Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἠλέκτρα (1098-1125)

ΟΡ. ἆρ᾽, ὦ γυναῖκες, ὀρθά τ᾽ εἰσηκούσαμεν
ὀρθῶς θ᾽ ὁδοιποροῦμεν ἔνθα χρῄζομεν;
1100 ΧΟ. τί δ᾽ ἐξερευνᾷς καὶ τί βουληθεὶς πάρει;
ΟΡ. Αἴγισθον ἔνθ᾽ ᾤκηκεν ἱστορῶ πάλαι.
ΧΟ. ἀλλ᾽ εὖ θ᾽ ἱκάνεις χὡ φράσας ἀζήμιος.
ΟΡ. τίς οὖν ἂν ὑμῶν τοῖς ἔσω φράσειεν ἂν
ἡμῶν ποθεινὴν κοινόπουν παρουσίαν;
1105 ΧΟ. ἥδ᾽, εἰ τὸν ἄγχιστόν γε κηρύσσειν χρεών.
ΟΡ. ἴθ᾽, ὦ γύναι, δήλωσον εἰσελθοῦσ᾽ ὅτι
Φωκῆς ματεύουσ᾽ ἄνδρες Αἴγισθόν τινες.
ΗΛ. οἴμοι τάλαιν᾽, οὐ δή ποθ᾽ ἧς ἠκούσαμεν
φήμης φέροντες ἐμφανῆ τεκμήρια;
1110 ΟΡ. οὐκ οἶδα τὴν σὴν κληδόν᾽· ἀλλά μοι γέρων
ἐφεῖτ᾽ Ὀρέστου Στροφίος ἀγγεῖλαι πέρι.
ΗΛ. τί δ᾽ ἔστιν, ὦ ξέν᾽; ὥς μ᾽ ὑπέρχεται φόβος.
ΟΡ. φέροντες αὐτοῦ σμικρὰ λείψαν᾽ ἐν βραχεῖ
τεύχει θανόντος, ὡς ὁρᾷς, κομίζομεν.
1115 ΗΛ. οἲ ᾽γὼ τάλαινα, τοῦτ᾽ ἐκεῖν᾽ ἤδη σαφές·
πρόχειρον ἄχθος, ὡς ἔοικε, δέρκομαι.
ΟΡ. εἴπερ τι κλαίεις τῶν Ὀρεστείων κακῶν,
τόδ᾽ ἄγγος ἴσθι σῶμα τοὐκείνου στέγον.
ΗΛ. ὦ ξεῖνε, δός νυν πρὸς θεῶν, εἴπερ τόδε
1120 κέκευθεν αὐτὸν τεῦχος, ἐς χεῖρας λαβεῖν,
ὅπως ἐμαυτὴν καὶ γένος τὸ πᾶν ὁμοῦ
ξὺν τῇδε κλαύσω κἀποδύρωμαι σποδῷ.
ΟΡ. δόθ᾽, ἥτις ἐστί, προσφέροντες· οὐ γὰρ ὡς
ἐν δυσμενείᾳ γ᾽ οὖσ᾽ ἐπαιτεῖται τόδε,
1125 ἀλλ᾽ ἢ φίλων τις, ἢ πρὸς αἵματος φύσιν.

***
ΟΡΕ. Καλά να μας οδήγησαν, γυναίκες,
και τραβούμε σωστά για κει που θέμε;
1100 ΧΟΡ. Και τί ζητάς; τί θες να μάθεις, ξένε;
ΟΡΕ. Ώρες ζητώ την κατοικία του Αιγίστου.
ΧΟΡ. Ήρθες καλά και δε σ᾽ έχει γελάσει
όποιος σ᾽ οδήγησε. ΟΡΕ. Λοιπόν, ποιά τώρα
θα πήγαινε από σας να ειδοποιήσει
στους μέσα για τον ερχομό των δυο μας,
που τόσο θα χαρούν; ΧΟΡ. Αυτή, αν πρέπει
την είδηση να φέρει ο πιο δικός των.
ΟΡΕ. Πήγαινε λοιπόν μέσα εσύ, γυναίκα,
και πες τους πως δυο ξένοι απ᾽ τη Φωκίδα
τον Αίγιστο ζητούν. ΗΛΕ. Αλίμονό μου!
Δε φέρνετε, θαρρώ, τις αποδείξεις
γι᾽ αυτά τα νέα που μάθαμε; ΟΡΕ. Δεν ξέρω
1110 για ποιά νέα μιλείς, μα εμένα κάποια
μου ανάθεσ᾽ εντολή ο γέρο Στρόφιος
για τον Ορέστη. ΗΛΕ. Για τί πράμα, ξένε;
ποιός φόβος, αχ, γλιστρά μες στην καρδιά μου!
ΟΡΕ. Μες στη μικρή την κάλπη αυτή που βλέπεις,
φέρνομε τα φτωχά τ᾽ απομεινάρια
απ᾽ το νεκρό του. ΗΛΕ. Οϊμέ, οϊμένα! αυτό ειναι!
φως φανερή, χεροπιαστή μπροστά μου,
τη βλέπω, ως φαίνεται, τη συφορά μου.
ΟΡΕ. Αν κλαις για τα παθήματα του Ορέστη,
ξέρε το πως η κάλπη αυτή σκεπάζει
το σώμα του. ΗΛΕ. Ξένε μου, σε ξορκίζω,
δώσ᾽ μου την, αν εκείνον κρύβει μέσα,
1120 να την πάρω στα χέρια, για να κλάψω
και θρηνήσω, μαζί μ᾽ αυτή τη στάχτη
τον εαυτό μου κι όλη τη γενιά μας.
ΟΡΕ. Δώσε την, όποια να ᾽ναι· γιατί βέβαια
δεν τη ζητά σα να τον είχε σ᾽ έχθρα,
μα ή φιλικό του πρόσωπο, ή απ᾽ το ίδιο
το αίμα καμιά θενά ᾽ναι συγγενής του.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια

1.4. Ύφος και γλώσσα


Η γλώσσα των ομηρικών επών είναι κράμα λέξεων, δομών και διαλεκτικών τύπων από διαφορετικές περιοχές και βαθμίδες της μακραίωνης εξέλιξης της ελληνικής από τη μυκηναϊκή εποχή μέχρι περίπου το 700 π.Χ. Στον κορμό της η γλώσσα των επών είναι ιωνική, περιέχει όμως και αιολικούς τύπους. Συντηρούνται επίσης πολλοί αρχαϊσμοί, με τις τεχνητές τους προσαρμογές, που ανάγονται σε πολύ παλαιότερες περιόδους, όταν οι διάλεκτοι δεν είχαν ολότελα διαφοροποιηθεί. Πρόκειται επομένως για μείγμα τόπων από διαφορετικές διαλέκτους ή διαφορετικές βαθμίδες της εξέλιξης των διαλέκτων αυτών, το οποίο δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά και διαμιάς, αλλά καλλιεργήθηκε στο πλαίσιο της προφορικής παράδοσης (βλ. και παρακάτω).

Ο έντονα πολυδιαλεκτικός χαρακτήρας της ομηρικής γλώσσας την καθιστά λίγο πολύ τεχνητή, ώστε δύσκολα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως γλώσσα επικοινωνίας σε δεδομένο τόπο και συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ήταν βέβαια οικεία στον ποιητή και στο ακροατήριό του, την ίδια στιγμή όμως διαφοροποιούνταν σημαντικά από τις τρέχουσες γλωσσικές χρήσεις της εποχής. Και όμως, πλάι στο παραδοσιακό ηρωικό ύφος, συχνά κάνουν την εμφάνισή τους λέξεις και εκφράσεις της καθημερινής ζωής. Σε κάθε περίπτωση η γλώσσα των δύο ομηρικών επών είναι ειδικού τύπου, με δικό της αναμφισβήτητα κώδικα, η οποία όμως μπορούσε να εκσυγχρονίζεται και να εξελίσσεται, ενσωματώνοντας τύπους από σύγχρονες διαλέκτους και παρακολουθώντας τους μηχανισμούς της λογοτεχνικής γλώσσας της εποχής. Σε μεταγενέστερα χρόνια, εξαιτίας της ακτινοβολίας που απέκτησαν τα έπη, η γλώσσα τους καθιερώθηκε ως «λογοτεχνική διάλεκτος».

Η μακραίωνη καλλιέργεια της γλώσσας των δύο επών στο πλαίσιο της προφορικής επικής παράδοσης της προσδίδει χαρακτήρα τυπικό. Ο τυπικός χαρακτήρας στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται σε στερεότυπα μερίδια λόγου (λέξεις-φράσεις-στίχους και θέματα), που διευκολύνουν το έργο της σύνθεσης. Στη σχηματική τους διαίρεση δύο είναι οι βασικοί τύποι της γλώσσας των επών: ο εκφραστικός και ο θεματικός. Ο πρώτος, ο εκφραστικός τύπος ή «λογότυπος», περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενες, ονοματικές ή ρηματικές, φράσεις (λ.χ. θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη = η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας· ὣς φάτο = έτσι μίλησε), ακόμη και ολόκληρους στίχους (τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη = αμέσως ανταπάντησε, τα μάτια λάμποντας, η θεά Αθηνά). Ο δεύτερος τύπος, ο θεματικός, αποδίδει τον παραδοσιακό όρο «θέμα» και περιλαμβάνει: (α) επαναλαμβανόμενες, μικρής σχετικά έκτασης, δραστηριότητες (ικεσία, θυσία, οπλισμός), που ονομάζονται και «τυπικές σκηνές»· (β) ιστορίες με έναν παραδοσιακό θεματικό πυρήνα (λ.χ. το θέμα της αρπαγής μιας γυναίκας)· (γ) τις δομές των εκτενών παραδοσιακών ιστοριών (λ.χ. ένας ήρωας εξαφανίζεται, προκαλώντας οδύνη στους οικείους του, και τελικά επιστρέφει)· (δ) τα «μεγαθέματα» (όπως ο πόλεμος, η ομιλία και ο νόστος), που συγκροτούν την πλοκή εκτενών παραδοσιακών ιστοριών στο σύνολό τους.

Οι στερεότυπες φράσεις εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο τις ανάγκες της προφορικής, έμμετρης σύνθεσης. Το επικό μέτρο ήταν προσωδιακό. Στηριζόταν δηλαδή στη διαδοχή μακρών και βραχειών συλλαβών. Ρυθμική μονάδα του αρχαϊκού έπους είναι ο δακτυλικός εξάμετρος στίχος.

Όσα έχει η μοίρα στο χαρτί πελέκι δεν τα κόβει

Η αρχαία ελληνική λέξη μοίρα σημαίνει: μέρος, τεμάχιο, κομμάτι, σε αντιδιαστολή με το «όλον», το σύνολο ενός πράγματος· ανάλογο μερίδιο, μερτικό της λείας, μερίδα δείπνου· ό,τι μοίρασαν οι θεοί σε καθέναν από τους θνητούς· η ειμαρμένη,[1] η τύχη, καλή ή κακή που ακολουθεί τον άνθρωπο δια βίου και θεωρείται ορισμένη εκ γενετής, λ.χ. «δεν είναι η μοίρα σου να πεθάνεις.»· καλή τύχη, ευδαιμονία· το πεπρωμένο και το μη πεπρωμένο – όσα πρόκειται να γίνουν και όσα δεν θα συμβούν. Η αρχαία λέξη «πότμος» σημαίνει επίσης μοίρα, κλήρος, τύχη, πεπρωμένο, πεπρωμένος θάνατος· ό,τι πίπτει και προσπίπτει τινί τυχαίως, η τυχαία συμμετοχή ενός ανθρώπου σε κάτι. Στην Ιλιάδα, διαβάζουμε: «Και τούτοι απ’ τον Τυδέα καλύτερη δεν ήβραν μοίρα ωστόσο· / τους σκότωσε όλους· έναν άφησε μονάχα να γυρίσει· – «Τυδεὺς μὲν καὶ τοῖσιν ἀεικέα πότμον ἐφῆκε· / πάντας ἔπεφν᾽, ἕνα δ᾽ οἶον ἵει οἶκον δὲ νέεσθαι·». Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, «αυτή που κλώθει», γνέθει το νήμα της ζωής· η δεύτερη, η Λάχεσις, το ξετυλίγει, μοιράζει δηλαδή τους κλήρους, καθορίζει τι θα «λάχει» στον καθένα, εξ ου και η λέξη λαχείο. Η Λάχεση ήταν υπεύθυνη για το παρελθόν, η Κλωθώ για το παρόν και η Άτροπος για το μέλλον.

Σύμφωνα με την μυθολογική παράδοση των αρχαίων Ελλήνων, οι Μοίρες έγραφαν σε κατάλογο τα ονόματα εκείνων που επρόκειτο να πεθάνουν· η «Άτροπος» παρέδιδε καθημερινά τον κατάλογο στον Ερμή κι αυτός «ανέβαινε» στον κόσμο. Με το «Κηρύκειο» στο χέρι πήγαινε «εις έκαστον ασθενή ή οδοιπόρον, ή πλέοντα ή πολεμούντα ή όπως κι αν ήτο και εψηλάφιζεν αυτόν με το Κηρύκειον και ούτως εξέπνεεν.» Ήταν αδύνατο να πεθάνει άνθρωπος που δεν τον άγγιξε ο Ερμής· στη συνέχεια, «αφ’ ου εσύναζεν όλους όσους περιείχε ο κατάλογος, επορεύοντο, αυτός μεν με το Κηρύκειον υψωμένον» εκείνοι δε «ηκολούθουν ως πρόβατα, ελκυόμενοι από της δυνάμεως του Κηρυκείου.» Έτσι κατέβαιναν στον κάτω κόσμο, μέσω της Αχερουσίας λίμνης, όπου βρισκόταν το στόμιο του Άδη, το Τελώνιον του Αιακού και το πορθμείο του Χάρωνος. Ο Αιακός μετρούσε προσεκτικά τους νεκρούς, επειδή ο Ερμής -αν και θεός- «δεν είχε υπόληψιν εις ταύτα, κλέπτης ων.» Ακολούθως, επιβιβάζονταν στο πλοίο του Χάρωνος· στην αποβάθρα καθόταν η Μοίρα Κλωθώ, «εξετάζουσα έκαστον, ποίος ήτον και πώς απέθανεν και αν ετάφη το σώμα αυτού.» Οι άταφοι έπρεπε να μείνουν εκατό χρόνια έξω από την Αχερουσία λίμνη, «όθεν και η λύσσα περί ταφής των νεκρών τοις παλαιοίς.» Επιπλέον, αν είχαν και χρέος στον απάνω κόσμο, θα περίμεναν μέχρι να το πληρώσουν οι συγγενείς τους.
-----------------------------
[1] Από το ρήμα μείρομαι, που σημαίνει λαμβάνω μερίδιο ή το οφειλόμενο από κάτι· ό,τι δίνεται σε κάποιον, το πεπρωμένο, η μοίρα, το ριζικό, το πεπρωμένο. LIDDELL & SCOTT.

Είναι η επιλογή πλευράς η νέα τάση της εποχής μας;

Ένα από τα άλυτα θέματα της ανθρωπότητας ανέκαθεν ήταν ο διχασμός. Ένα κοινωνικό φαινόμενο όπου έχει ως κύρια βάση την επικράτηση των απόψεων, έφερε καταστροφές στην πάροδο του χρόνου και τα τελευταία χρόνια έχει γίνει το νέο trend.

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να επιλέγουν πλευρές και να ομαδοποιούνται. Αυτό τους δίνει την ψευδαίσθηση της ανωτερότητας αλλά και της λογικής, που προκύπτει μέσα από την αλληλοϋποστήριξη ανθρώπων με κοινά πιστεύω. Ταυτόχρονα όμως τους καθιστά απόμακρους και άλογους προς τους ανθρώπους της αντίπερα όχθης. Αυτό γίνεται λόγω ενός πέπλου πόλωσης που απλώνεται πάνω από τα κεφάλια τους και φράζει την ανοιχτή σκέψη τους για τα πιστεύω των άλλων.

Εν έτει 2021, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα πέρα από έναν απέραντο διαμοιρασμό σε δύο, ή παραπάνω, πλευρές. Από θέματα καθημερινότητας έως πολιτικής και επιστήμης. Αυτό συμβαίνει επειδή ο κόσμος έχει γράψει στο υποσυνείδητό του ότι μέσω τέτοιων διαδικασιών θα καταφέρει να κάνει τη γνώμη του την επικρατέστερη, με αποτέλεσμα να καλύψει τις αντίθετες γνώμες ή απόψεις. Αυτός είναι κι ο λόγος που σταμάτησαν να συνδιαλέγονται ώστε να βρουν μία μέση λύση, αφού πλέον αυτή τους φαντάζει απλώς σαν συμβιβασμός και μετριότητα. Αυτό με τη σειρά του, οδηγεί στο να μπλοκάρουν την εμβάθυνση, επικεντρώνοντας τους εαυτούς τους σε μερικά πράγματα και όχι στην πραγματική ουσία.

Μεγάλο ρόλο, παίζει η μη δεκτικότητα κάποιου να κατανοήσει ότι υπάρχουν λύσεις πέρα από τις στενές εκδοχές της που ο ίδιος διδάχτηκε ή επέλεξε. Καμιά φορά χρειάζεται όμως κι αυτό, ώστε να κρατάει την ισορροπία. Γιατί αν είμαστε ειλικρινείς, αν συμφωνούσαμε σε όλα ή βρίσκαμε λύση στα πάντα γρήγορα, κάποια στιγμή θα βαριόμασταν. Εκεί έρχονται βέβαια να μας καλύψουν οι γνωστοί και ως ισαποστάκηδες, οι λεγόμενοι φιλόσοφοι του καναπέ, ή ακόμα καλύτερα, οι διπλωμάτες που ξέχασαν τι είναι διπλωματία. Εκείνοι που δεν επιλέγουν ποτέ να ταχθούν σε κάποια πλευρά, δε θέλουν να βρεθούν σε θέση που θα τους ξεχωρίζεις εύκολα, προτιμούν ένα ύφος χιλίων καρδιναλίων τη στιγμή που σου εξηγούν την ουδέτερη άποψή τους.

Οι ισαποστάκηδες εμφανίστηκαν ξαφνικά, γιατί αυτοί που ήταν στη μέση δεν μπαίνουν απαραίτητα στην κατηγορία. Εμφανίστηκαν όταν ξεκίνησε να φαίνεται ότι η κατάσταση αυτή ρίχνει το επίπεδο νόησης. Λόγω της ανασφάλειας, προτίμησαν να αυτοπροβληθούν και θεώρησαν προτιμότερο να το κάνουν έτσι, αντί να το πετύχουν συμμετέχοντας ενεργά στη δημιουργία λύσεων. Ο διχασμός πολλές φορές ευνοεί αρνητικά αισθήματα για όσους έχουμε απέναντί μας και ομαδοποιεί, σε σημείο που χάνουμε τον έλεγχο. Ας δουλέψουμε λοιπόν την αναγνώριση του φαινομένου, ώστε να μάθουμε και να μην το αφήνουμε να μας επηρεάζει.

Αν φλέγεσαι, να ζητάς περισσότερα

Λόγια από εδώ, λόγια από εκεί, λόγια παραπέρα. Άνθρωποι που έρχονται και φεύγουν περαστικά και αδιάφορα. Σχέσεις που πέθαναν πριν προλάβουν να ζήσουν, σχέσεις που εσύ ο ίδιος σκότωσες, χιλιάδες σκέψεις και υποθέσεις κι ένα αν που σου ταλανίζει την ψυχή. Ένα βλέμμα, ένα βήμα, μια λέξη παραπάνω που θα μπορούσαν να σου αλλάξουν τη ζωή.

Κάνεις πρόβα τα λόγια που θα της πεις όταν την ξαναδείς. Οι λέξεις μετρημένες μα τα συναισθήματα αμέτρητα. Παίρνεις βαθιά ανάσα και ξεκινάς. Έτοιμος να απαγγείλεις το λόγο σου. Θυμάσαι απ’ έξω κάθε συλλαβή, κάθε κόμμα. Γνωρίζεις το χρωματισμό κάθε λέξης. Σε κάθε λάθος, αρχίζεις ξανά. Και μόνο στη σκέψη ότι σ’ ακούει, η καρδιά σου αναπτύσσει ταχύτητες φωτός αλλά όχι, αυτό δε θα την αφήσεις να το δει αν και ήδη το ξέρει.

Η μέρα έρχεται κι εκείνη στέκεται τόσο κοντά σου που είναι σχεδόν επικίνδυνο. Ψάχνεις να βρεις την κατάλληλη ευκαιρία να ξεστομίσεις όσα θέλεις να της πεις. Σαν να ξέρει το σκοπό σου, σε προκαλεί με το δικό της σύνηθες τρόπο, χαρίζοντάς σου άπειρα κρυφά νοήματα. Πάντα της άρεσε αυτό το παιχνίδι. Σφίγγεις τις παλάμες σου κι ετοιμάζεσαι να αρθρώσεις την πρώτη λέξη. Ένα ρημάδι σ' αγαπώ είναι όλο κι όλο.

Ένα ακόμα φιλί που δεν της έδωσες, γιατί σκέφτηκες, άστο καλύτερα, θα μπλέξουμε. Αργότερα, όταν πια εκείνη θα έχει γυρίσει την πλάτη της, εσύ θα μετανιώνεις για κάθε δευτερόλεπτο που χαράμισες δίπλα της χωρίς να την αγγίζεις. Κι αυτό φίλε μου, είναι η μεγαλύτερη ήττα.

Είναι οι μεγάλες σιωπές και ο φόβος που σε καθορίζουν. Είσαι αυτά που κάνουν τα πόδια σου να τρέμουν, τη φωνή σου να σπάει και το είναι σου να λυγίζει. Γιατί όσο κι αν φωνάζεις λόγια μεγαλεπήβολα και βαριά, εσύ θα είσαι πάντα όλα αυτά που δεν τολμάς να πεις. Αυτά που δεν έχεις κουράγιο να φωνάξεις, μην τυχόν ακούσεις τον εαυτό σου και τον πιστέψεις. Θα είσαι οι πιο βαθιές σου σκέψεις.

Ξέρεις, υπάρχει λόγος που λένε πως τα μεθυσμένα λόγια είναι και τα πιο ειλικρινή. Είθισται να πιστεύουμε ότι ενώπιον μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ, παραφερόμαστε. Γινόμαστε ανόητοι και ξεστομίζουμε κουβέντες μεγάλες και πολλά υποσχόμενες. Λόγια που το επόμενο πρωί, όχι μόνο θα μετανιώσουμε, αλλά με πείσμα θα προσπαθήσουμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι δεν τα εννοεί. Βλακείες. Αυτό, λέγεται συναισθηματικός εμετός κι από εκεί θα δεις την καλύτερη αντανάκλαση του εαυτού σου. Την καλύτερη εκδοχή σου. Όλα όσα θα ήσουν αν δε στέγαζες το εγω σου κάτω από καθωσπρεπισμούς και φτηνές δικαιολογίες.

Το μόνο που μπορείς να χρεώσεις στο αλκοόλ, είναι ότι σου στέρησε τη διαύγεια όταν τη χρειαζόσουν πιο πολύ. Να συγκρατήσεις μια ματιά ή ένα άγγιγμα λίγο παραπάνω. Απ’ την άλλη όμως, είναι αυτή η αυτοπεποίθηση. Αυτή η αίσθηση πως μπορείς να κάνεις τα πάντα και ταβάνι δεν υπάρχει. Είναι αυτό το απαγορευμένο που σε καίει και σε λυτρώνει. Η μαγεία που συμβαίνει τη στιγμή που οι άμυνές σου πέφτουν και σωριάζονται μαζί με τον εγωισμό σου. Εκεί είναι όλη η καψούρα. Στα παράλογα, τα αυθόρμητα και τα ξαφνικά κι έτσι, θα έπρεπε να ζεις την κάθε σου στιγμή.

Να μη φοβηθείς ποτέ να φωνάξεις δυνατά αυτά που νιώθεις. Μάθαμε να κάνουμε θόρυβο για εκείνα που μισούμε, μα να σωπαίνουμε για τα πάθη μας. Κάναμε την αγάπη συναισθηματική αναπηρία και κρυφτήκαμε πίσω από προσωπεία και μισόλογα.

Διαλέξαμε πάγκο και μείναμε εκτός. Θελήσαμε μα δε ζητήσαμε ποτέ. Βλέπεις, στα λόγια όλοι καλοί είμαστε. Στις πράξεις κολλάμε.

Όσο εσύ κάθεσαι και διαβάζεις τούτα εδώ τα λόγια, κάπου εκεί έξω υπάρχει μια ψυχή που σιγοβράζει εξαιτίας σου. Κάποιος που ξενυχτάει πάνω από το κινητό του, περιμένοντας ένα μήνυμά σου.

Αν φλέγεσαι, να ζητάς περισσότερα. Περισσότερο πάθος, περισσότερη αγάπη, περισσότερο μαζί.

Για κείνον που γίνεται μοναχικός, αλλάζουν όλες οι αποστάσεις και όλα τα μεγέθη

Μιλώντας για μοναξιά γίνεται όλο και πιο σαφές ότι δεν πρόκειται για κάτι που μπορούμε να επιλέξουμε ή να απορρίψουμε.

Είμαστε μόνοι.

Μπορούμε να ξεγελούμε τον εαυτό μας ως προς αυτό, να κάνουμε σαν να μην είναι έτσι. Αλλά αυτό είναι όλο.

Είναι προτιμότερο ωστόσο να κατανοήσουμε ότι είμαστε μόνοι και να ξεκινούμε από κει.

Ίσως βέβαια και να πάθουμε ίλιγγο, γιατί έτσι χάνονται όλα τα σημεία πάνω στα οποία ήταν συνηθισμένο να ακουμπά το βλέμμα μας, παύουν να υπάρχουν τα κοντινά πράγματα κι όλα τα μακρινά βρίσκονται απείρως μακριά.

Αίσθημα παρόμοιο μ' εκείνο που θα δοκίμαζε κάποιος ο οποίος, χωρίς να έχει προηγουμένως προετοιμαστεί ή να έχει περάσει από ένα μεταβατικό στάδιο, θα βρισκόταν ξαφνικά από το δωμάτιό του στην κορυφή ενός υψηλού βουνού.

Η τρομακτική ανασφάλεια, η εγκατάλειψη στο άγνωστο θα τον εκμηδένιζε σχεδόν.

Θα φανταζόταν πως έπεφτε ή πως εκτοξευόταν στο διάστημα ή πως γινόταν χίλια κομμάτια.

Το μυαλό του θα έπρεπε να εφεύρει ένα τεράστιο ψέμα για να μπορέσει να ξαναβρεί ή να ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά του.

Έτσι και για κείνον που γίνεται μοναχικός, αλλάζουν όλες οι αποστάσεις και όλα τα μεγέθη.

Πολλές απ' αυτές τις αλλαγές εμφανίζονται ξαφνικά και, όμοια με τον άνθρωπο που απ' τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεται στην κορυφή του βουνού, γεννιούνται μέσα του πρωτόγνωρες φαντασιώσεις και παράξενες αισθήσεις που μοιάζει να αναπτύσσονται πέρα από τα μέτρα που μπορεί να αντέξει.

Τυλίγουμε τα αισθήματά μας σε λέξεις

Πόσες λέξεις ξέρει ένας άνθρωπος; ρωτά ρητορικά η νεαρή κοπέλα τη μητέρα της.

Πόσες χρησιμοποιεί στο καθημερινό του λεξιλόγιο;

Εκατό, διακόσιες, τριακόσιες;

Τυλίγουμε τα αισθήματά μας σε λέξεις, προσπαθούμε να εκφράσουμε με λέξεις τη χαρά, τη λύπη και κάθε μας συγκίνηση, δηλαδή όλα όσα στην πραγματικότητα μένουν ανέκφραστα.

Ο Ρωμαίος είπε όμορφα λόγια στην Ιουλιέτα, λέξεις ζωντανές, εκφραστικές, που σίγουρα όμως δεν έλεγαν ούτε τα μισά από όσα έκαναν την καρδιά του να χτυπά δυνατά, του έκοβαν την ανάσα κι έκαναν την Ιουλιέτα να ξεχνά τα πάντα, πέρα από την αγάπη της.

Υπάρχει κι άλλο είδος γλώσσας, κι άλλη μορφή επικοινωνίας με τα αισθήματα και τις εικόνες.

Μ' αυτή την επικοινωνία οι άνθρωποι παύουν να είναι χωρισμένοι ο ένας από τον άλλον, οι φραγμοί καταργούνται.

Θέληση, συναίσθημα και συγκίνηση μετακινούν τα εμπόδια ανάμεσα στους ανθρώπους, που στέκονται από τις δύο όψεις ενός καθρέφτη, από τις δύο πλευρές μιας πόρτας.

Πως να απολαμβάνετε όσο περισσότερη επιτυχία είναι δυνατόν

Θέλετε να αποφεύγετε τις αναποδιές όσο περισσότερο γίνεται και να απολαμβάνετε όσο περισσότερη επιτυχία είναι δυνατόν; Από μια άποψη, σε κάθε περίπτωση είστε στην ίδια θέση με όλους τους άλλους: Θέλετε να ζήσετε μια καλή ζωή.

Πιστεύω ότι σε όλους μας αξίζει να ζούμε καλά. Εσείς, εγώ αλλά και όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε καλά από τη στιγμή που ερχόμαστε στον κόσμο. Η ζωή, δυστυχώς, είναι πολύ σύντομη, σε μερικές περιπτώσεις διαρκεί μόνο λίγες δεκαετίες. Όμως, ανεξάρτητα από το αν θα ζήσετε μέχρι τα πενήντα, τα εξήντα, τα εβδομήντα ή, γιατί όχι, τα εκατόν δέκα, πιστεύω ότι σας αξίζει να ζήσετε καλά για όλο το χρονικό διάστημα που θα βρίσκεστε εδώ. Αν και σε αυτόν τον πλανήτη προκαλούνται περισσότερα προβλήματα από όσα πιθανώς είχαμε προβλέψει, αν και ο κόσμος, όπως είναι σήμερα, δεν είναι πάντα όμορφος, και παρά το γεγονός ότι η κοινωνία μας μερικές φορές φαίνεται εντελώς αρρωστημένη, έχουμε καθήκον να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε.

Για να πετύχετε αυτές τις υπέροχες πιθανότητες μόνο ένα πράγμα χρειάζεται στ’ αλήθεια να κάνετε. Ξεχάστε τις μεγάλες λίστες με τα ατελείωτα ζητήματα, βάλτε στην άκρη τις καλές συμβουλές.

Δεν χρειάζεται να καθίσετε σε μια γωνία και να κάνετε διαλογισμό, ούτε να αγορεύετε επί μακρόν για τα όνειρα και τα οράματά σας. Ούτε χρειάζεται να γίνετε παγκόσμιοι πρωταθλητές σε ένα και μόνο πράγμα. Όχι, μονάχα ένα πρέπει να κάνετε για να έχετε καλή τύχη. Αν κάνετε αυτό το ένα πράγμα, τότε όλα θα πάνε κατ’ ευχήν.

Είστε έτοιμοι;

Το μόνο πράγμα που πρέπει να κάνετε είναι να αναλάβετε την ευθύνη του εαυτού σας εκατό τοις εκατό.

Τώρα.

Ο πιο σημαντικός παράγοντας για να αποφύγετε τις αναποδιές και να δημιουργήσετε ένα λαμπρό μέλλον για τον εαυτό σας είναι η ικανότητα να αναλαμβάνετε τις ευθύνες σας. Κανείς δεν πρόκειται να κατακτήσει τα όνειρά του χωρίς να δεχτεί να αναλάβει πλήρως τις ευθύνες του.

Όταν λέω ευθύνες, το εννοώ με θετικό τρόπο. Όχι τις βαριές ευθύνες για τις αποτυχίες των άλλων ή τις ευθύνες για την εξέλιξη της κοινωνίας. Ή για τη διαμάχη στη Μέση Ανατολή. Ή την ευθύνη που αναλαμβάνουν ορισμένοι για τις πράξεις του αφεντικού τους χωρίς να ακούνε ποτέ ένα «ευχαριστώ». Όχι, εννοώ την ευθύνη που παίρνετε εσείς οι ίδιοι για τον εαυτό σας και για τη ζωή σας.

Και ως προς αυτό αρκετοί έχουν πολλά να μάθουν.

Χωρίς αμφιβολία, είστε υπεύθυνοι άνθρωποι σε πάρα πολλά ζητήματα. Είμαι σίγουρος ότι φροντίζετε την οικογένειά σας, είστε αφοσιωμένοι στη δουλειά σας, δεν θέτετε τον εαυτό σας σε περιττούς κινδύνους, σέβεστε το όριο ταχύτητας όταν οδηγείτε κοντά σε σχολεία κ.ο.κ. Σίγουρα.

Όμως, καμιά φορά τα πράγματα πάνε στραβά έτσι κι αλλιώς.

Ας πούμε ότι τον προηγούμενο μήνα κάποια πήρε μπόνους 500 ευρώ. Και ο τρόπος με τον οποίο τα διαχειρίστηκε ήταν να τα φάει σε βραδινή έξοδο με τις φίλες της στην πόλη.

Το αποτέλεσμα: Πέρασαν υπέροχα. Όμως, τώρα εκείνη είναι τόσο άφραγκη όσο και πριν. Κέρδισε η βραχυπρόθεσμη απόλαυση έναντι της συνετής ζωής μακροπρόθεσμα. Και αυτό είναι πρόβλημα. Όλοι μας συνειδητοποιούμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Όμως, και πάλι δεν κάνουμε το σωστό. Για διάφορους λόγους κρύβουμε την αλήθεια από τον εαυτό μας. Και δεν αναλαμβάνουμε πάντα την ευθύνη για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε.

Ας κάνουμε άλλη μια προσπάθεια:

Τον προηγούμενο μήνα κάποια πήρε μπόνους 500 ευρώ. Επένδυσε τα χρήματά της σε ένα λογικό μετοχικό κεφάλαιο που έχει αρχίσει να αποκτάει μεγαλύτερη αξία.

Το αποτέλεσμα: Έχει αυξήσει τα περιουσιακά της στοιχεία και θα συνεχίσει να το κάνει. Ξαφνικά έχουμε ένα θετικό αποτέλεσμα επειδή αυτή η γυναίκα ήταν πολύ πιο υπεύθυνη στις επιλογές της.

Ας αναλύσουμε τους τρεις τύπους ευθύνης που πρέπει να αναλάβετε:

Η πρώτη ευθύνη: όσα ΚΑΝΕΤΕ

Κατά κανόνα, η ευθύνη σας δεν τελειώνει ποτέ.

Τι σημαίνει αυτό;

Σημαίνει ότι όλα όσα κάνετε είναι δική σας ευθύνη. Οι πράξεις σας, ασχέτως αν είναι καλές ή κακές, είναι απολύτως δική σας ευθύνη. Ακόμα κι αν κάποιος άλλος σας ζητήσει να κάνετε κάτι συγκεκριμένο, το γεγονός ότι εσείς το κάνετε, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο το κάνετε είναι δική σας ευθύνη. Όταν ο σύντροφός σας σας ζητάει να κάνετε πράγματα που τα θεωρείτε αποκρουστικά, είναι δική σας ευθύνη να πείτε «ναι» ή «όχι». Αν το αφεντικό σας σας ζητήσει να κάνετε κάτι που δεν θεωρείτε σωστό –ενδεχομένως κάτι ανήθικο ή αμφιλεγόμενο ως προς την εργασιακή ηθική–, είναι δική σας η ευθύνη αν τελικά το κάνετε.

Δεν έχει σημασία που το αφεντικό σας απαίτησε να το κάνετε. Υπάρχουν άνθρωποι που θα έλεγαν όχι. Όταν τα παιδιά σας σας γκρινιάζουν για να αποκτήσουν προνόμια και ειδική μεταχείριση τα οποία πιστεύουν ότι δικαιούνται κι εσείς υποχωρείτε παρότι γνωρίζετε ότι είναι εντελώς λάθος, η ευθύνη είναι δική σας. Και μη χρεώσετε την απόφασή σας σε πιθανές συνέπειες, γιατί δεν περνάει. Άλλοι δεν θα είχαν κάνει ό,τι κάνατε εσείς.

Αν έχετε τσατιστεί λόγω του πεσμένου τζίρου στη δουλειά, ενώ ταυτόχρονα χλευάζετε τον εξωτερικό συνεργάτη που προσπαθεί να σας δείξει έναν καλύτερο τρόπο για να χειρίζεστε τα πράγματα, είστε υπεύθυνοι που αρνηθήκατε να ακούσετε χρήσιμες συμβουλές.

Όταν πατάτε το γκάζι ενώ έχει ανάψει το κόκκινο επειδή θεωρήσατε ότι θα προλάβετε να περάσετε, είστε υπεύθυνοι για όλες τις πιθανές καταστροφές που μπορεί να προκληθούν εξαιτίας της απόφασής σας. Μπορεί να ρίξετε το φταίξιμο σε οτιδήποτε, από το ότι έχετε καθυστερήσει να πάτε να πάρετε το παιδί σας από τον παιδικό σταθμό μέχρι το ότι «δεν είδατε» το κόκκινο φανάρι.

Όμως, πείτε το αυτό στον αστυνομικό που θα σας σταματήσει 200 μέτρα πιο κάτω. Ή στον πατέρα του παιδιού που παραλίγο να χτυπήσετε με το αυτοκίνητο.

Αν περνάτε υπερβολικά πολύ χρόνο με το κινητό στο χέρι μπροστά από την τηλεόραση και δεν έχετε πάρει χαμπάρι τη νευρικότητα της έφηβης κόρης σας πριν από τον σχολικό χορό την επόμενη μέρα, και αυτό δική σας ευθύνη είναι. Δεν έχει καμία σημασία που νιώσατε ότι έπρεπε να ακολουθήσετε τις αναρτήσεις της Μπιάνκα Ινγκρόσο (Bianca Ingrosso) στο Instagram για άλλη μια φορά. Ήταν δική σας επιλογή να δώσετε προτεραιότητα στο κινητό σας αντί να συζητήσετε με την κόρη σας για τις ανησυχίες της.

Αν μετά από το πιο άγριο ξεφάντωμα με συναδέλφους στη σύγχρονη ιστορία ξυπνήσετε ένα Σάββατο πρωί με πονοκέφαλο επικών διαστάσεων, κι αυτό δική σας ευθύνη είναι. Το γεγονός ότι ακολουθείτε σε κάθε ανούσια έξοδο Παρασκευή βράδυ με τους συναδέλφους σας ένας θεός ξέρει από πότε δεν αφορά κανέναν άλλο – εσείς είστε εκείνοι που το κάνετε. Και μην προσπαθήσετε να δικαιολογηθείτε στον εαυτό σας ή στον σύντροφό σας με το επιχείρημα κι οι άλλοι τόσο πολύ ήπιαν, γιατί δεν περνάει.

Εσείς φέρνατε το ποτήρι στα χείλη σας κάθε τρεις και λίγο. Ο πονοκέφαλος μετά το μεθύσι είναι απολύτως δική σας ευθύνη. Και όταν λέτε στην οικογένειά σας Δεν μπορώ να σας πάω με το αυτοκίνητο μέχρι το γήπεδο γιατί «δεν νιώθω και πολύ καλά σήμερα», όλοι καταλαβαίνουν τι εννοείτε. Κανέναν δεν κοροϊδεύετε.

Ένας μπουμπούνας έφερε μικρά κέικ με κρέμα στο γραφείο – φάγατε δύο και χαλάσατε τη δίαιτά σας. Ελάτε τώρα! Ποιος αποφάσισε να φάει τα κέικ και τα έβαλε στο στόμα του; Ποιου το σώμα επηρεάστηκε; Των συναδέλφων σας; Όχι, η δική σας μέση ανεβάζει τώρα τα έξοδα για αγορά καινούριων ρούχων.

Δεν μπορείτε να προβάλετε τον ισχυρισμό ότι η άλλη το έκανε, κι έτσι αναγκάστηκα να το κάνω κι εγώ. Όχι, όχι. Πήρατε μια συνειδητή απόφαση, αυτό κάνατε. Απαραίτητη ξεαπαραίτητη, εσείς ήσαστε αυτοί που κάνατε την επιλογή.

Μπορείτε πάντα να ελέγχετε τις ενέργειές σας.

Αν κάνετε οικονομία και επενδύσετε σωστά, και με αυτόν τον τρόπο γίνετε οικονομικά ανεξάρτητοι πριν ακόμα φτάσετε τα σαράντα, τότε αυτό σίγουρα είναι δική σας ευθύνη. Και σίγουρα μπορείτε να πάρετε τα εύσημα. Ισχύει και από την άλλη όψη του νομίσματος.

Ό,τι κάνετε είναι δική σας ευθύνη.

Είτε δημιουργείτε είτε επιτρέπετε όλα όσα συμβαίνουν γύρω σας

Για να αποφύγετε τις αναποδιές και να γίνετε πραγματικά επιτυχημένοι πρέπει να αποδεχτείτε ότι εσείς είστε το άτομο που έχετε τον έλεγχο της ζωής σας. Τούτη η στάση ζωής δεν είναι κάτι νέο, και δεν συμφωνούν όλοι με αυτήν, ωστόσο επιτρέψτε μου να σας παραθέσω μερικά παραδείγματα. Όταν λέω ότι εσείς «δημιουργείτε» όσα σας συμβαίνουν, εννοώ ότι οι δικές σας πράξεις επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα.

Αν μπείτε σε ένα μπαρ σε μια κακόφημη συνοικία μέσα στη νύχτα, πάτε κατευθείαν σε μια παρέα από τέσσερις γεροδεμένους άντρες με ξυρισμένα κεφάλια και τατουάζ που καλύπτουν μέχρι και τα πρόσωπά τους, οι οποίοι πίνουν από τις τέσσερις το απόγευμα, και πείτε: «Θεέ και Κύριε, πρώτη φορά βλέπω κάτι τόσο άσχημο», ξέρετε πολύ καλά ότι θα καταλήξετε στο νοσοκομείο.

Δείτε όμως κι ένα παράδειγμα που πιθανόν να είναι πιο δύσκολο να το χωνέψετε: Επιστρέφετε παραπαίοντας κάθε βράδυ, έχοντας δουλέψει για άλλη μια φορά υπερωρίες. Είστε έτοιμοι να πέσετε σε κώμα από την κούραση και πιέζετε τον εαυτό σας να φάτε βραδινό –σε απόλυτη σιωπή–, ενώ από το μυαλό σας περνούν απαίσιες σκέψεις για τον εργοδότη σας. Μετά απλώς χαζεύετε σαν φυτό μπροστά στην τηλεόραση και βομβαρδίζεστε με ειδήσεις για δολοφονίες, τρομοκρατικές επιθέσεις, διεφθαρμένους πολιτικούς και προφητείες για το επερχόμενο τέλος του κόσμου εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής.

Είστε τόσο αγχωμένοι και στρεσαρισμένοι που σας φαίνεται αδύνατο να κάνετε οτιδήποτε άλλο. Όπως, για παράδειγμα, να πάτε μια βόλτα με τη σύντροφό σας ή να παίξετε με τα παιδιά σας πριν πέσουν για ύπνο. Η σύντροφός σας θέλει να σας μιλήσει για σημαντικά πράγματα. Όμως, εσείς είστε εξαντλημένοι κι έτσι λέτε ορθά κοφτά ότι πρέπει να ξεκουραστείτε. Μετά από τρία χρόνια τέτοιας οικογενειακής ευτυχίας επιστρέφετε αργά ένα βράδυ σε ένα άδειο και σιωπηλό διαμέρισμα. Η σύντροφός σας έχει φύγει κι έχει πάρει μαζί της και τα παιδιά. Ίσως υπάρχει κι ένα σημείωμα στην κουζίνα: Δεν με αγαπάς πια.

Μια απλή αλήθεια: Και αυτή την κατάσταση εν πολλοίς εσείς τη δημιουργήσατε. Απλώς σας πήρε λίγο περισσότερο καιρό για να το συνειδητοποιήσετε.

Η δεύτερη ευθύνη: όσα ΔΕΝ κάνετε

Κάτι που εύκολα μπορεί να σας διαφύγει είναι ότι είστε, επίσης, υπεύθυνοι για όσα ΔΕΝ κάνετε.

Κάθε φορά που γνωρίζετε ότι θα έπρεπε να βγείτε για περπάτημα αντί να πιείτε ένα ακόμα ποτήρι κρασί είναι δική σας ευθύνη. Δεν έχει σημασία αν το «ξεχάσατε» ή αν το αποφύγατε εσκεμμένα – με άλλα λόγια, δεν δίνετε δεκάρα τσακιστή. Παρομοίως, αν δείτε κάποιον στη δουλειά που χρειάζεται βοήθεια σε κάτι που εσείς μπορείτε να το κάνετε σε πέντε λεπτά, αλλά επιλέγετε να του γυρίσετε την πλάτη γιατί, απλώς, δεν είναι δικό σας καθήκον, και αυτό είναι δική σας ευθύνη.

Η απόφαση να είστε λιγότερο εξυπηρετικοί συνάδελφοι θα είναι πάντα δική σας ευθύνη. Θα ανακαλύψετε τις συνέπειες αυτής της επιλογής τη μέρα που θα ζητήσετε εσείς βοήθεια.

Κάθε φορά που πατάτε το «snooze» στο κινητό σας αντί να σηκωθείτε από το κρεβάτι και να διαβάσετε μισή ώρα ένα βιβλίο που θα σας προσφέρει έμπνευση κι ενέργεια είναι δική σας ευθύνη.

Κάθε φορά που δεν ακούτε τον σύντροφό σας γιατί θεωρείτε ότι ξέρετε εκ των προτέρων τι θα σας πει είναι δική σας ευθύνη. Αν λάβετε ένα πονηρό sms από μια συνάδελφο και αποφύγετε να της επισημάνετε ότι αυτό δεν είναι αποδεκτό επειδή είστε παντρεμένοι, γίνεστε γελοίοι. Το αρσενικό εγώ σας δεν έχει καμία σχέση με το συμβάν. Το ότι δεν ξεκαθαρίζετε την κατάσταση είναι δική σας ευθύνη.

Για τίποτε από τα παραπάνω δεν μπορείτε να κατηγορήσετε κάποιον άλλο. Βαθιά μέσα σας γνωρίζετε ότι έχω δίκιο, παρότι όλοι μας κρυβόμαστε καμιά φορά πίσω από συγγνώμες και φτηνές δικαιολογίες. Οι μηχανισμοί άμυνας είναι, πράγματι, φυσιολογικοί, υπάρχουν για να μας προστα­τεύσουν από πιθανούς κινδύνους. Όμως, δεν είναι πολύ χρήσιμοι όταν απλώς σας ξεγελούν και σας κάνουν να πιστεύετε ότι πράξατε σωστά, όταν στην πραγματικότητα αυτό που κάνατε ήταν λάθος.

Συγγνώμη; Αργήσατε να πάτε σε μια σύσκεψη επειδή κάποιος άλλος χρησιμοποιούσε τον εκτυπωτή; Όμως, ποιος επέλεξε να περιμένει μέχρι την τελευταία στιγμή για να εκτυπώσει τα άτιμα τα έγγραφα; Ποιος δεν έκανε καλύτερη διαχείριση του χρόνου του;

Τι είπατε; Η ομάδα σας δεν κινήθηκε όπως έπρεπε και τώρα το αφεντικό σας θεωρεί ότι εσείς τα κάνατε μαντάρα; Όμως, ποιος δεν μπήκε στον κόπο να παρακολουθεί την ομάδα του;

Αν έπρεπε να μελετάτε, αλλά δεν μελετάτε και αντ’ αυτού παίζετε έξι ώρες παιχνίδια στον υπολογιστή, μόνο τον εαυτό σας μπορείτε να κατηγορήσετε. Εσείς αδιαφορείτε πλήρως, και όπου να ’ναι οι εξετάσεις πλησιάζουν.

Δεν επιμείνατε στην απειλή σας να κλείσετε το ίντερνετ αν τα παιδιά σας δεν μάζευαν τα πράγματά τους, και τώρα το σπίτι σας μοιάζει με εμπόλεμη ζώνη.

Δεν απαιτήσατε να έρθει κι εκείνος μαζί σας στον σύμβουλο γάμου, κι έτσι τώρα η σχέση σας είναι χειρότερη από ποτέ.

Αρνηθήκατε να συμμετάσχετε στα εσωτερικά προγράμματα εκπαίδευσης της εταιρείας σας γιατί πιστεύατε ότι τα ξέρετε όλα, και τώρα ένας νεοπροσληφθείς εικοσιτριάχρονος έλαβε τον τίτλο του Μάνατζερ της Χρονιάς και προορίζεται ήδη να γίνει το καινούριο αφεντικό σας.

Πήγατε σε ένα σεμινάριο όπου μάθατε τα πάντα για το μοντέλο DISC και τα τέσσερα χρώματα. Αλλά παρά το γεγονός ότι τώρα ξέρετε πως η κίτρινη συμπεριφορά σας σημαίνει ότι δεν δίνετε την πρέπουσα σημασία στις λεπτομέρειες, δεν κάνατε τίποτα για να διορθώσετε αυτό το σφάλμα. Τώρα τα έχετε κάνει θάλασσα με το συμβόλαιο με τον μεγαλύτερο πελάτη της εταιρείας και το αφεντικό του αφεντικού σας θέλει να σας μιλήσει για το μέλλον σας στη δουλειά.

Δεν γραφτήκατε ποτέ στο πρόγραμμα εκπαίδευσης για τους σκύλους σας, όπου θα σας βοηθούσαν να τους εκπαιδεύσετε, και τώρα τα τρία σκυλιά σας είναι εντελώς εκτός ελέγχου.

Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσετε είναι ότι σε καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις δεν είστε θύμα κανενός άλλου παρά μόνο της παθητικότητάς σας. Δεν είπατε τίποτα, δεν απαιτήσατε τίποτα, περιμένατε πάρα πολύ, δεν είπατε ποτέ «ναι» ή «όχι», δεν δοκιμάσατε ποτέ κάτι καινούριο. Απλώς παραμείνατε αδρανείς.

Δεν είναι ωραίο να το ακούτε, το ξέρω.

Θέλει κότσια να πεις στον εαυτό σου την αλήθεια

Μέρες χαμένες στη μετριότητα…

Μέρες χωρίς ήλιο, χωρίς συναισθήματα.

Βουβές, απρόσωπες και μόνες!

Ποιος είμαι; Που είμαι; Γιατί είμαι εδώ; Που θα ήθελα πραγματικά να είμαι; Είμαι;

Που ήθελα να φτάσω; Έφτασα; Θα φτάσω ποτέ;

Μήπως έχω χαθεί;

Χιλιάδες ερωτηματικά βασανίζουν το μυαλό σου…

Κολυμπάς και βυθίζεσαι ανάμεσα σε χιλιάδες στοχασμούς.

Ο εαυτός σου διψά απεγνωσμένα να μάθει, σ’ εκλιπαρεί να δώσεις επιτέλους τις απαντήσεις που του χρωστάς. Τις απαντήσεις που διαρκώς αναβάλεις γι’ αύριο…

Περπατάς δίπλα σ’ ανθρώπους και δε βλέπεις κανέναν, δεν ακούς τίποτα!

Λες κι ο κόσμος γύρω σου έχει ξαφνικά σωπάσει…

Όμως η φωνή μέσα σου ουρλιάζει και σε κάθε βήμα σου η ένταση της δυναμώνει τόσο που νομίζεις πως τ’ αυτιά σου τρυπάνε και μες στο κεφάλι σου έχει στήσει χορό ο παραλογισμός με την τρέλα!

Ήρθε η ώρα να σ’ αντιμετωπίσεις, ήρθε η ώρα ν’ αντικρίσεις κατάματα όσα αρνείσαι κατηγορηματικά τόσο καιρό να δεις.

Θέλει κότσια να πεις στον εαυτό σου την αλήθεια!

Να την παραδεχτείς όσο σκληρή κι αν είναι, όσο μικρό κι αν σε κάνει να μοιάζεις…

Να φτύσεις το είδωλο σου στον καθρέφτη αν χρειαστεί και να 'χεις τη μαγκιά να πεις πως δε φταίει για όλα η ζωή, ούτε η τύχη σου η μαύρη αλλά το μυαλό σου μοναχά!

Αυτό σου βάζει τρικλοποδιές, αυτό σου στήνει ενέδρες…

Όχι το σύμπαν, όχι οι γνωστοί «άλλοι» που καταφεύγουμε με την πρώτη ευκαιρία.

Διότι οι «άλλοι» δε μπαίνουν με το έτσι θέλω, κάποιος τους ανοίγει την πόρτα!

Κάποιος τους τοποθετεί σε θρόνους και όταν απομυθοποιείται η όλη ιστορία, φέρνει πόνο η εκθρόνιση. .
Πως να το κάνουμε άλλωστε!

Οι λάθος επιλογές γίνονται για να εκτιμώνται οι σωστές.

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης και να μπορούμε μελλοντικά ν’ αποφεύγουμε τις κακοτοπιές.

Αν πάλι νιώθεις εγκλωβισμένος μες στον ιστό της ίδιας της αναβλητικότητας σου, σκέψου πόσο παροδικά και αναλώσιμα είναι τα πάντα γύρω μας…

Δεν ωφελεί να τρέφεις ουτοπίες, να βουλιάζεις κάθε μέρα όλο και πιο βαθιά σε μια ρουτίνα που σου ρουφά όλη σου την ενέργεια προσμένοντας για μία αλλαγή χωρίς καν να κοπιάσεις για δαύτην.

Σταμάτα να κοιτάς αυτούς που πέτυχαν και δες τι μπορείς να κάνεις εσύ για να πετύχεις!

Βγες έξω στον αγώνα και πάλεψε, κανείς δε θα το κάνει για σένα.

Κανείς!

Ακούς;

Το σκιώδες αρχέτυπο: Η σκοτεινή πλευρά της ψυχής

Σύμφωνα με την αναλυτική ψυχολογία του Καρλ Γιουνγκ, το σκιώδες αρχέτυπο αντιπροσωπεύει την σκοτεινή πλευρά της προσωπικότητας σας. Είναι ένας θλιβερός υπόκοσμος της ψυχής όπου αποθηκεύετε το πιο πρωτόγονο μέρος του εαυτού σας. Ο εγωισμός, τα καταπιεσμένα ένστικτα και ο «ανεξουσιοδότητος» εαυτός που το συνειδητό μυαλό απορρίπτει. Είναι ένα μέρος που είναι θαμμένο στις πιο βαθιές εσοχές της οντότητας σας.

Πιθανώς έχετε ακούσει αυτή την έννοια ξανά. Η ιδέα του σκιώδη αρχέτυπου είναι οικεία και οι ψυχολόγοι ακόμα την χρησιμοποιούν για να μιλήσουν για τις αντιπαραθέσεις. Αναφέρεται στην αίσθηση της εσωτερικής σύγκρουσης που βιώνετε μερικές φορές όταν είστε απογοητευμένοι, φοβισμένοι, ανασφαλείς ή θυμωμένοι.

«Κάποιος δεν διαφωτίζεται απλώς με το να φαντάζεται φιγούρες φωτός αλλά με το να κάνει το σκοτάδι συνειδητό» -Καρλ Γιουνγκ

Ωστόσο, μην ξεχνάτε πως η ιδέα που ο Γιουνγκ διατύπωσε μέσω της δουλειάς του στα αρχέτυπα ήταν ήδη παρούσα ιστορικά και πολιτιστικά στην κοινωνία μας. Η έννοια της σκιάς ή της σκοτεινής πλευράς είναι μια συνηθισμένη δυαδικότητα. Αυτό ακόμα ενέπνευσε τον Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον να γράψει την κλασική νουβέλα « Δόκτωρ Τζέκιλ και κύριος Χάιντ». Ο Στίβενσον το έγραψε βέβαια πριν ο Γιουνγκ αναπτύξει την θεωρία του για το σκιώδες αρχέτυπο.

Οτιδήποτε η εκπαίδευση και τα ηθικά πρότυπα της κοινωνίας λένε πως είναι «κακό» διαμορφώνει ένα μέρος της σκιάς σας. Ωστόσο, δεν είναι καλό να βλέπετε αυτή την εσωτερική δυναμική ως κατακριτέα ή επικίνδυνη. Αυτού του είδους σκέψης μπορεί να οδηγήσει στο να πιστέψετε πως ο «Χάιντ» μέσα σας προσπαθεί να βγει έξω.

Ο Γιουνγκ εξήγησε πως υπάρχουν διαφορετικοί τύποι σκιών. Είπε πως ένας τρόπος για να πετύχουμε την ευεξία, την θεραπεία και την προσωπική ελευθερία είναι να τις γνωρίσουμε και να τις αντιμετωπίσουμε.

Το σκιώδες αρχέτυπο- η σκοτεινή πλευρά των ανθρωπίνων όντων

Το σκιώδες αρχέτυπο σχετίζεται με την έννοια του Φρόιντ για το υποσυνείδητο. Ωστόσο, έχει μοναδικές πτυχές που διαφέρουν σημαντικά από αυτή την ιδέα. Αυτές οι μοναδικές πτυχές επίσης εμπλουτίζουν την έννοια του Γιουνγκ. Μην ξεχνάτε πως ο πνευματικός ρομαντισμός ανάμεσα στον Φρόιντ και στον Γιουνγκ τελικά ψύχεται σημαντικά. Τόσο πολύ που ο Γιουνγκ αποκάλεσε τον πατέρα της ψυχανάλυσης «Ένας σπουδαίος άνθρωπος… αλλά δεν μπορώ να συμφωνήσω με τις θεραπευτικές μεθόδους του».

Ο Γιουνγκ ανέπτυξε την δική του μέθοδο- την αναλυτική ψυχολογία. Απέρριψε τον «καναπέ» και την ασύμμετρη σχέση ανάμεσα σε θεραπευτή και ασθενή. Η αγαπημένη μέθοδος του Γιουνγκ βασίζεται στην συζήτηση. Πίστευε πως η θεραπεία θα έπρεπε να εμβαθύνει στην δομή της ψυχής και στο ασυνείδητο όπου τα αρχέτυπα κατοικούν. Από όλα τα αρχέτυπα αυτό με την πιο θεραπευτή αξία ήταν αναμφίβολα τι σκιώδες. Ας μάθουμε για τα χαρακτηριστικά του…

Η σκιά, μια γνωστή αλλά καταπιεσμένη παρουσία

Η «σκιά» είναι ένας όρος που δανείστηκε ο Γιουνγκ από τον Φρίντριχ Νίτσε.

Αυτή η ιδέα αντιπροσωπεύει την κρυμμένη προσωπικότητα που όλοι οι άνθρωποι έχουν. Εξωτερικά, οι περισσότεροι μοιάζουμε (και πιστεύουμε πως είμαστε) καλοί και ευγενικοί. Ωστόσο, υπάρχουν μέρη μας που είναι καταπιεσμένα. Αυτά είναι κληρονομικά ένστικτα που η βία, ο θυμός και το μίσος συχνά τα κρύβουν.

Το σκιώδες αρχέτυπο δεν υπάρχει μόνο στα άτομα. Ομάδες ανθρώπων (θρησκευτικές ομάδες, πολιτικά κόμματα) έχουν επίσης ένα σκιώδες αρχέτυπο. Αυτές οι ομάδες μπορούν οποιαδήποτε στιγμή να δείξουν την σκοτεινή πλευρά τους για να δικαιολογήσουν βίαιες πράξεις ενάντια στην ανθρωπότητα.

Όσο καταπιέζουμε την σκιά, τόσο καταστρεπτική, ύπουλη και επικίνδυνη γίνεται. Σύμφωνα με τον Γιουνγκ, όταν την καταπιέζουμε, μπορεί να προβληθεί και να εμφανιστεί με τη μορφή νεύρωσης ή ψύχωσης.

Ομοίως, ο Γιουνγκ αναγνώρισε δύο τυπολογίες μέσα στο σκιώδες αρχέτυπο. Η πρώτη είναι η προσωπική σκιά. Την έχουμε όλοι με όλες τις μικρές απογοητεύσεις μας, τους φόβους, τον εγωισμό και την συνηθισμένη αρνητικότητα. Η άλλη είναι η απρόσωπη σκιά. Περιέχει την αρχέτυπη ουσία του κακού και συνοδεύει τις γενοκτονίες, τις ανελέητες δολοφονίες κτλ.

«Δυστυχώς δεν υπάρχει αμφιβολία για το γεγονός πως ο άνθρωπος είναι, ως όλον, λιγότερο καλός από όσο φαντάζεται ή θέλει να είναι. Όλοι έχουν μια σκιά και όσο λιγότερο ενσωματώνεται στην συνειδητή ζωή του ατόμου, τόσο πιο μαύρη και πυκνή γίνεται. Αν μια κατωτερότητα έχει συνείδηση, κάποιος πάντα έχει την ευκαιρία να τη διορθώσει. Επίσης, είναι συνεχώς σε επαφή με άλλα ενδιαφέροντα έτσι ώστε να υποβάλλεται σταθερά σε τροποποιήσεις. Αλλά αν αυτό καταπιέζεται και απομονώνεται από την συνείδηση, δεν διορθώνεται ποτέ. Επιπλέον, μπορεί να ξεσπάσει σε μια στιγμή άγνοιας. Σε όλα τα γεγονότα, διαμορφώνει ένα ασυνείδητο απροσδόκητο εμπόδιο που μπλοκάρει τις πιο πρόσφατες προσπάθειες». –Καρλ Γιουνγκ

Πως μπορώ να αντιμετωπίσω την σκιά μου;

Ίσως σκέφτεστε πως η θεωρία του σκιώδες αρχέτυπου είναι ενδιαφέρουσα. Έχει την γοητεία της, την μεταφορική της ουσία και ένα συγκεκριμένο μυστικισμό. Σε αυτή την εικόνα βλέπουμε την αντανάκλαση του κλασικού ταμπού. Αντιπροσωπεύει το κακό και την μοχθηρή πλευρά της ανθρώπινης προσωπικότητας που πάντα κεντρίζει το ενδιαφέρον μας. Αλλά υπάρχει κάτι σε αυτή τη θεωρία που μπορούμε να εφαρμόσουμε στην καθημερινή ζωή μας;

Η απάντηση είναι «ναι». Ο Γιουνγκ μας το υπενθυμίζει στα βιβλία του όπως το Archetypes and the Collective Unconscious. Λέει πως το έργο στη ζωή μας είναι να αποδεχτούμε τον εαυτό μας εντελώς και να ενσωματώσουμε την «σκιά» στην πραγματικότητα μας. Με αυτό τον τρόπο, μπορούμε να την γνωρίσουμε και να δουλέψουμε μαζί της. Το να την αγνοούμε και να της επιτρέπουμε να μένει στο ασυνείδητο μπορεί να μας στερήσει την ισορροπία και την ευκαιρία μας να είμαστε χαρούμενοι.

Μην ξεχνάτε αυτά που φτιάχνουν την έννοια που αποκαλούμε «σκιά». Εκεί βρίσκουμε τους φόβους μας, τα τραύματα του παρελθόντος, τις απογοητεύσεις που μας δηλητηριάζουν και τα όνειρα που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω του δισταγμού μας. Αν κρύψουμε όλους αυτούς το εσωτερικούς δαίμονες, γίνονται πιο άγριοι. Αν τους αποσιωπήσουμε, στο τέλος θα μας ελέγχουν. Θα προβάλλουν μια εικόνα του εαυτού μας που δεν μας αρέσει ή που δεν συμφωνούμε μαζί της.

Συνεπώς, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε πως η προσωπική μας ανάπτυξη και η ψυχολογική ευεξία πάντα θα εξαρτώνται από την ικανότητα μας να φέρουμε αυτές τις σκιές στο φως. Μόλις κάνουμε αυτή τη γενναία προσπάθεια, το ευαίσθητο αλλά πολύτιμο έργο της θεραπείας ξεκινά. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να βρούμε την γαλήνη και την ευεξία.

Συνέχεια καταπιέζεις το θυμό, το μίσος, τη ζήλια, τη κτητικότητα και σιγά σιγά βρίσκεις πως έχεις γίνει όλα όσα έχεις καταπιέσει

Ό,τι σε κάνει να ντρέπεσαι, το κρύβεις μέσα σου, στο ασυνείδητο.

Αυτό κινείται βαθύτερα μέσα στο είναι σου, κυκλοφορεί μέσα στο αίμα σου και σε κουμαντάρει από τα παρασκήνια…..

Αν θέλεις να καταπιέζεις, καταπιεσε κατι ομορφο. Ποτε μην καταπιεζεις κατι για το οποιο ντρεπεσαι, επειδη οτιδηποτε καταπιεζεις, πηγαινει βαθυτερα και οτιδηποτε εκφραζεις, θα εξατμιζεται στον ουρανο. Ετσι, ότι σε κανει να ντρεπεσαι, εκφρασε το, ωστε να τελειωνεις μαζι του.

Ότι ειναι ομορφο, κρατα το σαν θησαυρο μεσα σου, ωστε να συνεχιζει να επηρεαζει τη ζωη σου.

Εμεις ομως κανουμε ακριβως το αντιθετο. Οτι ειναι ομορφο, το εκφραζουμε. Για την ακριβεια, το εκφραζουμε υπερβολικα. Εκφραζουμε περισσοτερο απο οσο βρισκεται εκει. Λες συνεχεια «αγαπω, αγαπω, αγαπω» και μπορει να μην το εννοεις και τοσο πολυ.

Συνεχεια καταπιεζεις το θυμο, το μισος, τη ζηλια, τη κτητικοτητα και σιγα σιγα βρισκεις πως εχεις γινει ολα οσα εχεις καταπιεσει. Και τοτε εμφανιζεται βαθια ενοχη.

Δεν χρειαζεται να ντρεπεσαι για τιποτα. Τα παντα ειναι τελεια ετσι οπως ειναι. Δεν μπορει να υπαρξει πιο τελειος κοσμος απο αυτον. Αυτη εδω η στιγμη ειναι το αποκορυφωμα ολοκληρης της υπαρξης. Τιποτα δεν μπορει να ειναι πιο τελειο, γιαυτο απλως χαλαρωσε και απολαυσε το.

Ανοιξε τις πορτες σου στον ηλιο και στον αερα και στον ουρανο. Τοτε, θα σε διαπερνα παντοτε ενας καινουριος, φρεσκος αερας, καινουριες ακτινες του ηλιου θα σε διαπερνουν παντοτε.

Επιτρεψε στην κυκλοφορια της υπαρξης να σε διαπερασει. Ποτε μην εισαι αδιεξοδος δρομος, διαφορετικα μονο θανατος και σκονη μαζευονται.Απλως παρατα καθε αντιληψη ντροπης και ποτε μην κρινεις τιποτα…

Η τέχνη της τραγωδίας

Η τέχνη της τραγωδίας γεννήθηκε στα θέατρα της αρχαίας Ελλάδας τον 6ο αιώνα π.Χ. και παρακολουθούσε έναν ήρωα, συνήθως επιφανούς καταγωγής, βασιλιά ή διάσημο πολεμιστή, να ξεπέφτει από την ευμάρεια και την επιδοκιμασία στην ανέχεια και στο όνειδος. Τα καθέκαστα εξιστορούνταν με τέτοιον τρόπο, ώστε οι θεατές να οδηγούνται στο σημείο από τη μια να διστάζουν να καταδικάσουν τον ήρωα γι’ αυτά που του είχαν ενσκήψει και από την άλλη να παραδέχονται συγκαταβατικά ότι θα ήταν εύκολο μια μέρα να τσακιστούν κι αυτοί από κάποια παρόμοια συγκυρία, αν ο μη γένοιτο τύχαινε και στους ίδιους.

Η τραγωδία εμπεριέχει την απόπειρα να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στους ένοχους κι σε αυτούς που φαίνονται άμεμπτοι, αμφισβητεί τις καθιερωμένες απόψεις μας περί ατομικής ευθύνης και δείχνει μέσα από μια ευλαβική ψυχογραφία πώς γίνεται να φτάνει κάποιος στην ατίμωση, χωρίς την ίδια στιγμή να στερείται το δικαίωμά του να τον ακούσουν.

Αν η τραγωδία μας βοηθά να νοιαζόμαστε σε βαθμό ασυνήθιστο για τον ξεπεσμό κάποιου που μας είναι άγνωστος, αυτό οφείλεται στο ότι μας ωθεί να αντιληφθούμε τα αίτια της αποτυχίας του. Καθώς μαθαίνουμε περισσότερα για την περίσταση, αναγκαστικά την κατανοούμε καλύτερα και είμαστε σε θέση να συγχωρούμε ανάλογα. Η τραγωδία μας οδηγεί περίτεχνα να βαδίσουμε στα χνάρια του ήρωα, να διατρέξουμε την αδιόρατη και συχνά αθώα πορεία που συνδέει την ευημερία με την πτώση του, και να δούμε εκ των έσω την παράλογη σχέση μεταξύ προθέσεων και αποτελεσμάτων. Έτσι είναι αδύνατον να διατηρήσουμε το αδιάφορο ή εκδικητικό ύφος που θα παίρναμε ίσως αν διαβάζαμε στην εφημερίδα το σκελετό του ίδιου αφηγήματος.

Το καλοκαίρι του 1849 δημοσιεύθηκε σε διάφορα έντυπα της Νορμανδίας ένα λακωνικό αρθράκι. Μια 27χρονη ονόματι Ντελφίν Ντελαμάρ, το γένος Κουτυριέ, κάτοικος της κωμόπολης Ρυ – λίγο έξω από τη Ρουέν- είχε φτάσει να δυσφορεί στη ρουτίνα του έγγαμου βίου· δημιούργησε τεράστια χρέη αγοράζοντας περιττά ρούχα και οικιακά είδη, σύναψε μια εξωσυζυγική σχέση και, υπό το άχθος της ψυχικής και οικονομικής της κατάστασης, αυτοκτόνησε παίρνοντας αρσενικό. Η μαντάμ Ντελαμάρ άφηνε πίσω της μία ανήλικη κόρη κι έναν αλλόφρονα σύζυγο, τον Ευγένιο Ντελαμάρ, ο οποίος είχε αναλάβει αρμόδιος επί θεμάτων υγείας στο Ρυ αφότου σπούδασε ιατρική στη Ρουέν και ήταν ιδιαίτερα προσφιλής στην πελατεία του, καθώς και σεβαστό πρόσωπο της κοινότητας.

Στους αναγνώστες του άρθρου συμπεριλαμβανόταν ένας επίσης 27χρονος νέος που είχε βλέψεις να γίνει συγγραφέας, ο Γουστάβος Φλομπέρ. Η ιστορία της μαντάμ Ντελαμάρ δεν έλεγε να του φύγει από το νου· του έγινε, θα λέγαμε, εμμονή. Την πήρε μαζί του σ’ ένα ταξίδι ανά την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, ώσπου το Σεπτέμβριο του 1851 άρχισε να γράφει το μυθιστόρημα Η κυρία Μποβαρύ, που εκδόθηκε στο Παρίσι έξι χρόνια αργότερα.

Ένα από τα πολλά που συνέβησαν όταν η μαντάμ Ντελαμάρ, η μοιχός από το Ρυ, μεταμορφώθηκε σε κυρία Μποβαρύ εξ Υονβίλης, ήταν ότι η ζωή της έπαψε να χωρά στα όρια ενός ηθοπλαστικού αφηγήματος όπου τα πάντα είναι άσπρα ή μαύρο. Υπό τη μορφή άρθρου στις εφημερίδες η περίπτωση της Ντελφίν Ντελαμάρ είχε δώσει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στους συντηρητικούς επαρχιώτες σχολιαστές να την αξιοποιήσουν ως παράδειγμα για να καταγγείλουν τη μείωση του σεβασμού των νέων προς το θεσμό του γάμου, την εντεινόμενη εμπορευματοποίηση της κοινωνίας και τη φθορά των θρησκευτικών αξιών. Για τον Φλομπέρ όμως η τέχνη ήταν το άκρο αντίθετο της χονδροειδούς ηθικολογίας. Αποτελούσε ένα βασίλειο στο οποίο ήταν επιτέλους εφικτό να εξετάζονται ενδελεχώς τα κίνητρα και η συμπεριφορά των ανθρώπων, σε βάθος που θα καθιστούσε γελοία κάθε απόπειρα καθαγιασμού ή καταβαράθρωσής τους. Το μυθιστόρημά του δεν εκθέτει μόνο τις αφελείς απόψεις της Έμμας για τον έρωτα, αλλά μας επιτρέπει και να διακρίνουμε την προέλευσή τους: μας βάζει να την παρακολουθήσουμε στα παιδικά της χρόνια, να διαβάζουμε πάνω από τον ώμο της το προσευχητάρι της και να καθόμαστε μαζί με αυτήν και με τον πατέρα της –εκείνα τα ατέλειωτα απομεσήμερα του καλοκαιριού στο Τοστ- σε μια κουζίνα όπου κάθε τόσο ακούγονται από την αυλή τα γουρουνάκια που κοΐζουν ή το κακάρισμα μιας κότας. Τη βλέπουμε να παντρεύεται τον Κάρλο παρ’ όλο που δεν της ταιριάζει. Καταλαβαίνουμε ότι ο Κάρλο έχει πλανευτεί από τη μοναξιά του και από τα κάλλη της νεαρής, κι ότι η Έμμα τον παντρεύεται από ανάγκη, για να μην κλειστεί σε κάποιο μοναστήρι, χωρίς να ξέρει τίποτα για τους άντρες πέρ’ από αυτά που μάθαινες από τις αισθηματικές φυλλάδες του συρμού. 

Ως αναγνώστες φτάνουμε να συμμεριζόμαστε τα παράπονα του Κάρλο από την Έμμα και τα δικά της από αυτόν. Ο Φλομπέρ δίνει την εντύπωση ότι μας ειρωνεύεται που θα θέλαμε να ήταν πιο απλά τα πράγματα. Θα έλεγε κανείς ότι το απολαμβάνει να παρουσιάζει κολακευτικά την Έμμα και αμέσως μετά να τη διαβάλλει μ’ ένα καυστικό σχόλιο. Τη στιγμή όμως που αρχίζουμε να εκνευριζόμαστε μαζί της, πιστεύοντας ότι δεν είναι παρά μια κακομαθημένη εγωίστρια, ο Φλομπέρ την καθιστά πάλι ελκυστική, μας λέει κάτι για την ευαισθησία της που μας κάνει να δακρύσουμε. Έτσι, όταν πια χάνει οριστικά την υπόληψή της και μπουκωμένη με αρσενικό πέφτει κατάχαμα στην κάμαρά της περιμένοντας το θάνατο, μας είναι σχεδόν αδύνατον να διατηρούμε ακόμη τη διάθεση να την κατακρίνουμε.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ: ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ 2ος μ.Χ. αιώνας

Περί του ενυπνίου 9 κ.εξ.

(Μιλάει η προσωποποιημένη Παιδεία, που εμφανίζεται στο όνειρο του συγγραφέα.) 

«Εγώ, παιδί μου, είμαι η Παιδεία, οικεία πια και γνώριμη σε σένα, παρόλο που δεν με δοκίμασες ακόμα ως το τέλος. Αν πιστέψεις σε μένα, πρώτα απ’ όλα έχω να σου δείξω πολλά έργα παλαιών ανδρών και να σου ανιστορήσω θαυμαστά κατορθώματα και λόγους αυτών και να σε φέρω σε επαφή με καθετί, σαν να λέμε· και την ψυχή, που είναι το πιο σημαντικό κομμάτι σου, να σου στολίσω με πολλά και καλά στολίδια- με σωφροσύνη, δικαιοσύνη, ευσέβεια, πραότητα, επιείκεια, σύνεση, καρτερία, με τον έρωτα για τα ωραία, με τη ροπή προς τα πιο υψηλά· αυτά είναι στ’ αλήθεια ο άμωμος στολισμός της ψυχής. Δεν θα σου ξεφεύγει τίποτε από τα παλιά και τίποτε από αυτά που πρέπει να γίνουν τώρα- αλλά μαζί μου θα προβλέπεις ακόμα και τα μελλούμενα, και γενικά όλα όσα υπάρχουν, θεία και ανθρώπινα, θα σου τα μάθω σύντομα.

Και συ, ο τωρινός φτωχούλης, ο γιος του πάσα ένα σε λίγο χρόνο θα γίνεις ζηλευτός, θα σε φθονούν όλοι, θα δέχεσαι τιμές κι επαίνους, θα ευημερείς για τις αρετές σου και θα σε λοξοκοιτάζουν αυτοί που είναι ανώτεροι στη γενιά και στα πλούτη. Ακόμη κι αν ταξιδέψεις κάπου, ούτε στην ξένη χώρα θα είσαι άγνωστος και αφανής. Θα σε εφοδιάσω με τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε καθένας που θα σε βλέπει θα σκουντάει τον διπλανό του και θα δείχνει με το δάχτυλο, λέγοντας: “Να τος αυτός που σου ‘λεγα”. Αν πάλι οι φίλοι ή η πόλη ολόκληρη έχουν ν’ αντιμετωπίσουν κάποια σημαντική υπόθεση, σε σένα όλοι προσβλέπουν. Κι αν καμιά φορά τύχει να μιλήσεις κάπου, οι περισσότεροι θα σε ακούνε με ανοιχτό το στόμα, θα θαυμάζουν και θα μακαρίζουν εσένα για την ευφράδειά σου και τον πατέρα σου για την καλή του μοίρα. Αλλά και αυτό που λέγεται, ότι μερικοί άνθρωποι γίνονται αθάνατοι, κι αυτό θα σ’ το προσφέρω. Διότι, αν θα φύγεις και ο ίδιος από τη ζωή, ποτέ δεν θα πάψεις να συναναστρέφεσαι τους μορφωμένους και να συνομιλείς με τους άριστους. Κοίτα τον Δημοσθένη, τίνος γιος ήταν και πόσο σπουδαίο τον έκανα εγώ. Κοίτα τον Αισχίνη, που ήταν γιος τυμπανίστριας, κι όμως χάρη σε μένα τον κανάκευε ο Φίλιππος. Και στον ίδιο τον Σωκράτη, που ανατράφηκε από αυτή εδώ τη Γλυπτική, κι αμέσως μόλις κατάλαβε τι είναι το καλύτερο της ξέφυγε και αυτομόλησε προς εμένα, ακούς τι εγκώμια του ψάλλουν όλοι.

Ο ρυθμός της ζωής μας αποτελεί σοβαρή παράμετρο της ψυχολογίας και της συμπεριφοράς μας

Οι κάτοικοι της γης συγκροτούνται όχι μόνο κατά φυλή, έθνος, θρησκεία ή ιδεολογία, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, και σύμφωνα με τη θέση τους στο χρόνο. Εξετάζοντας τους σημερινούς πληθυσμούς σε όλο τον κόσμο, ανακαλύπτουμε ένα πολύ μικρό ποσοστό που ακόμα ζει κυνηγώντας και λεηλατώντας για τροφή, όπως έκαναν οι άνθρωποι πριν από χιλιετηρίδες. Οι άλλοι, η μεγάλη πλειονότητα του ανθρώπινου είδους, δεν εξαρτώνται από το κυνήγι της αρκούδας ή από τη συλλογή καρπών, αλλά από τη γεωργία. Ζουν, από πολλές απόψεις, όπως οι πρόγονοί τους, πριν από αιώνες. Αυτές οι δύο ομάδες μαζί αποτελούν ίσως το 70% όλων των ανθρώπινων υπάρξεων. Είναι οι άνθρωποι του παρελθόντος.

Αντίθετα, ένα ποσοστό κάπως μεγαλύτερο από το 25% του πληθυσμού της γης, βρίσκεται στις βιομηχανοποιημένες κοινωνίες. Η ζωή τους είναι σύγχρονη· Αποτελούν προϊόντα των πρώτων πενήντα χρόνων του 20ού αιώνα, βγαλμένοι από ομοιόμορφα καλούπια της μηχανοποίησης και της μαζικής εκπαίδευσης, διαπαιδαγωγημένοι με τις επίμονες αναμνήσεις του αγροτικού παρελθόντος της χώρας τους. Αυτοί ουσιαστικά, είναι οι άνθρωποι του παρόντος.

Ωστόσο, το υπόλοιπο 2% ή 3% του πληθυσμού της γης, δεν μπορεί πια να ενταχθεί ούτε στο παρελθόν, ούτε στο παρόν. Διότι μέσα στις κύριες εστίες της τεχνολογικής και πολιτισμικής αλλαγής, στη Σάντα Μόνικα, στην Καλιφόρνια και στο Καίμπριτζ, στη Μασσαχουσέτη, στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο και στο Τόκιο, υπάρχουν εκατομμύρια άντρες και γυναίκες, που μπορούν να θεωρηθούν ότι ήδη ζουν με τον τρόπο ζωής του μέλλοντος. Οι πρωτοπόροι, χωρίς να το συνειδητοποιούν, ζουν σήμερα όπως εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι θα ζήσουν αύριο. Και ενώ αποτελούν μόνο ένα μικρό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού, σχηματίζουν ήδη μια διεθνή κοινότητα του μέλλοντος ανάμεσά μας. Είναι οι προελαύνοντες αντιπρόσωποι των ανθρώπων, οι πρώτοι πολίτες στις ωδίνες της γέννησης της παγκόσμιας υπερ-βιομηχανικής κοινωνίας.

Τι είναι αυτό που τους κάνει να διαφέρουν απ’ το υπόλοιπο ανθρώπινο είδος; Σίγουρα είναι πλουσιότεροι, πιο μορφωμένοι, πιο δραστήριοι από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Εκτός αυτού, ζουν και περισσότερο. Αλλά αυτό που ιδιαίτερα προσδιορίζει τον άνθρωπο του μέλλοντος είναι ο ήδη σαφής προσανατολισμός του σε έναν νέο, γρήγορο ρυθμό ζωής. «Ζει πιο γρήγορα» από τους άλλους γύρω του.

Μερικούς ανθρώπους τους συναρπάζει αυτός ο έντονος ρυθμός ζωής —στην προσπάθειά τους να τον προκαλέσουν ξεπερνούν ακόμη και τον εαυτό τους και αισθάνονται αμηχανία, άγχος και ένταση όταν ο ρυθμός επιβραδύνεται. Διεκδικούν εναγωνίως να είναι παρόντες εκεί όπου «βρίσκεται η δράση». (Είναι αλήθεια ότι κάποιοι αδιαφορούν πλήρως για το αντικείμενο της δράσης, αρκεί να γίνεται με την αρμόζουσα μεγάλη ταχύτητα). Ο Τζέημς Α. Ουίλσον θεωρούσε, για παράδειγμα, ότι η γοητεία του γρήγορου ρυθμού ζωής συνιστά μια απ ’ τις κρυφές κινητήριες δυνάμεις της ευρέως γνωστής μαζικής μετανάστευσης Ευρωπαίων επιστημόνων στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Αφού μελέτησε τις περιπτώσεις 517 Βρετανών επιστημόνων και τεχνικών, ο Ουίλσον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτά που τους δελέασαν, δεν ήταν μόνο οι υψηλότεροι μισθοί ή οι καλύτερες συνθήκες έρευνας, αλλά και ο ταχύτερος ρυθμός ζωής. Οι μετανάστες, γράφει, «δεν αποθαρρύνονται καθόλου από τον ταχύτερο ρυθμό της Β. Αμερικής. Πέρα από οτιδήποτε άλλο, δείχνουν να προτιμούν αυτόν το ρυθμό ζωής». Ακόμη, ένας λευκός βετεράνος του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα στον Μισσισιπή, αναφέρει: «Οι άνθρωποι που είναι συνηθισμένοι σε μια έντονη αστική ζωή… δεν μπορούν να αντέξουν για πολύ στον Αγροτικό Νότο. Αυτός είναι ο λόγος που οδηγούν συνεχώς χωρίς συγκεκριμένο προορισμό και σκοπό. Τα ταξίδια είναι το βάλσαμο του Κινήματος». Αν και επιφανειακά άσκοπη, αυτή η περιπλάνηση αποτελεί έναν αντισταθμιστικό μηχανισμό. Όταν αντιληφθούμε τη δυνατή έλξη που μπορεί να ασκήσει στο άτομο ένας ορισμένος ρυθμός ζωής, τότε μόνο θα είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε πολλά που, διαφορετικά, συνιστούν μια ανεξήγητη ή «άσκοπη» συμπεριφορά.

Αλλά αν κάποιοι άνθρωποι ευημερούν με τον νέο ταχύ ρυθμό , κάποιοι άλλοι τον αποστρέφονται έντονα και κάνουν ό,τι μπορούν για να τον σταματήσουν. Απαραίτητη προϋπόθεσή για να συμβαδίσει κανείς με την ανατέλλουσα υπερ-βιομηχανική κοινωνία, είναι να συμβαδίζει με έναν κόσμο που κινείται ταχύτερα από ποτέ άλλοτε. Αυτοί όμως προτιμούν να αποσυρθούν, να πορευτούν σύμφωνα με τους δικούς τους αργούς ρυθμούς και δεν είναι καθόλου τυχαίο που ένα μιούζικαλ με τίτλο Σταματήστε τον κόσμο – Θέλω να κατέβω, σημείωσε εκπληκτική επιτυχία στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη.

Ο εφησυχασμός και η αναζήτηση νέων τρόπων «απόσυρσης» ή «απόδρασης» που χαρακτηρίζει κάποιους, αν όχι όλους τους χίπις, μπορεί να οφείλεται λιγότερο στην κραυγαλέα αποστροφή τους για τις αξίες ενός τεχνολογικού πολιτισμού και πιο πολύ σε μια ασυνείδητη προσπάθεια να αποδράσουν από ένα ρυθμό ζωής που πολλοί βρίσκουν αβάσταχτο. Προφανώς δεν αποτελεί απλή σύμπτωση το γεγονός ότι περιγράφουν την κοινωνία σαν ένα διαρκή «αθέμιτο ανταγωνισμό» — με έναν όρο δηλαδή που παραπέμπει πολύ συγκεκριμένα στον ταχύ βηματισμό της κοινωνίας.

Μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι είναι ακόμα πιο πιθανόν να αντιδράσουν έντονα ενάντια σε οποιαδήποτε περαιτέρω επιτάχυνση της αλλαγής. Υπάρχει μια στέρεη μαθηματική βάση για το γεγονός ότι συχνά η μεγάλη ηλικία συσχετίζεται με τον συντηρητισμό: για τους ηλικιωμένους ο χρόνος κυλάει πιο γρήγορα.

Όταν ένας πενηντάχρονος πατέρας λέει στον δεκαπεντάχρονο γιο του ότι θα πρέπει να περιμένει δύο χρόνια για να αποκτήσει δικό του αυτοκίνητο, αυτό το μεσοδιάστημα των 730 ημερών αντιπροσωπεύει χρονικά μόνο ένα 4% της περιόδου ζωής του πατέρα και περισσότερο από 13% της ζωής του παιδιού. Δεν είναι καθόλου παράξενο που στο παιδί η καθυστέρηση φαίνεται τρεις ή τέσσερις φορές μεγαλύτερη απ ’ ό,τι στον πατέρα. Για τον ίδιο λόγο, δύο ώρες στη ζωή ενός τετράχρονου παιδιού αποτελεί το ακριβές αντίστοιχο των δώδεκα ωρών στη ζωή της εικοσιτετράχρονης μητέρας του. Όταν ζητάμε από το παιδί να περιμένει ένα κομμάτι γλυκό, είναι σαν να ζητάμε από τη μητέρα να περιμένει δεκατέσσερις ώρες για έναν καφέ.

Μπορεί, επίσης να υπάρχει και μία βιολογική βάση για αυτές τις διαφορές στην υποκειμενική αντίδραση στο χρόνο. Ο ψυχολόγος Τζον Κοέν, του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, γράφει ότι με το πέρασμα της ηλικίας, τα ημερολογιακά χρόνια προοδευτικά φαίνονται να συρρικνώνονται. Εκ των υστέρων, κάθε χρόνο φαίνεται συντομότερος από αυτόν που μόλις συμπληρώθηκε, πιθανόν σαν αποτέλεσμα μιας βαθμιαίας επιβράδυνσης των «μεταβολικών Εργασιών». Στους ηλικιωμένος, σε σχέση με επιβράδυνση των δικών τους βιολογικών ρυθμών, ο κόσμος φαίνεται να κινείται ταχύτερα, ακόμα κι αν αυτό στην πραγματικότητα δε συμβαίνει.

‘Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι οποιαδήποτε επιτάχυνση της αλλαγής, που έχει σαν αποτέλεσμα τη συσσώρευση περισσότερων καταστάσεων μέσα στο εμπειρικό κανάλι σ * ένα δεδομένο χρονικό διάστημα, στη συνείδηση του ηλικιωμένου υπερβάλλεται. Καθώς ο ρυθμός της αλλαγής στην κοινωνία αυξάνεται, ολοένα και πιο πολλοί μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι αισθάνονται τη διαφορά πολύ έντονα. Γίνονται κι αυτοί απόβλητοι της κοινωνίας, αποσυρόμενοι σ’ ένα περιχαρακωμένο περιβάλλον, μειώνοντας στο ελάχιστο την επικοινωνία με τον ταχέως κινούμενο εξωτερικό κόσμο και, τελικά, υπολειτουργούν μέχρι το θάνατό τους. Μπορεί ποτέ να μην μπορέσουμε να λύσουμε τα ψυχολογικά προβλήματα των ηλικιωμένων, αν δεν ανακαλύψουμε τους τρόπους — μέσω της βιοχημείας ή της επιμόρφωσης— που θα μας επιτρέψουν να αλλάξουμε την αντίληψή τους για το χρόνο, ή να τους προσφέρουμε καλά στεγανοποιημένους χώρους, μέσα στους οποίους ο ρυθμός της ζωής θα ελέγχεται, ή ακόμη και θα διευθετείται σύμφωνα με ένα ημερολόγιο «κινητής κλίμακας», το οποίο θα αντανακλά τη δική τους υποκειμενική αίσθηση του χρόνου.

Πολλές συγκρούσεις που, διαφορετικά, θα ήταν ακατανόητες ανάμεσα στις γενιές, στους γονείς και τα παιδιά, στους συζύγους— μπορούν να αποδοθούν στις διαφορετικές αντιδράσεις απέναντι στην επιτάχυνση του ρυθμού της ζωής. Το ίδιο ισχύει και για τις αντιθέσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς.

Κάθε πολιτισμός έχει τον δικό του χαρακτηριστικό βηματισμό. Ο F. Μ. Esfantaiary, ο Ιρανός συγγραφέας, αναφέρθηκε στη σύγκρουση δύο συστημάτων διαφορετικών ρυθμών, όταν Γερμανοί μηχανικοί πριν από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, ανέλαβαν την κατασκευή ενός σιδηροδρόμου στη χώρα του. Οι Ιρανοί και, γενικότερα, οι προερχόμενοι από τη Μέση Ανατολή, χαρακτηρίζονται από μια πιο χαλαρή στάση απέναντι στο χρόνο έναντι των Αμερικανών και των Δυτικοευρωπαίων. Όταν τα συνεργεία των Ιρανών καθυστερούσαν συστηματικά κατά δέκα λεπτά για να φτάσουν στο χώρο εργασίας, οι Γερμανοί, απόλυτα συνεπείς οι ίδιοι και, πάντα βιαστικοί, προέβαιναν σε μαζικές απολύσεις, οι Ιρανοί μηχανικοί δυσκολεύτηκαν να τους πείσουν ότι, με τα δεδομένα της Μ. Ανατολής, οι εργάτες ήταν ηρωικά συνεπείς και ότι αν οι απολύσεις συνεχίζονταν πολύ σύντομα δε θα έμενε κάνεις για να εργαστεί, παρά μόνο γυναίκες και παιδιά.

Αυτή η απάθεια απέναντι στο χρόνο εξοργίζει τους ανθρώπους που κινούνται με γρήγορους και προγραμματισμένους ρυθμούς. Έτσι οι Ιταλοί από τις βιομηχανικές πόλεις του Βορρά, το Μιλάνο ή το Τορίνο, περιφρονούν τους σχετικά βραδύρρυθμους Σικελούς, των οποίων η ζωή ακόμα χαρακτηρίζεται από τους βραδύτερους αγροτικούς ρυθμούς. Οι Σουηδοί της Στοκχόλμης ή του Γκαίτεμπουργκ αισθάνονται την ίδια περιφρόνηση για τους κατοίκους του Λαπλάντ. Οι Αμερικανοί λοιδορούν τους Μεξικανούς, για τους οποίους το manana σημαίνει, στην πραγματικότητα, αρκετά σύντομα. Στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι Βόρειοι θεωρούν τους Νότιους αργοκίνητους, και οι μεσοαστοί Μαύροι κατακρίνουν τους ομοφύλους τους της εργατικής τάξης που συμμετέχουν στην οργάνωση «Η εποχή των Μαύρων». Αντίθετα, σε σύγκριση με όλους σχεδόν τους άλλους, οι λευκοί Αμερικανοί και Καναδοί θεωρούνται δραστήριοι και πολυμήχανοι.

Οι λαοί μερικές φορές αντιστέκονται σθεναρά σε μια αλλαγή του ρυθμού. Αυτό το γεγονός εξηγεί και την παθολογική αντίδρασή ενάντια στη λεγάμενη «Αμερικανοποίηση» της Ευρώπης. Η νέα τεχνολογία στην οποία βασίζεται η θεωρία του υπερ-βιομηχανισμού και, σε μεγάλο βαθμό, προγραμματίζεται στα Αμερικάνικα ερευνητικά εργαστήρια, συνεπάγεται μια αναπόφευκτη επίσπευση της κοινωνικής αλλαγής και μια συνακόλουθη επιτάχυνση του ρυθμού της ιδιωτικής ζωής. Οι αντι-Αμερικανοί ρήτορες, αν και επιλέγουν για στόχο τους τους κομπιούτερ και την Κόκα-Κόλα, η πραγματική τους αντίρρηση μπορεί εύκολα να εντοπιστεί στην εισβολή στην Ευρώπη μιας ξένης αντίληψης για τον χρόνο. Η Αμερική, ως η αιχμή του δόρατος του υπερ-βιομηχανισμού, αντιπροσωπεύει έναν νέο, ταχύτερο και άκρως ανεπιθύμητο ρυθμό.

Αυτό ακριβώς το πρόβλημα αποκαλύπτει χαρακτηριστικά η έντονη αποδοκιμασία ‘μα την πρόσφατη εμφάνιση των αμερικανικού τύπου καταστημάτων αναψυκτικών, καλλυντικών και φάρμακων στο Παρίσι. Για πολλούς Γάλλους, η ύπαρξή τους συνιστά κραυγαλέα μαρτυρία ενός δυσοίωνου «πολιτισμικού ιμπεριαλισμού» των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι Αμερικανοί δυσκολεύονται να κατανοήσουν μια τόσο εμπαθή αντίδραση σε ένα, απόλυτα αθώο, πρατήριο αναψυκτικών, όπου ο δικασμένος Γάλλος πίνει γρήγορα ένα μιλκ-σέικ, αντί να χασομερά για δύο ώρες με κάποιο απεριτίφ σε ένα υπαίθριο μπιστρό. Αξίζει να σημειωθεί ότι, καθώς η νέα τεχνολογία τα τελευταία χρόνια έχει επεκταθεί, περίπου 30.000 μπιστρό έκλεισαν, θύματα, σύμφωνα με το Time ενός «βραχυπρόθεσμου πολιτισμού». (Πράγματι, μπορεί οι λόγοι της ευρέως διαδεδομένης Ευρωπαϊκής αντιπάθειας για το Time να μην είναι εξ ολοκλήρου πολιτικοί, αλλά, ασυνείδητα, να απορρέει από τους συνειρμούς που δημιουργεί ο τίτλος του. To TIME με την ακριβολογία του και το, χωρίς ανάσα, στιλ, του, εξάγει κάτι πολύ περισσότερο από τον Αμερικάνικο Τρόπο Ζωής. Ενσαρκώνει και εξάγει τον Αμερικάνικο Ρυθμό Ζωής).

Η προσδοκία της διάρκειας

Για να κατανοήσουμε γιατί η επιτάχυνση του ρυθμού ζωής μπορεί να αποδείχνει ενοχλητική και αποδιοργανωτική, είναι πολύ σημαντικό να να συλλάβουμε την έννοια της «προσδοκίας της διάρκειας».

Η αντίληψη του ανθρώπου για το χρόνο συνδέεται στενά με τους εσωτερικούς του ρυθμούς. Αλλά η αντίδρασή του στο χρόνο βρίσκεται σε αντιστοιχία με την πολιτισμική του τοποθέτηση. Ένα μέρος αυτής της αντιστοιχίας συνίσταται στη δημιουργία μιας σειράς προσδοκιών στο παιδί, σε σχέση με τη διάρκεια των γεγονότων, των λειτουργιών ή των σχέσεων. Πράγματι, ένα απ’ τα πιο σημαντικά είδη γνώσεων που μεταδίδουμε στο παιδί, είναι η γνώση της διάρκειας των πραγμάτων. Αυτή η γνώση μεταβιβάζεται με αδιόρατους, άτυπους και συχνά μηχανικούς τρόπους. Παρ’ όλ’ αυτά, χωρίς ένα πλούσιο σύνολο κοινωνικά αποδεκτών προσδοκιών της διάρκειας, κανένα άτομο δε θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά.

Από τη βρεφική ηλικία το παιδί μαθαίνει, για παράδειγμα, ότι όταν ο μπαμπάς φεύγει το πρωί για τη δουλειά του, αυτό σημαίνει ότι δε θα επιστρέφει πριν περάσουν πολλές ώρες. (Εάν επιστρέφει, κάτι δεν πάει καλά, το πρόγραμμα χάλασε. Το παιδί το διαισθάνεται. Ακόμη και ο σκύλος της οικογένειας —έχοντας κι αυτός αποκτήσει μια σειρά προσδοκιών της διάρκειας— έχει επίγνωση της αλλαγής της ρουτίνας). Το παιδί, πολύ σύντομα, μαθαίνει ότι η ώρα του φαγητού δεν είναι υπόθεση ενός λεπτού, ούτε πέντε ωρών, αλλά ότι συνήθως διαρκεί από δεκαπέντε λεπτά έως μία ώρα. Μαθαίνει ότι ένα φιλμ διαρκεί δύο έως τέσσερις ώρες, αλλά μια επίσκεψη στον παιδίατρο σπάνια ξεπερνά τη μία ώρα. Μαθαίνει ότι η σχολική μέρα συνήθως διαρκεί έξι ώρες και η σχέση του με έναν καθηγητή, ένα σχολικό έτος, αλλά ότι η σχέση του με τον παππού και τη γιαγιά του προορίζεται να είναι πολύ μεγαλύτερης διάρκειας. Πραγματικά, κάποιες σχέσεις προορίζονται να διαρκέσουν μια ολόκληρη ζωή. Η συμπεριφορά των ενηλίκων, ουσιαστικά όλες οι πράξεις μας, από το να ταχυδρομήσουμε ένα γράμμα μέχρι το να κάνουμε έρωτα, υπόκεινται σε συγκεκριμένες, ειπωμένες ή μη, προϋποθέσεις σχετικά με τη διάρκεια.

Αυτές ακριβώς οι προσδοκίες της διάρκειας, διαφορετικές σε κάθε κοινωνία, αλλά από νωρίς διαμορφωμένες και βαθιά ριζωμένες, είναι που κλονίζονται όταν αλλάζει ο ρυθμός της ζωής.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο φαίνεται και η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σ ’ εκείνους που υποφέρουν από τον εντεινόμενο ρυθμό ζωής και σ’ εκείνους που είναι σε θέση να τον αξιοποιήσουν δημιουργικά. Αν ένα άτομο δεν προσαρμόσει τις προσδοκίες του για τη διάρκεια, έτσι ώστε να αντιστοιχούν στη συνεχή επιτάχυνση, είναι πιθανόν να φανταστεί ότι δύο καταστάσεις που, κατά τα άλλα, μοιάζουν μεταξύ τους, ταυτίζονται και ως προς τη διάρκεια. Είναι όμως βέβαιο ότι οι ορισμένες τουλάχιστον καταστάσεις θα συμπτυχθούν χρονικά, σαν αποτέλεσμα της επιταχυντικής ώθησης.

Το άτομο, το οποίο έχει αφομοιώσει την αρχή της επιτάχυνσης -που αισθάνεται, φυσικά και διανοητικά, ότι τα πράγματα στον κόσμο γύρω του κινούνται ταχύτερα— δημιουργεί ένα αυτόματο, ασυνείδητο αντιστάθμισμα της χρονικής σύμπτυξης. Προβλέποντας ότι οι καταστάσεις θα διαρκέσουν λιγότερο, σπάνια παρουσιάζεται απροετοίμαστο ή συγκλονισμένο, σε αντίθεση με το άτομο, που δεν προβλέπει σταθερά τη συνεχή συρρίκνωση της διάρκειας των καταστάσεων, αλλά οι προσδοκίες του για τη διάρκεια είναι στατικές.

Εν ολίγοις, ο ρυθμός της ζωής πρέπει να θεωρείται σαν κάτι περισσότερο από μία τετριμμένη φράση, μια αιτία αστεϊσμών, παραπόνων ή εθνικών καταστολών. Αποτελεί μία ψυχολογική μεταβλητή κρίσιμης σημασίας. Σε προηγούμενες εποχές, όταν οι ρυθμοί της κοινωνικής αλλαγής ήταν αργοί, οι άνθρωποι παρέμεναν ανυποψίαστοι σε σχέση μ ’ αυτή τη μεταβλητή. Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ζωής ενός ανθρώπου, ο ρυθμός είναι δυνατόν, σε κάποιο βαθμό, να ποικίλλει, αλλά η επιταχυντική ώθηση τον μεταβάλλει ριζικά. Διότι, ακριβώς μέσα από την επιτάχυνση του ρυθμού ζωής, η αυξημένη ταχύτητα μιας ευρείας επιστημονικής, τεχνολογικής αλλαγής, μετατρέπεται σε δύναμη δύναμη πίεσης στη ζωή του ατόμου. Ένα μεγάλα μέρος της της ανθρώπινης συμπεριφοράς, προκαλείται από την έλξη ή τον ανταγωνισμό απέναντι στον ρυθμό ζωής, που επιβάλλεται στο άτομο από την κοινωνία ή από την κοινωνική στην οποία είναι ενταγμένο. Η αποτυχία του να αφομοιώσει αυτή τη γενική αρχή, οφείλεται στην επικίνδυνη ανικανότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και της ψυχολογίας να προετοιμάσουν τους ανθρώπους για τη δημιουργική συμμετοχή τους σε μια υπερ-βιομηχανική κοινωνία.

ΣΕΝΕΚΑΣ: Βαδίζοντας πάνω στο δικό μας δρόμο

Τίποτε επομένως δεν είναι ανάγκη να τονιστεί περισσότερο από την προειδοποίηση ότι δε θα πρέπει να πάρουμε, σαν τα πρόβατα, τη γραμμή του κοπαδιού που προηγείται, ταξιδεύοντας έτσι πάνω στο δρόμο που βαδίζουν όλοι, αλλά πάνω στο δρόμο που οφείλουμε να βαδίσουμε. Τίποτε, πράγματι, δε μας δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα από το γεγονός ότι προσαρμόζουμε τον εαυτό μας στις κοινές διαδόσεις, πιστεύοντας ότι όσα γίνονται αποδεκτά με την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, αυτά είναι και τα άριστα – το γεγονός δηλαδή ότι, με το να ακολουθούμε τόσο πολλούς, ζούμε στην ουσία σύμφωνα με τους κανόνες όχι της λογικής αλλά της μίμησης. Το αποτέλεσμα είναι πως, ο ένας μετά τον άλλο, συσσωρεύονται οι άνθρωποι που οδεύουν ολοταχώς προς την καταστροφή. Και, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν, σε μια μεγάλη ανθρώπινη συμφορά, οι άνθρωποι συμπιέζουν ο ένας τον άλλο και κανείς δεν μπορεί να καταρρεύσει χωρίς να συμπαρασύρει και τους άλλους στην πτώση του, καθώς η κατάρρευση των πρώτων επιφέρει τον όλεθρο και των τελευταίων, το ίδιο πράγμα θα μπορούσες να δεις σε κάθε περίπτωση και στη ζωή. Τα σφάλματα κάθε ανθρώπου δεν προκαλούν σ’ εκείνον μόνο ζημιά, αλλά καθένας από μας είναι ο ίδιος αιτία και υπεύθυνος του λάθους που θα κάνει και κάποιος άλλος.

Γιατί είναι επικίνδυνο να αναθέτουμε την ασφάλεια του εαυτού μας στο πλήθος που προπορεύεται και –ακριβώς επειδή καθένας μας είναι προθυμότερος να εμπιστευτεί κάποιον άλλο παρά να αποφασίσει ανεξάρτητα για τον εαυτό του- ουδέποτε να θέτουμε υπό έλεγχο τη ζωή μας, αλλά να δείχνουμε απεναντίας τυφλή εμπιστοσύνη στους άλλους, έτσι ώστε κάποιο λάθος που έχει περάσει από τον ένα στον άλλο να εμπλέκει τελικά και μας τους ίδιους και να απεργάζεται την καταστροφή μας. Το παράδειγμα των άλλων μας καταστρέφει· η αποδέσμευση από το πλήθος είναι σωτήρια. Γιατί αυτό, υπερασπίζοντας το λάθος του έρχεται σε αντίθεση με τη λογική. Συμβαίνει έτσι το ίδιο ακριβώς πράγμα που γίνεται και στις εκλογές, όπου τα ίδια εκείνα άτομα που εξέλεξαν τους πραίτορες απορούν όταν η ευμετάβλητη λαϊκή εύνοια μετατοπιστεί στο θέμα της εκλογής των πραιτόρων. Το ίδιο πράγμα έχει τη μια στιγμή την εύνοιά μας, την άλλη την αποδοκιμασία μας· αυτή είναι η έκβαση κάθε απόφασης που ακολουθεί τις επιλογές του πλήθους.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Για μια ευτυχισμένη ζωή

Πλάτων: Ο κόσμος των ιδεών

Μια από τις ιδέες που οι περισσότεροι θεωρούν ότι δεν είναι του Σωκράτη, αλλά του Πλάτωνα είναι ότι ο κόσμος δεν είναι καθόλου έτσι όπως φαίνεται. Υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ φαινομενικότητας και πραγματικότητας. Οι περισσότεροι συγχέουμε τη φαινομενικότητα με την πραγματικότητα. Πιστεύουμε πως καταλαβαίνουμε, αλλά δεν καταλαβαίνουμε. Ο Πλάτων πίστευε ότι μόνο οι φιλόσοφοι καταλαβαίνουν πως είναι πραγματικά ο κόσμος. Ανακαλύπτουν τη φύση της πραγματικότητας με το να σκέφτονται παρά με το να βασίζονται στις αισθήσεις τους.

Για να υποστηρίξει τη θέση του, ο Πλάτων περιέγραψε ένα σπήλαιο. Σε αυτό το φανταστικό σπήλαιο υπάρχουν άνθρωποι αλυσοδεμένοι που κοιτάζουν έναν τοίχο. Μπροστά τους βλέπουν σκιές να τρεμοπαίζουν, τις οποίες εκλαμβάνουν ως αληθινά πράγματα. Δεν είναι. Αυτό που βλέπουν είναι σκιές τις οποίες δημιουργούν πράγματα που βρίσκονται μπροστά από μια φωτιά. Αυτοί οι άνθρωποι περνούν όλη τους τη ζωή πιστεύοντας ότι οι σκιές που προβάλλονται στον τοίχο είναι ο πραγματικός κόσμος. Ύστερα ένας από αυτούς ελευθερώνεται από τις αλυσίδες του και στρέφεται προς τη φωτιά. Αρχικά τα μάτια του είναι θαμπά, έπειτα όμως αρχίζει να βλέπει που βρίσκεται. Βγαίνει παραπατώντας από το σπήλαιο και εντέλει κατορθώνει να κοιτάξει τον ήλιο. Όταν επιστρέψει στο σπήλαιο, κανείς δεν πιστεύει όσα εκείνος τους λέει για τον εξωτερικό κόσμο. Ο άνθρωπος που ελευθερώνεται μοιάζει με τον φιλόσοφο. Βλέπει πέρα από τα φαινόμενα. Οι απλοί άνθρωποι γνωρίζουν ελάχιστα την πραγματικότητα επειδή αρκούνται στο να βλέπουν ότι βρίσκεται μπροστά τους και δεν το στοχάζονται βαθιά. Όμως τα φαινόμενα απατούν. Βλέπουν σκιές, όχι την πραγματικότητα.

Αυτή η ιστορία για το σπήλαιο συνδέεται με ότι έμεινε γνωστό ως Πλατωνική Θεωρία των Ιδεών. Σκεφτείτε όλους τους κύκλους που έχετε δει στη ζωή σας. Ήταν κανείς τέλειος; Όχι. Κανείς δεν ήταν απόλυτα τέλειος. Ο Πλάτων θα έλεγε ότι η ιδέα ενός τέλειου κύκλου είναι η Ιδέα του κύκλου. Αν θέλετε να καταλάβετε τι είναι ένας κύκλος, πρέπει να εστιάσετε στην Ιδέα του κύκλου, όχι στους πραγματικούς κύκλους που μπορείτε να σχεδιάσετε και να βιώσετε μέσω της όρασης σας, καθώς όλοι αυτοί είναι κατά κάποιον τρόπο ατελείς.

Ομοίως πίστευε ο Πλάτων, αν θέλετε να καταλάβετε τι είναι το αγαθό, τότε πρέπει να επικεντρωθείτε στην Ιδέα του αγαθού, όχι σε συγκεκριμένα παραδείγματα του που παρατηρείτε. Οι φιλόσοφοι είναι οι πιο κατάλληλοι άνθρωποι στο να στοχάζονται τις Ιδέες με αυτό τον αφηρημένο τρόπο· οι απλοί άνθρωποι παρεκκλίνουν από τον κόσμο όσο τον αντιλαμβάνονται με τις αισθήσεις τους.

Επειδή οι φιλόσοφοι στοχάζονται καλά την πραγματικότητα, ο Πλάτων πίστευε πως πρέπει να κατέχουν τον έλεγχο και όλη την πολιτική εξουσία. Στην Πολιτεία του, το διασημότερο έργο του, περιέγραψε μια φανταστική τέλεια κοινωνία. Οι φιλόσοφοι βρίσκονται στην κορυφή και έχουν ειδική εκπαίδευση· όμως θυσιάζουν τις ηδονές τους για χάρη των πολιτών τους οποίους κυβερνούν. Από κάτω τους βρίσκονται οι στρατιώτες - φύλακες που έχουν εκπαιδευτεί για να υπερασπίζονται τη χώρα, και κάτω απ’ αυτούς βρίσκονται οι εργάτες. Αυτές οι τρεις ομάδες ανθρώπων μπορούν να έχουν την τέλεια ισορροπία, πίστευε ο Πλάτων, μια ισορροπία που μοιάζει με τον καλά ισορροπημένο νου, όπου το έλλογο τμήμα ελέγχει τα συναισθήματα και τις επιθυμίες.

Ο Πλάτων απαγόρευε την τέχνη, επειδή πίστευε πως αναπαριστά εσφαλμένα την πραγματικότητα. Κάθε πτυχή της ζωής στην ιδανική πολιτεία του Πλάτωνα ελέγχεται αυστηρά άνωθεν. Ο Πλάτων πίστευε πως το να αφήνουμε τους ανθρώπους να ψηφίζουν είναι σαν να αφήνουμε τους περαστικούς να οδηγήσουν ένα πλοίο –είναι καλύτερο να αναλαμβάνουν τα πράγματα οι άνθρωποι που γνωρίζουν τι κάνουν.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (3.18.1-3.18.9)

[3.18.1] Ἐκ δὲ τούτου τὰ μὲν σκευοφόρα καὶ τοὺς Θεσσαλοὺς ἱππέας καὶ τοὺς ξυμμάχους καὶ τοὺς μισθοφόρους τοὺς ξένους καὶ ὅσοι ἄλλοι τοῦ στρατεύματος βαρύτερον ὡπλισμένοι ξὺν Παρμενίωνι ἐκπέμπει ὡς ἐπὶ Πέρσας ἄγειν κατὰ τὴν ἁμαξιτὸν τὴν ἐς Πέρσας φέρουσαν. [3.18.2] αὐτὸς δὲ τούς τε Μακεδόνας τοὺς πεζοὺς ἀναλαβὼν καὶ τὴν ἵππον τὴν ἑταιρικὴν καὶ τοὺς προδρόμους ἱππέας καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας καὶ τοὺς τοξότας ᾔει σπουδῇ τὴν διὰ τῶν ὀρῶν. ὡς δὲ ἐπὶ τὰς πύλας τὰς Περσίδας ἀφίκετο, καταλαμβάνει αὐτοῦ Ἀριοβαρζάνην τὸν Περσῶν σατράπην πεζοὺς μὲν ἐς τετρακισμυρίους ἔχοντα, ἱππέας δὲ ἐς ἑπτακοσίους, διατετειχικότα τὰς πύλας καὶ αὐτοῦ πρὸς τῷ τείχει ἐστρατοπεδευκότα, ὡς εἴργειν τῆς παρόδου Ἀλέξανδρον.
[3.18.3] Τότε μὲν δὴ αὐτοῦ κατεστρατοπεδεύσατο· τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ξυντάξας τὴν στρατιὰν ἐπῆγε τῷ τείχει. ὡς δὲ ἄπορόν τε διὰ δυσχωρίαν ἐφαίνετο αἱρεθῆναι καὶ πολλὰς πληγὰς οἱ ἀμφ᾽ αὐτὸν ἐλάμβανον ἐξ ὑπερδεξίου τε χωρίου καὶ ἀπὸ μηχανῶν βαλλόμενοι, τότε μὲν ἀποχωρεῖ ἐς τὸ στρατόπεδον· [3.18.4] τῶν δὲ αἰχμαλώτων φρασάντων ἄλλην ὁδὸν περιάξειν αὐτόν, ὡς εἴσω παρελθεῖν τῶν πυλῶν, ἐπεὶ τραχεῖαν τὴν ὁδὸν καὶ στενὴν ἐπύθετο, Κρατερὸν μὲν αὐτοῦ καταλείπει ἐπὶ στρατοπέδου τήν τε αὑτοῦ τάξιν ἔχοντα καὶ τὴν Μελεάγρου καὶ τῶν τοξοτῶν ὀλίγους καὶ τῶν ἱππέων ἐς πεντακοσίους, [3.18.5] καὶ προστάττει αὐτῷ, ἐπειδὰν ἐκπεριεληλυθότα αὑτὸν αἴσθηται καὶ προσάγοντα ἤδη τῷ στρατοπέδῳ τῶν Περσῶν (αἰσθήσεσθαι δὲ οὐ χαλεπῶς, σημανεῖν γὰρ αὐτῷ τὰς σάλπιγγας), τότε δὲ προσβαλεῖν τῷ τείχει· αὐτὸς δὲ προὐχώρει νύκτωρ καὶ διελθὼν ὅσον ἑκατὸν σταδίους ἀναλαμβάνει τοὺς ὑπασπιστὰς καὶ τὴν Περδίκκου τάξιν καὶ τῶν τοξοτῶν τοὺς κουφοτάτους καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας καὶ τῶν ἑταίρων τὴν ἴλην τὴν βασιλικὴν καὶ τετραρχίαν πρὸς ταύτῃ μίαν ἱππικήν, καὶ ξὺν τούτοις ᾔει ἐπικάμψας ὡς ἐπὶ τὰς πύλας, ἵν᾽ οἱ αἰχμάλωτοι ἦγον. [3.18.6] Ἀμύνταν δὲ καὶ Φιλώταν καὶ Κοῖνον τὴν ἄλλην στρατιὰν ὡς ἐπὶ τὸ πεδίον ἄγειν καὶ τὸν ποταμόν, ὃν ἐχρῆν περᾶσαι ἰόντα ἐπὶ Πέρσας, γεφυροῦν ἐκέλευσεν· αὐτὸς δὲ ᾔει ὁδὸν χαλεπὴν καὶ τραχεῖαν καὶ ταύτην δρόμῳ τὸ πολὺ ἦγε. τὴν μὲν δὴ πρώτην φυλακὴν τῶν βαρβάρων πρὶν φάους ἐπιπεσὼν διέφθειρε καὶ τῶν δευτέρων τοὺς πολλούς· [3.18.7] τῆς τρίτης δὲ οἱ πλείους διέφυγον, καὶ οὐδὲ οὗτοι ἐς τὸ στρατόπεδον τὸ Ἀριοβαρζάνου ἔφυγον, ἀλλ᾽ αὐτόθεν ὡς εἶχον ἐς τὰ ὄρη πεφοβημένοι, ὥστε ἔλαθεν ὑπὸ τὴν ἕω ἐπιπεσὼν τῷ στρατοπέδῳ τῶν πολεμίων. καὶ ἅμα μὲν προσέβαλλε τῇ τάφρῳ, ἅμα δὲ αἱ σάλπιγγες ἐσήμαινον τοῖς ἀμφὶ Κρατερόν, καὶ Κρατερὸς προσῆγε τῷ προτειχίσματι. [3.18.8] οἱ πολέμιοι δὲ πάντοθεν ἀμφίβολοι γιγνόμενοι οὐδὲ ἐς χεῖρας ἐλθόντες ἔφυγον, ἀλλὰ πανταχόθεν γὰρ εἴργοντο, τῇ μὲν Ἀλεξάνδρου ἐπικειμένου, ἄλλῃ δὲ τῶν ἀμφὶ Κρατερὸν παραθεόντων, ὥστε ἠναγκάσθησαν οἱ πολλοὶ αὐτῶν ἐς τὰ τείχη ἀποστρέψαντες φεύγειν· εἴχετο δὲ καὶ τὰ τείχη πρὸς τῶν Μακεδόνων ἤδη. [3.18.9] Ἀλέξανδρος γὰρ τοῦτο αὐτὸ ὅπερ ξυνέβη ὑποτοπήσας Πτολεμαῖον ἀπολελοίπει αὐτοῦ, ἔχοντα τῶν πεζῶν ἐς τρισχιλίους, ὥστε οἱ μὲν πλεῖστοι τῶν βαρβάρων ἐν χερσὶ πρὸς τῶν Μακεδόνων κατεκόπησαν, οἱ δὲ καὶ ἐν τῇ φυγῇ φοβερᾷ γενομένῃ κατὰ τῶν κρημνῶν ῥίψαντες ἀπώλοντο· αὐτὸς δὲ ὁ Ἀριοβαρζάνης ξὺν ὀλίγοις ἱππεῦσιν ἐς τὰ ὄρη ἀπέφυγεν.

***
[3.18.1] Ύστερα από αυτά έστειλε με τον Παρμενίωνα τα μεταγωγικά, τους Θεσσαλούς ιππείς, τους συμμάχους και τους ξένους μισθοφόρους, καθώς και όσους άλλους στρατιώτες είχαν βαρύτερο οπλισμό, για να τους οδηγήσει εναντίον των Περσών από την αμαξιτή οδό που οδηγούσε στη χώρα τους. [3.18.2] Ο ίδιος πήρε μαζί του τους πεζούς Μακεδόνες, το ιππικό των εταίρων, τους ανιχνευτές ιππείς, τους Αγριάνες και τους τοξότες και προχώρησε γρήγορα μέσα από τα βουνά. Όταν έφθασε στις Περσικές Πύλες, βρήκε εκεί τον Αριοβαρζάνη, τον σατράπη της Περσίδας, με σαράντα περίπου χιλιάδες πεζούς και κάπου επτακόσιους ιππείς να έχει οχυρώσει με τείχος τις πύλες και να έχει στρατοπεδεύσει εκεί κοντά στο τείχος, με σκοπό να εμποδίσει τη διάβαση του Αλεξάνδρου.
[3.18.3] Για την ώρα λοιπόν ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε εκεί· την επόμενη όμως μέρα συνέταξε τον στρατό του και τον οδήγησε κατά του τείχους. Επειδή όμως φαινόταν αδύνατη η κατάληψή του λόγω της κακοτοπιάς και των πολλών τραυμάτων που δέχονταν οι δικοί του, γιατί οι εχθροί τούς χτυπούσαν από ψηλά και από μηχανές, αναγκάστηκε να υποχωρήσει τότε προς το στρατόπεδό του. [3.18.4] Οι αιχμάλωτοι όμως του υποσχέθηκαν να τον οδηγήσουν από άλλο παρακαμπτήριο δρόμο, ώστε να μπορέσει να περάσει μέσα στις πύλες· επειδή πληροφορήθηκε ότι ο δρόμος αυτός ήταν ανώμαλος και στενός, άφησε εκεί στο στρατόπεδο τον Κρατερό με το τάγμα του, το τάγμα του Μελεάγρου, λίγους τοξότες και περίπου πεντακόσιους ιππείς, [3.18.5] και τον διέταξε τότε να επιτεθεί στο τείχος, όταν αντιληφθεί ότι ο ίδιος έχει περάσει ολόγυρα και πλησιάζει ήδη στο περσικό στρατόπεδο — και αυτό, του είπε, θα το αντιληφθεί εύκολα, γιατί θα τον ειδοποιήσει με τις σάλπιγγες. Ο ίδιος προχώρησε μέσα στη νύχτα και, αφού διέτρεξε εκατό περίπου σταδίους, πήρε μαζί του τους υπασπιστές, το τάγμα του Περδίκκα, τους πιο ελαφρά οπλισμένους τοξότες, τους Αγριάνες και από το ιππικό των εταίρων τη βασιλική ίλη και τέσσερις ακόμη λόχους ιππικού και με όλους αυτούς, κάνοντας στροφή, βάδισε προς τις πύλες, όπου τον οδηγούσαν οι αιχμάλωτοι. [3.18.6] Διέταξε τον Αμύντα, τον Φιλώτα και τον Κοίνο να οδηγήσουν στην πεδιάδα το υπόλοιπο στράτευμα και να κατασκευάσουν γέφυρα στον ποταμό, από τον οποίο έπρεπε να περάσει για να πάει στην Περσίδα. Ο ίδιος πήρε ένα δύσκολο και ανώμαλο δρόμο που στο μεγαλύτερο μέρος του τον πέρασε πολύ γρήγορα. Πριν ξημερώσει, επιτέθηκε στην πρώτη φρουρά των βαρβάρων και την εξολόθρευσε καθώς και τους πιο πολλούς άνδρες της δεύτερης. [3.18.7] Οι περισσότεροι όμως άνδρες της τρίτης φρουράς διέφυγαν. Παρ᾽ όλα αυτά ούτε αυτοί κατέφυγαν στο στρατόπεδο του Αριοβαρζάνη, αλλά από εκεί όπου ήταν τράπηκαν φοβισμένοι προς τα βουνά, ώστε δεν έγινε αντιληπτός ο Αλέξανδρος, όταν κατά τα χαράματα έκαμε επίθεση στο στρατόπεδο του εχθρού. Την ώρα που ο Αλέξανδρος προσέβαλλε την τάφρο και οι σάλπιγγες ειδοποιούσαν τους άνδρες του Κρατερού, την ίδια ώρα και ο Κρατερός επιχειρούσε επίθεση στο οχύρωμα. [3.18.8] Οι εχθροί, επειδή τους χτυπούσαν από όλες τις μεριές, δεν ήρθαν καν στα χέρια με τους Μακεδόνες, αλλά έφυγαν. Είχαν πια αποκλεισθεί από παντού, επειδή από το ένα μέρος τους πίεζε ο Αλέξανδρος, ενώ από το άλλο έτρεχαν εναντίον τους οι άνδρες του Κρατερού, έτσι ώστε οι περισσότεροι από αυτούς αναγκάστηκαν να στραφούν προς τα τείχη και να καταφύγουν σε αυτά· αλλά και τα τείχη τα κατείχαν ήδη οι Μακεδόνες. [3.18.9] Γιατί ο Αλέξανδρος υποθέτοντας ότι θα συμβεί ό,τι πράγματι έγινε, είχε αφήσει εκεί τον Πτολεμαίο με τρεις περίπου χιλιάδες πεζούς, ώστε οι περισσότεροι από τους βαρβάρους συγκρούστηκαν με τους Μακεδόνες και εξολοθρεύτηκαν, ενώ οι υπόλοιποι χάθηκαν κατά την φυγή, που ήταν φοβερή, πέφτοντας από τους γκρεμούς· ο ίδιος ο Αριοβαρζάνης όμως διέφυγε στα βουνά με λίγους ιππείς του.