Κυριακή 6 Ιουνίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἀντιγόνη (724-765)

ΧΟ. ἄναξ, σέ τ᾽ εἰκός, εἴ τι καίριον λέγει,
725 μαθεῖν, σέ τ᾽ αὖ τοῦδ᾽· εὖ γὰρ εἴρηται διπλῇ.
ΚΡ. οἱ τηλικοίδε καὶ διδαξόμεσθα δὴ
φρονεῖν πρὸς ἀνδρὸς τηλικοῦδε τὴν φύσιν;
ΑΙ. μηδὲν τὸ μὴ δίκαιον· εἰ δ᾽ ἐγὼ νέος,
οὐ τὸν χρόνον χρὴ μᾶλλον ἢ τἄργα σκοπεῖν.
730 ΚΡ. ἔργον γάρ ἐστι τοὺς ἀκοσμοῦντας σέβειν;
ΑΙ. οὐδ᾽ ἂν κελεύσαιμ᾽ εὐσεβεῖν ἐς τοὺς κακούς.
ΚΡ. οὐχ ἥδε γὰρ τοιᾷδ᾽ ἐπείληπται νόσῳ;
ΑΙ. οὔ φησι Θήβης τῆσδ᾽ ὁμόπτολις λεώς.
ΚΡ. πόλις γὰρ ἡμῖν ἁμὲ χρὴ τάσσειν ἐρεῖ;
735 ΑΙ. ὁρᾷς τόδ᾽ ὡς εἴρηκας ὡς ἄγαν νέος;
ΚΡ. ἄλλῳ γὰρ ἢ ᾽μοὶ χρή με τῆσδ᾽ ἄρχειν χθονός;
ΑΙ. πόλις γὰρ οὐκ ἔσθ᾽ ἥτις ἀνδρός ἐσθ᾽ ἑνός.
ΚΡ. οὐ τοῦ κρατοῦντος ἡ πόλις νομίζεται;
ΑΙ. καλῶς ἐρήμης γ᾽ ἂν σὺ γῆς ἄρχοις μόνος.
740 ΚΡ. ὅδ᾽, ὡς ἔοικε, τῇ γυναικὶ συμμαχεῖ.
ΑΙ. εἴπερ γυνὴ σύ· σοῦ γὰρ οὖν προκήδομαι.
ΚΡ. ὦ παγκάκιστε, διὰ δίκης ἰὼν πατρί.
ΑΙ. οὐ γὰρ δίκαιά σ᾽ ἐξαμαρτάνονθ᾽ ὁρῶ.
ΚΡ. ἁμαρτάνω γὰρ τὰς ἐμὰς ἀρχὰς σέβων;
745 ΑΙ. οὐ γὰρ σέβεις, τιμάς γε τὰς θεῶν πατῶν.
ΚΡ. ὦ μιαρὸν ἦθος καὶ γυναικὸς ὕστερον.
ΑΙ. οὔ τἂν ἕλοις ἥσσω γε τῶν αἰσχρῶν ἐμέ.
ΚΡ. ὁ γοῦν λόγος σοι πᾶς ὑπὲρ κείνης ὅδε.
ΑΙ. καὶ σοῦ γε κἀμοῦ, καὶ θεῶν τῶν νερτέρων.
750 ΚΡ. ταύτην ποτ᾽ οὐκ ἔσθ᾽ ὡς ἔτι ζῶσαν γαμεῖς.
ΑΙ. ἣ δ᾽ οὖν θανεῖται καὶ θανοῦσ᾽ ὀλεῖ τινα.
ΚΡ. ἦ κἀπαπειλῶν ὧδ᾽ ἐπεξέρχῃ θρασύς;
ΑΙ. τίς δ᾽ ἔστ᾽ ἀπειλὴ πρὸς κενὰς γνώμας λέγειν;
ΚΡ. κλαίων φρενώσεις, ὢν φρενῶν αὐτὸς κενός.
755 ΑΙ. εἰ μὴ πατὴρ ἦσθ᾽, εἶπον ἄν σ᾽ οὐκ εὖ φρονεῖν.
ΚΡ. γυναικὸς ὢν δούλευμα, μὴ κώτιλλέ με.
ΑΙ. βούλῃ λέγειν τι καὶ λέγων μηδὲν κλύειν;
ΚΡ. ἄληθες; ἀλλ᾽ οὐ, τόνδ᾽ Ὄλυμπον, ἴσθ᾽ ὅτι,
χαίρων ἐπὶ ψόγοισι δεννάσεις ἐμέ.
760 ἄγαγε τὸ μῖσος, ὡς κατ᾽ ὄμματ᾽ αὐτίκα
παρόντι θνῄσκῃ πλησία τῷ νυμφίῳ.
ΑΙ. οὐ δῆτ᾽ ἔμοιγε, τοῦτο μὴ δόξῃς ποτέ,
οὔθ᾽ ἥδ᾽ ὀλεῖται πλησία, σύ τ᾽ οὐδαμὰ
τοὐμὸν προσόψῃ κρᾶτ᾽ ἐν ὀφθαλμοῖς ὁρῶν,
765 ὡς τοῖς θέλουσι τῶν φίλων μαίνῃ συνών.

***
ΧΟΡ. Δε βλάφτει, ω βασιλιά, να τον ακούσεις,
αν κάτι λέει σωστό· και συ το ίδιο·
γιατί καλά τα ᾽χετε πει κι οι δυο σας.
ΚΡΕ. Εμείς, σ᾽ αυτή την ηλικία, να θέλει
ένα παιδί να μας διδάξει γνώση;
ΑΙΜ. Το δίκιο μόνο· κι αν εγώ είμαι νέος,
όχι τα χρόνια μα τα έργα πρέπει
να κοιτάζει κανείς. ΚΡΕ. Και το λες έργο,
730 τους παραβάτες να τιμάς του νόμου;
ΑΙΜ. Ούτε και θα συμβούλευα κανένα
σε τιμή να ᾽χει τους κακούς. ΚΡΕ. Και μήπως
δεν έχει αυτή πιαστεί σε τέτοιο κρίμα;
ΑΙΜ. Όχι, φωνάζει μ᾽ ένα στόμα ο λαός
όλος της Θήβας. ΚΡΕ. Και λοιπόν μια πόλη
θα ορίσει εμένα τί έχω να διατάζω;
ΑΙΜ. Βλέπεις πως τώρα μίλησες σαν πάρα
πολύ νέος; ΚΡΕ. Γι᾽ άλλον, κι όχι για μένα
πρέπει λοιπόν να κυβερνώ τη χώρα;
ΑΙΜ. Δεν υπάρχει χώρα καμιά που να ᾽ναι
ενός ανθρώπου. ΚΡΕ. Ώστε δε θεωρείται
η πόλη εκείνου που είναι ο άρχοντάς της;
ΑΙΜ. Ωραία θα κυβερνούσες τότε μόνος
μια έρημη χώρα. ΚΡΕ. Καθώς βλέπω, αυτός
740 με τη γυναίκα συμμαχία πηγαίνει.
ΑΙΜ. Αν είσαι εσύ γυναίκα· γιατί μόνο
για το δικό σου το καλό φροντίζω.
ΚΡΕ. Ω παγκάκιστε, ενώ τολμάς να βγαίνεις
του πατέρα σου αντίδικος; ΑΙΜ. Γιατί
βλέπω να πέφτεις σ᾽ όχι δίκαιες πράξεις.
ΚΡΕ. Δεν έχω δίκιο, όταν υπερασπίζω
το αξίωμά μου; ΑΙΜ. Δεν το υπερασπίζεις,
όταν καταπατάς των θεών τους νόμους.
ΚΡΕ. Αχρείο πλάσμα, μιας γυναίκας δούλε!
ΑΙΜ. Δε θα με δεις τουλάχιστο ποτέ μου
να γίνομαι σε κακές πράξεις δούλος.
ΚΡΕ. Μα όλα σου αυτά τα λόγια είναι για κείνη.
ΑΙΜ. Μα και για σένα επίσης και για μένα
και για τους θεούς του Κάτω κόσμου. ΚΡΕ. Βγάλ᾽ το
από το νου σου πως θα παντρευτείς
750 ζωντανή αυτή ποτέ σου. ΑΙΜ. Θα πεθάνει
λοιπόν, μα ο θάνατός της κι άλλον κάποιο
θα θανατώσει. ΚΡΕ. Ακόμα και φοβέρες
έχεις έτσι το θάρσος να μας ρίχτεις;
ΑΙΜ. Κι είναι φοβέρα, σε μια ανόητη γνώμη
ν᾽ αντιμιλά κανείς; ΚΡΕ. Θα το πλερώσεις
βαριά, που ζητάς γνώση να μου μάθεις,
ενώ εισαι ο ίδιος δίχως νου. ΑΙΜ. Θες μόνος
να ᾽χεις εσύ το λόγο και τον άλλο
να μην ακούς; ΚΡΕ. Μιανής γυναίκας σκλάβε,
πάψε με φλυαρίες να με σκοτίζεις.
ΑΙΜ. Θα σου ᾽λεγα, αν πατέρας μου δεν ήσουν,
πως βγήκες απ᾽ τα λογικά σου. ΚΡΕ. Αλήθεια;
όμως, μά αυτόν τον Όλυμπο, να ξέρεις
πως δε θα το χαρείς να ψέγεις έτσι
και να βρίζεις εμένα. Οδήγησέ την
εδώ τη μισημένη τη γυναίκα
760 για να πεθάνει αμέσως μπρος στα μάτια
και παρουσία του γαμπρού, κοντά του.
ΑΙΜ. Παρουσία μου όχι βέβαια, καθόλου
να μην το φανταστείς αυτό· γιατί ούτε
μπροστά μου αυτή θενα πεθάνει, μα ούτε
και συ ποτέ πια μπρος στα μάτια σου
θενα με ξαναδείς, κι άμε να κάνεις
τον τρελό μες σε φίλους που το στρέγουν.

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία: 3. Κλασική εποχή (508-323 π.Χ.)

3.5.Β. Λυρική ποίηση


Και η λυρική ποίηση ως σύνολο υποχώρησε στα κλασικά χρόνια· επιβίωσαν όμως και καλλιεργήθηκαν όσα είδη συνδέονταν με συγκεκριμένα κοινωνικά φαινόμενα, όπως η λατρεία των θεών, οι αθλητικοί αγώνες, τα συμπόσια κ.ά.

3.5.Β.i. Χορική ποίηση

Ο Σιμωνίδης φαίνεται να ήταν ο πρώτος που ανέβασε σε ποιητικά ύψη το Επινίκιο, δοξαστικό τραγούδι για τους νικητές των πανελλήνιων αθλητικών αγώνων· και από τότε έγινε συνήθειο οι νικητές (ιδιαίτερα οι αριστοκράτες και όσοι είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια) να παραγγέλλουν σε γνωστούς ποιητές να συνθέσουν, με μεγάλη αμοιβή, τον ύμνο που επιθυμούσαν να ακουστεί στην υποδοχή τους και να μείνει να θυμίζει τη δόξα τους στις επόμενες γενιές. Εκτός από τον Σιμωνίδη, τέτοια τραγούδια έγραψαν στα πρώιμα κλασικά χρόνια ο Πίνδαρος, ο Βακχυλίδης κ.ά.

Στο μεγαλύτερο μέρος τους τα επινίκια ήταν αφηγηματικά τραγούδια, καθώς οι ποιητές συνήθιζαν να αφιερώνουν λιγότερους στίχους για να περιγράψουν τα αγωνιστικά επιτεύγματα του αθλητή, περισσότερους για να δοξάσουν τον τόπο του και τη γενιά του, συσχετίζοντάς τα με θεούς και ήρωες, ξετυλίγοντας μύθους, θυμίζοντας ιστορικά γεγονότα, σχηματίζοντας ένα τιμητικό πλαίσιο, όπου τώρα, με τη συγκεκριμένη νίκη, ερχόταν να ενταχτεί ένας ακόμα προσωπικός θρίαμβος.

Τα περισσότερα πάλι επινίκια είναι συνθεμένα σε επωδικές τριάδες, ένα σχήμα που παραδίδεται ότι επινοήθηκε στη Μεγάλη Ελλάδα από τον Ίβυκο ή τον Στησίχορο. Κάθε τριάδα αποτελείται από ένα αντιστροφικό ζευγάρι (μια στροφή και μιαν αντιστροφή, συνθεμένες στα ίδια ακριβώς μέτρα, ώστε να μπορούν να τραγουδηθούν στο ίδιο μέλος) και μιαν επωδό σε μέτρα και μέλος διαφορετικά. Το ίδιο σχήμα επαναλαμβάνεται όσες φορές χρειαστεί.

ΠΙΝΔΑΡΟΣ (518-438 π.Χ.)

Θνᾴσκει δὲ σιγαθὲν καλὸν ἔργον.[1]

Απόσπ. 121

Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές, κοντά στη Θήβα. Νέος μαθήτεψε για ένα διάστημα στην Αθήνα, όπου σχετίστηκε με το αριστοκρατικό γένος των Αλκμεωνιδών. Ήταν είκοσι χρονών όταν παρουσίασε το πρώτο του έργο, τον Πυθιόνικο για τον Ιπποκλή, γόνο της μεγάλης γενιάς των Αλευαδών της Θεσσαλίας, που είχε νικήσει στον παιδικό δίαυλο. Σιγά σιγά η φήμη του μεγάλωνε, και για χρόνια ταξίδευε παρουσιάζοντας τις χορικές του συνθέσεις όχι μόνο στην Αίγινα, στην Αθήνα και στους Δελφούς, όπου του απονεμήθηκαν μεγάλες τιμές, αλλά και στις Συρακούσες και στον Ακράγαντα, όπου σχετίστηκε στενά με τους τυράννους, στην Κυρήνη, στη Μακεδονία και αλλού. Το 480 π.Χ., όταν ο Ξέρξης πέρασε τις Θερμοπύλες, η Θήβα εμήδισε (πήγε με το μέρος των Περσών), όχι χωρίς τη συναίνεση του ποιητή· όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να πανηγυρίσει αργότερα τις ελληνικές νίκες και να υμνήσει την Αθήνα ως Ἑλλάδος ἔρεισμα (απόσπ. 76).

Επιβεβαιώνοντας την καταγωγή του από τον συντηρητικό χώρο της Βοιωτίας και από αρχοντική και πλούσια οικογένεια, ο Πίνδαρος δεν απομακρύνθηκε ποτέ από τις αριστοκρατικές αξίες: την ευγενική καταγωγή, την ευσέβεια, τη σωματική ρώμη και ομορφιά, φυσικά και τον πλούτο. Υψηλή θέση έδινε και στη μουσική τέχνη, που τη θεωρούσε θεϊκό δώρο, όπως άλλωστε δώρο των θεών πίστευε πως ήταν και η ευρωστία των αθλητών και οι επιτυχίες τους στους αγώνες.

Παραγωγικός για περισσότερο από πενήντα χρόνια, ο Πίνδαρος έγραψε και παρουσίασε εγκώμια, επίνικους, θρήνους, παιάνες, παρθένεια, διθυράμβους, προσόδια και υπορχήματα· όμως από τα δεκαεπτά βιβλία, όπου οι αλεξανδρινοί είχαν συγκεντρώσει το έργο του, δε σώθηκαν παρά τέσσερα βιβλία με 44 επίνικους: ένα με Ολυμπιόνικους, ένα με Πυθιόνικους, ένα με Ισθμιόνικους και ένα με Νεμεόνικους. Από τα υπόλοιπα δε σώθηκαν παρά αποσπάσματα.

Η μουσική των ύμνων του μας μένει άγνωστη· όμως τα ποιητικά κείμενα που διαβάζουμε δικαιώνουν τον ενθουσιασμό των αλεξανδρινών φιλολόγων, που και τον μελέτησαν και τον επαίνεσαν πολύ. Ο Πίνδαρος έγραψε στη γλώσσα του έπους, με έντονο δωρικό χρώμα και κάποιες αιολικές αποκλίσεις. Το ύφος του, σοβαρό και μεγαλόπρεπο, όπως ταιριάζει στον επινίκιο έπαινο και στην πανηγυρική ατμόσφαιρα της γιορτής, βασίζεται σε καλοχτισμένες και βαριοστολισμένες περιόδους, σε εντυπωσιακές εικόνες και στις πολλές γνώμες που, διάσπαρτες στο έργο του, τονίζουν την παντοδυναμία των θεών, την αδυναμία αλλά και τη μεγαλοσύνη των ανθρώπων.

Δίπλα στον Πίνδαρο, που ήταν «Θηβαίος, πιστός στην παλιά παράδοση, βαρύς, δύσκολος, μονότροπος, πρέπει να τοποθετήσουμε τον ομότεχνο και συνομήλικο με τον Πίνδαρο ποιητή, τον Βακχυλίδη από τη Τζια, νεωτερικότερο, ευκολονόητο, πολύτροπο και πολύχρωμο. Και η δικιά του αποστολή ήταν να υμνεί νικητές αγώνων, όμως οι ύμνοι του αφήνουν να προβάλει ένα πνεύμα διαφορετικό: στον Πίνδαρο ο βαρύς Βοιωτός, στον Βακχυλίδη ο χαριτωμένος Ίωνας.»

ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ (περ. 516-450 π.Χ.)

Ο Βακχυλίδης από τη Τζια ήταν ανεψιός του Σιμωνίδη, που του δίδαξε την τέχνη της χορωδιακής σύνθεσης. Η ζωή και το έργο του παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τη ζωή και το έργο του ανταγωνιστή του, του Πίνδαρου. Όπως ο Πίνδαρος, έτσι και ο Βακχυλίδης καλλιέργησε όλα σχεδόν τα είδη της χορικής ποίησης και ταξίδεψε παρουσιάζοντας έργα του (διθυράμβους, παιάνες, προσόδια, παρθένεια, υπορχήματα, επίνικους, εγκώμια και ερωτικά) σε πολλά μέρη του ελληνικού κόσμου· όπως ο Πίνδαρος, επιδίωξε να κερδίσει την εύνοια των ισχυρών, ιδιαίτερα του Ιέρωνα, τυράννου των Συρακουσών, και έγραψε τραγούδια για τις νίκες τους στην Ολυμπία και στους Δελφούς·[2] τέλος, όπως ο Πίνδαρος, έτσι και ο Βακχυλίδης αφιέρωνε το μεγαλύτερο μέρος των ύμνων του σε μυθολογικές αφηγήσεις.

Πολλές οι ομοιότητες, αλλά και οι διαφορές μεγάλες. Η γλώσσα του Βακχυλίδη δεν παρουσιάζει έντονο δωρικό χρώμα και είναι πιο ρευστή από τη γλώσσα του Πίνδαρου· το ύφος του είναι, παρ᾽ όλη την πληθώρα των επιθέτων, πιο ανάλαφρο, και η αφηγηματική του τεχνική, όπως θα το περιμέναμε από ίωνα ποιητή, πιο εκλεπτυσμένη. Από την άλλη μεριά, οι γνώμες του Βακχυλίδη υστερούν σε βάθος, και οι συνθέσεις του ως σύνολο δεν έχουν ούτε την ποιητική πνοή ούτε τη μεγαλοπρέπεια των πινδαρικών ύμνων.

Τα έργα του συγκεντρώθηκαν από τους αλεξανδρινούς φιλολόγους σε εννέα βιβλία. Το μεγαλύτερο μέρος τους χάθηκε, αλλά για καλή μας τύχη ένας πάπυρος διασώζει δεκατρία επινίκια, ένας άλλος έξι ύμνους (διθυράμβους και νόμους), που κιόλας οι τίτλοι τους (Ἀντηνορίδαι, Ἰώ, Ἴδας, Θησεύς κ.ά.) φανερώνουν τον μυθολογικό-αφηγηματικό τους χαρακτήρα.

Ο διθύραμβος, απ᾽ όπου πιστεύουμε ότι ξεκίνησε η τραγωδία, εξακολούθησε να αποτελεί απαραίτητο μουσικό συστατικό στις γιορτές του Διονύσου· προς το τέλος μάλιστα του 6ου π.Χ. αιώνα καθιερώθηκε να γίνεται στα Μεγάλα Διονύσια χωριστός διαγωνισμός για τους κυκλικούς Χορούς των διθυράμβων - πενήντα παιδιά ή άντρες που χόρευαν και τραγουδούσαν με τη συνοδεία αυλού. Για το βραβείο συναγωνίζονταν σημαντικοί ποιητές, όπως ο Σιμωνίδης, ο Πίνδαρος, ο Βακχυλίδης κ.ά.π.

Μετά τα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα, με τη γενικότερη αναστάτωση που προκάλεσε το σοφιστικό κίνημα, ο διθύραμβος απομακρύνθηκε από την παραδοσιακή του μορφή: η ποιητική γλώσσα στολίστηκε επιδεικτικά, η μουσική σύνθεση λευτερώθηκε από τους παραδοσιακούς κανόνες και κυριάρχησε απέναντι στον λόγο. Ανακατεύονταν οι ρυθμοί, παράλλαζαν οι μουσικές κλίμακες, και η χορική εκφορά τύχαινε να διακόπτεται από μονωδίες. Με αυτή τη μορφή ο νέος διθύραμβος και οι μεταρρυθμιστές διθυραμβοδιδάσκαλοι φυσικό ήταν να αποτελέσουν στόχο των κωμωδιογράφων, όπως άλλωστε στόχο των κωμωδιογράφων αποτέλεσαν και από τους τραγικούς ο Ευριπίδης και ο Αγάθων, που τα χορικά τους τραγούδια επηρεάζονταν από τους νέους μουσικούς τρόπους.
-------------------------
1. «Αφανίζεται τ᾽ όμορφο έργο, όταν το σκεπάσει σιωπή.»

2. Ο Ιέρων και άλλοι μεγαλουσιάνοι δεν αγωνίζονταν οι ίδιοι, μόνο έπαιρναν μέρος στους ιππικούς αγώνες και στις αρματοδρομίες, όπου το στεφάνι της νίκης δε δινόταν στον ιππέα ή στον ηνίοχο αλλά στον ιδιοκτήτη των αλόγων και του άρματος.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: ΙV. ΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ 8. Η ύστερη αρχαιότητα

8.4. Επιθυμούμε να κλείσουν όλοι οι ναοί και να απαγορευτούν οι θυσίες

Ο χριστιανισμός διαδόθηκε ακολουθώντας τους δρόμους της ιουδαϊκής διασποράς· επιπλέον, τους μεγάλους δρόμους του εμπορίου και της διοίκησης. Ταξίδεψε ταχύτατα τόσο στη Μεσόγειο όσο και πέρα από τα όρια της αυτοκρατορίας, ιδίως προς την Ανατολή. Για να φτάσουν σε έναν νέο τόπο οι πρώτες ειδήσεις γύρω από την ιστορία του Ιησού δεν χρειάζονταν πολλές προετοιμασίες ούτε οργανωμένες αποστολές. Έμποροι, προσκυνητές και κάθε λογής ταξιδιώτες αφηγούνταν όσα είχαν πληροφορηθεί. Ένα από τα πρώτα μεγάλα διοικητικά και εμπορικά κέντρα στα οποία εδραιώθηκε η νέα διδασκαλία ήταν η Αντιόχεια. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, οι πιστοί άρχισαν να αποκαλούνται για πρώτη φορά χριστιανοί.

Ακολουθώντας τους δρόμους του μεταξιού, ο χριστιανισμός έφτασε από τη Συρία στην Έδεσσα, πρωτεύουσα του ημιανεξάρτητου βασιλείου της Οσροηνής, και από εκεί στην Αρμενία, τη Μεσοποταμία και την Ινδία, μια περιοχή η οποία, σύμφωνα με την ορολογία της εποχής, εκτεινόταν από την Αραβία έως τον Ινδό ποταμό. Όταν ξέσπασαν οι μεγάλοι διωγμοί, ορισμένοι χριστιανοί κατέφυγαν από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στην Περσία, όπου η άσκηση της χριστιανικής λατρείας ήταν ελεύθερη. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε αργότερα ότι οι χριστιανοί στην Περσία ήταν πολυπληθείς και ότι γίνονταν ευμενώς δεκτοί. Με επιστολή του προς τον βασιλιά Σαπώρη Β' (309-379), κατέστησε τη συμπεριφορά των Περσών προς τους χριστιανούς ζήτημα διπλωματικής διαπραγμάτευσης. Η φιλική στάση των περσικών αρχών άλλαξε μόνο όταν έγινε σαφές ότι στη σκληρή σύγκρουση Ρωμαίων και Περσών ο τοπικός κλήρος ευνοούσε την επικράτηση των Ρωμαίων. Το 341 ο Σαπώρης εξαπέλυσε δριμύτατους διωγμούς, στους οποίους, καθώς λέγεται, 16.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Ο ζωροαστρισμός εξελισσόταν άλλωστε σε μη ανεκτική θρησκεία. Δεκαετίες νωρίτερα οι Πέρσες βασιλείς είχαν σκοτώσει τον Μάνη και δίωκαν ήδη σκληρά τους μανιχαίους.

Ωστόσο, με έναν τρόπο πολύ ουσιαστικό ο χριστιανισμός ήταν από νωρίς, και παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, υπόθεση πρωτίστως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Όταν στα χρόνια του Κωνσταντίνου ο Ευσέβιος Καισαρείας αποφάσισε να αφηγηθεί την ιστορία του, ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικώς με όσα είχαν συμβεί στο εσωτερικό της.

Ο Ιησούς και οι μαθητές του μιλούσαν αραμαϊκά. Στα αραμαϊκά ήταν γραμμένη και η επιγραφή πάνω στον σταυρό: βασιλεύς των Ιουδαίων - δείχνοντας πώς καταλήγει όποιος διεκδικούσε παρόμοιο τίτλο σε συνθήκες ρωμαϊκής κυριαρχίας. Αλλά η επιγραφή ήταν διατυπωμένη επίσης στις δύο επίσημες γλώσσες της αυτοκρατορίας, τα λατινικά και τα ελληνικά. Από τη στιγμή που οι μαθητές ανοίχτηκαν στην ιουδαϊκή διασπορά, επικοινωνούσαν κυρίως στα ελληνικά, τα οποία άλλοι κατείχαν ως πρώτη και άλλοι ως δεύτερη γλώσσα. Ακόμη και στην πόλη της Ρώμης τα ελληνικά παρέμειναν επίσημη γλώσσα του χριστιανισμού έως το τέλος του 2ου αιώνα. Με τα λατινικά η νέα θρησκεία διαδόθηκε στην Αφρική και τις δυτικές επαρχίες.

Από τον 3ο αιώνα η βασική διγλωσσία της αυτοκρατορίας αποτυπώθηκε και στον χριστιανισμό. Σημειώθηκε πάντως μια πολύ σημαντική εξέλιξη. Ο λατινόφωνος χριστιανισμός επέμενε να διατηρεί τις ιερές γραφές στα λατινικά, ακόμη και όταν απευθυνόταν σε αλλόγλωσσους πληθυσμούς με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Αντιθέτως, ο ελληνόφωνος χριστιανισμός ενθάρρυνε τη μετάφραση των γραφών σε όλες τις γλώσσες της Ανατολής. Έγινε μάλιστα όχημα ενδυνάμωσης των τοπικών διαλέκτων - ακόμη και των τοπικών αλφαβήτων. Στην Αίγυπτο εκμεταλλεύτηκε μια νέα γραφή (που βασιζόταν στο ελληνικό αλφάβητο) και συνδέθηκε αναπόσπαστα με τον λεγόμενο κοπτικό πολιτισμό. Όταν στο τέλος του 3ου αιώνα έκανε την εμφάνισή του ο μοναχισμός στην Αίγυπτο και τη Συρία, τα αιγυπτιακά (κοπτικά) και τα συριακά εξελίχθηκαν σε δύο από τις δυναμικότερες γλώσσες διάδοσης του χριστιανισμού.

Με επίκεντρο την Αντιόχεια, την Έφεσο, τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια (πόλεις με δυναμικό ελληνικό στοιχείο) αναμετρήθηκαν ορισμένες από τις ισχυρότερες τάσεις του πρώιμου χριστιανισμού. Οι αντιδικίες αφορούσαν την απήχηση των γνωστικών ιδεών, τις οργανωτικές δομές της Εκκλησίας, την επικαιρότητα των προφητικών χαρισμάτων καθώς και θέματα λατρείας, όπως τον εορτασμό του Πάσχα. Για την επίλυση των προβλημάτων έγιναν συζητήσεις, συντάχθηκαν υπομνήματα, ανταλλάχθηκαν επιστολές και συγκλήθηκαν τοπικές σύνοδοι. Με δυο λόγια, τέθηκαν τα θεμέλια για τη συγκρότηση και λειτουργία της καθολικής Εκκλησίας.

Το άλλο μεγάλο κέντρο του χριστιανισμού ήταν η αυτοκρατορική πρωτεύουσα. Οι χριστιανοί της Ρώμης δεν πρωτοστάτησαν στις δογματικές έριδες - απεναντίας γίνονταν αποδέκτες όλων των τάσεων και όλων των νεωτεριστικών ιδεών. Επέδειξαν ωστόσο μεγάλο οργανωτικό ταλέντο. Επικοινωνούσαν με όλες τις επαρχίες και ασκούσαν την επιρροή τους, κάνοντας χρήση του πλούτου και των διασυνδέσεων τους. Από πολύ νωρίς διατηρούσαν ισχυρούς δεσμούς με την Κόρινθο, που παρέμενε πάντα σημαντικός εμπορικός σταθμός και διαμετακομιστικός κόμβος. Η χριστιανική ηγεσία της Ρώμης έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση και τη διάδοση του «κανόνα» της Καινής Διαθήκης. Η συμφωνία που πέτυχε για την αναγνώριση ενός κλειστού σώματος ιερών γραφών υπήρξε αποφασιστικό όπλο της καθολικής Εκκλησίας εναντίον των αιρέσεων.

Έως το τέλος του 2ου αιώνα ο συνολικός αριθμός των χριστιανών θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά μικρός. Σύμφωνα με αρκετά αυθαίρετους υπολογισμούς, δεν μπορεί να υπερέβαινε τις 200.000 σε όλη την αυτοκρατορία. Αμέσως μετά, όπως σημειώνει και ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος, η ανάπτυξη έγινε γοργή. Στη διάρκεια του 3ου αιώνα, την εποχή που η αυτοκρατορία περνούσε βαθιά και πολύπλευρη κρίση, πολλά μέλη των εύπορων τάξεων προσχώρησαν στον χριστιανισμό. Στο μέσον του 3ου αιώνα θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν το 2% του συνολικού πληθυσμού, ενώ στα χρόνια του Κωνσταντίνου θα πρέπει να ξεπερνούσαν το 10%. Αλλά και τότε η κατανομή ήταν πολύ άνιση. Μεγαλύτερη διάδοση γνώριζε ο χριστιανισμός στις ανατολικές επαρχίες, μολονότι στην κεντρική Ελλάδα η προσήλωση στις προγονικές λατρείες διατηρήθηκε πολύ ισχυρή.

Πολλές από τις χριστιανικές κοινότητες παρέμεναν εξαιρετικά μικρές, ακόμη και μετά την επικράτηση του Κωνσταντίνου. Λίγες δεκάδες ή εκατοντάδες πιστοί σε μια πόλη μπορούσαν να έχουν τον δικό τους επίσκοπο, να αλληλογραφούν μεταξύ τους και να συμμετέχουν στις εξελίξεις. Χωρούσαν συχνά σε μικρά κτίσματα, στην αρχή ιδιωτικές οικίες και στη συνέχεια ειδικώς οικοδομημένες εκκλησίες, μικρών ή μέτριων διαστάσεων. Ελάχιστες πόλεις είχαν περισσότερους από έναν ναούς. Στη διάρκεια των μεγάλων διωγμών χρειάστηκαν λίγες ώρες για να κατεδαφιστεί η επιβλητική για την εποχή της εκκλησία της Νικομήδειας, που ήταν ορατή από το ανάκτορο του Διοκλητιανού. Μόνο μετά τη μεταστροφή του Κωνσταντίνου άρχισε η οικοδόμηση, με κεντρικό σχεδιασμό, μεγαλόπρεπων και συχνά πανομοιότυπων εκκλησιών, σε όλες σχεδόν τις πόλεις της αυτοκρατορίας. Για την ανέγερσή τους διατέθηκαν συχνά κεντρικοί και δημόσιοι χώροι.

Ο Ιουλιανός (361-363), που ήταν ανιψιός του Κωνσταντίνου, γλίτωσε από τη δυναστική σφαγή, επειδή ήταν μόλις 6 ετών. Ανατράφηκε χριστιανικά κάτω από αυστηρό έλεγχο και συστηματική επιτήρηση. Διαμένοντας στη Νικομήδεια σε συνθήκες κάποιας στοιχειώδους ελευθερίας, δέχτηκε την επιρροή δύο μεγάλων ρητόρων, που παρέμεναν προσηλωμένοι στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των Ελλήνων, του Ευνάπιου και του Λιβάνιου, και μυήθηκε στον νεοπλατωνισμό από τον φιλόσοφο Μάξιμο τον Εφέσιο. Για ένα μικρό διάστημα πήρε την άδεια να σπουδάσει στην Αθήνα, όπου εξακολουθούσαν να λειτουργούν οι φιλοσοφικές σχολές. Το 354, μετά την εκτέλεση του αδελφού του, διορίστηκε καίσαρας της Γαλατίας, καθώς ο Κωνστάντιος Β' ετοιμαζόταν να στραφεί εναντίον της Περσίας. Αποχαιρέτησε την Αθήνα με δάκρυα και σπαραγμό, εφόσον εκεί πίστεψε ότι μπορούσε να βρει τον προορισμό του. Ως καίσαρας ωστόσο υπήρξε εξαιρετικά επιτυχημένος και επέδειξε στρατηγικές αρετές, προκαλώντας τον φθόνο του αυτοκράτορα. Η αναμέτρηση των δύο εξαδέλφων φαινόταν αναπόφευκτη, αλλά ο Κωνστάντιος πέθανε, και ο Ιουλιανός, ως μοναδικός επιζών από τον οίκο του Κωνσταντίνου, βρέθηκε να κυριαρχεί σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Σύντομα αισθάνθηκε αρκετά ισχυρός ώστε να δηλώσει την προσήλωσή του στον ἑλληνισμόν, δηλαδή την παραδοσιακή θρησκεία Ελλήνων και Ρωμαίων.

Ο Ιουλιανός ακολούθησε μια πολιτική ανεξιθρησκίας, αλλά εργάστηκε με ζήλο για την επαναφορά των απαγορευμένων θυσιών και την αναζωογόνηση του πολυθεϊσμού. Προσπάθησε μάλιστα να οργανώσει τους ιερείς ακολουθώντας χριστιανικά πρότυπα. Τα μέτρα που έλαβε εναντίον των χριστιανών ήταν λιγοστά αλλά σημαντικά. Τους απαγόρευσε να διδάσκουν ρητορική και γραμματική, εφόσον η γραμματεία της εποχής απαιτούσε, κατά τη γνώμη του, σεβασμό στο θρησκευτικό της υπόβαθρο, κατήργησε τις φοροαπαλλαγές του κλήρου και επανέφερε όλους τους εξόριστους επισκόπους. Αυτό το τελευταίο μέτρο προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση, διότι υποχρέωσε σε συνύπαρξη τους ηγέτες όλων των δογματικών τάσεων και αναζωπύρωσε τις ενδοχριστιανικές συγκρούσεις. Ο Ιουλιανός σκόπευε μάλιστα να ανοικοδομήσει τον Ναό της Ιερουσαλήμ, ο οποίος παρέμενε ερειπωμένος μετά τις ατυχείς ιουδαϊκές εξεγέρσεις. Οι χριστιανοί εξέλαβαν την πρόθεσή του αυτή ως μέγιστη πρόκληση. Αλλά το σχέδιο παρέμεινε ανεκτέλεστο, καθώς ο τελευταίος εθνικός αυτοκράτορας σκοτώθηκε πολεμώντας εναντίον των Περσών 18 μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας. Ήταν μόλις 31 ετών. Οι χριστιανοί δυσκολεύτηκαν πολύ να ξεπεράσουν το τραύμα της σύντομης σταδιοδρομίας του και επέλεξαν να τον αποκαλούν παραβάτη ή αποστάτη.

Οι διάδοχοι του Ιουλιανού ήταν όλοι ευσεβείς χριστιανοί, μολονότι όχι σύμφωνοι μεταξύ τους στις δογματικές επιλογές. Όλοι προσπάθησαν να προωθήσουν τη διάδοση του χριστιανισμού, εκδίδοντας νόμους και διατάγματα με τα οποία απαγόρευαν όχι μόνο τις θυσίες αλλά ακόμη και την είσοδο στους ναούς με θρησκευτικούς σκοπούς. Σε πολλές περιοχές ωστόσο η προσήλωση στις παραδοσιακές θρησκείες παρέμενε έντονη. Έτσι, όταν ο διοικητής της Ελλάδας παρέλαβε νόμο που απαγόρευε όλες τις νυκτερινές θυσίες, διαμήνυσε στον αυτοκράτορα ότι αυτό θα έκανε τον βίο αβίωτο στους Έλληνες και τον έπεισε να τον αφήσει ανενεργό - τουλάχιστον για κάποιο διάστημα.

Εκτός από τους Πέρσες, στους οποίους οι Ρωμαίοι υποχρεώθηκαν να παραδώσουν ολόκληρες πόλεις, επικίνδυνοι εχθροί έπρεπε να αντιμετωπιστούν και στα βόρεια σύνορα. Οι κακοί χειρισμοί του αυτοκράτορα Ουάλη (364-378), που διοικούσε το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, οδήγησαν σε μια αναμέτρηση με τους Γότθους που είχε δραματική κατάληξη. Το 378 ο ρωμαϊκός στρατός υπέστη στην Αδριανούπολη μια από τις χειρότερες ήττες στην ιστορία του και ο ίδιος ο αυτοκράτορας σκοτώθηκε. Εφόσον οι Γότθοι μπορούσαν πλέον να κάνουν επιθέσεις στην Κωνσταντινούπολη, ακόμη και η επιβίωση της αυτοκρατορίας δεν ήταν πλέον δεδομένη. Με τη μάχη αυτή τερματίζει το έργο του ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της αρχαιότητας, ο Αμμιανός Μαρκελλίνος (περ. 330 - περ. 395).

Ο Αμμιανός ήταν ελληνικής καταγωγής από την Αντιόχεια, αλλά επέλεξε να συγγράψει το εκτενές του σύγγραμμα στα λατινικά. Είχε υπηρετήσει στον στρατό και γνώριζε από πρώτο χέρι πολλές από τις πολεμικές υποθέσεις που περιγράφει. Πολύτιμη είναι η μαρτυρία του για τη βασιλεία του Κωνστάντιου Β', του Ιουλιανού, τον οποίο ακολούθησε στην περσική του εκστρατεία, και των άμεσων διαδόχων του. Εθνικός καθώς ήταν, βρήκε την ευκαιρία να καυτηριάσει και να ειρωνευτεί τη συμπεριφορά και τα πάθη των χριστιανών επισκόπων. Θαύμαζε και τιμούσε τον Ιουλιανό, αλλά δεν δίστασε να τον επικρίνει και αυτόν για θρησκευτικές υπερβολές. Με ακριβή και συγκλονιστικό τρόπο περιγράφει επίσης το τσουνάμι που κατέκλυσε την ανατολική Μεσόγειο το 365.

Το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας το ανέλαβε μέσα σε δύσκολες συνθήκες ο Θεοδόσιος (379-395), ο οποίος κατάφερε να σταθεροποιήσει τα σύνορα, δείχνοντας υποχωρητικότητα προς τις απαιτήσεις των Περσών. Η σημαντικότερη πρωτοβουλία του ωστόσο αφορούσε μια μερίδα Γότθων, στους οποίους επέτρεψε να εγκατασταθούν μαζικά στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, παραχωρώντας τους βαλκανική γη. Οι Γότθοι αυτοί αυτοδιοικούνταν, αλλά αναλάμβαναν την υποχρέωση να παρέχουν στρατιωτικές μονάδες όταν αυτό κρινόταν απαραίτητο.

Η θρησκευτική πολιτική έγινε την εποχή εκείνη πιο αδιάλλακτη. Για πρώτη φορά χριστιανοί ηγέτες οδηγούνταν στην πυρά από χριστιανούς αυτοκράτορες για δογματικές παρεκκλίσεις. Ο ίδιος ο Θεοδόσιος ήταν φανατικός οπαδός της Συνόδου της Νίκαιας και σκληρός πολέμιος του αρειανισμού. Η δογματική αυτή επιλογή περιέπλεξε αρκετά την πολιτική κατάσταση, εφόσον οι Γότθοι είχαν μεταστραφεί στον χριστιανισμό σε μια εποχή που ως ορθοδοξία εκλαμβάνονταν οι δοξασίες του Άρειου. Ο Θεοδόσιος ήταν επιθετικός και προς τις παραδοσιακές λατρείες, απειλώντας με θάνατο όσους αποτολμούσαν να τελέσουν θυσίες. Επιπλέον, ανέχτηκε την κατεδάφιση πολλών ναών από φανατικούς χριστιανούς ιερείς και μοναχούς. Το Σεράπειο της Αλεξάνδρειας, ο μεγαλοπρεπέστερος ίσως ναός της εποχής, κατελήφθη και καταστράφηκε έως τα θεμέλια.

Το 391 ο Θεοδόσιος εξέδωσε διαταγή σύμφωνα με την οποία έπρεπε να κλείσουν όλοι οι μη χριστιανικοί ναοί. Ο Λιβάνιος (περ. 314 - περ. 394), ο μεγαλύτερος εθνικός ρήτορας της ύστερης αρχαιότητας, έκανε από την Αντιόχεια όπου ζούσε μια ύστατη έκκληση στον αυτοκράτορα. Ισχυρίστηκε ότι οι περίλαμπροι ναοί που δέσποζαν σε περίοπτες θέσεις ήταν τα μάτια των πόλεων και, σε κάθε περίπτωση, βασιλική περιουσία. Εφόσον δεν επιτρεπόταν να λειτουργούν πλέον ως θρησκευτικά κέντρα, ας παρέμεναν τουλάχιστον όρθιοι ως απλά οικοδομήματα. Μπορούσαν μάλιστα να χρησιμεύσουν για τη συγκέντρωση των φόρων. Αλλά δεν εισακούστηκε. Με εξαίρεση μια ανοχή προς τον ιουδαϊσμό, ο χριστιανισμός ήταν πλέον η μοναδική αποδεκτή θρησκεία της αυτοκρατορίας. Οι πάντες καλούνταν επισήμως να την ασπαστούν και μάλιστα στην εκδοχή που θεωρήθηκε ορθή. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, με το έντονα θρησκευτικό τους στοιχείο, τερματίστηκαν. Ο ελληνικός κόσμος όφειλε να αποδεχθεί με ταχείς ρυθμούς μία και μοναδική εκδήλωση θρησκευτικής λατρείας.

Ο δρόμος προς την καθολική επιβολή του χριστιανισμού επιδείχθηκε και με το προσωπικό παράδειγμα του αυτοκράτορα. Παρορμητικός καθώς ήταν, ο Θεοδόσιος είχε διατάξει το σφαγιασμό 7.000 (άλλοι ανεβάζουν τον αριθμό στο διπλάσιο) Θεσσαλονικέων μέσα στον Ιππόδρομο, ως τιμωρία για τη δολοφονία ενός ανώτατου αξιωματούχου. Για να εξιλεωθεί, υποτάχθηκε στην απαίτηση του ισχυρού επισκόπου Μεδιολάνων Αμβρόσιου (περ. 338-397) και επέδειξε τη μετάνοιά του, έως ότου γίνει και πάλι δεκτός στα θεία μυστήρια. Λίγο αργότερα ξέσπασε νέα μεγάλη κρίση στην Αντιόχεια, όπου μεγάλα πλήθη ξεσηκώθηκαν εναντίον της βαριάς φορολογίας. Αυτή τη φορά ωστόσο η μεσολάβηση του Λιβάνιου και του τοπικού επισκόπου αποσόβησαν τα χειρότερα. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος (περ. 347-407) ανέλαβε να εμψυχώσει το τρομοκρατημένο πλήθος που κατέκλυσε τη μεγάλη εκκλησία της πόλης αναμένοντας την αυτοκρατορική τιμωρία.

Ο Θεοδόσιος κληροδότησε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στους δύο γιους του, το ανατολικό της τμήμα στον Αρκάδιο και το δυτικό στον Ονώριο. Η αυτοκρατορία είχε κυβερνηθεί πολλές φορές στο παρελθόν από δύο ή περισσότερους αυτοκράτορες, αλλά αυτή, όπως αποδείχτηκε, ήταν η οριστική της διαίρεση. Μέσα στον επόμενο αιώνα το δυτικό τμήμα της έμελλε άλλωστε να καταλυθεί από τους Γότθους. Την κατάκτηση της Ρώμης από βαρβάρους το 410 επέλεξε ως ορόσημο για την ιστορική του αφήγηση ο Ζώσιμος. Αφοσιωμένος καθώς ήταν στην παραδοσιακή θρησκεία των Ελλήνων, απέδωσε την παρακμή και την κατάρρευσή της στην επικράτηση του χριστιανισμού. Το έργο του, που αποτελεί την πληρέστερη ιστορική αφήγηση για τα γεγονότα του 4ου αιώνα, αποδίδει τον «εκβαρβαρισμό» της αυτοκρατορίας στην περιφρόνηση και την καταπολέμηση των θεών που της είχαν προσδώσει αιώνια δόξα. Το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας συνέχισε ωστόσο να υπάρχει για χίλια ακόμη χρόνια. Οι νεότεροι ιστορικοί έχουν συνηθίσει να το αποκαλούν Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ενώ οι κάτοικοί της τη θεωρούσαν συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με επίσημη θρησκεία τον χριστιανισμό και έδρα την Κωνσταντινούπολη.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝΣύντομος χρονολογικός πίνακας

301 - 302 Ο Πάρθος χριστιανός προσηλυτιστής Γρηγόριος, που αργότερα απεκλήθη «φωτιστής της Αρμενίας», κατορθώνει, εκμεταλλευόμενος στη διάρκεια μίας «θεομηνίας» την ανατολίτικη δεισιδαιμονία, να βαπτίσει χριστιανό τον βασιλιά της Αρμενίας Τιριδάτ, Τραντ, Τιρδάρ ή Τιριδάτη τον Γ (τον επωνομαζόμενο «Μεγάλο»), που ωστόσο αν και προγουμένως είχε καταδιώξει κάποιους χριστιανούς, θα υιοθετήσει αιφνιδίως ως μοναδική και επίσημη Θρησκεία του κράτους του τον Χριστιανισμό ως μάλλον πολιτική πράξη αποσχίσεως της χώρας του από την Περσία των Σασσανιδών, χρησιμοποιώντας την νέα «περίεργη» Θρησκεία ως δικαιολογία για να επιτεθεί κατά του Ζωροαστρισμού. Μαζί με τον τελευταίο θα κτυπηθεί φυσικά και η Εθνική Θρησκεία των Αρμενίων, της οποίας το μη θεοκρατικό τμήμα, κυρίως ελληνιστικών επιρροών, θα υποστεί άγριους διωγμούς και σφαγές, ενώ το θεοκρατικό εκείνο, το διεφθαρμένο ανατολίτικο, κατά κανόνα θα προσχωρήσει στην νέα Θρησκεία, αλλάζοντας απλώς ονόματα, σύμβολα και τυπικά (Latourette Kenneth Scott, «A History Of The Expansion Of Christianity», London, 1945, τόμος Α, σελ. 106). Ο Τιριδάτης, εμπνεόμενος από τον Προφήτη Ελάϊα (Ηλία, «Θεός μου είναι ο Γιαχβέ») που κατέσφαξε του ιερείς του Θεού Βάαλ στο Καρμίλλον όρος, διατάσσει την κατασφαγή του μη θεοκρατικού τμήματος του Εθνικού ιερατείου και την μετατροπή όλων των Ναών του Θεού Μίθρα, της Θεάς Αναϊτιδος, του Θεού Ορμούσδ και των διαφόρων ελληνορωμαϊκών Θεών σε εκκλησίες ή οίκους κηρύγματος. Όλες οι θαυμαστές βιβλιοθήκες της Αρμενίας, ιδρυθείδες πριν από αιώνες από τους ελληνιστές ηγεμόνες της, κυρίως της «Αρτασεσιανής» δυναστείας, πυρπολούνται ως… «κιβωτοί δαιμονικής γνώσεως». Ο Γρηγόριος στέφεται στην πρωτεύουσα Βαγκαρσαπάτ (Vagharshapat), πρώτος επίσκοπος της χώρας και πλήθη προσηλυτιστών από την Συρία συρρέουν στην Αρμενία η οποία μετατρέπεται πλέον στο πρώτο στην Ιστορία χριστιανικό Κράτος. Στην Δύση, οι χριστιανοί εξακολουθούν να προκαλούν και δημιουργούν ταραχές ακόμη και στον στρατό, σφυρίζοντας και κάνοντας το σημείο του σταυρού κάθε φορά που οι Οιωνοσκόποι προσπαθούν να κάνουν τις αναγκαίες για το καθήκον τους τελετές.

306 Η επισκοπική Σύνοδος της Ελβίρας (Elvira, Illiberis) με συμμετοχή επισκόπων από όλη την Ιβηρική Χερσόνησο, συνέρχεται αμέσως μετά το τέλος του «διωγμού» του Διοκλητιανού και αφιερώνει το ένα τέταρτο σχεδόν των «Κανόνων» της (20 από 81) στην καταπολέμηση των Εθνικών Θρησκειών και την τιμωρία των χριστιανών που συνεργάσθησαν με τους διώκτες (πληροφοριοδότες, «delatores»), ή προχώρησαν σε αποστασία και θυσίασαν τους Θεούς. Οι τελευταίοι, όπως και οι «ένοχοι» άλλων 17 «αμαρτημάτων» που ξεκινούν από ανθρωποκτονία έως το να είναι απλώς κανείς… ηθοποιός ή… αρματοδρόμος («Κανών» 62), τιμωρούνται με δια βίου αποκοπή από την Εκκλησία. Η εν λόγω Σύνοδος, φανατική πολέμιος κάθε εικονιστικής λατρείας («Κανών» 36), που απαγορεύει στους χριστιανούς (ή μάλλον στις χριστιανές που ήσαν η πλειοψηφία, αφού ο σχετικός «Κανών» 15 κάνει λόγο για αφθονία νεαρών γυναικών) να παντρεύονται Εθνικούς και τιμωρεί ακόμη και τους γονείς με δια βίου αποκοπή από την Εκκλησία («Si qui forte sacerdotibus idolorum filias suas iunxerint, placuit nec in finem eis dandam esse communionem», «Κανών» 17), καθώς και τιμωρεί με τριετή αποκοπή όσους απλώς δανείζουν πράγματά τους ή ενδύματά τους σε Εθνικούς («Κανών» 57), προσφέρει στον αντικειμενικό ιστορικό και κάποια πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για την παντοδυναμία της Εκκλησίας έναντι της Πολιτείας, ήδη από εκείνη την παλαιά εποχή που υποτίθεται ότι τελούσε η πρώτη «υπό διωγμόν». Οι «Flamines», δηλαδή οι ανά έτος εύποροι ιερείς της Αυτοκρατορικής Λατρείας, τους οποίους η Σύνοδος καθυβρίζει ως «φονιάδες» και «αναίσχυντους» επειδή με δικά τους έξοδα οργάνωναν, ως ώφειλαν, αγώνες μονομάχων και θεατρικές παραστάσεις («…eo quod geminaverint scelera, accedente homicidio»), βαπτίζονται μόνον μετά από αποκλεισμό 2 ετών («Κανών» 55), αρκεί να μην έχουν θυσιάσει στους Θεούς κατά την διάρκεια της θητείας τους (!!!), ενώ οι εκλεγόμενοι τοπικοί άρχοντες («Duumviri»), ωσάν να πρόκειται για μολυσμένους, τίθενται εκτός Εκκλησίας καθ’ όλη την διάρκεια της ετησίας θητείας τους: «Magistratus vero uno anno, quo agit duumviratum, prohibendum placet, ut se ab ecclesia cohibeat» («Κανών 56»). Επίσης, οι χριστιανοί ιδιοκτήτες και γαιοκτήμονες διατάσσονται με απειλή πενταετούς αποκοπής από την Εκκλησία, να μην κάνουν στους Εθνικούς τις εκπτώσεις μισθίου που εχορηγούντο υπό πάντων έως τότε προς διευκόλυνση των προσφορών προς τους Θεούς («Κανών» 40), καθώς και να πετάξουν από τις ιδιοκτησίες τους όλα τα «ειδωλολατρικά» αντικείμενα στο μέτρο που δεν θα προκαλέσουν τυχόν αντιδράσεις των Εθνικών δούλων τους («Admoneri placuit fideles, ut in quantum possunt, prohibeant ne idola in domibus suis habeant, si vero vim metuunt servorum vel se ipsos puros conservent, si non fecerint, alieni ab ecclesia habeantur», «Κανών» 41).

309 Σε επίδειξη δυνάμεως, οι σκληροπυρηνικοί χριστιανοί πυρπολούν το Ναό της Θεάς Φορτούνα.

312 Πρώτη και υποκριτική προπαγανδιστική χρήση του Χριστιανισμού εν καιρώ πολέμου. Στις 28 Οκτωβρίου, ο ηλιολάτρης Φλάβιος Βαλέριος Κωνσταντίνος κατανικά τον επίσης εθνικό αντίπαλό του Μαξέντιο με χριστιανικά εμβλήματα στις ασπίδες των -κυρίως Γαλατών- στρατιωτών του. Οι ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας δέχονται συνεχείς επιθέσεις του χριστιανού βασιλιά της Αρμενίας ως αντιπερισπασμό στην προσπάθεια του Μαξιμίνου Ντέα να διαλύσει τους χριστιανούς των περιοχών που διοικεί.

313 Δεύτερη υποκριτική προπαγανδιστική χρήση του Χριστιανισμού εν καιρώ πολέμου. Ένας δηλωμένος άθεος (ο Λικίνιος) κατανικά, στις 30 Απριλίου, τον Εθνικό αύγουστο της Ανατολής Μαξιμίνο Ντέα. Τα στρατεύματά του μπαίνουν ωστόσο στη μάχη ψάλλοντας το «Summe Sancte Deus !» (“Ώ Ανώτατε και Άγιε Θεέ !»). Ο ηττημένος Ντέα εκδίδει μετά από μερικές ημέρες το Διάταγμα της Νικομηδείας με το οποίο χορηγείται πλήρης θρησκευτική ελευθερία σε όλους όσους υπακούουν απλώς στη ρωμαϊκή εξουσία. Καταδιωκόμενος ωστόσο από τον Λικίνιο, ο Ντέα αυτοκτονεί μετά από 3 - 4 μήνες με δηλητήριο. Μετά τον θάνατό του, όλα τα γραπτά και τ’ αγάλματά του καταστρέφονται από τον Λικίνιο και τους χριστιανούς. Το γελοίο της ιστορίας ωστόσο είναι ότι πέντε έτη αργότερα, ο υποτίθεται «των χριστιανών φίλος» Λικίνιος, θα ηττηθεί από τον ηλιολάτρη Κωνσταντίνο, πάλι στο όνομα του Θεού των χριστιανών, αφού οι στρατιώτες του τελευταίου, κατά την μυθιστορία τουλάχιστον του Ευσεβίου, έψαλλαν το «Deus Summus Salvator !» («Ώ Θεέ Ανώτατε Σωτήρα !»). Πριν συγκρουσθούν πάντως μεταξύ τους, με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (για τη Δύση), το οποίο ήλθε να συμπληρώσει εκείνο της Νικομηδείας που είχε εκδώσει (για την Ανατολή) ο Μαξιμίνος Ντέα, οι αύγουστοι Λικίνιος και Φλάβιος Βαλέριος Κωνσταντίνος θα εγγυηθούν και αυτοί πλήρη θρησκευτική ελευθερία σε όλους όσους υπακούουν στη ρωμαϊκή εξουσία. Οι χριστιανοί, πολυάριθμοι πια και έχοντας προ πολλού σταματήσει τα κηρύγματά τους κατά της δημοσίας τάξεως και του στρατού, υποτίθεται ότι απολαμβάνουν πλέον τα ίδια δικαιώματα με τους Εθνικούς. Αυτοί ωστόσο δεν αρκούνται εκεί, αλλά εκμεταλλεύονται την εύνοια του Κωνσταντίνου, που ελέγχεται απολύτως από την αρνητική προς τις Εθνικές λατρείες μητέρα του, για να καταστρέψουν ΟΛΕΣ τις άλλες λατρείες. Ο επίσκοπος Ειρηναίος είχε άλλωστε ήδη διακηρύξει ότι οι χριστιανοί «δεν χρειάζονται τους νόμους, διότι βρίσκονται πολύ υπεράνω αυτών». Ο («Άγιος») Αντώνιος της Αιγύπτου, ιδρυτής του μοναχισμού, προτρέπει ήδη ανοικτά σε άμεσο αφανισμό του «ειδωλολατρικού» κόσμου με… φωτιά (…).

314 Κτίζεται στη Ρώμη η πρώτη χριστιανική Βασιλική. Αμέσως μετά την νομιμοποίησή της από τον ηλιολάτρη Ρωμαίο αυτοκράτορα Φλάβιο Βαλέριο Κωνσταντίνο, η Χριστιανική Εκκλησία αρχίζει την επίθεσή της κατά των θρησκειών των Εθνικών. Η Σύνοδος της Αγκύρας ταυτίζει πτυχές της λατρείας της Θεάς Αρτέμιδος (Diana) με… μαγεία και… λατρεία του Σατανά των χριστιανών, ενώ ο 11ος «Κανών» του εν Αρελάτη (Arles, η «Μικρή Ρώμη της Γαλατίας» όπως την έλεγε ο Αυσόνιος) 1ου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου που συνεκάλεσε ο Κωνσταντίνος, αναθεματίζει όλες τις χριστιανές που παντρεύονται Εθνικούς. Στο ίδιο Συμβούλιο, καθώς η εξουσία έχει πλέον καταληφθεί και ο Εθνικός Πολιτισμός κτυπηθεί σοβαρά, αποφασίζεται το τέλος της αρνήσεως των χριστιανών να στρατεύονται, καθώς και το τέλος της προπαγάνδας εναντίον της Ρώμης, πρακτικές που φορτώνονται στην ήδη διωκόμενη «δονατιστική» τάση μέσα στους χριστιανούς.

315 Στις 13 Αυγούστου (Ζωναράς «Annales», «Bibliotheca Hagiographica Graeca» 365 και «Χρονικό Γεωργίου Μοναχού» ΧΙ, 1) γίνεται διαγωνισμός ανάμεσα σε δώδεκα Εβραίους ραβίνους και τον εκ Ρώμης γνωστό «εξορκιστή» επίσκοπο Συλβέστρο, για το εάν ο αυτοκράτωρ και η μητέρα του Ελένη θα ασπασθούν την Ιουδαϊκή Ορθοδοξία ή τον σχισματικό Χριστανισμό. Η θαυματοποιϊα του Συλβέστρου αποδεικνύεται πιό δυνατή και επίσης εντυπωσιάσας την θεομανή Ελένη, γίνεται ο προσωπικός της «πνευματικός».

319 Ο Κωνσταντίνος εκδίδει διάταγμα με το οποίο απαλλάσσει πλήρως την Εκκλησία από φόρους και τους χριστιανούς κληρικούς από στρατιωτικές υποχρεώσεις.

320 Στις 17 Δεκεμβρίου ο Κωνσταντίνος απαγορεύει με έδικτό του την τέλεση θυσιών («Si quid de palatio nostro aut ceteris operibus publicis degustatum fulgore esse constiterit, retento more veteris observantiae quid portendat, ab haruspicibus requiratur et diligentissime scriptura collecta ad nostram scientiam referatur, ceteris etiam usurpandae huius consuetudinis licentia tribuenda, dummodo sacrificiis domesticis abstineant, quae specialiter prohibita sunt. Eam autem denuntiationem adque interpretationem, quae de tactu amphiteatri scribta est, de qua ad Heraclianum tribunum et magistrum officiorum scribseras, ad nos scias esse perlatum.», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16, 10, 1). Το ίδιο έτος, ένας από τους αναχωρητές «μαθητές» του «αγίου» Αντωνίου, ο Παχώμιος, οργανώνει τους προβληματικούς της ερήμου σε συμπαγείς κοινότητες υποχρεωμένες ν’ ακολουθούν συγκεκριμένους κανόνες και περιορισμούς, και γίνεται έτσι ο ουσιαστικός ιδρυτής του αντικοινωνικού φαινομένου «Μοναχισμός», ο οποίος, όπως θα δούμε, με την α ή β μορφή του θα παίξει τον πιο αποφασιστικό ρόλο, τον ρόλο του «προγεφυρώματος» στα έθνη - στόχους, στην αργή αλλά άγρια επέκταση του Χριστιανισμού.

324 Ο Κωνσταντίνος συντρίβει τον ανταγωνιστή του Λικίνιο και ανακηρύσσει τον Χριστιανισμό μόνη επίσημη λατρεία της Αυτοκρατορίας. Λεηλατεί το Μαντείο του Διδυμαίου Απόλλωνος κοντά στην Μίλητο και θανατώνει με βασανιστήρια όλους τους ιερείς του με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, επειδή είχαν υποστηρίξει τον Λικίνιο και παλαιότερα εισηγηθεί στον Διοκλητιανό να λάβει μέτρα κατά της επεκτάσεως των χριστιανών. Στο ιερό όρος Άθως εξαπολύεται μέγας διωγμός κατά των Εθνικών και καταστρέφονται όλα τα εκεί ελληνικά Ιερά.

326 Με προτροπή της μητέρας του Ελένης, ο Κωνσταντίνος δολοφονεί τη σύζυγό του Φαύστα. Η Ελένη φεύγει με τους «πνευματικούς» της για την Ιερουσαλήμ, όπου, παρά το ότι οι ρωμαϊκοί νόμοι της Ιουδαίας προέβλεπαν την καύση όλων ανεξαιρέτως των σταυρών μετά τις θανατώσεις, η Ελένη, και όπως βεβαίως θα ισχυρισθεί η χριστιανική Γραμματεία 114 χρόνια αργότερα, «ανακάλυψε» (με τη βοήθεια φυσικά… Εβραίων ραβίνων !!) άθικτο τον λεγόμενο «Τίμιο Σταυρό» που πάνω του είχε σταυρωθεί σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση ο ραβί Τζεσουά. Ο Balsdon θα γράψει σχετικά: «η Ελένη μνημονεύεται με τρόπο λαμπρό σήμερα στη Ρώμη. Για το ότι βρήκε πράγματι κομμάτια από τον αληθινό σταυρό στα Ιεροσόλυμα, ο κυνικός μπορεί να αμφιβάλλει. Και μια και δεν μνημονεύεται το θέμα αυτό από τον Ευσέβιο, θα έχει και τον ιστορικό με το μέρος του. Είναι πάντως πιθανόν να είχαν διαβεβαιώσει την Ελένη ότι κάποιο αντικείμενο που είχε αποκτήσει στα Ιεροσόλυμα ήταν κάτι τέτοιο. Ο Κωνσταντίνος μπορεί να συμμεριζόταν την ψευδαίσθησή της..» Με προτροπή πάντως της Ελένης, ο υιός της εκθεμελιώνει το Ιερό του Θεού Ασκληπιού στις Αιγές της Κιλικίας και χρησιμοποιεί τους κίονές του για κατασκευή εκκλησιών. Επίσης, καταστρέφει τον Ναό της Θεάς Αφροδίτης επάνω στον υποτιθέμενο τάφο του ραβί Τζεσουά, αλλά και άλλους Ναούς της ιδίας Θεάς όπως λ.χ. στην Άφακα Λιβάνου, την Μάμβρη, την Φοινίκη και την Βααλβέκ (Ηλιόπολη), και αυτές οι καταστροφές είναι βεβαίως μόνον όσες ομολογεί ο βιογράφος του Ευσέβιος.

330 Οι χριστιανοί λεηλατούν και πυρπολούν στο Bayeux το Ιερό του κελτορωμαϊκού Θεού Βελένου Απόλλωνος και λυντσάρουν τους ιερείς του. Ο Κωνσταντίνος, σε ημερομηνία που τού υπέδειξαν οι αστρολόγοι (στις 11 μηνός Μαϊου, «Ήλιος στον Τοξότη με επιρροές Καρκίνου, άρα μία πόλη θρησκευτική») μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ανατολικά, στην ιδρυθείσα από αυτόν Κωνσταντινούπολη, την οποία διακοσμεί λεηλατώντας τα Ιερά των Εθνικών.

331 Ο ουσιαστικώς χριστιανός πλέον Κωνσταντίνος συνεχίζει την καταλήστευση των Ιερών των Εθνικών σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Παραβιάζονται τα θησαυροφυλάκια όλων ανεξαιρέτως των «ειδωλολατρικών» Ναών, εκτός όσων ανήκαν στην αυτοκρατορική λατρεία και οι θησαυροί χαρίζονται στην χριστιανική Εκκλησία. Όσων λατρειών αυθαιρέτως κρίνονται... «άσεμνες», πάντα κατά την άποψη των χριστιανών επισκόπων, οι Ναοί «εξαγνίζονται» πρώτα με φωτιά και εν συνεχεία ισοπεδώνονται.

Ο 3ος κατά σειράν εξελικτικός ελιγμός του Χριστιανισμού: αυτή την εποχή της ανοικτής πλέον μεταστροφής του Κωνσταντίνου, είναι που ο Ευσέβιος, επίσκοπος Καισαρείας, θα κάνει έναν απίθανο ιδεολογικό ακροβατισμό, συνδέοντας πλέον τον Χριστιανισμό με αυτή την ίδια την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την οποία για πρώτη φορά θέτει, και μάλιστα σε κεντρικό σημείο, εντός ενός υποτιθεμένου… «Θείου σχεδίου» για την ανθρωπότητα. Ο F. E. Cranz (γράφοντας στο «Augustine. A Collection of Critical Essays», επιμ. R. A. Markus, 1972) τονίζει ότι η πραγματοποίηση μίας ενοποιημένης Χριστιανικής Αυτοκρατορίας θεωρείται από τον Ευσέβιο «απώτατος σκοπός όλης της ανθρώπινης Ιστορίας», καθώς υποτίθεται ότι υπάρχει άμεση σχέση, σχέση που μάλιστα τείνει σε ταυτότητα, της μοναρχίας του Τζεσούα με την μοναρχία των αυτοκρατόρων, ρόλος της τελευταίας είναι δε το να επιβάλει την Βασιλεία του Θεού στον κόσμο των ανθρώπων.

Όπως παρατηρεί ο Fletcher (Fletcher Richard, «Τhe Conversion Of Europe. From Paganism To Christianity, 371 – 1386 A.D.», London 1997, σελ. 23 - 24), αυτή η νέα θεωρία του Ευσεβίου, που κατ’ ουσίαν είναι η αφετηρία της λεγομένης «πολιτικής θεολογίας» της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η οποία αναιδώς θα ταυτίσει την ρωμαϊκότητα («Romanitas») με τον χριστιανοσύνη («Christianitas»), θ’ αποτελέσει τον 3ο κατά σειράν εξελικτικό ελιγμό του Χριστιανισμού για την πονηρή μεταμόρφωσή του από αντικοινωνική και αντιπολιτισμική αρχικώς ιδεολογία σε παντοδύναμη και πολύπλευρη αυταρχία που εφεξής θα επιδιώκει να έχει δούλη της όλη την γνωστή ανθρωπότητα. Όπως ήδη έχουμε δει, τα άκομψα αντιπολιτισμικά και επιλεκτικώς ισοπεδωτικά κηρύγματα των πρώτων οπαδών του Σαούλ – Σαύλου, είχαν ατονίσει ήδη από την εποχή του Μάρκου Αυρηλίου, γύρω στο 170, όταν ο Μέλιτος, επίσκοπος Σάρδεων, συνέγραψε μία «Απολογία» προς τον αυτοκράτορα, προβάλλοντας την αόριστη ιδέα ότι τάχα ο Χριστιανισμός αποτελεί ευλογία, διότι η εμφάνισή του έχει φέρει καλή τύχη και μεγαλείο στην Αυτοκρατορία. Τον επόμενο (2ο) ελιγμό είχε επιχειρήσει ο χριστιανός απολογητής Ωριγένης, που μεταξύ των ετών 230 και 240 συνέγραψε το «Contra Celsum» («Κατά Κέλσου»), προβάλλοντας τη ιδέα ότι τάχα η ίδια η Αυτοκρατορία σχετίζεται με το υποτιθέμενο… «Θείο σχέδιο» ως άριστο εργαλείο του Θεού, καθώς συνενώνει εκ των άνω τα Έθνη για να δεχθούν ευκολότερα τον «Λόγο του Ευαγγελίου».

335 Εγκαίνια της Εκκλησίας του… «Αγίου Τάφου», ο οποίος κτίσθηκε στη θέση του Ναού της Θεάς Αφροδίτης που ο Κωνσταντίνος κατέστρεψε το 326 – 327, και για τον διάκοσμό του λεηλατούνται όλα σχεδόν τα Εθνικά Ιερά της Παλαιστίνης και της Μικράς Ασίας. Με ειδικό αυτοκρατορικό διάταγμα σταυρώνονται ως τάχα... υπαίτιοι της κακής συγκομιδής εκείνου του έτους (...) όλοι οι «μάγοι και μάντεις», και ανάμεσά τους μαρτυρεί ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Σώπατρος εξ Απαμείας, μαθητής του Ιαμβλίχου, που είχε προσωπικά επιχειρήσει να επαναφέρει τον Κωνσταντίνο στον Εθνισμό μέσω της φιλοσοφίας, και συνεπώς είχε συγκεντρώσει επάνω του το μίσος όλων των χριστιανών αυλικών.

337 Ο ετοιμοθάνατος Κωνσταντίνος βαπτίζεται και τυπικώς χριστιανός από τον αρειανό επίσκοπο Ευσέβιο Νικομηδείας, προφανώς με την πονηρή σκέψη ότι ένα βάπτισμα στο τέλος του βίου είναι ό,τι καλύτερο για την άφεση όλων των προηγουμένων αμαρτιών (Latourette, τόμος Α, σελ. 175).

341 Ο ένας εκ των τριών υιών του Κωνσταντίνου, ο ανατραφείς με χριστιανική κατήχηση Κώνστας που έχει ήδη δολοφονήσει το προηγούμενο έτος τον αδελφό του Κωνσταντίνο Β, κηρύσσει νέον διωγμό «κατά των μάντεων και των ελληνιζόντων» και εκδίδει επίσης έδικτο («Προς Μαδαλιανόν, Βοηθό Έπαρχο Διοικήσεως», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16, 10, 2), με το οποίο απαγορεύει την άσκηση της Εθνικής Θρησκείας και πυροδοτεί καταστροφές βωμών από τους χριστιανούς, βίαιες ταραχές και σοβαρές αθλιότητες (Schultze, τόμος Α, σελ. 75 – 87): «Cesset superstitio, sacrificiorum aboleatur insania. Νam quicumque contra legem divi principis parentis nostri et hanc nostrae mansuetudinis iussionem ausus fuerit sacrificia celebrare, competens in eum vindicta et praesens sententia exeratur.» («Ας σταματήσει η ψευδής πίστη και ας καταργηθεί η παραφροσύνη των θυσιών. Γιατί αν κάποιος, παραβιάζοντας το νόμο του Θείου Αυτοκράτορα, του πατέρα μας, και την εντολή της Ευσπλαχνίας μας, τολμήσει να τελέσει θυσίες, θα τιμωρηθεί παραυτά με την επιβολή της ποινής που του ταιριάζει.»). Πολλοί Εθνικοί φυλακίζονται ή εκτελούνται.

346 Κοινό έδικτο του Κωνσταντίου και του Κώνσταντος («Προς Κατουλλίνον, Έπαρχο της Πόλεως»), την 1η Νοεμβρίου 346 (κατά τον Mommsen), απαγορεύει τις ιεροπραξίες των Εθνικών και υποβιβάζει τους Ναούς τους σε άνευ ιερότητος πολιτιστικά μνημεία που απλώς δεν πρέπει να τα καταστρέφουν οι χριστιανοί: «Αν και η ψευδής πίστη έχει ξεριζωθεί, επιθυμούμε οι Ναοί που ευρίσκονται εκτός των τειχών της πόλεως να παραμείνουν άθικτοι. Γιατί καθώς κάποια αθλητικά παιγνίδια ή αγωνίσματα σχετίζονται με τους Ναούς, δεν πρέπει να τους εξαφανίσουμε αφού σε αυτούς οφείλεται η τέλεση εορτών που διασκεδάζουν τον λαό της Ρώμης» («Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16, 10, 3). Μέγας διωγμός κηρύσσεται στην Κωνσταντινούπολη κατά των Εθνικών, στα πλαίσια του οποίου ο Εθνικός ρήτωρ Λιβάνιος εξορίζεται με την κατηγορία της «γοητείας» (δηλ. μαγείας).

353 Στις 23 Νοεμβρίου του έτους αυτού, ένα ακόμη έδικτο του αυτοκράτορος Κωνσταντίου («Προς Κερεάλη, Έπαρχο της Πόλεως»), έρχεται ν’ απαγορεύσει τις υπό όρους θυσίες που είχε επιτρέψει ο Μαγνέντιος: «Aboleantur sacrificia nocturna Magnentio auctore permissa et nefaria deinceps licentia repellatur» («Nα σταματήσουν οι νυκτερινές θυσίες που είχαν επιτραπεί από τον Μαγνέντιο και η παράνομη αυτή άδεια ν’ ανακληθεί», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16, 10, 5).

354 O αυτοκράτωρ Κωνστάντιος εκδίδει ένα τρομοκρατικό έδικτο («Προς Ταύρον, Έπαρχο Πραιτωρίου της Ανατολής»), με το οποίο σφραγίζονται όλοι οι Εθνικοί Ναοί της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, απαγορεύονται ο θυσίες και οι παραβάτες, όπως και όσοι αξιωματούχοι φαίνονται ανεκτικοί απέναντί τους, τιμωρούνται με αποκεφαλισμό: «Placuit omnibus locis atque urbibus universis claudi protinus templa et accessu vetito omnibus licentiam deliquendi perditis abnegari. Volumus etiam cunctos sacrificiis abstinere. Quod si quis aliquid forte huiusmodi perpetraverit, gladio ultore sternatur. Facultates etiam perempti fisco decernimus vindicari et similiter puniri rectores provinciarum, si facinora vindicare neglexerint» («Επιθυμούμε να σφραγισθούν όλοι οι Ναοί σε όλες τις πόλεις και σε όλους τους τόπους της οικουμένης, καθώς και ν’ απαγορευθεί η είσοδος σε αυτούς για να μη διαπραχθεί το κακούργημα της ειδωλολατρίας. Διατάσσουμε επίσης την πλήρη αποχή από τις θυσίες. Και αν κάποιος με κάποια δύναμη παραβεί αυτόν τον νόμο, θα τιμωρηθεί με αποκεφαλισμό, ομοίως δε, καθώς και με κατάσχεση της περιουσίας τους, θα τιμωρηθούν όλοι οι διοικητές των επαρχιών που θ’ αμελήσουν να τιμωρήσουν αυτά τα αδικήματα», «Ιουστινιάνειος Κώδιξ» 1, 11, 1). Πολλοί Ναοί βεβηλώνονται με παράδοσή τους σε χαρτοπαίκτες και πόρνες για κυβευτήρια ή πορνοστάσια. Ο Πάπας Ρώμης Λιβέριος (Liberius) ορίζει τον εορτασμό της γεννήσεως του ραβί Τζεσουά στις 25 Δεκεμβρίου, ημέρα κατά την οποία οι Ρωμαίοι Εθνικοί εώρταζαν παλαιότερα την γέννηση του Θεού Sol Invictus - Ανικήτου Ηλίου («Ημέρα της Γεννήσεως του Ανικήτου Ηλίου», «Dies Natalis Solis Invicti»), οι δε Έλληνες το «Τριέσπερον» προς τιμήν των πυρφόρων και ηλιακών θεοτήτων Ηρακλέους (ο οποίος κατά τον Κορνούτο ορίζεται ως «ο εν τοίς όλοις Λόγος καθ’όν η Φύσις ισχυρά και κραταιά εστί και απεριγένητος ούσα, μεταδοτικός ισχύος και τοίς κατά μέρος και αλκής υπάρχων») και Ηλίου. Σε όλη την Αυτοκρατορία στήνονται ασβεστοκάμινα δίπλα στα Εθνικά Ιερά, μέσα στα οποία μετατρέπεται σε ασβέστη η εκπληκτική γλυπτική και αρχιτεκτονική των «ειδωλολατρών». Αρχίζουν οι πρώτες συστηματικές πυρπολήσεις βιβλιοθηκών στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αυτοκρατορίας. 

355 Χορηγείται από τον αυτοκράτορα Φλάβιο Ιούλιο Κωνστάντιο πλήρης ασυλία των χριστιανών επισκόπων απέναντι στα όποια κρατικά δικαστήρια. Την ίδια περίπου εποχή, αποθρασυνθείσα η χριστιανική αγροικία, κηρύσσει ανοικτά πλέον πόλεμο κατά της «ειδωλολατρικής» Παιδείας που ακόμα τυγχάνει ασυλίας από πλευράς της αυτοκρατορικής εξουσίας, όχι βεβαίως από «ανιδιοτελή επιθυμία για την καλλιέργεια των Μουσών», όπως τονίζει ο Cyril Mango (σελ. 157), «αλλά προφανώς ειδικά για να εκπαιδεύονται οι κρατικοί υπάλληλοι». Στους «Αποστολικούς Κανόνες», συνταχθέντες εκείνη ακριβώς την εποχή, διαβάζουμε τα εξής ανατριχιαστικά: «Απόφευγε όλα τα βιβλία των Εθνικών. Τι χρειάζεσαι τις ξένες συγγραφές, τους νόμους και τους ψευδοπροφήτες που οδηγούν τους άφρονες μακριά από την πίστη; Τι βρίσκεις να λείπει από τις εντολές του Θεού και το αναζητάς στους μύθους των Εθνικών; Αν επιθυμείς να διαβάζεις ιστορίες έχεις το βιβλίο των Βασιλειών, αν ρητορική και ποιητική έχεις τους Προφήτες, έχεις τον Ιώβ, έχεις τις Παροιμίες, όπου θα βρεις σοφία μεγαλύτερη από κάθε ποιητική και σοφιστική, γιατί αυτά είναι τα λόγια του Κυρίου, του μόνου σοφού. Αν επιθυμείς τραγούδια έχεις τους Ψαλμούς, αν επιθυμείς αρχαίες γενεαλογίες έχεις την Γένεση, αν νομικά βιβλία και επιταγές, έχεις τον ένδοξο Θείο Νόμο. Γι’ αυτό απόφευγε με επιμονή κάθε εθνικό και διαβολικό βιβλίο».

356 Κοινό έδικτο του Κωνσταντίου και του Κώνσταντος («Προς τον Φλάβιο Ταύρο, Έπαρχο του Πραιτωρίου»), την 20η Φεβρουαρίου ή κατ’ άλλους την 1η Δεκεμβρίου του έτους αυτού, διατάσσει την απομάκρυνση του Βωμού της Θεάς Victoria - Νίκης από την αίθουσα συνεδριάσεων της Συγκλήτου (η Θεά αποτελούσε από την εποχή του Διοκλητιανού. τμήμα της ανωτάτης Τριάδος -Jupiter, Hercules, Victoria- του Πανθέου των Εθνικών), το σφράγισμα των Εθνικών Ιερών και την κατάσχεση των περιουσιών τους, καθώς και την θανάτωση δι’ αποκεφαλισμού όλων όσων ασκούν (ή και απλώς... ανέχονται !) την Παραδοσιακή Λατρεία: «Placuit omnibus locis adque urbibus claudi protinus templa et accessu vetito omnibus licentiam delinquendi perditis abnegari. Volumus etiam cunctos sacrificiis abstinere. Quod si quis aliquid forte huiusmodi perpetraverit, gladio ultore sternatur. Facultates etiam perempti fisco decernimus vindicari et similiter (adfligi) rectores provinciarum, si facinora vindicare neglexerint» («Να κλείσουν αμέσως σε όλους τους τόπους και τις πόλεις οι Εθνικοί Ναοί και ν’ απαγορευθεί η είσοδος σε αυτούς, ώστε να μην μπορούν οι άθλιοι ν’ ανοσιουργήσουν. Θέλουμε επίσης να απέχουν όλοι από τις θυσίες. Αν όμως κάποιος διαπράξει αυτό το αδίκημα, θα τιμωρηθεί με αποκεφαλισμό. Διατάσσουμε επίσης να περιέρχεται στο αυτοκρατορικό ταμείο η περιουσία αυτών που θα θανατώνονται. Η ίδια ποινή θα επιβάλλεται και στους διοικητές των επαρχιών που θ’ αμελήσουν να τιμωρήσουν τέτοια αδικήματα», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16, 10, 4). Η χριστιανική τρομοκρατία πρέπει να είναι τόσο άγρια εκείνη την εποχή, που ο ίδιος ο μετέπειτα αυτοκράτωρ Ιουλιανός, Καίσαρ τότε, προσυπογράφει δίχως να φανερώσει τις πεποιθήσεις του ανάλογα διατάγματα του Κωνσταντίου («Θεοδοσιανός Κώδιξ», 16, 10, 6).

357 O Κωνστάντιος θέτει εκτός νόμου επί ποινή θανάτου όλες τις μαντικές μεθόδους, συμπεριλαμβανομένης και της Αστρολογίας. Σε επίσκεψή του στη Ρώμη σφραγίζει ο ίδιος τον εκεί Ναό του Θεού Απόλλωνος και φυλακίζει τους ιερείς. Την ίδια εποχή, ο «μοναχισμός» ισχυροποιείται ακόμη περισσότερο με την βοήθεια τόσο της χριστιανικής ρωμαϊκής εξουσίας όσο και της επισήμου Εκκλησίας, που κατά κανόνα χρησιμοποιούν τους πολυάριθμους και φανατισμένους μοναχούς για τις πιο «βρώμικες» επιχειρήσεις κατά των «ειδωλολατρών». Για να διαφημίσει τον αντικοινωνικό αλλά πολύ χρήσιμο στην εξουσία «μοναχισμό» και να προκαλέσει αθρόα στρατολόγηση καινούργιων μοναχών, ο Αθανάσιος, επίσκοπος Αλεξανδρείας, συγγράφει το έτος αυτό μία ελκυστική αγιογραφία του «πρώτου διδάξαντος» Αντωνίου, που πολύ συντόμως μεταφράζεται και στα Λατινικά και διαβάζεται παντού, από άκρου σε άκρο του ρωμαϊκού κόσμου.

359 Η λατρεία των Θεών Διοσκούρων κηρύσσεται εκτός νόμου θεωρηθείσα ως… «μαγική», θανατώνονται με την κατηγορία της... «μαγείας» οι ιερείς της και κλείνονται όλα τα Ιερά της. Στην Σκυθόπολη της Συρίας, παλαιά πρωτεύουσα της ρωμαϊκής Δεκαπόλεως, στήνονται τα πρώτα «στρατόπεδα θανάτου», οργανωμένα δηλαδή κέντρα βασανισμού και θανατώσεως των καταδικασθέντων Εθνικών: «...και από τα πιό απομακρυσμένα σημεία της Αυτοκρατορίας σέρνονταν δεμένοι με αλυσίδες αμέτρητοι πολίτες κάθε ηλικίας και κάθε κοινωνικής τάξεως. Και από αυτούς πολλοί πέθαιναν στη διαδρομή ή στις ανά τόπους φυλακές. Και όσοι κατόρθωναν να επιζήσουν, κατέληγαν στη Σκυθόπολη, μία απόκεντρη πόλη της Παλαιστίνης, όπου είχαν στηθεί τα όργανα των βασανιστηρίων και των εκτελέσεων» γράφει ο ιστορικός Αμμιανός Μαρκελλίνος, ενώ στο ίδιο σημείο της συγγραφής του (ΙΘ, 12) τονίζει ότι «αρκούσε να κατηγορηθεί κάποιος από κακόβουλο ρουφιάνο ότι φορούσε αποτρεπτικό φυλακτό ή ότι κάποιος τον είδε να κάθεται κοντά σε αρχαίους τάφους ή ερείπια για να καταδικασθεί σε θάνατο ως ειδωλολάτρης ή νεκρομάντης». Στα «στρατόπεδα θανάτου» της Σκυθοπόλεως θ’ «ανδραγαθήσουν» οι ιεροεξεταστές Μόδεστος (αντικαταστάτης του Επάρχου Πραιτωρίου Ερμογένους του Πόντου, ο οποίος είχε κριθεί.. «ελαστικός» και... «ανεκτικός») και Παύλος «Ταρταρεύς» (ένας εξαιρετικά αιμοδιψής χριστιανός, πρώην εκπαιδευτής μονομάχων). Σε εκείνους ακριβώς τους τρομερούς καιρούς θα βασανισθούν ή εξορισθούν, ανάμεσα σε άλλους, και οι Σιμπλίκιος Φιλίππου (πρώην Έπαρχος Αιγύπτου και Ύπατος), Παρνάσιος ο Αχαιός (Έλλην εκ Πατρών, πρώην Έπαρχος Αιγύπτου), καθώς και ο υπέργηρος φιλόσοφος Δημήτριος Κύθρας (με την κατηγορία ότι απλώς θυσίαζε στους Θεούς).

360 Στο Παρίσι, τον Φεβρουάριο του έτους αυτού, ο 28χρονος Καίσαρ και Ύπατος Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός, σπουδάσας στις φιλοσοφικές σχολές των Αθηνών (355), νικητής των Αλαμανών, των Σαλίων Φράγκων και των Χαμαβών στις τέσσαρες «Γαλατικές Εκστρατείες» του (356 - 359), στέφεται αυτοκράτωρ από τις ρωμαϊκές λεγεώνες της Δύσεως.

361 - 363 Ο αυτοκράτωρ Ιουλιανός κηρύσσει πλήρη ανεξιθρησκεία μετά τον θάνατο του Κωνσταντίου και εισέρχεται στην Κωνσταντινούπολη στις 11 Δεκεμβρίου του 361. Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός («Invective versus Julianus», I 58 - 61) διαμαρτύρεται ότι ο ανεξίθρησκος Εθνικός αυτοκράτωρ εστέρησε τους χριστιανούς της πόλεως από την… χαρά του μαρτυρίου (…)

363 Ο Ιουλιανός διατάσσει την απομάκρυνση από τον Ναό του Θεού Απόλλωνος στην Δάφνη της Αντιοχείας του μιάσματος των λειψάνων του «Αγίου» Βαβύλα, ενός επισκόπου Αντιοχείας που υποτίθεται ότι είχε τάχα μαρτυρήσει επί Δεκίου, αλλά στην πραγματικότητα είχε εκτελεσθεί από τον χριστιανό αυτοκράτορα Φίλιππο τον Άραβα επειδή, ως επιτίμιο για τη δολοφονία του Γορδιανού, τού είχε αρνηθεί την «θεία κοινωνία» (Lieu, 1989, σελ. 48). Χριστιανοί εμπρηστές πυρπολούν τον Ναό μετά την απομάκρυνση των λειψάνων, ενώ στις 26 Ιουνίου του ιδίου έτους, ο Ιουλιανός δολοφονείται άνανδρα πιθανόν από χριστιανό ακόλουθό του, ενώ επιτίθεται έφιππος κατά των Περσών (από πολλούς θεωρείται βέβαιο ότι ο Ιουλιανός, μάλλον εδολοφονήθη πισώπλατα από χριστιανό συνομώτη και όχι από Πέρση πολεμιστή. Ο Λιβάνιος ήταν σίγουρος γι' αυτό, εξαιτίας του γεγονότος ότι κανείς Πέρσης στρατιώτης δεν ενεφανίσθη στον βασιλιά Σαπώρ για να εισπράξει την αμοιβή που ο τελευταίος είχε υποσχεθεί σε όποιον εφόνευε τον ικανότατο αντίπαλό του, ενώ, από την άλλη, ο φανατικός χριστιανός Σωζομενός, εμφανέστατα σύμφωνος με την εκδοχή της προδοτικής δολοφονίας, επαινεί τον άγνωστο δολοφόνο «που, για την αγάπη του Θεού και της θρησκείας, εξετέλεσε μια τόσο γενναία πράξη»).

364 Ο νέος αυτοκράτορας Φλάβιος Ιοβιανός διατάσσει την πυρπόληση της Βιβλιοθήκης της Αντιοχείας, ενώ στις 11 Σεπτεμβρίου εκδίδεται έδικτο με το οποίο απαγορεύεται η Εθνική Λατρεία επί ποινή θανάτου. Στα χρησιμοποιούμενα βασανιστήρια κατά των Εθνικών προστίθεται εφεξής ο κατακομματιασμός των πλευρών με σιδερένια άγκιστρα, ενώ με θάνατο τιμωρούνται επίσης και οι σπλαχνοσκοπήσεις: «sileat omnibus perpetuo divinandi curiositas» («να πάψει διαπαντός η μαντική περιέργεια»). Με τρία ακόμη διατάγματα (της 4ης Φεβρουαρίου, 9ης Σεπτεμβρίου και 23ης Δεκεμβρίου) ξανακατάσχονται οι περιουσίες των Εθνικών Ιερών που είχαν επιστραφεί από τον Ιουλιανό και απαγορεύονται ακόμη και οι ιδιωτικές σπονδές, θυσίες και επωδές. Των δύο τελευταίων έχει προηγηθεί από την Σύνοδο της Λαοδικείας η εισήγηση (κατά την πάγια τότε τακτική της Εκκλησίας να εκδίδει αναθέματα κατά συγκεκριμένων στόχων που αμέσως μετά γίνονταν πάντα στόχος των απαγορευτικών εδίκτων και των κρατικών διωγμιτών) να εξοντωθούν οι αστρολόγοι και οι χριστιανοί «αιρετικοί» που εορτάζουν τα Σάββατα. Σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία, ο νεόθρησκος όχλος, προστατευόμενος πλέον από τις βυζαντινές αρχές κατοχής, καταλαμβάνει Εθνικούς τόπους Λατρείας, τους καταστρέφει εκ θεμελίων και κτίζει επάνω τους εκκλησίες, ενώ πάμπολλοι εξέχοντες Εθνικοί φυλακίζονται ή εκτελούνται και δημεύεται η περιουσία τους (ανάμεσά τους και ο επί Ιουλιανού Κόμης Πριβάτων και μετά Ανθύπατος Ασίας Ελπίδιος, πρώην χριστιανός που είχε επιστρέψει στην Εθνική Λατρεία, επιδείξας μάλιστα ιδιαίτερο ζήλο στην τέλεση των ιεροπραξιών, σε σημείο που να τον αποκαλούν κοροϊδευτικά «θυσιαστή» οι χριστιανοί).

365 Έδικτο της 17ης Νοεμβρίου απαγορεύει στους Εθνικούς αξιωματικούς να διατάσσουν χριστιανούς στρατιώτες. Άπειροι σωροί βιβλίων, όλα τους λογοτεχνικά, φιλοσοφικά κι επιστημονικά ελληνικά συγγράμματα -και όχι.. «εγχειρίδια μαγείας», όπως ήθελε η διαστροφή των ιεροεξεταστών- καίγονται στις πλατείες των αστικών κέντρων, ενώ μέσα στα πλήθη των διωκομένων «ειδωλολατρών», βρίσκονται όλοι σχεδόν οι εναπομείναντες αξιωματούχοι του Ιουλιανού, που είτε καθαιρούνται, όπως λ.χ. ο γνωστός Καίσαρ Σαλλούστιος (συγγραφεύς της θαυμαστής πολυθεϊστικής θεολογικής επιτομής «Περί των Θεών και του Κόσμου», ο οποίος και είχε επίσης προτρέψει τον Ιουλιανό στη θέσπιση της απολύτου ανεξιθρησκείας), είτε ρίχνονται στις φυλακές και οι πιο άτυχοι από αυτούς καίγονται ζωντανοί, αποκεφαλίζονται, ή στραγγαλίζονται μετά από φρικτά βασανιστήρια με την κατηγορία, φυσικά, της... «ασκήσεως μαγείας» (!), όπως λ.χ. ο ιατρός Ορειβάσιος, ο φιλόσοφος Σιμωνίδης που τον έκαψαν ζωντανό (στην πρώτη ιστορικά χριστιανική καύση, πολύ πριν τα περιβόητα «auto da fe» των παπικών), ο αρχιερεύς των Εθνικών Ναών της Τρωάδος κα πρώην χριστιανός επίσκοπος Πηγάσιος, κ.ά. Μία απίθανη εκστρατεία σπιλώσεως της μνήμης του Ιουλιανού οργανώνεται από τους χριστιανούς, οι οποίοι συντονισμένα προσπαθούν να τον παρουσιάσουν ως ηθικό αυτουργό θηριωδιών, αιμοδιψή άνθρωπο (βλ. Σωζομενό 5, 9-10, Θεοδώρητο Κύρου 3) ακόμα και ως... ανθρωποθυσιαστή (βλ. Γρηγόριο Θεολόγο, PG 35, 624, Ιωάννη. Χρυσόστομο, PG 50, 555 και, φυσικά, τον εντελώς κακόβουλο Σύριο Θεοδώρητο Κύρου 3, 21 που συγγράφει καθαρά συκοφαντικά, αγιοκατασκευαστικά και αιώνες μετά τα γεγονότα).

367 Ο Εθνικός Βέττιος Αγόριος Πραιτεξτάτος αναστηλώνει στη Ρώμη, με δικά του έξοδα και παρά τις διαμαρτυρίες του Πάπα, το Ιερό των Δώδεκα Ολυμπίων Θεών.

370 Ο αυτοκράτωρ Βάλης εξαπολύει μεγάλο διωγμό κατά των Εθνικών σε ολόκληρη την Ανατολική Αυτοκρατορία με κέντρο την Αντιόχεια (όπου μαρτυρούν ο πρώην κυβερνήτης Φιδούστιος, οι ιερείς Ιλάριος και Πατρίκιος κ.ά.). Σωροί βιβλίων καίγονται στις πλατείες και θανατώνονται ή βασανίζονται χιλιάδες αθώοι άνθρωποι που απλώς αρνούνται να προδώσουν τα ειωθότα των προγόνων τους. Στα θύματα αυτού του νέου διωγμού συμπεριλαμβάνεται και ο μέντωρ του αυτοκράτορος Ιουλιανού Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Μάξιμος, ο οποίος με την κατηγορία της «μαγείας» αποκεφαλίζεται μετά από βασανιστήρια στις 12 Μαρτίου του έτους αυτού. 

370 - 371 Ο αυτοκράτωρ της Δύσεως Βαλεντινιανός που «μισούσε τους καλοντυμένους, τους μορφωμένους, τους πλούσιους και τους ευγενείς» (όπως υπογραμμίζει ο ιστορικός Αμμιανός Μαρκελλίνος), εξαπολύει μεγάλο διωγμό κατά των Ρωμαίων Εθνικών. Χιλιάδες εξορίζονται, βασανίζονται ή θανατώνονται και όλων η περιουσία κατάσχεται και αποδίδεται στην Εκκλησία. Ο Πάπας Δάμασος κατηγορείται για φόνο, πλην όμως ο αυτοκράτωρ τον απαλλάσσει από κάθε κατηγορία με την απίστευτη δήλωση ότι ο Πάπας… «δεν μπορεί να δικασθεί από κανέναν θνητό».

372 Ο κατεχόμενος από υστερικό φόβο προς την μαγεία αυτοκράτωρ Βάλης, εξουσιοδοτεί τον ανθύπατο Ασίας Φήστο να αφανίσει όλους τους Εθνικούς και τα έργα τους. Έντρομοι οι άνθρωποι αρχίζουν και καίνε μόνοι τους τις βιβλιοθήκες τους για να γλιτώσουν.

373 Επαναλαμβάνεται η απαγόρευση των μαντικών πρακτικών και της Αστρολογίας, και πρωτοχρησιμοποιείται ο απαξιωτικός όρος «pagani» (παγανιστές, άνθρωποι της υπαίθρου) για μείωση των Εθνικών. Εφεξής, οι Εθνικοί δεν θ’ αναφέρονται πλέον στα έδικτα των αυτοκρατόρων ως «gentiles» ή «ethnici», αλλά με τον απαξιωτικό όρο «pagani» με τον οποίο το θράσος των χριστιανών προσπαθεί να παρουσιάσει τον Εθνισμό ως τάχα σύμφυρμα δεισιδαιμονικών αντιλήψεων αμόρφωτων χωριατών «…gentiles quos vulgo paganos vocamus» («Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 3. 46)

375 Ο «Άγιος» Μαρτίνος ολοκληρώνει την καταστροφή των Εθνικών Ιερών της Γαλατίας και κτίζει πάνω στα ερείπια μοναστήρια. Οι χριστιανοί της Ανατολικής Αυτοκρατορίας κλείνουν το Ασκληπιείο της Επιδαύρου και ποινικοποιούν ακόμη και τις παράλληλες εκδηλώσεις τής εκεί λατρείας, συμπεριλαμβανομένων των θεατρικών παραστάσεων.

376 Ο άβουλος αυτοκράτωρ της Δύσεως Γρατιανός επιτρέπει στην χριστιανική κοινότητα της Ρώμης να καταστρέψει πολλά Μιθραία και Ιερά των παραδοσιακών Εθνικών λατρειών μέσα στην «Αιωνία Πόλη”, καταργεί το αφορολόγητο των κτήματων που ανήκουν στα «ειδωλολατρικά» ιερατεία, απαγορεύει την κληροδότηση νέων περιουσιών σε αυτά και κατάσχει όλη την κινητή τους περιουσία. Επίσης, υπό την καθοδήγηση των επισκόπων Αμβροσίου και Δαμάσου, διατάσσει τη νέα απομάκρυνση του Βωμού της Νίκης από την αίθουσα συνεδριάσεων της Συγκλήτου όπου τον είχε επανατοποθετήσει ο Ιουλιανός. Επίσης απαρνείται δημοσίως τον τίτλο του Pontifex Maximus, ως αξίωμα των «ειδωλολατρών». Το αποκηρυχθέν αξίωμα ωστόσο ιδιοποιείται αμέσως ο επίσκοπος Δάμασος και από εκεί περνά έκτοτε στην Παποσύνη της Ρώμης.

378 Με νόμο του χριστιανού επάρχου του Πραιτωρίου Γράκχου και προγραφή όλων των ιερέων του Θεού Μίθρα, τα ανά την Αυτοκρατορία «Μιθραία» κατεστρέφονται από τους χριστιανούς με φωτιά και παραχώνονται.

379 Η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως υιοθετεί την 25η Δεκεμβρίου του Πάπα Ρώμης Λιβερίου (354) για τον εορτασμό της γεννήσεως του ραβί Τζεσουά στις 25 Δεκεμβρίου.

380 Στις 27 Φεβρουαρίου, ο αυτοκράτωρ Φλάβιος Θεοδόσιος απαγορεύει όλες τις θρησκείες πλην της χριστιανικής. Όλοι οι μη χριστιανοί χαρακτηρίζονται στο εξής «σιχαμεροί, αιρετικοί, μωροί και τυφλοί». Ο επίσκοπος Μεδιολάνου Αμβρόσιος εξουσιοδοτείται να καταστρέψει όλους τους Ναούς των Εθνικών και να κτίσει επάνω στα θεμέλιά τους εκκλησίες. Οι αρχηγοί μερικών γοτθικών φυλών βαπτίζονται χριστιανοί. Καθοδηγούμενος από το μισαλλόδοξο ιερατείο, ο χριστιανικός όχλος επιτίθεται στο ελληνικό Ιερό της Ελευσίνος, το βεβηλώνει και απειλεί να λυντσάρει τους ιερείς Νεστόριο και Πρίσκο. Ο 95χρονος Ιεροφάντης Νεστόριος, γεμάτος θλίψη και αγανάκτηση, ανακοινώνει το οριστικό τέλος των πανάρχαιων Ελευσινίων Μυστηρίων και την απαρχή της επί γής βασιλείας του πνευματικού σκότους. Ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος αποκαλεί σε διάταγμά του «παράφρονες» όλους όσους διαφωνούν με το χριστιανικό δόγμα της Αγίας Τριάδος και απαγορεύει κάθε διαφωνία με τις θελήσεις της Εκκλησίας.

381 Στις 2 Μαϊου, εκδίδεται από τον Θεοδόσιο ο νόμος κατά των «αποστατών» που τιμωρεί με πλήρη στέρηση ατομικών δικαιωμάτων όλους τους πρώην χριστιανούς που απογοητευμένοι από την χριστιανική μισαλλοδοξία αποκηρύσσουν μαζικά την κρατούσα Θρησκεία και επιστρέφουν στην ανεκτική και καταφάσκουσα τη ζωή Εθνική και παραδοσιακή λατρεία. Όλες οι εκκλησίες των διαφόρων δογμάτων των χριστιανών, περνούν υποχρεωτικά στα χέρια των Καθολικών επισκόπων (τότε από κοινού Ορθοδόξθων και Ρωμαιοκαθολικών). Ο Πατριάρχης των Ορθοδόξων Ιουδαίων Γαμαλιήλ, γίνεται στενός φίλος του Θεοδοσίου και εξασφαλίζει την εξαίρεση των ομοθρήσκων του από τους διωγμούς κατά των «αιρετικών και των αλλοθρήσκων» (M. Grant, σελ. 273).   

Στις 21 Δεκεμβρίου, οι αυτοκράτορες Γρατιανός, Βαλεντινιανός και Θεοδόσιος, εκδίδουν έδικτο («Προς Φλόρον, Έπαρχο του Πραιτωρίου Ανατολής») με το οποίο καταδικάζονται σε θανάτωση και κατάσχεση της περιουσίας τους όλοι όσοι κάνουν θυσίες, χρησιμοποιούν την Μαντική, ψάλλουν λατρευτικούς ύμνους ή πραγματοποιούν επισκέψεις σε Εθνικούς Ναούς, οι δε Εθνικοί χαρακτηρίζονται «παράφρονες» και «ιερόσυλοι»: «Si qui vetitis sacrificiis diurnis nocturnisque velut vesanus ac sacrilegus, incertorum consultorem se inmerserit fanumque sibi aut templum ad huiuscemodi sceleris executionem adsumendum crediderit vel putaverit adeundum, proscribtione se noverit subiugandum, cum nos iusta institutione moneamus castis Deum precibus excolendum, non diris carminibus profanandum» («Αν κάποιος παράφρων ή ιερόσυλος επιδοθεί στις απαγορευμένες θυσίες, ασχέτως αν είναι ημερήσιες ή νυκτερινές, αν αναζητήσει συμβουλές γι’ αβέβαια ζητήματα και αν υποθέσει ότι πρέπει να χρησιμοποιήσει ή να επισκεφθεί κάποιον Ναό για να διαπράξει αυτά τα εγκλήματα, να γνωρίζει ότι θα τιμωρηθεί με θανάτωση και κατάσχεση της περιουσίας του, διότι εμείς με τις δίκαιες αποφάσεις μας έχουμε ορίσει ο Θεός να λατρεύεται με αγνές προσευχές και όχι να εξευτελίζεται με βέβηλα άσματα», «Θεοδοσιανός Κώδιξ», 16, 10, 7). Κύμα λεηλασιών, βεβηλώσεων, πυρπολήσεων και κάθε είδους καταστροφών σαρώνει από άκρου σε άκρο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τους Ναούς, τα μνημεία και τις Βιβλιοθήκες των Εθνικών. Στην Κωνσταντινούπολη μετατρέπεται σε πορνοστάσιο ο Ναός της Θεάς Αφροδίτης και σε αποθήκες οι Ναοί του Ηλίου και της Αρτέμιδος.

382 Στις χριστιανικές εκκλησίες καθιερώνεται το «αλληλούϊα» (hallelu-Jah) δηλαδή «δόξα στον Ιαχωβά». Ο αυτοκράτωρ της Δύσεως Γρατιανός διατάσσει το σβύσιμο της «αιωνίας» Ιεράς Πυράς της Θεάς Βέστα και τον διωγμό των ιερειών της. Η μεγάλη περιουσία των φυλακισμένων Εστιάδων, μεταβιβάζεται στην Εκκλησία. Στις 30 Νοεμβρίου, οι αυτοκράτορες Γρατιανός, Βαλεντινιανός και Θεοδόσιος, εκδίδουν στην Κωνσταντινούπολη έδικτο προς έναν διοικητή μίας περιοχής της Βορειοδυτικής Μεσοποταμίας («Προς Παλλάδιο, Δούκα της Οσροηνής»), με το οποίο τονίζεται ότι οι Ναοί κα τα αγάλματα έχουν μόνο καλλιτεχνικό και όχι ιερό χαρακτήρα και απαγορεύεται κάθε λατρευτική χρήση τους υπό την οιανδήποτε πρόφαση («Θεοδοσιανός Κώδιξ», 16, 10, 8). Από το κείμενο του εν λόγω εδίκτου, γίνεται φανερό ότι πλήθη εντοπίων και επισκεπτών επισκέπτονταν ακόμα τους Ναούς της περιοχής, τους οποίους θα καταστρέψει μετά από λίγο ο μέγας διώκτης των Εθνικών Μάτερνος Κυνήγιος, και μάλιστα δίχως αυτοκρατορική άδεια (Λιβάνιος, 30, 46).

384 Οι Εθνικοί Βέτιος Αγόριος Πραιτεξτάτος (έπαρχος Πραιτωρίου) και Αυρήλιος Σύμμαχος (έπαρχος άστεως), εξουσιοδοτημένοι από την Σύγκλητο, κάνουν έκκληση στον διάδοχο του Γρατιανού Βαλεντινιανό Β να παλινορθώσει τον Βωμό της Νίκης. Ο επίσκοπος Αμβρόσιος απειλεί με αφορισμό τον νεαρό αυτοκράτορα και το αίτημα απορρίπτεται. Ο φωτισμένος Πραιτεξτάτος πεθαίνει από την θλίψη του λίγους μήνες αργότερα. Ο Θεοδόσιος διορίζει ύπαρχο Ανατολής τον φανατικό Μάτερνο Κυνήγιο που επιστρατεύει, σε συνεργασία με τους ανά τόπους επισκόπους, στρατιές μοναχών και λαϊκών για την καταστροφή των Εθνικών Ναών της βορείου Ελλάδος και της Μικράς Ασίας.

385 Στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι φυλακές, που πλέον είναι υπόγειες, δίχως αερισμό και φώς, γεμίζουν από πλήθη «ειδωλολατρών», σε σημείο που οι διωκτικές αρχές υποχρεώνονται να καταφύγουν σε απελευθέρωση των ποινικών κρατουμένων γι’ αδικήματα μέσης βαρύτητος, προκειμένου ν’ αντιμετωπισθεί το πρόβλημα του συνωστισμού των φυλακισμένων, που προ πολλού άλλωστε ήταν οξύτατο (ο Λιβάνιος είχε αναφέρει παλαιότερα, στον λόγο «Προς Βασιλέα Περί των Δεσμωτών», ότι η στενότητς χώρου των φρικτών και δύσοσμων βυζαντινών φυλακών υπεχρέωνε τους φυλακισμένους να κοιμούνται όρθιοι !). Οι αυτοκράτορες Γρατιανός, Βαλεντινιανός, και Θεοδόσιος εκδίδουν τον Ιούνιο στην Κωνσταντινούπολη ένα ακόμη έδικτο («Προς Κυνήγιον, Έπαρχο Πραιτωρίου της Ανατολής»), με το οποίο ανανεώνεται η απαγόρευση όλων των θυσιών και των μαντικών πρακιτκών: «Ne quis mortalium ita faciendi sacrificii sumat audaciam, ut inspectione iecoris extorumque praesagio vanae spem promissionis accipiat vel, quod est deterius, futura sub exsecrabili consultatione dognoscat acerbioris etenim imminebit suplicii cruciatus eis, qui contra vetitum praesentium vel futurarum rerum explorare temptaverint veritatem» («Κανείς θνητός να μην τολμήσει να κάνει θυσίες, ή ν’ αποκτήσει μάταιες ελπίδες από την σπλαχνοσκοπία, ή, ακόμα χειρότερα, να γνωρίσει τα μελλούμενα συμβουλευόμενος αυτά τα αηδιαστικά πράγματα. Σκληρότερη τιμωρία περιμένει δε όλους εκείνους που παρά την απαγόρευση, θα τολμήσουν να εξερευνήσουν την αλήθεια του μέλλοντος ή του παρόντος», «Ιουστινιάνειος Κώδιξ» 1. 11. 2)

385 - 388 Οι Μάτερνος Κυνήγιος και ο επίσκοπος («Άγιος» και αυτός !) Μάρκελλος, καταστρέφουν αμέτρητα μικρασιατικά Ιερά. Ανάμεσά τους και ο Ναός της Εδέσσης, τα Καβείρεια Ίμβρου, το Διδυμαίο Ιερό, όλα τα Ιερά της Παλμύρας, κ.ά. Στα στρατόπεδα θανάτου της Σκυθοπόλεως, που μέχρι να γίνει πρωτεύουσα της Palaestina Secunda το έτος 400 εξακολουθεί να λειτουργεί ως τόπος μαρτυρίου των «ειδωλολατρών» και των λοιπών «αιρετικών», θανατώνονται ή βασανίζονται χιλιάδες αθώοι άνθρωποι.

386 Νόμος της 16ης Ιουνίου απαγορεύει κάθε φροντίδα των έρημων Εθνικών Ιερών. Γίνονται νέες μαζικές συλλήψεις Εθνικών και πυρπολήσεις ιδιωτικών βιλιοθηκών, ενώ ο επίσκοπος Μάρκελλος καταστρέφει τον Ναό του Θεού Διός Βήλου στην Απάμεια.

387 Απαγορεύονται από τον αυτοκράτορα της Δύσεως Βαλεντινιανό οι τελευταίες Εθνικές εορτές των Ρωμαίων, ενώ 4 έδικτά του στρέφονται κατά της Μαντικής και της Μαγείας, οι οποίες εξισώνονται και ταυτίζονται. Εις θάνατον καταδικάζονται ακόμη και όσοι απλώς μελετούν βιβλία σχετικά με αυτές ή με την επιστήμη των Μαθηματικών: «Cesset mathematicorum tractatus. Nam si qui publice aut privatim in die noctuque deprehensus fuerit in cohibito errore versari, capitali sententia feriatur uterque. Neque enim culpa dissimilis est prohibita discere quam docere» («Θεοδοσιανός Κώδιξ» 9. 16. 8) Ο επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) Αμβρόσιος αποκτά πλήρη πνευματικό έλεγχο πάνω στον αυτοκράτορα της Ανατολής Θεοδόσιο.

388 Απαγορεύονται από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο όλες οι δημόσιες συζητήσεις για θρησκευτικά ζητήματα. Ο γηραιός ρήτωρ Λιβάνιος δικάζεται μαζί με άλλους Εθνικούς για… «μαγεία» αλλά αθωώνεται από τον Εθνικό δικαστή Τατιανό. Μετά την αθώωσή του στέλνει στον Θεοδόσιο την έκκληση «Υπερ των Ιερών» με την οποία τον παρακαλεί να σταματήσει την καταστροφή των Εθνικών Ναών: «Επιτίθενται στα Ιερά με ξύλα, πέτρες και σίδερα κι ακόμη χωρίς αυτά, χρησιμοποιώντας τα χέρια και τα πόδια τους. Μετά όλα λεηλατούνται, αφού γκρεμισθούν οι στέγες, κατεδαφισθούν τα οικήματα, κομματιασθούν τα αγάλματα, αναποδογυρισθούν οι βωμοί, ενώ οι λάτρεις έχουν να διαλέξουν ανάμεσα στο να σωπάσουν οριστικά ή να πεθάνουν. Και όταν γίνει το κακό μια φορά, ακολουθείται από δεύτερη και τρίτη έφοδο και το κάθε παράνομο τρόπαιό τους ακολουθεί κι άλλο κι άλλο. Τέτοιες επιχειρήσεις γίνονται ακόμη και μέσα στις πόλεις, αν και τις περισσότερες υφίσταται η ύπαιθρος..» Ο μισαλλόδοξος επίσκοπος Αμβρόσιος υπερασπίζεται τους συναδέλφους του των ανατολικών επαρχιών (Νικηφόριον κ.ά) που καταστρέφουν επίσης και Ιουδαϊκές Συναγωγές, με το επιχείρημα ότι αυτές αποτελούν «οίκους παραφροσύνης και ασεβείας», και εξασφαλίζει απειλώντας να μην ξαναλειτουργήσει για τον αυτοκράτορα, την μη τιμωρία τους και την ακύρωση της διαταγής να ξανακτισθούν οι Συναγωγές με έξοδα των χριστιανών.

389 Κηρύσσεται εκτός νόμου κάθε μη χριστιανική μέθοδος χρονολογήσεως. Πλήθη μοναχών της ερήμου εισβάλουν στις πόλεις της Μέσης Ανατολής και καταστρέφουν με μανία αγάλματα, βωμούς και Ιερά, λυντσάρουν Εθνικούς και καίνε Βιβλιοθήκες. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος κινητοποιεί τον φανατισμένο χριστιανικό όχλο για να κάνει μεγάλους διωγμούς κατά των Εθνικών. Μετατρέπει σε εκκλησία τον Ναό του Θεού Διονύσου, πυρπολεί το Μιθραίο και καταστρέφει τον Ναό του Διός. Ο ιερεύς του Διός, Ελλάδιος, γλυτώνει το λυντσάρισμα σκοτώνοντας 9 οχλοκράτες. Ο όχλος διαπομπεύει ανά ομάδες τους Εθνικούς ιερείς σκοτώνοντάς τους στη συνέχεια με λιθοβολισμό. Τα ιερά σύμβολα και αγάλματα παραδίδονται στη χλεύη των χριστιανών περιφερόμενα πάνω σε γαϊδούρια προτού καταστραφούν.

390 Οι μισάνθρωποι μοναχοί παραμένουν στις πόλεις και τρώνε τις περιουσίες των θυμάτων τους Εθνικών, αλλά επεκτείνουν την κακοποιό δράση τους και στους μη Εθνικούς. Στις 2 Σεπτεμβρίου επιχειρείται ανεπιτυχώς με διάταγμα του Θεοδοσίου η εκδίωξή τους από τις πόλεις της Μέσης Ανατολής.

391 Στις 24 Φεβρουαρίου, εκδίδεται στο Μεδιόλανο (σημ. Μιλάνο) ένα ακόμη έδικτο («Προς Αλβίνιο, Έπαρχο Πραιτωρίου Ανατολής»), με το οποίο ανανεώνεται η απαγόρευση των θυσιών, των επισκέψεων σε Εθνικούς Ναούς και επιβάλλεται η ανεικονική λατρεία: «Nemo se hostiis polluat, nemo insontem victimam caedat, nemo delubra adeat, templa perlustret et mortali opere formata simulacra suspiciat, ne divines adque humanis sanctionibus reus fiat» («Κανείς δεν θα μολυνθεί με θυσίες και σφάγια, κανείς δεν θα πλησιάσει ή θα εισέλθει σε Ναούς, ούτε θα τιμήσει εικόνες φτιαγμένες από ανθρώπινο χέρι, διότι θα είναι ένοχος μπροστά στους ανθρωπίνους και τους θεϊκούς νόμους», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 10. 10). Νέος μεγάλος διωγμός σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Στην υπηρεσία της Εκκλησίας, τίθενται επισήμως πλέον οι τρομερές και πολυπληθείς ορδές ψυχοπαθών μοναχών (οι λεγόμενοι «Circumcelliones»), που οπλισμένοι με βαριά ρόπαλα τα οποία τα αποκαλούν κυνικά «Ισραήλ», εισβάλλουν στα σπίτια των πλουσίων Εθνικών και τους Ναούς και κατασπάζουν ό,τι δεν μπορούσε να αρπαχθεί, ξεκοιλιάζοντας οικογενειακώς τους ιδιοκτήτες ή τους ιερείς με την κραυγή «Ευλογητός ο Θεός». Στις 16 Ιουνίου, ακολουθεί ένα ακόμη έδικτο («Προς Ευάγριο, Αυτοκρατορικό Έπαρχο και Ρωμανό, Αυτοκρατορικό Επιτετραμμένο Αιγύπτου»), που επαναλαμβάνει τα του εδίκτου της 24ης Φεβρουαρίου, προφανώς ως δικαιολογία για τις εκτεταμένες καταστροφές Εθνικών Ναών που προεκάλεσαν στην Αίγυπτο οι δύο πιο πάνω αξιωματούχοι, σε συνεργασία με τον επίσκοπο Θεόφιλο: «Nulli sacrificandi tribuatur potestas, nemo templa circumeat, nemo delubra suspiciat. Interclusos sibi nostrae legis obstaculo profanes aditus recognoscant adeo, ut, si qui vel de diis aliquid contra vetitum sacrisque molietur, nullis exuendum se indulgentiis recognoscat» («Κανείς δεν επιτρέπεται να θυσιάζει, να περιφέρεται στους Ναούς ή ν’ αποδίδει εκεί τιμές. Όλοι ν’ αποδεχθούν ότι ο νόμος μας τους απαγορεύει την άνομο είσοδό τους στους Ναούς, ώστε αν κάποιος πράξει κάτι σχετικό με θεούς ή τελετές, παραβαίνοντας την απαγόρευση αυτή, δεν θα αποφύγει την τιμωρία, ούτε θα τύχει ελέους από τις αρχές», «Θεοδοσιανός Κώδιξ», 16. 10. 11). Στην Καρχηδόνα, βεβηλώνεται και σφραγίζεται με αυτοκρατορική διαταγή τα Ιερό της Θεάς Κελαιστίδος, για ν’ ανοίξει αργότερα ως χριστιανική εκκλησία μετά από μετατροπές. Στην Αλεξάνδρεια, μετά από μεγάλες καταστροφές Ναών, βωμών και αγαλμάτων, οι ελάχιστοι Εθνικοί εξεγείρονται με επικεφαλής τον Νεοπλατωνικό φιλόσοφο Ολύμπιο και κλείνονται στο Ιερό του Θεού Σεράπιδος. Οι χριστιανοί, καθοδηγούμενοι υπό του επισκόπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου και με επικεφαλής τους τον αιμοδιψή μοναχό Σενούθιο, ο οποίος επί χρόνια περιπολούσε σε όλη την Βόρειο Αφρική με τους συμμορίτες του και λήστευε τα σπίτια των Εθνικών σκοτώνοντας τους ιδιοκτήτες τους,, το καταλαμβάνουν με δόλο, το ισοπεδώνουν και πυρπολούν την ονομαστή Βιβλιοθήκη του που φιλοξενούσε τμήμα της θρυλικής συλλογής της Βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας. Τα ιερά σκεύη του Σεραπείου διαπομπεύονται στους δρόμους της Αλεξανδρείας. Ο Peter Brown («Ο Κόσμος Της Ύστερης Αρχαιότητος») γράφει χαρακτηριστικά, για την συγκεκριμένη περίοδο, τα εξής: «Οι Εθνικοί, κτυπημένοι από αυτό το ξαφνικό κύμα τρομοκρατίας, έβλεπαν να φθάνει το τέλος του κόσμου. Αν είμαστε ζωντανοί, έγραφε κάποιος, τότε η ίδια η ζωή έχει νεκρωθεί..»

392 Νέος μεγάλος διωγμός κατά των Εθνικών σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Σβήνουν τα Μυστήρια της Σαμοθράκης μετά από κατασφαγή των ιερέων και όλων των θρησκευτών από απόσπασμα «διωγμιτών» που αποβιβάσθηκε στο νησί. Καταστροφή του Μαντείου του Άμμωνος Διός στην Άφυτο της Χαλκιδικής. Στις αίθουσες των δικαστηρίων «κυλούν ρυάκια αίματος», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Λιβάνιος. Στην Κύπρο, ο εβραϊκής καταγωγής επίσκοπος («Άγιος» και αυτός !) Επιφάνειος και ο «Άγιος» Τύχων εκχριστιανίζουν μαζικά και με την απειλή του φασγάνου και της πυράς χιλιάδες Εθνικούς και καταστρέφουν όλα τα Ιερά της νήσου. Παύουν οριστικά τα κυπριακά Μυστήρια της Αφροδίτης. Το σχετικό διάταγμα του Θεοδοσίου δηλώνει κυνικά: «όποιος δεν υπακούσει στον πατέρα Επιφάνειο δεν έχει θέση πάνω στο νησί». Στις μεσανατολικές πόλεις Πέτρα, Αερόπολη, Ράφια, Γάζα και Βααλβέκ (Ηλιόπολη) ξεσπούν απελπισμένες εξεγέρσεις των Εθνικών κατά των διωγμητών, των χριστιανών οχλοκρατών και των μοναχών ροπαλοφόρων. Στην πόλη Σούφες της Β. Αφρικής, 60 χριστιανοί πληρώνουν με τη ζωή τους την προσπάθειά τους να γκρεμίσουν το εκεί άγαλμα του Ηρακλέους. Στη Γαλατία σφάζονται όλοι οι ιερείς και κατάσχονται οι περιουσίες όλων των Εθνικών Ναών που στη συνέχεια πυρπολούνται κι εκθεμελιώνονται. Στις 22 Αυγούστου ανακηρύσσεται αυτοκράτωρ της Δύσεως στο Λούγδουνο από τους Εθνικούς, ο ρήτωρ Φλάβιος Ευγένιος που αποκηρύσσει το βάπτισμά του κι επιστρέφει στην Εθνική λατρεία. Απαντώντας στο πραξικόπημα των Εθνικών της Δύσεως, οι Θεοδόσιος, Αρκάδιος και Ονώριος εκδίδουν, στις 8 Νοεμβρίου, ένα ακόμη έδικτο («Προς Ρουφίνο, Έπαρχο Πραιτωρίου Ανατολής») με το οποίο επιδιώκεται να κτυπηθούν οι τελευταίοι ενεργοί Ρωμαίοι και Έλληνες Εθνικοί της Ανατολικής τουλάχιστον Αυτοκρατορίας, καθώς απαγορεύονται οι θυσίες, οι σπονδές, τα θυμιάματα, τα αναθήματα, η μαντική και κάθε άλλη μορφή της Εθνικής Λατρείας (που αποκαλείται «ειδωλολατρική δεισιδαιμονία») και καθιερώνεται η εφεξής κατάσχεση των περιουσιών των κατά κανόνα ευπόρων θυμάτων της χριστιανικής μισαλλοδοξίας, η οποία θ’ αποτελέσει βασική πηγή περαιτέρω πλουτισμού της Εκκλησίας στην οποία κατέληγαν οι κατασχεθείσες περιουσίες μέσω του αυτοκρατορικού ταμείου: «Κανείς απολύτως, ασχέτως της κοινωνικής τάξεως που προέρχεται ή της ιεραρχικής βαθμίδος που κατέχει, ασχέτως αν κατέχει κάποιο αξίωμα ή έχει αποσυρθεί από αυτό, ασχέτως αν είναι ισχυρός λόγω της καταγωγής του ή ταπεινός ως προς την γενεά του, ασχέτως της οικονομικής του καταστάσεως και της νομικής του υποστάσεως, σε κανέναν τόπο και σε καμμία πόλη, δεν επιτρέπεται να θυσιάσει σε άψυχα αγάλματα. Ούτε και θα τιμήσει, διαπράττοντας κρυφίως στην οικία του αυτή την κακουργία, με πυρά τους Θεούς Λάρητες, με σπονδή οίνου την Θεά Τύχη ή με αρώματα τους Θεούς Πενάτες. Ούτε θα τους ανάψει λυχνάρια, ούτε θα τους κάψει λιβάνι, ούτε θ’ αναρτήσει προς τιμήν τους στεφάνους. Αν τολμήσει κανείς να κάνει άνομο θυσία και να συμβουλευθεί τα σπλάχνα του σφαγίου, προτρέπονται άπαντες να τον καταγγείλουν δημοσίως, όπως είθισται να γίνεται και με τους ενόχους εσχάτης προδοσίας, ώστε να τιμωρηθεί με την πρέπουσα σκληρή τιμωρία, παρ’ όλο που δεν έχει διαπράξει τίποτε ενάντιο ή σχετικό με την ασφάλεια του αυτοκράτορος. Διότι είναι από μόνο του κακούργημα το να θέλει κάποιος να παραβιάσει τους νόμους της φύσεως και να διερευνήσει απαγορευμένα ζητήματα, ν’ ανακαλύψει κρυμμένα μυστικά, ν’ αποτολμήσει απαράδεκτες ενέργειες, να επιδιώξει να μάθει πώς θα εξελιχθεί ο βίος κάποιου άλλου ή να προβλέψει τον θάνατο ενός τρίτου προσώπου. Και αν κανείς αποδώσει τιμές, ανάπτοντας εμπρός από αυτά λιβάνι, σε φθαρτά αγάλματα κατασκευασμένα από ανθρώπινο χέρι, και αν κατά τρόπο γελοίο νοιώσει σέβας για τα ομοιώματα που ο ίδιος έχει κατασκευάσει, ή αν τυλίξει με γιρλάντες κάποιο δένδρο ή αν υψώσει βωμό με υλικά που ο ίδιος έχει σηκώσει από την γή, ή αν προσπαθήσει να τιμήσει αγάλματα αφιερωμένα στην ματαιότητα με αναθήματα, έστω και ταπεινά αφού και τέτοια ακόμη αποτελούν προσβολή κατά της θρησκείας μας, θα τιμωρηθεί με κατάσχεση της οικίας ή του οικοπέδου στο οποίο απεδείχθη ότι τιμήθηκε η ειδωλολατρική δεισιδαιμονία…» («Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 10. 12)

393 Ο αυτοκράτωρ Ευγένιος φθάνει στην Ιταλία, όπου ο διανοούμενος στρατηγός Βίριος Νικόμαχος Φλαβιανός ξαναστήνει τον Βωμό της Νίκης στην αίθουσα της Συγκλήτου κι επαναφέρει τη λατρεία των παραδοσιακών Θεών. Στην Ανατολή, ο Θεοδόσιος καταργεί τα Πύθια, τα Άκτια και τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δήωση της Ολυμπίας και ισοπέδωση όλων των βωμών της.

394 Πλήρης παλινόρθωση του ρωμαϊκού Εθνισμού στη Δυτική Αυτοκρατορία. Ο Φλαβιανός, με το αξίωμα του υπάτου Ρώμης και υποστηριζόμενος ψυχικά από την ευσεβή σύζυγό του, αναβιώνει όλες τις καταργηθείσες από τους χριστιανούς λατρείες. Στην Όστια επανανοίγει το Ιερό του Ηρακλέους. Στις 27 Μαρτίου, 1 Απριλίου και 28 Απριλίου έως 3 Μαϊου οι Ρωμαίοι ξαναεορτάζουν με μεγαλοπρέπεια την Εορτή της Κυβέλης, την Εορτή της Βήνους Βερτικόρντια, τα Μεγαλήσια και τα Φλοράλια. Κατά χιλιάδες οι χριστιανοί επιστρέφουν στην Εθνική Θρησκεία φοβούμενοι το οριστικό τέλος του Χριστιανισμού. Στις 5 και 6 Σεπτεμβρίου συγκρούονται οι στρατοί των Εθνικών (υπό τον Φλαβιανό) και των χριστιανών (υπό τον αυτοκράτορα της Ανατολής Θεοδόσιο) στην κοιλάδα του ποταμού Φρίγδου. Οι κατά πολύ ολιγώτεροι Εθνικοί ηττώνται και κατασφάζονται. Ο αυτοκράτωρ Ευγένιος συλλαμβάνεται, βασανίζεται, αποκεφαλίζεται και το κεφάλι του περιφέρεται πάνω σε παλούκι σε ολόκληρη την Δυτική Αυτοκρατορία για παραδειγματισμό. Ο Φλαβιανός αυτοκτονεί για να μην πέσει στα χέρια των χριστιανών.

395 Οι αυτοκράτορες Αρκάδιος και Ονώριος απαγορεύουν ακόμα και την είσοδο στους Εθνικούς Ναούς («Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 10. 13), ενώ με τα έδικτα της 22ας Ιουλίου και 7ης Αυγούστου, κηρύσσουν νέους διωγμούς κατά των Εθνικών. Το ίδιο έτος, ο ευνούχος πρωθυπουργός του αυτοκράτορος Αρκαδίου Ρουφίνος κατευθύνει τις ορδές τών, υπό τον Αλάριχο, χριστιανών πλέον Γότθων προς τον ελλαδικό χώρο. Ακολουθούμενοι από πλήθη φανατισμένων μοναχών, οι Γότθοι του Αλαρίχου (ο οποίος είχε πολεμήσει με τον Θεοδόσιο κατά των Εθνικών του Φλαβιανού) κατασφάζουν αμέτρητους Εθνικούς Έλληνες και καταστρέφουν πόλεις και Ιερά στο Δίον, τη Θεσσαλία, τους Δελφούς, τη Βοιωτία, την Αττική, τα Μέγαρα, την Κόρινθο, τη Φενεό, το Άργος, τη Νεμέα, τη Λυκόσουρα, τη Σπάρτη, τη Μεσσήνη, τη Φιγαλεία, την Ολυμπία. Στην Ελευσίνα πυρπολείται το εκεί πανάρχαιο Ιερό και θανατώνονται στην πυρά ο Θεσπιεύς Ιεροφάντης Ιλάριος και όλοι οι ιερείς των Μυστηρίων τα οποία είχαν αναβιώσει από τους Μιθραϊστές λίγο μετά τον θάνατο του Νεστορίου. Την ίδια εποχή περίπου, το βεβηλωθέν Ιερό της Θεάς Κελαιστίδος αρχίζει να επαναλειτουργεί ως χριστιανική εκκλησία έως το έτος 421 που οι χριστιανοί θα το πυρπολήσουν επειδή οι θρησκευτές μέσα από την χριστιανική λατρεία τιμούσαν και την Θεά. Στο έργο του «Paraenesis», ο Ισπανός επίσκοπος Βαρκελώνης Πασιανός (Pacianus) δυσανασχετεί, με πολύ γλαφυρό μάλιστα τρόπο («Me Miserum ! Quid ego facinoris admisi !»), για το γεγονός ότι παρά τους διωγμούς, εξακολουθούν να υπάρχουν στην περιοχή του ενεργοί Εθνικοί που τιμούν τους «ειδωλολατρικούς» Θεούς, πράξη η οποία, κατά το μισαλλόδοξο μυαλό του, είναι στον ίδιο βαθμό… «εγκληματική» με την ανθρωποκτονία !

396 Νόμος της 23ης Μαρτίου, απαγορεύει σε ολόκληρη την Ανατολική Αυτοκρατορία ακόμη και την απλή παρατήρηση «ειδωλολατρικών» τελετών. Στις 7 Δεκεμβρίου, οι αυτοκράτορες Αρκάδιος και Ονώριος, εκδίδουν έδικτο («Προς Καισάριο, Έπαρχο Πραιτωρίου») με το οποίο η Εθνική Λατρεία εξισούται με προδοσία κατά του Κράτους. Οι Εθνικοί ιερείς στερούνται όλων των προνομίων τους και τους απαγορεύεται η περαιτέρω άσκηση των καθηκόντων τους: «Privilegia si qua concessa sunt antiquo iure sacerdotibus, ministris, praefectis, hierofantis sacrorum sive quolibet alio nomine nuncupantur, penitus aboleantur nev gratulentur se privilegio esse munitos, quorum professio per legem cognoscitur esse damnata» («Εάν με παλαιούς νόμους είχαν δοθεί προνόμια σε ιερουργούς, μινίστρους, πρεφέκτους ή ιεροφάντες των παλαιών Μυστηρίων, γνωστούς με τα πιο πάνω ονόματα ή με άλλα, τα προνόμια αυτά θα καταργηθούν πλήρως. Τα πρόσωπα αυτά δεν θα μπορούν να συγκαταλέγονται μεταξύ των τυχερών που προστατεύουμε με προνόμια, αυτή η ίδια η ιδιότης τους άλλωστε καταδικάζεται ήδη υπό του νόμου», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16, 10, 14).

397 Νέος νόμος του Αρκαδίου απαιτεί την ισοπέδωση όλων των Εθνικών Ναών της Ανατολικής Αυτοκρατορίας που τυχόν στέκουν ακόμη όρθιοι.

398 Η Τετάρτη Σύνοδος της Καρθαγένης απαγορεύει ακόμη και στους επισκόπους την ανάγνωση των βιβλίων των Εθνικών. Ο («Άγιος») επίσκοπος Γάζης Πορφύριος κλείνει τους περισσότερους Εθνικούς Ναούς της πόλεώς του. Σε Δύση και Ανατολή αμέτρητα φιλοσοφικά και επιστημονικά βιβλία του προχριστιανικού κόσμου εξαφανίζονται στην πυρά. Ο εκχριστιανισμένος Βάνδαλος στρατηγός Στηλίχων πρωτοστατεί σε καταστροφές Εθνικών Ιερών και σφαγές ιερέων και θρησκευτών. Με διάταγμα του Αρκαδίου εξουσιοδοτούνται οι τοπικές αρχές να ξυλοκοπούν τους φανατικούς μοναχούς που συνηθίζουν να επιτίθενται, ν’αποσπούν από τα χέρια των στρατιωτών και να λυντσάρουν τους συλλαμβανόμενους Εθνικούς. Ο «Άγιος» Αυγουστίνος εντείνει τις προσηλυτιστικές προσπάθειες των ανθρώπων του, καθώς η πλειοψηφία των αρχόντων της Καρχηδόνος δείχνει να εμμένει στην αρχαία Θρησκεία και τα αγάλματα των Θεών ακόμη στέκουν στο Φόρουμ της πόλεως και δέχονται τιμές. Όπως γίνεται φανερό από μία μεταγενεστέρα επιστολή του Αυγουστίνου («Contra Epistolam Parmeniani» 1, 9, 15), συμμορίες χριστιανών καταστρέφουν συστηματικώς Ιερά, βωμούς και αγάλματα και οι «διωγμίτες» στρατιώτες διαλύουν κάθε απόπειρα τελέσεως θυσιών. Αντίθετα από την αγαθότατη αγιογραφία που του έχουν κατασκευάσει οι νικητές που γράφουν όπως αυτοί θέλουν την Ιστορία, ο συγκεκριμένος άνθρωπος υπήρξε ένας φανατικός και βίαιος προσηλυτιστής, ο πρώτος μάλιστα που θεωρητικοποίησε τον εξαναγκαστικό προσηλυτισμό («cogite intrare») και ζήτησε την βιαία πάταξη των αιρέσεων του Χριστιανισμού.

399 Oι αυτοκράτορες Αρκάδιος και Ονώριος, για να θέσουν όρια στην χριστιανική υστερία καταστροφής κάθε πολιτισμικού στοιχείου των Εθνικών, εκδίδουν τον Ιανουάριο ένα ακόμη έδικτο που θ’ ακολουθηθεί από νεώτερο τον Φεβρουάριο στην Ραβέννα («Προς Μακρόβιο και Προκλιανό, Βικάριο»), με το οποίο ανανεώνεται η απαγόρευση των θυσιών, αλλά και ανακαλούνται όσες προηγούμενες διαταγές πρόσταζαν την καταστροφή του «ειδωλολατρικού» διακόσμου των διαφόρων δημοσίων κτιρίων: «τυχόν τέτοια δικαιολογητικά έγγραφα πρέπει ν’ αποσπασθούν από τα χέρια των καταστροφέων και να μας επιστραφούν» («Ιουστινιάνειος Κώδιξ» 1. 11. 3). Με το πρώτο έδικτο («Προς Μακρόβιο, Βικάριο Ισπανίας και Προκλιανό, Βικάριο των Πέντε Επαρχιών») απλώς επιτρέπεται να μείνουν άθικτα τα ελάχιστα πια «ειδωλολατρικά» διακοσμητικά στοιχεία που ακόμα κοσμούαν κάποια δημόσια κτίρια στην Δύση, και έως τότε θεωρούντο «κατοικίες των δαιμόνων» από τους χριστιανούς που τα έσπαγαν ή χάρασσαν παντού επάνω τους το «χριστόγραμμα» ή τον σταυρό: «Sicut sacrificia prohibemus, ita volumes publicorum operum ornamenta servari» («Όπως ακριβώς απαγορεύσαμε τις θυσίες, έτσι επιθυμούμε να διατηρηθούν τα διακοσμητικά στοιχεία των δημοσίων κτιρίων», «Θεοδοσιανός Κώδιξ, 16, 10, 15»). Άλλα δύο έδικτα που εκδίδουν οι ίδιοι στην Πάδουα, στις 20 του μηνός Αυγούστου και στην Πατάβια, στις 13 του μηνός Σεπτεμβρίου («Προς Απολλόδωρο, Ανθύπατο Αφρικής», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 10. 17 και «Ιουστινιάνειος Κώδιξ» 1. 11. 4), επιτρέπουν τις εορτές και τις συγκεντρώσεις δίχως όμως να έχουν αυτές θρησκευτική σημασία και οπωσδήποτε δίχως να συμπεριλαμβάνουν τελετές, θυσίες και επικλήσεις στους Θεούς («…ullo sacrificio atque ulla superstitione…»): «αποφασίζουμε ότι σύμφωνα με τα αρχαία έθιμα θα εξακολουθήσουν να παρέχονται διασκεδάσεις στον λαό, χωρίς όμως θυσίες ή άλλες πράξεις της καταραμένης δεισιδαιμονίας και θα επιτρέπεται στον λαό να παρευρίσκεται σε εορταστικά συμπόσια όποτε το επιθυμεί». Με ένα ακόμη έδικτο που εξεδόθη επίσης στις 20 Αυγούστου («Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 10. 18) προς τον Απολλόδωρο, ανανεώνεται η απαγόρευση των θυσιών και διατάσσεται η αφαίρεση όλων των «ειδώλων» από τους Ναούς για να σταματήσει έτσι η κάθε είδους απόδοση τιμών προς αυτά: «…depositis sub officio idolis disceptatione habita, quibus etiam nunc patuerit cultum vanae superstitionis inpendi» («… τα είδωλα να αφαιρεθούν από τους Ναούς υπό την επίβλεψη του διοικητικού προσωπικού, καθώς η έρευνά μας έχει αποδείξει ότι ακόμη και τώρα λατρεύεται με την βοήθεια αυτών των ειδώλων η άθλια δεισιδαιμονία»). Στην Ανατολή όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά, καθώς η παντοδύναμη πλέον Εκκλησία πιέζει για αυτοκρατορική κάλυψη των εγκλημάτων της κατά του Εθνισμού. Στη Βόρειο Αφρική οι διωγμήτες Ιόβιος και Γαυδέντιος κτυπούν όλα τα αστικά κέντρα των Εθνικών, καταστρέφουν τους Ναούς, καίνε τις βιβλιοθήκες και θανατώνουν τους ιερείς. Οι ίδιοι ως άνω αυτοκράτορες, εκδίδουν στις 10 Ιουλίου ένα άλλο έδικτο («Προς Ευτυχιανό, Έπαρχο του Πραιτωρίου Ανατολής») το οποίο αναρτάται στην Δαμασκό και διατάσσει την εξαφάνιση από προσώπου γής, όλων των Ναών των Εθνικών: «Si qua in agris templa sunt, sine turba ac tumultu diruantur. His enim deiectis atque sublatis omnis superstitioni materia consumetur» («Εάν υπάρχουν ακόμη Ναοί σε επαρχιακές περιοχές να καταστραφούν χωρίς φασαρία ή οχλαγωγία. Γιατί μόνον όταν θα έχουν γκρεμισθεί και εξαλειφθεί από προσώπου γής, θα έχει καταστραφεί η υλική βάση επάνω στην οποία στηρίζεται η δεισιδαιμονία», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16, 10, 16)

400 Ο επίσκοπος της Ρεμεσιάνα Δακίας (Remesiana) Νικήτας («άγιος» και αυτός !) καταστρέφει το θρακικό Μαντείο του Θεού Διονύσου των Βεσσών ή Βησσών και εκχριστιανίζει με την βία ολόκληρη την γύρω περιοχή

401 Ο («άγιος») επίσκοπος Πορφύριος. οργανώνει μαζικά λυντσαρίσματα Εθνικών και καταστρέφει με τη βοήθεια του φανατισμένου όχλου τους οκτώ εν ενεργεία Ναούς της Γάζης. Ο χριστιανικός όχλος της Καρχηδόνος λυντσάρει Εθνικούς και καταστρέφει Ναούς και αγάλματα. Στις 16 Ιουνίου του 401, ο «άγιος» Αυγουστίνος, αγάλλεται ανοικτά σε κήρυγμά του (24. 6), για την πράξη των χριστιανών οχλοκρατών της Καρχηδόνος, που είχαν προβεί σε βανδαλισμό ενάντια σε ένα άγαλμα του Θεού Ηρακλέους (Chuvin, σελ. 74), ενώ οι ανυπόμονοι «άγιοι πατέρες» της 5ης Αφρικανικής Συνόδου, η οποία συνέρχεται την ίδια ημέρα στην ίδια πόλη, εκτός του ότι εκδίδουν κανόνες με τους οποίους αφορίζονται ακόμα και μετά θάνατον όλοι όσοι δημιουργούν συγγένειες με Εθνικούς ή δεν αποκληρώνουν τους ήδη συγγενείς τους που παραμένουν Εθνικοί, καθώς τίθεται απαγόρευση ακόμα και για την απλή συμμετοχή σε εορταστικά γεύματα και χορούς των Εθνικών, παροτρύνουν επιπροσθέτως την αυτοκρατορική εξουσία να σαρώσει εδώ και τώρα, «από άκρου σε άκρο της Αφρικής», τα ελάχιστα έσχατα Ιερά της Εθνικής λατρείας που παραμένουν ακόμα άθικτα από την επέλαση των χριστιανών και να απαγορεύσει τις λατρευτικές πράξεις που εξακολουθούν να τελούνται σε ιερά μέρη, που τώρα όμως έχουν καταληφθεί από τον Χριστιανισμό και σε ημερομηνίες που έχουν «επικαλύψει» αρχαίες εορτές (φωνάζει ο κλέφτης για να φύγει ο νοικοκύρης, όπως λέει ο απλός λαός): «υπάρχουν και άλλα αιτήματα προς τους ευσεβέστατους αυτοκράτορες, όπως το να διατάξουν την πλήρη καταστροφή από άκρου σε άκρο της Αφρικής όλων των ειδώλων που απομένουν, διότι σε αρκετές παράκτιες περιοχές και διάφορα κτήματα της υπαίθρου ανθεί η αθλιότητα αυτής της πλάνης και να κανονίσουν επίσης την καταστροφή τόσο των ίδιων των αγαλμάτων όσο και των άγνωστων Ναών που έχουν ανεγερθεί σε αγροτικές ή απομονωμένες περιοχές. Και πρέπει να ζητηθεί επίσης, όπου γίνονται εξαιτίας της παγανιστικής πλάνης διάφορες θρησκευτικές εκδηλώσεις που δεν επιτρέπονται από τους νόμους και πιέζονται οι χριστιανοί να συμμετάσχουν σε αυτές… να επιβληθεί η πλήρης απαγόρευση και εκδίωξή τους από πόλεις και κτήματα και να επιβληθούν αυστηρές ποινές, καθώς αυτοί (οι Εθνικοί) επιμένουν σε κάποιες πόλεις αμετανόητα να εορτάζουν ακριβώς στις ημέρες που τιμούμε τους πιο ευλογημένους μάρτυρές μας, ακόμα και κοντά στις ίδιες τις εκκλησίες μας» (58 – 60, όπως παρατίθενται στους Macmullen – Lane, «Paganism ans Christianity, 100 - 425 C. E. : A Source Book», σελ. 287 - 288).

405 Το έτος αυτό, ο τρομερός Ιωάννης «Χρυσόστομος» (ο μισέλληνας που ευθέως αποκαλεί την Ελληνική Φιλοσοφία «ελληνική μωρία», «έξωθεν άνοια» και «μητέρα των κακών» στην 1η «Ομιλία» του «Εις Α προς Κορινθίους»), έχει ακόμα την ισχύ να στέλνει, παρ’ όλο που είναι πλέον εξόριστος στην Αρμενία, τις ορδές των ροπαλοφόρων συμμοριτών μοναχών να σαρώσουν τα «είδωλα», δηλαδή τους Ναούς, τα αγάλματα και τους βωμούς της Παλαιστίνης και της Συρίας: «τους μεν ουν υπολειφθέντας των δαιμόνων σηκούς τούτον τον τρόπον εκ βάθρων ανέσπασεν», αγάλλεται ο όμοιός του Θεοδώρητος Κύρου («όταν έμαθε -ο Ιωάννης- ότι η Φοινίκη επέμενε ακόμα στις τελετές υπέρ των δαιμόνων, μάζεψε ασκητές που καίγονταν από θείο ζήλο και αφού τους εφοδίασε με βασιλικούς νόμους, τους έστειλε ενάντια στους ναούς, τα δε χρήματα για τους κατεδαφιστές και τους εποπτεύοντες δεν τα άντλησε από τα βασιλικά ταμεία, αλλά έπεισε πιστές πλούσιες γυναίκες να τα δώσουν με φιλοτιμία... έτσι λοιπόν εκ θεμελίων κατέστρεψε τους σηκούς των δαιμόνων που ακόμα έστεκαν όρθιοι», «Εκκλησιαστική Ιστορία» 5). Όπως γράφει ο Chuvin (σελ. 75), ο φανατικός αυτός θεοκράτης «ενθαρρύνει από τον τόπο της εξορίας του στην Αρμενία, τις συμμορίες των μοναχών που λεηλατούσαν τα Εθνικά Ιερά στην Φοινίκη» και «όταν οι χωρικοί της Φοινίκης σκοτώνουν ή βγάζουν εκτός μάχης τους φανατισμένους ζηλωτές, ο Ιωάννης παρακινεί όσους παραμένουν γεροί να συνεχίσουν όπως οι καπετάνιοι στην καταιγίδα… τους προσφέρει δε κάθε υλική βοήθεια… και πληρώνει τους επιστάτες και τους εργάτες των κατεδαφίσεων των Ιερών». Εντυπωσιακό είναι εδώ, ότι ο «Χρυσόστομος» μπορεί να δρα δυναμικά και ανενόχλητος «από τον τόπο της εξορίας του» όπως τονίζει πολύ ορθώς ο Chuvin, πράγμα που αποδεικνύεται άλλωστε και από την αλληλογραφία του παντοδύναμου εκείνου θεοκράτη (Επιστολές 123 και 126): «...διότι ούτε τώρα σας έχει λείψει τίποτε, αφού ζήτησα να έχετε στην διάθεσή σας την ίδια αφθονία αγαθών, σε ενδύματα, υποδήματα και τροφή για όλους τους αδελφούς, αν και εμείς βρισκόμαστε σε τέτοια θλίψη και είμαστε υποχρεωμένοι να διαβιούμε στην ερημιά εδώ στην Κουκουσό...» και «...πληροφορηθήκαμε ότι προέκυψαν πάλι στην Φοινίκη τα κακά και αυξήθηκε η μανία των Ελλήνων και πολλοί από τους μοναχούς είτε τραυματίσθηκαν είτε έχασαν την ζωή τους... το να σταθείτε συνεπώς με γενναιότητα απέναντι στον μαινόμενο διάβολο και να του στερήσετε τους ανθρώπους που έχουν στρατευθεί στην υπηρεσία του και άλλους να εμποδίσετε να πέσουν στα χέρια του, είναι πράξη άνδρα γενναίου, νηφάλιας ψυχής, έργο υψηλής και σπουδαίας διάνοιας σαν την δική σας, έργο άξιο μυρίων στεφανιών και βραβείων από τον Θεό, είναι αποστολικό κατόρθωμα». Είναι πασιφανές λοιπόν, ότι αυτή η παντοδυναμία του πρώην πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τον οποίο υποστήριζαν άλλωστε και οι συνάδελφοί του της Δύσης, ήταν που θα υποχρεώσει τους προσωπικούς και εκκλησιαστικούς εχθρούς του, για να τον εξουδετερώσουν, να τον εκτοπίσουν για δεύτερη φορά το καλοκαίρι του 407 προς μία απομακρυσμένη περιοχή του Καυκάσου, επιτηρούμενο σε συνεχή βάση από 2 στρατιώτες φρουρούς.

406 Ο οπαδός του ειδωλοφάγου «άγιου» Μαρτίνου Μαυρίλιος (Maurilius, 336 – 426) παλαιός ερημίτης και μέλλων (από το 407) επίσκοπος Αγγέρης (Angers, ρωμαϊστί Andegavum, «άγιος» βεβαίως και αυτός και μάλιστα με… αναστάσεις νεκρών και θεραπείες κατάκοιτων και τυφλών στο μακρύ αγιογραφικό ενεργητικό του !), αφανίζει Εθνικά Ιερά και ιερά δάση (Turcan Robert, «Cults of the Roman Empire», Oxford, 1996, σελ. 326) μαζί με τους ιερείς και τους θρησκευτές, ενώ οι αγιογράφοι του θα κάνουν λόγο για… «θαυματουργό» (φυσικά!) τιμωρία των «ειδωλολατρών»… με «φωτιές που έπεσαν από τον… ουρανό». Ο Ιωάννης «Χρυσόστομος» παρουσιάζεται και το έτος αυτό να συγκεντρώνει χρήματα από θεομανείς προσήλυτες για τις εργασίες διάλυσης των Εθνικών Ναών, καθώς επίσης και να... κονιορτοποιεί ή πυρπολεί με προσευχή, δηλαδή (σε μετάφραση για φυσιολογικούς ανθρώπους) να διατάσσει την εκθεμελίωση ή πυρπόληση του ανακατασκευασμένου (μετά από την καταστροφή τού έτους 262 από τους Ερούλους) θαυμαστού Ναού της Θεάς Εφεσίας Αρτέμιδος. Τα γεγονότα υπολογίζεται πάντως, ότι έλαβαν χώρα πέντε έτη νωρίτερα, το έτος 401 (Κούτουλας, σελ. 23). Στην Σαλαμίνα της Κύπρου ο (επίσης «άγιος») Ευτύχιος συνεχίζει τις καταστροφές των Εθνικών Ιερών και τις θηριωδίες ενάντια σε όσους Εθνικούς αρνούνται να βαπτισθούν.

407 Νέος νόμος ανανεώνει την ποινικοποίηση κάθε μη χριστιανικής τελετής. Το ίδιο έτος, εκδίδεται στην Ρώμη κοινό έδικτο των Αρκαδίου, Ονωρίου και Θεοδοσίου, με το οποίο διώκονται όλοι οι αιρετικοί «Πρισκιλλιανοί» και στερούνται του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και δικαιοπραξίας. Οι ιδιοκτήτες των τόπων συναθροίσεών τους τιμωρούνται με δήμευση των περιουσιών τους και οι οργανωτές των συναθροίσεων με εξορία ή καταναγκαστική εργασία σε ορυχεία («Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 5. 40)

408 Ένα ακόμη αυτοκρατορικό έδικτο εκδοθέν στην Ρώμη, επιτρέπει στην Εκκλησία να κατάσχει τις περιουσίες και τα ακίνητα των «Πρισκιλλιανών» («Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 5. 43). Στις 15 Νοεμβρίου, οι Αρκάδιος, Ονώριος και Θεοδόσιος εκδίδουν στην Ρώμη ένα ακόμη έδικτο («Προς Κούρτιο, Έπαρχο Πραιτωρίου της Ανατολής»), με το οποίο διατάσσεται η καταστροφή όλων των αγαλμάτων και βωμών: «Simulacra, si qua etiamnunc in temples fanisque consistunt et quae alicubi ritum vel acceperunt vel accipiunt paganorum, suis sedibus evellantur, cum hoc repetita sciamus saepius sanctione decretum. Aedificia ipsa templorum, quac in civitatibus vel oppidis vel extra oppida sunt, ad usum publicum vindicentur, arae locis omnibus destruantur…» («Εάν κάποια αγάλματα βρίσκονται ακόμη μέσα στους Ναούς και τα Ιερά και έχουν δεχθεί ή δέχονται ακόμη την λατρεία των ειδωλολατρών, όπου κι αν συμβαίνει αυτό, θα ξεριζωθούν εκ θεμελίων, αναγνωρίζοντας ότι αυτό έχει διαταχθεί κατ’ επανάληψη και πολύ συχνά. Τα ίδια τα κτίρια των Ναών που βρίσκονται μέσα σε πόλεις ή κωμοπόλεις, ή έξω από αυτές, θα παραδοθούν σε δημόσια χρήση και θα καταστραφούν οι ανά τόπους βωμοί…», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 10. 19). Ο Στηλίχων ληστεύει στη Ρώμη τον χρυσό του Ναού του Καπιτωλίου Διός. Νέοι διωγμοί και καταστροφές Βιβλιοθηκών μεθοδεύονται υπό την άμεση εποπτεία των ανά τόπους επισκόπων, ενώ οι δικαστές που φαίνονται επιεικείς προς τους «ειδωλολάτρες» μετατρέπονται αυτομάτως σε κατηγορούμενους. Στην πόλη Καλάμα της σημερινής Αλγερίας, η σκληρότητα των διωγμών προκαλεί μεγάλη εξέγερση του πληθυσμού με πυρπολήσεις εκκλησιών η οποία όμως πνίγεται στο αίμα υπό την εποπτεία του «Αγίου» Αυγουστίνου.

409 Ο κατ’ ουσία πολιορκών την ακέφαλη Ρώμη Αλάριχος, προσποιούμενος ότι εναντιώνεται στον απόντα αυτοκράτορα Ονώριο, στέφει νέο αυτοκράτορα Ρώμης τον Εθνικό (αποστάτη Αρειανό χριστιανό) Άτταλο και παρασύρει τους ελάχιστους ευγενείς της Ρώμης που είχαν παραμείνει πιστοί στα πάτρια να εκδηλώσουν δημοσίως τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, πλαισιώνοντας τον Άτταλο στα διάφορα αξιώματα. (Dill, σελ. 28 – 55 και Boyd, σελ. 31). Μετά από λίγους μήνες, ο Άτταλος, που έχει επαναφέρει στον δημόσιο βίο όλα τα τυπικά της πολιτειακής πλευράς της Εθνικής Λατρείας, καθαιρείται και διώκονται όλοι οι αξιωματούχοι Εθνικοί. Η Ρωμαϊκή Εθνική Θρησκεία περνά έκτοτε οριστικώς στην παρανομία. Επαναλαμβάνεται η επί ποινή θανάτου απαγόρευση όλων των μαντικών πρακτικών και της Αστρολογίας.

410 Ο αυτοκράτωρ Ονώριος κηρύσσει νέο διωγμό κατά των Εθνικών. Στο σχετικό διάταγμά του αναφέρει: «Ας μάθουν λοιπόν όλοι αυτοί που δρούν ενάντια στους αγίους νόμους ότι η εμμονή τους στην αιρετική δεισιδαιμονία, τού να ασκούν λατρεία σε απόμακρα μαντεία, τιμωρείται με εξορία ή αίμα, ώστε να μην ξανατολμήσουν να συγκεντρωθούν σε τέτοια μέρη για τις εγκληματικές τους δραστηριότητες”. Σε συνέχεια των προηγούμενων νόμων των ετών 371 και 385, καλούνται τώρα όλοι οι μαθηματικοί («mathematici») να αποφασίσουν ανάμεσα σε διαρκή εξορία ή σε παραδοχή των «αμαρτιών» τους και άμεσο εκχριστιανισμό («Θεοδοσιανός Κώδιξ», 9. 16. 12). Στις 24 Αυγούστου, ο Αλάριχος καταλαμβάνει την Ρώμη μετά από προδοσία των χριστιανών που άνοιξαν τα μεσάνυχτα την Σαλαριανή Πύλη των τειχών και επί τρείς ημέρες λεηλατεί τους θησαυρούς της, καταστρέφει τα έργα τέχνης και τα βιβλία των Εθνικών και κατασφάζει επιλεκτικά τους μη χριστιανούς κατοίκους της «Αιωνίας Πόλεως» (John H. Carlson, «Scroll Of Oplontis», τεύχος 2: 2, 1990). Οι διαταγές του βαρβάρου είναι να μην πειραχθούν οι εκκηλσίες των χριστιανών. Το χάλκινο άγαλμα της Θεάς Βίρτους (Ανδρείας) καταστρέφεται στο χυτήριο από τους φανατικούς μοναχούς.

415 Λίγο πριν το Πάσχα, κατά προτροπή του επισκόπου Κυρίλλου, η Εθνική φιλόσοφος Υπατία δολοφονείται με άγριο τρόπο από τον χριστιανικό όχλο της Αλεξανδρείας. Οδηγείται στην πατριαρχική εκκλησία του «Αγίου Μιχαήλ», όπου οι χριστιανοί την κόβουν κομμάτια και περιφέροντάς τα στους δρόμους της πόλεως, τα καίνε τελικά μαζί με τα συγγράμματα της φιλοσόφου σε μία τεράστια πυρά στη θέση Κυναρών. Οι αυτοκράτορες Ονώριος και Θεοδόσιος, εκδίδουν 3 ημέρες πριν τις Καλένδες του Σεπτεμβρίου (30 Αυγούστου) στην Ραβέννα, ένα ακόμη έδικτο, αυτή την φορά προς τον Λαό των Καρχηδονίων («Populo Carthaginiensi»), με το οποίο ανακοινώνεται η προσάρτηση στο αυτοκρατορικό ταμείο όλων των ακινήτων που ανήκαν στην Εθνική Θρησκεία: «Omnia loca, quae sacris error veterum deputavit, nostrae rei iubemus sociari…» («Προσαρτώνται στο αυτοκρατορικό ταμείο μας όλοι οι τόποι που έως τώρα ανήκαν στο θρησκευτικό σφάλμα των παλαιών»). Το εν λόγω έδικτο είναι πολύ σημαντικό ιστορικό στοιχείο, αφού από όσα αναφέρονται στο τέλος αυτού, αποδεικνύεται ότι μεγάλο τμήμα των κατασχεθεισών περιουσιών της Εθνικής Θρησκείας κατέληγαν στην αρχομανή και πλουτομανή Εκκλησία που φυσικά καθοδηγούσε κατά τις ορέξεις της την εκάστοτε εξουσία: «…ea vero, quae muliplicibus constitutes ad venerabilem ecclesiam voluimus pertinere, Christiana sibi merito religio vindicabit» («…όσα βεβαίως με πολλαπλά διατάγματά μας έχουμε χαρίσει στην σεβαστή Εκκλησία, αυτοδικαίως θα ανήκουν για πάντα σε αυτήν», «Ιουστινιάνειος Κώδιξ» 1. 11. 5). Σε δεύτερο έδικτο που εκδίδουν την ίδια ημέρα, ή στο ίδιο που ταξινομείται υπό διαφορετικό κείμενο στον «Θεοδοσιανό Κώδικα» (16. 10. 20) ορίζουν τα ακόλουθα: «Οι ιερείς της ειδωλολατρικής δεισιδαιμονίας θα τιμωρούνται, εκτός αν αποχωρήσουν από την Καρχηδόνα πριν τις Καλένδες του Νοεμβρίου, το ίδιο και όλοι οι ιερείς των αφρικανικών πόλεων, εκτός εάν αποχωρήσουν και επιστρέψουν στις κοινότητές τους. Επίσης, σύμφωνα με την νομοθεσία του Γρατιανού, που τώρα ευρίσκεται μεταξύ των Αγίων, διατάσσουμε να περιέλθουν όλα τα μέρη που χρησιμοποιούσε η θρησκευτική πλάνη των παλαιών στην ιδιοκτησία του αυτοκρατορικού μας ταμείου. Άπαξ και απαγορεύθηκε η χρηματοδότηση της αισχρής δεισιδαιμονίας, τα οφέλη από τέτοια μέρη θ’ αφαιρούνται από τους παράνομους πλέον ιδιοκτήτες τους… Επιπλέον, εάν με νόμους μας έχει επανειλημμένως ορισθεί οι τέτοιου είδους περιουσίες ν’ ανήκουν στη σεβαστή Εκκλησία, η χριστιανική Θρησκεία μπορεί να τις διεκδικήσει για λογαριασμό της. Κατά συνέπεια, όλα τα κτήματα που κάποτε ανήκαν στην καταδικασθείσα δεισιδαιμονία και όλοι οι τόποι που προηγουμένως ανήκαν στους Φρεντιάνους, τους Δενδροφόρους και σε άλλους που φέρουν διάφορα ονόματα ειδωλολατρικών φορέων, και που συντηρούσαν τις εορτές και τις δαπάνες τους, θα μπορούν στο εξής να ενισχύουν το ημέτερο εισόδημα, αφού η ειδωλολατρία απαγορεύεται να υπάρχει. Και επίσης, εάν κάτι έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ για θυσίες και άρα έχει εξυπηρετήσει την εξαπάτηση των ανθρώπων, θ’ απομακρυνθεί από όλους τους τόπους που αρέσκεται να συχνάζει το κοινό, ώστε να μην έχει πια την δυνατότητα να παρασύρει ανθρώπους στην πλάνη…»

416 Ο αυτοκράτορας Ονώριος και ο «περιβαλλόμενος από φιλόδοξες ψευδοευλαβείς κυρίες και ζηλωτές παπάδες» (Deschner) Θεοδόσιος (15χρονος !), εκδίδουν στις 7 Δεκεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη, ένα ακόμη έδικτο («Προς Αυρηλιανό, Έπαρχο Πραιτωρίου της Ανατολής»), με το οποίο εφαρμόζεται καθεστώς πλήρους πολιτικού αποκλεισμού ακόμη και των απλών Εθνικών, ενώ η Εθνική Λατρεία παρουσιάζεται σαν μολυσματική ασθένεια: «…qui profano pagani ritus errore seu crimine poluuntur, hoc est Gentiles, nec ad militiam admittantur nec administratoris vel iudicis honore decorentur» («…αυτά τα άτομα που έχουν μολυνθεί από την ειδωλολατρία ή έχουν διαπράξει το έγκλημα της τελέσεως ειδωλολατρικών τελετών, δηλαδή οι Εθνικοί, δεν θα γίνονται δεκτοί στον στρατό, ούτε θα ορίζονται ποτέ διοικητές ή δικαστές», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 10. 21). Ο αιμοσταγής μοναχός Υπάτιος, επονομαζόμενος «Η Σπάθα του Θεού», περιοδεύει την Βιθυνία και εντοπίζει «κρυφούς» λάτρεις των αρχαίων Θεών, τους οποίους εξοντώνει μαζί με τις οικογένειές τους δίχως μεσολάβηση δίκης.

418 Ο μόλις 17χρονος αυτοκράτορας – ανδρείκελο Θεοδόσιος «διατάσσει», κατά παραγγελία των ιερωμένων χειριστών του, την καταστροφή κάθε αντι-χριστιανικού βιβλίου (Deschner, τόμος 2, σελ. 69).

421 Το έτος αυτό καταστρέφεται το ήδη «πατημένο» μεγάλο Ιερό της Θεάς Ουρανίας Τανίτ ή Καιλεστίδος στην Καρχηδόνα, καθώς οι νεοπροσηλυτισθέντες θρησκευτές μαζί με τον Ιαχωβά λάτρευαν και την Εθνική Θεά, με αποτέλεσμα οι εκκλησιαστικές αρχές να προτιμήσουν την καταστροφή του κτίριου με φωτιά και ισοπέδωση (Leclercq, τόμος Β, σελ. 85 - 86). Όπως γράφει ο Chuvin, οι Εθνικοί της πόλης θα εξακολουθήσουν ωστόσο να τιμούν την Θεά με σπονδές επάνω στα καμμένα ερείπια έως και το έτος 439, οπότε η Καρχηδόνα θα καταληφθεί από τους Βάνδαλους. Την ίδια εποχή πραγματοποιούνται νέες σφαγές Εθνικών σε ολόκληρη την Βόρειο Αφρική. Στην πόλη της Αντιόχειας, το σφραγισμένο «Τυχαίον», ο Ναός της Θεάς Τύχης, έχει ήδη βεβηλωθεί από την ταφή μέσα στον σηκό του των λειψάνων του «άγιου» Ιγνάτιου και σε λίγο θα μετατραπεί σε εκκλησία αφιερωμένη σε αυτόν.

423 Μετά από μία 8ετή τρομοκρατία που εγκαινιάσθηκε από το έδικτο του Σεπτεμβρίου 415 για κατασχέσεις των περιουσιών της Εθνικής Θρησκείας, το οποίο είχε εφαρμοσθεί από την πονηρή Εκκλησία της Ανατολής και κατά απλών πολιτών που εξακολουθούσαν να τιμούν τα πάτρια, οι ίδιοι αυτοκράτορες (Ονώριος και Θεοδόσιος) υπογράφουν στην Κωνσταντινούπολη 3 ακόμη έδικτά τους («Προς Ασκληπιόδοτο, Έπαρχο Πραιτωρίου της Ανατολής»). Με τα δύο πρώτα (9 Απριλίου και 8 Ιουνίου) ορίζεται ως ποινή για τους Εθνικούς η προγραφή της περιουσίας τους και η ισόβια εξορία αντί της θανατώσεως, ενώ η Εθνική Λατρεία αποκαλείται πλέον «δαιμονολατρία»»: «Paganos qui supersunt, quamquam iam nullos esse credamus, promulgatarum…» («Οι ειδωλολάτρες θα εξαλειφθούν με την εφαρμογή των ήδη εκδοθέντων νόμων», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 10. 22) και «Paganos qui supersunt, si aliquando in execrandis daemorum sacrificiis fuerint comprehensi, quamvis capitali poena subdi debuerint, bonorum proscriptio ac exilium cohercebit» («…Οι ειδωλολάτρες θα αποτραπούν από την τέλεση των καταραμένων θυσιών στους δαίμονες με προγραφή της περιουσίας τους και ισόβια εξορία, παρόλο που κανονικά αυτοί θα έπρεπε να θανατώνονται», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 10. 23). Με το τρίτο έδικτο ωστόσο (8 Ιουνίου), το οποίο καταδικάζει σε προγραφή της περιουσίας τους και ισόβια εξορία τους Μανιχαίους, τους Πεπυζίτες και τους διαφωνούντες ως προς την ημέρα του Πάσχα, αυτοί οι ίδιοι προσπαθούν να σώσουν τους μη χριστιανούς από την ληστρική και σαδιστική μανία των οπαδών της… «Αγάπης»: «Christianis, qui vel vere sunt vel esse dicuntur, specialiter demandamus, ut Ioudaeis ac Paganis in quiete degentibus nihilque temptantibus turbulentum legibusque contrarium non audeant manus inferre religionis auctoritate abusi…» («Ζητάμε από αυτούς που είναι ή λένε ότι είναι χριστιανοί, να μην τολμούν, ερχόμενοι σε αντίθεση με τους νόμους, να κάνουν κατάχρηση της εξουσίας που τους έχει δοθεί απέναντι στους Ιουδαίους και τους Εθνικούς και να επιχειρούν να δημιουργήσουν προβλήματα σε ανθρώπους που ζουν ησύχως...», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16. 10. 24 και «Ιουστινιάνειος Κώδιξ» 1. 11. 6)

429 – 439 Σε διάστημα μόλις μίας μόνον δεκαετίας εκδίδονται κατ’ απαίτηση φυσικά της Εκκλησίας 150 (!!!) συνολικά νόμοι, οι οποίοι στοχεύουν να την ισχυροποιήσουν σε τέτοιον βαθμό που στο τέλος θα την καταστήσουν κυριολεκτικά παντοδύναμη (Hillgarth, σελ. 45).

429 Δήωση του Παρθενώνος των Αθηνών και μέγας διωγμός των εκεί… «οπαδών των δαιμόνων».

431 Το ιερό σύμβολο των Εθνικών, ο Σταυρός, ως χριστιανικό πλέον σύμβολο, εισάγεται στις εκκλησίες (Woodrow, σελ. 70). Η Γ΄Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσσου καταδικάζει ως «αίρεση» τη διδασκαλία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου (428 - 431) ότι η ανθρώπινη φύση του «Χριστού» είναι ανεξάρτητη από την θεϊκή και άρα η μητέρα του Μύριαμ (Παναγία) υπήρξε όχι Θεοτόκος αλλά Χριστοτόκος, και υιοθετεί επίσης την λατρεία της ως επίσημο δόγμα. Πλήθη πιστών, ιδίως γυναίκες, παραληρούν στους δρόμους από την χαρά τους. Ναοί των Εθνικών που στέγαζαν λατρεία γυναικείων θεοτήτων, μετατρέπονται από τους χριστιανούς σε εκκλησίες της Παναγίας: στη Ρώμη ο Ναός της Κυβέλης στον Εσκουϊτίνο Λόφο μετατρέπεται σε εκκλησία της Santa Maria Maggiore και την ίδια μοίρα έχει ο Ναός της Ίσιδος δίπλα στο Πάνθεον.

435 Στις 14 Νοεμβρίου, ο Θεοδόσιος και ο υιός του Βαλεντινιανός Β, εκδίδουν έδικτο («Προς Ισίδωρο, Έπαρχο του Πραιτωρίου Ανατολής») με το οποίο διατάσσεται η καταστροφή όλων των Εθνικών Ναών που έχουν απομείνει όρθιοι και η θανάτωση όλων όσων αποδεδειγμένα ασκούν την Εθνική Λατρεία: «Omnibus sceleratae mentis paganae exsecrandis hostiarum immolationibus damnandisque sacrificiis ceterisque antiquiorum sanctionum auctoritate prohibitis interdicimus cunctaque eorum fana templa delubra, si qua etiam nunc restant integra, praecepto magistratuum destrui conlocationeque venerandae Christianae religionis signi expiari praecipimus, scientibus universes, si quem huic legi aput conpetentem iudicem idoneis probationibus inlusisse constiterit, eum morte esse multandum» («Απαγορεύουμε σε εκείνους που έχουν μιαρές ειδωλολατρικές πεποιθήσεις να προσφέρουν τις καταραμένες τους θυσίες και να ασκούν όλες τις άλλες καταδικαστέες πρακτικές τους. Διατάσσουμε δε όλα τα Ιερά και οι Ναοί τους που στέκουν ακόμη, να καταστραφούν με πρωτοβουλία των τοπικών διοικητών και να εξαγνισθούν τα’ απομεινάρια τους με την ύψωση του σημείου της σεβαστής χριστιανικής θρησκέιας. Όλοι ας γνωρίζουν ότι αν παραβάτης του παρόντος νόμου παραπεμφθεί με επαρκείς αποδείξεις ενώπιον δικαστού, θα τιμωρηθεί με την ποινή του θανάτου», «Θεοδοσιανός Κώδιξ» 16, 10, 25). Μόνο ο Ιουδαϊσμός γίνεται αποδεκτός ως νόμιμη θρησκεία, αν και καθίσταται αδύνατη η σχέση ή απλή επικοινωνία μεταξύ χριστιανών και Ιουδαίων. Σε περίπτωση κρυφού μικτού γάμου η χριστιανή γυναίκα θανατώνεται ως… μοιχαλίδα.

438 Στις 31 Ιανουαρίου του έτους αυτού, σε μία περίοδο λιμού «που προκλήθηκε από την λατρεία των δαιμόνων», ορίζεται με μία «Νεαρά» για μία ακόμη φορά η θανατική ποινή για όσους ασκούν την Εθνική λατρεία. Πρόκειται για ανανέωση της απαγόρευσης άσκησης της «ειδωλολατρίας» του έτους 435 με επισήμανση μάλιστα, ότι οι τελετουργίες των Εθνικών είναι τελικά εκείνες που προκαλούν τις… κακές σοδειές και τις… επιδημίες (Deschner, τόμος 2, σελ. 68). Ένα άλλο αυτοκρατορικό έδικτο του ίδιου έτους, απαγορεύει την ελάχιστη έστω επικοινωνία με Εθνικούς θεουργούς («arioli», ενικός «ariolus», δηλαδή τους προσευχόμενους στους βωμούς, «arae», των Θεών). Το ίδιο έτος κατανοώντας, ότι δεν μπορεί ν’ αλλοιωθεί η εκ των πραγμάτων θρησκευτική φύση του κανονικού Θέατρου, εκείνοι που απατεωνίστικα κατασκεύασαν μέχρι και «άγιους» και «μάρτυρες» ηθοποιούς (όπως λ.χ. τον Πορφύριο, «τον από μίμων», «προστάτη» μάλιστα των Νεοελλήνων ηθοποιών που τάχα μαρτύρησε το 362, επί Ιουλιανού δηλαδή !), τώρα καταλήγουν στο ανήκουστο να απαγορεύσουν εφεξής στους ηθοποιούς να είναι χριστιανοί (Σολομός, σελ. 64): «οι γραμμένοι στα θυμελικά μητρώα, λέει ο νόμος, είναι υποχρεωμένοι να μείνουν άπιστοι. Κι ούτε μπορούν, αλλάζοντας επάγγελμα, να γίνουν χριστιανοί».

440 περ. Ο προαναφερθείς φανατικός μοναχός «άγιος» Υπάτιος και οι μοναχοί του, εξορμούν με δική τους πρωτοβουλία και οργανωμένοι με διάφορους βίαιους θεομανείς σε πολυπληθείς συμμορίες, με σκοπό να καταστρέψουν στην Βιθυνία διάφορα αγροτικά Ιερά των Εθνικών, κακοποιώντας ή εξοντώνοντας, όπου μπορούν τους θρησκευτές και κόβοντας επίσης συστηματικά όλα τα ιερά δένδρα: «τα δασωμένα υψώματα γύρω από τον Εύξεινο Πόντο ήσαν αρκετά δύσβατα, όπως είναι ακόμα και σήμερα, και εκεί έστρεψε τον ιεραποστολικό του ζήλο ο Υπάτιος… ακολουθώντας το παράδειγμα που του είχε δώσει ο πνευματικός τους πατέρας και συνερημίτης Ιωνάς στην Θράκη, όπου το τοπίο ήταν παρόμοιο. Πώς όμως θα μπορούσε να κόψει όλα τα ιερά δένδρα στα δάση της Βιθυνίας; Το εγχείρημα αυτού του παράφρονα υλοτόμου δεν ήταν δυνατόν να πετύχει, γι’ αυτό άλλωστε η δενδρολατρία έχει επιζήσει σε αυτή την περιοχή όπως και σε άλλες έως και τις ημέρες μας» (Chuvin, σελ. 80 - 81).

440 114 χρόνια μετά την επίσκεψη της Ελένης στην Ιερουσαλήμ, παρουσιάζεται η πλήρης διήγηση του παραμυθιού περί... «ανευρέσεως» του «Τιμίου Σταυρού» (Forlong J.G.R., «Encyclopedia Of Religions», Vol 1, N. York, 1964, σελ. 494). Ο νέος επίσκοπος της Καρχηδόνος, όταν παρατηρεί ότι ο εκεί Ναός της Ουρανίας Μητέρας (δηλαδή της Θεάς Ίσιδος), που ήδη από τις αρχές του αιώνος είχε μετατραπεί σε εκκλησία, ουσιαστικά εξακολουθεί να φιλοξενεί την λατρεία της Θεάς, διατάσσει την βεβήλωση και άμεση ισοπέδωσή του (Smith, σελ. 229). Τέλος, ο αρνητής της ζωής Συμεών ο μετέπειτα «Στυλίτης», επιτίθεται λεκτικά στους «ειδωλολάτρες» της Αντιόχειας που «προφάσει τύχης της πόλεως», δηλαδή για το καλό της πόλης, προβαίνουν σε... «διαβολικές πράξεις (!), όπως «παράθεση εορταστικών γευμάτων, προσφορά σπονδών και θυσιών στους δαίμονες» (MacMullen, 1997, σελ. 182, σημ.30).

440 - 450 Μεθοδεύεται η καταστροφή «όλων» των μνημείων, βωμών και Ναών που στέκουν ακόμα στην Αθήνα, την Ολυμπία και τις άλλες ελληνικές πόλεις, καταστροφή που όμως πραγματοποιείται μόνον κατά το... μέτρο του δυνατού από τους ανά τόπους επίσκοπους

448 Το ανδρείκελο των θεοκρατών Θεοδόσιος διατάσσει να παραδοθούν στις φλόγες όλα τα «αντιχριστιανικά» βιβλία. Ανάμεσά τους καταστρέφεται (μαζί με τα έργα των χριστιανών απολογητών που είχαν προσπαθήσει να τον αντικρούσουν) και το 15τομο έργο του νεοπλατωνικού Πορφυρίου «Κατά Χριστιανών», το οποίο ήδη είχε παλαιότερα απαγορεύσει και ο Κωνσταντίνος, επειδή βήμα προς βήμα ξεσκέπαζε την αληθινή φύση του Χριστιανισμού: «Θεσπίζομεν πάντα όσα Πορφύριος υπό της εαυτού μανίας ελαυνόμενος κατά της ευσεβούς των χριστιανών Θρησκείας συνέγραψε, παρ’ οιωδήποτε ευρισκόμενα πυρί παραδίδοσθαι». ήμα προς βήμα ξεσκέπαζαν την αληθινή φύση του Χριστιανισμού.

450 Καταστρέφονται όλοι οι Ναοί και οι Βιβλιοθήκες της Αφροδισιάδος της οποίας το όνομα αλλάζει σε Σταυρούπολις. Το ίδιο έτος προστίθενται στην λεγομένη «Αγία Γραφή» τα περί αναστάσεως του Ραβί Τζεσουά (Μάρκος 16, 9-20). Την ίδια περίπου εποχή, στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δραστηριοποιούνται σε συνεργασία με τα μοναστήρια διάφορες ομάδες λαϊκών ζηλωτών (που στην Αλεξάνδρεια τους ονόμαζαν «φιλόπονους»), με σκοπό τον εντοπισμό και την κατάδοση ενόχων «ειδωλολατρίας». Ο Mango (σελ. 162) μας δίνει την γενικότερη εικόνα αυτών των ομάδων με τα ακόλουθα λόγια: «στρατολογούσαν σπουδαστές σε θρησκευτικές αδελφότητες, τους παρακινούσαν να εκκλησιάζονται κάθε βράδυ και να αποφεύγουν τα θέατρα, τους αγώνες και τα λουτρά –ο αρχηγός μάλιστα της ομάδας της Βηρυτού, πλενόταν μόνο μία φορά τον χρόνο…»

451 Οι Βαλεντινιανός και Μαρκιανός, εκδίδουν στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο, ένα ακόμη έδικτο («Προς Παλλάδιο, Έπαρχο Πραιτωρίου Ανατολής»), με το οποίο ανανεώνεται η επί ποινή θανάτου απαγόρευση κάθε μορφής Εθνικής Λατρείας (σε αντικατάσταση των διατάξεων του 423 που περιόριζαν την ποινή σε ισόβια εξορία) και κατασχέσεως της περιουσίας του «ενόχου», ενώ με την ίδια ποινή τιμωρούνται τυχόν αξιωματούχοι που αντιμετωπίζουν φιλικώς την άσκηση τέτοιας Λατρείας ή με εξοντωτικό πρόστιμο οι διοικητές των επαρχιών: «Nemo venerantis adorantisque animo delubra, quae olim iam clausa sunt, reseret: absit a saeculo nostro infandis exsecrandisque simulacris honorem pristinum reddi, redimiri sertis templorum impios postes, profanis aris accendi ignes, adoleri in isdem thura, victimas caedi, pateris vina libari et religionis loco existimari sacrilegium…» («Διατάσσουμε ότι κανείς δεν θα τιμήσει και λατρεύσει σε Ιερά που έχουν σφραγισθεί: δεν θ’ αποδίδονται στο εξής τιμές προς ανόσια και αηδιαστικά αγάλματα, ούτε θα στολίζονται με στεφάνια οι ανόσιοι Ναοί, ούτε θα ανάπτονται οι βλάσφημες επιβώμιες πυρές, ούτε λιβάνια θα καίγονται, ούτε ιερεία θα θυσιάζονται, ούτε θα βρέχονται τα πάτερα με σπονδές οίνου και δεν θα διαπράττεται καμμία από τις ιεροσυλίες αυτών των Θρησκειών…» και εν συνεχεία «…όποιος αποπειραθεί να θυσιάσει ενάντια στις απαγορεύσεις που η Γαληνότης μας έχει επιβάλει και ενάντια στις απαγορεύσεις των προγενεστέρων αγιοτάτων διαταγμάτων, και κατηγορηθεί δημοσίως ενώπιον δικαστού, θα καταδικάζεται εις θάνατον και θα κατάσχεται όλη η περιουσία του. Ας γίνει επίσης γνωστό σε όλους τους αξιωματούχους ότι θα καταδικασθούν στην ίδια ποινή, αν εξακολουθήσουν να συμμετέχουν σε απαγορευμένους από τους αυστηρούς νόμους μας εορτασμούς. Εάν κάποιος επιφανής πολίτης ή διοικητής επαρχίας αποκαλυφθεί μετά από κανονική καταγγελία ότι έχει συμμετάσχει σε τέτοια κακουργήματα, θα υποχρεωθεί να πληρώσει στο αυτοκρατορικό ταμείο πενήντα λίβρες χρυσού ο ίδιος και πενήντα λίβρες χρυσού οι αξιωματούχοι της ακολουθίας του», «Ιουστινιάνειος Κώδιξ» 1. 11. 7).

457 - 491 Σποραδικοί διωγμοί Εθνικών στην Ανατολική κυρίως Αυτοκρατορία (αφού η Δυτική κατελύθη το 476). Ανάμεσα σε χιλιάδες ανωνύμους μάρτυρες θανατώνονται ο ιατρός Ιάκωβος και φιλόσοφος Γέσσιος, ενώ φυλακίζονται οι Σεβηριανός, Ηραίστιος, Ζώσιμος, Ισίδωρος κ.ά. Την ίδια εποχή, ο προσηλυτιστής Κόνων κατασφάζει τους «pagani» της νήσου Ίμβρου, ενώ άλλοι προσηλυτιστές εξοντώνουν τους τελευταίους λάτρεις του Διός Λαβρανίου στη Φασούλα της Κύπρου και της Ίσιδος στην Αίγυπτο.

472 Οι αυτοκράτορες Λέων και Ανθέμιος εκδίδουν στην Κωνσταντινούπολη ένα ακόμη έδικτο («Προς Διόσκωρο, Έπαρχο Πραιτωρίου της Ανατολής»), με το οποίο οι εναπομείνατες Εθνικοί που εντοπίζονται να ασκούν κρυφίως την Λατρεία των προγόνων τους, που χαρακτηρίζεται ευθέως «δημόσιο έγκλημα» («crimen publicum»), καθαιρούνται από το όποιο αξίωμά τους, χάνουν την περιουσία τους που περνά στα χέρια της Εκκλησίας («…praedium quidem vel domus Sacratissimi Viribus aerarii addicetur…»), υφίστανται υποχρεωτικώς σωματικό βασανισμό με μεταλλικά όργανα και οδηγούνται σε ισόβια εξορία («…post cruciatus corporis operibus metallorum perpetuo deputabuntur exilio», «Ιουστινιάνειος Κώδιξ» 1. 11. 8). Επίσης, ενθαρρύνεται η συστηματική αναζήτηση, ο εντοπισμός και η κατάδοση των Εθνικών που επιμένουν στην «Ελληνική πλάνη» (1. 11. 9), των οποίων πρέπει να κατάσχεται η περιουσία και οι ίδιοι να τιμωρούνται με τις ως άνω ποινές («…με τις οποίες οι προηγούμενοι βασιλείς είχαν καταδιώξει την Ελληνική πλάνη ή με τις οποίες προσεπάθησαν να διασφαλίσουν την ορθόδοξη πίστη»). Ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ η έμμεση πλην σαφής αναγνώριση από τους Βυζαντινούς της πλήρους ταυτίσεως της Ελληνικότητος με την πολυθεϊστική Εθνική Θρησκεία: «…όσα παρά των προβεβασιλευκότων κατά της Ελληνικής ηπείληται πλάνης ή υπέρ της ορθοδόξου πίστεως εισενήνεκται…» ενώ στο λατινικό κείμενο αναγράφεται «…quae ad anterioribus imperatoribus adversus paganum errorem vel in favorem orthodoxae fidei introductae sunt…»). Το ίδιο και στην συνέχεια της ιδίας νομοθεσίας, με την οποία καταδικάζονται εις θάνατον όλοι όσοι αν και βαπτισμένοι χριστιανοί εξακολουθούν να λατρεύουν τους Εθνικούς Θεούς και διατάσσονται όλοι οι μη βαπτισμένοι να βαπτισθούν (1. 11. 10), και που αρχίζει με την φράση «επειδή έχουν συλληφθεί κάποιοι που διακατέχονται από την πλάνη των ανοσίων και μιαρών Ελλήνων…» (αντιστοίχως στην λατινική και βυζαντινή εκδοχή «quoniam nonnulli inventi sunt, qui impiorum ac sceleratorum paganorum errore…» και «επειδή τινές εύρηνται τήι των ανοσίων και μυσαρών Ελλήνων κατεχόμενοι πλάνηι…»).

Στην συνέχεια της ίδιας πάντοτε νομοθεσίας (1. 11. 10) διαβάζουμε τα εξής τρομοκρατικά: «…ανακοινώνουμε σε όλους εκείνους που έχουν γίνει χριστιανοί και ήδη αξιωθεί το άγιο και σωτήριο βάπτισμα, ότι όποτε εντοπισθούν επιμένοντες στην πλάνη των Ελλήνων θα καταδικασθούν στην εσχάτη των ποινών. Όσοι όμως δεν έχουν αξιωθεί ακόμη το σεβαστό βάπτισμα, θα πρέπει να εμφανισθούν οικειοθελώς στην Βασιλεύουσα ή στις επαρχιακές πόλεις τους και να προσέλθουν στις αγιότατες εκκλησίες μαζί με τις συζύγους τους, τα τέκνα τους και όλα τα υπόλοιπα μέλη του οίκου τους και να κατηχηθούν στην αληθινή πίστη των χριστιανών. Έτσι, αφού κατηχηθούν και αποβάλουν μια για πάντα την πλάνη που τους διακατείχε, θα πρέπει να δεχθούν το σωτήριο βάπτισμα, διαφορετικά δεν θα έχουν κανένα απολύτως πολιτικό δικαίωμα, ούτε θα τους επιτραπεί να είναι ιδιοκτήτες κινητής ή ακινήτου περιουσίας. Θα τους αφαιρεθούν τα πάντα και θα εγκαταλειφθούν οι οικογένειές τους στην εξαθλίωση και επιπλέον οι ίδιοι θα υποβληθούν σε διάφορες ποινές. Απαγορεύουμε δε κάθε διδασκαλία των πασχόντων από την νόσο των ανοσίων Ελλήνων, ώστε να μην μπορούν να διαφθείρουν τις ψυχές των μαθητών τους με δήθεν αλήθειες… Οι περιουσίες αυτών των ανθρώπων θα δημευθούν και οι ίδιοι θα τιμωρηθούν με εξορία. Αν κάποιος στην επικράτειά μας κρύβεται, αλλά συλληφθεί θυσιάζων ή διαπράττων το αδίκημα της ειδωλολατρίας θα τιμωρηθεί με την εσχάτη των ποινών, με την οποία άλλωστε τιμωρούνται δικαίως και οι Μανιχαίοι και οι Βορβορίτες, γιατί κρίνουμε ότι όλοι αυτοί είναι εξίσου εγκληματίες…»

Αμέσως παρακάτω, στην ίδια νομοθεσία (1. 11. 10), αφού επαναλαμβάνεται για πολλοστή φορά, σχεδόν εναγωνίως, το ότι τάχα ο Χριστιανισμός είναι η «αληθινή πίστη» και καθυβρίζονται οι Έλληνες ως «αλιτήριοι» (…), καθιερώνεται ο υποχρεωτικός νηπιοβαπτισμός των χριστιανών για να μην ξεφεύγει κανείς και να εμπίπτουν όλοι στις πιο πάνω διατάξεις, οπότε, ως αποστάτες, είναι «νόμιμο» να τιμωρούνται με την θανατική ποινή: «Θεσπίζουμε δε και νόμο, σύμφωνα με τον οποίο όλα τα μικρά παιδιά πρέπει να δέχονται το σωτήριο βάπτισμα αμέσως και χωρίς καμμία αναβολή, ώστε όπως και οι μεγαλύτεροι να μπορούν να εκκλησιάζονται και να κατηχούνται στις θείες γραφές και τους θείους κανόνες… Έτσι θα μπορούν να διαφυλάξουν την αληθινή πίστη των ορθοδόξων χριστιανών και δεν θα επιστρέψουν ξανά στην παλαιά πλάνη. Και όσων έχουν κάποιο στρατιωτικό ή άλλο αξίωμα και περιουσία μεγάλη και για να κρατήσουν τα προσχήματα εβαπτίσθησαν οι ίδιοι ή πρόκειται να βαπτισθούν, αφήνοντας όμως τις συζύγους τους και τα τέκνα τους ή τα άλλα μέλη του οίκου τους μέσα στην Ελληνική πλάνη, διατάσσουμε να δημευθεί η περιουσία τους, να στερηθούν όλων των πολιτικών δικαιωμάτων τους και να τιμωρηθούν όπως τους αξίζει, αφού είναι φανερό ότι έτυχαν του αγίου βαπτίσματος δίχως να έχουν πίστη, και τα ίδια δε θα υφίστανται οι αλιτήριοι Έλληνες και οι Μανιχαίοι, τμήμα των οποίων είναι οι Βορβορίτες».

482 - 488 Πνίγονται στο αίμα από τον στρατό του αυτοκράτορα Ταρασικοδίσα / Ζήνωνος οι τελευταίες εξεγέρσεις των Εθνικών της Μικράς Ασίας.

484 Με διαταγή του Ταρασικοδίσα / Ζήνωνος λεηλατούνται τα αφιερώματα του Παρθενώνος και διαλύεται το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Θεάς Αθηνάς του Φειδίου, αφού προηγουμένως αφαιρούνται τα σωζόμενα τμήματα της πολύτιμης αλλά πολύπαθης μέσα από τους αιώνες επικάλυψής του (Ευάγγελος Γ. Βαλλιανάτος, «Christians and the Classics. War against Reason» , «Mediterranean Quarterly», καλοκαίρι 2004). Επίσης βεβηλώνεται και λεηλατείται το Ασκληπιείον των Αθηνών, δίπλα στο Θέατρο του Διονύσου στους νότιους πρόποδες της αθηναϊκής Ακροπόλεως και ανάλογες αθλιότητες γίνονται σε όλη την παλαιά (κάτωθεν του Ολύμπου), Ελλάδα, η οποία ακόμα παραμένει Εθνική (πολύ ενδιαφέρουσα είναι μάλιστα η επισήμανση του Frank Trombley, ότι κανένα μοναστήρι δεν θα κτισθεί στην χώρα των Ολυμπίων Θεών πριν από τον 9ο αιώνα, βλ.«Paganism in the Greek World at the End of Antiquity. The Case of Rural Anatolia and Greece», το 1985 στο Harvard Theological Review, 78, 3 – 4, σελ. 345 – 349).

486 Στην Αλεξάνδρεια γενικεύονται οι διαπομπεύσεις και μαρτυρικές θανατώσεις των «κρυφών» Εθνικών ιερέων (Chuvin, σελ. 109 - 110). Δολοφονούνται διάφοροι Εθνικοί στρατιωτικοί, όπως λ.χ. ο νικητής των Βανδάλων στρατηγός Μαρκελλίνος.

490 Μετά από χοντροκομμένη σκευωρία των χριστιανών της Βηρυτού, ο χριστιανός προβοκάτορας Ιωάννης ο Φούλωνος καταδίδει αρκετούς επιφανείς πολίτες, που ακόμα παρέμεναν Εθνικοί και στην συνέχεια ο επίσκοπος της πόλης, βοηθούμενος από χριστιανούς γαιοκτήμονες «που είχαν φέρει στην πόλη μεγάλες ομάδες χωρικών τους, έτοιμες να τσακίσουν κάθε Εθνικό που θα έπεφτε στα χέρια τους» (Chuvin, σελ. 113) οργανώνει άγριες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, ενώ με αρκετή ατιμία αργότερα ο χυδαίος προπαγανδιστής Ζαχαρίας ο Σχολαστικός από τον Μαϊουμά, θα φροντίσει να γελοιοποιήσει αριστοτεχνικά τον τοπικό Εθνισμό της εποχής, παρουσιάζοντας τους πλέον γνωστούς εκπροσώπους του ως πρόσωπα ξεπεσμένα και φαιδρά.

494 Ο Παπας Γελάσιος ο Α αφορίζει τους εορταστές των καθαρσίων και γονιμικών «Λουπερκαλίων» («Lupercalia») και απαγορεύει τον εφεξής εορτασμό τους, τον οποίο επικαλύπτει την ίδια ακριβώς ημέρα (15 Φεβρουαρίου) με τον εορτασμό του Καθαρμού της Παρθένου Μαρίας (Chuvin). Σφραγίζονται όλοι οι ακόμη όρθιοι αρχαίοι Ναοί της Δύσεως.

497 Από αναφορά του Τζεσούα του Στυλίτη («Χρονικόν» 27) πληροφορούμαστε ότι έως και αυτό το έτος τουλάχιστον συνεχίζονται στην Έδεσσα με χορούς και θεατρικά δρώμενα παλαιές Εθνικές εορτές προς τιμή των Ολυμπίων Θεών.

500 Η χριστιανική εσχατολογία προβλέπει, ανεπιτυχώς φυσικά, ότι το συγκεκριμένο έτος θα γίνει η… συντέλεια του Κόσμου (βλ. McIver Tom, «The End of the World: An Annotated Bibliography», Jefferson NC, 1999, Kyle Richard, «The Last Days Are Here Again», Grand Rapids MI, 1998, σελ. 37 και Abanes Richard , «End - Time Visions. Four Walls Eight Windows», New York, 1998, σελ. 283). Νέες πυρές των χριστιανών καταστρέφουν ό,τι είχε απομείνει από την σοφία και επιστήμη των Εθνικών. Η ανθρωπότητα πέφτει σε ακόμη μεγαλύτερη αποκτήνωση. Εξαφανίζονται παντελώς η αποχέτευση των οικιών, η ρωμαϊκή κεντρική θέρμανση και τα κρεβάτια. Ο γνωστός συγγραφέας McCabe (στο «History’s Greatest Liars», σελ. 27) κάνει μία εκπληκτική σύγκριση ανάμεσα στον ρωμαϊκό κόσμο των Εθνικών και σε εκείνον των χριστιανών του Μεσαίωνος: «Στην Ρώμη του τετάρτου αιώνος, αντιστοιχούσαν τρείς ελεύθεροι χειρώνακτες σε έναν σκλάβο, αλλά από το 500 έως το 1100 η συντριπτική πλειοψηφία των χειρωνακτών της Ευρώπης ήσαν δουλοπάροικοι... Στην Ρώμη, οι εργάτες των πόλεων μπορούσαν ν’απολαύσουν δωρεάν εκπαίδευση, φθηνή διασκέδαση, φθηνή τροφή, υπέροχα λουτρά και γυμναστήρια, εορτές και αργίες για τουλάχιστον 200 από τις 365 ημέρες του έτους. Από το 500 έως το 1100, οι εργάτες της Ευρώπης δεν είχαν κανένα από τα παραπάνω αγαθά, ούτε ελευθερία, ούτε προστασία από τον νόμο. Στην παγανιστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία οι γυναίκες είχαν ισονομία και ίση κοινωνική αντιμετώπιση με τους άνδρες. Από το 500 έως το 1100 τις αντιμετώπιζαν όπως και τα ζώα. Οι παγανιστές Ρωμαίοι παρήγαγαν μία μεγάλη βιβλιογραφία, οικοδόμησαν εκπληκτικά κτίρια ακόμη και στις περιφέρειες, καθώς και υδραγωγεία, γέφυρες, υπέροχες οδούς, θέατρα κ.τ.λ. Από το 500 έως το 1100 σχεδόν κανένα βιβλίο δεν παρήχθη, τουλάχιστον σημαντικό ώστε να διαβάζεται και σήμερα, σχεδόν κανένα ζωγραφικό έργο ή γλυπτό ή οικοδόμημα που να είναι σήμερα αξιοθέατο. Οι Ρωμαίοι διέθεταν βιβλιοθήκες μέχρι και 500.000 τόμων. Από το 500 έως το 1100 δεν υπήρχαν πάνω από 600 τόμοι σε ολόκληρη την Ευρώπη…»

500 περ. Το «ειδωλολατρικό» θυμίαμα, που τόσο πολύ είχε αγανακτήσει τους θεοκράτες της Εφέσου όταν το έκαιγαν πριν από 70 περίπου χρόνια οι γυναίκες στην αρχικά ημι-παγανιστική λατρεία της «Θεομητέρας» Μυριάμ, γίνεται για πρώτη φορά δεκτό στις εκκλησίες των χριστιανών (στα τέλη του 4ου αιώνα βρίσκουμε τον ψυχοπαθή αρχιμοναχό Σανούτιο, που «διέβαλε και βλασφημούσε χυδαία και πρωτόγονα <την παλαιά Θρησκεία>, κλιμακώνοντας έτσι το μίσος και τον φανατισμό», να χλευάζει την προσφορά του θυμιάματος από τους Εθνικούς, βλ. Deschner, τόμος 2, σελ. 301).

508 Οι χριστιανοί που χρησιμοποιούν το αλεξανδρινό σύστημα χρονολογήσεως του Αννιανού προβλέπουν, ανεπυτιχώς φυσικά, για το συγκεκριμένο έτος την… συντέλεια του Κόσμου.

515 Τον Μάρτιο του έτους αυτού, κατασφάζονται οι ιερείς του αραβικού Θεού Θεανδρίτου στην Ζοάρα, στα νότια της Νεκρής Θάλασσας και ο Ναός του «αποδαιμονοποιείται» και μετατρέπεται σε εκκλησία του «αγίου Γεωργίου». Πέτρινες και μαρμάρινες επιγραφές με αφιερώματα στον Θεό Θεανδρίτη, χρησιμοποιούνται ως δομικά υλικά και μία χριστιανική επιγραφή έρχεται με την γνωστή αλαζονεία να περιγράψει και αυτή την τερατώδη βεβήλωση ως «θεάρεστο» έργο (Chuvin, σελ. 141): «Εκεί που παλαιά φώλιαζαν οι δαίμονες, τώρα κατοικεί ο πραγματικός Θεός, εκεί όπου κάποτε άπλωνε τα πέπλα του το σκοτάδι τώρα λάμπει το φως της σωτηρίας και άγγελοι χορεύουν εκεί που κάποτε γίνονταν θυσίες στα είδωλα» (…) Το ίδιο έτος το βάπτισμα γίνεται υποχρεωτικό επί ποινή θανάτου, ακόμα και για όσους δηλώνουν ήδη χριστιανοί.

528 Ο Ιουστινιανός ξεκινάει πεισματικό αγώνα κατά της «ειδωλολατρίας», η οποία αν και είχε κηρυχθεί δημόσιο έγκλημα πριν από 50 χρόνια «εξακολουθούσε να επιβιώνει σε απομακρυσμένες ή παραμεθόριες περιοχές… αλλά και στους κύκλους των λόγιων, στην καλή κοινωνία της Κωνσταντινουπόλεως» (Deschner, τόμος 2, σελ. 527 - 528). «Σε ένα πρώτο διάταγμα εναντίον των Εθνικών –που δεν φέρει χρονολογία και συντάκτη, αλλά αποδίδεται από τους νεότερους ερευνητές στον Ιουστινιανό- εκτός από τους προηγούμενους αυστηρούς νόμους, ορίζεται επίσης να ψάχνουν και να βρίσκουν πού γίνονται ειδωλολατρικές τελετές. Απαγορεύονται οι δωρεές και οι εκτελέσεις διαθηκών, που βαίνουν προς όφελος των Εθνικών. Ένα άλλο διάταγμα, προερχόμενο αναμφίβολα από τον Ιουστινιανό, στηλιτεύει ιδιαίτερα τις θυσίες και τις «ανίερες» εορτές. Και προχωρώντας ακόμα πιο πέρα από την προηγούμενη νομοθεσία που προσπαθούσε να εξαλείψει ολότελα την παγανιστική λατρεία και την ικανότητα των οργανώσεών της για δικαιοπραξία, ο Ιουστινιανός επιδιώκει τώρα, τρόπον τινά, να την καταπολεμήσει σε όλο το φάσμα της. Διατάσσει να βαπτίζονται υποχρεωτικά όλοι οι Εθνικοί μαζί με τις οικογένειές τους, έναντι της ποινής της δήμευσης της περιουσίας. Οι παραβάτες χάνουν στο εξής τα πολιτικά τους δικαιώματα, όπως και όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία τους» γράφει επίσης ο Deschner (σελ. 558). Το ίδιο έτος (528), ο Ιουστινιανός με έδικτό του καταργεί τους εξόριστους στην Αντιόχεια Ολυμπιακούς Αγώνες, ενώ έχει ήδη νομοθετήσει να θανατώνονται με κατασπαραγμό από θηρία, θάνατο στην πυρά, σταύρωση ή ξέσκισμα με σιδερόνυχα, όλοι οι «καταγινόμενοι με την μαγεία, την μαντική, την γοητεία και την ειδωλολατρία» και απαγορεύσει να διδάσκουν οι Εθνικοί, εξαφανίζοντας έτσι και την τελευταία δυνατότητά τους να έχουν πρόσβαση στην κοινωνία («σε όλη την έκταση της Αυτοκρατορίας, παγανιστικές κοινότητες είχαν επιβιώσει έως τότε με τρόπους, που συνήθως μας διαφεύγουν, σίγουρα όμως με δυναμισμό και πνευματικό σφρίγος μεγαλύτερο στην Ανατολή παρά στην Δύση. Οι οπαδοί τους είχαν αποκλεισθεί από την πολιτική διοίκηση και την στρατιωτική εξουσία, αλλά όχι και από την διδασκαλία...», Chuvin, σελ. 10 – 11).

529 Ένας ακόμα νόμος του Ιουστινιανού έρχεται τώρα να απαγορεύσει κάθε είδους Εθνική διδασκαλία ή άλλη μετάδοση «ειδωλολατρικής» γνώσης («Ιουστινιάνειος Κώδιξ» 1. 11. 10) και να ορίσει την θανατική ποινή αδιάκριτα για Εθνικούς και διπλόπιστους χριστιανούς («…ακόμα και εκείνους που έχουν κριθεί άξιοι τού άγιου βαπτίσματος…»), που υποτίθεται ότι «εξοργίζουν τον φιλάνθρωπο Θεό» με «ανόσιες πράξεις», όπως θυσίες και συμμετοχή σε «απρεπείς» εορτές (MacMullen, 1997, σελ. 41 και 182, σημ.27). Ο Ιουστινιανός διατάσσει την υποχρεωτική βάπτιση όλων ανεξαιρέτως των Εθνικών, μαζί με τις οικογένειές τους συμπεριλαμβανόμενων ακόμα και των βρεφών (Deschner, τόμος 2ος, σελ. 559), με ποινή σε περίπτωση άρνησης την δήμευση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους. Όσοι ευσεβείς Εθνικοί αρνούνται να προδώσουν τους Θεούς και να ασπασθούν δημόσια τον Χριστιανισμό χάνουν επίσης όλα τα πολιτικά και αστικά τους δικαιώματα και κάθε μέσο βιοπορισμού, ενώ απαγορεύεται εφεξής κάθε διδασκαλία των Εθνικών φιλοσόφων και διδασκάλων, από τους οποίους επιπλέον αφαιρείται ο κρατικός μισθός και δημεύονται όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία (ως άνω, σελ. 558).Με έδικτο του αυτοκράτορος Γιουτπράδα-Ιουστινιανού, κλείνει η Ακαδημία των Αθηνών και κατάσχεται η περιουσία της. Οι επτά τελευταίοι διδάσκαλοι καταφεύγουν σύμφωνα με μία αφήγηση του Αγαθία στον καλλιεργημένο βασιλιά των Περσών Χοσρόη, που κολακευμένος από την παρουσία τους τούς υποδέχεται με εξαιρετικές τιμές και τους προσφέρει καθηγητικές έδρες στο Πανεπιστήμιοτου Ιουντισαπούρ (Jundishapur).

532 Μία ακόμη χριστιανική εσχατολογία προβλέπει, ανεπιτυχώς φυσικά, ότι το συγκεκριμένο έτος θα γίνει η… συντέλεια του Κόσμου. Ο μοναχός Ιωάννης Ασιακός, επικεφαλής ενόπλων ομάδων προσηλυτιστών, αρχίζει γενοκτονία κατά των Μικρασιατών Εθνικών.

536 Στην παλαιά Ελλάδα, η παραφροσύνη των χριστιανών τους οδηγεί στο να κατακαίνε ή να κόβουν συστηματικά τα δάση της χώρας, κυρίως στις νότιες περιοχές, γιατί μέσα στα δένδρα έβλεπαν.. «κατοικίες των δαιμόνων». Η φωτιά και το τσεκούρι εξαπολύονται κυρίως εναντίον των δρυοδασών (κατοικίες του Διός), των ελατοδασών (κατοικίες της Αρτέμιδος και του Πανός) αλλά και των ελαιώνων ακόμα (κατοικίες της Αθηνάς) που περιέζωναν τις κατά πλειοψηφία έρημες ή ημιέρημες πια πόλεις των «ειδωλολατρών». Τα αποτελέσματα θα είναι τρομακτικά για την γη των Ολυμπίων Θεών, καθώς αυτή η τεράστια αποδάσωση θα φέρει με την σειρά της ξήρανση ποταμών και πηγών, όπως επίσης και πλήρη διαταραχή ολοκλήρου του οικοσυστήματος της χώρας, που μάλιστα θα βασανιστεί το έτος 536 και από μία πρωτόγνωρη για την περιοχή ξηρασία, αλλά και διαπεραστική παγωνιά (σύμφωνα με ανακοίνωση του αρχαιολόγου Stephen G. Miller, καθηγητή του Πανεπιστήμιου του Berkeley, που έκανε ανασκαφές στην Νεμέα: «αναλύσεις σε γύρι της εποχής εκείνης αποδείκνύουν, ότι ανάμεσα στο έτος 500 και το 600 η βλάστηση στην Ελλάδα άλλαξε δραματικά, ακόμα και η καλλιέργεια της ελιάς σταμάτησε σχεδόν εντελώς» και κάτι τέτοιο επιβεβαιώνουν και τα γραπτά των Προκόπιου και Κασσιόδωρου, που μαρτυρούν μία έντονη διατάραξη του καιρού την χρονιά της συγκεκριμένης οικοκαταστροφής).

540 Η ελληνική Ιατρική έχει ήδη απαγορευθεί ως «γνώση του Διαβόλου» και τα συγγράμματά της έχουν ήδη χαθεί για πάντα στη φωτιά των χριστιανών. Με μόνη θεραπευτική μέθοδο την… αφαίμαξη και το διάβασμα εξορκισμών, αρχίζει στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία η μεγάλη επιδημία που υπολογίζεται (Panati Charles, 1989) ότι εξόντωσε 100 εκατομμύρια ανθρώπους. Η Εκκλησία βγαίνει παρόλα αυτά κερδισμένη, καθώς αποδίδει την επιδημία στην οργή του Θεού για την επιβίωση των «αιρέσεων» και της «ειδωλολατρίας». Ο όχλος τρέχει πανικόβλητος να εκκλησιασθεί. Ο Πέρσης βασιλιάς Χοσρόης σαρώνει τις χριστιανικές πόλεις της Συρίας. Την μόνη πόλη που δεν καταστρέφει ή λεηλατεί είναι η Χαρράν (ελληνιστί Κάρρες), της οποίας οι κάτοικοι είχαν παραμείνει πεισματικά Εθνικοί.

542 Ο Γιουτπράδα-Ιουστινιανός αναθέτει καθήκοντα αυτοκρατορικού προσηλυτιστού («επισκόπου τιτουλαρίου») στον Ιωάννη Ασιακό εξ Εφέσσου. Επί 35 ολόκληρα χρόνια ο τελευταίος εφαρμόζει μαζικούς και βιαίους εκχριστιανισμούς των Εθνικών της Φρυγίας, Καρίας και Λυδίας και κτίζει 99 εκκλησίες και 12 μοναστήρια πάνω στα συντρίμμια των Εθνικών Ιερών (Trombley, τόμος 1, σελ. 333).

545 - 546 Ο Ιωάννης Ασιακός εξοντώνει εκατοντάδες Εθνικούς της Κωνσταντινουπόλεως. Τα θύματα της χριστιανικής παραφροσύνης σταυρώνονται («φουρκίζονται»), κόβονται κομμάτια ή πνίγονται στην θάλασσα μέσα σε σάκκους, και σε πολλές περιπτώσεις τα έντερά τους περιφέρονται ως.. τρόπαια στους δρόμους από τον χριστιανικό όχλο (Mac Mullen, «Christianity & Paganism..», σελ. 176-177, σημ. 89). Πολλοί ευγενείς Εθνικοί γλυτώνουν την βάπτιση ή το μαρτύριο αυτοκτονώντας. Οι χριστιανοί βεβηλώνουν τα πτώματά τους και τους πετούν στους σκουπιδότοπους.

546 Νέος μικρότερος διωγμός κατά των Εθνικών και «αιρετικών» της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έρχεται να ολοκληρώσει το έργο του προηγουμένου. Πλήθος γραμματικοί, σοφιστές, νομικοί και ιατροί σέρνονται μπροστά στον ιεροεξεταστή Ιωάννη Ασιακό και τιμωρούνται με μαστιγώσεις και φυλακίσεις (Mango, σελ. 163).

556 Ο Ιουστινιανός στέλνει στην Αντιόχεια τον φοβερό ιεροεξεταστή Αμάντιο που συλλαμβάνει, βασανίζει και θανατώνει τους τελευταίους Εθνικούς της πόλεως και καίει όλες τις ιδιωτικές βιβλιοθήκες.

557 Η χριστιανική εσχατολογία προβλέπει, ανεπιτυχώς, ότι το συγκεκριμένο έτος θα γίνει η… συντέλεια του Κόσμου.

560 Ο στρατηγός Ναρσής, έχοντας ήδη εξοντώσει τα τελευταία απομεινάρια των Βλεμμύων μετά από 20ετή αιματηρό πόλεμο (540 – 560 περίπου), αναλαμβάνει να σταματήσει το… «σκάνδαλο» της ύπαρξης μίας κανονικής παγανιστικής λατρείας μέσα στα σύνορα της «άγιας» Αυτοκρατορίας. Γύρω στο έτος 560 (ενώ άλλοι τοποθετούν το γεγονός στο έτος 537, πριν δηλαδή και όχι μετά τον 20ετή πόλεμο), βεβηλώνει, ληστεύει και σφραγίζει το τελευταίο Ιερό της Θεάς Ίσιδος στη νησίδα Φίλαι ή Ελεφαντίνη του Νείλου, ασβεστώνει τον ιερογλυφικό διάκοσμο, φυλακίζει τους ιερείς και στέλνει τα αγάλματα των Θεών Οσίριδος, Μηνός και Ίσιδος στην Κωνσταντινούπολη ως πολεμικά τρόπαια.

562 Μετά από διορία τριών μηνών για πλήρη απομάκρυνση από τις πατρογονικές λατρείες, ο Ιουστινιανός διατάσσει νέες μαζικές συλλήψεις, διαπομπεύσεις, βασανιστήρια και φυλακίσεις Εθνικών ιερέων στην Αθήνα, την Αντιόχεια, την Παλμύρα και την Κωνσταντινούπολη, όπως πληροφορούμαστε από τον Beck που αντλεί από τους Μαλάλα, Προκόπιο και Μιχαήλ Σύριο και στην συνέχεια σχολιάζει: «Όπως φαίνεται το Βυζάντιο δεν είχε εκχριστιανισθεί εντελώς τον 6ο αιώνα» (Beck, σελ. 358). Στην πλατεία του Κυνηγίου της Κωνσταντινουπόλεως καίγονται σε τεράστιες πυρές χιλιάδες βιβλία και πολλά ιδιωτικά αγάλματα (Ι. Μαλάλας «Χρονογραφία» και Mango, σελ. 163). Οι συντεχνίες και οι οικογένειες καθίστανται τώρα αποκλειστικά υπεύθυνες για τις θρησκευτικές αντιλήψεις των μελών τους, το ίδιο δε και οι αφέντες για τις αντιλήψεις των δούλων τους. Την ίδια χρονιά οργανώνονται νέες επιχειρήσεις βίαιου εκχριστιανισμού των Εθνικών της Ιωνίας, από τον τρομερό επίσκοπο Εφέσου Ιωάννη τον πρώην «Ασιακό» (Chuvin).

578 - 582 Επί αυτοκράτορος της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Τιβερίου, οι χριστιανοί διώκτες φυλακίζουν, βασανίζουν και σταυρώνουν εκατοντάδες επιφανείς Έλληνες τους οποίους υποπτεύονται για Εθνισμό. Ο επικεφαλής των περιβόητων «διωγμιτών» Θεόφιλος, κατασφάζει ή σταυρώνει όλους τους τελευταίους Εθνικούς της Ηλιοπόλεως (Βααλβέκ).

580 Έφοδος των «διωγμιτών» της Αντιοχείας σε μυστικό Ναό του Θεού Διός. Ο ιερεύς αυτοκτονεί επί τόπου, αλλά συλλαμβάνονται αρκετοί θρησκευτές και ανάμεσά τους ο ύπαρχος Ανατόλιος (Chuvin, σελ. 144). Οι κρατούμενοι βασανίζονται και στέλνονται στην Κωνσταντινούπολη για να δικασθούν (και σε αυτό το χρονικό σημείο τοποθετούν οι μη χριστιανοί ερευνητές την απαρχή του ιεροεξετασμού). Ο χριστιανικός όχλος της Κωνσταντινουπόλεως, ερεθισμένος από τις μυστικές δίκες, λυντσάρει στους δρόμους διάφορους, πραγματικούς ή υποτιθέμενους, Εθνικούς. Οι Αντιοχείς Εθνικοί καταδικάζονται σε θάνατο και ρίχνονται στα θηρία του Ιπποδρόμου που όμως δεν δείχνουν πρόθυμα να τους κατασπαράξουν. Οι χριστιανοί τους θανατώνουν τελικά με σταύρωση. Τα πτώματά τους σύρονται από τον όχλο στους δρόμους της πολεως και πετάγονται άταφα στους σκουπιδότοπους.

582 Συνεχίζονται από τον Καππαδόκη αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582 – 602) οι άγριοι διωγμοί Εθνικών, Ιουδαίων και μοντανιστών «αιρετικών» και όσοι καταδικάζονται από τα θεοκρατικά δικαστήρια ρίχνονται στα θηρία ή καίγονται ζωντανοί σε δημόσιες πυρές (Chuvin, σελ. 147): «αλίμονο σε εκείνους που τολμούσαν να παρακολουθήσουν τελετές της αρχαίας Θρησκείας παρά το ότι ήσαν βαπτισμένοι. Όλα αυτά τα μαρτύρια θα προαναγγείλουν τα όσα ήσαν να επιβληθούν αργότερα και με μεγαλύτερη επιμονή στην καθολική Ισπανία. Γι’ αυτό λοιπόν καταλήγει ικανοποιημένος ο Ιωάννης Εφέσου, στον οποίο οφείλουμε τις εκπληκτικές μαρτυρίες οι οποίες γράφτηκαν ενώ ακόμα ο διωγμός συνεχιζόταν, κάθε ημέρα καταγγέλλονται όλο και περισσότεροι ειδωλολάτρες και πληρώνουν για τις πράξεις τους τόσο σε αυτόν τον κόσμο όσο και στον άλλον» (Chuvin, ως άνω).

583 Νέοι διωγμοί κατά των Εθνικών από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (MacMullen, 1997, σελ. 27), ενώ την ίδια εποχή η αγιοκατασκευαστική «λογοτεχνία» κατακλύζει ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο και μόνον ο «άγιος» Γρηγόριος των Τουρόνων θα αναφέρει περισσότερα από 200 θαύματα, στα οποία (φυσικά!) συμπεριλαμβάνονται και οι απαραίτητες νεκραναστάσεις (Deschner, τόμος 3, σελ. 319).

590 Στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι καταδότες της Εκκλησίας «ανακαλύπτουν» συνεχώς «συνωμοσίες» των Εθνικών. Νέες εκτελέσεις με παλουκώματα, σταυρώσεις και αποκεφαλισμούς. Στον παπικό θρόνο ανεβαίνει ο Πάπας Γρηγόριος ο λεγόμενος «Μέγας» (590 - 604), που θα κάψει σε λίγο την Βιβλιοθήκη του Παλατίνου Απόλλωνος «για μη στερήσει τους πιστούς η θύραθεν σοφία της από την Βασιλεία των Ουρανών…»

600 Η Χριστιανική Εκκλησία, δια στόματος Πάπα Γρηγορίου, αναγγέλλει για μία ακόμη φορά τη… συντέλεια του κόσμου. Τρομοκρατημένοι πάμπολλοι δουλοκτήτες και γαιοκτήμονες χαρίζουν την περιουσία και τους δούλους ή δουλοπάροικούς τους στην Εκκλησία και ντύνονται μοναχοί. Το ίδιο έτος, ο Πάπας Γρηγόριος, τονίζει στον «Ιερατικό Κανόνα» ότι «πρέπει να μάθουν καλά οι δούλοι πως απαγορεύεται να παρακούουν τους κυρίους τους, καθώς και το πως δεν είναι τίποτε περισσότερο από δούλοι».

601 Για να κατευνάσει την εναντίον του οργή των εκκλησιαστικών κύκλων, για την σύντομη αντιμοναχική και παράλληλα φιλειρηνική πολιτική του (είχε εξασφαλίσει καλές σχέσεις με τον βασιλιά των Περσών Χοσρόη τον Β), ο αυτοκράτορας Μαυρίκιος διατάσσει τον βίαιο εκχριστιανισμό της Χαρράν και την καταστροφή τού εκεί Μαντείου του σεληνιακού Θεού Σιν. Ανάμεσα σε δεκάδες μάρτυρες Εθνικούς, σταυρώνεται και ο επικεφαλής της στρατιωτικής δύναμης της πόλης Ακίνδυνος, μετά από κατάδοση συνεργατών του. Ο Πάπας Γρηγόριος διατάσσει τον εξαγνισμό όλων των «ειδωλολατρικών» τόπων λατρείας και συστήνει αργή και συστηματική δράση των προσηλυτιστών ώστε να μην προκαλέσει βίαιες αντιδράσεις: «Δεν μπορεί ν’ανέβει κανείς στην κορυφή ενός όρους με ένα μόνο άλμα, αλλά χρειάζεται να το κάνει σιγά και μεθοδικά, βήμα προς βήμα.. Πρέπει να προσέξουμε πρώτα από όλα να μην εξοργίσουμε τους ειδωλολάτρες και να μη καταστρέφουμε τους ναούς τους. Πρέπει να καταστρέφουμε μόνο τα είδωλα και έπειτα να ραντίζουμε το μέρος με αγιασμό και να τοποθετούμε μέσα του άγια λείψανα.. Αν οι ναοί αυτοί είναι καλοκτισμένοι, μάς συμφέρει να τους μετατρέπουμε απλώς από χώρο λατρείας των δαιμόνων σε χώρο λατρείας του αληθινού Θεού».

682 Οι χριστιανοί της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καίνε στην πυρά τον Κωνσταντίνο της Αρμενίας, θεολόγο των «Παυλικιανών» αιρετικών.

692 Η «Εν Τρούλλω» ή «Πενθέκτη» Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, καταδικάζει τον εορτασμό των Καλενδών, των Βρουμαλίων, των Ανθεστηρίων, καθώς και τις διονυσιακές πομπές και τις μεταμφιέσεις. «Καθόλου απαγορεύει η αγία αύτη και οικουμενική Σύνοδος τους λεγομένους μίμους και τα τούτων θέατρα… και τας επί σκηνής ορχήσεις» («Κανών» 51) και «έτι μην και τας ονόματι των παρ’ Έλλησι ψευδώς ονομασθέντων θεών… κατά τι έθος παλαιόν και αλλότριον του των χριστιανών βίου αποπεμπόμεθα, ορίζοντες μηδένα άνδρα γυναικείαν στολήν ενδιδύσκεσθαι, ή γυναίκα την ανδράσιν αρμόδιον, αλλά μήτε προσωπεία κωμικά ή σατυρικά ή τραγικά υποδύεσθαι, μήτε του βδελυκτού Διονύσου το όνομα την σταφυλήν αποθλίβοντας εν τοις ληνοίς επιβοάν, μηδέ τον οίνον εν τοις πίθοις επιχέοντες γέλωτα επικινείν» («Κανών» 62), όπως παρατίθενται στον χριστιανό Σολομό (σελ. 252, σημ. 4).

804 Οι Έλληνες Εθνικοί της Λακωνικής αντιστέκονται με επιτυχία στην απόπειρα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου να τους εκχριστιανίσει.

950 Στην Ανατολή οι μωαμεθανοί κλείνουν το τελευταίο ελληνικό Εθνικό Ιερό στην Χαρράν (ελληνιστί Κάρρες).

950 - 988 Από τον Αρμένιο προσηλυτιστή Νίκωνα τον «Μετανοείτε»” και τους ενόπλους μοναχούς του, εκχριστιανίζονται με τη βία οι τελευταίοι Έλληνες Εθνικοί της Λακωνίας και κατασφάζονται οι δούκες και οι ιερείς τους.

Όπως είδαμε στον παραπάνω εξαιρετικά περιληπτικό χρονολογικό πίνακα, η χριστιανική θρησκεία αντιμετώπισε με μεγάλο φόβο και μίσος το ελεύθερο ελληνικό πνεύμα, για έναν απλό λόγο: βασιζόμενη στην αρχή του «πίστευε και μη ερεύνα*» θεωρεί οτιδήποτε πέραν της δικής της ιδεολογίας «σατανικό» και καταδικαστέο (συνήθως σε θάνατο. Η «ιερά εξέταση» σταμάτησε δια νόμου μόλις το 1850).

Κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο για τους Έλληνες, που είχαν έμφυτα τα στοιχεία της αναζήτησης και του προβληματισμού. Ήταν επομένως απειλή για τους εκφραστές της θρησκείας της «αγάπης». Με δικαιολογία λοιπόν τον εκχριστιανισμό τους, κατέστρεψαν έναν πολιτισμό ανώτερο από κάθε άποψη. Έναν πολιτισμό, που έθεσε τις βάσεις της επιστημονικής σκέψης, της καλλιτεχνικής αναζήτησης και ενός ιδεώδους που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να είναι ζώο με προκαθορισμένη μοίρα, αλλά ένα ον νοήμον, ικανό να εξελιχθεί ελεύθερα και να μεγαλουργήσει, χωρίς το φόβο κανενός εξωσυμπαντικού «θεού».

Η καταγραφή αυτή μπορεί μεν να αναφέρεται στην περίοδο μεταξύ του 324 και του 988, όπου έγινε και το μεγαλύτερο μέρος των διωγμών και εγκλημάτων κατά των Ελλήνων και του ελληνικού πνεύματος, οι σποραδικές όμως καταστροφές και διώξεις του ελληνικού πολιτισμού συνεχίστηκαν (το 1729 π.χ. ο Γάλλος αββάς Φουρμόντ κατέστρεψε εκ θεμελίων την αρχαία Σπάρτη, την Τροιζήνα και την Ερμιόνη) και συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Φυσικά τίποτα και ποτέ δε δημοσιοποιείται και κανείς ασφαλώς δεν τιμωρείται για τις πράξεις αυτές. Όπως πάντα, άλλωστε, αφού αρωγός των βαρβαρικών αυτών ενεργειών είναι, τις περισσότερες φορές, ο κρατικός μηχανισμός, δια των υπουργείων του και άλλων οργανισμών!

Για του λόγου το ασφαλές, αναφέρω μόνο το υπουργείο «Πολιτισμού», το οποίο ελέγχει κατά το δοκούν τις αρχαιολογικές ανασκαφές, αλλά και το υπουργείο «α-Παιδείας» που εντελώς απροκάλυπτα έχει ως συμπλήρωμα του τίτλου του «και Θρησκευμάτων»! Ερωτώ κάθε νοήμονα πολίτη αυτού του τόπου που λέγεται Ελλάδα και που έχει στο κρανίο του έστω μερικά ίχνη φαιάς ουσίας, πώς ανέχεται ακόμη να τον «δουλεύουν» έτσι άγρια και ξεδιάντροπα από κοινού Πολιτεία και «εκκλησία»;
---------------------------------
*«Πίστευε και μη ερεύνα»
Λένε τα πιστά πρόβατα του Γιαχβέ-Χριστού «Μεγάλο ψέμα και μεγάλη πλάνη. Πουθενά δεν αναφέρεται αυτό, αλλά το «Πίστευε και μη, ερεύνα»
 
Πουθενά; Τι μας λένε οι αμνοί προς σφαγή!
 
Γ’ Οικουμενική Σύνοδος, Έφεσος 431. Θεόδοτος επίσκοπος Αγκύρας: «Πίστευε τώ θαύματι καί μή ερεύνα λογισμοίς τό γενόμενον
 
Μέγας Αθανάσιος Θεολόγος: «Πίστευε είς πατέρα, μη ερευνήσεις δε το πράγμα. Προσκύνει τον Υιόν, μη πολυπράγμων την αυτού γέννησιν. Ανυμνεί το πνεύμα το Άγιον, μη εκζητών το της Αγίας Τριάδος μυστήριον
 
Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα παντοκράτορα. Πιστεύω, ουκ ερευνώ, ού διώκω το ακατάληπτον, ού μετρώ το αμέτρητον»
 
Εφραίμ ο Σύρος: «Πίστευε, μή ερευνών, ο Θεός ο Πατήρ έπεμψε τόν μονογενή Υιόν…εσαρκώθη εν μήτρα τής αγίας Παρθένου, καί ετέχθη εξ αυτής εκ Πνεύματος Αγίου, έχε πληροφορίαν εις τήν καρδίαν σου, θεωρών ειλικρινώς εν οφθαλμοίς πίστεως αυτά τά πεπραγμένα καί ίδε τόν Κύριον εν οφθαλμοίς καρδίας
 
Η κάθε πίστη και τα δόγματα το πρώτο που απαγορεύουν είναι η έρευνα, η σκέψη και η λογική, γιατί καταρρέουν σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Γι' αυτό φυλούν, προπαγανδίζουν και πουλούν  ως κόρη οφθαλμού το «πίστευε και μη ερεύνα».

Η τύφλωση και η υποταγή ονομάζεται «θρησκεία»
 
«Η θρησκεία θεωρείται από το λαό αληθινή, από τους σοφούς ψεύτικη και από τους ηγεμόνες χρήσιμη.» Σενέκας
 
Στα Ευαγγέλια δεν αναφέρεται πουθενά ο όρος θρησκεία, ούτε φαίνεται από το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ιησού να υπήρχε ως στόχος η ίδρυση μιας νέας θρησκείας! Αντίθετα, οι ευαγγελικές περιγραφές (Ματθαίος, 5, 17-18) δείχνουν μια συμπεριφορά και ομιλία πιστού Ιουδαίου: «Μην νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον και τους προφήτας, ούκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι» (πληρώ = εκπληρώ, συμπληρώνω).
 
Η εκτροπή των εξελίξεων προς μια νέα θρησκεία, αφενός με σύμπτυξη στοιχείων (συγκρητισμός) από την εβραϊκή, από το ελληνικό δωδεκάθεο και από διάφορες εθνικές θρησκείες στο χώρο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της εκείθεν Ανατολής (Μίθρας, ‘Αττις, Όσιρις κλπ), αφετέρου με καθιέρωση απλοϊκών διαδικασιών για εύκολη μετάνοια ύστερα από κάθε μορφής αμαρτίες, μέχρι και δολοφονίες, έγκαιρη επίγεια συγχώρεση (των πιστών προβάτων) και ελπίδες για κατάκτηση της «μετά θάνατον ζωής», φαίνεται ότι έγινε από τον Απόστολο Παύλο, διάφορους οπαδούς και από μαθητές του Χρηστού – σε αντιπαράθεση με τον Απόστολο Πέτρο – οι οποίοι με την δράση και το κήρυγμά τους ανύψωσαν τον ευαγγελικό Ιησού (αν υπήρξε) στην θέση του ιδρυτή και ηγέτη.
 
Η διδασκαλία του Χρηστού και των μαθητών του που κωδικοποιήθηκε στην «Καινή Διαθήκη», αναγνωρίστηκε ως επίσημη κρατική θρησκεία στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία από τον κτηνώδη Κωνσταντίνο και επεβλήθη ως μοναδική από τον Θεοδόσιο. Ο χριστιανισμός αποτελεί το τέκνο της σύγκρουσης μεταξύ του ανατολικού μεταφυσικού μυστικισμού και του ελληνικού ορθολογικού ανθρωποκεντρισμού. Ο μεταφυσικός μυστικισμός, έκδηλος στο μονοθεϊστικό χαρακτήρα της χριστιανικής θρησκείας, επικράτησε σ’ αυτή την σύγκρουση, με την δυναμική και βίαια υποστήριξη των Ρωμαίων στρατηγών, και με την καταπίεση, αποσιώπηση και, διαστρέβλωση της φιλοσοφίας του φωτοδότη Ελληνικού πολιτισμού. Αποτέλεσμα ήταν να χρειασθεί να φθάσει η ανθρωπότητα στην Αναγέννηση για να ανακαλύψει εκ νέου τον ορθολογισμό, ο οποίος έχει ήδη εκλείψει με την εξαφάνιση της Ελληνικής Φιλοσοφίας.
 
Η Ελληνική Φιλοσοφία είναι η ΜΟΝΑΔΙΚΗ απάντηση στις μαγγανείες κάθε είδους θρησκειών.


ΤΟ ΑΙΣΧΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

xristianoi-taliban