθοδικό προς την ύλη και το άλλο ανοδικό προς το πνεύμα. Οδός άνω και κάτω μία.

Στον Ουρανό, θα βρει ο άνθρωπος την πνευματική πηγή της αθάνατης φύσεως του, ατραπός που θα του επιτρέπει να αναγνωρίζει την ουράνια καταγωγή του, καθ’ ομοίωση του πατρός του. Στην Γη, εγώ η πανμήτωρ Γαία η μητέρα του ανθρώπου, η Δήμητρα των Ελευσίνιων Μυστηρίων, την οποίαν ο άνθρωπος οφείλει να τιμά, αυτή από το χώμα της οποίας γεννήθηκε, και στην οποίαν θα επιστρέψει ο φθαρτός του φορέας, το σώμα του. Ο υλικός κόσμος είναι καθρέφτης των αθέατων πνευματικών Υπερβατικών Θεϊκών δυνάμεων.

Τα πάντα βρίσκονται σε αμοιβαία αλληλεπίδραση, τα πάντα αλληλοσυνδέονται, από την πέτρα έως την θάλασσα, από το βουνό έως τους πλανήτες. Όπως περιστρέφονται οι πλανήτες γύρω από τον ήλιο, έτσι και το υλικό σώμα του ανθρώπου περιστρέφεται γύρω από τον κεντρικό του ήλιο, την ψυχή. Το σώμα είναι δημιουργημένο από την πρωταρχική ουσία, την κοσμική σκόνη και τον αιθέρα στον οποίο κινούνται οι πλανήτες που είναι επίσης κοσμική σκόνη.

Η ψυχή είναι η φωτιά – ήλιος, ενώ η σάρκα είναι συγγενής με τη γη. Μετά το θάνατο του φυσικού σώματος το καθετί επιστρέφει στην πηγή του, και αφού «όλα βρίσκονται μέσα σε όλα», Και η «αληθινή του φύση» είναι κρυμμένη από το πέπλο της ύλης. Και όμως η ύλη κρύβει τον αόρατο δεσμό που συνδέει τα πάντα.

Αυτός ο αόρατος δεσμός οδηγεί το σώμα σου, όπως ακριβώς μια αόρατη δύναμη οδηγεί τον κόσμο. Ο άνθρωπος δεν είναι θνητός, μόνο το σώμα του είναι θνητό. Το ανθρώπινο σώμα είναι ο υποδοχέας και η βάση της ψυχής και του Πνεύματος, στοιχεία τα οποία ζωοποιούν αρμονικά το σώμα μας, κατά την διάρκεια της γήινης ζωής σας. Είστε πνεύμα που σας δόθηκε ένα σώμα, και σώμα στο οποίο δόθηκε ένα πνεύμα. Το φυσικό σώμα που φθείρεται, έχει να κάνει με τους νόμους του σύμπαντος, της. Οτιδήποτε γεννιέται μέσα στη φύση έχει ένα χρέος, που το πληρώνει όταν αποσυντίθενται, δίνοντας έτσι καινούργια ζωή.

Όπως ο σπόρος αφανής ενυπάρχει στο Βασίλειο της γης που διαφεντεύω, και με την βλαστική δύναμη του Διονύσου εμφανίζεται, ανθίζει, και μαραίνεται, έτσι και η Ζωή είναι ένα μονοπάτι συνεχών αλλαγών, και εξελίξεων. Σκοπός των αλλαγών αυτών είναι να προσφέρει στην ψυχή των θνητών διαφορετικές εμπειρίες ώστε να πορευθεί με την αγαθή ζωή και την βοήθεια των Θεών προς την τελειότητα. Γιατί μην αμφιβάλεις, αν μπορεί να γίνει με κάποιο τρόπο το θείο γνωστό, να είναι αντιληπτό από την ύπαρξη της ψυχής και από αυτήν να αναγνωρίζεται, καθ’ όσον είναι δυνατόν. Γιατί παντού τα όμοια αναγνωρίζουν τα όμοια τους.

Η ψυχή εισερχόμενη στον εαυτό της, θα δει και τον θεό. Και στην ένωση της με το κέντρο της ζωής, ξεπερνώντας το πλήθος και την ποικιλία των κάθε είδους δυνάμεων που βρίσκονται σε αυτήν, ανεβαίνει στη πηγή τους. Κατά τον ίδιο τρόπο η ψυχή η οποία κοιτάζει αυτά που βρίσκονται μετά από αυτήν, βλέπει τις σκιές και τα είδωλα των όντων, ενώ, αν στραφεί προς τον εαυτό της, ξεδιπλώνει τη δική της ουσία και τους δικούς της λογικούς προσδιορισμούς.

Και αρχικά, καθώς βλέπει μόνο τον εαυτό της, εμβαθύνει στην αυτογνωσία της και βρίσκει τον νου μέσα της και τις βαθμίδες των όντων, και προχωρώντας στο εσωτερικό της και περίπου στο άδυτο της ψυχής, εκεί «με κλειστά τα μάτια» - μύηση παρατηρεί εποπτεία, «το γένος των θεών». Είναι ο διαρκής κύκλος της ζωής από το μαρασμό και το πένθος της άγονης γης στη βλάστηση και την καρποφορία. Είναι η αλλαγή που επέρχεται σε κάθε μεταβολή μέσα και έξω μας.

Για τους αδαής που γνωρίζουν απλώς τον κύκλο των εποχών και της βλάστησης η Περσεφόνη θα είναι ο καρπός, το στάρι που φυτεύεται στη γη, φυτρώνει, καρπίζει, φεύγει. Το σιτάρι στην πραγματικότητα αλληγορεί το ταξίδι της εξελικτικής πορείας της ψυχής, η οποία ξεκινά συμβολικά με την σπορά επί της γης - ψυχής την 21ην Σεπτεμβρίου. Ο σπόρος αυτός θα δώσει βλαστό την 21ην Δεκεμβρίου, ανθοφορία την 21ην Μαρτίου και τελικώς καρποφορία την 21ην Ιουνίου. Οι τέσσερις αυτές είναι οι ιερότερες ημέρες του χρόνου.

Τα ιερά αυτά σημεία σηματοδοτούν τον χρόνο και τους τόπους δύναμης, όπως αυτά ορίζονται από την φύση και τους Θεούς. Ο άναξ του Ουρανού Απόλλων – Ήλιος οδηγεί κάθε μέρα το πύρινο άρμα του στον Ουρανό, και δίνει την θέση του στην Σελήνη- Εκάτη, για να μετρούν οι Θνητοί τον χρόνο. Ο Απόλλων - Ήλιος και η Σελήνη- Εκάτη, είναι οι μόνοι που είδαν την απαγωγή της κόρης.

Ο Απόλλων - Ήλιος χορηγεί την ζωή και το πνεύμα, η Σελήνη- Εκάτη το συναίσθημα, την ύλη. Ο Απόλλων - Ήλιος χορηγεί, η Σελήνη- Εκάτη καθρεπτίζει. Το πνεύμα χορηγεί η ύλη μορφοποιεί, σκοπός του ανθρώπου να γίνει αυτόφωτος. Ο Ουρανός ενυπάρχει στην Γη με ένα Ουράνιο τρόπο, όπως και η Γη ενυπάρχει στον Ουρανό με ένα γήινο τρόπο. Για αυτό τον λόγο στα σεπτά μου μυστήρια ο μεν Ιεροφάντης θα υποδύεται την εικόνα του Δημιουργού, ο Δαδούχος αυτή του Απόλλωνος - Ηλίου, ο Επιβώμιος Ιερέας την εικόνα της Σελήνης - Εκάτης, ο δε Ιεροκήρυκας αυτή του Ερμή.

Τα μυστήρια θα χωρίζονται σε Μικρά και Μεγάλα, σύμφωνα με το έργο που αυτά επιτελούν. Τα μικρά θα τελούνται κατά τον μήνα Ανθεστηριώνα (Φεβρουάριο), και θα έχουν προπαρασκευαστικό χαρακτήρα. Αυτά θα διδάσκουν και θα προετοιμάζουν τον υποψήφιο μύστη για αυτά που θα ακολουθήσουν, αν κριθεί ικανός να εισέλθει στα Μεγάλα μυστήρια των οποίων η έναρξη θα γίνεται την 15η του μηνός Βοηδρομιώνος (Σεπτέμβριο).

Σπουδαιότερη μέρα όλων των μυστηριακων τελετουργιών θα είναι η 21η Βοηδρομιώνος, όταν ο μύστης θα μεταλάβει το αίμα του Διονύσου και το σώμα μου τον κυκεώνα, και θα εποπτεύσει το ανέσπερο Φως του μεσονυκτίου. Θα βιώσει μέσα στην σιωπή το φως το αληθινό, που ούτε σε μέγεθος μετριέται, ούτε σε κανένα σχήμα περικλείεται ώστε να ελαττωθεί, ούτε πάλι αυξάνει σε όγκο από έλλειψη ορίων, αλλά επεκτείνεται παντού απροσμέτρητο, ως κάτι μεγαλύτερο από κάθε μέτρο και ανώτερο από κάθε ποσό. Αυτή είναι η Εποπτεία.

Για να γίνει αυτό, θα πρέπει αφού ο μύστης κλείσει τα μάτια, να αλλάξει την όραση του, και να αποκτήσει μια άλλη, που ενώ την έχουν όλοι, λίγοι τη χρησιμοποιούν. Αν γίνει αυτό, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει το εσωτερικό του βλέμμα για να δει τα άρρητα και απόκρυφα . Διότι μόνον το εσωτερικό μάτι είναι ικανό να δει τα Θεϊκά πεδία. Αν κανείς προσπαθήσει να εποπτεύσει τα Θεϊκά πεδία δίχως να έχει καθαρθεί, ή όντας αδύναμος, μη μπορώντας από δειλία του να δει αυτά που είναι πολύ λαμπρά, δεν θα δει τίποτα, έστω και αν κάποιος άλλος του δείξει πως αυτό που θα μπορούσε να δει βρίσκεται πλάι του.

Γιατί αυτό που «βλέπει» είναι συγγενικό με αυτό που «βλέπεται», και πρέπει να στραφεί στη θέαση του αφού πρώτα έχει γίνει όμοιο μ᾽ εκείνο. Αφού ποτέ κανένα μάτι δεν θα μπορούσε να δει τον ήλιο αν δεν ήταν ηλιόμορφο, ούτε η ψυχή μπορεί να δει το Ωραίο, αν δεν έχει πρώτα γίνει ωραία η ίδια.

Για αυτό τον λόγο ο έλεγχος της ηθικής, των έργων και των πράξεων του βίου, οι θυσίες, η πνευματική και σωματική προετοιμασία, η νηστεία, ο εξαγνισμός, και η κάθαρση θα είναι απαραίτητα πριν την μύηση. Για αυτό τον λόγο ο Κήρυκας θα εμφανίζεται στα Μεγάλα Προπύλαια και θα πρέπει να φωνάζει: «εκάς, εκάς οι βέβηλοι», ώστε να αποχωρούν όσοι δεν αρμόζει να παραστούν στα σεπτά ιερά μυστήρια.

Τα Μεγάλα Μυστήρια θα διαρκούν εννέα ημέρες, και θα τελούνται ανά τέσσερα χρόνια. Τα πάντα αλληλοσυνδέονται Τριπότλεμε, σε όλα εφαρμόζεται η αρχή της αναλογίας. Εννέα ημέρες κατ’ αντιστοιχία των εννέα μηνών της κυήσεως έως την ενσάρκωση της ψυχής, και ανά τέσσερα χρόνια κατ΄ αντιστοιχία των τεσσάρων εποχών.

Την σημαντικότερη στιγμή των μυστηρίων λίγο πριν εποπτεία της Θεϊκής μου υποστάσεως, της κόρης και του Ιάκχου Διονύσου, ο Ιεροφάντης θα αναφωνεί στους μύστες που θα φέρουν στο κεφάλι πέπλο και θα έχουν κλειστά τα μάτια:

«Ω! Τυφλές ψυχές, βρίσκεστε στο κατώφλι της Περσεφόνης. Θα σας καταπλήξει ό,τι δείτε. Θα μάθετε ότι η παρούσα ζωή σας δεν είναι παρά ένας ιστός μπλεγμένων και θολών ονείρων. Ο ύπνος που σας περικλείει σε μια ζώνη από σκοτάδια παίρνει τα όνειρα και τις μέρες σας μαζί του σαν τα ναυάγια που χάνονται απ’ τα μάτια. Πιο πέρα όμως απλώνεται η ζώνη του ανέσπερου φωτός. Είθε η Περσεφόνη να σας ελεηθεί κι η ίδια να σας μάθει πώς το σκοτεινό ποτάμι να περάσετε και την ουράνια Δήμητρα να βρείτε. Οπλιστήτε με τη δάδα των Μυστηρίων, και μέσα στη γήινη νύχτα θα ανακαλύψετε το φωτεινό σας διπλό, την ουράνια ψυχή σας. Ακολουθήστε την Θεία Δήμητρα και την κόρης της γιατί έχει το κλειδί των υπάρξεων σας περασμένων και μελλοντικών. Ακούστε μέσα σας και κοιτάξτε στο άπειρο του χώρου και του χρόνου. Εκεί, θα ακούσετε το τραγούδι των άστρων, τη φωνή των αριθμών, την αρμονία των σφαιρών, θα δείτε τον Ιάκχο. Κάθε ήλιος είναι μια σκέψη του Θεού, και κάθε πλανήτης ένας τρόπος αυτής της σκέψης. Γνωρίστε τη Θεία σκέψη, ω Ψυχές, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κατεβαίνετε και ανεβαίνετε επίπονα τον δρόμο των ουρανών. Τι κάνουν τ' άστρα; Τι λένε οι αριθμοί ; Τι κυλούν οι σφαίρες; Ω Ψυχές χαμένες ή λυτρωμένες ! Λένε, τραγουδούν, κυλούν τα πεπρωμένα σας».

Πάνω από την κεφαλή τους οι ιέρειες της κόρης μου Περσεφόνης θα κουνούν το λίκνο, το οποίο θα περιέχει παπαρούνες, νάρκισσους, και ρόδια. Η παπαρούνα συμβολίζει την αναγέννηση της φύσης κατά την άνοιξη και την επιστροφή της κόρης μου στον πάνω κόσμο, ο νάρκισσος την υπενθύμιση των παθών της γέννησης στην ύλη, και το ρόδι την επόμενη ζωή και την λήθη της ψυχής.

Το ίδιο καλάθι θα χρησιμοποιείται για να λιχνίζει τους κόκκους των δημητριακών, δώρο δικό μου σε εσάς. Τα πάντα αλληλοσυνδέονται Τριπτόλεμε, και ακολουθούν τον νόμο της αναλογίας. Στο ίδιο λίκνο καλάθι κοιμούνται και τα παιδιά σας όταν είναι βρέφη. Το νεογέννητο βρέφος ,ξεκινά ως νέο βλαστάρι τον αιώνιο κύκλο της ανάπτυξης και του θανάτου.

Στην συνέχεια ο Ιεοφάντης θα ανοίγει τη θύρα του Ανακτόρου και θα αναγγείλει: « Ίερόν έτεκε πότνια Κούρον, Βριμώ Βριμών»- Ιερό γέννησε η Σεβάσμια αγόρι, η Ισχυρή τον Ισχυρό Ιάκχο Διόνυσο, και θα παρουσιάζονται στα ανοικτά πια μάτια των ευσεβών μυστών το ιερότερο όλων των δώρων μου, το στάχυ, καθώς οι Μύστες θα φωνάζουν προς τον ουρανό «Υε»(= βρέξε) και στη συνέχεια σκύβοντας προς τη γη, «Κύε» (= Κυοφόρησε). Όπως ο Ουρανός γονιμοποιεί την γη έτσι και το ψυχή ζωοποιεί το σώμα. Το στάχυ αυτό είναι το σύμβολο της ανεξάντλητης δημιουργικής δύναμης της μητέρας Γης, που εγώ εκπροσωπώ.

Το όνομα Ελευσίς σημαίνει την έλευση, τον ερχομό της Θείας αποκάλυψης. Μέσω της μύησης, νεόφυτος θα γίνεται αποδέκτης των θείων δωρεών, κερδίζοντας, έτσι, τη μακαριότητα τόσο στην παρούσα ζωή όσο και στην επόμενη. Όπως η Περσεφόνη οφείλει να περνά τον χρόνο της στο βασίλειο του Άδη έτσι και η ψυχή οφείλει να αναζητήσει την συμπληρωματική της πλευρά, οφείλει να γνωρίσει και να και αποδεχτεί το χθόνιο αντικατοπτρισμό της.

Και τότε θα μπορέσει να αντικρίσει το Θείο παιδί των μυστηρίων, την ενεργητική αρχή των σεπτών μου μυστηρίων, τον μυστικό Ιάκχο Διόνυσο ο οποίος γελούσε σαρδόνια, μέσα από το αιδοίο της Βαυβώς, όταν η θλίψη με είχε κατακλύσει. Ο Ιάκχος γελά, μέσα από την μήτρα, συμβολίζοντας πως η στιγμή της γέννησης σηματοδοτεί μία μετάβαση και το τέλος της παραδείσιας μακαριότητας που παρέχει η μήτρα στο έμβρυο έως την γέννηση του. Από την στιγμή της γέννησης μετά από εννέα μήνες, αρχίζει ο αγώνας του επίπονου και ο εγκλιματισμός συνθήκες του υλικού κόσμου.

Η ενσάρκωση αποτελεί μία ευκαιρία για τον άνθρωπο να αναπτύξει με ελεύθερη βούληση, την σοφία και την ανιδιοτελή αγάπη, ως ιδιότητες και χαρίσματα της ανώτερης φύσης του, ιδιότητες του ανώτερου εαυτού του το οποίο ομοιάζει προς τους Θεούς. Μέσα από τον άνθρωπο το σύμπαν συνειδητοποιεί τον εαυτό του. Είστε μια όψη του σύμπαντος, με τον ίδιο τρόπο που ένα κύμα είναι μια όψη του ωκεανού. Η παρουσία σας στον πλανήτη Γη, είναι ένα ταξίδι με εισιτήριο επιστροφής γυρισμό στο πνευματικό σας λίκνο από όπου προσέρχεστε.

Ο Ιάκχος λοιπόν θα χαμογελά, υποδεικνύοντας πως ο άνθρωπος με προσωπική του ευθύνη αναλαμβάνει, στη διάρκειά του βίου του, να διακρίνει το καλό από το κακό, το προσωρινό από το αιώνιο. Ο άνθρωπος Ιάκχος είναι τελικά ένα «άνοιγμα» μέσα από το οποίο, ολόκληρη η ενέργεια του σύμπαντος συνειδητοποιεί τον εαυτό της, και τότε η θεϊκή σας φύση χαμογελά.

Η Βαυβώ μου προτείνει να πιω κόκκινο κρασί, αρνούμαι και ζητώ τον κυκεώνα. Το κρασί ανήκει στην δικαιοδοσία του Διονύσου, πρέπει να γίνει η «ένωση», ο ιερός γάμος ψυχής και σώματος, θνητού και αθανάτου, για να ολοκληρωθεί η ιερά μετάληψη που σηματοδοτεί την πνευματική ένωση με τους Θεούς, την Θεία εποπτεία.

Ο Διόνυσος αντιπροσωπεύει τον «οίνο» των μυστηρίων, εγώ τον «άρτο». Ο κόκκινος «οίνος» συμβολίζει την πνευματική ζωή. Την πνευματικότητα ή την γνώση, η οποία αποκτάται μέσα από τη γήινη ενσάρκωση, της οποίας ειδοποιό γνώρισμα είναι το αίμα. Γι’ αυτό οίνος και αίμα ταυτίζονται. Ο «άρτος» συμβολίζει την σαρκική ή γήινη ύπαρξη. Όταν εμβαπτισθεί στον οίνο, στο πνεύμα, καθαγιάζεται.

Η θεία κοινωνία σημαίνει την πνευματικοποίηση της ζωής, τον προσανατολισμό του βίου προς την πνευματικότητα και της απαγκίστρωση από τις σωματικές ηδονές κι απολαύσεις. Έτσι θυσιάζονται οι σαρκικές επιθυμίες για χάρη του πνεύματος. Με τη θεία κοινωνία γίνεται η «μέθεξη» στη θεία φύση και οι ψυχές μεταλαμβάνουν του «οίνου και άρτου», της πνευματικοποιημένης και καθαγιασμένης ζωής.

Ο μυστικός Ιάκχος το παιδί των μυστηριων λυτρώνει τον άνθρωπο από το φόβο του θανάτου, τον τελειοποιεί μέσω εξαγνιστικών, καθαρτικών, διδακτικών και εποπτικών τελετών που αποσκοπούν στην διεύρυνση της συνειδητότητας του, μέσα από το θείο δράμα της ψυχής, με τις περιπλανήσεις της στον επάνω και κάτω κόσμο, τις περιπέτειες, τις συγκρούσεις με το κακό και τις αναζητήσεις της, μέχρι την τελική της λύτρωση και επιστροφή στον κόσμο του φωτός. Όταν ο μύστης μετά το επιτυχής πέρας όλων των δοκιμασιών θα πρέπει να ομολογεί:

- «ἐνήστευσα, ἔπιον τὸν κυκεῶνα, ἔλαβον ἐκ κίστης, ἐργασάμενος ἀπεθέμην εἰς κάλαθον καὶ ἐκ καλάθου εἰς κίστην», και θα φτάσει εις τον βαθμό της Εποπτείας, είναι πλέον ένας μύστης που έχει γίνει μέτοχος των απόκρυφων διαδκαλιών μου.

Αυτή ήταν η πρώτη από τις πολλές νύχτες που επιστέφθηκα τον Τριπτόλεμο στου ύπνου τα πεδία, δίνοντας του οδηγίες για το πως θα γίνονται οι τελετές. Η συνέχεια μπορεί να δοθεί μόνο αν κλείσετε τα μάτια σας, αλλάξετε την όραση σας και χρησιμοποιήσετε μια άλλη, που ενώ την έχουν όλοι, λίγοι τη χρησιμοποιούν...

Τριπτόλεμος και Θεά Δήμητρα

Τι μας λέει ο μύθος του Τριπτόλεμου για την θεά Δήμητρα

Η Δήμητρα (Δημήτηρ στην αρχ. ελλ.) στην ελληνική μυθολογία, ήταν η ιδεατή ανθρωπόμορφη θεότητα της καλλιέργειας δηλαδή της γεωργίας, αλλά και της ελεύθερης βλάστησης, του εδάφους και της γονιμότητας αυτού συνέπεια των οποίων ήταν να θεωρείται και προστάτιδα του γάμου και της μητρότητας των ανθρώπων. Ήταν Ολύμπια κύρια θεότητα.

Η Δήμητρα ήταν κόρη του Κρόνου και της Ρέας. Αδερφή της Ήρας, της Εστίας, του Δία και του Ποσειδώνα. Η γέννηση της ακολούθησε την ίδια μοίρα με των αδερφών της. Ο Κρόνος κατάπινε τα παιδιά τους μόλις γεννιόντουσαν από φόβο μην του πάρουν το θρόνο. Η Ρέα μην αντέχοντας άλλο να χάνει τα παιδιά της, βοήθησε τον μικρότερο, τον Δία, να εκθρονίσει τον Κρόνο με ένα τέχνασμα και να ελευθερώσει τα αδέρφια του από την κοιλιά του πατέρα τους.

Η Δήμητρα ήταν θεά που δεν ήταν γνωστή για τους έρωτες της.

Ήταν απόμακρη και ακατάδεκτη, γι´ αυτό και οι εραστές της ήταν ολιγάριθμοι. Πρώτοι διεκδικητές της υπήρξαν τα αδέρφια της. Πρώτος ο Δίας, μεταμορφώθηκε σε ταύρο για να ζευγαρώσει μαζί της. Μετανιωμένος για την πράξη του ευνούχισε ένα κριάρι και άφησε τα όργανά του στην αγκαλιά της Δήμητρας ως ένδειξη μεταμέλειας. Εκείνη δέχτηκε τη συγγνώμη του και μερικούς μήνες μετά γέννησε τη μονάκριβη κόρη της Περσεφόνη. Ακολούθησε ο έρωτας του Ποσειδώνα για τη θεά.

Η Δήμητρα για να γλυτώσει από την πολιορκία του μεταμορφώθηκε σε φοράδα και κρύφτηκε ανάμεσα στα βασιλικά κοπάδια του Όκνιου, γιου του Απόλλωνα. Μόλις ο Ποσειδώνας το αντιλήφθηκε μεταμορφώθηκε σε άλογο και κατάφερε τελικά να ζευγαρώσει μαζί της. Καρποί αυτής της συνεύρεσης ήταν μία κόρη, η Δέσποινα, το όνομα της οποίας δεν έπρεπε ποτέ να προφέρεται, και ένα άλογο με φτερά και μαύρη χαίτη, ο Αρίων. Η οργή της Δήμητρας για τον βιασμό της από τον Ποσειδώνα, της έδωσε το προσωνύμιο Ερινύα. Ο Δίας για να την κατευνάσει έστειλε τις Νύμφες να την λούσουν στον ποταμό Λάδωνα, παίρνοντας έτσι το όνομα Λουσία.

Η Δήμητρα και η κόρη της Περσεφόνη ήταν οι κεντρικοί χαρακτήρες στα Ελευσίνια μυστήρια και πιθανότατα ήταν θεότητες που λατρευόντουσαν πριν από το Δωδεκάθεο. Σε αρκετές περιπτώσεις οι δύο θεότητες συγχέονται ή θεωρούνται μια θεά με δύο πρόσωπα. Η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα θεό του Άδη, είχε ως αποτέλεσμα τον μαρασμό της Δήμητρας. Εγκατέλειψε τον Όλυμπο και άρχισε να περιπλανιέται μαυροφορεμένη και βουβή ανάμεσα στους ανθρώπους ψάχνοντας την Περσεφόνη. Τα νιάτα και το κάλλος της αντικατέστησαν τα γκρίζα μαλλιά και το πένθος.

Η Δήμητρα Στην Ελευσίνα

Κάποτε έφτασε στην Ελευσίνα και κάθισε κοντά στο Καλλίχορον φρέαρ πάνω σε ένα βράχο που ονομάστηκε αγέλαστος. Εκεί την βρήκαν οι τέσσερις κόρες του βασιλιά Κελεού. Η Δήμητρα δεν αποκάλυψε τη θεϊκή της ταυτότητα λέγοντας τους ότι ερχόταν από την Κρήτη και είχε ξεφύγει από πειρατές. Οι κοπέλες την πληροφόρησαν πως οι γονείς τους λόγω γήρατος δεν μπορούσαν να αναλάβουν την ανατροφή του νεογέννητου γιου τους Δημοφώντα.

Η Δήμητρα δέχτηκε να αναλάβει εκείνη την ανατροφή του βρέφους και υποσχέθηκε ότι το παιδί θα μεγαλώσει χωρίς να αρρωστήσει ποτέ. Φτάνοντας στο παλάτι η θεά παρουσιάστηκε στη σύζυγο του Κελεού, Μετάνειρα. Η αίθουσα φωτίστηκε από ένα δυνατό φως, γεγονός που γέμισε τη Μετάνειρα με δέος για την άγνωστη γρια και της παραχώρησε το θρόνο της. Η Δήμητρα αρνήθηκε και κάθισε βουβή και αγέλαστη δίπλα στο θρόνο αρνούμενη να φάει οτιδήποτε. Μόνο τα αστεία και τα τραγούδια μιας υπηρέτριας, της Ιάμβης, κατάφεραν να την κάνουν να γελάσει.

Έτσι σύμφωνα με το μύθο δημιουργήθηκε το ιαμβικό μέτρο.

Η Δήμητρα ανέλαβε το μεγάλωμα του Δημοφώντα και αποφάσισε να κάνει το παιδί αθάνατο. Του άλειφε το κορμί με αμβροσία και το βράδυ τον έβαζε μέσα σε φωτιά για να καούν τα θνητά του μέλη. Όταν η Μετάνειρα είδε τυχαία τις περίεργες μεθόδους της Δήμητρας άρπαξε το γιό της από τα χέρια της και άρχισε να απειλεί τη θεά. Η Δήμητρα εξοργίστηκε και φανέρωσε την πραγματική της ταυτότητα. Διέταξε τον Κελεό να χτίσει ναό με βωμό πάνω στο Καλλίχορον και απομονώθηκε εκεί θρηνώντας για την κόρη της. Δίδαξε στους γιους του Κελεού, Τριπτόλεμο, Διοκλή και Εύμολπο να τελούν τα Ελευσίνια Μυστήρια. Η θλίψη και η οργή για την αρπαγή της Περσεφόνης την οδήγησε στην απόφαση να μην αφήσει κανένα σπόρο να φυτρώσει πάνω στη γη.

Η ανθρωπότητα άρχισε να μαστίζεται από λιμό και ο Δίας αποφάσισε πως ήταν καιρός να επέμβει. Έστειλε αρχικά την Ίριδα και μετά διαδοχικά πολλούς θεούς με δώρα για να την πείσει να αφήσει τη γη να καρπίσει και η ίδια να επιστρέψει στον Όλυμπο. Η Δήμητρα όμως απαιτούσε την επιστροφή της Περσεφόνης. Έτσι ο Δίας έστειλε στον Άδη τον Ερμή διατάζοντας τον Πλούτωνα να αφήσει ελεύθερη την Κόρη. Ο Πλούτωνας υπάκουσε αφού πρώτα έδωσε στην Περσεφόνη να φάει έξι σπυριά ροδιού για να τη δέσει για πάντα με τον Κάτω Κόσμο. Η Περσεφόνη γύρισε στη Δήμητρα και η θεά άφησε τη γη να βλαστήσει. Από τότε η Περσεφόνη περνούσε στον Άδη έξι μήνες και τους υπόλοιπους με τη μητέρα της στον Όλυμπο.

Μικρά και Μεγάλα Ελευσίνια

Τα Μικρά Ελευσίνια ή Ελευσίνια της Άγρας, (από την περιοχή της Αθήνας Άγρα όπου ετελούντο), γινόντουσαν το μήνα Ανθεστηριώνας|Ανθεστηριώνα, δηλαδή μέσα Φλεβάρη με μέσα Μάρτη, όταν η Περσεφόνη ανέβαινε στη μητέρα της από τον Άδη. Ήταν στην ουσία προετοιμασία και εξαγνισμός για τα Μεγάλα Ελευσίνια. Σύμφωνα με το μύθο ιδρύθηκαν από τη Δήμητρα για τον εξαγνισμό του Ηρακλή από τους φόνους των Κενταύρων, όταν ο ήρωας εξέφρασε την επιθυμία να συμμετάσχει στα Μεγάλα Ελευσίνια. Τα Μεγάλα Ελευσίνια γινόντουσαν το μήνα Βοηδρομιώνας|Βοηδρονιώνα,δηλαδή μέσα Αυγούστου με μέσα Σεπτέμβρη, όταν η Περσεφόνη επέστρεφε στον Πλούτωνα.

Θεσμοφόρια

Η μεγαλύτερη γιορτή που γινόταν προς τιμήν της Δήμητρας ήταν τα Θεσμοφόρια, το μήνα Πυανεψιώνα, δηλαδή μέσα Σεπτεμβρίου με μέσα Οκτωβρίου, την εποχή της σποράς. Τελούντο σε όλη την Ελλάδα και ήταν γιορτή που συμμετείχαν μόνο παντρεμένες γυναίκες. Όσο διαρκούσαν τα Θεσμοφόρια οι γυναίκες απείχαν από σαρκικές απολαύσεις, νήστευαν και αντάλλασσαν μεταξύ τους άσεμνα αστεία, πιθανώς προς τιμήν των αστείων της Ιάμβης που έκανε τη Δήμητρα να γελάσει. Η γιορτή ολοκληρωνόταν με τα Καλλιγένεια όπου οι γυναίκες γλεντούσαν. Από τη γιορτή των Θεσμοφορίων αποδόθηκαν στη Δήμητρα τα ονόματα Θεσμοφόρος και Καλλιγένεια.

Σύμβολα της Δήμητρας

Σύμβολα της Δήμητρας ήταν οι γερανοί, το στάχυ, ο νάρκισσος, η μυρτιά και ο κρόκος. Οι μέλισσες θεωρούντο ιέρειες της και στις θυσίες προς τιμήν της προσέφεραν ταύρους, μοσχάρια και μέλι.

Ενδιαφέρον είναι ένας μύθος των Ελευσινίων Μυστηρίων, σύμφωνα με τον οποίο η θεά Δήμητρα μετά από μία περιπλάνηση με το ιπτάμενο πύρινο άρμα της, που εσύρετο από φτερωτούς δράκοντες, προσγειώθηκε στην “αγέλαστο πέτρα” στην Ελευσίνα.

Ύστερα παρέδωσε το ίδιο αυτό φτερωτό άρμα σε έναν από τους τέσσερις βασιλείς της Ελευσίνας, τον Τριπτόλεμο, ο οποίος έφυγε πετώντας, και απουσίασε γα πολλά χρόνια με σκοπό να διδάξει και σε άλλους λαούς την τέχνη της σποράς, του σίτου και του θερίσματος των χωραφιών.

Είναι σκανδαλιστικά παρόμοια η τοπωνυμία της περιοχής “Ελευσίς” με την λέξη “έλευσις”, που θα μπορούσε κάλλιστα να υποδηλώνει την έλευση της θεάς Δήμητρας με το ιπτάμενο άρμα της. Επιπλέον το εκπολιτιστικό έργο το οποίο ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο Τριπτόλεμος με τα μέσα που του παρείχε η θεά, καταγράφεται και σε μυθολογίες άλλων λαών.Μεταφέρουμε χαρακτηριστικά από το βιβλίο του Γουίλ Ντιράν (Wil Durant) “Η ιστορία και ο πολιτισμός της Κίνας” την μαρτυρία της Κινεζικής παράδοσης:

“Πριν έρθουν οι ουράνιοι Βασιλείς, οι άνθρωποι στην Κίνα ζούσαν σαν τα ζώα. Σκεπάζονταν με δέρματα ζώων, τρέφονταν με ωμό κρέας και δεν ήξεραν τον πατέρα τους.

Όταν ήρθε ο Φου Χι, με την βοήθεια μιας πολύ μορφωμένης βασίλισσας, έμαθε στον λαό τον γάμο, την μουσική, τα γράμματα, και την ζωγραφική. Τους έμαθε επίσης να ψαρεύουν με δίκτυα και να καλλιεργούν τον μεταξοσκώληκα.

Μετά τον θάνατο του Φου Χι, το έργο του το συνέχισε ο Σενγκ Μουγκ. Αυτός βρήκε το αλέτρι, τη γεωργία, το εμπόριο, την Ιατρική επιστήμη, και το πως να θεραπεύονται οι άνθρωποι με τα βότανα”

Παραστάσεις του άρματος με τους φτερωτούς δράκοντες έχουμε σε ένα πλήθος από αρχαία αγγεία. Ένα τέτοιο άρμα συναντάμε και στην τραγωδία του Ευριπίδη “Μήδεια”, πάνω στο οποίο αποχωρεί στο τέλος του έργου η τραγική παιδοκτόνος. Αυτού του είδους οι σκηνοθετικές παρεμβάσεις προξενούν την περιέργεια, αφού η θεατρική τους απόδοση ήταν ιδιαίτερα δύσκολη για την εποχή και σίγουρα θα προξενούσε πολλά προβλήματα.

Η εμμονή των δημιουργών και ιδιαίτερα του Αισχύλου στην χρήση (στο θέατρο) φτερωτών αρμάτων, ιπταμένων ανθρώπων και ζώων, αλλά και περιέργων ενδυμάτων με χαρακτηριστικούς τους περίφημους κοθόρνους (μεγάλες μπότες που θυμίζουν έντονα αυτές των σημερινών αστροναυτών), υποδηλώνει την επιθυμία των τραγωδών να γίνει πιστή καταγραφή των μύθων ή τουλάχιστον την προσπάθεια να περάσουν εμμέσως στο κοινό κάποιες κρυφές αλήθειες (χωρίς η μία περίπτωση να αναιρεί την άλλη).

Στην τραγωδία του Αισχύλου “Προμηθέας Δεσμώτης” βλέπουμε τον Ωκεανό και τις κόρες του να έρχονται στον Προμηθέα οδηγώντας “με την θέληση, χωρίς χαλινούς” ένα “τετράσκελο πουλί”. Στα αποσπάσματα που σώθηκαν από την τραγωδία “Σφίγγα” τον βλέπουμε να μιλάει για ένα “πουλί πού ‘χει νυχάτο χέρι, το πολεμικό, με το κοντάρι”, ενώ στον “Αγαμέμνονα” είναι χαρακτηριστική η εντολή: “τα σκυλιά, τα τολμηρά, όπου πετάνε στον αγέρα άφησε”.

Η πιθανή εμμονή του Αισχύλου να αποκαλύψει με συμβολισμούς στους θεατές κάποια μυστικά, μπορεί να εξηγήσει και τις διώξεις του από το ιερατείο της εποχής με την κατηγορία ότι ανεβάζει επί σκηνής τα μυστικά των Ελευσίνιων Μυστηρίων και ίσως και την ανεξιχνίαστη δολοφονία του.

Το τετράσκελο πουλί που αναφέρεται στον “Προμηθέα Δεσμώτη” το συναντάμε σε πολλές αρχαίες απεικονίσεις, καθώς και σε κείμενα διαφόρων λαών. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα είναι η περιγραφή του Ιεζεκιήλ στην Παλαιά Διαθήκη όπου μιλάει για ένα ζώο με τέσσερα σκέλη:

και τα σκέλη αυτών ορθά και πτερωτοί οι πόδες αυτών και σπινθήρες ως εξαστράπτων χαλκός και ελαφραί αι πτέρυγες αυτών

Το όχημα το είδε ο προφήτης να βγαίνει λάμποντας ολόκληρο, μέσα από ένα σύννεφο σκόνης.

Είναι πολλές οι αναφορές των μύθων για τα ηλιακά άρματα με τα οποία ταξίδευαν διάφοροι ήρωες, με χαρακτηριστικότερο τον μύθο του ταξιδιού του Φαέθωνος. Ακόμη οι αναφορές σε αστρονομικά θέματα, διαφόρων μυημένων στα μυστήρια φιλοσόφων, ξεπερνούν τα όρια των γνώσεων, που κατά την συμβατική ιστορία θα έπρεπε να έχουν.

Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Σωκράτη στον “Φαίδωνα” του Πλάτωνα, όπου μιλάει για την σφαιροειδή μορφή της Γης, την περιγράφει πώς φαίνεται από ψηλά, και λέει ότι αυτό που εμείς βλέπουμε για ουρανό δεν είναι ο πραγματικός, αλλά όταν βγούμε έξω από αυτόν βλέπουμε την πραγματική του εικόνα.

ΔΕΣ:


Η ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΗΣΗ



ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ - Ὕμνος εἰς Δήμητρα (6.1-6.23)