Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (81-116)

ΟΙ. ὦ τέκνον, ἦ βέβηκεν ἡμὶν ὁ ξένος;
ΑΝ. βέβηκεν, ὥστε πᾶν ἐν ἡσύχῳ, πάτερ,
ἔξεστι φωνεῖν, ὡς ἐμοῦ μόνης πέλας.
ΟΙ. ὦ πότνιαι δεινῶπες, εὖτε νῦν ἕδρας
85 πρώτων ἐφ᾽ ὑμῶν τῆσδε γῆς ἔκαμψ᾽ ἐγώ,
Φοίβῳ τε κἀμοὶ μὴ γένησθ᾽ ἀγνώμονες,
ὅς μοι, τὰ πόλλ᾽ ἐκεῖν᾽ ὅτ᾽ ἐξέχρη κακά,
ταύτην ἔλεξε παῦλαν ἐν χρόνῳ μακρῷ,
ἐλθόντι χώραν τερμίαν, ὅπου θεῶν
90 σεμνῶν ἕδραν λάβοιμι καὶ ξενόστασιν·
ἐνταῦθα κάμψειν τὸν ταλαίπωρον βίον,
κέρδη μὲν οἰκήσαντα τοῖς δεδεγμένοις,
ἄτην δὲ τοῖς πέμψασιν, οἵ μ᾽ ἀπήλασαν·
σημεῖα δ᾽ ἥξειν τῶνδέ μοι παρηγγύα,
95 ἢ σεισμὸν ἢ βροντήν τιν᾽ ἢ Διὸς σέλας.
ἔγνωκα μέν νυν ὥς με τήνδε τὴν ὁδὸν
οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐ πιστὸν ἐξ ὑμῶν πτερὸν
ἐξήγαγ᾽ ἐς τόδ᾽ ἄλσος· οὐ γὰρ ἄν ποτε
πρώταισιν ὑμῖν ἀντέκυρσ᾽ ὁδοιπορῶν,
100 νήφων ἀοίνοις, κἀπὶ σεμνὸν ἑζόμην
βάθρον τόδ᾽ ἀσκέπαρνον. ἀλλά μοι, θεαί,
βίου κατ᾽ ὀμφὰς τὰς Ἀπόλλωνος δότε
πέρασιν ἤδη καὶ καταστροφήν τινα,
εἰ μὴ δοκῶ τι μειόνως ἔχειν, ἀεὶ
105 μόχθοις λατρεύων τοῖς ὑπερτάτοις βροτῶν.
ἴτ᾽, ὦ γλυκεῖαι παῖδες ἀρχαίου Σκότου,
ἴτ᾽, ὦ μεγίστης Παλλάδος καλούμεναι
πασῶν Ἀθῆναι τιμιωτάτη πόλις,
οἰκτίρατ᾽ ἀνδρὸς Οἰδίπου τόδ᾽ ἄθλιον
110 εἴδωλον· οὐ γὰρ δὴ τό γ᾽ ἀρχαῖον δέμας.
ΑΝ. σίγα. πορεύονται γὰρ ὧδε δή τινες
χρόνῳ παλαιοί, σῆς ἕδρας ἐπίσκοποι.
ΟΙ. σιγήσομαί τοι καὶ σύ μ᾽ ἐξ ὁδοῦ πόδα
κρύψον κατ᾽ ἄλσος, τῶνδ᾽ ἕως ἂν ἐκμάθω
115 τίνας λόγους ἐροῦσιν. ἐν γὰρ τῷ μαθεῖν
ἔνεστιν ηὑλάβεια τῶν ποιουμένων.

***
ΟΙ. Κόρη μου, έφυγε ο ξένος και μας άφησε;
ΑΝ. Έφυγε και μπορείς άφοβος πια, πατέρα, όλα να τα πεις·
μόνον εγώ είμαι στο πλάι σου.
ΟΙ. Ω σεις Σεμνές με μάτι φοβερό που καθηλώνει, εγώ
στον τόπο πρώτα τον δικό σας, σ᾽ αυτή τη χώρα
85 λύγισα να ξαποστάσω,
γι᾽ αυτό σ᾽ εμένα και στον Φοίβο μη φανείτε αχάριστες.
Που, αφού εκείνα, τα πολλά και φοβερά, μου χρησμοδότησε,
προφήτεψε τέτοιαν ανάπαυλα μετά από χρόνια·
να τερματίσω σε μια χώρα κάποτε, όπου θα βρω
90 φιλόξενο αποκούμπι στις σεμνές θεές.
Εκεί η ταλαίπωρη ζωή μου την τελική στροφή να πάρει —
κέρδος, αν μείνω σ᾽ όσους με δεχτούν,
κατάρα σ᾽ όσους μ᾽ έδιωξαν και μ᾽ έριξαν στα ξένα.
Πως τότε θα φανούν σημάδια απαραγνώριστα:
95 σεισμός, ή και βροντή, του Δία η αστραπή.
Τώρα είμαι βέβαιος, δεν θα μπορούσε ο δρόμος μου,
δίχως δικό σας οιωνό πιστό, σ᾽ αυτό το άλσος να με βγάλει.
Αλλιώς, οδοιπορώντας, εσάς δεν θ᾽ απαντούσα πρώτες,
αγνός από κρασί,
100 όπως το ορίζετε κι εσείς· μήτε που θα καθόμουν σ᾽ αυτήν
την άγια πέτρα την αλάξευτη. Αλλά θεές, το πέρας και το πέρασμα
που ο Απόλλωνας προφήτεψε, χαρίσετε σ᾽ εμένα — μια τέτοια
τελευτή. Εκτός κι αν κάπως φαίνομαι λειψός,
105 ο υπόδουλος εγώ σε βάσανα ανυπέρβλητα για τους βροτούς.
Ελάτε τώρα, μειλίχιες κόρες του αρχαίου Σκότου,
έλα κι εσύ που σε καλούν Αθήνα, της μέγιστης Παλλάδας
η πιο τίμια πόλη, σπλαχνιστείτε αυτή την άθλια σκιά
110του Οιδίποδα, γιατί δεν είμαι πια εκείνο το παλιό γερό σκαρί.
ΑΝ. Σώπα. Κάποιοι πορεύονται που μας σιμώνουν,
γέροι στα χρόνια, να δουν πού κάθισες.
ΟΙ. Σωπαίνω εγώ, αλλά κι εσύ παράμερα, να μη με δουν
στον δρόμο τους, στο άλσος κρύψε με, ώσπου
115να μάθω τί λόγια θα μας πουν. Γιατί στη
μάθηση φωλιάζει η προσοχή γι᾽ αυτό που κάνουμε.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 4. Μορφή και ρόλος του αοιδού

4.3. Δημόδοκος


Αν ο Φήμιος διατηρεί την καλή του φήμη ως αοιδού αλλά διακινδυνεύει τη ζωή του στο κλονισμένο παλάτι της Ιθάκης, ο Δημόδοκος γίνεται ανεπιφύλακτα δεκτός (αυτό σημαίνει το όνομά του) στο νησί της Σχερίας από τον δήμο των Φαιάκων και τη βασιλική αρχή του, που την εκπροσωπεί ο Αλκίνοος με την ισότιμη γυναίκα του, την Αρήτη. Η εμφάνιση εξάλλου του Δημοδόκου στο έπος συμπίπτει με την υποδοχή που επιφυλάσσεται στον ναυαγό Οδυσσέα από τη Ναυσικά, από το βασιλικό ζεύγος και από τους επιφανείς Φαίακες: όλοι υπόσχονται να προπέμψουν τον ξένο στην πατρίδα του, μόλις δηλώσει την ταυτότητά του. Και ακριβώς ο Δημόδοκος με τα τραγούδια του θα συγκινήσει μέχρι δακρύων τον φιλοξενούμενο, θα ευνοήσει την αποκάλυψή του από τον Αλκίνοο, ανοίγοντας τον δρόμο για τους «Μεγάλους Απολόγους» του Οδυσσέα, την εκτενέστερη και σημαντικότερη διήγηση της Οδύσσειας. Στο θέμα όμως αυτό θα επανέλθουμε.

Η μουσική δραστηριότητα του Δημοδόκου, τόσο στο παλάτι όσο και στην αγορά των Φαιάκων, συμφωνεί με την υψηλή και άνετη στάθμη πολιτισμού που υπάρχει στο απόλεμο αυτό νησί, το οποίο με τη γενικότερη ευδαιμονία του μοιάζει με ευφρόσυνη ουτοπία. Όπως πάνω κάτω περιγράφει τη Σχερία και τη ζωή των Φαιάκων με καμάρι ο βασιλιάς Αλκίνοος στον Οδυσσέα, κάπου στη μέση της όγδοης ραψωδίας (θ 241-249):

Πρόσεξε όμως τώρα και τον δικό μου λόγο, να ᾽χεις να λες
στον άλλον κόσμο, όταν μες στο δικό σου το παλάτι κάποτε,
σ᾽ ένα τραπέζι καθισμένος με τη γυναίκα και τα τέκνα σου,
θα μνημονεύεις τη δική μας αρετή· ποια έργα ο Δίας
μας αξίωσε κι εμάς να ασκούμε, από τα χρόνια
των πατέρων μας, αδιάκοπα.
Δεν είμαστε λοιπόν ακατανίκητοι πυγμάχοι μήτε και παλαιστές,
αλλά στο τρέξιμο πετούν τα πόδια μας, και δεν θα βρεις
καλύτερόν μας στα καράβια.
Απόλαυση δική μας και παντοτινή· το πλούσιο γεύμα,
η κιθάρα κι οι χοροί, ρούχα πολύτιμα, που να τ᾽ αλλάζουμε
όταν πρέπει, λουτρά θερμά, και το κρεβάτι.


Προς απόδειξη ο Αλκίνοος παραγγέλλει να στηθεί χορός, με μουσικές και τραγούδια. Φέρνει αμέσως τη φόρμιγγα ο κήρυκας στον αοιδό, στέκει ο Δημόδοκος στη μέση κι αρχίζει, με συνοδεία μουσική, η χορευτική επίδειξη: ωραία αγόρια, που μόλις άνθισε το χνούδι στο μάγουλό τους, δεινοί κιόλας χορευτές, στήνουν θείο χορό. Έκθαμβος βλέπει ο Οδυσσέας να λάμπει η μαρμαρυγή στα πόδια τους. Οπότε ο Δημόδοκος, κρούοντας την κιθάρα του, ξεκινά ένα μακρόσυρτο, σκανδαλιάρικο τραγούδι για την παράνομη αγάπη του ερωτόληπτου Άρη με την καλλιστέφανη Αφροδίτη.

Κυρίαρχη επομένως η μουσική ευφροσύνη στη Σχερία, που την προσυπογράφει ο Οδυσσέας και την κανοναρχεί ο αοιδός Δημόδοκος, η περίπτωση του οποίου σε τίποτε δεν θυμίζει το ζόρι και την αμηχανία του Φήμιου στην Ιθάκη. Αίσθηση που προκαταβάλλεται, μετριασμένη κάπως, και στην πρώτη, συμποτική εμφάνιση του αοιδού, μέσα στην αίθουσα του παλατιού, μπροστά στους αξιωματούχους Φαίακες και στον τιμώμενο ξένο.

Ο Αλκίνοος εντέλλεται να φέρει ο κήρυκας στο παλάτι τον θείο αοιδό, για να λαμπρύνει με τη μουσική και το τραγούδι του το βασιλικό γεύμα. Τη σύσταση μάλιστα του Δημοδόκου στο σημείο αυτό την αναλαμβάνει ο ίδιος ο ποιητής. Τον αποκαλεί ἐρίηρον (που πάει να πει: «από όλους τιμημένο») και τον αναγνωρίζει κατεξοχήν φίλο των Μουσών. Εκείνες, λέει, του χάρισαν την ηδονική τέχνη της αοιδής -αγαθό πολύτιμο· με αντάλλαγμα όμως τη στέρηση της όρασής του- αντίρροπο κακό αυτό. Ευνοημένος λοιπόν από τις Μούσες ο τραγουδιστής Δημόδοκος αλλά τυφλός. Σάμπως το χάρισμα της μουσικής δωρεάς να επιβάλλει, ως προϋπόθεση και ως συμπλήρωμά του, το αντιχάρισμα της τύφλωσης. Γιατί εδώ δεν πρόκειται, όπως στην περίπτωση του αλαζονικού ιλιαδικού Θάμυρη, για τιμωρία αλλά για ένα καλό που σέρνει πίσω του, ως αναγκαίο παρεπόμενο, ένα κακό. Έτσι που θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως το χάρισμα αντιστρέφεται σε αντιχάρισμα, αλλά και το αντιχάρισμα σε χάρισμα - σάμπως να πρόκειται για αχώριστο ζευγάρι.

Αυτό το μείγμα από δωρεά και στέρηση, από θετικό καλό και από αρνητικό κακό, μείγμα που το προσφέρουν οι θεοί στους θνητούς, ακόμη και σ᾽ εκείνους που αγαπούν, το συναντούμε πρώτη φορά στην Ιλιάδα. Εντοπίζεται συγκεκριμένα σε μια παραβολή με την οποία δοκιμάζει να παρηγορήσει ο Αχιλλέας τον Πρίαμο, σπαραγμένο για τον φόνο του γιου του, αλλά και να παρηγορηθεί ο ίδιος για τον χαμό του πιο αγαπημένου φίλου, του Πατρόκλου. Λέει λοιπόν ο Αχιλλέας (Ω 527-533):

Μπροστά στην πύλη του Δία στέκουν δύο πιθάρια: το ένα μόνο με βάσανα γεμάτο, το άλλο μόνο με αγαθά, προορισμένα και τα δύο για τους θνητούς. Αν τύχει και ο θεός βάλει το χέρι του και στο καλό και στο κακό πιθάρι, θα πρέπει ο θνητός να νιώθει ευχαριστημένος με τη μοίρα του. Αλίμονο όμως σ᾽ εκείνον που του πέφτουν στη μοιρασιά βάσανα μόνο από το κακό πιθάρι, γιατί έτσι το θέλησε ο Δίας ή το ᾽φερε η τύχη.

Παραβολικός μύθος που σημαίνει πως ακέραιη ευτυχία στον άνθρωπο δεν προσφέρεται. Όπου η καλή δωρεά του θεού περισσεύει, έρχεται πάντα συντροφευμένη από κάποια σημαδιακή στέρηση.

Το παραδοσιακό ωστόσο παράδειγμα του Δημοδόκου, στο οποίο επιμένει ο ποιητής της Οδύσσειας (ευνοημένος από τις Μούσες αοιδός, αλλά τυφλός με απόφαση δική τους πάλι), φαίνεται να ανακαλεί μια αρχαϊκή αντίληψη, ισχυρή ακόμη και σήμερα, για τη μοίρα του προικισμένου καλλιτέχνη και του εμπνευσμένου ποιητή. Φτάνει να θυμηθούμε ότι ο περίφημος για τη μεταλλουργική του τέχνη Ήφαιστος είναι χωλός, κι όταν τον βλέπουν οι άλλοι ολύμπιοι θεοί στο τέλος της πρώτης ιλιαδικής ραψωδίας να τους μοιράζει νέκταρ σε κύπελλα χρυσά σέρνοντας το χωλό ποδάρι του, ξεσπούν σε γέλια ακράτητα (Α 595-600).

Σ᾽ αυτήν εξάλλου την παράδοση κολλάει και η επινοημένη εικόνα του τυφλού Ομήρου, που τη συντήρησε και η αρχαία τέχνη. Γιατί φαίνεται ότι ταίριαξε καλά στη φαντασία των ανθρώπων ο τυφλός ποιητής. Ασκώντας μια τέχνη, κυρίως ακουστική και ακροαματική, να έχει εσωτερική όραση, να βλέπει με μάτια κλειστά όσα δεν βλέπουν οι άλλοι, να φτιάχνει με τους ήχους του δικές του εικόνες, που να μπορούν και να μιλούν. Δεν αποκλείεται μάλιστα η παράδοση για τον τυφλό Όμηρο να έχει την αφορμή της σ᾽ αυτήν εδώ τη σύσταση του ποιητή, που θέλει τον Δημόδοκο τυφλό. Πάντως τούτο το στοιχείο της τύφλωσης καθιστά τον αοιδό της Σχερίας πιο αρχαϊκό σε σχέση με τον Φήμιο της Ιθάκης, προσθέτοντας τελετουργικό κύρος στη μορφή και στο τραγούδι του.

Η πρόσθετη εξάλλου αξία και τιμή του Δημοδόκου φαίνεται και από το γεγονός ότι ακούγονται (με την υπόθεσή τους διεξοδικότερα τώρα δηλωμένη) τρία τραγούδια στο πλαίσιο της όγδοης ραψωδίας, έναντι του ενός που αποδίδεται στον Φήμιο της πρώτης ραψωδίας. Τα δύο ακραία μάλιστα αφορούν άμεσα και ονομαστικά τον Οδυσσέα, προβάλλοντας το κλέος του. Το πρώτο είναι κάπως αινιγματικό (θ 72-82): αναφέρεται σε μιαν άγνωστη από αλλού φιλονικία ανάμεσα στον Οδυσσέα και στον Αχιλλέα, σε εορταστικό μάλιστα τραπέζι, μετά από θυσίες. Και μολονότι εκείνοι ανταλλάσσουν λόγια βαριά μεταξύ τους, ο Αγαμέμνονας χαίρεται μέσα του. Γιατί αυτή η ἔρις (σύμφωνα με χρησμό του Απόλλωνα, που πήρε ο Αγαμέμνονας στους Δελφούς) αποτελεί καλό σημάδι για τον πόλεμο που δεν λέει να προχωρήσει ακόμη.

Έχουν προταθεί πολλές ερμηνείες για την πηγή και τη σημασία της παράξενης αυτής αοιδής. Ακόμη και πως αντιστρέφει σε καλοσήμαδη τη διαβόητη φιλονικία Αγαμέμνονα και Αχιλλέα στην αρχή της Ιλιάδας, αυτήν που προκάλεσε την καταραμένη οργή του γιου της Θέτιδας και την καταστροφική απόφασή του να τραβηχτεί από τη μάχη. Όσοι μάλιστα δέχονται έναν τέτοιο συνειρμό, προτείνουν να εκτιμηθεί το τραγούδι αυτό του Δημοδόκου ως έμμεσος έπαινος του ποιητή της Οδύσσειας για τον ποιητή της Ιλιάδας.

Αν το πρώτο και μάλλον δυσνόητο για μας τραγούδι του Δημοδόκου, που ο ποιητής εντούτοις το κατατάσσει σ᾽ εκείνα που ιστορούν κλέα ἀνδρῶν, παραπέμπει κάπου στην αρχή του τρωικού πολέμου, το τρίτο τραγούδι του αοιδού αφιερώνεται στο τέλος του πολέμου: στη διάσημη άλωση της Τροίας, που κατορθώθηκε με τον δόλο του δούρειου ίππου, επινόημα του Οδυσσέα, που του χάρισε τον τίτλο του πτολιπόρθου (θ 499-520). Εδώ ο ίδιος ο Οδυσσέας υπαγορεύει, εν είδει διαγωνισμού, στον Δημόδοκο το θέμα της αοιδής που θέλει ν᾽ ακούσει. Κι εκείνος ανταποκρίνεται στην πρόκληση, τραγουδώντας με υποδειγματική αφηγηματική οικονομία και ευστοχία. Σε είκοσι δύο στίχους (θ 499-520) συμπυκνώνει, δραματοποιεί και κλιμακώνει τα διαδοχικά επεισόδια της γνωστής ιστορίας, συνταγμένα σε δύο ενότητες, αρμοσμένες μεταξύ τους με το ίδιο ρήμα. Στην πραγματικότητα ο Δημόδοκος, συντέμνοντας, αναπαράγει ένα ολόκληρο έπος, που η επική παράδοση το τιτλοφόρησε Ιλίου πέρσιν. Άξιος λοιπόν ο μισθός του: η σπάλα που του προσφέρει ο Οδυσσέας. Άξιος και ο διπλός έπαινος που του απευθύνει· προκαταβολικά τη μία φορά, επιλογικά την άλλη. Ένας επιπλέον λόγος λοιπόν που επικυρώνει το παραδοσιακό κύρος του Δημοδόκου ως αοιδού και τον διαβαθμίζει ψηλότερα από τον ιθακήσιο ομότεχνό του Φήμιο, ο οποίος είδαμε πώς αυτοεπαινείται μπροστά στον Οδυσσέα, για να γλιτώσει από τη σφαγή στην έξοδο της «Μνηστηροφονίας».

Αν ο μοδάτος Φήμιος εκμεταλλεύεται το ποιητικό παρόν της Οδύσσειας, τραγουδώντας τον μετατρωικό νόστο των Αχαιών, ο παραδοσιακός Δημόδοκος επιμένει στο ποιητικό παρελθόν του έπους τραγουδώντας τρωικά κατορθώματα του Οδυσσέα. Και οι δύο αοιδοί προκαλούν συγκίνηση, διαφορετικής όμως τάξης ο καθένας. Ο Φήμιος προσφέρει τέρψη στους αναίσθητους για τη μεταπολεμική τύχη των Αχαιών μνηστήρες, πληγώνει ωστόσο με το συγκεκριμένο του τραγούδι τη συζυγική ευαισθησία της Πηνελόπης, ενώ δίνει την ευκαιρία να τον υπερασπιστεί ο Τηλέμαχος απέναντι στην αδικαιολόγητη, όπως πιστεύει, διαμαρτυρία της μάνας του. Το δάκρυ της Πηνελόπης (την ώρα που κατεβαίνει από το υπερώο στην αίθουσα, για να ελέγξει τον Φήμιο, επειδή τραγουδά τον πικρό νόστο των Αχαιών, που της θυμίζει τον Οδυσσέα) είναι μια εύλογη αντίδραση.

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τον επαναλαμβανόμενο και διαβαθμισμένο θρήνο του Οδυσσέα, καθώς ακούει το πρώτο και το τρίτο τραγούδι του Δημοδόκου. Ωστόσο, ο ποιητής επιμένει στην περιγραφή της παράξενης ευσυγκινησίας του ήρωα, την οποία και δραματοποιεί με αυξημένη ένταση στις δύο διαδοχικές μορφές της. Στο πρώτο τραγούδι (φιλονικία του Οδυσσέα και του Αχιλλέα, που τη θεωρεί εντούτοις καλόν οιωνό ο Αγαμέμνονας για την εξέλιξη του πολέμου) ο αδιάγνωστος ακόμη ξένος προσπαθεί να κρύψει διακριτικά τον θρήνο του. Τον παίρνει ωστόσο είδηση ο Αλκίνοος και, για να διευκολύνει την κατάσταση, παραγγέλλει διακοπή της μουσικής απαγγελίας και έξοδο της συντροφιάς από το παλάτι στην αγορά των Φαιάκων. Στο τρίτο όμως τραγούδι (ιστορία του δούρειου ίππου και άλωση της Τροίας) ο θρηνητικός σπαραγμός του Οδυσσέα (που εξεικονίζεται με μια πολύστιχη παρομοίωση), δεν μπορεί πια να περάσει απαρατήρητος, και ο Αλκίνοος ομολογεί την απορία του, ζητώντας εξηγήσεις με εναλλακτικά ερωτήματα που θα οδηγήσουν τελικά στην αποκάλυψη της ταυτότητας του ξένου. Πώς εξηγείται όμως αυτός ο διπλός θρήνος του Οδυσσέα ως αντίδραση στα δύο τραγούδια του Δημοδόκου, που τον αφορούν άμεσα και αναγνωρίζουν το κλέος του;

Πρόχειρη εξήγηση προσφέρει το γνωστό δίστιχο του Σολωμού που λέει: περασμένα μεγαλεία | και διηγώντας τα να κλαις. Με τη διευκρίνιση ότι ο θρήνος στο δικό μας παράδειγμα μεταφέρεται από εκείνον που διηγείται σ᾽ αυτόν που ακούει την ένδοξη διήγηση. Η μεταφορά δείχνει ότι η επαναφορά μιας δόξας από το παρελθόν στο παρόν, σε ώρα μάλιστα δοκιμασίας, προκαλεί πόνο σ᾽ εκείνον που, ένδοξος κάποτε, τώρα δοκιμάζεται. Σ᾽ αυτήν όμως την εύλογη ερμηνεία θα πρέπει να προσθέσουμε ότι γενικότερα ένα καλό τραγούδι επιβεβαιώνει την αξία του, όταν συγκινεί μέχρι δακρύων τους ακροατές του. Θα δούμε ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το ακροατήριο μιας καλής διήγησης, όταν μάλιστα αυτή μεταβαίνει από την ένδοξη στην άδοξη φάση της.

Ξαναγυρίζουμε όμως στην πολύστιχη παρομοίωση που συνοδεύει τον θρήνο του Οδυσσέα, καθώς ακούει από τον Δημόδοκο το τραγούδι για τον δούρειο ίππο και την άλωση της Τροίας, επειδή έχει αξιοπαρατήρητες παραξενιές. Παραφράζονται πρώτα οι σχετικοί στίχοι (θ 521-531): Όσο ο αοιδός προχωρεί στη διήγησή του, τόσο και η συγκίνηση του Οδυσσέα ξεσπά και κορυφώνεται. Οπότε ο θρήνος του παραβάλλεται με το μοιρολόγι μιας γυναίκας πάνω στο σώμα του άντρα της, που έπεσε εκεί, μπροστά στην πόλη και στον λαό της πόλης, για την πατρίδα πολεμώντας και τα τέκνα της. Κι όπως τον βλέπει η γυναίκα του να σπαρταρά και να σβήνει, σωριασμένη πάνω του πνίγεται στο κλάμα, ενώ οι εχθροί με τα κοντάρια τους τη χτυπούν πισώπλατα, έτοιμοι να τη σύρουν σκλάβα τους, βουτηγμένη πια στη δυστυχία και στον πόνο. Κι ο ποιητής προσθέτει: όσο πικρό το δάκρυ αυτής της δύστυχης γυναίκας, τόσο πικρός και του Οδυσσέα ο θρήνος.

Τα παράξενα αυτής της παρομοίωσης φαίνονται και με γυμνό μάτι, δεν χρειάζονται μικροσκόπιο. Την ώρα που ο αοιδός δοξολογεί τον εφευρέτη του δούρειου ίππου, με τον οποίο κατορθώθηκε, ύστερα από δέκα χρόνια, η άλωση της Τροίας από τους Αχαιούς, εκείνος όχι μόνο πνίγεται στο κλάμα αλλά και παραβάλλεται με οδυρόμενη γυναίκα, που θρηνεί τον σκοτωμένο άντρα της, που κακοποιείται από τον εχθρό, που προορίζεται για παντοτινή σκλαβιά. Δύσκολα φαντάζεται κάποιος πιο αταίριαστη παρομοίωση. Σάμπως να την έχωσε εδώ ένα ξένο χέρι που δεν ήξερε τι λέει το προηγούμενο κείμενο. Γι᾽ αυτό εξάλλου δεν έλειψαν φιλόλογοι που θεώρησαν την παραβολή κακότεχνη και την απέδωσαν σε άτεχνο διασκευαστή. Μήπως όμως τα φαινόμενα απατούν;

Αν δούμε από κοντά και πιο προσεκτικά το δεύτερο μέρος από το τραγούδι του Δημοδόκου, παρατηρούμε πως ο αοιδός επιμένει στην ανελέητη σφαγή των εξαπατημένων Τρώων από τους Αχαιούς, με πρωταγωνιστές τον Οδυσσέα και τον Μενέλαο. Περιγραφή που σημαίνει ότι η άλωση της Τροίας έχει δύο όψεις: θριάμβου για τους πορθητές, τραγωδίας για τους εκπορθημένους. Αυτή τη διπλή σημασία της άλωσης φαίνεται πως θέλει να υπογραμμίσει ο ποιητής, και ξαφνικά, με την αταίριαστη παρομοίωση, γυρίζει το νόμισμα ανάποδα, αντιστρέφοντας τη θριαμβική νίκη των Αργείων σε σπαρακτική ήττα των Τρώων. Όπως έκανε ο Ευριπίδης, τρεις αιώνες μετά, με τις Τρωάδες του, και νωρίτερα ο Αισχύλος με τους Πέρσες του.

Το σπουδαιότερο όμως αφηγηματικό εύρημα στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι η αντιστροφή αυτή του θριάμβου σε τραγωδία, της χαράς σε σπαραγμό, αποδίδεται μεταφορικά στον ίδιο τον Οδυσσέα. Ο οποίος ξαφνικά αλλάζει φύλο και στρατόπεδο, θρηνώντας τώρα σπαρακτικά την καταστροφή της Τροίας, τον φόνο των Τρώων και τον εξανδραποδισμό των Τρωάδων. Αυτή τη συμπάθεια για τον ηττημένο εχθρό ξυπνά το τραγούδι του Δημοδόκου στον νικητή Οδυσσέα, κι αυτή τη συμπάθεια βιώνει εδώ, με μια τόσο ασυνήθιστη παρομοίωση, ο μεγάλος ήρωας.

Τόσο το ένα τραγούδι του Φήμιου στην πρώτη ραψωδία όσο και τα δύο ακραία του Δημοδόκου στην όγδοη ραψωδία επιμένουν στον τρωικό μύθο, μοιρασμένα μάλιστα, όπως είδαμε, στο πολεμικό και στο μεταπολεμικό μερίδιο - μοιρασιά που θυμίζει τα δύο ομηρικά έπη. Εξαίρεση σ᾽ αυτό τον κανόνα αποτελεί το μεσαίο και εκτενέστερο τραγούδι του Δημοδόκου, αυτό που απαγγέλλεται στην αγορά των Φαιάκων, μετά τους αθλητικούς αγώνες και τη χορευτική επίδειξη (θ 266-366). Θέμα της σκανδαλιστικής αυτής αοιδής είναι ο παράνομος έρωτας του Άρη και της Αφροδίτης, και η παραδειγματική τους, υποτίθεται, τιμωρία. Καμία σχέση επομένως με τον τρωικό κύκλο και τον ηρωικό κόσμο. Αντίθετα, ένα τραγούδι που παίζει ανάμεσα στο δράμα και στην κωμωδία, στη συζυγική νομιμότητα και στην παρασυζυγική παρανομία, προσφέροντας αφειδώς στο ακροατήριο κέφι και τέρψη, όπως δηλώνεται και στους δύο επιλογικούς στίχους. Στην τέρψη εξάλλου συμμετέχει τη φορά αυτή ανεπιφύλακτα και ο Οδυσσέας.

Άρης και Αφροδίτη σμίγουν στο συζυγικό κρεβάτι του Ηφαίστου, πίσω απ᾽ την πλάτη του, κάθε φορά που ο χωλός θεός λείπει από το σπίτι. Ώσπου τους παίρνει είδηση ο πανεπόπτης Ήλιος, που σπεύδει να ενημερώσει για την επαναλαμβανόμενη μοιχεία τον απατημένο σύζυγο. Οπότε εκείνος αποφασίζει να κάνει τους εραστές τσακωτούς, χρησιμοποιώντας τη δική του φημισμένη μεταλλουργική τέχνη. Φτιάχνει λοιπόν στο εργαστήρι του μεταλλικό δίχτυ απίστευτα λεπτό, όμως γερό, ώστε κανείς να μην μπορεί να το διακρίνει με γυμνό μάτι και να το σπάσει με το χέρι. Μ᾽ αυτό τυλίγει, πάνω κάτω, της μοιχείας το κρεβάτι και προσποιείται πως θα λείψει στη μακρινή και αγαπημένη του Λήμνο.

Περιχαρείς οι παράνομοι εραστές εκμεταλλεύονται την ευκαιρία, χώνονται στην ερωτική τους φωλίτσα, αλλά ξαφνικά το αόρατο μεταλλικό δίχτυ περιπλέκει και παγιδεύει τα σώματά τους. Ειδοποιημένος για δεύτερη φορά ο Ήφαιστος από τον Ήλιο, επιστρέφει στον συζυγικό θάλαμο, διαπιστώνει πως οι εραστές έχουν πιαστεί σαν ποντικοί στη φάκα, και φυσικά δεν δέχεται να τους λύσει. Αντ᾽ αυτού επικαλείται τους ολύμπιους θεούς, τον Δία, πατέρα της Αφροδίτης, ιδιαιτέρως, ζητώντας δίκαιη τιμωρία των μοιχών και επιστροφή της προίκας που έδωσε για να πάρει γυναίκα του αυτή τη σκύλα, όπως λέει, ομολογουμένως όμως πολύ ωραία. Προσέρχονται όλοι οι θεοί (όχι οι θεές, αυτές από ντροπή δεν πλησιάζουν), σχολιάζουν με λογοπαίγνια το φιάσκο του γρήγορου στη μάχη και στον έρωτα Άρη και το ρίχνουν στο γέλιο. Όταν μάλιστα ο Απόλλων ρωτάει τον Ερμή αν με τους ίδιους όρους θα ακολουθούσε το παράδειγμα του Άρη, προκειμένου να κάνει έρωτα με την ωραία Αφροδίτη, εκείνος απαντά απερίφραστα πως ναι, θα έκανε τα ίδια.

Αγέλαστος παραμένει μόνον ο Ποσειδώνας, που πιέζει τον Ήφαιστο να ελευθερώσει το παράνομο ζεύγος από τα δεσμά του, υπό τον όρο ο Άρης να πληρώσει τα σπασμένα. Και όταν ο χωλός θεός δυσπιστεί για τη συνέπεια του εραστή θεού να ξεπληρώσει το χρέος του, ο Ποσειδώνας υπόσχεται πως, σε περίπτωση ασυνέπειας, αναλαμβάνει ο ίδιος να αναπληρώσει τη ζημιά με δικά του έξοδα. Μ᾽ αυτούς τους όρους το ζευγάρι ελευθερώνεται: ο Άρης τραβά κατά τη Θράκη· η Αφροδίτη στην Πάφο της Κύπρου, όπου την υποδέχονται οι Χάριτες, τη λούζουν, τη μυρώνουν και πολυτελώς τη ντύνουν. Κούκλα πάλι η Αφροδίτη: θαῦμα ἰδέσθαι, λέει το κείμενο.

Η τολμηρή αυτή αοιδή, μπορεί να μοιάζει ξένο παραμύθι μέσα στο επικό πλαίσιο της Οδύσσειας, παρουσιάζει όμως, με το θέμα και τη μορφή της, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αφηγηματική τέχνη της αρχαϊκής εποχής. Το γεγονός ότι αφιερώνεται αποκλειστικά σε ερωτική περιπέτεια θεών, και μάλιστα με τρόπο λίγο πολύ ευτράπελο, δείχνει ότι παραδοσιακοί αοιδοί, όπως ο Δημόδοκος, δεν τραγουδούσαν μόνον ηρωικά κατορθώματα, περιορισμένα στον τρωικό κύκλο. Σκάρωναν και πιο ελεύθερα, παράτολμα θέματα, που ερέθιζαν την περιέργεια του ακροατηρίου και τροφοδοτούσαν τη διασκέδασή του.

Ως προς το τολμηρό θέμα της αοιδής, δύο ακόμη παρατηρήσεις. Το σκάνδαλο της μοιχείας, που δίκαια εξοργίζει τον Ήφαιστο, μετριάζεται από το διάχυτο χιούμορ, που διαπερνά το τραγούδι απαρχής μέχρι τέλους, και που φαίνεται να λέει στους ακροατές: «μην την παίρνετε την ιστορία αυτή πολύ στα σοβαρά· ακολουθήστε το παράδειγμα των θεών, που τελικά γελούν μ᾽ αυτά που βλέπουν και ακούν· γελάστε κι εσείς μαζί τους». Ας μην ξεχνούμε εξάλλου ότι η αοιδή αυτή ακούγεται στην αγορά των Φαιάκων, σε μια γιορτή με αγώνες, χορούς και τραγούδια, όπου ο κόσμος κάνει κέφι, συχνά και με πικάντικα χωρατά. Επιπλέον: μπορεί στους θνητούς η παρασυζυγική εκτροπή να πέφτει βαριά, να προκαλεί ακόμη και πόλεμο (διαβόητο το παράδειγμα του Πάρη και της Ελένης), οι θεοί όμως ξέρουν πώς να βολεύουν τέτοια παραστρατήματα με άνετη χάρη. Εδώ παίρνει πίσω την προίκα του ο Ήφαιστος από τον Ποσειδώνα, και όλα γίνονται ξανά μέλι γάλα.

Στο κάτω κάτω αταίριαστο ζευγάρι είναι ο χωλός Ήφαιστος και η πανέμορφη Αφροδίτη· πιο καλός τής πέφτει ο Άρης, αρτιμελής αυτός κι ωραίος. Αυτό το αναγνωρίζει και ο απατημένος σύζυγος, με παράπονο έστω, μπροστά στους άλλους θεούς, όταν ζητά τη συνδρομή τους (θ 306-311). Πίσω από το παράπονό του ακούγεται και κάτι μελαγχολικό: οι ποιητές κι οι καλλιτέχνες (καλλιτέχνης είναι ο Ήφαιστος) σωματικά συνήθως υπολείπονται και δεν τα βγάζουν πέρα στον έρωτα με τους γυμνασμένους αθλητές και τους ρωμαλέους μαχητές. Αυτή είναι η μοίρα τους, κι ας μην παραπονιούνται. Όσο για το ηθικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας, το παίρνουν πάνω τους ο Ήλιος, ο Ποσειδώνας και ειρωνικά ο ίδιος ο Ήφαιστος.

Θα σε θαύμαζες αν σε γνώριζες σήμερα;

Η ερώτηση για το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας σε λίγα χρόνια, είναι μια ερώτηση που μας δημιουργεί αρκετές σκέψεις γύρω από την ποιότητα του χαρακτήρα και της ζωή μας· την ευχαρίστηση που βιώνουμε με μια καλή δουλειά, το πού κυμαινόμαστε οικονομικά, αν η σχέσεις μας είναι αυτές που όντως μας εκφράζουν. Το πόσο διαφορετικά οραματιζόμαστε να ζούμε σε σχέση με τώρα είναι δείγμα του αν είμαστε στην κατεύθυνση που θέλουμε.

Αν μπορούσαμε να βάλουμε στο μικροσκόπιο τη ζωή μας από νωρίς, θα μπορούσαμε ν’ απαντήσουμε ξεκάθαρα στο ερώτημα των συναισθημάτων και του εσωτερικού θαυμασμού του εαυτού μας;

Πολλές φορές οι άνθρωποι, τείνουν να βλέπουν τα πράγματα πολύ συγκεκριμένα και κρίνουν τον εαυτό τους μόνοι τους χωρίς να χρειάζονται ή να περιμένουν ν’ ακούσουν τη γνώμη των άλλων, χωρίς να έχουν κανένα εξωτερικό ερέθισμα και δυσκολεύονται να εμπιστευθούν ακόμη και τους οικείους τους για μια συμβουλή. Αυτό τους δημιουργεί μια άμυνα και βουτηγμένοι στην εσωτερική ανασφάλεια για το αν οι αποφάσεις που έχουν πάρει ήταν οι σωστές προσπαθούν να βρουν τα λάθη τους και να ζυγίσουν τα πράγματα απ’ την αρχή πέφτοντας στην υπερανάλυση, είτε δεν κάνουν καμία ενδοσκόπηση βάζοντας την ταμπέλα του αλάνθαστου στις πράξεις τους.

Αν γνωρίζαμε τον εαυτό μας απ’ την αρχή σήμερα, θα μας θαυμάζαμε; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση για να θέσουμε σε σχέση με το πόσο απόλυτοι έχουμε γίνει σχετικά με τα σωστά και τα λάθη μας. Ή θα προσπαθούσαμε να βρούμε και πάλι ένα νέο άλλοθι για όλες τις βιαστικές και ίσως όχι και τόσο έξυπνες κινήσεις μας;

Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται ν’ απαντήσουν στην ερώτηση για το πώς φαντάζονται τον εαυτό τους στα επόμενα πέντε χρόνια, πόσο μάλλον να κάνουν μια ανασκόπηση του πού βρίσκονται αυτήν ακριβώς τη στιγμή κι αν τους κάνει. Μόνο και μόνο στο άκουσμα αυτής της ερώτησης, δημιουργείται εσωτερική ανασφάλεια, αβεβαιότητα, είναι η αρχή μιας σκληρής ίσως αυτοκριτικής που δεν είναι εύκολο κανείς να κάνει.

Κι όμως αυτή η ερώτηση απευθύνεται στις φιλοδοξίες που μπορεί να έχεις, το τι έχεις καταφέρει μέχρι στιγμής στη ζωή σου, αλλά και ποιοι είναι οι στόχοι σου για τα επόμενα χρόνια. Αυτό δημιουργεί στον άνθρωπο το αίσθημα της διαρκούς εξέλιξης, βάζει στο μικροσκόπιο πράγματα απ’ τη μέχρι τώρα πορεία του, τόσο επαγγελματικά όσο και προσωπικά και του δίνει τη δυνατότητα να αναλογιστεί τα βάρη και τις ευθύνες που του αναλογούν με βάση τις σκέψεις και τις πράξεις του παρελθόντος.

Η διαρκής εξέλιξη του ανθρώπου είναι μια ψυχολογική κατάσταση που μπορεί να βρεθεί ο οποιοδήποτε και για διαφορετικούς λόγους, είτε αυτοί είναι κοινωνικοί, είτε προσωπικοί, είτε επαγγελματικοί. Το ερώτημα είναι όμως ένα· κατά πόσο ο άνθρωπος είναι ευχαριστημένος κι ευτυχισμένος με την πορεία της ζωής του; Γιατί χρειάζεται πολλές φορές να γίνει μια ενδοσκόπηση για να μπορέσει να αντιληφθεί τα λάθη του και ποιες είναι οι καταστάσεις που τον οδηγούν εκεί; Η απάντηση είναι αρκετά απλή. Αρκεί να γνωρίσουμε τον εαυτό μας απ’ το μηδέν κι όχι απλώς να τον θαυμάσουμε, αλλά να του δώσουμε το δίκιο και το άδικο.

Χωρίς την απόκτηση της γνώσης, της αξιολόγησης της γνώμης ενός άλλου ανθρώπου, της απόκτησης συναισθηματικού κύκλου και των ιδεών στην πορεία της ζωής μας δεν μπορεί να υπάρξει εξέλιξη κι όταν κάποτε κάνουμε αυτή την ερώτηση στον εαυτό μας, δε θα υπάρχει ραχοκοκαλιά για να μπορέσει να στηριχθεί. Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να βγάλουμε στο μικροσκόπιο τις φοβίες μας, τα λάθη μας, τις καταστάσεις που μας πλήγωσαν και τους ανθρώπους που μας έδωσαν τη χαριστική βολή για να μπορέσουμε να γίνουμε αυτό που είμαστε σήμερα. Να αναλογιζόμαστε τα όσα έχουμε ζήσει χωρίς να πληγώνουμε τον εαυτό μας και να βρούμε πώς θα είμαστε πραγματικά γεμάτοι με αυτοπεποίθηση για νέα νέα ξεκινήματα.

Οι πεποιθήσεις σας δημιουργούν την εμπειρία σας

Τι είναι η πεποίθηση; Απλώς μια σκέψη που επαναλαμβάνεται μέχρι να την πιστέψουμε. όλες οι πεποιθήσεις είναι περιοριστικές επειδή προέρχονται από τον νου. Για παράδειγμα, η πεποίθηση ότι κάτι είναι «πολύ καλό για να είναι αληθινό». Ακούμε άλλους να το λένε, μετά αρχίζουμε να κάνουμε οι ίδιοι αυτήν την σκέψη, πιστεύουμε ότι είναι αλήθεια και αρχίζουμε να βλέπουμε στον κόσμο γύρω μας αποδείξεις πως όντως αληθεύει.

Πώς λειτουργούν οι πεποιθήσεις στη ζωή μας

Όταν πιστέψουμε ότι είναι αλήθεια, γίνεται πεποίθηση που αποθηκεύεται στο υποσυνείδητο, και έκτοτε λειτουργεί ως αυτοματοποιημένο πρόγραμμα στο υποσυνείδητο και πρέπει να προβάλλεται στο περιβάλλον μας και να συνεχίσει να αποδεικνύεται αληθινή στη ζωή.

Οι πεποιθήσεις δημιουργούν και άλλες σκέψεις, και οι σκέψεις επαναλαμβάνονται σαν ηχογραφήσεις. Με την πεποίθηση «είναι πολύ καλό για να είναι αληθινό», το υποσυνείδητο θα «παίξει» σκέψεις όπως: «Όταν νιώθω χαρούμενος/η, νιώθω ότι κάτι κακό θα συμβεί», «Ζήσ' το όσο μπορείς, δεν θα διαρκέσει», «Νιώθω νευρικότητα επειδή συνήθως δεν μου συμβαίνουν καλά πράγματα», κ.ά.

Αυτές οι σκέψεις σάς είναι πιθανώς οικείες, γεγονός που αποδεικνύει ότι είναι απλώς ηχογραφήσεις του μυαλού και ότι δεν είστε οι μοναδικοί που τις κάνετε.

Πρέπει να βιώσετε την εμπειρία όσων πιστεύετε, άρα έχει σημασία ποιες είναι οι πεποιθήσεις σας. Έχουν κάτι που θα το περιγράφαμε ως ατομική δύναμη, επειδή θα προβάλλονται συνεχώς στη ζωή σας και θα φροντίσουν να φαίνονται αληθινές. Είναι ψευδείς, όμως αυτό δεν έχει σημασία. Αν έχετε «φυτέψει» μια πεποίθηση στο υποσυνείδητο, θα αποφέρει καρπούς.

Για παράδειγμα, δεν μπορείτε να έχετε την πεποίθηση ότι ο μόνος τρόπος για να σας έρθουν χρήματα είναι να εργάζεστε σκληρότερα και, ξαφνικά, να εισπράττετε πακτωλό χρημάτων από μεριές που δεν περιμένατε. Η πεποίθησή σας αποτρέπει την εισροή χρημάτων από άλλες πηγές. Τόσο περιορίζουμε τον εαυτό μας μέσω των πεποιθήσεων.

Όταν έχετε μια πεποίθηση για ένα άτομο, μια κατάσταση, πρέπει να τη βιώσετε. Οι σκέψεις δεν έχουν δική τους δύναμη αν δεν υπάρχει η ενέργεια της πίστης σας.

Είναι πιθανό να προσκολληθούμε σε πεποιθήσεις, ακόμα και αν μας προκαλούν άγχος και πόνο. Οι πεποιθήσεις μπορούν να μας κρατήσουν στη φτώχεια, να μας αρρωστήσουν, να μας γεμίσουν φόβο και να κάνουν ζημιά στις σχέσεις μας ή να τις καταστρέψουν.

Όλες οι περιστάσεις στη ζωή σας αυτή την περίοδο δημιουργούνται από το σύστημα πεποιθήσεων στο υποσυνείδητό μας. Αλλάζοντας πεποιθήσεις, βελτιώνουμε τις εμπειρίες μας! Πολλές από τις πεποιθήσεις για τον εαυτό μας και τον κόσμο είναι τόσο βαθιά εγχαραγμένες, που δεν αντιλαμβανόμαστε πως είναι πεποιθήσεις και τις θεωρούμε απόλυτη αλήθεια.

Συχνά κάνει καλό να εξετάζουμε κάποιες κοινώς αποδεκτές πεποιθήσεις, και να τις απορρίπτουμε, όπως:

1. Μας αξίζουν πράγματα μόνο εάν δουλέψουμε σκληρά, εάν κάνουμε θυσίες για να τα αποκτήσουμε.

2. Το να υποφέρουμε είναι κάτι ευεργετικό για εμάς.

3. Τίποτα δεν μπορούμε να αποκτήσουμε χωρίς να δώσουμε κάτι.

4. Τα πολύ απλά πράγματα δεν έχουν μεγάλη αξία.

Οι πεποιθήσεις σας δεν είναι η αλήθεια

Τα καλά νέα είναι ότι, οι πεποιθήσεις αποτελούνται από ψευδείς σκέψεις, μπορούν να εξαλειφθούν μόλις το αντιληφθείτε. Όσο οι πεποιθήσεις παραμένουν αποθηκευμένες στο υποσυνείδητο θα συνεχίσουν να εκτυλίσσονται αυτόματα στη ζωή σας. Αλλά τη στιγμή που θα αποκτήσετε πραγματική επίγνωση ενός από τα πιστεύω σας, αυτό διαλύεται. Ακριβώς όπως γίνεται όταν όλα τα αρνητικά συναισθήματα απελευθερώνονται, όταν όλες οι υποσυνείδητες πεποιθήσεις γίνονται συνειδητές - παραμένετε μόνιμα ως Επίγνωση.

Στην πραγματικότητα, όταν εξαλείφετε το ένα, ταυτόχρονα εξαλείφετε το άλλο. Προτιμώ τη διπλή προσέγγιση και απελευθερώνω ταυτόχρονα τις πεποιθήσεις και τα αρνητικά συναισθήματα όποτε αυτά εμφανίζονται.

Διαλύετε τις πεποιθήσεις με την Επίγνωση. Τη στιγμή που αντιλαμβάνεστε ότι μια πεποίθηση δεν είναι αληθινή, το μεγαλύτερο κομμάτι της διαλύεται. Αν συνεχίσετε να ανασύρετε την πεποίθηση αυτή στο νου σας, υπενθυμίζοντας στον εαυτό σας ότι είναι πεποίθηση και δεν είναι αλήθεια, και η υπόλοιπη θα διαλυθεί εντελώς υπό αυτόν τον τόσο εξονυχιστικό έλεγχο. Αυτή είναι η άπειρη δύναμη της Επίγνωσης.

Μπορεί να αποδειχτεί λίγο δύσκολο να εντοπίσετε τις πεποιθήσεις σας, για τον ίδιο λόγο που πιστεύετε ότι είναι αλήθεια και όχι πεποίθηση! Ωστόσο, μόλις αποκτήσετε επίγνωση μιας πεποίθησης ξεκινά η διάλυσή της και ό,τι απομένει θα καταρρεύσει μέσω της συνεχούς συνειδητοποίησής της. Ίσως ακόμη, να φτάσετε σε σημείο που δεν θα μπορείτε να θυμηθείτε τι πιστεύατε, επειδή η πεποίθηση έχει εξαφανιστεί.

Οι πεποιθήσεις και οι αναμνήσεις αποτελούνται από σκέψη και αποθηκεύονται στο υποσυνείδητο, άρα, αν μια πεποίθηση διαγραφεί, θα εξαφανιστούν και όλες οι σκέψεις που συνδέονται με αυτή, συμπεριλαμβανομένων των σκέψεων που αποτελούν την ανάμνησή της.

Επίγνωση των αντιδράσεών μας

Ένας άλλος τρόπος να ξεσκεπάσετε πεποιθήσεις είναι να αποκτήσετε επίγνωση των αντιδράσεών σας. Όταν αντιδρούμε σε κάτι είναι επειδή έχουμε θαμμένη μια πεποίθηση, η οποία προκάλεσε την αντίδραση. Στην πραγματικότητα, οι αντιδράσεις είναι μεταμφιεσμένες πεποιθήσεις. Το μόνο που έχετε να κάνετε όταν παρατηρείτε τον εαυτό σας να αντιδρά είναι να αποκτήσετε επίγνωση της αντίδρασης.

Όταν έχετε επίγνωση της αντίδρασης, της αφαιρείτε τη δύναμη, επειδή η Επίγνωσή σας είναι η δύναμη που διαλύει κάθε ίχνος αρνητικότητας.

Θυμηθείτε ότι ο νους αντιδρά σε πράγματα, όχι εσείς. Ταυτίζεται με πράγματα και τα κάνει προσωπικά, επειδή τα βλέπει από την οπτική του προσώπου. Όταν αποκτήστε επίγνωση των αντιδράσεών σας μέσω της αυτοπαρατήρησης, όχι μόνο αφαιρείτε από τον νου σας τη δύναμη να αντιδράσει, αλλά ξεσκεπάζετε την πεποίθηση που κρύβεται κάτω από την αντίδραση, η οποία, μόλις εκτεθεί, θα διαλυθεί.

Εάν θέλετε να απαλλαγείτε από μια συμπεριφορά, τάση ή συνήθεια, παρατηρήστε ότι έχετε φυσική επίγνωση γι' αυτή. Εάν βλέπετε πραγματικά αυτή την επίγνωση, αν παρατηρείτε αυτήν την συμπεριφορά, την τάση ή τη συνήθεια αποστασιοποιημένοι, θα αισθανθείτε πως δεν σας κρατάει δέσμιους και δεν θα ταυτιστείτε μαζί της

Αν μιλούσαμε στους άλλους όπως μιλάμε σε εμάς

Πολλοί κάνουν λόγο για τα λόγια που επιλέγουμε όταν μιλάμε. Άλλοι μιλάνε για θετικές σκέψεις. Άλλοι αναλύουν όλο το γλωσσολογικό, συντακτικό και γραμματικό υπόβαθρο που χρησιμοποιούμε, με αναλύσεις & αναφορές στις επιλογές μας.

Αυτό όμως που ίσως να συμφωνούμε όλοι, είναι ότι ο τρόπος που μιλάμε από άνθρωπο σε άνθρωπο διαφέρει. Επίσης, διαφέρει και ο τρόπος που επιλέγουμε να μιλήσουμε σε εμάς. Ανάλογα με το τρόπο που σκεφτόμαστε, ανάλογα με τη διάθεσή μας, την όρεξη που έχουμε, την πρόθεσή.

Που αναφέρομαι; Αναφέρομαι στο σκεπτικό που μιλάμε σε εμάς, όταν μονολογούμε. Υπάρχουν στιγμές που λέμε: «όμορφος είμαι σήμερα», «σήμερα θα τα πάω καλά!», «ωραίο καιρό έχει σήμερα»…

Υπάρχουν όμως και οι φορές δεν μιλάμε καλά: «μα καλά, είναι δυνατόν να έκανες τέτοιο λάθος;» «μα τι χαζός που είσαι!», «άχρηστός είμαι ρε παιδί μου» πολλές φορές ίσως να χρησιμοποιούμε και πολύ χειρότερες εκφράσεις, που χρειάζονται να αναφερθούν εδώ.

Ναι σε εκείνες τι στιγμές αναφέρομαι. Την ώρα που μονολογούμε και κάνουμε αυτοκριτική. Εκεί που εμείς μιλάμε άσχημα στον εαυτό μας. Ποια η πρόθεσή που έχουμε και μας μιλάμε έτσι; Ποιο είναι το απότοκο όφελος και μειώνουμε τον εαυτό μας στα μάτια μας; Για ποιο δικό μας λόγο, εμείς οι ίδιοι, κάνουμε μπούλινγκ στον εαυτό μας;

Μιλώντας προς τους άλλους

Στην ίδια κατάσταση, μιλώντας σε έναν φίλο, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα του λέγαμε «μα καλά… τόσο άχρηστος είσαι;» θα δείχναμε μια κατανόηση, θα επιλέγαμε πιο μαλακές λέξεις και εκφράσεις. Ίσως να λέγαμε «έλα μωρέ … την επόμενη φορά θα το καταφέρεις».

Η διαφορά είναι όμως, ότι όταν μιλάμε σε εμάς, πολλές φορές γινόμαστε οι χειρότεροι επικριτές του εαυτού μας!

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι αν μιλάγαμε στους φίλους μας, με τον τρόπο που μιλάμε στον εαυτό μας, ίσως να είχαμε πολύ λιγότερους φίλους; Πόσοι θα ανεχόντουσαν έναν φίλο, να τους μιλάει έτσι; Συνέχεια;

Εμείς εναντίων εμάς

Είναι άξιο έρευνας, γιατί όταν μιλάμε σε εμάς, είμαστε τόσο επικριτικοί σε σύγκριση με το όταν μιλάμε σε άλλους. Άξιο παρατήρησης είναι ότι αν ένας φίλος ή μέλος την οικογένειάς μας, μας μιλήσει με τον ίδιο τρόπο θα αντιδράσουμε. Αν αυτό γίνει σε χώρο εργασίας, αναφερόμαστε σε δικαιώματα και σεβασμό.

Περίεργο δεν είναι που ενώ θέλουμε και πολλές φορές απαιτούμε από άλλους να μας μιλάνε όμορφα, εμείς οι ίδιοι να μην το κάνουμε για εμάς τους ίδιους.

Υπάρχει άλλος τρόπος; Ιδιαίτερη η ερώτηση με καταφατική απάντηση! Και βέβαια υπάρχει άλλος τρόπος να μιλάμε και μάλιστα είναι και στο χέρι μας να το κάνουμε. Ο τρόπος είναι απλός: φροντίζω να σκέφτομαι πώς θα μιλήσω σε εμένα, πριν μιλήσω σε εμένα.

Και πώς να μιλάω;

Βήμα 1ο & το βασικότερο: Φανταζόμαστε ότι πρέπει να συνομιλήσουμε σε κάποιον που 1ον είναι από τους ποιο σημαντικός ανθρώπους στη ζωή μας 2ον πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στην επικοινωνία μας και 3ον αν μιλήσουμε άσχημα θα αντιδράσει άσχημα.

Βήμα 2ο: Σκεφτούμε τι θέλουμε να επικοινωνήσουμε, δηλαδή ποιο είναι το μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε;

Βήμα 3ο: Σχεδιάζουμε τι θα πούμε και πώς θα το πούμε.

Βήμα 4ο: Επιλέγουμε τις λέξεις, εκφράσεις, το τόνο φωνής και τα βασικά, που μαθαίνουμε σε κάποιο Training για την επικοινωνία.

Βήμα 5ο: Μιλάμε

Βήμα 6ο: Αξιολογούμε τις αντιδράσεις της άλλης μεριάς και την απάντηση ώστε να συνεχίσουμε την επικοινωνία.

Είναι δυνατόν; Ναι είναι και μάλιστα το οφείλουμε σε εμάς τους ίδιους! Πώς θέλουμε να έχουμε έναν εποικοδομητικό διάλογο με εμάς; Είναι πολλές οι φορές, που λέμε: ‘’δε μπορώ να σκεφτώ κάτι καλύτερο, κάτι ποιο δημιουργικό’’ και είναι λογικό αν εμείς οι ίδιοι είμαστε πολύ επικριτικοί και μειώνουμε τον εαυτό μας.

Για να μην παρεξηγηθώ… θα συμφωνήσω με πολλούς που θα λένε ότι η εποικοδομητική κριτική είναι χρήσιμη και θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί τους. Με τη προϋπόθεση ότι γνωρίζω πώς να κάνω εποικοδομητική αξιολόγηση και να μαθαίνω από τα λάθη μου!

Δυστυχώς οι περισσότεροι, μένουμε στην αποτυχία χωρίς να μπορούμε να μάθουμε μέσα από τα λάθη μας. Και ακόμα χειρότερα μιλάμε άσχημα στον εαυτό μας. Εμείς οι ίδιο μας βάζουμε κάτω και μας πατάμε. Και αυτό είναι κάτι που ίσως να πρέπει να αξιολογήσουμε

Πως μιλάμε τελικά; Σωστή συνταγή δεν υπάρχει! Και οι δύο τρόποι είναι και χρήσιμοι και εποικοδομητικοί. Απλά να θυμόμαστε να μιλάμε στον εαυτό μας με τρόπο που θα θέλουμε και απαιτούμε να μας μιλάνε οι άλλοι. Να μην μας βάζουμε στη γωνία και μας κοπανάμε και μας είμαστε πιο αυστηροί από όσο πρέπει. Να μας προσέχουμε, να μιλάμε εποικοδομητικά και να είμαστε φίλοι και συνοδοιπόροι με εμάς.

Το γονεοποιημένο παιδί: Κατανοώντας τις ψυχολογικές επιπτώσεις της αντιστροφής ρόλων στην οικογένεια

Η συναισθηματική κακοποίηση μέσα στην οικογένεια μπορεί να πάρει πολλές μορφές, μερικές από τις οποίες είναι φανερές, όπως οι χαρακτηρισμοί, η υποτίμηση, η κριτική ή ο έλεγχος. Μια από τις πιο συνηθισμένες και ιδιαίτερα συγκαλυμμένες μορφές κακοποίησης που βιώνουν οι επιζώντες του σχεσιακού τραύματος, περιλαμβάνει την γονεοποίηση.

Η γονεοποίηση περιλαμβάνει μια σειρά από αντιστροφές ρόλων, όπου ένα παιδί τοποθετείται στο ρόλο, σύμφωνα με το οποίο πρέπει εκείνο να φροντίζει (είτε σωματικά είτε ψυχολογικά) έναν γονέα. Η έννοια αυτή επινοήθηκε για πρώτη φορά από τον ψυχίατρο Ivan Boszormenyi-Nagy και περιγράφει εύστοχα τις αντιστροφές ρόλων που συμβαίνουν μέσα σε ορισμένες οικογένειες. Η γονεοποίηση μπορεί να συμβεί για διάφορους λόγους, όπως λόγω:

– ασθένειας του γονέα

– χρήσης ουσιών από γονέα/γονείς

– ψυχικές δυσκολίες γονιών

– έλλειψη κατάλληλης στήριξης του γονέα/των γονέων από άλλους ενήλικες.

Μερικές φορές, πιο δυσδιάκριτες δυσκολίες στηρίζουν την ανάπτυξη αυτής της δυναμικής, συμπεριλαμβανομένων γονέων που μπορεί να παλεύουν με σύνθετες δυναμικές προσωπικότητας, όπως εξαρτητικά χαρακτηριστικά (“είμαι αβοήθητος, δεν μπορώ να κάνω τίποτα χωρίς υποστήριξη”), και προβάλλουν αυτές τις δυσκολίες στα παιδιά ελλείψει κατάλληλης στήριξης. Παρομοίως, τα παιδιά ναρκισσιστικών γονέων συχνά αναφέρουν ότι αισθάνονταν ότι έπρεπε να είναι «τέλεια» και είναι συνεχώς η αντανάκλαση της επιτυχίας του γονέα τους. Συνεπώς, έφεραν το βάρος της διατήρησης της εύθραυστης αυτοεκτίμησης του γονέα τους – αυτό είναι μια λεπτή μορφή γονεοποίησης, καθώς το παιδί αναλαμβάνει το καθήκον της στήριξης και της διατήρησης της ψυχολογικής ακεραιότητας του γονέα του.

Η γονεοποίηση μπορεί να περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών. Μπορεί να είναι έκδηλη – να αναγκάζει τα παιδιά να αναλαμβάνουν σωματικά καθήκοντα που τυπικά ανήκουν στους ενήλικες της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων καθηκόντων όπως το μαγείρεμα και η καθαριότητα, η φροντίδα των αδελφών ή η φροντίδα του ίδιου του γονέα, αλλά και πιο δυσδιάκριτη – να εμπιστεύονται το παιδί με τρόπο που δεν είναι κατάλληλος για την ηλικία του, να ζητούν συναισθηματική στήριξη από αυτό, να αναμένουν καθήκοντα πέρα από τις αναπτυξιακές του ικανότητες, να ζητούν συμβουλές από τα παιδιά, να τα χρησιμοποιούν ως διαμεσολαβητές ή ρυθμιστές και να τα εμπλέκουν σε οικογενειακές συγκρούσεις. Εξίσου, το να περιμένει κανείς από ένα παιδί να διατηρήσει και να κρατήσει οικογενειακά μυστικά (π.χ. ένας γονέας με δυσκολίες στη χρήση αλκοόλ), έτσι ώστε να μην μπορεί να αναζητήσει στήριξη για τον εαυτό του, το τοποθετεί μέσα σε έναν γονεοποιημένο ρόλο.

Στις συναισθηματικά υγιείς οικογένειες, οι γονείς αναγνωρίζουν ότι ο ρόλος τους περιλαμβάνει τη φροντίδα του παιδιού, την ικανοποίηση των αναπτυξιακών αναγκών, τη στήριξή του για την ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων και για την εξατομίκευση και τον αποχωρισμό από την οικογένεια. Σε οικογένειες που χαρακτηρίζονται από γονεοποίηση, η συναισθηματική έμφαση παραμένει στις σωματικές και ψυχολογικές ανάγκες των γονέων, γεγονός που συνήθως έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά να λειτουργούν σε επίπεδο πολύ πέρα από τις αναπτυξιακές τους δυνατότητες. 

Τα παιδιά που γονεοποιούνται εκτίθενται συνήθως σε θέματα που δεν μπορούν να κατανοήσουν πλήρως (όπως η χρήση ουσιών από τους γονείς ή τα προβλήματα ψυχικής υγείας), μπορεί να καλούνται να διαχειριστούν προβλήματα που μοιάζουν τρομακτικά ή που είναι πολύ περίπλοκα για να τα διαχειριστεί ένα παιδί, μπορεί να καλούνται να παραμερίσουν τις δικές τους ανάγκες σε μια προσπάθεια να φροντίσουν τον γονέα, μπορεί να αισθάνονται υπεύθυνα για την ευημερία του γονέα και συνήθως δεν μπορούν να εμπλακούν στα συνήθη καθήκοντα της παιδικής ηλικίας, όπως το παιχνίδι, η εκπαίδευση και η δημιουργία σχέσεων με συνομηλίκους. Ορισμένες φορές, τα παιδιά αυτά επαινούνται για αυτές τις συμπεριφορές και θεωρούνται από τους ίδιους τους γονείς τους και άλλους ενήλικες ως «ώριμα ή σοφά για την ηλικία τους».

Ο αντίκτυπος αυτού του ψυχολογικού – σχεσιακού φαινομένου στα παιδιά μπορεί να είναι τεράστιος. Τα γονεοποιημένα παιδιά μπορεί να αντιμετωπίσουν μια σειρά από δυσκολίες στην ενήλικη ζωή, όπως: περιπλεγμένοι ρόλοι μέσα στην οικογένεια, δυσκολίες στη θέσπιση ορίων, μια διάχυτη ανάγκη να ευχαριστούν τους άλλους, άγχος, τελειομανία, δυσκολίες στη δημιουργία και διατήρηση στενών σχέσεων, χαμένα αναπτυξιακά ορόσημα, θλίψη και παθητικό στυλ επικοινωνίας.

Στον πυρήνα τους, όλες αυτές οι δυσκολίες προκύπτουν από μια σειρά ψυχολογικών αναγκών που ανατράπηκαν στην παιδική ηλικία, συμπεριλαμβανομένων των αναγκών για σταθερή και ασφαλή σχέση με φροντιστή, ανεξαρτησία, αυτονομία, δράση και αυθορμητισμό. Τα γονεοποιημένα παιδιά μαθαίνουν να βάζουν στην άκρη τις δικές τους ανάγκες για να φροντίσουν τον γονέα τους και συχνά μεταφέρουν διαστρεβλωμένα σενάρια σχετικά με τη σημασία του να είναι κανείς «ανιδιοτελής». Τα χαμένα ηλικιακά ορόσημα, όπως η διαμόρφωση σχέσεων με συνομηλίκους, μπορεί να οδηγήσουν σε έλλειψη ευκαιριών για την ανάπτυξη βασικών δεξιοτήτων (όπως η επικοινωνία) και μπορεί να οδηγήσουν σε δυσκολίες στη διαχείριση αυτών των σχέσεων στην ενήλικη ζωή.

Το άγχος παραμένει ένα πολύ συνηθισμένο χαρακτηριστικό των εμπειριών των παιδιών αυτών, καθώς βρέθηκαν αντιμέτωπα με την διαχείριση δυσκολιών πολύ σύνθετων για το αναπτυξιακό τους επίπεδο και έτσι αναπτύσσουν συνήθως την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι δύσκολος και επικίνδυνος και ότι κανείς άλλος δεν μπορεί να παράσχει στήριξη ή βοήθεια, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα αίσθημα φόβου, απομόνωσης και αδυναμίας. Αυτό μπορεί συχνά να εμφανίζεται με γενικευμένο άγχος ή κοινωνικό άγχος στην ενήλικη ζωή.

Αν και η γονεοποίηση έχει εκτεταμένες επιπτώσεις, μόλις αναγνωριστεί και κατονομαστεί, μπορεί να γίνει επεξεργασία του με έναν ικανό θεραπευτή που έχει εκπαιδευτεί στη διαχείριση σχεσιακών τραυμάτων. Κατά τη συνεργασία με έναν ψυχοθεραπευτή πάνω σε αυτά τα ζητήματα, μπορεί να είναι ωφέλιμο να διερευνηθεί πλήρως το φάσμα των συμπεριφορών και των δυναμικών που χαρακτήριζαν το συγκεκριμένο οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε κανείς, το πώς αντιλαμβανόταν κανείς αυτά τα ζητήματα εκείνη την εποχή και τις επιπτώσεις που μπορεί να είχαν αυτές οι δυσκολίες.

Ορισμένοι συγκεκριμένοι τομείς προς διερεύνηση περιλαμβάνουν την αυτοεκτίμηση, τη διαμόρφωση ορίων, τις σχέσεις με συνομηλίκους, την υπευθυνότητα, την τελειομανία και την υπερβολική ανεξαρτησία/αυτοπεποίθηση. Είναι επίσης χρήσιμο να αφήσετε χώρο για να επικεντρωθείτε στη διερεύνηση του φάσματος των συναισθημάτων που μπορεί να προκύψουν όταν κάποιος έχει αναγνωρίσει ότι έχει γίνει γονέας, συμπεριλαμβανομένου του θυμού και της θλίψης. Τέλος, είναι δύσκολο να θεραπευτεί κανείς από την γονεοποίηση όσο είναι μπλεγμένος σε σχέσεις που ξεπερνούν τα όρια (συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων με τον γονέα που δημιούργησε αυτή τη δυναμική) και η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει απαραίτητα την εξέταση των υφιστάμενων σχέσεων, ώστε να υποστηριχθεί το ενήλικο πια παιδί με τη δημιουργία αμοιβαίων, υγιών, υποστηρικτικών και οριοθετημένων σχέσεων.

Μένιππος: Καλά κλάματα

Μένιππος (άκμασε τον 3ο αι. π.Χ.)
 
Καταγόταν από τη Φοινίκη και αρχικά ήταν δούλος που καταγινόταν με την τοκογλυφία, προφανώς αποδοτική δραστηριότητα, αφού έγινε πολίτης των Θηβών, και μάλιστα πλούσιος. Η ιστορία όμως λέει ότι του έκλεψαν τα πάντα και, στην απελπισία του, κρεμάστηκε. Ο Μένιππος ήταν οπαδός του Διογένη και ίσως ο κυνικότερος, με τη σύγχρονη έννοια, των Κυνικών. Σίγουρα ήταν ο επιρρεπέστερος στο γέλιο, απολαυστικά άκαρδος με την αθυροστομία του. Μολονότι δε σώζεται κανένα από τα γραπτά του, είναι γνωστός επειδή ενέπνευσε ολόκληρο λογοτεχνικό είδος, τη μενίππεια σάτιρα, που έφτασε στο αποκορύφωμά της με θεράποντες το Λουκιανό και τον Πετρώνιο.
 
Στους Νεκρικούς Διαλόγους του πρώτου, ο Μένιππος είναι το απαύγασμα του αντιήρωα, που καλείται στον Άδη για να χλευάσει παράπονα των πάλαι ποτέ πλούσιων και ισχυρά όπως του Μίδα και του Κροίσου, καθώς και τις σαχλαμάρες των φιλοσόφων, όπως του Σωκράτη, που εικονίζεται να κυνηγάει νεαρούς στον Κάτω Κόσμο (κι ας λένε ότι μετά την ψυχή βγαίνει και το χούι) Ο Μένιππος αρνείται να πληρώσει ναύλο στο Χάροντα, το βαρκάρη της Αχερουσίας, και αποσπά το θαυμασμό του Κέρβερου, του τρικέφαλου σκύλου που φυλάει την είσοδο (διότι, προφανώς, όπως έλεγαν οι Λατίνοι, «σκύλος σκύλου κρέας δεν τρώει»). Ο Κέρβερος κλείνει το διάλογο λέγοντας:

Μόνο εσύ, Μένιππε, φάνηκες αντάξιος της γενιάς σου, και ο Διογένης πριν από σένα, που μπήκατε μέσα χωρίς να σας αναγκάζουνε, ούτε να σας σπρώχνουνε, αλλά με τη θέλησή σας, γελώντας και δίνοντας σε όλους την παραγγελιά «καλά κλάματα».

Οι βαθύτερες ανθρώπινες αξίες και οι συμπονετικοί φίλοι είναι τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή

Οι επιστήμονες έχουν αρχίσει να τονίζουν ότι οι εσωτερικέs αξίες είναι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για μια ευτυχισμένη ζωή, και είναι αυτό που χρειαζόμαστε ακριβώς τώρα, όχι μόνο πνευματικά, αλλά και για την καλή σωματική μας κατάσταση.

Ολόκληρη η κοινωνία μας έχει παραπλανηθεί από τα υλικά αγαθά και έχει χάσει την αίσθηση αυτού που είναι πραγματικά πολύτιμο. Κρίνουμε τα πάντα σε υλικό επίπεδο και δεν αναγνωρίζουμε άλλεs αξίες.

Ακόμη και στις οικογένειες, όσοι κερδίζουν χρήματα έχουν καλή αντιμετώπιση, ενώ οι υπόλοιποι αντιμετωπίζονται ως άχρηστοι. Οι άνθρωποι μεταχειρίζονται καλύτερα τα παιδιά τους αν είναι πιθανό να κερδίσουν πολλά στο μέλλον και παραμελούν τα παιδιά τους που φαίνεται να μην έχουν τέτοια προοπτική.

Το ίδιο ισχύει και για τους ηλικιωμένους — από τη στιγμή που δεν κερδίζουν πλέον χρήματα, δεν τυγχάνουν καλής αντιμετώπισης και δεν τους δίνονται παρά αποφάγια. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζουμε και τα ζώα.

Τις κότες που γεννάνε αυγά τις φροντίζουμε, ενώ τα αρσενικά κοτόπουλα τα σκοτώνουμε. Τα θηλυκά που δε γεννάνε αυγά επίσης τα σκοτώνουμε.

Οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται το ίδιο. Μόνο οι χρήσιμοι άνθρωποι εκτιμώνται, ενώ όσοι δεν εκτιμώνται εγκαταλείπονται.

Η κοινωνία μας είναι προσανατολισμένη προς τα νιάτα, αλλά μπορούμε επίσης να πούμε ότι είναι προσανατολισμένη και προς τη χρησιμότητα.

Σε μια κοινωνία που συμπεριφέρεται καλά μόνο στους χρήσιμους ανθρώπους, θα πρέπει να προσευχηθούμε να ζήσουμε λιγότερο. Όταν γεράσουμε, θα είμαστε άχρηστοι.

Αυτό είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Θεωρώ ότι οι περισσότερες κοινωνίες πιστεύουν ότι το χρήμα είναι το πιο σημαντικό πράγμα.

Οι βαθύτερες ανθρώπινες αξίες και οι συμπονετικοί φίλοι είναι τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή, αλλά οι άνθρωποι δεν το αναγνωρίζουν αυτό.

Για παράδειγμα, σ’ ένα φτωχικό σπίτι που είναι γεμάτο στοργή, όλοι είναι ευτυχισμένοι. Αλλά στο σπίτι ενός δισεκατομμυριούχου, αν τα μέλη μιας οικογένειας ζηλεύουν, υποπτεύονται ο ένας τον άλλον και δεν αγαπιούνται, τότε, ανεξάρτητα από το πόσο πλούσιοι είναι ή πόσο όμορφα είναι τα έπιπλά τους, παραμένουν δυστυχισμένοι.

Το παράδειγμα δείχνει τη διαφορά μεταξύ επιφανειακών αξιών και βαθύτερων, υψηλότερων αξιών. Η στοργή και η καλοσύνη που εμείς τα ανθρώπινα όντα διαθέτουμε αρχικά είναι οι βαθύτερες αξίες, η βάση όλων των ανθρώπινων αξιών.

Εάν διαθέτουμε αυτές τις αξίες, οι επιφανειακές αξίες που έχουν να κάνουν με χρήματα και υλικά αγαθά μπορούν να συμβάλλουν στην ανθρώπινη ευτυχία. Δίχως αυτές, όμως, οι επιφανειακές αξίες είναι ανούσιες.

Το φαινόμενο “Ανάλυση – Παράλυση” (ή αλλιώς παράλυση από την πολλή ανάλυση)

Το φαινόμενο “ανάλυση-παράλυση” (ή παράλυση από την πολλή ανάλυση) περιγράφει μία ατομική ή ομαδική διαδικασία σκέψης κατά την οποία η υπερανάλυση ή η υπερβολική σκέψη επί μίας κατάστασης μπορεί να προκαλέσει την παράλυση της ικανότητας για προωθητική κίνηση ή για λήψη αποφάσεων, πράγμα που σημαίνει ότι τελικά δεν αποφασίζεται καμία λύση ή πορεία δράσης.

Μια κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικά περίπλοκη και δεν λαμβάνεται ποτέ μία απόφαση, λόγω του φόβου ότι ενδέχεται να προκύψει ένα μεγαλύτερο πρόβλημα.

Ένα άτομο μπορεί να επιθυμεί μία τέλεια λύση, αλλά μπορεί να φοβάται να πάρει μια απόφαση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε λάθος, καθώς θεωρεί πως υπάρχει μία ακόμη καλύτερη λύση. Αντιθέτως, ένα άτομο μπορεί να θεωρήσει ότι έχει βρει μία καλή λύση και να σταματήσει την ατέρμονη επιδίωξη της τελειότερης, χωρίς την έγνοια της μείωσης των αποδόσεων.

Τέλος υπάρχουν οι αποφάσεις που λαμβάνονται από το ένστικτο, κατά τις οποίες το άτομο λαμβάνει μια θανατηφόρα απόφαση βασισμένη σε βιαστική κρίση ή μια ενστικτώδη αντίδραση.

Το φαινόμενο της ανάλυσης – παράλυσης εμφανίζεται όταν ο φόβος είτε να κάνει κανείς κάποιο λάθος, είτε να αγνοήσει μια ανώτερη λύση, υπερτερεί της ρεαλιστικής προσδοκίας ή της πιθανής αξίας της επιτυχίας σε μια απόφαση που λαμβάνεται εγκαίρως. Αυτή η ανισορροπία οδηγεί σε καταστολή της λήψης αποφάσεων σε μια ασυνείδητη προσπάθεια διατήρησης των υπαρχουσών επιλογών.

Μία υπερπληθώρα επιλογών μπορεί να κατακλύσει τον εγκέφαλο και να προκαλέσει αυτήν την «παράλυση», καθιστώντας το άτομο αδύνατο να καταλήξει σε συμπέρασμα.

Έτσι όμως μπορεί να προκληθεί ένα μεγαλύτερο πρόβλημα σε κρίσιμες καταστάσεις όπου πρέπει να ληφθεί μια απόφαση, αλλά το άτομο δεν είναι σε θέση να δώσει μια απάντηση αρκετά γρήγορα, προκαλώντας δυνητικά ένα μεγαλύτερο ζήτημα από ό,τι θα είχε, αν είχε λάβει απόφαση.

Ιστορική αναδρομή

Η βασική ιδέα του φαινομένου ανάλυση – παράλυση έχει εκφραστεί μέσω της αφήγησης αρκετές φορές και από πολύ παλιά.

Σε έναν “μύθο του Αισώπου” που έχει καταγραφεί ακόμη και πριν από την εποχή του Αισώπου, Η Αλεπού και η Γάτα, η αλεπού μπορεί να υπερηφανεύεται για “εκατοντάδες τρόπους διαφυγής”, ενώ η γάτα έχει “μόνο έναν”. Όταν όμως ακούνε τα κυνηγόσκυλα να πλησιάζουν, η γάτα σκαρφαλώνει σ’ ένα δέντρο ταχύτατα ενώ η αλεπού στη σύγχυσή της από τα πολλά κόλπα που γνώριζε πιάνεται στο τέλος από τα κυνηγόσκυλα.

Ο μύθος τελειώνει με το ηθικό δίδαγμα, “Καλύτερος ένας ασφαλής τρόπος παρά εκατό που δεν μπορείτε να υπολογίσετε”.

Σχετικές έννοιες εκφράζονται επίσης από το δίλημμα της Χορακοπρίδας, πώς η ασυνείδητη δραστηριότητα διαταράσσεται από τη συνειδητή σκέψη και από την ιστορία του γαϊδάρου του Μπουρίνταν, ένα παράδοξο ορθολογικής απόφασης με ίσες επιλογές.

Στον Άμλετ του Σαίξπηρ, ο κύριος χαρακτήρας, ο Πρίγκιπας Άμλετ, λέγεται συχνά ότι έχει ένα θανάσιμο ελάττωμα υπερβολικής σκέψης, έτσι ώστε η νεανική και η ζωτική του ενέργεια να «αρρωσταίνουν με το ξεθώριασμα της σκέψης». Η Neema Parvini διερευνά μερικές από τις βασικές αποφάσεις του Άμλετ στο κεφάλαιο « ‘And Reason Panders Will’: Μία άλλη ματιά στην ανάλυση-παράλυση του Άμλετ».

Ο Βολταίρος διέδωσε μια παλιά ιταλική παροιμία στα γαλλικά τη δεκαετία του 1770, της οποίας μια αγγλική παραλλαγή είναι “Το τέλειο είναι ο εχθρός του καλού”. Η έννοια του “το τέλειο είναι ο εχθρός του καλού” είναι ότι κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να ολοκληρώσει μία εργασία αν έχει αποφασίσει να μην σταματήσει μέχρι να είναι τέλεια: η ολοκλήρωση του έργου στο επίπεδο “καλά” καθίσταται αδύνατη προσπαθώντας να το ολοκληρώσει στο επίπεδο“τέλεια”.

Οι λέξεις”ανάλυση – παράλυση” εμφανίστηκαν μαζί σε λεξιλόγιο προφοράς του 1803 και σε μεταγενέστερες εκδόσεις που δείχνουν πως προφέρονται παρόμοια. Η χρήση ομοιοκατάληκτων λέξεων μπορεί να κάνει τους αφορισμούς να ακούγονται πιο αληθινοί και να είναι πιο αξιομνημόνευτοι από τη χρήση του στίχου και των μνημονικών ωδών.

Το 1928 στη Γενική Συνέλευση της Επισκοπικής Εκκλησίας, ο Αιδεσιμότατος C. Leslie Glenn, Εθνικός Γραμματέας για το College Work, είπε ότι ο θρησκευτικός συλλογικός κόσμος κινδύνευε να «παραλύσει από την ανάλυση» .

Κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γουίνστον Τσόρτσιλ, αφού άκουσε ότι οι σχεδιαστές των αποβατικών σκαφών ξόδεψαν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους διαφωνώντας για αλλαγές στο σχεδιασμό, έστειλε αυτό το μήνυμα: “Το ρητό« Σε τίποτα δεν ωφελεί η τελειότητα »μπορεί να γίνει πιο σύντομο:« Παράλυση »”.

Το 1956, ο Charles R. Schwartz έγραψε το άρθρο «Η έννοια της αποδοτικής επένδυσης ως εργαλείο για τη λήψη αποφάσεων» στην αλλαγή των προτύπων και των εννοιών στη διαχείριση, δηλώνοντας, “Κάνετε λιγότερες εικασίες. Αποφύγετε τον κίνδυνο να εξαφανιστείτε από το ένστικτο και, με την ανάπτυξη ενός εννιαίου οδηγού αξιολόγησης, ξεφύγετε από την παράλυση μέσω της ανάλυσης.”

Το 1965, ο H. Igor Ansoff έγραψε το βιβλίο Εταιρική στρατηγική: Μία αναλυτική προσέγγιση στην επιχειρηματική πολιτική για την ανάπτυξη και την επέκταση. Χρησιμοποίησε τη φράση «παράλυση λόγω ανάλυσης» σε σχέση με εκείνους που χρησιμοποίησαν την προσέγγιση της περίσσειας. Ο Ανσόφ είχε αναφέρει την εργασία του Σβαρτς σε μερικές από τις εργασίες του.

Σε μια εργασία που δημοσιεύτηκε το 1970, βασισμένη σε μια ομιλία του 1969 και άλλα έργα, οι Silver και Hecker έγραψαν:

Η ομάδα Duke έχει χρησιμοποιήσει τον όρο «ανάλυση-παράλυση» για να επισημάνει ότι, αν περιμένουμε μέχρι να απαντήσουμε πλήρως σε όλες τις ερωτήσεις και να λύσουμε όλα τα προβλήματα πριν εκπαιδεύσουμε το προσωπικό που χρειαζόμαστε, δεν θα βρούμε ποτέ λύση. Οι επίμονες απαιτήσεις για περαιτέρω μελέτη και εκτεταμένη αξιολόγηση που προτείνουν ορισμένοι μπορεί να είναι μόνο υπεράσπιση από εκείνους που δεν επιθυμούν να αλλάξουν ή από αυτούς που φοβούνται την αλλαγή.

Το Oxford English Dictionary αναφέρει ότι οι πρώτες χρήσεις της «ανάλυσης παράλυσης» που εντοπίστηκαν στους The Times ήταν στη δεκαετία του 1970.

Μπορούν οι οικονομολόγοι να λογιστούν επιστήμονες;

Μπορούν οι οικονομολόγοι να λογιστούν επιστήμονες; Με μία λέξη: «Όχι». Οι οικονομολόγοι συμπεριφέρονται όπως οι επιστήμονες και μιλούν όπως οι επιστήμονες – έχουν αναπτύξει ορισμένα εντυπωσιακά μαθηματικά εργαλεία και απονέμουν στον εαυτό τους ένα βραβείο Νόμπελ κάθε χρόνο-, αλλά δεν μπορούν ακόμη να θεωρηθούν γνήσιοι επιστήμονες. Τα οικονομικά δεν θεμελιώνονται σε στέρεες υποκείμενες γνώσεις, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει (εν προκειμένω, σε γνώσεις της βιολογίας). 

Αυτό εκ πρώτης όψεως φαντάζει παράδοξο, διότι τα μοντέλα της οικονομικής δραστηριότητας δεν μπορούν παρά να βασίζονται σε κάποιες ιδέες σχετικά με το τι ακριβώς επιζητούν οι άνθρωποι. Τι προσπαθούμε άραγε να μεγιστοποιήσουμε; Εδώ οι οικονομολόγοι παίζουν «τον παπά». Υποστηρίζουν ότι επιδιώκουμε την μεγιστοποίηση ενός πράγματος το οποίο οι ίδιοι αποκαλούν «ωφελιμότητα». Και τι είναι η ωφελιμότητα; Μα, οτιδήποτε επιθυμούμε να μεγιστοποιήσουμε. Άλλοτε θα προσπαθεί κανείς να μεγιστοποιήσει το εισόδημά του , άλλοτε θα αγωνιά να εξασφαλίσει τροφή, άλλοτε θα βάζει το σεξ υπεράνω τροφής και χρημάτων. Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε κάποιες «συναρτήσεις προτίμησης», οι οποίες να μας πληροφορούν πότε κάποιο είδος ωφελιμότητας προκρίνεται έναντι άλλων. Οι τιμές των συναρτήσεων αυτών δεν μπορούν παρά να προσδιορίζονται εμπειρικά, καθότι τα οικονομικά δεν διαθέτουν κάποια γενική θεωρία για το πώς αναμένεται το άτομο να βαθμοδοτεί τις διάφορες μεταβλητές. Αλλά ο προσδιορισμός των τιμών όλων των συναρτήσεων προτίμησης για κάθε πιθανή κατάσταση είναι στόχος προδήλως ανέφικτος, ακόμη και όταν επικεντρωνόμαστε σε ένα μεμονωμένο άτομο, πόσω μάλλον σε μια ολόκληρη ομάδα.

Οι βιολόγοι, από την άλλη, διαθέτουν μια επεξεργασμένη θεωρία για το τι ακριβώς είναι η ωφελιμότητα (αν και παρερμήνευαν την πραγματικότητα επί έναν περίπου αιώνα). Η βιολογική θεώρηση της ωφελιμότητας βασίζεται στη σύλληψη του Δαρβίνου περί αναπαραγωγικής επιτυχίας. Όταν μιλάμε για έμβια όντα, πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε ότι η έννοια της ωφελιμότητας ανάγεται εν τέλει στην εγκλείουσα αρμοστικότητα του ατόμου – με άλλα λόγια, στο πλήθος των ζώντων απογόνων του συν τις επιδράσεις (θετικές ή αρνητικές) στην αναπαραγωγική επιτυχία των συγγενών του, σταθμισμένες ως προς τον βαθμό συγγένειας του ατόμου με κάθε συγγενή. Σε πολλές περιπτώσεις, η πρόσθετη ακρίβεια του παραπάνω ορισμού (συγκριτικά με την αναπαραγωγική επιτυχία του ατόμου καθ’ εαυτήν) είναι μάλλον περιττή. Ωστόσο, η ακλόνητη πεποίθηση των οικονομολόγων ότι μπορούν να αναπτύξουν μια επιστήμη εκ του μηδενός – δηλαδή, ανεξάρτητα από επιστημονικές γνώσεις εκτός του τομέα των οικονομικών-, τους ωθεί να παραβλέπουν μια σειρά από εξόχως σημαντικές συνδέσεις. Έτσι αρέσκονται να υποστηρίζουν ότι το κόστος της εξαπάτησης στα κοινωνικά και στα οικονομικά συστήματα θα περιοριστεί με φυσικό τρόπο από τις δυνάμεις της αγοράς, μολονότι η πεποίθηση αυτή ουδόλως ανταποκρίνεται στα όσα γνωρίζουμε από την καθημερινή ζωή, πόσω μάλλον από τη βιολογία. Εντούτοις, η οικονομική «επιστήμη» είναι τόσο αποκομμένη από την προσοχή μόνο όταν ολόκληρη η υφήλιος βυθίστηκε στη δίνη μιας οικονομικής ύφεσης, απότοκης του παντρέματος της επιχειρηματικής απληστίας με ανεδαφικές οικονομικές θεωρίες.

Το λάθος απορρέει εν μέρει από το γεγονός ότι η έννοια της «ωφελιμότητας» είναι αμφίσημη. Μπορεί να αναφέρεται στην ωφελιμότητα των ενεργειών σας προς εσάς ή προς άλλους (της ομάδας στην οποία ανήκετε συμπεριλαμβανομένης). Οι οικονομολόγοι θέλγονται από την ιδέα ότι αυτά τα δύο είδη ωφελιμότητας συμπίπτουν. Αρέσκονται να υποστηρίζουν ότι η επιδίωξη, από μέρους των ατόμων, της (αόριστης) προσωπικής τους ωφελιμότητας θα τείνει να ωφελεί την ομάδα- δηλαδή, να παρέχει γενική ωφελιμότητα. Έτσι, παραγνωρίζουν την πιθανότητα η ανεξέλεγκτη επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος να έχει καταστροφικές συνέπειες για το συλλογικό συμφέρον. Στη βιολογία, η πλάνη αυτή είναι γνωστή από παλιά και έχει καταδειχθεί επανειλημμένως. Δεν μπορούμε ποτέ να δεχθούμε εκ των προτέρων ότι το συμφέρον των ατόμων θα συμβαδίζει με το συμφέρον του συνόλου, Αυτό μπορεί να συμβαίνει ή να μην συμβαίνει· για να εξακριβώσουμε τι ακριβώς ισχύει σε κάθε δεδομένη περίπτωση, είναι απαραίτητο να τη διερευνήσουμε ξεχωριστά.

Καρπός μιας πρόσφατης απόπειρας των οικονομολόγων να συνδέσουν τον τομέα τους με συναφείς επιστημονικούς κλάδους – εν προκειμένω, με την ψυχολογία- υπήρξε η ανάπτυξη της λεγόμενης «συμπεριφορικής οικονομικής». Ως συνήθως, όμως, οι οικονομολόγοι αρνούνται πεισματικά να πραγματοποιήσουν το τελικό βήμα σύνδεσης των οικονομικών με την εξελικτική θεωρία, ακόμη και όταν, με μισή καρδιά, την επικαλούνται. Έτσι, ακόμη και οι οικονομολόγοι που αναζητούν εξελικτικές εξηγήσεις για την οικονομική συμπεριφορά των ανθρώπων συχνά υιοθετούν ασυνήθιστες, ανορθολογικές παραδοχές. Λόγου χάριν, ένα ευρέως διαδεδομένο πρόσφατο λάθος είναι η ιδέα ότι η συμπεριφορά μας έχει εξελιχθεί ειδικά για να ταιριάζει σε τεχνητά οικονομικά παίγνια.

Οι βιολόγοι πειραματίζονται επί αιώνες με ζωντανά πλάσματα στο εργαστήριο προκειμένου να μελετήσουν τα γνωρίσματά τους, αλλά, εξ όσων γνωρίζω, ουδείς βάσισε ποτέ τη μελέτη της λειτουργίας κάποιου γνωρίσματος στην ιδέα ότι εξελίχθηκε για να βοηθά το πειραματόζωο να ανταπεξέλθει στις συνθήκες του εργαστηρίου.

Ένας οικονομολόγος ο οποίος προσφάτως τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ αναρωτήθηκε πώς μπορούσε να εξηγηθεί η πλήρης αποτυχία της επιστήμης του να προβλέψει τις καταστροφικές οικονομικές εξελίξεις που ξεκίνησαν το 2008. Ως απάντηση, θα μπορούσε κανείς να προτάξει την εγγενή πολυπλοκότητα των οικονομικών συμβάντων, στα οποία ενέχεται μεγάλο πλήθος διαφορετικών παραγόντων. Το τελικό αποτέλεσμα μιας οικονομικής απόφασης – η συνισταμένη της συμπεριφοράς ενός τεράστιου πλήθους ατόμων-, αν και λιγότερο πολύπλοκο από τα καιρικά φαινόμενα, είναι σχεδόν εξίσου δύσκολο να προβλεφθεί. Ο οικονομολόγος εστίασε την κριτική του στην παθιασμένη ενασχόληση των συναδέλφων του με όμορφα μαθηματικά και όχι με την πραγματικότητα. Αν και αυτό αναμφίβολα αποτελεί μέρος του προβλήματος, ο οικονομολόγος ούτε καν υπαινίχθηκε ότι το πρώτο στοιχείο της πραγματικότητας στο οποίο οφείλουμε να επικεντρωθούμε ( όπως έχει καταδειχθεί σαφώς εδώ και τρείς δεκαετίες) είναι η βιολογία, και ειδικότερα η εξελικτική θεωρία. Αν, τριάντα χρόνια νωρίτερα , οι οικονομολόγοι είχαν οικοδομήσει τη θεωρία τους για την οικονομική ωφελιμότητα σε μια θεωρία για το βιολογικό ιδιοσυμφέρον, αν δηλαδή δεν επιζητούσαν τα όμορφα μαθηματικά αλλά τα συναφή με την πραγματικότητα μαθηματικά , ίσως να είχαμε γλιτώσει από κάποιες πρόσφατες φαιδρότητες της οικονομικής σκέψης – όπως την άποψη ότι δήθεν διαθέτουμε σύμφυτους μηχανισμούς αντιμετώπισης της εξαπάτησης, οι οποίοι υποτίθεται ότι ενεργοποιούνται για να μας προστατεύσουν από τις καταστρεπτικές συνέπειες της ανεξέλεγκτης οικονομικής ιδιοτέλειας όσων ήδη βρίσκονται στη κορυφή.

Η αρχαία Ελλάδα, κοιτίδα της μαθηματικής σκέψης

Ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός γεννήθηκε και αναπτύχθηκε έχοντας ως βάση τον τρόπο σκέψης που χάραξαν, διαμόρφωσαν και δίδαξαν οι αρχαίοι Έλληνες. Για πρώτη φορά στην αρχαία Ελλάδα ο νους δεν ικανοποιείται με τις μυθολογικές ερμηνείες του κόσμου. Ο μελετητής δεν αρκείται να δώσει πρακτικές απαντήσεις στα προβλήματα, αλλά προσπαθεί να επεκταθεί παραπέρα σε όλα τα νοητά αντίστοιχα προβλήματα, να οδηγηθεί σε γενικεύσεις και σε αφαιρέσεις, να οικοδομήσει τον ορθό λόγο για να διατυπώσει με σαφήνεια έννοιες, ορισμούς και νόμους γενικούς. Αυτή η μετάβαση από το μύθο στο λόγο, στην επιστημονική σκέψη, ήταν ένα θαύμα, μια τομή, μια επανάσταση.

Η Φιλοσοφία γεννήθηκε τον 6ο π.Χ. αιώνα στην Ιωνία και η εξάπλωσή της στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις ήταν η απαρχή μιας λαμπρής πορείας του ελληνικού πνεύματος στην αναζήτηση της αλήθειας, όχι για να εξυπηρετήσει πρακτικές ανάγκες, αλλά για να ικανοποιήσει πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις.

Τα Μαθηματικά ήταν ένα ευρύτατο πεδίο πνευματικής αναζήτησης γι’ αυτό ασχολήθηκαν μαζί τους όλοι σχεδόν οι φιλόσοφοι εκείνης της εποχής.

Η απόδειξη, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία εξέλιξης των Μαθηματικών, ξεκίνησε από τον Θαλή, αναπτύχθηκε από τον Πυθαγόρα και τους Πυθαγόρειους, συστηματοποιήθηκε από τον Πλάτωνα και κυρίως από τον Αριστοτέλη, χρησιμοποιήθηκε σε περισσότερο τελειοποιημένη μορφή από τον Ευκλείδη και θα μπορούσαμε να πούμε ότι τελειοποιήθηκε από τον Αρχιμήδη.

Η σύλληψη της ιδέας της αξιωματικής θεμελίωσης οφείλεται στους αρχαίους Έλληνες. Κλασικό παράδειγμα είναι η Ευκλείδεια Γεωμετρία. Στοιχεία όμως αξιωματικής θεμελίωσης βρίσκουμε και σε άλλα αρχαία ελληνικά κείμενα. Οι Πυθαγόρειοι π.χ. είχαν διευκρινίσει ότι η αποδεικτική διαδικασία πρέπει να έχει κάποια δεδομένα (τις υποθέσεις), και κάποιους αρχικούς συλλογισμούς. Ο Αριστοτέλης επίσης μας δίνει όλα τα στοιχεία μιας αξιωματικής θεμελίωσης. Αναφέρεται στις αρχικές έννοιες, -τις θέσεις, όπως τις ονομάζει- στους ορισμούς, στα αξιώματα, στην αποδεικτική διαδικασία και στην απόδειξη. Η αξιωματική θεμελίωση που ανέπτυξαν οι αρχαίοι Έλληνες είναι ίδια με εκείνη που χρησιμοποιούμε σήμερα.

Η Θεωρία Αριθμών είναι ένας άλλος τομέας που η επινόησή του οφείλεται στους Έλληνες. Για την ανάπτυξη αυτής της θεωρίας σημαντική ήταν η συμβολή των Πυθαγορείων, του Πλάτωνα στην Ακαδημία, καθώς και του Ευκλείδη με το έργο του «Στοιχεία». Καθοριστική ήταν επίσης συμβολή του Αρχιμήδη και του Διόφαντου.

Η Γεωμετρική Άλγεβρα είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των αρχαίων ελληνικών Μαθηματικών. Οι Έλληνες έλυναν πολλά προβλήματα της Αριθμητικής με τη βοήθεια της Γεωμετρίας, αλλά και πολλά γεωμετρικά προβλήματα με τη χρησιμοποίηση αριθμητικών υπολογισμών. Υπήρχαν έννοιες που μπορούσαν να θεωρηθούν και αριθμητικές και γεωμετρικές. Π.χ. οι αναλογίες, καθώς και η λύση των εξισώσεων μπορούν να θεωρηθούν ως κοινό μέρος της Αριθμητικής και της Γεωμετρίας.

Η Ανάλυση, που είναι σήμερα ο σημαντικότερος κλάδος των βασικών Μαθηματικών, έχει την αφετηρία της στην αρχαία Ελλάδα. Π.χ. ο Δημόκριτος καθόρισε την έννοια του απειροστού μεγέθους και έκαμε διάκριση μεταξύ φυσικού απειροστού (άτομο) και μαθηματικού απειροστού. Στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη υπάρχει η έννοια του απείρου και του συνεχούς μεγέθους. Τα παράδοξα του Ζήνωνα περιέχουν την έννοια του ορίου, της συνέχειας, καθώς και του αθροίσματος των απείρων όρων μιας ακολουθίας.

Στα έργα των Πυθαγορείων, του Ευδόξου και του Αρχιμήδη υπάρχουν τόσα και τέτοια στοιχεία μαθηματικής Ανάλυσης, ώστε τα έργα αυτά σήμερα θεωρούνται ως οι πρωτοπόροι της δημιουργίας του διαφορικού και του ολοκληρωτικού λογισμού.

Η Γεωμετρία είναι καθαρά ελληνική επιστήμη. Ο Ευκλείδης με τα Στοιχεία του οδηγεί τον τρόπο σκέψης της ανθρωπότητας για 2.300 χρόνια.

Η Αστρονομία ως επιστήμη βρήκε επίσης πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης στην αρχαία Ελλάδα. Ο Θαλής, ο Πυθαγόρας και οι Πυθαγόρειοι είχαν κάνει αρκετές αστρονομικές παρατηρήσεις και μετρήσεις. Είναι γνωστή η θεωρία του Αρίσταρχου του Σαμίου για τις κινήσεις της Γης. Ο Αρχιμήδης κατασκεύασε αρκετά αστρονομικά όργανα, με τα οποία υπολόγιζε το μέγεθος της Γης, της Σελήνης και του Ηλίου, την απόσταση της Γης από τον Ήλιο και τους πλανήτες, το μήκος της τροχιάς της Γης κ.λπ. Το έργο του Πτολεμαίου και του Ιππάρχου υπήρξε πηγή αναφοράς για όλους τους μεταγενέστερους αστρονόμους.

Έτσι, η αρχαία Ελλάδα υπήρξε η κοιτίδα όχι μόνο της μαθηματικής σκέψης αλλά και της επιστημονικής σκέψης γενικότερα.

H φαιδρή αλαζονεία της γνώσης

Αν είχα τη τη δύναμη να κάνω μία αλλαγή που θα είχε την πιο βαθιά και μακροχρόνια επιρροή στην ανθρωπότητα, θα επέλεγα να εξαλείψω την αλαζονεία. Ειδικότερα, θα εξαφάνιζα την εμμονή που έχουν οι άνθρωποι να είναι «σωστοί». Θα διέγραφα την Ψευδαίσθηση της Γνώσης.

Η αλαζονεία είναι παντού γύρω μας. Φτάνει να κοιτάξετε όλες τις διαφωνίες και τα ντιμπέιτ στον τομέα της πολιτικής και της τρέχουσας κουλτούρας. Όλοι έρχονται στο τραπέζι με σιγουριά και πίστη στον εαυτό τους. Εμμένουν στις απόψεις τους, επιβεβαιώνοντας ό,τι ξέρουν. Η αυτοπεποίθησή τους φαίνεται τόσο πειστική – ξέρουν, όμως, στ’ αλήθεια;

Το κυνήγι της γνώσης έκανε τον πολιτισμό μας να πάει μπροστά.

Μας βοήθησε να πάμε από το σπάσιμο της πέτρας πλάι στη φωτιά στο να περπατάμε στον δρόμο μιλώντας στο smartphone μας. Η γνώση είναι το καύσιμο του πολιτισμού. Ταυτόχρονα, όμως, η πεποίθησή μας ότι ξέρουμε μας κάνει να υποφέρουμε. Πριν συζητήσουμε πώς αυτό επηρεάζει την ευτυχία μας, ας αξιολογήσουμε το εύρος της ψευδαίσθησης.

Αν σας ζητούσαν να πάρετε συνέντευξη από κάποιον που ισχυρίζεται ότι έχει γνώσεις, θα του κάνατε ερωτήσεις με σκοπό να ξεσκεπάσετε το εύρος των γνώσεών του. Θα προσπαθούσατε να αξιολογήσετε πόσο ακριβείς είναι οι απαντήσεις του και πόσα ξέρει για το αντικείμενο.

Αν γνωρίζει πολλά και οι πληροφορίες του είναι ακριβείς, θα θεωρηθεί ειδικός. Αν, ωστόσο, γνωρίζει ελάχιστα και αρκετά από αυτά είναι λάθος, θα απορρίψετε την ιδέα ότι έχει γνώσεις – και θα του ζητήσετε ευγενικά να φύγει. Ας προχωρήσουμε, όμως, και ας πάρουμε συνέντευξη από την ανθρωπότητα (συμπεριλαμβάνοντας εμένα και εσάς). Ας δούμε πόσο ειδικοί είμαστε όλοι μας.

Το βάθος της γνώσης

Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι αυτά που γνωρίζετε, αλλά πόσο ακριβείς είναι οι γνώσεις σας. Το να ξέρετε κάτι λάθος είναι χειρότερο από το να μnv ξέρετε τίποτα. Σωστά;

Παραδόξως, η ακρίβεια των περισσότερων γνώσεων -ακόμα και της επιστημονικής γνώσης- πάσχει, γιατί αγνοούμε πως αγνοούμε άγνωστα στοιχεία. Πάρτε, για παράδειγμα, τη φυσική. Ο σερ Ισαάκ Νεύτων ανακάλυψε τη βαρύτητα και δημοσίευσε τους νόμους της κίνησης το 1687, χτίζοντας τα θεμέλια για όσα γνωρίζουμε σήμερα ως μηχανική. Οι νόμοι αυτοί αμφισβητήθηκαν σφοδρά, μέχρι που αποδείχτηκαν πέραν πάσης αμφισβήτησης και έγιναν αποδεκτοί. Αφού αποδείχτηκαν, οι επιστήμονες τους υιοθέτησαν ως δεδομένα που διέπουν τα πάντα, από την πτώση ενός μήλου ως την κίνηση του φεγγαριού και των πλανητών. Όποιος τολμούσε να αμφισβητήσει την ακρίβειά τους εθεωρείτο αδαής. Η αλαζονεία της αμφισβήτησης αντικαταστάθηκε από την αλαζονεία της απόλυτης γνώσης. Αυτή η θέση, ωστόσο, ήταν εντελώς αβάσιμη, γιατί οι νόμοι του Νεύτωνα αγνοούσαν πολλά άγνωστα στοιχεία που ανακαλύφθηκαν αργότερα.

Το 1861, η κλασική θερμοδυναμική του Τζέιμς Κλερκ Μάξγουελ έδειξε την ανεπάρκεια των νόμων του Νεύτωνα. Το 1905, ο Αϊνστάιν δήλωσε ότι το συμπέρασμα του Νεύτωνα για τον χρόνο ήταν εσφαλμένο. Στα μέσα της δεκαετίας του ’20, η κβαντική φυσική έδειξε ότι ο κόσμος των μικρών σωματιδίων δεν συμπεριφέρεται όπως περίμενε ο Νεύτων. Η θεωρία των χορδών, τη δεκαετία του ’60, έδειξε ότι οι θεωρίες της κβαντικής είναι ανολοκλήρωτες, και στη συνέχεια αποδείχτηκε και η ίδια ανολοκλήρωτη από τη θεωρία Μ κατά τη δεκαετία του ’90 – και φαίνεται πως είναι πια ώρα να θεωρηθεί και αυτή ανολοκλήρωτη πολύ σύντομα.

Βλέπετε πόσο μπορούμε να παραπλανηθούμε; Κάτι τόσο βασικό όσο οι θεμελιώδεις νόμοι της φυσικής, που έδειχναν να λειτουργούν άψογα για πάνω από διακόσια χρόνια, ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, μια προσέγγιση.

Ο λόγος για τον οποίο πιστεύουμε τόσο αλαζονικά στις γνώσεις μας είναι πως η παρατήρησή μας συχνά τις επιβεβαιώνει. Η ικανότητά μας, για παράδειγμα, να κινούμαστε στο άμεσο φυσικό περιβάλλον μας δεν επηρεάστηκε ποτέ από το ψευδές συμπέρασμά μας ότι η Γη είναι επίπεδη. Είναι δύσκολο να φανταστούμε κάτι καινούριο, μέχρι οι καινούριες παρατηρήσεις μας να αμφισβητήσουν τα προηγούμενα συμπεράσματά μας – η θέα ενός πλοίου να χάνεται στον ορίζοντα, για παράδειγμα. Μόνο τότε επανεξετάζουμε όσα ξέρουμε και αρχίζουμε, μάλιστα, να αναρωτιόμαστε πώς πιστεύαμε ποτέ όσα πιστεύαμε. Πώς ήταν δυνατόν να μη βλέπουμε κάτι που μοιάζει τώρα τόσο αδιαμφισβήτητα προφανές;

Και η επιδοκιμασία των άλλων δεν με αποζημιώνει

Επιπλέον, έχω παντελή άγνοια σε ό,τι αφορά τον εαυτό μου. Θαυμάζω την πεποίθηση και εμπιστοσύνη που καθένας έχει στο άτομό του, ενώ δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να ξέρω πως ξέρω, ούτε που να τολμώ να δώσω το λόγο μου ότι μπορώ να κάμω. Δεν έχω τις ικανότητές μου κατά κατηγορία και σε κατάλογο· και δεν μαθαίνω ποιες είναι παρά εκ των υστέρων: αμφιβάλλω τόσο για τον εαυτό μου όσο για οτιδήποτε άλλο. Και έτσι μου συμβαίνει, αν καταφέρω κάτι αξιέπαινο σε μια δουλειά, να το αποδίδω περισσότερο στην καλοτυχία μου παρά στη δύναμή μου, τόσο μάλλον που όλα μου τα σχέδια για κάθε δουλειά γίνονται στα τυφλά και διστακτικά. Ομοίως, μιλώντας γενικώς, να τι ισχύει και για μένα επίσης: από όλες τις γνώμες που, σε γενικές γραμμές, διατύπωσε η Αρχαιότητα περί του ανθρώπου, αυτές που ενστερνίζομαι προθυμότερα και με τις οποίες συμφωνώ πιο πολύ, είναι εκείνες που μας περιφρονούν, μας υποτιμούν και μας εκμηδενίζουν περισσότερο. Η φιλοσοφία ποτέ δεν μου φαίνεται πως έχει τόσο καλά χαρτιά, παρά μόνο όταν καταπολεμάει την αλαζονεία και τη ματαιότητά μας, όταν καλή τη πίστει αναγνωρίζει την αναποφασιστικότητά της, την αδυναμία της και την άγνοιά της. Μου φαίνεται πως η μητέρα τροφός των σφαλερότερων απόψεων, είτε δημόσιων είτε ιδιωτικών, είναι η υπέρμετρα καλή γνώμη που ο άνθρωπος έχει για τον εαυτό του.

Αλλά για να έρθω στην προσωπική μου περίπτωση, είναι εξαιρετικά δύσκολο μου φαίνεται για οποιονδήποτε άλλον να έχει λιγότερο σε εκτίμηση τον εαυτό του ή ακόμα για οποιονδήποτε άλλον να με έχει σε λιγότερη εκτίμηση από ό,τι εγώ έχω σε εκτίμηση τον εαυτό μου.

Εκτιμώ πως ανήκω στο συνηθισμένο είδος ανθρώπων, με τη μόνη διαφορά πως θεωρώ ότι εκεί πράγματι ανήκω· ένοχος των πιο παρακατιανών και χυδαίων ελαττωμάτων, που όμως ούτε απαρνιέμαι ούτε δικαιολογώ· και δίνω αξία στον εαυτό μου μόνο από το γεγονός ότι ξέρω την αξία μου.

Γιατί, για να λέω την αλήθεια, όποια μορφή και αν πάρουν, όταν πρόκειται για το προϊόντα του νου μου, ποτέ δεν ξεπήδησε κάτι από μένα που να με γέμιζε. Και η επιδοκιμασία των άλλων δεν με αποζημιώνει. Τα γούστα μου αντιλαμβάνονται λεπτές διακρίσεις και δύσκολα ικανοποιούνται, ιδιαιτέρως σε ό,τι σχετίζεται με το άτομό μου· απαρνιέμαι αδιάκοπα τον εαυτό μου και τον νιώθω παντού να αμφιρρέπει και να κάμπτεται από αδυναμία. Τίποτα από ό,τι βρίσκεται στην κατοχή μου δεν ικανοποιεί την κρίση μου. Η ματιά μου είναι αρκετά καθάρια και υπό έλεγχο, αλλά θολώνει όταν είναι να βγάλει αποτέλεσμα, όπως διαπίστωσα ξεκάθαρα στην περίπτωση της ποίησης. Την αγαπώ απέραντα· είμαι αρκετά καλός κριτής των έργων των άλλων· η αλήθεια όμως είναι πως όταν βαλθώ να καταπιαστώ με την ποίηση, είμαι σαν παιδί: βρίσκω τον εαυτό μου ανυπόφορο. Μπορείς να αστειεύεσαι οπουδήποτε αλλού, όχι όμως στην ποίηση:

τους μέτριους ποιητές δεν ανέχονται
ούτε οι θεοί ούτε οι άνθρωποι ούτε όσοι προβάλλουν τα έργα τους 
(ΟΡΑΤΙΟΣ)

Μακάρι αυτή η φράση να βρισκόταν στην πρόσοψη των μαγαζιών όλων των τυπογράφων μας, για να απαγορεύει την είσοδο σε τόσους στιχουργούς:

πράγματι
κανείς δεν είναι πιο αμέριμνος απ’ τον κακό ποιητή. 
(ΜΑΡΤΙΑΛΗΣ)

Γιατί να μην έχουμε ανθρώπους [σαν και αυτούς τους Έλληνες που θα αναφέρω]; Ο Διονύσιος ο Πρεσβύτερος δεν είχε από τον εαυτό του τίποτα σε εκτίμηση όσο την ποίησή του. Στην περίοδο των Ολυμπιακών αγώνων, εκτός από άρματα που ξεπερνούσαν όλα τα άλλα σε μεγαλοπρέπεια, έστειλε επίσης σκηνές και κιόσκια βασιλικά, χρυσωμένα και σκεπασμένα με χαλιά για τους ποιητές και μουσικούς που είχαν να παρουσιάσουν τους στίχους του. Όταν ήρθε η ώρα να απαγγελθούν οι στίχοι του, η χάρη και η αρτιότητα της απαγγελίας τράβηξαν στην αρχή την προσοχή του πλήθους· όταν όμως λίγο αργότερα ήρθε η ώρα να ζυγίσει τη μωρολογία του έργου, το κοινό έδειξε πρώτα περιφρόνηση και καθώς η κρίση του άρχισε να γίνεται αυστηρότερη, κυριεύτηκε σε λίγο από μανία και έτρεξε να γκρεμίσει και να ξεσκίσει από αγανάκτηση όλα τα κιόσκια. Και όταν τα άρματά του δεν έκαμαν τίποτα της προκοπής στις αρματοδρομίες και το πλοίο που έφερνε πίσω τους ανθρώπους του έχασε τη Σικελία, σπρώχτηκε από την τρικυμία και κομματιάστηκε πέφτοντας στην ακτή του Τάραντα, ο κόσμος θεώρησε βέβαιο πως ήταν κατατρεγμός των θεών, που είχαν οργισθεί, όπως και το κοινό, για εκείνη την κακή ποίηση. Και οι ίδιοι οι ναύτες που είχαν γλυτώσει από το ναυάγιο, έρχονταν συνεπίκουροι σε αυτήν τη γνώμη του κόσμου, με την οποία επίσης φάνηκε να συμφωνεί κάπως ο χρησμός που προείπε το θάνατό του. Ο χρησμός δήλωσε πως ο Διονύσιος θα πλησίαζε στο τέλος του, όταν θα είχε νικήσει εκείνους που άξιζαν περισσότερο από αυτόν, πράγμα που ο Διονύσιος ερμήνευσε ότι αφορούσε τους Καρχηδόνιους, που τον ξεπερνούσαν σε δύναμη. Και πολεμώντας εναντίον τους απέφευγε συχνά τη νίκη και τη μετρίαζε, για να μην υποστεί τη μοίρα που είχε προβλέψει εκείνη η προφητεία, όμως ερμήνευσε στραβά: γιατί ο θεός αναφερόταν στην εποχή που κέρδισε (με μεροληψίες και αδίκως) το βραβείο στην Αθήνα από καλύτερους τραγικούς ποιητές από ό,τι ο ίδιος, έχοντας δώσει να παίξουν στο διαγωνισμό το έργο του “Τα Λήναια”· ύστερα από αυτήν τη νίκη πέθανε ξαφνικά και εξαιτίας εν μέρει της υπερβολικής χαράς που τον κατέλαβε λόγω αυτού του γεγονότος.

Τα έργα μου απέχουν τόσο από το να μου προσφέρουν ικανοποίηση, ώστε όσες φορές και αν τα αναψηλαφώ, τόσες φορές με σκάζουν:

σαν τα ξαναδιαβάζω, ντρέπομαι που τα έγραψα,
γιατί εγώ που τα έγραψα βλέπω πολλά που κρίνω άξια να
σβηστούν. 
(ΟΒΙΔΙΟΣ)

Εξ αυτού συμπεραίνω πως οι παραγωγές εκείνων των γόνιμων και μεγάλων πνευμάτων των περασμένων καιρών είναι πολύ πιο πέρα από το έσχατο όριο όπου απλώνεται η φαντασία και η επιθυμία μου. Τα γραπτά τους δεν με ικανοποιούν και με γεμίζουν μόνο, αλλά μου φέρνουν απορία και με κάνουν να μαρμαρώνω από θαυμασμό. Κρίνω την ομορφιά τους· τη βλέπω, αν όχι ως την άκρη, τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό, ώστε μου είναι αδύνατο να προσπαθήσω να τη φτάσω.

NICCOLO MACHIAVELLI: Διότι ο λαός, θεωρώντας δεδομένη τη νίκη, όταν φθάνει η ήττα δεν τα ρίχνει στη μοίρα ή την ανικανότητα, αλλά στην άγνοια και την κακοκεφαλιά του επικεφαλής

Τότε παρουσιάσθηκε στη Σύγκλητο ο Μάρκος Σεντένιος Πένουλα, άνθρωπος ταπεινής καταγωγής -μολονότι είχε καταλάβει κάποια αξιώματα στον στρατό-, και προσφέρθηκε, εφόσον τον εξουσιοδοτούσαν, να σχηματίσει ένα στρατό με εθελοντές απ’ όλη την Ιταλία και να τους παραδώσει συντομότατα, τον Αννίβα, νεκρό ή ζώντα. Η Σύγκλητος βρήκε την απαίτηση αυτού του κατεργάρη παράτολμη, όμως, εν όψει του γεγονότος ότι αν την απέρριπταν και το μάθαινε αυτό ο όχλος, θα ξέσπαγαν ταραχές και η οργή του θα έπεφτε στους συγκλητικούς, τον εξουσιοδότησαν. Προτίμησαν να θέσουν σε κίνδυνο όσους θα τον ακολουθούσαν, παρά να ξεσηκώσουν νέα δυσαρέσκεια στο πλήθος, διότι γνώριζαν με πόση προθυμία η μάζα θα καλοδεχόταν μια τέτοια ενέργεια και πόσο δύσκολο θα ήταν να την αποτρέψουν. Αυτός. λοιπόν, o κατεργάρης, με ένα απείθαρχο και άτακτο μπουλούκι, πήγε να συναντήσει τον Αννίβα, και στην πρώτη επαφή μαζί του, ηττήθηκε και σφαγιάσθηκε μαζί με όλους τους οπαδούς του.

Στην Ελλάδα, στην πόλη των Αθηναίων, ο Νικίας, ένας άνδρας με κύρος και σοφία, εις μάτην προσπάθησε να πείσει τους κατοίκους της πόλης ότι η εισβολή στη Σικελία ήταν παραφροσύνη, με αποτέλεσμα να πάρουν μιαν απόφαση, παρά τη γνώμη όσων γνώριζαν καλύτερα, που οδήγησε στην ολοκληρωτική καταστροφή των Αθηνών.

Όταν ο Σκιπίων έγινε Ύπατος και αδημονούσε να καταλάβει την επαρχία της Αφρικής, υποσχόμενος ότι η Καρχιδών θα καταστρεφόταν πλήρως, η δε Σύγκλητος δεν συμφωνούσε, επειδή αντετίθετο σ’ αυτό α Φάβιος Μάξιμος, ο Σκιπίων απείλησε να απευθυνθεί στον λαό, διότι γνώριζε πόσο ευχαριστούσαν τον όχλο τέτοια σχέδια.

Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι ο ευκολότερος τρόπος να καταστραφεί μια δημοκρατία όπου την εξουσία ασκεί o όχλος, είναι να εμπλακεί σε εγχειρήματα που φαίνονται τολμηρά και γενναία. Διότι αν o λαός μετράει σε κάτι, τότε πρέπει να τον έχεις μαζί σου, αφού και εκείνοι που έχουν αντίθετη γνώμη δεν θα μπορέσουν να κάνουν κάτι για να τον σταματήσουν. Αλλά αν αυτό καταστρέφει την πόλη, καταστρέφει ακόμη συχνότερα εκείνους, ειδικότερα, τους πολίτες που τίθενται επικεφαλής τέτοιων εγχειρημάτων. Διότι ο λαός, θεωρώντας δεδομένη τη νίκη, όταν φθάνει η ήττα δεν τα ρίχνει στη μοίρα ή την ανικανότητα, αλλά στην άγνοια και την κακοκεφαλιά του επικεφαλής. Αυτός, λοιπόν, συνήθως ή φυλακίζεται ή εξορίζεται, όπως συνέβη σε αναρίθμητους Καρχηδόνιους και Αθηναίους στρατηγούς. Δεν βοηθούν, μάλιστα, κανέναν απ’ αυτούς ούτε οι νίκες που προηγήθηκαν, αφού τις σβήνουν οι τωρινές συμφορές.

NICCOLO MACHIAVELLI, Η χειραγώγηση του όχλου – Οι Συνωμοσίες

FERNANDO PESSOA: Κάθε άνθρωπος που είναι προικισμένος με μια ευαισθησία δίκαιη και έναν ορθολογισμό, αισθάνεται πως το κακό και η αδικία στον κόσμο τον αφορούν

Τι είναι το ταξίδι και σε τι χρησιμεύει; Όλα τα ηλιοβασιλέματα είναι ηλιοβασιλέματα, δεν υπάρχει λόγος να πάει να το διαπιστώσει κανείς στην Κωνσταντινούπολη. Η αίσθηση της ελευθερίας που γεννούν τα ταξίδια; Μπορώ να τη γευτώ πηγαίνοντας από τη Λισαβόνα στην Μπενφίκα* , και μάλιστα πολύ πιο έντονα από αυτόν που πάει από τη Λισαβόνα στην Κίνα, γιατί αν η ελευθερία δεν υπάρχει μέσα μου, δεν υπάρχει, για μένα, σε κανένα μέρος του κόσμου. «Ο κάθε δρόμος, μέχρι και αυτός του Έντεπφουλ», λέει ο Καρλάιλ*, «σε πάει στην άκρη του κόσμου». Αν όμως πάρεις το δρόμο του Έντεπφουλ ολόκληρο και μέχρι το τέλος του, θα γυρίσεις και πάλι στο Έντεπφουλ∙ γιατί το Έντεπφουλ όπου βρισκόμασταν από την αρχή, είναι η ίδια η άκρη του κόσμου που ψάχναμε να βρούμε.

Ο Κοντιγιάκ* αρχίζει έτσι το περίφημο βιβλίο του: «Όσο ψηλά κι αν ανέβουμε, όσο χαμηλά κι αν κατέβουμε, ποτέ δε βγαίνουμε από τις ίδιες μας τις αισθήσεις». Ποτέ δεν αποβιβαζόμαστε από τον εαυτό μας. Ποτέ δεν φτάνουμε στον άλλο παρά μόνο αν αλλοτριωθούμε από την ίδια μας την ευαίσθητη φαντασία. Τα αληθινά τοπία είναι αυτά που μόνοι μας φτιάχνουμε, γιατί έτσι είμαστε εμείς οι θεοί τους και τα βλέπουμε όπως στ’ αλήθεια είναι, δηλαδή έτσι όπως δημιουργήθηκαν. Κανένα από τα επτά μέρη του κόσμου* δεν είναι αυτό που μ’ ενδιαφέρει και που μπορώ στ’ αλήθεια να δω- το όγδοο είναι το δικό μου κομμάτι, αυτό που εγώ διανύω.
------------------------
*Μπενφίκα: προάστιο της Λισαβόνας
*Thomas Carlyle: Σκωτσέζος ιστορικός και κριτικός
*Etienne Bonnot de Condillac: Γάλλος φιλόσοφος, σενσουαλιστής. Ο συγγραφέας αναφέρεται στο βιβλίο του Εγχειρίδιο των Αισθήσεων
*Οι αρχαίοι γεωγράφοι χωρίζουν τον κόσμο σε επτά μέρη

Κάθε άνθρωπος που είναι προικισμένος με μια ευαισθησία δίκαιη και έναν ορθολογισμό, αισθάνεται πως το κακό και η αδικία στον κόσμο τον αφορούν, και επιδιώκει να τα διορθώσει, αρχίζοντας από τα πιο κοντινά: και το πρώτο είναι ο εαυτός του. Αυτό το έργο θα τον απασχολήσει όλη τη ζωή του.

Το παν, για μας, έγκειται στην αντίληψή μας για τον κόσμο∙ αλλάζουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο σημαίνει αλλάζουμε τον κόσμο για μας, δηλαδή αλλάζουμε τον κόσμο, εφόσον δεν είναι ποτέ για μας παρά μόνο αυτό που είναι για μας. Αυτή η μύχια δικαιοσύνη που μας κάνει να γράφουμε μια καλλιγραφημένη σελίδα, αυτή η αληθινή μεταρρύθμιση με την οποία ξαναφέρνουμε στη ζωή την πεθαμένη ευαισθησία μας- αυτή είναι η αλήθεια, η δική μας αλήθεια, η μοναδική αλήθεια. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος είναι τοπίο, κορνίζα που αξιοποιεί τις αισθήσεις μας, βιβλιοδεσία των σκέψεών μας. Κι αυτό ισχύει είτε πρόκειται για τα χρωματιστά τοπία των πλασμάτων και των πραγμάτων- αγροί, σπίτια, αφίσες, κοστούμια- είτε πρόκειται για το άχρωμο τοπίο των μονότονων ψυχών, που έρχεται για μια στιγμή στην επιφάνεια με τις παλιές λέξεις και τις φθαρμένες χειρονομίες, για να ξαναβυθιστεί αμέσως στα βάθη της θεμελιώδους ηλιθιότητας της ανθρώπινης έκφρασης.

Επανάσταση; Αλλαγή; Αυτό που επιθυμώ στ’ αλήθεια, στο πιο μύχιο βάθος της ψυχής μου, είναι να φύγουν αυτά τα άτονα, μουντά σύννεφα που σαπουνίζουν με στάχτη τον ουρανό∙ αυτό που μονάχα θέλω είναι να δω το γαλανό να ξεπροβάλλει ανάμεσά τους, αλήθεια φωτεινή και βέβαιη, γιατί είναι τίποτα και δεν θέλει τίποτα.
(8-4-1931)

Φερνάντο Πεσσόα, Το Βιβλίο της Ανησυχίας

Έλλειψη και Ανάγκη της Πολιτικής

Ο ΠΡΩΤΑΓΟΡΕΙΟΣ ΜΥΘΟΣ

Ήταν κάποτε χρόνος, όταν θεοί μεν υπήρχαν, γένη δε θνητών δεν υπήρχαν. Και αφού ήρθε ο πεπρωμένος χρόνος για τη γένεση και αυτών, οι θεοί τα διαπλάσσουν εντός της γης με την ανάμιξη χώματος και φωτιάς και όσων προσφέρονται να συγκεραστούν με τη φωτιά και το χώμα. Όταν έμελλαν να τα φέρουν προς το φως, έδωσαν προσταγή στον Προμηθέα και στον Επιμηθέα να τα εφοδιάσουν άρτια και να διανείμουν στο καθένα τις πρέπουσες ιδιότητες. Ζητάει δε από τον Προμηθέα ο Επιμηθεύς να επιτελέσει τη διανομή αυτός· και αφού διανείμω εγώ, του είπε, να επιθεωρήσεις. Και, αφού τον έπεισε με αυτά, επιτελεί τη διανομή.

Καθώς λοιπόν δεν ήταν και πολύ σοφός ο Επιμηθεύς, του διέλαθε και ανάλωσε τις δυνάμεις όλες στα ζώα. Του απόμενε αδιευθέτητο ακόμη το γένος των ανθρώπων, και απορούσε τι να χρησιμοποιήσει προς διευθέτησή του.

Ενώ δε απορούσε, έρχεται ο Προμηθεύς για να επιθεωρήσει τη διανομή, και βλέπει τα μεν άλλα ζώα να είναι πρόσφορα στα πάντα εφοδιασμένα, τον δε άνθρωπο να είναι γυμνός και ανυπόδητος, δίχως στρωμνή και δίχως όπλα· και ήταν ήδη η ορισμένη από την Μοίρα ημέρα να εξέλθει και ο άνθρωπος από τη γη στο φως. Κατεχόμενος, λοιπόν, από την απορία ο Προμηθεύς ποια σωτηρία να εύρει για τον άνθρωπο, προβαίνει στην κλοπή της τεχνολογικής σοφίας του Ηφαίστου και της Αθηνάς, μαζί και της φωτιάς –γιατί δεν υπήρχε τρόπος δίχως τη φωτιά να γίνει αυτή αποκτήσιμη από κάποιον, ή χρήσιμη-, και ούτω παρέχει δώρο στον άνθρωπο.

Με τον τρόπο λοιπόν αυτόν απόκτησε ο άνθρωπος τη βιοποριστική σοφία, δεν είχε όμως την πολιτική· Γιατί αυτή κατεχόταν από τον Δία· και στον Προμηθέα δεν ήταν δυνατόν πια να εισέλθει στην ακρόπολη κατοικία του Διός· επιπλέον και η φρουρά του Διός ήταν φοβερή. Αλλά εισέρχεται κρυφά στο κοινό οίκημα της Αθηνάς και του Ηφαίστου, όπου οι δυό τους εφιλοτεχνούσαν, και, αφού έκλεψε τη σύμφυτη με τη φωτιά ιδιαίτερη τέχνη του Ηφαίστου, και την άλλη, την ιδιαίτερη της Αθηνάς, τις δίνει στον άνθρωπο. Και από το γεγονός αυτό απόκτησε μεν ο άνθρωπος ευχέρεια βιοπορισμού, ο Προμηθέας δε, καθώς λέγεται εξαιτίας του Επιμηθέως, δικάστηκε ύστερα για κλοπή.

Αφού ο άνθρωπος μετέσχε στη θεϊκή μοίρα, πρώτον, επίστευσε αυτός μόνος από τα ζώα σε θεούς, και πρόβαινε στην ίδρυση βωμών και αγαλμάτων θεών· έπειτα, πολύ ενωρίς διάρθρωσε με την τέχνη γλώσσα και λέξεις και εφεύρε χώρους για οίκηση και φορέματα και υποδήματα και στρωμνές και από τη γη τροφές. Με τέτοιο εφοδιασμό, οι αρχέγονοι άνθρωποι κατοικούσαν διασπαρμένοι, και δεν υπήρχαν πόλεις· εξοντώνονταν, λοιπόν, από τα θηρία, καθώς ήταν πανταχώς πιο αδύνατοι από αυτά, και η παραγωγική τέχνη επαρκούσε μεν ως αρωγός τους για την τροφή, αλλά δεν παρείχε καμία βοήθεια στον πόλεμο προς τα θηρία· γιατί δεν είχαν πολιτική τέχνη, που μέρος της είναι η πολεμική. Επιδίωκαν λοιπόν να συναθροίζονται και να σώζονται με δημιουργία πόλεων· όποτε όμως συναθροίζονταν, αδικοπραγούσαν προς αλλήλους, γιατί δεν είχαν την πολιτική τέχνη, με συνέπεια να διασκορπίζονται πάλιν και να εξοντώνονται. Φοβήθηκε λοιπόν για το γένος μας ο Ζευς μη αφανισθεί ολόκληρο, και στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την αιδημοσύνη και τη δικαιοσύνη, για να είναι συντελέστριες αρμονίας και συνοχής των πόλεων, ώστε και να συνεπιφέρουν φιλία. Και ο Ερμής ερωτά τον Δία με ποιον τρόπο να δώσει τη δικαιοσύνη και την αιδημοσύνη στους ανθρώπους. «Να διανείμω και αυτές όπως οι τέχνες είναι διανεμημένες; Είναι δε ως εξής διανεμημένες: ένας που έχει την ιατρική επαρκεί για πολλούς ιδιώτες, καθώς και οι άλλοι τεχνίτες· με τον τρόπο αυτόν λοιπόν να διαθέσω επίσης τη δικαιοσύνη και την αιδημοσύνη μεταξύ των ανθρώπων, ή να τις διανείμω σε όλους;». «Σε όλους» είπε ο Ζευς, «και όλοι να μετέχουν· γιατί· αν ολίγοι μετέχουν σ’ αυτές, όπως στις άλλες τέχνες, είναι αδύνατον να υπάρξουν πόλεις».

Έτσι, λοιπόν, Σωκράτη, και δια ταύτα οι Αθηναίοι, καθώς και οι άλλοι, όταν μεν ο λόγος είναι για την ικανότητα οικοδόμου, ή κάποιου άλλου τεχνίτη, πιστεύουν ότι ολίγοι έχουν το δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη, και, αν κάποιος εκτός από τους ολίγους αυτούς εκφέρει γνώμη, δεν τον ανέχονται, όπως λέγεις εσύ· όταν δε προβαίνουν σε διαβούλευση για ζήτημα πολιτικής αξιοσύνης, διεξακτέα με γνώμονα ως προς όλα τη δικαιοσύνη και τη σωφροσύνη, εύλογα τότε ανέχονται κάθε άνδρα, γιατί σε κάθε άνδρα, πιστεύουν, εμπρέπει να μετέχει της αρετής αυτής, ειδάλλως δεν υπάρχουν πόλεις.
(ΠΛΑΤΩΝΟΣ Πρωταγόρας, 320c – 323a)

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (4.4.4-4.5.1)

[4.4.4] Ὁ δέ, ὡς αἵ τε διφθέραι αὐτῷ παρεσκευασμέναι ἦσαν ἐπὶ τῷ πόρῳ καὶ ὁ στρατὸς ἐξωπλισμένος ἐφειστήκει τῷ ποταμῷ, αἵ τε μηχαναὶ ἀπὸ ξυνθήματος ἐξηκόντιζον ἐς τοὺς Σκύθας παριππεύοντας ἐπὶ τῇ ὄχθῃ καὶ ἔστιν οἳ αὐτῶν ἐτιτρώσκοντο ἐκ τῶν βελῶν, εἷς δὲ δὴ διὰ τοῦ γέρρου τε καὶ τοῦ θώρακος διαμπὰξ πληγεὶς πίπτει ἀπὸ τοῦ ἵππου, οἱ μὲν ἐξεπλάγησαν πρός τε τῶν βελῶν τὴν διὰ μακροῦ ἄφεσιν καὶ ὅτι ἀνὴρ ἀγαθὸς αὐτοῖς τετελευτήκει, καὶ ὀλίγον ἀνεχώρησαν ἀπὸ τῆς ὄχθης· [4.4.5] Ἀλέξανδρος δὲ τεταραγμένους πρὸς τὰ βέλη ἰδὼν ὑπὸ σαλπίγγων ἐπέρα τὸν ποταμὸν αὐτὸς ἡγούμενος· εἵπετο δὲ αὐτῷ καὶ ἡ ἄλλη στρατιά. πρῶτον μὲν δὴ τοὺς τοξότας καὶ σφενδονήτας ἀποβιβάσας σφενδονᾶν τε καὶ ἐκτοξεύειν ἐκέλευσεν ἐς τοὺς Σκύθας, ὡς μὴ πελάζειν αὐτοὺς τῇ φάλαγγι τῶν πεζῶν ἐκβαινούσῃ, πρὶν τὴν ἵππον αὐτῷ διαβῆναι πᾶσαν. 
[4.4.6] ὡς δὲ ἀθρόοι ἐπὶ τῇ ὄχθῃ ἐγένοντο, ἐφῆκεν ἐπὶ τοὺς Σκύθας τὸ μὲν πρῶτον μίαν ἱππαρχίαν τῶν ξένων καὶ τῶν σαρισσοφόρων ἴλας τέσσαρας· καὶ τούτους δεξάμενοι οἱ Σκύθαι καὶ ἐς κύκλους περιϊππεύοντες ἔβαλλόν τε πολλοὶ ὀλίγους ‹καὶ› αὐτοὶ οὐ χαλεπῶς διεφύγγανον. Ἀλέξανδρος δὲ τούς τε τοξότας καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας καὶ τοὺς ἄλλους ψιλούς, ὧν Βάλακρος ἦρχεν, ἀναμίξας τοῖς ἱππεῦσιν ἐπῆγεν ἐπὶ τοὺς Σκύθας. [4.4.7] ὡς δὲ ὁμοῦ ἤδη ἐγίγνοντο, ἐλάσαι ἐκέλευσεν ἐς αὐτοὺς τῶν τε ἑταίρων τρεῖς ἱππαρχίας καὶ τοὺς ἱππακοντιστὰς ξύμπαντας· καὶ αὐτὸς δὲ τὴν λοιπὴν ἵππον ἄγων σπουδῇ ἐνέβαλεν ὀρθίαις ταῖς ἴλαις. οὔκουν ἔτι οἷοί τε ἦσαν ἐξελίσσειν τὴν ἱππασίαν ἐς κύκλους, ὡς πρόσθεν ἔτι· ὁμοῦ μὲν γὰρ ἡ ἵππος προσέκειτο αὐτοῖς, ὁμοῦ δὲ οἱ ψιλοὶ ἀναμεμιγμένοι τοῖς ἱππεῦσιν οὐκ εἴων τὰς ἐπιστροφὰς ἀσφαλεῖς ποιεῖσθαι. ἔνθα λαμπρὰ ἤδη φυγὴ τῶν Σκυθῶν ἦν· [4.4.8] καὶ πίπτουσι μὲν αὐτῶν ἐς χιλίους καὶ εἷς τῶν ἡγεμόνων, Σατράκης, ἑάλωσαν δὲ ἐς ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα. ὡς δὲ ἡ δίωξις ὀξεῖά τε καὶ διὰ καύματος πολλοῦ ταλαιπώρως ἐγίνετο, δίψει τε ἡ στρατιὰ πᾶσα εἴχετο καὶ αὐτὸς Ἀλέξανδρος ἐλαύνων πίνει ὁποῖον ἦν ὕδωρ ἐν τῇ γῇ ἐκείνῃ. [4.4.9] καὶ ἦν γὰρ πονηρὸν τὸ ὕδωρ, ῥεῦμα ἀθρόον κατασκήπτει αὐτῷ ἐς τὴν γαστέρα· καὶ ἐπὶ τῷδε ἡ δίωξις οὐκ ἐπὶ πάντων Σκυθῶν ἐγένετο· εἰ δὲ μή, δοκοῦσιν ἄν μοι καὶ πάντες διαφθαρῆναι ἐν τῇ φυγῇ, εἰ μὴ Ἀλεξάνδρῳ τὸ σῶμα ἔκαμεν. καὶ αὐτὸς ἐς ἔσχατον κινδύνου ἐλθὼν ἐκομίσθη ὀπίσω ἐς τὸ στρατόπεδον. καὶ οὕτω ξυνέβη ἡ μαντεία Ἀριστάνδρῳ.
[4.5.1] Ὀλίγον δὲ ὕστερον παρὰ τοῦ Σκυθῶν βασιλέως ἀφικνοῦνται παρ᾽ Ἀλέξανδρον πρέσβεις, ὑπὲρ τῶν πραχθέντων ἐς ἀπολογίαν ἐκπεμφθέντες, ὅτι οὐκ ἀπὸ ‹τοῦ› κοινοῦ τῶν Σκυθῶν ἐπράχθη, ἀλλὰ καθ᾽ ἁρπαγὴν λῃστρικῷ τρόπῳ σταλέντων, καὶ αὐτὸς ὅτι ἐθέλοι ποιεῖν τὰ ἐπαγγελλόμενα. καὶ τούτῳ φιλάνθρωπα ἐπιστέλλει Ἀλέξανδρος, ὅτι οὔτε ἀπιστοῦντα μὴ ἐπεξιέναι καλὸν αὐτῷ ἐφαίνετο, οὔτε κατὰ καιρὸν ἦν ἐν τῷ τότε ἐπεξιέναι.

***
[4.4.4] Μόλις είχαν ετοιμαστεί οι δερμάτινες σχεδίες για τη διάβαση και είχε παραταχθεί στον ποταμό εξοπλισμένος ο στρατός του Αλεξάνδρου, δόθηκε το σύνθημα και οι πολιορκητικές μηχανές του άρχισαν να ρίχνουν βέλη στους Σκύθες ιππείς που βρίσκονταν κοντά στην όχθη· μερικοί από αυτούς τραυματίζονταν από τα βέλη, ένας μάλιστα έπεσε νεκρός από το άλογό του, όταν το βέλος διαπέρασε πέρα-πέρα την ασπίδα και το θώρακά του· οι Σκύθες τότε τρόμαξαν από τα βέλη που ρίχνονταν από μακριά, καθώς και από τον θάνατο ενός γενναίου στρατιώτη τους, και υποχώρησαν λίγο από την όχθη. [4.4.5] Μόλις είδε ο Αλέξανδρος ότι οι Σκύθες ήταν σε αναταραχή εξαιτίας των βελών, ο ίδιος επικεφαλής των ανδρών του άρχισε να περνά τον ποταμό υπό τον ήχο των σαλπίγγων· τον ακολουθούσε ο υπόλοιπος στρατός. Πρώτα, λοιπόν, αποβίβασε τους τοξότες και τους σφενδονήτες και τους διέταξε να ρίχνουν πέτρες και βέλη στους Σκύθες, ώστε αυτοί να μην πλησιάσουν τη φάλαγγα των πεζών ενώ θα αποβιβαζόταν, έως ότου διαβεί τον ποταμό ολόκληρο το ιππικό του.
[4.4.6] Αφού όμως συγκεντρώθηκαν οι στρατιώτες του στην όχθη, στην αρχή έριξε κατά των Σκυθών μία ιππαρχία από τους μισθοφόρους και τέσσερις ίλες από τους σαρισοφόρους ιππείς. Οι Σκύθες πρόβαλαν αντίσταση και τους έριχναν βλήματα ολόγυρα ιππεύοντας κυκλικά ‹και› επειδή ήταν πολλοί εναντίον λίγων, διέφευγαν εύκολα. Ο Αλέξανδρος, αφού ανέμειξε στους ιππείς, τους τοξότες και τους Αγριάνες και τους άλλους ελαφρά οπλισμένους που διοικούσε ο Βάλακρος, τους οδήγησε εναντίον των Σκυθών. [4.4.7] Όταν πλησίασαν, διέταξε να τους επιτεθούν τρεις ιππαρχίες από τους εταίρους και όλοι οι ιππακοντιστές του, ενώ ο ίδιος οδηγώντας το υπόλοιπο ιππικό όρμησε ανάμεσά τους γρήγορα με τη μία ίλη του πίσω από την άλλη. Οι Σκύθες δεν μπορούσαν πια να αλλάζουν θέση ιππεύοντας κυκλικά, όπως έκαναν ως τότε, επειδή τους πίεζαν συγχρόνως και οι ιππείς και οι ελαφρά οπλισμένοι που ήταν ανακατεμένοι με τους ιππείς και δεν τους άφηναν να κάνουν με ασφάλεια κυκλικές κινήσεις. [4.4.8] Τότε πλέον τράπηκαν οι Σκύθες σε ολοκληρωτική φυγή. Σκοτώθηκαν περίπου χίλιοι και ένας από τους αρχηγούς τους, ο Σατράκης, και αιχμαλωτίσθηκαν περίπου εκατόν πενήντα. Επειδή όμως η καταδίωξη γινόταν με ταχύτητα και με πολλή ταλαιπωρία εξαιτίας της μεγάλης ζέστης, υπέφερε όλος ο στρατός από δίψα και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, καθώς προχωρούσε έφιππος, έπινε ό,τι νερό έβρισκε σε εκείνη την περιοχή. [4.4.9] Επειδή το νερό ήταν μολυσμένο, τον έπιασε ξαφνικά μία ακατάσχετη διάρροια· για τον λόγο αυτό η καταδίωξη δεν επεκτάθηκε σε όλους τους Σκύθες. Διαφορετικά νομίζω ότι όλοι οι Σκύθες θα είχαν σκοτωθεί στη φυγή τους, αν δεν καταβαλόταν σωματικά ο Αλέξανδρος. Ο ίδιος διέτρεξε τον έσχατο κίνδυνο και μεταφέρθηκε πίσω στο στρατόπεδο. Έτσι βγήκε αληθινή η προφητεία του Αρίστανδρου.
[4.5.1] Λίγο αργότερα ήρθαν στον Αλέξανδρο πρέσβεις από τον βασιλιά των Σκυθών, που στάλθηκαν με σκοπό να απολογηθούν για όσα είχαν γίνει λέγοντας ότι δεν έγιναν από το οργανωμένο κράτος των Σκυθών, αλλά από αυτούς που κατά ληστρικό τρόπο επιχειρούσαν διαρπαγές και ότι ήταν πρόθυμος ο βασιλιάς τους να εκτελέσει τις διαταγές του Αλεξάνδρου. Ο Αλέξανδρος τους απάντησε φιλικά, επειδή δεν θεωρούσε φρόνιμο να τους πιστέψει και γι᾽ αυτό να μην τους επιτεθεί, αλλά ούτε και ήταν τότε η κατάλληλη στιγμή για να τους επιτεθεί.