Τρίτη 27 Ιουλίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἠλέκτρα (1322-1353)

ΟΡ. σιγᾶν ἐπῄνεσ᾽· ὡς ἐπ᾽ ἐξόδῳ κλύω
τῶν ἔνδοθεν χωροῦντος. ΗΛ. εἴσιτ᾽, ὦ ξένοι,
ἄλλως τε καὶ φέροντες οἷ᾽ ἂν οὔτε τις
1325 δόμων ἀπώσαιτ᾽ οὔτ᾽ ἂν ἡσθείη λαβών.
ΠΑ. ὦ πλεῖστα μῶροι καὶ φρενῶν τητώμενοι,
πότερα παρ᾽ οὐδὲν τοῦ βίου κήδεσθ᾽ ἔτι,
ἢ νοῦς ἔνεστιν οὔτις ὑμὶν ἐγγενής,
ὅτ᾽ οὐ παρ᾽ αὐτοῖς ἀλλ᾽ ἐν αὐτοῖσιν κακοῖς
1330 τοῖσιν μεγίστοις ὄντες οὐ γιγνώσκετε;
ἀλλ᾽ εἰ σταθμοῖσι τοῖσδε μὴ ᾽κύρουν ἐγὼ
πάλαι φυλάσσων, ἦν ἂν ὑμὶν ἐν δόμοις
τὰ δρώμεν᾽ ὑμῶν πρόσθεν ἢ τὰ σώματα·
νῦν δ᾽ εὐλάβειαν τῶνδε προυθέμην ἐγώ.
1335 καὶ νῦν ἀπαλλαχθέντε τῶν μακρῶν λόγων
καὶ τῆς ἀπλήστου τῆσδε σὺν χαρᾷ βοῆς
εἴσω παρέλθεθ᾽, ὡς τὸ μὲν μέλλειν κακὸν
ἐν τοῖς τοιούτοις ἔστ᾽, ἀπηλλάχθαι δ᾽ ἀκμή.
ΟΡ. πῶς οὖν ἔχει τἀντεῦθεν εἰσιόντι μοι;
1340 ΠΑ. καλῶς· ὑπάρχει γάρ σε μὴ γνῶναί τινα.
ΟΡ. ἤγγειλας, ὡς ἔοικεν, ὡς τεθνηκότα.
ΠΑ. εἷς τῶν ἐν Ἅιδου μάνθαν᾽ ἐνθάδ᾽ ὢν ἀνήρ.
ΟΡ. χαίρουσιν οὖν τούτοισιν; ἢ τίνες λόγοι;
ΠΑ. τελουμένων εἴποιμ᾽ ἄν· ὡς δὲ νῦν ἔχει,
1345 καλῶς τὰ κείνων πάντα, καὶ τὰ μὴ καλῶς.
ΗΛ. τίς οὗτός ἐστ᾽, ἀδελφέ; πρὸς θεῶν φράσον.
ΟΡ. οὐχὶ ξυνίης; ΗΛ. οὐδέ γ᾽ ἐς θυμὸν φέρω.
ΟΡ. οὐκ οἶσθ᾽ ὅτῳ μ᾽ ἔδωκας ἐς χεῖράς ποτε;
ΗΛ. ποίῳ; τί φωνεῖς; ΟΡ. οὗ τὸ Φωκέων πέδον
1350 ὑπεξεπέμφθην σῇ προμηθίᾳ χεροῖν.
ΗΛ. ἦ κεῖνος οὗτος ὅν ποτ᾽ ἐκ πολλῶν ἐγὼ
μόνον προσηῦρον πιστὸν ἐν πατρὸς φόνῳ;
ΟΡ. ὅδ᾽ ἐστί. μή μ᾽ ἔλεγχε πλείοσιν λόγοις.

***
ΟΡΕ. Σιωπή τώρα, γιατί ακούω κάποιος
προχωρεί κατά δω από τους ανθρώπους
του παλατιού, για νά βγει. ΗΛΕ. Εμπάτε, ξένοι,
αφού μάλιστα φέρνετε και τέτοια
π᾽ ούτε κανείς δε θα ᾽θελε απ᾽ τους μέσα
να μη δεχτεί μα κι ούτε με χαρά τους
θα τα δεχτούν. ΠΑΙ. Ω εσείς, τρελοί με τα όλα
και δίχως δράμι νου, μα ολότελα έτσι
πια δεν ψηφάτε τη ζωή ή καθόλου
δεν έχετε μυαλό κι εκ γενετής σας,
αφού όχι πια κοντά, μα μέσα και μέσα
1330 στον πιο μεγάλο κίνδυνο είστε κι ούτε
το παίρνετ᾽ είδηση; Μ᾽ αν δε βρισκόμουν
απ᾽ ώρα εγώ στις πόρτες να φυλάγω,
τα σχέδια σας θα ᾽μπαιναν στο παλάτι
πολύ πριν από σας τους ίδιους. Μά ειχα
προβλέψει εγώ γι᾽ αυτά, και λοιπόν τώρα
τα πολλά λόγια αφήνετε κι αυτές
που δε χορταίνετε τις διαχύσεις
της χαράς, για να μπαίνετε πια μέσα·
γιατί σε τέτοιες ώρες είναι η κάθε
αργοπορία κίνδυνος και θα ᾽ταν
καιρός το πράμα να ᾽χε πάρει τέλος.
ΟΡΕ. Λοιπόν πώς θα τα βρω σαν έμπω μέσα;
ΠΑΙ. Όλα καλά· είναι βέβαιο πως κανένας
1340 δε θα σ᾽ αναγνωρίσει. ΟΡΕ. Θα τους είπες,
δεν αμφιβάλλω, πως έχω πεθάνει.
ΠΑΙ. Ξέρε πως είσαι, για τους μέσα, ένας
απ᾽ τους κατοίκους του Άδη. ΟΡΕ. Και να χαίρουν
γι᾽ αυτό; ή τί λέγουν; ΠΑΙ. Όταν θα τελειώσει
το πράμα, θα σου πω· μα όσο για τώρα,
όλα καλά γι᾽ αυτούς, κι όσα δεν είναι.
ΗΛΕ. Ποιός είν᾽ αυτός ο άνθρωπος, αδερφέ μου,
πε μου, να ζεις! ΟΡΕ. Δεν τον αναγνωρίζεις;
ΗΛΕ. Ούτε στο νου τον βάζω. ΟΡΕ. Δε θυμάσαι
σε τίνος χέρια μ᾽ εμπιστεύτηκες
εκείνο τον καιρό; ΗΛΕ. Τίνος; ποιόν λες;
ΟΡΕ. Εκείνον που τα χέρια του με πήγαν
1350 στη Φωκίδα κρυφά, από πρόβλεψή σου.
ΗΛΕ. Αλήθεια, εκείνος είναι, ο μόνος τότε
στο φόνο του πατέρα μας που απ᾽ όλους
τους άλλους βρήκα εγώ πιστό; ΟΡΕ. Εκείνος,
και μη ζητάς πιότερες εξηγήσεις.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 2. Μύθος και πλοκή στα ομηρικά έπη

2.2. Μύθος και πλοκή στην Οδύσσεια


Σε σύγκριση προς τον ιλιαδικό μύθο ο μύθος της Οδύσσειας διαθέτει μεγαλύτερη θεματική ποικιλία και αφηγηματική γοητεία, αλλά σε προσεκτικότερο έλεγχο αποδεικνύεται μάλλον δύσχρηστος σε κάποια σημεία του, ίσως και προβληματικός. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ο ποιητής της Οδύσσειας συμπλέκει στην εξέλιξη του έπους και άλλα ετερόκλητα στοιχεία. Στον βαθμό δηλαδή που ο νόστος του Οδυσσέα αποτελεί κεφάλαιο των μετατρωικών νόστων (για τους οποίους διαθέτουμε την περίληψη ενός ομότιτλου έπους), εντάσσεται ομαλά στα ευρύτερα συμφραζόμενα του τρωικού μύθου, τα οποία και συστήνουν το δεύτερο, μεταπολεμικό του μέρος. Από την άποψη αυτή η Οδύσσεια παραμένει, κατά το πρότυπο της Ιλιάδας, έπος ηρωικό, για τον πρόσθετο λόγο ότι φιλοξενεί στο εσωτερικό της πρωταγωνιστικούς ήρωες του ιλιαδικού έπους, εκτός από τον Οδυσσέα. Η «Μνηστηροφονία» εξάλλου (η προετοιμασία και η πραγματοποίηση της οποίας καλύπτουν το δεύτερο μισό της Οδύσσειας) σκηνοθετείται λίγο πολύ ως αριστεία, η οποία, παρά τις ιδιόρρυθμες διαφορές της, παραπέμπει στις ιλιαδικές αριστείες.

Γύρω όμως από τον μεταπολεμικό αυτό επικό άξονα περιστρέφονται και κάποια, λίγο πολύ άσχετα, θέματα, τα οποία έχουν διαφορετική προέλευση και ανάλογο ήθος και ύφος. Στο πλαίσιο, λόγου χάριν, των «Μεγάλων Απολόγων», εμφανίζονται και συμπλέκονται διηγήσεις που προδίδουν εξερευνητικό ανθρωπογεωγραφικό ενδιαφέρον, καθώς και αφηγηματικά επεισόδια παραμυθικά και τερατικά, που ανήκουν στον κόσμο της εξωτικής φαντασίας. Και οι δύο αυτές θεματικές ομάδες προέρχονται σίγουρα από αφηγημένες ταξιδιωτικές περιπέτειες, εντοπισμένες σε απόμακρα μέρη. Φαίνεται εξάλλου πως μια αρχαιότερη διήγηση της αργοναυτικής εκστρατείας τροφοδότησε τους «Απολόγους» με τέτοια αφηγηματικά παράδοξα, τα οποία ο ποιητής της Οδύσσειας τα μετέτρεψε σε ριψοκίνδυνα κατορθώματα του Οδυσσέα στην εξέλιξη του μετατρωικού του νόστου.

Αν τα στοιχεία αυτά ενσωματώθηκαν στον εξωτερικό νόστο του ήρωα (προτού δηλαδή πατήσει ο Οδυσσέας το πόδι του στην Ιθάκη), στον αφηγηματικό κορμό του εσωτερικού τώρα νόστου (όταν ο Οδυσσέας βρίσκεται πια και κινείται στην Ιθάκη), εύκολα αναγνωρίζονται ίχνη μιας νουβέλας (ανάλογης προς τη δική μας δημοτική παραλογή) με θέμα της τον γυρισμό του ξενιτεμένου. Απόδειξη το σύμπλεγμα των αναγνωρισμών του Οδυσσέα, ή ο όμιλος των μνηστήρων, οι οποίοι πιέζουν την Πηνελόπη να ξαναπαντρευτεί διαλέγοντας κάποιον ανάμεσά τους. Το θέμα αυτό αναλογεί επίσης στη νουβέλα του ξενιτεμένου συζύγου, ο οποίος γυρίζει αργά, αγνώριστος και ανέλπιστος σπίτι του, τη μέρα που η γυναίκα του ετοιμάζει δεύτερο γάμο. Μόνο που οι μνηστήρες της Οδύσσειας πολλαπλασιάζουν αυτό τον δεύτερο γαμπρό της νουβέλας, τον οποίο ο ξενιτεμένος οφείλει να εξουδετερώσει για να ανακτήσει τη γυναίκα του και το σπιτικό του. Αλλά και το άθλημα του τόξου, που επιλέγει η Πηνελόπη στην Οδύσσεια, για να δοκιμάσει τους μνηστήρες της, θυμίζει ανάλογα νοβελιστικά αθλήματα πρώτου γάμου, όπου ο νικητής παίρνει ως έπαθλο την επίδοξη νύφη. Όλα αυτά τα -παράταιρα μάλλον σ᾽ ένα ηρωικό έπος- στοιχεία ο ποιητής της Οδύσσειας τα συνταιριάζει καλά με το θέμα της μνηστηροφονίας. Και αυτό είναι σημαντικό κατόρθωμα της πλοκής.

Το άλλο σημαντικότερο αποτέλεσμα της πλοκής αναγνωρίζεται στον τρόπο με τον οποίο συμπλέκει ο ποιητής της Οδύσσειας τον νόστο του Οδυσσέα με τους νόστους άλλων επικών ηρώων. Οι νόστοι αυτοί (οι περισσότεροι από τους οποίους φιλοξενούνται στην Οδύσσεια) σχηματίζουν μια συνολική τυπολογία, που μοιράζεται σε τρεις επιμέρους, τυπικές επίσης, κατηγορίες.

Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν νόστοι με ευτυχισμένο και άμεσο τέλος. Παράδειγμα ο νόστος του Νέστορα, τον οποίο διηγείται ο ίδιος στην τρίτη ραψωδία του έπους. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει νόστους που πραγματοποιούνται δίχως καθυστέρηση, απολήγουν όμως σε τραγικό τέλος και συνεπάγονται εκδικητικού τύπου εμπλοκές. Κορυφαίο παράδειγμα ο νόστος του Αγαμέμνονα, ο οποίος κατασφάζεται ανελέητα από τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα μέσα στο ίδιο του το σπίτι, ενώ την εκδίκηση του στυγερού αυτού φόνου την αναλαμβάνει αργότερα ο Ορέστης. Πρόκειται για τραγικό νόστο που διασπείρεται σε περισσότερα μέρη της Οδύσσειας: τον υπαινίσσεται ο Δίας ήδη στη «Θεών Αγορά» της πρώτης ραψωδίας· τον εξιστορούν διεξοδικότερα ο Νέστορας και ο Μενέλαος στην τρίτη και στην τέταρτη ραψωδία· τον διηγείται συνοπτικά, αλλά σπαρακτικά, ο ίδιος ο Αγαμέμνονας στη «Μεγάλη Νέκυια» της ενδέκατης ραψωδίας και τον ξαναθυμάται στη «Μικρή Νέκυια» της εικοστής τέταρτης. Τέλος, στην τρίτη κατηγορία, που την εκπροσωπεί μέσα στην Οδύσσεια ο Μενέλαος, ανήκουν οι περιπετειώδεις και ριψοκίνδυνοι νόστοι, που εκκρεμούν πολλά χρόνια και συνεπάγονται μερικές απώλειες, προτού καθυστερημένα συντελεστούν.

Σ᾽ αυτό το τυπικό πλαίσιο νόστων, που θα μπορούσαμε να τους ονομάσουμε και ελάσσονες, ξεχωρίζει με την ιδιαίτερη σημασία και φυσιογνωμία του ο επιβλητικός νόστος του Οδυσσέα, ο οποίος αποτελεί το κεντρικό θέμα της Οδύσσειας. Αναλογικά συγγενεύει περισσότερο με τον νόστο του Μενελάου, μολονότι σε κρίσιμα σημεία τον υπερβάλλει. Η δική του εκκρεμότητα διαρκεί δέκα ολόκληρα χρόνια έναντι των οκτώ του Μενελάου. Συγκριτικά καλύπτει μεγαλύτερο χώρο (πραγματικό και φανταστικό) από τον νόστο του Μενελάου, από τον οποίο λείπουν οι εξωτικοί σταθμοί. Η καθήλωση του Οδυσσέα στο νησί της Καλυψώς δεν έχει μόνο μεγαλύτερη διάρκεια από εκείνη του Μενελάου στο νησί Φάρος, μπροστά στην Αίγυπτο, αλλά θέτει και οριακά διλήμματα στον ήρωα, ο οποίος πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη της προηγούμενής του ζωής· να προκρίνει το γήρας και τη θνητότητα, αντί της αγηρασίας και της αθανασίας που του προσφέρει η Καλυψώ. Τέλος, σε ό,τι αφορά τις απώλειες των συντρόφων, ο ολοκληρωτικός αφανισμός των εταίρων του Οδυσσέα αποτελεί μοναδική εξαίρεση στη σχετική παράδοση· ακόμη και ο Μενέλαος χάνει τους μισούς μόνο συντρόφους του. Παρά ταύτα, οι δύο αυτοί νόστοι αποτελούν συγγενικό ζεύγος με τα κοινά σημεία που διαθέτουν, ανάμεσα στα οποία διακρίνονται και οι ανάλογες οδηγίες νόστου από τον Πρωτέα προς τον Μενέλαο και από τον Τειρεσία προς τον Οδυσσέα.

Το απροσδόκητο όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ο νόστος του Οδυσσέα, υποθετικά έστω, εμπεριέχει και τις δύο άλλες μορφές νόστου: τον άμεσο και ευτυχή, που αντιστοιχεί, λόγου χάριν, στον Νέστορα· αλλά και τον άμεσο και τραγικό, που αναλογεί στον Αγαμέμνονα. Συγκεκριμένα: στην τρίτη ραψωδία της Οδύσσειας, όπου ο Νέστορας διηγείται στον Τηλέμαχο τον δικό του νόστο, τον βεβαιώνει ότι στην αρχή τον ακολούθησε και ο Οδυσσέας μέχρι την Τένεδο, μαζί με τους μισούς Αχαιούς, που συμφώνησαν με τον Μενέλαο πως πρέπει να μπουν αμέσως στα καράβια τους, παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής, εγκαταλείποντας δίχως καθυστέρηση τη λεηλατημένη και ρημαγμένη Τροία. Μετά όμως ο Οδυσσέας (σύμφωνα με τη διήγηση του Νέστορα πάντα) άλλαξε γνώμη και γύρισε πίσω στην Τροία, για να σμίξει με τον Αγαμέμνονα, ο οποίος επέμενε πως έπρεπε πρώτα οι Αχαιοί να θυσιάσουν εκατόμβη στη θεά Αθηνά, για να μαλακώσουν τον χόλο της, και ύστερα να επιστρέψουν στην πατρίδα. Εκδοχή που σημαίνει ότι: θα μπορούσε και ο Οδυσσέας να έχει την καλή τύχη του Νέστορα, επιστρέφοντας αμέσως και δίχως απώλειες στην Ιθάκη, αν έμενε σταθερός στην πρώτη του απόφαση και δεν πήγαινε με το μέρος του Αγαμέμνονα, καθυστερώντας έτσι τον νόστο του.

Αυτή όμως η έλξη του Οδυσσέα προς τον Αγαμέμνονα δεν σταματά εδώ. Εξελίσσεται, και δραματοποιείται στην πορεία του έπους ως πιθανή αναλογική σύμπτωση της μοίρας του Οδυσσέα με την τραγική μοίρα του βασιλιά των Μυκηνών. Την πιθανότητα αυτή την υπαινίσσεται προκαταβολικά ο Δίας στη «Θεών Αγορά» της πρώτης ραψωδίας, υπενθυμίζοντας το αποτρεπτικό παράδειγμα του Αιγίσθου, ο οποίος έσμιξε παράνομα με την Κλυταιμνήστρα, σκότωσε βάναυσα τον Αγαμέμνονα, ώσπου τον αφάνισε η φονική εκδίκηση του Ορέστη. Το συντελεσμένο όμως αυτό παράδειγμα των Μυκηνών (Αγαμέμνονας-Αίγισθος-Κλυταιμνήστρα-Ορέστης) αναλογεί στο πιθανό παράδειγμα της Ιθάκης. Φτάνει οι μνηστήρες να μιμηθούν τον Αίγισθο, η Πηνελόπη να ενδώσει στις ερωτικές ορέξεις τους, και ο Τηλέμαχος να αντιγράψει τον εκδικητικό ρόλο του Ορέστη. Η πιθανή αυτή αναλογία επαναλαμβάνεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε κομβικά σημεία του έπους και σαν μαύρο σύννεφο επισκιάζει συνεχώς τον νόστο του Οδυσσέα, ώσπου να διαλυθεί με τη μνηστηροφονία. Επομένως, ο νόστος του Οδυσσέα, κρατώντας τα δικά του διακριτικά χαρακτηριστικά, παραπέμπει και στους άλλους τυπικούς νόστους που φιλοξενεί το έπος της Οδύσσειας· κατά κάποιον τρόπο τους συναιρεί και γίνεται έτσι αντιπροσωπευτικός φορέας όλων των νόστων.

Στα αφηγηματικά εξάλλου κατορθώματα της πλοκής στην Οδύσσεια ανήκει και ο τρόπος που χειρίζεται ο ποιητής τόσο τους διακεκριμένους χρόνους του έπους του όσο και τους διακεκριμένους χώρους του. Η Οδύσσεια, διαφορετικά από την Ιλιάδα, δεν ρέει σε συνεχή χρόνο. Ο ποιητικός της χρόνος μοιράζεται στα δύο: στο αφηγηματικό της παρόν, που το δραστικό μέρος του παραμένει ολιγοήμερο, και στο αφηγηματικό του παρελθόν, που αποδεικνύεται μακρόχρονο. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση αναγνωρίζεται στη σύνθεση των δύο αυτών χρόνων, καθώς ο μακρός χρόνος εισχωρεί («εγκιβωτίζεται», όπως λέμε) στον μικρό χρόνο μαζί με το αφηγηματικό του περιεχόμενο.

Η μέθοδος αυτή συνεπάγεται μια πρώτη διήγηση που αρχίζει στη μέση, σε κάποιο δηλαδή κρίσιμο σημείο του αφηγηματικού παρόντος. Αλλά, καθώς προχωρεί, οπισθοδρομεί, για να δώσει τη θέση της σε μια δεύτερη διήγηση, που αναφέρεται τώρα στο ποιητικό παρελθόν· πρόκειται για τη μακρά διήγηση των «Μεγάλων Απολόγων», που την αναλαμβάνει ο ίδιος ο Οδυσσέας στις ραψωδίες ι-μ. Μεσολαβούν τα οκτώ και κάτι χρόνια της καθήλωσης του ήρωα στο νησί της Καλυψώς. Και αυτά ανήκουν στο ποιητικό παρελθόν του έπους, εκτός από τις δύο τελευταίες μέρες, που μεταφέρονται στο ποιητικό παρόν και στις οποίες η Καλυψώ υπακούει στην εντολή του Δία, με εντολοδόχο θεό τον Ερμή, ελευθερώνει επιτέλους τον Οδυσσέα από τα ερωτικά της θέλγητρα και τον προπέμπει στον καθυστερημένο του νόστο, βοηθώντας και στην κατασκευή της σχεδίας του. Πρόκειται για την αφήγηση στο πρώτο μισό της πέμπτης ραψωδίας.

Το δεύτερο μισό, που ανήκει επίσης στο ποιητικό παρόν, αφιερώνεται στο έσχατο συντριπτικό ναυάγιο του ήρωα, που θα τον φέρει τελικά εξοντωμένο στις ακτές της Σχερίας. Έτσι πλέκεται το χρονικό δίχτυ της Οδύσσειας, όσο ακόμη εκκρεμεί ο εξωτερικός νόστος του πρωταγωνιστή της και αναβάλλεται η επιστροφή του στην Ιθάκη. Συνήθως γίνεται λόγος για αναδρομική διήγηση, που καθιέρωσε το τέχνασμα του φλας μπακ. Στην πραγματικότητα όμως αλλού βρίσκεται η πρωτοτυπία της χρονικής αυτής αναδρομής: πραγματοποιείται σε ενδιάμεσο σταθμό, στο νησί των Φαιάκων, και όχι, όπως θα περιμέναμε, στην Ιθάκη. Έτσι όμως φτάσαμε στο θέμα των διακεκριμένων χώρων της Οδύσσειας, που είναι τρία νησιά.

Αφηγηματικά προηγείται το νησί της Καλυψώς, απόμακρος και απόκοσμος ειδυλλιακός τόπος ερωτικής απομόνωσης του Οδυσσέα, όπου παίζονται η ίδια η ανθρώπινή του φύση, η συζυγική του πίστη και βεβαίως η επιστροφή του στην Ιθάκη. Το δέλεαρ, όπως είπαμε, της Καλυψώς προς τον θνητό εραστή της είναι η προσφορά αγηρασίας και αθανασίας, με αντάλλαγμα την προτίμηση της λήθης αντί της επίμονης και βασανιστικής μνήμης. Τελικά ο ήρωας, με τη μεσολάβηση των θεών (της Αθηνάς κυρίως), αποδεσμεύεται από τον ληθαργικό κλοιό της Καλυψώς και επιστρέφει στην περιπέτεια του νόστου του, μόνος τώρα και δίχως εταίρους, καθώς όλοι τους έχουν αφανιστεί εδώ και χρόνια, μετά την ασέβειά τους στο νησί της Θρινακίας, όπου έσφαξαν και έφαγαν τα ιερά γελάδια του Ήλιου.

Ο δρόμος ωστόσο για την Ιθάκη εμποδίζεται ακόμη από τον θυμωμένο Ποσειδώνα, ο οποίος συντρίβει τη σχεδία του Οδυσσέα και τον αφήνει στο έλεος μιας ανελέητης καταιγίδας ανάμεσα σε θεόρατα κύματα. Παρά ταύτα, ο ήρωας σώζεται με το μαγνάδι της θαλασσινής Ινώς και, αναπλέοντας τις εκβολές ενός θεϊκού ποταμού, βγαίνει στη θαμνώδη στεριά της Σχερίας, όπου και πέφτει εξαντλημένος σε βαθύ ύπνο. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: την άλλη μέρα, συγκινημένη μαζί του η Ναυσικά, κόρη του βασιλιά, οδηγεί τον Οδυσσέα με ασφάλεια στο βασιλικό παλάτι, όπου γενναιόδωρα τον υποδέχονται ο Αλκίνοος και η Αρήτη, τον συστήνουν στους Φαίακες, του προσφέρουν πλούσια δώρα ξενίας και του εξασφαλίζουν την προπομπή του με το μαγικό τους πλοίο. Εκεί, μπροστά στους Φαίακες, ύστερα από απαίτηση του Αλκινόου, αποκαλύπτει ο Οδυσσέας την ταυτότητά του και μαγεύει τους ακροατές του με τη διήγηση των «Απολόγων» του.

Αν ο εξωτικός και ληθαργικός παράδεισος της Ωγυγίας συστήνει τον μεγάλο ερωτικό πειρασμό, τον οποίο, όψιμα έστω, αφήνει πίσω του ο Οδυσσέας, το νησί των Φαιάκων, σε σύγκριση προς το προπολιτισμικό νησί της Καλυψώς, είναι τόσο πολιτισμένο, που μοιάζει σχεδόν με πολιτισμική ουτοπία. Προσφέρεται επομένως, με τους αθλητικούς του αγώνες, με τους χορούς και με τα τραγούδια του τυφλού αοιδού Δημοδόκου, όσο κανένας άλλος τόπος, όχι μόνο για να διηγηθεί ο Οδυσσέας τα πάθη του νόστου του, αλλά και για να επιδείξει την αφηγηματική του δεξιοτεχνία, αντάξια ενός έμπειρου αοιδού-ραψωδού. Εντοπισμένοι λοιπόν οι «Μεγάλοι Απόλογοι» στη Σχερία, βρίσκουν την πιο πρόσφορη υποδοχή τους, που ασφαλώς δεν θα την είχαν στην Ιθάκη.

Η Ιθάκη (το τρίτο νησί που προβάλλεται στο αφηγηματικό παρόν της Οδύσσειας) είναι ακριβώς, σε αντίθεση τόσο προς την Ωγυγία όσο και προπαντός προς τη Σχερία, ένας χώρος όχι μόνο οδυνηρά πραγματικός αλλά και με διασαλευμένη, εξαιτίας των μνηστήρων, την ηθική και πολιτική του τάξη. Την αποκατάσταση της χαμένης αυτής τάξης συστήνει η Αθηνά στον νεαρό Τηλέμαχο στο πλαίσιο της πρώτης ραψωδίας, αλλά το δυσκατόρθωτο αυτό κατόρθωμα ανήκει στον ίδιο τον Οδυσσέα, που το πραγματοποιεί, με τη βοήθεια και του Τηλεμάχου, προοδευτικά στο δεύτερο μισό του έπους. Εντούτοις, ακόμη και μετά τη συντελεσμένη μνηστηροφονία η Ιθάκη κινδυνεύει από την εκδικητική στάση των Ιθακησίων, η οποία μόλις στην έξοδο του έπους κατευνάζεται, και επιτέλους το νησί του νόστου, με την παρέμβαση του Δία και της Αθηνάς, ηρεμεί. Επομένως, ο χρόνος της Οδύσσειας είναι διπλός και ο χώρος της τριπλός. Σ᾽ αυτό το πεντάγραμμο της οδυσσειακής πλοκής εγγράφεται ο μύθος του έπους.

Ποιος θέλει να σκοτώσει τον αρχηγό;

Στο, όχι και τόσο μακρινό, 1913 ο Φρόιντ δημοσιεύει το «Τοτέμ και Ταμπού» και προκαλεί απέχθεια και λιποθυμίες στους καθώς πρέπει κύκλους της Βιέννης. Απόρροια της ανεξέλεγκτης φαντασίας του «εκκεντρικού» συγγραφέα ή συμπεράσματα χρόνιας μελέτης επιστημονικών και ανθρωπολογικών δοκιμίων, το «Τοτέμ και Ταμπού» ό,τι κι αν τελικά ήταν πέτυχε το σκοπό του. Σφήνωσε στο μυαλό των ανθρώπων το άβολο ενδεχόμενο, να υπάρχουν κάπου στα τρίσβαθα της συνείδησής τους απωθημένες επιθυμίες, ορμές μιασματικές και σκέψεις απαγορευμένες που αν τους επέτρεπαν έστω και μια φευγαλαία περατζάδα στο νου τους, σίγουρα θα κατέληγαν ή αυτόχειρες ή ψυχοπαθείς.

Στο βιβλίο παρατηρούμε τη δομή και την οργάνωση των πρωτόγονων φυλών και πώς αυτές δομήθηκαν επάνω σ’ ένα κοινό έγκλημα (τον -φανταστικό ή μη- φόνο του πατέρα) και σε απαγορεύσεις (ταμπού). Σαν μάλιστα τα ταμπού να μοιάζουν πως ήρθαν ως τιμωρία για τον φόνο που προηγήθηκε. Προφανέστατα εδώ ο Φρόιντ υπονοεί πως αυτές οι κοινωνικές δομές και οι κανόνες τους, αποτέλεσαν τη βάση των μετέπειτα θρησκειών καθώς η σύνδεση με το προπατορικό αμάρτημα είναι εμφανής.

Κι αν η φαντασίωση της δολοφονίας του πατέρα, προκαλεί στους περισσότερους από εμάς αποστροφή και αηδία, ενδεχομένως να μη συνέβαινε ακριβώς το ίδιο αν απλώς προσθέταμε στη λέξη εισαγωγικά. Όπου ο «πατέρας» παύει να είναι το ένα ήμισυ που μας έφερε στη ζωή μα αποκτά χαρακτήρα συμβολικό. Ο οδηγός, ο εντολοδόχος, ο φέρων την ευθύνη. Πόσο σίγουροι θα παραμέναμε ότι δε θα θέλαμε να τον σκοτώσουμε; Κι αν χρειαστεί να βάλουμε εισαγωγικά και στο «σκοτώσουμε», πόσο σίγουροι είμαστε ότι δε θα θέλαμε να τον εξοστρακίσουμε, να τον παρακούσουμε, να πάρουμε τη θέση του;

Η κοινωνία, έτσι όπως τη βιώνουμε και την αντιλαμβανόμαστε, δεν είναι παρά από ένα σύνολο από αγέλες. Αγέλες στις οποίες είτε ανήκουμε, είτε πολεμάμε, είτε για ένα μικρό ποσοστό αδιαφορούμε. Η ύπαρξή τους εξυπηρετεί πολλούς σκοπούς, συλλογικούς κι ατομικούς. Καλοπροαίρετους ή όχι. Χωρίς αυτές δε θα υπήρχαμε. Ή κι αν υπήρχαμε θ’ αναζητούσαμε διαρκώς την ταυτότητά μας, δηλαδή την απάντηση στο πιο αγωνιώδες ερώτημά μας, στον πιο ακατανόητο συνομιλητή – τον εαυτό μας. Οι αγέλες λοιπόν φτιάχτηκαν για να μπορώ να λέω είμαι η Κατερίνα, δεν το ‘χω ρίξει ποτέ σε Μητσοτάκη, γουστάρω την τζαζ και να νομίζω ότι προσθέτοντάς μου επίθετα και χαρακτηριστικά με κατανοώ περισσότερο. Α, και για να διατηρώ την εντύπωση ότι κάποιοι θα με συμπαθήσουν μόνο και μόνο γι’ αυτά. Δεν είναι όμως αυτή όλη η αλήθεια.

Κοινωνικότητα, αποδοχή, μοίρασμα κοινών αξιών ή απλώς ενδιαφερόντων αντιδιαστέλλονται την ίδια στιγμή με ανάγκη αποποίησης ευθύνης καθώς «δεν το διάλεξα εγώ, οι πολλοί το είπαν» και με την εγωπαθή ψευδαίσθηση ότι αν ήμασταν εμείς στη θέση του αρχηγού θα τα καταφέρναμε καλύτερα.

Αγέλη είναι η ομάδα στις κερκίδες της οποίας χτυπιόμαστε. Είναι η μεγάλη παρέα που συναντιόμαστε μόνο σε κλαμπ. Είναι το κλειστό γκρουπ που παίζουμε μπριτζ και πληρώνουμε συνδρομή ετήσια για να παραμείνουμε μέλη. Είναι το κόμμα. Είναι η πατρίδα. Συχνότατα μπορεί να είναι όμως και η μικρότερη παρέα που αράζουμε σε σαλόνια – ακόμα πιο συχνά είναι και η φαμίλια. Κι όπως κάθε οργανωμένη κοινωνική δομή έχει κανόνες, απαγορεύσεις και ποινές. Κι όπως καθετί που φέρει κανόνες, απαγορεύσεις και ποινές – έτσι και τούτες φέρνουν δυσφορία, αγανάκτηση μα κι απορία. Ξανά το ίδιο ερώτημα στο οποίο αναζητούσαμε την απάντηση απ’ την αγέλη, τώρα σαν αυτή να μάς κοιτά και να ρωτά «ποιος είσαι;». Σαν να την κοιτάμε κι εμείς και ν’ αναρωτιόμαστε «τι κάνω εδώ πέρα;».

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα ποικίλουν αναλόγως της θέσης που έχουμε στην αγέλη, γιατί δε λείπει η ιεραρχία. Άλλο να ‘σαι αρχηγός, άλλο υπαρχηγός, άλλο ακόλουθος, άλλο ρουφιάνος κι άλλο επαναστάτης. Κι όσο κι αν υποθέσουμε βιαστικά ότι η θέση του αρχηγού είναι η πιο ζηλευτή η ζωή η ίδια μας επιβεβαιώνει ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, τουλάχιστον όχι όταν έρθει η ώρα να επιλέξουμε κάθισμα.

Ο αρχηγός – κι αμέσως μετά οι υπαρχηγοί – γίνονται κυρίως αντικείμενα χλεύης κι επιθέσεων παρά θαυμασμού όπως θα υποθέταμε. Εννοείται πως το γνωρίζουν κι οι ίδιοι, μοιάζουν ίσως να ‘ναι οι μοναδικοί που έχουν εγκαταλείψει την προσδοκία να γίνουν συμπαθείς μέσα (κι από την) αγέλη. Ο εργοδότης έχει συμβιβαστεί με την ιδέα ότι κάποιοι δε θα τον συμπαθήσουν ποτέ ακόμη κι αν τυγχάνει να είναι ο πιο γλυκός άνθρωπος του κόσμου, ο κομματάρχης τη μέρα που βάζει την υπογραφή του ξέρει ότι οι άλλοτε συναγωνιστές θα λογίζονται για ανταγωνιστές, η ψυχή της παρέας συχνότατα αναρωτιέται αν οι υπόλοιποι θεωρούν ότι τους κλέβει τη δόξα. Είναι οι κυρίως υπεύθυνοι για τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, είναι όμως και τα πιο συνήθη εξιλαστήρια θύματα.

Ως ακόλουθοι η θέση μας είναι φαινομενικά η ευκολότερη – μέχρι τουλάχιστον να ‘ρθει η προδοσία. Απολαμβάνουμε τα οφέλη χωρίς την αγωνία της ηθικής αυτουργίας. Αν κάτι πάει καλά θα είμαστε εκεί να πανηγυρίσουμε. Αν κάτι πάει στραβά θα στεναχωρηθούμε λιγάκι αλλά δε θα χάσουμε και τον ύπνο μας. Ως ακόλουθοι διατηρούμε αναλλοίωτη στο χρόνο τη φαντασίωση του πώς θα πράτταμε εμείς αν ήμασταν οι οδηγοί – κι ως γνωστόν οι -παντός τύπου- φαντασιώσεις έχουν εφευρεθεί για να προσφέρουν ερεθισμό κι ικανοποίηση. Ρητορεύουμε, προτείνουμε λύσεις εκ του ασφαλούς, κουνάμε δάκτυλα, φωνάζουμε, παθιαζόμαστε. Ο ακόλουθος έχει πάθος και δίψα. Τρέφεται και από τη συσπείρωση κι από το διχασμό. Και τούτο το, ενίοτε οργισμένο, πάθος μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει αποδέκτη. Κι είτε να φανατίζεται υπερβολικά εναντίον μιας «αντίπαλης» αγέλης, είτε τελικά απ’ την απογοήτευση του να επιτεθεί εκεί που μέχρι πρότινος ανήκε και να ξεκινά να λογίζει εαυτόν για επαναστάτη. Ο ακόλουθος δεν υποφέρει όσο οι αξίες και τα πιστεύω του συμβαδίζουν με της αγέλης, γιατί με το που ξεκινήσουν οι αμφιβολίες αρχίζει κι αυτός να διαισθάνεται ότι η ανάγκη του ν’ ανήκει κάπου, έπνιξε την ανάγκη ν’ ανήκει στον εαυτό του. Κι αυτή είναι μια συνειδητοποίηση που πονά ακόμα και τους πιο αφοσιωμένους.

Σύντομα θ’ αρχίσουμε να ψάχνουμε για νέες αγέλες. Κι ας ξέρουμε ότι με κάθε είσοδό μας κάτι θ’ αφήνουμε στην απ’ έξω και κάτι θα στρογγυλεύουμε ώστε να γίνει πιο αρεστό. Τις περισσότερες φορές εκείνο που μας σπρώχνει να προσκολληθούμε κάπου που ίσως δεν ταιριάζουμε και τόσο -ή που έχουμε πάψει προ πολλού- δεν είναι παρά η επιθυμία μας να επιστρέφουμε διαρκώς στον πρώτο εαυτό μας, τον άγουρο ή τον ανώριμο. Φιλίες που πλέον δε μας εξελίσσουν, δουλειές που δε μας εμπνέουν, πολιτικές παρατάξεις που ‘χουν πάψει να μας εκφράζουν μα για κάποιο λόγο που συνήθως βαφτίζουμε ρομαντισμό ή αφοσίωση παραμένουμε εκεί. Όχι αδιαμαρτύρητα, όχι χωρίς κόστος ψυχικό, όχι χωρίς να «θέλουμε να σκοτώσουμε τον αρχηγό».

Είναι απλή η διαπίστωση ότι χωρίς εμάς ο αρχηγός έτσι κι αλλιώς δε θα υπήρχε. Δεν είναι όμως απλοϊκη. Γι’ αυτό προτιμούμε να κατηγορούμε εκείνον ή εκείνους στα χέρια των οποίων νομίζουμε πως είναι η μοίρα μας αφημένη, μια μοίρα ακαθόριστη αποτέλεσμα εξωτερικών παραγόντων, που γλιστρά μέσα απ’ τα χέρια μας ενώ εναγωνίως προσπαθούμε να συγκρατήσουμε έστω λίγες σταγόνες. Αυτές οι σταγόνες θα γίνουν η πηγή της περηφάνιας μας και την ίδια στιγμή της οργής μας.

Αυτό δεν είναι ένα άρθρο που απαντά σε κάποιο ερώτημα. Είναι όμως ένα άρθρο που καθώς το έγραφα δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ.

Ποιον θέλουμε να «σκοτώσουμε» τελικά;

Η ζωή δεν σε λυπάται, είναι ικανή να σου ρίξει πολλά «χαστούκια» για να της αποδείξεις πως αξίζεις αυτό που της ζητάς

Είναι κάποιες φορές που η ζωή σου “ρίχνει ένα δυνατό χαστούκι”, που ο πόνος του σε αφυπνίζει από το λήθαργο που βρισκόσουν. Εκεί αρχίζεις να αναθεωρείς, να αλλάζεις σαν άνθρωπος, να αμφισβητείς όσα μέχρι πρότινος σε στεναχωρούσαν, πόσο σημαντικά ήταν άραγε; Σκέφτεσαι όλα αυτά που νόμιζες ότι τα ήξερες καλά, τίποτα όμως στη ζωή δεν το ξέρεις, ούτε καν τον ίδιο σου τον εαυτό, όλα μπορούν να ανατραπούν.

Πάντα υπάρχει κάτι που είναι δυσεύρετο και το ανακαλύπτεις ύστερά από αυτά τα χαστούκια. Δεν σε λυπάται η ζωή, ποτέ κανείς δεν σε λυπάται, ό,τι είναι να έρθει στη ζωή σου, θα έρθει και ας λες ότι ήταν άδικό και δεν σου άξιζε και ας κλαις. Η ζωή ξέρει ότι μπορείς να το αντιμετωπίσεις και είναι περήφανη για αυτό, είναι σίγουρη για τη δύναμη που κρύβεις μέσα σου, άλλωστε είναι το δώρο της σε εσένα.

Ο πόνος, λοιπόν, που δημιουργήθηκε στην ψυχή σου σε κάνει να συνειδητοποιήσεις πως η αξία που έδινες τόσο καιρό σε κάτι άλλο παύει να υπάρχει, επειδή αυτός ο πόνος είναι αδυσώπητος, σου ξεριζώνει την καρδιά. Σε κάνει να αναρωτιέσαι σε τι χαράμισες τόσο καιρό την δύναμη σου, την διασκόρπισες σε καταστάσεις που στην τελική δεν ήταν και τόσο δύσκολες. Μέσα σου όμως, αυτή η δύναμη υπάρχει, είναι σαν την αγάπη και αυτή όσο την ξοδεύεις τόσο πιο πολύ αυγατίζει και ας νομίζεις πως την εξάντλησες, εκεί είναι, απλά περιμένει την κατάλληλη στιγμή για “να αναδυθεί στο φως” και να σου μάθει την πτυχή του εαυτού σου που αγνοούσες.

Τίποτα δεν είναι αδύνατο για έναν άνθρωπο που έχει μάθει να “πολεμά”, να μη τα παρατά, να βρίσκει τη δύναμη που χρειάζεται και να προχωρά. Μπορεί να κάνει κάποιες παύσεις, έχει δικαίωμα και αυτός να πέσει, να στεναχωρηθεί, να πει δεν αντέχω άλλο κι ας αντέχει, να κρατηθεί από ένα χέρι και έτσι να αναδυθεί μέσα από τις στάχτες του. Ξέρει πως η ζωή δεν τον λυπάται, δεν του χαρίζεται, δεν τον έχει για τα εύκολα, για τα δύσκολα τον έχει, για αυτό και έχει φροντίσει να γεμίσει την ψυχή του με ένα απόθεμα δύναμης που δεν εξαντλείται. Μόνος σου να βρίσκεις την δύναμη που έχεις μέσα σου για να τα καταφέρεις, τίποτα στη ζωή δεν θα σου χαριστεί, όλα θα τα κερδίσεις με την δική σου προσπάθεια.

Κάθε φορά θα βρίσκεις την δύναμη, “εκεί στο πάτο που σε έριξε η τελευταία σφαλιάρα” και η ζωή θα είναι ακόμη μία φορά περήφανη για σένα που τα κατάφερες, για το μεγαλείο που έχεις μέσα στην ψυχή σου. Ξέρει ότι είσαι ικανός, πως τίποτα δεν μπορεί να σε τρομάξει τόσο πολύ που θα σε κάνει να τα παρατήσεις. Προκειμένου να φτάσεις εκεί που αξίζεις, δεν θα σε λυπηθεί, “θα σε ρίξει σε σκοτάδια”, γιατί ξέρει πως μπορείς με το “φως” που έχεις μέσα σου “να βρεις το μονοπάτι” που θα σε οδηγήσει εκεί που ανήκεις.

Το μεγαλείο που έχεις στην ψυχή σου “δεν χωράει σε κουτάκια”, δεν συμβιβάζεται, είναι για μεγάλα πράγματα, για στόχους υψηλούς που κρύβουν μέσα τους αρετές. Οι αρετές όπως καλά ξέρεις δεν κατακτούνται εύκολα, αλλά ποιος ψεύτης σου είπε πως είσαι για τα εύκολα; Ποιος σε οδήγησε σε αυτή την πλάνη; Ίσως, ο ίδιος σου εαυτός, μόνο εσύ είσαι υπεύθυνος για εσένα, κανείς και τίποτα δεν μπορεί να σε επηρεάσει, να σε καταστρέψει, αν εσύ ο ίδιος δεν του δώσεις την άδεια. Αν εσύ πιστεύεις πως μπορείς να τα καταφέρεις, θα τα καταφέρεις, μη το αμφισβητήσεις όμως ποτέ, μία φορά να το αμφισβητήσεις αρκεί για να μη τα καταφέρεις.

Η ζωή όμως πάντα θα μας δίνει ευκαιρίες μέσα από δύσκολες στιγμές για να τις αποδείξουμε αυτό που ξέρει πως μπορούμε να τα καταφέρουμε. Προκειμένου να γίνει αυτό θα σου «ρίξει πολλές σφαλιάρες», δεν θα σε λυπηθεί μέχρι να καταλάβεις πως καθετί που σου δίνει είναι για το καλό σου, είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεσαι και αυτό που σου αξίζει. Δεν κάνει «παζάρια» ότι θέλεις να κερδίσεις θα το πληρώσεις στη τιμή του, στην αξία του. Να θυμάσαι τα καλά που περιμένεις θα έρθουν την κατάλληλη στιγμή, ξέρει η ζωή ποια είναι αυτή, φτάνει να μην πάψεις πιστεύεις στο καλό, να μην σταματήσεις να προχωράς και τα καλά που είναι να συμβούν, θα συμβούν οπωσδήποτε…

Εσωτερικευμένη εστία αξιολόγησης: πώς να απ-εξαρτηθούμε από την αποδοχή των άλλων

Οι άνθρωποι έχουμε την ανάγκη της θετικής αναγνώρισης των άλλων σε ό,τι κι αν κάνουμε, όποιο διάβημα μικρό ή μεγάλο στη ζωή μας. Συχνά αυτή η θετική αναγνώριση έρχεται και τότε αισθανόμαστε ικανοποίηση. Είναι κάποιες φορές όμως – και δεν είναι λίγες – που η πολυπόθητη αποδοχή προσφέρεται από εκείνους υπό όρους. Τους όρους αυτούς ονόμασε ο διάσημος ψυχολόγος Carl Rogers (1950) Όρους Αξίας. Όταν αυτοί οι όροι αξίας αποτελούν τη βάση συμπεριφοράς του ατόμου και τείνουν να καθοδηγούν το άτομο, τις αποφάσεις και τις πράξεις του, τότε αυτό καταλήγει να είναι εξαρτημένο.

Στη περίπτωση αυτή το άτομο, προκειμένου να γίνει αποδεκτό, καταστέλλει την οργανισμική του τάση και αποκτά μία εξωτερική εστία αξιολόγησης, το κέντρο αξιολόγησής του δηλαδή βασίζεται στους άλλους.

Το ζητούμενο, όσο και ιδεατό στη ζωή, είναι το άτομο να μετατοπίσει την εστία αξιολόγησής του εσωτερικά. Να αναγνωρίζει και να αποτιμά θετικά τις εμπειρίες του χωρίς την ανάγκη αξιολόγησης του περιβάλλοντός του. Αναγνωρίζουμε πως όλοι είμαστε κοινωνικά όντα που ζούμε σε αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση με τους άλλους, παρ’ όλα αυτά παραμένουμε αυτόνομοι και οφείλουμε όχι μόνο να μην παρεμποδίζουμε αλλά και να βοηθούμε την ανάπτυξη των δυνατοτήτων μας στο πλαίσιο της προσωπικής μας εξέλιξης στη ζωή και τον κόσμο. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον Αμερικανό ψυχολόγο Albert Ellis (2000), ‘Οι συναισθηματικές διαταραχές σχετίζονται συχνά με το ότι νοιαζόμαστε υπερβολικά για αυτό που νομίζουν οι άλλοι’.

Το ερώτημα που τίθεται είναι ΠΩΣ μπορούμε να αρχίσουμε σήμερα κιόλας να μετατοπίζουμε την εστία αξιολόγησής μας, από έξω προς τα μέσα, και να οδηγηθούμε σε υψηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης;

Αναπτύσσουμε την αντίληψή μας σχετικά με τις αποφάσεις που παίρνουμε, ξεκινώντας από τις μικρές καθημερινές μας αποφάσεις και προχωρώντας στις πιο σοβαρές και κρίσιμες. Εάν π.χ. το τι θα φορέσουμε, πώς θα συμπεριφερθούμε, που θα πάμε και τι θα κάνουμε, έχουν αποκλειστικό γνώμονα τη σύμφωνη γνώμη και την ικανοποίηση των άλλων ώστε να είμαστε αποδεκτοί, τότε μάλλον πρέπει σιγά – σιγά να το συνειδητοποιούμε και να αναθεωρούμε.

Στις πιο σοβαρές αποφάσεις εξετάζουμε όλα τα ενδεχόμενα και δεν στηριζόμαστε αποκλειστικά στη γνώμη των άλλων περιμένοντας πάντα να πάρουμε τη γνώμη τους προτού αποφασίσουμε. Ο φόβος δυσαρέσκειας – και απόρριψής μας – κυρίως των σημαντικών άλλων ελλοχεύει πολλές φορές πίσω από την απουσία δράσης και κινητοποίησής μας.

Προσέχουμε πολύ με τα παιδιά. Όταν συναναστρεφόμαστε στο οικογενειακό ή επαγγελματικό μας περιβάλλον παιδιά (π.χ. ως γονείς, συγγενείς, παιδαγωγοί) είναι σημαντικό όχι τόσο να τα επιβραβεύουμε για το επίτευγμά τους όσο να τα ενθαρρύνουμε να μας λένε κατά πόσο εκείνα είναι περήφανα για αυτό, κατά πόσο εκείνα είναι ευχαριστημένα με τον εαυτό τους. Αναγνωρίζοντας εμείς οι ίδιοι ότι κάθε άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο είναι μοναδικός, να τους δίνουμε την ευκαιρία – και τον ανάλογο βαθμό ελευθερίας – να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους με τον ίδιο μοναδικό τρόπο, στηρίζοντάς τα σε αυτή τη προσπάθεια και όχι κατευθύνοντάς τα με το να το πράξουν με τον τρόπο που εμείς θεωρούμε σωστό.

Αναζητούμε συμπορευτές. Άτομα στα οποία έχουμε εμπιστοσύνη και που κρίνουμε ότι μπορούν να είναι βοηθητικοί στη προσπάθειά μας, μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμους συνοδοιπόρους μας. Σαφώς και θα ήταν καταστροφικό να αποτανθούμε σε άτομα που ναι μεν μας αγαπούν, τείνουν δε να μας επιβάλλουν διαρκώς την άποψή τους. Έτσι επιλέγουμε ανθρώπους που μπορούν να μας επισημάνουν π.χ. μία συμπεριφορά επάνω μας η οποία δείχνει ανάγκη αποδοχής και να μας κινητοποιήσουν για το αντίθετο.

Καλή επιτυχία!!!

Το ποτάμι του χρόνου

Θα περάσει. Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει.

Πόσες φορές έχουμε ακούσει αυτήν την έκφραση και σβήνουμε τις μέρες που περνάνε από τα ημερολόγια μας περιμένοντας και ο πόνος να οπισθοχωρήσει. Μάταια όμως. Ο χρόνος είναι ένα ορμητικό ποτάμι που πίσω δεν γυρνάει παρά μόνο κυλάει προς τα εμπρός.

Αυτό που όμως δεν γνωρίζουν όλοι είναι πως ο χρόνος δεν τα αλλάζει όλα από μόνος του. Το ποτάμι του χρόνου δεν είναι ιαματικό εάν μόνο κάθεσαι στις όχθες του και το βλέπεις να κυλάει. Το μόνο που θα πετύχεις έτσι είναι να βλέπεις την συνεχή ροή του χρόνου να κυλάει και εσύ να παραμένεις στο ίδιο μέρος.

Πως όμως το ποτάμι του χρόνου θα γιατρέψει τις πληγές σου;

Η απάντηση είναι απλή. Μόνο εάν τις βρέξεις. Το ποτάμι του χρόνου θα σε βοηθήσει μόνο εάν βουτήξεις μέσα του. Όταν γυμνώσεις το σώμα σου από τα παλιά, λερωμένα και σκισμένα σου “ρούχα” αφήνοντας τα μια για πάντα στις όχθες του. Τότε θα νιώσεις το κρύο άγγιγμα του νερού στο πληγωμένο σου σώμα και θα εκπνεύσεις δυνατά την ανάσα του χτες. Τα κρυστάλλινα νερά του θα σε αγκαλιάσουν και θα νιώσεις την δύναμη γης κάθαρσις.

Άφησε από το οπτικό σου πεδίο ό,τι άφησες στις όχθες του και στρέψε το βλέμμα σου μπροστά, όπως πάει το ρεύμα, χωρίς να κοιτάξεις πίσω τα απόνερα σου.

Σήκωσε τα πόδια σου από τον λασπώδη βυθό και αφέσου στην ορμή του χρόνου. Μην σε νοιάζει εάν πάτωσες. Ο άνθρωπος είναι σαν την άγκυρα για να πιάσει το νόημα της ζωής και να έχει γερά στηρίγματα πρέπει πρώτα να πατώσει.

Αυτό είναι το μυστικό του ποταμιού του χρόνου. Ένα μυστικό που λίγοι το γνωρίζουν. Εσύ θα πάρεις την απόφαση εάν θέλεις να βουτήξεις μέσα του ή απλά να το βλέπεις να κυλά.

Το ποτάμι θα σε βοηθήσει μόνο εάν το θελήσεις εσύ.

Δεν είναι δουλειά των παιδιών να γιατρεύουν τους ψυχικά πληγωμένους γονείς τους

Η «συναισθηματική αιμομιξία» είναι ένα είδος κακοποίησης, στην οποία ένας γονιός βασίζεται στο παιδί του για να πάρει τη συναισθηματική υποστήριξη που, κανονικά, θα έπρεπε να παίρνει από έναν ενήλικα.

Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ζητά συμβουλές από το παιδί του για δικά του, ενήλικα ζητήματα, ότι περιμένει από το παιδί του να του τονώσει το εγώ ή να του ενισχύσει την αυτοεκτίμησή του ή ότι αναθέτει στο παιδί την ευθύνη να του παρέχει θεραπεία ή να διαχειριστεί τις εκάστοτε κρίσεις.

Ή με πιο απλά λόγια: περιμένει από το παιδί του να είναι ο καλύτερος του φίλος/φίλη.

Σε αντίθεση με τη σεξουαλική αιμομιξία, οι «ανάρμοστες» αυτές σχέσεις δεν έχουν τίποτε σεξουαλικό στη φύση τους, αν και οι συναισθηματικές και ψυχολογικές συνέπειές τους είναι αναμφισβήτητες. Το φαινόμενο μπορεί να αφορά γονείς του ίδιου ή του αντίθετου φύλου από τα παιδιά, μονογονείς ή παντρεμένους και με το συναισθηματικό φορτίο που τους αναθέτουν, τα παγιδεύουν ανάμεσα σε μια αίσθηση απόγνωσης αλλά και δύναμης.

Τελικά, το παιδί που αναλαμβάνει το ρόλο του «άλλου γονιού» χάνει την ουσία της παιδικής του ηλικίας. Μπορεί να μην διακρίνουμε αυτή την καταστρεπτική δυναμική, όταν έχουμε μπροστά μας ένα πεντάχρονο νήπιο, που ανακουφίζει την αναστατωμένη μαμά του κατά τη διάρκεια μια δύσκολης στιγμής. Όταν, όμως, μιλάμε για έναν τριαντάχρονο, που δεν βγαίνει ραντεβού, γιατί φοβάται μην αποξενώσει την συναισθηματικά εξαρτώμενη από αυτόν μητέρα του, τότε η εικόνα γίνεται τραγικά ξεκάθαρη.

Άνθρωποι με άλυτα ψυχικά τραύματα έχουν, επίσης, πιθανότητες να γίνουν τέτοιοι γονείς.

Κι αν δεν ξεκαθαρίσουν στους εαυτούς τους ότι η επούλωση είναι δική τους ευθύνη, τότε θα καταλήξουν να αναθέσουν τη δουλειά αυτή στους ανθρώπους που αγαπούν περισσότερο.

Δεν είναι, όμως, δουλειά ενός παιδιού να θεραπεύσει τον πατέρα ή τη μητέρα του -ή οποιονδήποτε άλλο.

Δεν είναι ευθύνη του να βοηθήσει το γονιό του να βρει την γαλήνη ξεπερνώντας τις κακές αποφάσεις που πήρε. Και, σίγουρα, δεν είναι δουλειά του να βοηθήσει τους γονείς του να επεξεργαστούν τον πόνο μιας αποτυχημένης σχέσης, ακόμη κι αν αυτή είναι με τον άλλο βιολογικό γονιό.

Πρέπει να μάθουμε να χωρίζουμε από ανθρώπους που μας δελεάζουν και εμπλεκόμαστε σε μονόπλευρες, τοξικές σχέσεις, ειδικά όταν αυτοί οι άνθρωποι είναι οι γονείς μας.

Δεν είναι αρκετό να αναγνωρίζουμε τον τρόπο που συμπεριφέρονται -πρέπει να είμαστε έτοιμοι να σπάσουμε το φαύλο κύκλο.

Η απουσία της αγάπης, πηγή της ασθένειας

Πώς φεύγει η ουσία της αγάπης απ’ τα σώματα

Κάθε φορά που σκέφτεστε με μίσος, μιλάτε με μίσος, δράτε με μίσος, καταστρέφετε τον εαυτό σας.

Αν στο μέλλον σας βάλουν μπροστά από εκείνα τα μεγάλα μηχανήματα, τα οποία πρόκειται να έρθουν, αμέσως οι επιστήμονες θα πουν ότι υπάρχει ένα σημείο στο νοητικό σώμα σας που εκφυλίζεται, και πηγαίνει προς τον καρκίνο. Όλες οι ασθένειες ξεκινούν από τις υψηλότερες σφαίρες, γιατί όταν η αγάπη εξατμίζεται, το σκοτάδι έρχεται. Δεν υπάρχει κενό μέσα σας. Όταν η αγάπη έρχεται, το μίσος φεύγει.

Η απουσία της αγάπης είναι η παρουσία του θυμού, του φόβου, του μίσους, της ζήλιας, της εκδίκησης, της προδοσίας, της συκοφαντίας, της ματαιοδοξίας, του εγώ, του φανατισμού, της χωριστικότητας, της απληστίας, των εγκλημάτων και των πολέμων. Αποκαλώ αυτά τα δεκατέσσερα τα κακά που κάνουν την ανθρωπότητα δυστυχισμένη, τις οικογένειες δυστυχισμένες, τον άνθρωπο δυστυχισμένο, τις ομάδες δυστυχισμένες. Δεν έχει σημασία αν μόνο ένα ή δύο από αυτά υπάρχουν, είναι σαν χταπόδι το ένα σε σχέση με το άλλο. Προσκαλούν το ένα τον άλλο.

Όταν ξεκινάτε να κατηγορείτε, να επικρίνετε, να εμποδίζετε, να συκοφαντείτε, να υποτιμάτε, να προσβάλλετε, χάνετε την ουσία της αγάπης από τα σώματά σας και τα εκθέτετε σε καταστροφικές επιθέσεις. Πολλές φορές η καταστροφή σας έρχεται όταν συκοφαντείτε ανθρώπους και αδειάζετε τον εαυτό σας από την ουσία της αγάπης.

Η ασθένεια είναι το αποτέλεσμα της συσσώρευσης εκείνων των στιγμών στις οποίες δρούμε χωρίς αγάπη

Η ασθένεια είναι το αποτέλεσμα της συσσώρευσης εκείνων των στιγμών στη ζωή μας στις οποίες δρούμε χωρίς αγάπη, μιλάμε χωρίς αγάπη, σκεφτόμαστε χωρίς αγάπη, παίζουμε χωρίς αγάπη. Αυτές οι στιγμές στη ζωή μας συσσωρεύονται ή έχουν συσσωρευτεί στη διάρκεια των ζωών και τελικά συγκεντρώθηκαν, συσσώρευσαν τον εαυτό τους στο σώμα μας. Έγιναν αποσυνθετικοί παράγοντες στο σώμα μας, η πηγή της ασθένειας και διάφορων παθήσεων.

Η ασθένειά σας είναι το αποτέλεσμα της παραβίασης του κανόνα της αγάπης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σε πολύ, πολύ παλιούς αιώνες, στα Βεδικά χρόνια, στα χρόνια των Ουπανισάδων, στην αρχαία Χαλδαία, την Ασσυρία, και σε άλλα μέρη, όταν ένα άτομο αρρώσταινε, oι άλλοι τον λυπόντουσαν και νόμιζαν ότι ήταν το αποτέλεσμα της αμαρτίας.

Τι είναι η αμαρτία; Υπάρχει μόνο μια αμαρτία – αν απορρίψετε την αγάπη, αμαρτάνετε.

Αν κάποιος αρχίζει να κουτσομπολεύει και να συκοφαντεί, ή εάν η καρδιά του είναι γεμάτη ζήλια και εκδίκηση, λέω, “Έρχεται ασθένεια.” Δύο μήνες αργότερα, δύο χρόνια αργότερα, η ασθένεια είναι εκεί, διότι οι συνέπειες του μίσους συσσωρεύονται.

Αν κάποιος είναι διορατικός θα δει πώς οι άνθρωποι σιγά-σιγά συσσωρεύουν σκοτεινά σημεία στην αύρα τους, και αυτά τα σκοτεινά σημεία είναι φωλιά των μελλοντικών ασθενειών.

Μην πιστεύετε όταν οι επιστήμονες λένε αυτά τα πράγματα προκαλούνται από μικρόβια, ιούς, και τέτοιου είδους πράγματα. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Οι ιοί είναι ζωές, τα μικρόβια είναι ζωές. Ακριβώς όπως εσείς είστε ζωές, κι αυτά είναι ζωές, και έχουν δικαίωμα να ζουν επειδή η φύση τα δημιούργησε. Πώς μπορούν να είναι επιβλαβή για το σώμα σας, για τα συναισθήματά σας, για το νου σας; Είναι επιβλαβή όταν δεν προστατεύεστε από την αγάπη, όταν η αγάπη σας δεν μπορεί να τα μεταμορφώσει.

Το μικρόβιο έρχεται και μπαίνει στο σώμα σας, αλλά όταν υπάρχει αγάπη αλλάζει σε ενέργεια γιατί κάθε μικρόβιο είναι ένα κύμα ενέργειας. Πολλές ψευδείς διδασκαλίες δίνονται από τους θεσμούς μας, αντί να διδάσκουν τα θεμέλια της ζωής, έτσι ώστε να έχουμε μια κοινωνία χτισμένη στο γερό θεμέλιο της αγάπης. Τότε θα μπορούσαμε να απολαμβάνουμε τη ζωή και να βοηθάμε άλλους ανθρώπους να απολαμβάνουν τη ζωή. Αντίθετα, καταστρέφουμε τη ζωή μας και τη ζωή των άλλων με το να μην βάζουμε τον εαυτό μας στο ρυθμό της αγάπης, στα κύματα της αγάπης, στα ενεργειακά ρεύματα της αγάπης.

Μπορείτε να λύσετε τα προβλήματα με την αγάπη, και μπορείτε να εξαλείψετε τις ασθένειές σας με την αγάπη. Για να έχετε αγάπη πρόκειται να βγείτε από το “δέρμα” σας, από την εγωκεντρική ζωή σας. Αυτή τη στιγμή η ζωή σας σας ενδιαφέρει εάν είναι επικερδής για τα ιδιοτελή συμφέροντα σας. Πότε θα αποβάλλετε αυτόν τον φαύλο κύκλο και θα βγείτε από το “δέρμα” σας και θα γίνετε αγάπη; Μόνο τότε θα καταλάβετε για τι μιλάμε.

Η αγάπη είναι διεύρυνση, περιεκτικότητα, και διάλυση του εγώ. Το εγώ είναι μια πληγή στην ψυχή σας. Το εγώ λέει, “Το ξέρω”, “Μπορώ να το κάνω”, “Είμαι κάποιος.” Ποιός είστε; Δεν είστε ακόμα ένα μόριο. Η αγάπη είναι η διάλυση αυτής της άγνοιας. Η μεγαλύτερη αμαρτία στον κόσμο διαπράττεται όταν στέκεστε έξω από τον κύκλο της αγάπης.

Όλες οι ασθένειες των σωμάτων — υλικών, συναισθηματικών, νοητικών – είναι το αποτέλεσμα των σπόρων που φυτεύτηκαν από τις σκέψεις μας ενάντια στην αγάπη, από τα συναισθήματά μας ενάντια στην αγάπη, από τις πράξεις μας ενάντια αγάπη. Λόγω των πράξεων αυτών έχουμε καταστρέψει το ανοσοποιητικό μας σύστημα.

Τώρα λέω κάτι που ίσως είκοσι χρόνια αργότερα θα έχετε την ευκαιρία να διαβάσετε στις εφημερίδες. Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι ένα σύστημα αγάπης. Όταν η αγάπη εξατμίζεται από το σύστημά σας, δεν έχετε ανοσοποιητικό σύστημα. Το ανοσοποιητικό σύστημα αποσυντίθεται στη χώρα μας και παντού, επειδή επιβάλλουμε το μίσος και σκοτώνουμε την αγάπη. Ό,τι διοργανώνουμε δεν βασίζεται στην αγάπη, αλλά στην ιδιοτέλεια.

Εάν θέλετε να ζήσετε μια ζωή με βάση το μίσος, την αποσύνθεση, την απόρριψη, την κακία, και τις συκοφαντίες, μπορείτε να το κάνετε αυτό, αλλά θα δείτε ότι οι ασθένειες θα τρέχουν από πίσω σας για πάντα. Είναι ο ίδιος άνθρωπος που φέρνει συμφορές στη ζωή του.

Να βρεις ανθρώπους...

Να βρεις ανθρώπους που σε σέβονται και σε εκτιμούν πραγματικά γι’ αυτό που είσαι.

Να βρεις ανθρώπους που σου κάνουν χώρο στη ζωή τους και δε σε βάζουν να στριμωχτείς.

Να βρεις ανθρώπους που δεν προσπαθούν να σε αλλάξουν για να μοιάσεις σε αυτό που εκείνοι έχουν ονειρευτεί.

Να βρεις ανθρώπους που σε κοιτάνε λες και είσαι κάτι το μαγικό.

Να βρεις ανθρώπους που δεν κουτσομπολεύουν, που δε θέλουν το κακό κανενός, που δε χαίρονται με τα προβλήματα των άλλων.

Να βρεις ανθρώπους που στις σχέσεις τους έχουν μόνο σκηνή και ποτέ παρασκήνιο.

Να βρεις ανθρώπους διάφανους. Που λένε αυτό που νιώθουν και που νιώθουν αυτό ακριβώς που λένε.

Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη σου και τα καταφέρνουν.

Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν ακόμα να κάνουν τον κόσμο και τον εαυτό τους καλύτερο.

Να βρεις ανθρώπους που δε σταματάνε να ονειρεύονται και δε συμβιβάζονται με το άσχημο και το άδικο.

Να βρεις ανθρώπους που δεν τους αρέσει να κρίνουν και να λογοκρίνουν του άλλους.

Να βρεις ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να παραμένεις σιωπηλός, χωρίς να νιώθει κανείς αμηχανία.

Να βρεις ανθρώπους που επιμένουν να βλέπουν πάντα το καλό στους άλλους. Πάντα. Ακόμα και αν θα έπρεπε να ξέρουν πια καλύτερα.

Να βρεις ανθρώπους που ποτέ δε θα σε πληγώσουν επίτηδες.

Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις πως βρίσκεσαι σπίτι σου.

Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις μέσα σου ζέστη.

Να βρεις ανθρώπους όμορφους. Από μέσα.

Αν δεν τους έχεις βρει, συνέχισε να ψάχνεις.

Βρίσκονται ανάμεσά μας. Ναι. Είμαι σίγουρη.

Και, όταν τους βρεις, να κάνεις τα πάντα για να τους κρατήσεις στη ζωή σου και για να είναι ευτυχισμένοι. Και να μην τους αφήσεις ποτέ να νιώσουν μόνοι. (Ξέρεις, οι άνθρωποι που περιγράφω νιώθουν εύκολα μόνοι).

Να τους θαυμάζεις- γιατί το αξίζουν. Όχι, όμως, μόνο αυτό. Από σκέτο θαυμασμό δεν ευτύχησε ποτέ κανείς. Όταν τους βρεις, να τους αγαπάς και να τους το δείχνεις κάθε στιγμή. Να τους το δείχνεις, γιατί δεν το θεωρούν δεδομένο, γιατί δεν το ξέρουν. Να τους το λες αλλά, κυρίως, να τους το δείχνεις.

Και πάντα να θυμάσαι τι έχουν περάσει οι άνθρωποι αυτοί: Οι άνθρωποι αυτοί είναι μειονότητα. Και είναι δύσκολο να ζεις πάντα ως μειονότητα.

Πώς να νικήσεις τον φόβο

Παρόλο που οι συνθήκες ζωής κάθε ανθρώπου είναι διαφορετικές, τα επιφανειακά επίπεδα των προσωπικών ιστοριών τους δεν αργούν να εξαφανιστούν, ανοίγοντας το δρόμο για τη μεταξύ τους επικοινωνία σε ένα βαθύτερο κοινό επίπεδο. Ο κοινός παρονομαστής είναι το γεγονός ότι ο φόβος τους εμποδίζει όλους να ζήσουν τη ζωή τους με τον τρόπο που θέλουν να τη ζήσουν.

Το παραπάνω σενάριο επαναλαμβάνεται σε κάθε πρόγραμμα που διδάσκω. Πράγματι όλες οι ιστορίες που ακούγονται στα συνέδρια φαίνονται διαφορετικές, μέχρι να σκαλίσουμε λίγο βαθύτερα και να δούμε την αιτία που κρύβεται πίσω από τους φόβους του καθενός από τους συμμετέχοντες αλλά και οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου.

Ο φόβος μπορεί να διαιρεθεί σε τρία επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι η επιφανειακή ιστορία του κάθε ανθρώπου. Αυτό το επίπεδο περιλαμβάνει δύο τύπους φόβων: εκείνους που οφείλονται σε πράγματα που «συμβαίνουν» και εκείνους που οφείλονται σε πράγματα που απαιτούν δράση.

Ακολουθεί ένας σύντομος κατάλογος με τους δύο τύπους φόβων που συναντάμε στο πρώτο επίπεδο:

ΦΟΒΟΙ ΠΡΩΤΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ

Φόβοι που οφείλονται σε πράγματα που «συμβαίνουν»
  • Γηρατειά
  • Αναπηρία
  • Συνταξιοδότηση
  • Μοναξιά
  • Αναχώρηση των παιδιών από το σπίτι
  • Φυσικές καταστροφές
  • Απώλεια οικονομικής ασφάλειας
  • Αλλαγή
  • Θάνατος
  • Πόλεμος
  • Αρρώστια
  • Απώλεια αγαπημένου προσώπου
  • Ατυχήματα
  • Βιασμός
Φόβοι που οφείλονται σε πράγματα που απαιτούν δράση
  • Επιστροφή στα θρανία
  • Λήψη αποφάσεων
  • Αλλαγή καριέρας
  • Δημιουργία φιλικού κύκλου
  • Τέλος ή αρχή μιας σχέσης
  • Ομιλία μπροστά στο κοινό
  • Χρήση του τηλεφώνου
  • Υποστήριξη εαυτού και διεκδίκηση δικαιωμάτων
  • Απώλεια βάρους
  • Ρόλος συνεντευξιαζόμενου σε μια συνέντευξη
  • Οδήγηση οχήματος
  • Δημόσια ομιλία
  • Λανθασμένη κίνηση
  • Οικειότητα
Ίσως σε αφορούν ορισμένοι από τους φόβους που αναφέρονται παραπάνω ή ίσως θέλεις να προσθέσεις κι άλλους στον κατάλογο. Δεν είσαι μόνος σου αν σκέφτηκες «Μου φαίνονται γνωστοί κάποιοι από αυτούς τους φόβους» ή και Μου φαίνονται γνωστοί όλοι οι παραπάνω φόβοι»! Μία από τις ύπουλες ικανότητες του φόβου είναι ότι μπορεί να διεισδύσει σε πολλούς τομείς της ζωής μας. Για παράδειγμα, αν φοβάσαι να κάνεις καινούριους φίλους, τότε μπορεί να φοβάσαι επίσης να πας σε πάρτι, να καλλιεργήσεις στενότερες σχέσεις, να ψάξεις για δουλειά κ.ο.κ.

Αυτό γίνεται πιο κατανοητό αν εξετάσεις το δεύτερο επίπεδο του φόβου, το οποίο έχει πολύ διαφορετική αίσθηση από εκείνη του πρώτου επιπέδου. Οι φόβοι του δεύτερου επιπέδου δεν πηγάζουν από καταστάσεις αλλά από το εγώ μας.

ΦΟΒΟΙ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ
  • Απόρριψη
  • Επιτυχία
  • Αποτυχία
  • Ευπάθεια, ευαισθησία
  • Εξαπάτηση
  • Αδυναμία, αίσθημα ανικανότητας
  • Αποδοκιμασία
  • Απώλεια της εικόνας που προβάλλεται προς τα έξω
Οι φόβοι του δεύτερου επιπέδου έχουν σχέση με εσωτερικές ψυχικές καταστάσεις και όχι με τις εξωτερικές συνθήκες. Αντανακλούν την αίσθηση του εαυτού σου και την ικανότητά σου να αντιμετωπίζεις τον κόσμο. Έτσι ερμηνεύεται η ύπαρξη ενός γενικευμένου φόβου. Αν φοβάσαι την απόρριψη, ο συγκεκριμένος φόβος θα επηρεάσει σχεδόν όλους τους τομείς της ζωής σου – φιλικές και ερωτικές σχέσεις, επαγγελματικές συνεντεύξεις κ.ο.κ. Η απόρριψη είναι απόρριψη, απ’ όπου κι αν προέρχεται. Έτσι, αρχίζεις να κλείνεσαι στον εαυτό σου για να τον προστατεύσεις, με αποτέλεσμα να αυτοπεριορίζεσαι και να αποκόβεσαι από τον έξω κόσμο. Δες ξανά τον κατάλογο με τους φόβους του δεύτερου επιπέδου και θα διαπιστώσεις με ποιο τρόπο ο καθένας τους μπορεί να επηρεάσει αφάνταστα πολλούς τομείς της ζωής σου.

Το τρίτο επίπεδο αποτελεί την ουσία του θέματος. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο φόβο απ’ όλους, εκείνον που πραγματικά σε ακινητοποιεί. Είσαι έτοιμος;

ΦΟΒΟΣ ΤΡΙΤΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ

ΔΕΝ ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΩ!

Ξέρω ότι απογοητεύτηκες. Περίμενες κάτι πιο εντυπωσιακό. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι:

ΣΤΗ ΡΙΖΑ ΚΑΘΕ ΦΟΒΟΥ ΣΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΠΛΩΣ Ο ΦΟΒΟΣ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙΣ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΙΣ ΤΙΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΦΕΡΕΙ Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΣΟΥ.

Ας το ελέγξουμε. Οι φόβοι του πρώτου επιπέδου μεταφράζονται σε:
  • Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω την αρρώστια.
  • Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω τις συνέπειες ενός λάθους.
  • Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω την απώλεια της δουλειάς μου .
  • Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω τα γηρατειά.
  • Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω τη μοναξιά .
  • Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω το ενδεχόμενο να γελοιοποιηθώ.
  • Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω τις συνέπειες που θα προκύψουν αν δεν προσληφθώ σε αυτή τη δουλειά.
  • Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω την απώλειά του / της.
  • Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω την απώλεια των χρημάτων μου… κ.ο.κ
Οι φόβοι του δεύτερου επιπέδου μεταφράζονται σε:
  • Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω τις ευθύνες της επιτυχίας.
  • Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω την αποτυχία.
  • Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω την απόρριψη… κ.ο.κ.
Έτσι, λοιπόν, το τρίτο επίπεδο μεταφράζεται πολύ απλά σε:

«Δεν μπορώ να τα καταφέρω!» Σκέψου, όμως, το εξής:

ΑΝ ΗΞΕΡΕΣ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΙΣ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΚΥΨΕΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ, ΤΟΤΕ ΤΙ ΘΑ ΦΟΒΟΣΟΥΝ:

Η απάντηση είναι πολύ απλή: ΤΙΠΟΤΑ!

Μόλις κάναμε μια πολύ σημαντική ανακάλυψη. Η παραπάνω φράση σημαίνει ότι μπορείς να χειριστείς όλους τους φόβους σου χωρίς να χρειάζεται να ελέγχεις κάτι στον εξωτερικό κόσμο. Αυτή η σκέψη χαρίζει τεράστια ανακούφιση. Δεν χρειάζεται να ελέγχεις πια τις πράξεις του συντρόφου σου, των παιδιών σου ή του εργοδότη σου. Δεν χρειάζεται να ελέγχεις ό,τι συμβαίνει σε μια επαγγελματική συνέντευξη, στη νέα σου καριέρα, στα χρήματά σου ή στο χρηματιστήριο,

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟ ΦΟΒΟ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΣΟΥ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΙΣ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΦΕΡΝΕΙ Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΣΟΥ!

Το ότι έχουμε συναισθήματα δεν σημαίνει ότι είμαστε και συναισθηματικοί

Πρέπει να κατορθώσουμε να εκτονώσουμε την ενέργειά μας, έτσι ώστε να βρούμε το χρόνο ν’ ασχοληθούμε με πιο σημαντικά, εποικοδομητικά και ουσιαστικά σχέδια. Η ενέργεια, για την οποία μιλώ, συνδέεται με τα μικρά εκείνα συναισθήματα που νιώθουμε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Συναισθήματα που άλλοτε τα θεωρούμε ασήμαντα για να μας απασχολήσουν ιδιαίτερα και άλλοτε δεν τα αντιλαμβανόμαστε καν. Τι θα συμβεί όμως αν, αντί να εμποδίσουμε τα μικρά αυτά συναισθήματα να εκφραστούν, αντί να τα αφήσουμε να μεγαλώσουν και, ενδεχομένως, να εκραγούν, τα αναγνωρίσουμε και τα απελευθερώσουμε;

Οι δυνατές επιλογές είναι δύο: ή ν’ ακολουθήσουμε το τρομερό και συνεχές ρεύμα των συναισθημάτων μας, τα οποία αποτελούν κομμάτι της ίδιας μας της ζωής, ή να εναντιωθούμε σε αυτό. Καλό είναι να μη λέμε «όχι» στα συναισθήματά μας και να μην τα αγνοούμε. Όταν συμβαίνει αυτό, οι συνέπειες για εμάς, τους φίλους μας, τους συναδέλφους μας, αλλά και τους «εχθρούς» μας, είναι μεγάλες. Εξίσου μεγάλες είναι και οι συνέπειες για τους αθώους ανθρώπους που μας περιβάλλουν, όπως είναι τα παιδιά, για τα οποία οι επιπτώσεις των «τετριμμένων», «παθητικών» συναισθημάτων μοιάζουν μ’ εκείνες του «παθητικού» καπνίσματος.

Αν είμαστε άνθρωποι που αντιστέκονται στα συναισθήματά τους, αν τα αντιμετωπίζουμε μονάχα ορθολογικά ή αν δεν διαθέτουμε ένα συναισθηματικό λεξιλόγιο, τότε κάποιος κάπου θα -κάποιος κάπου πρέπει να- πληρώσει για τα συναισθήματά μας, για τη συσσωρευμένη ενέργεια και για το γεγονός ότι συχνά κάποιος δεν ενδιαφέρεται για το πώς νιώθουμε. Μπορούμε ν’ αποκτήσουμε συνείδηση του τρόπου με τον οποίο μεταβιβάζουμε τα συναισθήματά μας στους άλλους, ανεξάρτητα από το αν είναι ξένοι ή παιδιά. Μπορούμε να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα συναισθήματά μας εποικοδομητικά, έτσι ώστε να παίρνουμε περισσότερα από αυτό που θέλουμε και το ίδιο να συμβαίνει και μ’ εκείνους που μας ξέρουν.

Αν είμαστε άνθρωποι που δεν αντιστέκονται στα συναισθήματά τους, θα έχουμε συνείδηση της ψυχικής μας κατάστασης. Θ‘ αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά μας, αλλά και τα μηνύματα που εκείνα μάς στέλνουν. Θ’ απολαμβάνουμε τη σαφήνεια μιας φράσης, όπως αυτή που ακολουθεί: «θυμώνω, όταν κάποιος μου κλείνει το δρόμο με τ’ αυτοκίνητό του και όχι γιατί τα παιδιά μου γελάνε δυνατά, όταν οδηγώ». Όταν νιώθουμε ένα συναίσθημα, το εντοπίζουμε και, αντιλαμβανόμενοι το μήνυμά του, απελευθερώνουμε την ενέργεια που συνδέεται με αυτό. Μπορούμε να μιλάμε στα παιδιά μας χωρίς να φωνάζουμε. Δεν θυμώνουμε κάθε φορά που μας διακόπτουν και δεν λέμε με οργή: «Τι στο καλό συμβαίνει;» Όταν αναλαμβάνουμε την ευθύνη των συναισθημάτων μας, το γεγονός που τα προκάλεσε, η συναισθηματική μας αντίδραση σε αυτό και η απελευθέρωση ενέργειας έχουν τελειώσει σχεδόν πριν ξεκινήσουν. Είναι τόσο απλό;

Έχουμε συναισθήματα δεν σημαίνει ότι είμαστε συναισθηματικοί

Το γεγονός ότι είμαστε άνθρωποι σημαίνει ότι έχουμε συναισθήματα. Αλλά αυτό δεν μας κάνει απαραίτητα συναισθηματικούς. Ακόμα κι αν νιώθουμε ότι ταυτιζόμαστε με το θυμό μας, όταν λέμε πως είμαστε θυμωμένοι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Πρέπει να καταλάβουμε ότι νιώθουμε διάφορα συναισθήματα στο πλαίσιο όλων των άλλων πραγμάτων που είμαστε. Δεν λέμε «Είμαι παντρεμένος», θεωρώντας ότι αυτό αρκεί για να περιγράψει την ταυτότητά μας. Το ίδιο ισχύει και για τα συναισθήματα, τα οποία απλώς βιώνουμε. Είναι υγιές να έχουμε συναισθήματα, να τα νιώθουμε, να μαθαίνουμε από αυτά και να τα χρησιμοποιούμε για να ξέρουμε ποιοι πραγματικά είμαστε, αλλά και για να συγκεντρώνουμε πληροφορίες για τον κόσμο. Είναι αφύσικο να μην έχουμε συναισθήματα. Αλλά το να έχουμε συναισθήματα και το να ενδίδουμε σε αυτά είναι δυο διαφορετικά πράγματα.

Όταν μας στερούν ή και στερούμε εμείς οι ίδιοι από τον εαυτό μας την ελευθερία να νιώσουμε τα συναισθήματά μας, να τα εκφράσουμε λεκτικά και να αναλάβουμε την ευθύνη γι’ αυτά, συσσωρεύουμε μέσα μας ενέργεια. Η μη αναγνώριση της αληθινής φύσης των συναισθημάτων μας οδηγεί στον εγκλωβισμό τους. Όταν κάποια στιγμή τα συναισθήματα και η ενέργειά τους εκτονώνονται, ορισμένοι άνθρωποι γίνονται βίαιοι και βάναυσοι. Κάποιοι άλλοι γίνονται υβριστές, μετατρέποντας τη συσσωρευμένη ενέργεια σε βαριές κουβέντες. Αυτού του είδους οι αντιδράσεις ούτε λύνουν το πρόβλημα ούτε διοχετεύουν την εγκλωβισμένη ενέργεια προς τη σωστή κατεύθυνση.

Δείτε τη διαφορά ανάμεσα στη λεκτική έκφραση ενός συναισθήματος και την εξωτερίκευσή του μέσω διάφορων ενεργειών και πράξεων. Για να εκφράσουμε ένα συναίσθημα, χρησιμοποιούμε λέξεις και φράσεις, όπως: «Είμαι θυμωμένος» ή «Λυπάμαι». Η εξωτερίκευση όμως ενός συναισθήματος μέσω διάφορων ενεργειών και πράξεων ισοδυναμεί με το να κάνουμε κάτι για ν’ απαλλαγούμε από την ενέργεια που το συνοδεύει. ‘Η λοιπόν θα ενεργήσουμε βάσει του συναισθήματος ή θα παραφερθούμε. Η μη λεκτική εξωτερίκευση ενός συναισθήματος μπορεί να είναι ένα κλάμα, ένας μεγάλος περίπατος, μια συζήτηση, η αλλαγή της συμπεριφοράς μας ή και ολόκληρης της ζωής μας. Απελευθερώνουμε την ενέργεια των συναισθημάτων μας χωρίς να βλάπτουμε ή να μεταβιβάζουμε την ενέργειά μας στους άλλους. Ωστόσο πολλοί νομίζουν ότι τόσο η λεκτική όσο και η μη λεκτική έκφραση των συναισθημάτων μας ταυτίζονται με την παραφορά. Όταν παραφερόμαστε, ενδέχεται να χτυπήσουμε κάποιον, να του βάλουμε τις φωνές ή να τον βρίσουμε και ταυτόχρονα να θεωρήσουμε λογική τη συμπεριφορά μας, λέγοντας ότι έτσι νιώθουμε.

Δεν είμαστε τα συναισθήματά μας. Τα βιώνουμε – αποτελούν κομμάτι του εαυτού μας. Είμαστε υπεύθυνοι για την αναγνώρισή τους, αλλά δεν πρέπει να τα χρησιμοποιούμε ως δικαιολογίες.

Τίποτε δεν είναι αφ’ εαυτού όμορφο ή δύσμορφο

Αν μπορούμε να βασιστούμε σε κάποια αρχή που μαθαίνουμε από τη φιλοσοφία, αυτή που νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί ως βέβαιη και αδιαμφισβήτητη είναι ότι τίποτε δεν είναι αφ’ εαυτού αξιόλογο ή καταφρονητέο, επιθυμητό ή απωθητικό, όμορφο ή δύσμορφο· όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά πηγάζουν από την ιδιαίτερη σύσταση και την υφή των ανθρώπινων συναισθημάτων και διαθέσεων. Το φαγητό που είναι γευστικό για ένα ζώο είναι αηδιαστικό για κάποιο άλλο. Ό,τι ευφραίνει τις αισθήσεις κάποιου προκαλεί δυσφορία σε κάποιον άλλο. Αυτό ισχύει κατά γενική ομολογία αναφορικά με όλες τις αισθήσεις του σώματος. Αν όμως διερευνήσουμε το ζήτημα πιο προσεκτικά, θα βρούμε ότι το ίδιο ισχύει και όπου το πνεύμα συμπράττει με το σώμα και συμμειγνύει τα συναισθήματά του με τις εξωτερικές ορέξεις.

Παρακαλέστε έναν φλογερό εραστή να σας σκιαγραφήσει τα χαρακτηριστικά της ερωμένης του: Θα σας πει ότι δεν έχει λόγια για να περιγράψει τα θέλγητρά της και θα σας ρωτήσει πολύ σοβαρά αν έχετε ποτέ γνωρίσει μια θεά ή έναν άγγελο. Αν απαντήσετε αρνητικά, τότε θα σας πει ότι είναι αδύνατο να σχηματίσετε μια ιδέα για τόσο θεϊκές ομορφιές, όπως αυτές που διαθέτει η μάγισσά του· πόσο τέλεια είναι η μορφή της· πόσο καλοσχηματισμένα τα χαρακτηριστικά της· πόσο αξιαγάπητο το παρουσιαστικό της· πόσο γλυκιά η διάθεσή της, πόσο πρόσχαρη η συμπεριφορά της. Από την υμνολογία αυτή όμως μπορεί μόνο κανείς να συμπεράνει ότι ο δυστυχής αυτός είναι ερωτευμένος και ότι η γενική προδιάθεση, που η φύση έχει εμφυτέψει σε όλα τα πλάσματα, σ’ εκείνον προσδιορίζεται από ένα συγκεκριμένο αντικείμενο με βάση κάποια χαρακτηριστικά που του δίνουν ευχαρίστηση. Το ίδιο θεϊκό πλάσμα έχει τη μορφή ενός απλού θνητού και αντιμετωπίζεται με άκρα αδιαφορία από κάποιον άλλο.

Η διασκέδαση είναι ένα αποτελεσματικό παυσίπονο, γιατί μιμείται την ευτυχία

Στην “πλάκα” που είναι η αγαπημένη ενασχόληση του σύγχρονου κόσμου, επικρατεί μια μεγάλη παρανόηση που μας απομακρύνει από την ευτυχία που ψάχνουμε: Συχνά, κάτι που μοιάζει με ευτυχία, στην πραγματικότητα δεν είναι!

Μπορούμε να παραβλέψουμε τη διαφορά ανάμεσα στην ευτυχία και στη διασκέδαση. Ανταλλάσσουμε την πραγματική ευτυχία με όπλα μαζικού περισπασμού: πάρτι, ποτό, φαγητό, ψώνια ή σεξ.

Βιολογικά μιλώντας, το να νιώθουμε καλά παίζει σημαντικό ρόλο στον μηχανισμό επιβίωσής μας. Τα μυαλά μας το χρησιμοποιούν σε συμπεριφορές επιβίωσης που δεν σχετίζονται με άμεσες απειλές. Για να το πετύχουμε αυτό, οι εγκέφαλοί μας πλημμυρίζουν τα σώματά μας με σεροτονίνη, ωκυτοκίνη και άλλα χημικά που μας κάνουν να νιώθουμε όμορφα στη διάρκεια δραστηριοτήτων που θέλουν να μας ενθαρρύνουν να τις κάνουμε συχνότερα. Η αναπαραγωγή, ας πούμε, είναι θεμελιώδης για το είδος μας, αλλά το να ζεις χωρίς παιδιά δεν αποτελεί άμεσα κίνδυνο για τους μελλοντικούς γονείς. Χωρίς την απόλαυση που σχετίζεται μι το σεξ μια τόσο σημαντική λειτουργία επιβίωσης θα περνούσε απαρατήρητη. Το ζευγάρωμα μας δίνει απόλαυση – και αυτό κάνει το είδος μας να αναπαράγεται και να πολλαπλασιάζεται.

Η διασκέδαση, λοιπόν, είναι χρήσιμη, αλλά κάποιοι άνθρωποι την αποζητούν απεγνωσμένα, για να ξεφύγουν, γιατί φοβούνται τις δύσκολες σκέψεις τους. Υπ’ αυτήν την έννοια, η διασκέδαση που επιδιώκουν είναι σαν ένα παυσίπονο, για να απαλύνουν πόνο. Η διασκέδαση είναι ένα αποτελεσματικό παυσίπονο, γιατί μιμείται την ευτυχία, διακόπτοντας την αδιάκοπη σκέψη που πλημμυρίζει τους εγκεφάλους μας – για λίγο.

Μόλις η προσωρινή χαρά μας, όμως, εξασθενήσει, οι αρνητικές σκέψεις επιστρέφουν και μας κάνουν πάλι να υποφέρουμε. Έτσι, συνεχίζουμε, λοιπόν, να ζητάμε κι άλλη.

Ακριβώς όπως και με τα παυσίπονα, όταν η επήρεια του πρώτου πέφτει, πίνουμε ακόμα ένα, μέχρι, τελικά, η απλή λήψη παυσίπονων να μην μπορεί πια να αντιμετωπίσει τον πόνο. Τότε προσπαθούμε να βάλουμε πιο υπερβολικές απολαύσεις στη ζωή μας: εξτρίμ σπορ, πιο άγρια πάρτι και κάθε είδους διασκέδαση. Όσο περισσότερη η αδρεναλίνη, τόσο πιο γρήγορα εξασθενούν τα αποτελέσματα και τόσο πιο βαθιά βυθιζόμαστε στον πόνο. Όταν αυτός ο κύκλος γίνεται ανυπόφορος, κάποιοι καταφεύγουν σε μέτρα απελπισίας και αντιμετωπίζουν τον πόνο τους χημικά, χρησιμοποιώντας πραγματικά φάρμακα ή αλκοόλ, σε μια ύστατη προσπάθεια να βρουν γαλήνη στο μυαλό τους.

Καταφεύγοντας σε αυτή τη διασκέδαση για να ξεφύγουμε, αφήνουμε άλυτη την Εξίσωση της Ευτυχίας μας και αγνοούμε τα θεμελιώδη ζητήματα που μας κάνουν δυστυχισμένους. Η διασκέδαση, τότε, παρά τη βραχυπρόθεσμη χαρά που μας δίνει, ουσιαστικά μετατρέπεται σε εμπόδιο για την αυθεντική ευτυχία μας.

Η διασκέδαση, ωστόσο, δεν είναι μόνο κάτι κακό. Για την ακρίβεια, η διασκέδαση δεν είναι καθόλου κακή.

Μια συνετή χρήση της ευχαρίστησης είναι ένας διακόπτης έκτακτης ανάγκης που μας χαρίζει προσωρινά διαλείμματα γαλήνης, ώστε να μπορούμε να κάνουμε τη φωνή στο κεφάλι μας να χαλαρώσει. Όποτε νιώθετε τις σκέψεις στο κεφάλι σας να γίνονται αρνητικές, απολαύστε μια υγιή διασκέδαση – γυμναστείτε, ακούστε μουσική ή κάντε ένα μασάζ. Αυτό πάντα θα κλείσει για λίγο τον διακόπτη.

Μια ακόμα πιο συνετή χρήση της διασκέδασης είναι όταν προγραμματίζετε σταθερές δόσεις υγιών απολαύσεων, τις οποίες εγώ ορίζω ως απολαύσεις που δεν πληγώνουν τους άλλους ή τον ίδιο μας τον εαυτό. Η διασκέδαση, τότε, δεν είναι απλώς ένα παυσίπονο, είναι περισσότερο ένα συμπλήρωμα ευτυχίας που παίρνετε συστηματικά για να παραμείνετε υγιείς. Ως επιχειρηματίας, έμαθα ότι μπορούμε να βελτιώσουμε μονάχα ό,τι μπορούμε να μετρήσουμε. Έτσι, θέστε ως στόχο ένα ποσοστό διασκέδασης. Εγώ το κάνω! Έχω έναν καθημερινό στόχο ως προς τη μουσική κι έναν εβδομαδιαίο στόχο για τη γυμναστική μα και για άλλες ευχάριστες δραστηριότητες. Με αρκετή ευχαρίστηση στη ζωή σας, τα παρατεταμένα διαλείμματα γαλήνης εμποδίζουν το μυαλό σας να κυριεύει τις μέρες σας με αδιάκοπες αρνητικές σκέψεις.

Μην ξεχνάτε, όμως: Η διασκέδαση και οι απολαύσεις κάθε είδους είναι μια προσωρινή υπεκφυγή – μια κατάσταση άγνοιας. Μη μένετε ποτέ εκεί για μεγάλο διάστημα. Περάστε, όσο πιο γρήγορα γίνεται, στην πορεία σας για την αυθεντική, μακροχρόνια ευτυχία.

Η αλληγορία του πλατωνικού σπηλαίου

Ο ίδιος ο Πλάτων περιέγραψε τη σχέση ανάμεσα στη φιλοσοφία και στην πολιτική μέσα από τη στάση του φιλοσόφου απέναντι στην πόλιν. Η περιγραφή αυτή δίνεται στην παραβολή της σπηλιάς, η οποία αποτελεί τον πυρήνα της πολιτικής φιλοσοφίας, όπως και του έργου του Πολιτεία.

Η αλληγορία, μέσα από την οποία ο Πλάτων θέλει να αποδώσει ένα είδος περιεκτικής βιογραφίας του φιλοσόφου, εκτυλίσσεται σε τρία στάδια, κάθε ένα από τα οποία ορίζει ένα κρίσιμο σημείο, μια αποφασιστική καμπή, ενώ και τα τρία μαζί συνιστούν την περιαγωγή όλης της ψυχής, τη μεταστροφή ολόκληρου του ανθρώπινου όντος, που για τον Πλάτωνα αποτελεί την ίδια την διαδικασία διαμόρφωσης του φιλοσόφου.

Η πρώτη μεταστροφή λαμβάνει χώρα μέσα στη σπηλιά, ο μελλοντικός φιλόσοφος απελευθερώνεται από τα δεσμά με τα οποία είναι αλυσοδεμένα “τα πόδια και οι λαιμοί” των κατοίκων της σπηλιάς, έτσι ώστε να “βλέπουν μόνο μπροστά τους”, με το βλέμμα τους κολλημένο σε ένα προπέτασμα, στο οποίο εμφανίζονται σκιές και εικόνες των πραγμάτων. Όταν στρέφει για πρώτη φορά το κεφάλι του, βλέπει στο πίσω μέρος της σπηλιάς μια τεχνητή φωτιά που ρίχνει το φως της στα πράγματα της σπηλιάς και τα δείχνει όπως ακριβώς είναι. Αν θέλαμε να αναλύσουμε κι άλλο την ιστορία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η πρώτη περιαγωγή είναι εκείνη του επιστήμονα, ο οποίος δεν αρκείται στα όσα λένε οι άλλοι για τα πράγματα, αλλά “στρέφει το βλέμμα του” για να διαπιστώσει πως είναι στ’ αλήθεια τα πράγματα, ανεξάρτητα από τις γνώμες του πλήθους. Γιατί, για τον Πλάτωνα, οι εικόνες πάνω στο προπέτασμα ήταν οι διαστρεβλώσεις της δόξας και χρησιμοποίησε μόνο μεταφορές που είχαν να κάνουν αποκλειστικά με την όραση και την αντιληπτική ικανότητα, επειδή η λέξη δόξα, σε αντίθεση με τη δική μας λέξη “γνώμη”, υποδηλώνει έντονα το ορατό. Οι εικόνες που εμφανίζονται στο προπέτασμα, στο οποίο έχουν καρφωμένο το βλέμμα τους οι κάτοικοι της σπηλιάς, είναι αι δόξαι τους, δηλαδή το τι και το πώς τους φαίνονται τα πράγματα. Για να δουν τα πράγματα όπως είναι στην πραγματικότητα, πρέπει να στρέψουν το κεφάλι τους, δηλαδή να αλλάξουν θέση, επειδή, όπως είδαμε πριν, κάθε δόξα εξαρτάται από και αντιστοιχεί στη θέση που έχει κάποιος στον κόσμο.

Μια ακόμα πιο αποφασιστική καμπή στη βιογραφία ενός φιλοσόφου προκαλείται όταν αυτός ο μοναχικός εξερευνητής δεν ικανοποιείται με την φωτιά στην σπηλιά και με τα πράγματα, που τώρα εμφανίζονται όπως είναι στην πραγματικότητα, αλλά θέλει να ανακαλύψει την προέλευση της φωτιάς και τις αιτίες των πραγμάτων. Και πάλι στρέφει το κεφάλι του και βρίσκει μια έξοδο από τη σπηλιά, μια σκάλα που τον οδηγεί στον καθαρό ουρανό, σε ένα τοπίο χωρίς πράγματα και ανθρώπους. Εδώ εμφανίζονται οι ιδέες, οι αιώνιες ουσίες των φθαρτών πραγμάτων και των θνητών ανθρώπων, που φωτίζονται από τον ήλιο, την ιδέα των ιδεών, η οποία δίνει τη δυνατότητα στον παρατηρητή να δει και στις ιδέες να λάμψουν. Αυτό είναι σίγουρα το αποκορύφωμα στη ζωή ενός φιλοσόφου και από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά η τραγωδία. Όντας ακόμα θνητός, δεν ανήκει εδώ, ούτε και μπορεί να παραμείνει, αλλά πρέπει να επιστρέψει στην σπηλιά, στο σπίτι του στη γη, όμως ούτε και στη σπηλιά δε θα αισθάνεται πλέον άνετα.

Κάθε μια από αυτές τις μεταστροφές συνοδεύτηκε από απώλεια της αντίληψης και του προσανατολισμού. Το βλέμμα, το οποίο ήταν συνηθισμένο στις σκιές που εμφανίζονταν στο προπέτασμα, τυφλώνεται από την φωτιά που καίει στο πίσω μέρος της σπηλιάς. Το βλέμμα, που προσαρμόστηκε στο χαμηλό φως της τεχνητής φωτιάς, τυφλώνεται από το φως του ήλιου. Όμως το χειρότερο απ’ όλα είναι η απώλεια του προσανατολισμού που πλήττει εκείνους των οποίων το βλέμμα κάποια στιγμή προσαρμόστηκε στο λαμπερό φως που έλαμπε κάτω από τον ουρανό των ιδεών και οι οποίοι τώρα πρέπει να βρουν το δρόμο τους μέσα στο σκοτάδι της σπηλιάς. Η μεταφορά που ακολουθεί εκφράζει τον λόγο για τον οποίο οι φιλόσοφοι δεν ξέρουν τι είναι καλό γι’ αυτούς - και τον τρόπο με τον οποίο αποξενώθηκαν από τις ανθρώπινες υποθέσεις: Δεν μπορούν πλέον να δουν μέσα στο σκοτάδι της σπηλιάς - έχασαν την αίσθηση του προσανατολισμού, έχασαν αυτό που αποκαλούμε κοινή λογική. Όταν επιστρέφουν και προσπαθούν να διηγηθούν στους κατοίκους της σπηλιάς όσα είδαν έξω από αυτήν, κανείς δεν τους καταλαβαίνει, για τους κατοίκους της σπηλιάς όλα όσα τους λέει ηχούν στ’ αυτιά τους σαν να “γύρισε ανάποδα” ο κόσμος (Χέγκελ). Ο φιλόσοφος που επέστρεψε στη σπηλιά κινδυνεύει επειδή έχει χάσει την κοινή λογική που χρειάζεται για να προσανατολιστεί σε έναν κόσμο κοινό σε όλους και, επιπλέον, επειδή όλα όσα σκέφτεται έρχονται σε αντίφαση με την κοινή λογική του κόσμου.

Στην αλληγορία της σπηλιάς αποτελεί μυστήριο το γεγονός ότι ο Πλάτων παρουσιάζει τους κατοίκους της ως κοκαλωμένους, δεμένους μπροστά σε ένα προπέτασμα, χωρίς την παραμικρή δυνατότητα να κάνουν κάτι ή να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Όντως, οι δύο σημαντικότερες, από πολιτική άποψη, λέξεις που καθορίζουν την ανθρώπινη δραστηριότητα, η ομιλία και η πράξη (λέξις και πράξις) απουσιάζουν χαρακτηριστικά από την όλη ιστορία. Η μοναδική ενασχόληση των κατοίκων της σπηλιάς είναι η παρατήρηση του προπετάσματος, προφανώς βρίσκουν ευχάριστη την ίδια την διαδικασία της παρατήρησης, ανεξάρτητα από κάθε πρακτική ανάγκη[1]. Με άλλα λόγια, παρουσιάζει τους κατοίκους της σπηλιάς ως κανονικούς ανθρώπους, που όμως διαθέτουν εκείνο το ξεχωριστό χαρακτηριστικό των φιλοσόφων: Παρουσιάζονται ως δυνητικοί φιλόσοφοι, που μέσα στο σκοτάδι και στην άγνοια της σπηλιάς ασχολούνται με το μοναδικό πράγμα που απασχολεί τον φιλόσοφο στο φως και στην πλήρη γνώση. Άρα, η αλληγορία της σπηλιάς είναι σχεδιασμένη όχι τόσο για να περιγράψει πως φαίνεται η φιλοσοφία από την πλευρά της πολιτικής, αλλά πως φαίνεται η πολιτική, η σφαίρα των ανθρωπίνων υποθέσεων από την πλευρά της φιλοσοφίας. Και σκοπός είναι να ανακαλύψει κανείς στη σφαίρα της φιλοσοφίας τις αρχές εκείνες που αρμόζουν σε μια πόλη με κατοίκους όπως εκείνοι της σπηλιάς, όμως παράλληλα είναι κατάλληλες και για τους κατοίκους που, μέσα στο σκοτάδι και στην άγνοια, έχουν διαμορφώσει γνώμες σχετικά με τα ίδια θέματα που απασχολούν και τον φιλόσοφο.

Επειδή η ιστορία είναι σχεδιασμένη γι’ αυτούς τους πολιτικούς σκοπούς, ο Πλάτων δε μας λέει τι είναι εκείνο που διαχωρίζει το φιλόσοφο από εκείνους που επίσης αγαπούν την παρατήρηση ή τι είναι εκείνο που τον κάνει να ξεκινήσει τη μοναχική του περιπλάνηση και τον ωθεί να σπάσει τα δεσμά με τα οποία είναι δεμένος στο προπέτασμα της ψευδαίσθησης. Και πάλι, στο τέλος της ιστορίας, ο Πλάτων αναφέρει παρεμπιπτόντως τους κινδύνους που περιμένουν το φιλόσοφο που επιστρέφει στη σπηλιά, και από τους κινδύνους αυτούς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι – παρ’ όλο που ο φιλόσοφος δεν ενδιαφέρεται για τις ανθρώπινες υποθέσεις – πρέπει να αναλάβει την ηγεσία μόνο και μόνο από φόβο μην τυχόν τον κυβερνήσουν οι αδαείς. Δε μας λέει όμως για πιο λόγο δεν μπορεί να πείσει τους συμπολίτες του, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς είναι ήδη κολλημένοι στο προπέτασμα, και ως εκ τούτου είναι, κατά κάποιο τρόπο, έτοιμοι να δεχτούν «ανώτερα πράγματα», όπως τα αποκαλούσε ο Χέγκελ, να ακολουθήσουν το παράδειγμά του και να βρουν το δρόμο που οδηγεί έξω από τη σπηλιά.

Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, πρέπει να θυμηθούμε δύο φράσεις του Πλάτωνα που δεν απαντούν στην αλληγορία της σπηλιάς, όμως χωρίς τις οποίες η αλληγορία αυτή παραμένει ασαφής και τις οποίες θα μπορούσε να πει κανείς, λαμβάνει ως δεδομένες. Η πρώτη εμφανίζεται στον Θεαίτητο (155d) – ένα διάλογο σχετικά με τη διαφορά ανάμεσα στην επιστήμη (γνώση) και στη δόξα (γνώμη) – όπου ο Πλάτων δίνει τον ορισμό της φιλοσοφίας: μάλα γαρ φιλοσόφου τούτο το πάθος, το θαυμάζειν· ου γαρ άλλη αρχή φιλοσοφίας η αυτή (το βασικό χαρακτηριστικό του φιλοσόφου είναι η απορία· γιατί μόνο από την απορία ξεκινά η φιλοσοφία …). Και η δεύτερη φράση απαντά στην Επιστολή Ζ (341c), στο σημείο που ο Πλάτων μιλά για τα πράγματα που ο ίδιος θεωρεί τα πιο σοβαρά (περί ων εγώ σπουδάζω), δηλαδή, όχι και τόσο τη φιλοσοφία όπως την αντιλαμβανόμαστε όσο το αιώνιο αντικείμενο και το σκοπό της. Λέει σχετικά με αυτό, ρητόν γαρ ουδαμώς έστιν ως άλλα μαθήματα, αλλ’ εκ πολλής συνουσίας γιγνομένης … οίον απώ πυρός πηδήσαντος εξαφθέν φως (είναι εν γένει αδύνατο να μιλήσουμε γι’ αυτό όπως για άλλα πράγματα που μαθαίνουμε· σε κάποιο βαθμό, επειδή είμαστε συνεχώς μαζί του … ένα φως ανάβει όπως από μια ξαφνική φωτιά). Σε αυτές τις δύο φράσεις έχουμε την αρχή και το τέλος της ζωής του φιλοσόφου, τα οποία παραλείπονται στην ιστορία της σπηλιάς.
--------------------------------
[1] Προβλ. Αριστοτέλη, Μετά τα Φυσικά, 980a 22-25

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (3.25.3-3.26.4)

[3.25.3] Ἐν τούτῳ δὲ ἀφικνοῦνται παρ᾽ αὐτὸν Περσῶν τινες, οἳ ἤγγελλον Βῆσσον τήν τε τιάραν ὀρθὴν ἔχειν καὶ τὴν Περσικὴν στολὴν φοροῦντα Ἀρτοξέρξην τε καλεῖσθαι ἀντὶ Βήσσου καὶ βασιλέα φάσκειν εἶναι τῆς Ἀσίας· ἔχειν τε ἀμφ᾽ αὑτὸν Περσῶν τε τοὺς ἐς Βάκτρα διαφυγόντας καὶ αὐτῶν Βακτριανῶν πολλούς· προσδοκᾶσθαι δὲ ἥξειν αὐτῷ καὶ Σκύθας ξυμμάχους.
[3.25.4] Ἀλέξανδρος δὲ ὁμοῦ ἤδη ἔχων τὴν πᾶσαν δύναμιν ᾔει ἐπὶ Βάκτρων, ἵνα καὶ Φίλιππος ὁ Μενελάου παρ᾽ αὐτὸν ἀφίκετο ἐκ Μηδίας, ἔχων τούς τε μισθοφόρους ἱππέας, ὧν ἡγεῖτο αὐτός, καὶ Θεσσαλῶν τοὺς ἐθελοντὰς ὑπομείναντας καὶ τοὺς ξένους τοὺς Ἀνδρομάχου. Νικάνωρ δὲ ὁ Παρμενίωνος ὁ τῶν ὑπασπιστῶν ἄρχων τετελευτήκει ἤδη νόσῳ. [3.25.5] ἰόντι δὲ Ἀλεξάνδρῳ τὴν ἐπὶ Βάκτρα ἐξηγγέλθη Σατιβαρζάνης ὁ Ἀρείων σατράπης Ἀνάξιππον μὲν καὶ τοὺς ἱππακοντιστὰς τοὺς ξὺν αὐτῷ ἀπεκτονώς, ὁπλίζων δὲ τοὺς Ἀρείους καὶ ξυνάγων εἰς Ἀρτακόανα πόλιν, ἵνα τὸ βασίλειον ἦν τῶν Ἀρείων· ἐκεῖθεν δὲ ὅτι ἔγνωκεν, ἐπειδὰν προκεχωρηκότα Ἀλέξανδρον πύθηται, ἰέναι ξὺν τῇ δυνάμει παρὰ Βῆσσον, ὡς ξὺν ἐκείνῳ ἐπιθησόμενος ὅπῃ ἂν τύχῃ τοῖς Μακεδόσι. [3.25.6] ταῦτα ὡς ἐξηγγέλθη αὐτῷ, τὴν μὲν ἐπὶ Βάκτρα ὁδὸν οὐκ ἦγεν, ἀναλαβὼν δὲ τούς τε ἑταίρους ἱππέας καὶ τοὺς ἱππακοντιστὰς καὶ τοὺς τοξότας καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας καὶ τὴν Ἀμύντου τε καὶ Κοίνου τάξιν, τὴν δὲ ἄλλην δύναμιν αὐτοῦ καταλιπὼν καὶ ἐπ᾽ αὐτῇ Κρατερὸν ἡγεμόνα, σπουδῇ ἦγεν ὡς ἐπὶ Σατιβαρζάνην τε καὶ τοὺς Ἀρείους καὶ διελθὼν ἐν δυσὶν ἡμέραις σταδίους ἐς ἑξακοσίους πρὸς Ἀρτακόανα ἧκεν.
[3.25.7] Σατιβαρζάνης μὲν οὖν, ὡς ἔγνω ἐγγὺς ὄντα Ἀλέξανδρον, τῇ ὀξύτητι τῆς ἐφόδου ἐκπλαγεὶς ξὺν ὀλίγοις ἱππεῦσι τῶν Ἀρείων ἔφυγε· πρὸς γὰρ τῶν πολλῶν στρατιωτῶν κατελείφθη ἐν τῇ φυγῇ, ὡς κἀκεῖνοι ἔμαθον προσάγοντα Ἀλέξανδρον. Ἀλέξανδρος δέ, ὅσους ξυναιτίους τῆς ἀποστάσεως κατέμαθε καὶ ἐν τῷ τότε ἀπολελοιπότας τὰς κώμας, τούτους δὲ ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ, ὀξείας τὰς διώξεις ποιησάμενος, τοὺς μὲν ἀπέκτεινε, τοὺς δὲ ἠνδραπόδισε· σατράπην δὲ Ἀρείων ἀπέδειξεν Ἀρσάκην, ἄνδρα Πέρσην. [3.25.8] αὐτὸς δὲ ξὺν τοῖς ἀμφὶ Κρατερὸν ὑπολελειμμένοις, ὁμοῦ οὖσιν ἤδη, ὡς ἐπὶ τὴν Ζαραγγαίων χώραν ἦγε· καὶ ἀφικνεῖται ἵνα τὰ βασίλεια τῶν Ζαραγγαίων ἦν. Βαρσαέντης δέ, ὃς τότε κατεῖχε τὴν χώραν, εἷς ὢν τῶν ξυνεπιθεμένων Δαρείῳ ἐν τῇ φυγῇ, προσιόντα Ἀλέξανδρον μαθὼν ἐς Ἰνδοὺς τοὺς ἐπὶ τάδε τοῦ Ἰνδοῦ ποταμοῦ ἔφυγε. ξυλλαβόντες δὲ αὐτὸν οἱ Ἰνδοὶ παρ᾽ Ἀλέξανδρον ἀπέστειλαν, καὶ ἀποθνήσκει πρὸς Ἀλεξάνδρου τῆς ἐς Δαρεῖον ἀδικίας ἕνεκα.
[3.26.1] Ἐνταῦθα καὶ τὴν Φιλώτα ἐπιβουλὴν τοῦ Παρμενίωνος ἔμαθεν Ἀλέξανδρος, καὶ λέγει Πτολεμαῖος καὶ Ἀριστόβουλος, ὅτι προσηγγελμένη ‹μὲν ἦν› ἤδη οἱ καὶ πρότερον ἐν Αἰγύπτῳ, οὐ μέντοι πιστή γε ἐφάνη τῆς τε φιλίας τῆς πάλαι ἕνεκα καὶ τῆς ἐξ αὐτοῦ ἐς Παρμενίωνά τε τὸν πατέρα τὸν Φιλώτα τιμῆς καὶ ἐς αὐτὸν Φιλώταν πίστεως. [3.26.2] Πτολεμαῖος δὲ ὁ Λάγου λέγει εἰσαχθῆναι εἰς Μακεδόνας Φιλώταν καὶ κατηγορῆσαι μὲν αὐτοῦ ἰσχυρῶς Ἀλέξανδρον, ἀπολογήσασθαι δὲ αὐτὸν Φιλώταν. καὶ τοὺς ἐπιμηνυτὰς τοῦ ἔργου παρελθόντας ἐξελέγξαι Φιλώταν τε καὶ τοὺς ἀμφ᾽ αὐτὸν ἄλλοις τε ἐλέγχοις οὐκ ἀφανέσι καὶ μάλιστα δὴ ὅτι αὐτὸς Φιλώτας πεπύσθαι μὲν ἐπιβουλήν τινα Ἀλεξάνδρῳ παρασκευαζομένην συνέφη, ἐξηλέγχετο δὲ κατασιωπήσας ταύτην πρὸς Ἀλέξανδρον, καίτοι δὶς ἐπὶ τὴν σκηνὴν ὁσημέραι τὴν Ἀλεξάνδρου φοιτῶν. [3.26.3] καὶ Φιλώταν μὲν κατακοντισθῆναι πρὸς τῶν Μακεδόνων καὶ ὅσοι ἄλλοι μετέσχον αὐτῷ τῆς ἐπιβουλῆς ἐπὶ Παρμενίωνα δὲ σταλῆναι Πολυδάμαντα, ἕνα τῶν ἑταίρων, γράμματα φέροντα παρ᾽ Ἀλεξάνδρου πρὸς τοὺς στρατηγοὺς τοὺς ἐν Μηδίᾳ, Κλέανδρόν τε καὶ Σιτάλκην καὶ Μεν[ν]ίδαν· οὗτοι γὰρ ἐπὶ τῆς στρατιᾶς, ἧς Παρμενίων ἦρχε, τεταγμένοι ἦσαν· [3.26.4] καὶ πρὸς τούτων ἀποθανεῖν Παρμενίωνα, τυχὸν μὲν ὅτι οὐ πιστὸν ἐδόκει εἶναι Ἀλέξανδρος Φιλώτα ἐπιβουλεύοντος μὴ ξυμμετασχεῖν Παρμενίωνα τῷ παιδὶ τοῦ βουλεύματος, τυχὸν δὲ ὅτι, εἰ καὶ μὴ ξυμμετέσχε, σφαλερὸς ἤδη ἦν περιὼν Παρμενίων τοῦ παιδὸς αὐτοῦ ἀνῃρημένου, ἐν τοσαύτῃ ὢν ἀξιώσει παρά τε αὐτῷ Ἀλεξάνδρῳ καὶ ἐς τὸ ἄλλο στράτευμα, μὴ ὅτι τὸ Μακεδονικόν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ξένων, ὧν πολλάκις καὶ ἐν μέρει καὶ παρὰ τὸ μέρος κατὰ πρόσταξιν τὴν Ἀλεξάνδρου ξὺν χάριτι ἐξηγεῖτο.

***
[3.25.3] Στο μεταξύ παρουσιάστηκαν μερικοί Πέρσες στον Αλέξανδρο, οι οποίοι του ανήγγειλαν ότι ο Βήσσος έχει την τιάρα ορθή, ότι φοράει την περσική βασιλική στολή, ότι τώρα αντί Βήσσος ονομάζεται Αρταξέρξης και υποστηρίζει ότι είναι βασιλιάς της Ασίας· ότι έχει συγκεντρώσει γύρω του όσους Πέρσες είχαν διαφύγει στα Βάκτρα, πολλούς από τους ίδιους τους Βακτριανούς και ότι περιμένει να του έρθουν ως σύμμαχοι οι Σκύθες.
[3.25.4] Έχοντας συγκεντρωμένο ήδη όλον τον στρατό του ο Αλέξανδρος προχωρούσε προς τα Βάκτρα, όπου κατέφθασε από τη Μηδία και ο Φίλιππος, ο γιος του Μενελάου, μαζί με τους μισθοφόρους ιππείς, τους οποίους ο ίδιος διοικούσε, τους Θεσσαλούς εθελοντές, που παρέμειναν στο στράτευμα, και τους μισθοφόρους του Ανδρόμαχου. Ο Νικάνωρ όμως, ο γιος του Παρμενίωνα και αρχηγός των υπασπιστών, είχε ήδη πεθάνει από αρρώστια. [3.25.5] Ενώ όμως προχωρούσε προς τα Βάκτρα, τον πληροφόρησαν ότι ο Σατιβαρζάνης, ο σατράπης της Αρείας, είχε σκοτώσει τον Ανάξιππο και τους έφιππους ακοντιστές που ήταν μαζί του και ότι όπλιζε τους Αρείους και τους συγκέντρωνε στην πόλη Αρτακόανα, όπου ήταν τα βασιλικά ανάκτορα των Αρείων· ότι είχε αποφασίσει, μόλις μάθαινε ότι έχει προχωρήσει ο Αλέξανδρος, να πάει με τον στρατό του στον Βήσσο, για να επιτεθεί μαζί του εναντίον των Μακεδόνων, οπουδήποτε τους συναντήσει. [3.25.6] Μόλις πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος, διέκοψε την πορεία του προς τα Βάκτρα. Πήρε μαζί του το ιππικό των εταίρων, τους έφιππους ακοντιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες και τα τάγματα του Αμύντα και του Κοίνου και προχώρησε γρήγορα εναντίον του Σατιβαρζάνη και των Αρείων αφήνοντας πίσω τις υπόλοιπες δυνάμεις του και ορίζοντας τον Κρατερό για αρχηγό τους. Και αφού διέτρεξε μέσα σε δύο μέρες περίπου εξακόσια στάδια, έφτασε στα Αρτακόανα.
[3.25.7] Όταν έμαθε ο Σατιβαρζάνης ότι πλησιάζει ο Αλέξανδρος, αιφνιδιάστηκε από την ταχύτητα της προέλασής του και έφυγε με λίγους μόνο Αρείους ιππείς, επειδή τον εγκατέλειψαν κατά τη φυγή του οι περισσότεροι στρατιώτες του, μόλις και αυτοί έμαθαν ότι πλησιάζει ο Αλέξανδρος. Όσους βεβαιώθηκε ότι πήραν μέρος στη συνωμοσία και ότι είχαν εγκαταλείψει τότε τα χωριά τους, ο Αλέξανδρος τους καταδίωξε με ταχύτητα παντού και άλλους από αυτούς σκότωσε και άλλους τους πούλησε ως δούλους· μετά διόρισε σατράπη των Αρείων τον Πέρση Αρσάκη. [3.25.8] Ο ίδιος προχώρησε προς τη χώρα των Ζαραγγαίων μαζί με τις δυνάμεις του Κρατερού, που είχαν μείνει πίσω και είχαν τώρα πια ενωθεί μαζί του· και έφθασε στο μέρος όπου ήταν τα βασιλικά ανάκτορα των Ζαραγγαίων. Ο Βαρσαέντης, που ήταν τότε κύριος της χώρας και ένας από αυτούς που επιτέθηκαν στον Δαρείο κατά τη φυγή του, μόλις έμαθε ότι πλησιάζει ο Αλέξανδρος, κατέφυγε στην Ινδία που είναι από την αποδώ μεριά του Ινδού ποταμού. Οι Ινδοί όμως τον συνέλαβαν και τον έστειλαν στον Αλέξανδρο, ο οποίος τον σκότωσε για την απιστία του προς τον Δαρείο.
[3.26.1] Εδώ έμαθε ο Αλέξανδρος και για τη συνωμοσία του Φιλώτα, του γιου του Παρμενίωνα. Ο Πτολεμαίος μάλιστα και ο Αριστόβουλος αναφέρουν ότι είχε και πρωτύτερα πληροφορηθεί γι᾽ αυτό, όταν ακόμη βρισκόταν στην Αίγυπτο· η πληροφορία όμως δεν του φάνηκε πιστευτή, επειδή συνδεόταν με φιλία από παλιά με τον Φιλώτα, εκτιμούσε τον πατέρα του Παρμενίωνα και είχε προπάντων εμπιστοσύνη στον ίδιο τον Φιλώτα. [3.26.2] Ο Πτολεμαίος, ο γιος τους Λάγου, αναφέρει ότι ο Φιλώτας κλήθηκε στη συνέλευση των Μακεδόνων, ο Αλέξανδρος τον κατηγόρησε με ισχυρά επιχειρήματα και ο ίδιος ο Φιλώτας απολογήθηκε· μετά παρουσιάστηκαν αυτοί που κατήγγειλαν τη συνωμοσία και κατηγόρησαν τον Φιλώτα και τους συνεργάτες του και με άλλες φανερές αποδείξεις, προπάντων όμως γιατί, ενώ ο ίδιος ομολόγησε ότι είχε πληροφορηθεί για τη συνωμοσία που ετοιμαζόταν εναντίον του Αλεξάνδρου, αποδείχθηκε ότι την απέκρυψε από τον Αλέξανδρο, αν και δυο φορές την ημέρα τον επισκεπτόταν στη σκηνή του. [3.26.3] Ο Φιλώτας λοιπόν και όσοι άλλοι πήραν μέρος στη συνωμοσία εκτελέστηκαν από τους Μακεδόνες με ακοντισμό· αναφορικά με τον Παρμενίωνα ο Αλέξανδρος έστειλε έναν από τους εταίρους, τον Πολυδάμαντα, για να μεταφέρει επιστολή του προς τους στρατηγούς Κλέανδρο, Σιτάλκη και Μενίδα στη Μηδία· αυτοί είχαν τοποθετηθεί στις δυνάμεις που διοικούσε ο Παρμενίων. [3.26.4] Από αυτούς λοιπόν εκτελέστηκε ο Παρμενίων, ίσως επειδή ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Παρμενίων δεν θα έπαιρνε μέρος σε συνωμοσία του ίδιου του γιου του Φιλώτα, ίσως όμως και επειδή πίστευε ότι ο Παρμενίων θα ήταν πια επικίνδυνος, αν παρέμενε ζωντανός μετά την εκτέλεση του γιου του, έστω και αν ο ίδιος δεν είχε λάβει μέρος στη συνωμοσία· και αυτό γιατί είχε σε μεγάλη υπόληψη τον Παρμενίωνα και ο ίδιος καθώς και ολόκληρο το στράτευμα, και μάλιστα όχι μόνο το μακεδονικό, άλλα και το μισθοφορικό, το οποίο είχε πολλές φορές διοικήσει με επιτυχία, και όταν ήταν η σειρά του, και όταν δεν ήταν, ύστερα από διαταγή του Αλεξάνδρου.