Σάββατο 10 Απριλίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ - Σαμία (713-737)

ΝΙ. μὴ ᾽νόχλει μοι· πάντα γέγονε· λουτρά, προτέλει᾽, οἱ γάμοι·
ὥστ᾽ ἐκεῖνος, ἄν ποτ᾽ ἔλθῃ, τὴν κόρην ἄπεισ᾽ ἔχων.
715 παῖ, τί τοῦτ᾽; ΔΗ. οὐκ οἶδ᾽ ἔγωγε, μὰ Δία. (ΝΙ.) πῶς οὐκ οἶσθα σύ;
χλαμύς· ἀπαίρειν οὑτοσί που διανοεῖται. (ΔΗ.) φησὶ γοῦν.
(ΝΙ.) φησὶν οὗτος; τίς δ᾽ ἐάσει, μοιχὸν ὄντ᾽ εἰλημμένον,
ὁμολογοῦντ᾽; ἤδη σε δήσω, μειράκιον, οὐκ εἰς μακράν.
(ΔΗ.) δῆσον, ἱκετεύω. ΝΙ. φλυαρεῖς πρός μ᾽ ἔχων. οὐ καταβαλεῖς
720 τὴν σπάθην θᾶττον; (ΔΗ.) κατάβαλε, Μοσχίων, πρὸς τῶν θεῶν,
μὴ παροξύνῃς. ΜΟ. ἀφείσθω· καταλελιπαρήκατε
δεόμενοί μου. (ΝΙ.) σοῦ δεόμενοι; δεῦρο δή. (ΜΟ.) δήσεις μ᾽ ἴσως;
(ΔΗ.) μηδαμῶς. ἔξω κόμιζε δεῦρο τὴν νύμφην. ΝΙ. δοκεῖ;
ΔΗ. πάνυ μὲν οὖν. ΜΟ. εἰ τοῦτ᾽ ἐποίεις εὐθύς, οὐκ ἂν πράγματα
725 εἶχες, ὦ πάτερ, φιλοσοφῶν ἄρτι. ΝΙ. πρόαγε δὴ σύ μοι.
μαρτύρων ἐναντίον σοι τήνδ᾽ ἐγὼ δίδωμ᾽ ἔχειν
γνησίων παίδων ἐπ᾽ ἀρότῳ, προῖκα τἀμὰ πάνθ᾽ ὅταν
ἀποθάνω γ᾽, ὃ μὴ γένοιτ᾽, ἀλλ᾽ ‹εἰσ›αεὶ ζῴην. (ΜΟ.) ἔχω,
λαμβάνω, στέργω. (ΔΗ.) τὸ λοιπόν ἐστι λουτρὰ μετιέναι·
730 Χρυσί, πέμπε τὰς γυναῖκας, λουτροφόρον, αὐλητρίδα.
δεῦρο δ᾽ ἡμῖν ἐκδότω τις δᾷδα καὶ στεφάνους, ἵνα
συμπροπέμπωμεν. (ΜΟ.) πάρεστιν ὅδε φέρων. (ΔΗ.) πύκαζε σὺ
κρᾶτα καὶ κόσμει σεαυτόν. (ΜΟ.) ἀλλ᾽ ἐγώ. (ΔΗ.) παῖδες καλοί,
μειράκια, γέροντες, ἄνδρες, πάντες εὐρώστως ἅμα
735 πεμψατ᾽ εὐνοίας προφήτην Βακχίῳ φίλον κρότον.
ἡ δὲ κα]λλίστων ἀγώνων πάρεδρος ἄφθιτος θεὰ
εὐμε]νὴς ἕποιτο Νίκη τοῖς ἐμοῖς ἀεὶ χοροῖς.

***
ΝΙΚ. Άφησέ με ήσυχο. Όλα έγιναν· τα λουτρά, η θυσία, ο γάμος.
Ώστε, αν καμιά φορά έρθει εκείνος, θα πάρει τη νύφη
και θα φύγει. Μπά! Τί είν᾽ αυτό; ΔΗΜ. Εγώ πάντως, μα τον Δία,
715 δεν ξέρω. ΝΙΚ. Πώς δεν ξέρεις εσύ; Βλέπω χλαμύδα. Αυτός εδώ
σκέφτεται να φύγει. ΔΗΜ. Έτσι λέει τουλάχιστο. ΝΙΚ. Λέει αυτός;
Και ποιός θα τον αφήσει, που πιάστηκε μοιχός
και το ομολογεί; Τώρα θα σε δέσω, νεαρέ μου, αμέσως.
ΔΗΜ. Δέσε τον, σε παρακαλώ. ΝΙΚ. Συνεχίζεις τις φλυαρίες. Δε θα βάλεις
720 το σπαθί σου κάτω γρήγορα; ΔΗΜ. Κάτω το σπαθί, Μοσχίων,
για τους θεούς, μη τον αγριεύεις. ΜΟΣ. Ας το βάλω.
Οι ικεσίες σας με κάνουν να υποχωρήσω. ΝΙΚ. Ποιές ικεσίες;
Γιά έλα δω. ΜΟΣ. Για να με δέσεις ίσως; ΔΗΜ. Όχι βέβαια. Φέρε έξω
τη νύφη. ΝΙΚ. Το εγκρίνεις; ΔΗΜ. Με όλη μου την καρδιά.
ΜΟΣ. Αν αμέσως το έκανες αυτό, πατέρα, θα είχες αποφύγει
725 πριν από λίγο τις δυσάρεστες φιλοσοφίες. ΝΙΚ. Για πλησίασε
συ Πλαγγόνα. Ενώπιον μαρτύρων σού δίνω εγώ αυτήν,
να την έχεις για ν᾽ αποκτήσεις νόμιμα παιδιά και
προίκα όλα όσα έχω, όταν βέβαια πεθάνω, ο μη γένοιτο,
αλλά είθε να ζω αιώνια. ΜΟΣ. Την έχω, την παίρνω, την αγαπώ.
ΔΗΜ. Μένει τώρα να φέρουμε το νερό για τα γαμήλια λουτρά.
730 Χρυσί, φέρε έξω τις γυναίκες, αυτή με το νερό
και την αυλητρίδα. Κι εδώ ας μας φέρει κάποιος
λαμπάδες και στεφάνια να λάβουμε μέρος κι εμείς
στη πομπή του γάμου. ΜΟΣ. Νά αυτός τα φέρνει.
ΔΗΜ. Βάλε το στεφάνι στο κεφάλι σου
και φτιάξου. ΜΟΣ. Αυτό κάνω. ΔΗΜ. Καλά παιδιά,
νέοι, γέροι, άντρες, όλοι μαζί και δυνατά.
735 να μας στείλετε τον κρότο των χεριών σας, που αγαπά
ο Βάκχος, προάγγελο της εύνοιάς σας. Κι η Νίκη,
η αθάνατη θεά, που συνοδεύει τους πιο ωραίους αγώνες,
είθε να χαρίζει πάντοτε στις κωμωδίες μου την εύνοιά της.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Προς τα νέα ελληνικά

12.5 Βυζάντιο (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία): η συνέχεια με το παρελθόν

Μπορούμε να ξαναγυρίσουμε στο Βυζάντιο, την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η ελληνική γλώσσα, σε αντίθεση με τη λατινική, συνεχίζει την πορεία της ως γλωσσικό όργανο μιας μεγάλης ελληνόφωνης αυτοκρατορίας. Γι' αυτό δεν υπάρχουν οι ιστορικοί όροι της διάσπασης που χαρακτηρίζουν την ιστορία της λατινικής μετά την πρώιμη διάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, ο ρόλος της ελληνικής γλώσσας ως γλωσσικού οργάνου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υποστηρίχτηκε από ισχυρά αισθήματα συνέχειας με το παρελθόν. 

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σε ολόκληρη την ιστορική της διαδρομή, θα ακολουθήσει στις επίσημες μορφές λόγου (διοίκηση, εκπαίδευση, γραμματεία - δηλαδή συγγράμματα φιλοσοφικά, ιστορικά, επιστημονικά αλλά και λογοτεχνία) την παράδοση του αττικισμού, για την οποία μιλήσαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο. Θα χρησιμοποιήσει δηλαδή ένα είδος αρχαΐζουσας γλώσσας, που «κοιτά» πίσω στην ένδοξη αττική διάλεκτο του 5ου αιώνα π.Χ. Επειδή η ελληνόφωνη κεντρική εξουσία και η Εκκλησία υιοθέτησαν αυτή την αρχαΐζουσα ως επίσημο όργανο έκφρασης, δημιούργησαν μια «γλωσσική πολιτική» συνέχειας με το παρελθόν, την αίσθηση ότι η γλώσσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν μία και η ίδια με τη γλώσσα του παρελθόντος, δηλαδή δεν είχε αλλάξει. 

Η πολιτική αυτή δεν ευνόησε την ανάπτυξη αισθημάτων γλωσσικής διαφορετικότητας που θα οδηγούσαν, όπως έγινε στη Δύση με τη διάλυση και τον κατακερματισμό της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στη δημιουργία ελληνογενών (θυμηθείτε τις λατινογενείς) γλωσσών. Για τους ομιλητές οι μορφές γλώσσας που μιλούσαν (και αυτές δεν ήταν, βέβαια, η αρχαΐζουσα γραπτή γλώσσα των αρχόντων, της Εκκλησίας, των μορφωμένων) ήταν «ποικιλίες» (διάλεκτοι) της ελληνικής και όχι ξεχωριστές «ελληνογενείς» γλώσσες.

Γονείς και δάσκαλοι πρέπει να είναι σύμμαχοι στη διαδικασία της γνώσης

Στην εποχή μας έχουν γίνει σαφώς πολλά και σημαντικά άλματα όσον αφορά στην εκπαίδευση. Ο μαθητής πλέον έχει γίνει το επίκεντρο και ο ρόλος του εκπαιδευτικού τείνει ολοένα και περισσότερο να αποκτά καθοδηγητικό χαρακτήρα. Η συνεργατική εκπαίδευση λοιπόν η οποία κάνει μέτοχο τον μαθητή στη μαθησιακή διαδικασία έχει επικρατήσει έναντι της δασκαλοκεντρικής με αποτέλεσμα να είναι και το παιδί πιο ενεργό μέσα στη σχολική τάξη και να αποκτά μεγαλύτερο κίνητρο για μάθηση.

Για να γίνουν όλες οι θεμελιώδεις αλλαγές πέρασαν χρόνια όπου έγιναν διάφορες μελέτες. Ψυχολόγοι κι εκπαιδευτικοί συνεργάστηκαν κι έθεσαν στον έναν άξονα το μαθητή και στον άλλον την κατάκτηση αλλά και την εφαρμογή της γνώσης -με άλλα λόγια την αφομοίωση- και κατέληξαν σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Μέσα από τα ευρήματα των ερευνών οδηγήθηκαν στην κατάργηση της ετικετοποίησης. Δεν υπάρχουν πλέον καλοί μαθητές, τεμπέληδες, άτακτοι ή απροσάρμοστοι. Πλέον όλοι οι μαθητές αντιμετωπίζονται ισότιμα μέσα στο σχολικό περιβάλλον -ή έστω αυτές είναι οι οδηγίες- και θεωρείται δεδομένο πως όλοι μπορούν να μάθουν τα ίδια, απλά όχι στον ίδιο ακριβώς χρόνο και σίγουρα όχι με τον ίδιο τρόπο.

Οι εκπαιδευτικοί έχουν αρχίσει να εκσυγχρονίζονται μέσω των συνεχών επιμορφώσεων και τους έχει κατασταθεί σαφές πως οι δυσκολίες των μαθητών δεν εξαρτώνται από τη μελέτη τους αλλά από μια πληθώρα άλλων παραγόντων όπως το νοητικό τους επίπεδο, η ψυχολογία τους, το οικογενειακό τους περιβάλλον. Οι μαθησιακές δυσκολίες λοιπόν είναι υπαρκτές, δεν είναι ούτε μύθος ούτε δικαιολογία. Αντιθέτως αποτελούν την αιτία της αδιαφορίας των μαθητών για το σχολείο και τα μαθήματα. Μια αδιαφορία που γεννήθηκε εξαιτίας της επανειλημμένης απογοήτευσής τους από το σχολείο. Δεν προϋπήρχε, δημιουργήθηκε.

«Μα καλά πώς γεννήθηκε αυτή η απογοήτευση; Αν διάβαζε περισσότερο δεν θα απογοητευόταν.» Συνήθως οι γονείς αναρωτιούνται. Μα η απάντηση είναι εύκολο να γίνει κατανοητή. Ένας μαθητής για να διαγνωστεί με μαθησιακές δυσκολίες σημαίνει πως υπέρ προσπαθεί για να μάθει για παράδειγμα την ιστορία και το αποτέλεσμα του είναι μέτριο ή κάτω του μετρίου. Ένα τέτοιο περιστατικό αποτελεί ρουτίνα για ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες. Έτσι σιγά σιγά καταλήγει να αποφεύγει το διάβασμα, μιας και έχει πάρει απόφαση πως όσο κι αν μελετά οι βαθμοί του θα είναι χαμηλοί κι ο κόπος του θα πηγαίνει χαμένος. Προτιμά να ασχολείται με δραστηριότητες που είναι ικανό να φέρει εις πέρας με επιτυχία γιατί μέσω αυτών παίρνει χαρά κι αναπτερώνεται το ηθικό του.

Όλα αυτά είναι παρά πολύ λογικά. Σε ποιον αρέσει να κάνει κάνει στο οποίο γνωρίζει εξ αρχής πως δε θα τα καταφέρει; Ακόμα κι ο πιο επίμονος κι ο πιο πεισματάρης, αν συνέχεια αποτυγχάνει σε κάτι, αργά ή γρήγορα θα το παρατήσει. Κάπως έτσι συμβαίνει και με τους μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες. Χάνουν το ενδιαφέρον τους γιατί συνεχώς νιώθουν πως αποτυγχάνουν.

Στο σημείο αυτό χρειάζεται η υποστήριξη του γονέα. Εκείνος είναι που πρέπει πρώτα πρώτα να παρατηρεί το παιδί του. Να παρατηρεί τις αντιδράσεις του, τη συμπεριφορά του, τις ψυχολογικές του μεταπτώσεις. Η κάθε αλλαγή είναι σημαντική. Έπειτα χρειάζεται να κατανοήσει πως ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες δεν είναι ένα παιδί που θα αλλάξει συμπεριφορά με τις φωνές ή τις αυστηρές τιμωρίες. Όλα αυτά απλώς θα επιδεινώσουν την κατάσταση και θα χειροτερεύσουν την ήδη βεβαρημένη ψυχολογία του. Οι γονείς χρειάζεται να αγκαλιάζουν το παιδί τους, να του συμπαραστέκονται. Χρειάζεται να κατανοήσουν πως το υποστηρικτικό γονεϊκό περιβάλλον λειτουργεί ενισχυτικά και βοηθά το παιδί να βελτιωθεί. Χρειάζεται επίσης να εμβαθύνουν τη γνώση τους για τη δυσκολία που έχει το παιδί τους. Διότι αν την κατανοήσουν σε ένα επαρκές το επίπεδο θα μπορέσουν να βοηθήσουν το παιδί και στο σπίτι και θα διευκολύνουν το έργο του.

Σε ένα μαθητή με μαθησιακές δυσκολίες δυστυχώς συχνά συναντάται η στάση «πετάω το μπαλάκι» της ευθύνης. Οι γονείς κατηγορούν τους εκπαιδευτικούς ότι δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Οι εκπαιδευτικοί τους γονείς για μη ποιοτική παρουσία στη ζωή των παιδιών τους και τα παιδιά, κατηγορούν τον εαυτό τους. Όμως δε φταίει κανείς. Οι μαθησιακές δυσκολίες δεν είναι ασθένεια, δεν είναι ένα κακό που μας βρήκε. Είναι μια κατάσταση κι ως τέτοια οφείλουν να την αντιμετωπίζουν όλοι οι εμπλεκόμενοι. Μια κατάσταση που για να βελτιωθεί χρειάζεται να αντιληφθείς πως υπάρχει και να λάβεις τα κατάλληλα μέτρα και την καθοδήγηση από τους ειδικούς.

Ο έρωτας θέλει ψυχή και τόλμη

Ο έρωτας είναι ένα συναίσθημα, το οποίο πραγματικά μπορεί να οδηγήσει την ανθρώπινη ψυχή από την γη στον ουρανό. Στον έρωτα οι ψυχές και οι καρδιές επικοινωνούν με ένα δικό τους μοναδικό και ανεπανάληπτο τρόπο.

Αισθάνονται ότι στον άνθρωπο που ερωτεύονται βλέπουν το άλλο τους μισό, την αδερφή ψυχή τους. Νιώθουν μία καρδιά που χτυπά στον ίδιο παλμό, που μπορεί να τους ακούσει και κυρίως μία αγκαλιά που μπορεί να τροφοδοτήσει την ψυχή τους με τα πιο όμορφα και τρυφερά συναισθήματα.

Σε αυτό το άρθρο, θα μελετήσουμε όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που βοηθούν στο να εξελιχθεί μία γνωριμία σε έναν δυνατό και αληθινό έρωτα.

Συναισθηματική διαθεσιμότητα

Πρώτον, πολύ σημαντικό στοιχείο στην άνθιση του έρωτα είναι οι άνθρωποι οι οποίοι ξεκινούν μία γνωριμία να είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι και δεκτικοί.

Αυτό σημαίνει, ότι χρειάζεται και οι δύο να ανοίξουν την καρδιά τους, τον εαυτό τους και να εκφράσουν τις ανησυχίες τους, τα συναισθήματά τους, όλα όσα έχουν βιώσει. Να είναι, δηλαδή, δεκτικοί να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, να προσφέρουν αλλά και να προσφερθούν. Πολλοί άνθρωποι, όπως δείχνουν και ψυχολογικές έρευνες και μελέτες, ομολογούν ότι αναζητούν τον ιδανικό σύντροφο όμως αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εύρεσή του.

Πολλές φορές, οι δυσκολίες αυτές έχουν να κάνουν με την εσωτερική δουλειά που κάνει ο καθένας με τον εαυτό του. Αυτό σημαίνει, ότι για να φτάσουμε στο σημείο να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε πραγματικά με έναν άνθρωπο, για να συναντήσουμε τον άνθρωπο τον οποίο επιθυμούμε, χρειάζεται να είμαστε σε θέση να δείξουμε αγάπη και να εκδηλώσουμε τον αληθινό εαυτό μας.

Όταν και οι δύο σύντροφοι εκδηλώνονται και εκφράζονται τότε η σχέση αποκτά εγγύτητα και συναισθηματικό βάθος.

Συμπερασματικά, ο έρωτας ομορφαίνει τη ζωή και είναι η κινητήριος δύναμη που πραγματικά φλογίζει και γεμίζει την καρδιά του ανθρώπου.

Ο έρωτας όμως για να μπορέσει να βιωθεί αυθεντικά και αληθινά χρειάζεται ψυχή και τόλμη. Χρειάζεται να είμαστε συναισθηματικά διαθέσιμοι και δεκτικοί να ανοίξουμε τον εαυτό μας, να βγούμε από τη σφαίρα του εγωισμού και της ατομικότητας μας και να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε και να συνδεθούμε με έναν άλλον άνθρωπο.

Αυτό σημαίνει ότι είμαστε σε θέση να ακούσουμε και μία γνώμη διαφορετική από τη δική μας, ότι μπορούμε να συνεργαστούμε και να εκφραστούμε με αγάπη και άνευ όρων αποδοχή.

Ψυχική επικοινωνία

Επιπρόσθετα, πολύ σημαντικό στοιχείο στην εξέλιξη του συναισθήματος του έρωτα είναι η έλξη να συνοδεύεται από μία ουσιαστική ψυχική επικοινωνία. Η εμφάνιση είναι η αρχική εντύπωση όμως αυτό που μετράει πραγματικά είναι να επικοινωνούν οι καρδιές των δύο ανθρώπων, να εκπέμπουν δηλαδή και οι δύο στο ίδιο μήκος κύματος.

Καλό είναι, όπως ομολογούν και πολλές μελέτες ψυχολογίας, τα ζευγάρια να μοιράζονται κοινούς ηθικούς και αξιακούς κώδικες, να βλέπουν δηλαδή τον κόσμο μέσα από ένα κοινό πρίσμα. Να κάνουν κοινά όνειρα, να μπορούν να θέσουν κοινούς στόχους.

Κάθε ζευγάρι αποτελεί μία δυναμική ενότητας και συσπείρωσης, αποτελεί μία ενότητα αγάπης, δύναμης και τρυφερότητας.

Μία ενότητα συμμαχίας στο δρόμο της ευτυχίας στη ζωή.

Συμπληρωματικότητα

Ακόμη, επόμενο κλειδί στην όμορφη εξέλιξη του έρωτα είναι η αλληλοσυμπλήρωση. Στα ζευγάρια δεν είναι εφικτό οι σύντροφοι να είναι πανομοιότυποι.

Καθένας είναι μια μοναδική και ξεχωριστή ψυχοσωματική οντότητα. Ο καθένας έχει τα δικά του χαρίσματα, τα δικά του ξεχωριστά ταλέντα. Τα διαφορετικά στοιχεία της προσωπικότητας των συντρόφων μπορούν πολύ όμορφα να λειτουργήσουν ως κομμάτι εμπλουτισμού της σχέσης τους.

Ουσιαστικά, οι διαφορές είναι αυτές που εμπλουτίζουν τη σχέση γιατί μπορεί ο ένας σύντροφος μέσα από την διαφορετικότητα που εκφράζει ο άλλος να δει τον κόσμο και από ένα διαφορετικό πρίσμα, μπορεί να δει μία διαφορετική οπτική, μία άλλη άποψη που μέχρι τότε ίσως δεν την είχε σκεφτεί και δεν την είχε αξιολογήσει.

Οπότε, είναι πολύ όμορφη η αλληλοσυμπλήρωση, η οποία όμως έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη αλληλοσεβασμού, ενσυναίσθησης και κατανόησης.

Ο έρωτας θέλει τόλμη

Επόμενο, απαραίτητο στοιχείο είναι η τόλμη. Ο έρωτας θέλει τόλμη. Πολύ σημαντικό στοιχείο στον έρωτα για να μπορέσει να βιωθεί είναι να τολμήσουν οι σύντροφοι πραγματικά να ανοίξουν τον εαυτό τους και να κάνουν την υπέρβαση ο ένας για τον άλλον.

Για παράδειγμα, αν αναλογιστούμε παλαιότερες εποχές που υπήρχαν πόλεμοι και άκρως αντίξοες συνθήκες υπήρχαν ζευγάρια, τα οποία για να συναντηθούν δε δίσταζαν να διανύσουν τεράστιες αποστάσεις απλά και μόνο για να δουν το πρόσωπο του ανθρώπου που αγαπούν έστω και για πολύ λίγο χρονικό διάστημα.

Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η δύναμη του έρωτα είναι το στοιχείο της επιθυμίας, να θες δηλαδή πραγματικά να δεις τον άνθρωπο που έχεις ερωτευτεί. Να επιθυμείς να τον αντικρίσεις. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμη, το εναρκτήριο λάκτισμα για να κάνεις ακόμη και τη μεγαλύτερη υπέρβαση -θυσία για να μπορέσεις να δεις το πρόσωπο που αγαπάς.

Ουσιαστικά, οι υπερβάσεις είναι αυτές οι οποίες αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του έρωτα γιατί ο άνθρωπος όταν τολμά να αμφισβητήσει τα δεδομένα και να απλώσει την καρδιά του στο πέλαγος του έρωτα, τότε νιώθει την ακατανίκητη δύναμη της συντροφικότητας και της αγάπης.

Η λέξη «κόλαση» και τα συναφή

Επίσκεψη λέξεων: Τι θα πει «αμοραλισμός», ποια η σημασία του; Η λέξη δεν έχει καταγωγή ελληνική, τη φτιάξαμε από το γαλλικό amoral που σημαίνει, όπως διαβάζουμε στο Robert Micro: «ο ξένος (άσχετος) με την ηθικότητα». Διαφέρει, δηλαδή, ο αμοραλιστής από τον ανήθικο. Ο ανήθικος εναντιώνεται στις αρχές της ηθικής, ενεργεί ενάντια στην ηθική.

Ενώ αμοραλιστής είναι ο αδιάφορος για την ηθική, αυτός που δεν θέτει θέμα διαφοράς του «καλού» από το «κακό», αρνείται να διακρίνει το ηθικό από το ανήθικο.

Σίγουρα ο ορισμός του «καλού» και του «κακού» είναι συμβατικός, προϊόν χρησιμοθηρικής σύμβασης - συμφωνίας. Συνδέεται, ωστόσο, και με μια πραγματιστική εκδοχή όταν διαστέλλει το αληθινό από το ψεύτικο, το γνήσιο από το αλλοτριωμένο. Συχνά, επίσης, συνδέεται στον κοινωνικό βίο το «κακό» με το άλογο, άρα με το ενστικτώδες, το ορμέμφυτο, το κτηνώδες, δηλαδή με τον εγωκεντρισμό, την ιδιοτέλεια. Τότε το «καλό» ταυτίζεται με ό,τι υπηρετεί τις σχέσεις κοινωνίας, ό,τι συνιστά έμπρακτη έγνοια για τη συλλογικότητα, ετοιμότητα αυθυπέρβασης.

Και ας έρθουμε στη λέξη «πρόσχημα».

Επίσκεψη λέξεων: «Πρόσχημα λέμε ό,τι προβάλλεται ως δικαιολογία, την προσπάθεια να κινούνται οι δικαιολογίες σε πλαίσια συμβατικά, δηλαδή να είναι αληθοφανείς, να μην γίνεται προφανές το ψεύδος». Και ποιος ο ορισμός του «συμβατικού», της «συμβατικότητας»; Η λέξη θέλει να ξεχωρίσει αυτό που γίνεται ανεκτό με κοινή συμφωνία - σύμβαση, να το διαστείλει από το κοινά και αυτονόητα αποδεκτό. Σε μια συλλογικότητα υφίστανται κάποιες άτυπες, σιωπηρές συμφωνίες ανοχής και κατάφασης τυποποιημένων προτύπων συμπεριφοράς με περιστασιακό, χρηστικό χαρακτήρα, προτύπων άσχετων με την ειλικρίνεια και γνησιότητα της συμπεριφοράς.

Το ερώτημα που προετοιμάζει αυτή «η των λέξεων επίσκεψις» είναι συγκεκριμένο και ρεαλιστικό: Η συμβατικότητα, η κυριαρχία των προσχημάτων, ο αμοραλισμός, συνιστούν συμπτώματα που παρακολουθούν παντού και πάντοτε τον λεγόμενο «δημόσιο βίο» μιας κοινωνίας; Είναι μια αναπόφευκτη αναγκαιότητα του δημόσιου βίου; Το ερώτημα ζητάει απάντηση διαπιστωτική και οι διαπιστωτικές αποφάνσεις έχουν πολλή σχετικότητα. Για να είναι στοιχειωδώς έγκυρες προαπαιτείται σοβαρή μελέτη της Ιστορίας αλλά και του επίκαιρου διεθνικού «παραδείγματος» - τελικά συναρτώνται οπωσδήποτε και με την κριτική ευφυΐα, την απροκατάληπτη, του ανθρώπου που τολμάει τη διαπιστωτική απόφανση.

Με όλες τις επιφυλάξεις σχετικότητας και διαψευσιμότητος των διαπιστώσεών της, μια πρώτη απαντητική πρόταση στο παραπάνω ερώτημα θα μπορούσε να ορίζει ότι: Σε κάποιο ποσοστό η συμβατικότητα στον δημόσιο βίο είναι και αναπόφευκτη και υποχρεωτική. Και αυτό επειδή εξασφαλίζει, με το κύρος της κοινής συναίνεσης - σύμβασης, το χρηστικό ελάχιστο του σεβασμού που απαιτείται για τους δεσμούς των κοινωνικών λειτουργημάτων και για τους λειτουργούς των θεσμών. Το να πειθαρχούμε στις συμβατικές οριοθετήσεις τόσο της γλώσσας όσο και της συμπεριφοράς, να πειθαρχούμε ειλικρινά ή προσχηματικά, συνειδητά ή από συνήθεια, είναι όρος λειτουργικότητας του δημόσιου βίου, προϋπόθεση για την αποδοτικότητα των θεσμών. Θεσμών που εξασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή και ευρυθμία.

Η συμβατικότητα στον δημόσιο βίο είναι αναπόφευκτη, αλλά σε κάποιο ποσοστό. Το ποσοστό κυριαρχίας της συμβατικότητας κρίνει το επίπεδο μιας κοινωνίας: τη στάθμη καλλιέργειας και ανάπτυξης, την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού, τις ζωτικές προτεραιότητες της θεσμικής οργάνωσης. Από το ποσοστό της συμβατικότητας στον δημόσιο βίο κρίνεται και η παρακμή, η αποδιοργάνωση, ο εκφυλισμός μιας κοινωνίας.

Οπου πλεονάζει κυριαρχικά η συμβατικότητα, οι συμπεριφορές είναι προσχηματικές, αμβλύνονται τα κριτήρια διάκρισης ποιοτήτων, γίνεται αυτονόητη η αναξιοκρατία. Και αυτονόητη αναξιοκρατία σημαίνει κατίσχυση του αμοραλισμού. Οι κοινωνικές προτεραιότητες περιθωριοποιούνται μέχρις εξαφάνισης, η κτηνώδης αλογία του εγωκεντρισμού αναδείχνεται πρότυπο βίου. Χάνεται ή και χλευάζεται η διάκριση «καλού» και «κακού», ηθικού και ανήθικου, γνησιότητας και αλλοτρίωσης. Η κυριαρχία της συμβατικότητας στον δημόσιο βίο αποδείχνεται σημάδι προχωρημένης, ίσως και μη αναστρέψιμης παρακμής μιας κοινωνίας, τεκμήριο ελαχιστοποίησης και προμήνυμα αφανισμού των προϋποθέσεων συνοχής της συλλογικότητας.

Πότε είναι γόνιμη και αναγκαία η πειθάρχηση στις συμβατικές οριοθετήσεις γλώσσας και συμπεριφοράς και πότε εκφαυλιστική και παρακμιακή; Προφανέστατα είναι λειτουργική η συμβατικότητα όταν συνειδητά υπηρετεί τις σχέσεις κοινωνίας και καταστροφική όταν διευκολύνει την ιδιοτέλεια, τον αντικοινωνικό ατομοκεντρισμό. Θεσμικά (δηλαδή πολιτικά, με κανονιστικές διατάξεις) να οριοθετηθεί η διάκριση και διαφορά, μοιάζει μάλλον αδύνατο. Μόνο έμμεση μπορεί να είναι η πολιτική παρέμβαση: μέτρα για τη συνεχή αναβάθμιση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας - απόλυτη προτεραιότητα της εκπαίδευσης, κοινωνικός έλεγχος των ΜΜΕ, άτεγκτη αξιοκρατία σε κάθε πτυχή λειτουργίας του κράτους. Τέτοιες έμμεσες παρεμβάσεις «χτίζουν» προοδευτικά την απροσδιόριστη αλλά καθολική «αίσθηση» ορίων της γόνιμης και της νεκρωτικής (της κοινωνικής και της αντικοινωνικής) συμβατικότητας.

Μιλάμε για νέκρα, όταν ο λόγος στο κοινοβούλιο είναι κατά 99,9% συμβατικός και σπάνια, σπανιότατα ανιδιοτελής και γνήσιος. Όταν και εκτός κοινοβουλίου ο πολιτικός λόγος είναι απόλυτα υποταγμένος στην προτεραιότητα δημιουργίας εντυπώσεων. Όταν τα κομματικά συνέδρια, αντί να παράγουν πολιτικό προβληματισμό, ξεπέφτουν σε μικρονοϊκή και εξευτελιστική στη συμβατικότητά της ρητορεία. Όταν οι επιφορτισμένοι με την ευθύνη εκπροσώπησης της αγωνίας και της πίκρας του λαού χειροκροτούν όρθιοι, σαν ευτελείς λακέδες, ολίγιστους θλιβερούς στην ανεπάρκειά τους ηγέτες, προϊόντα συμβατικής εξισορρόπησης συμφερόντων.

Νέκρα, όταν τίμιοι άνθρωποι, ευφυείς, με προσχήματα παιδαριώδη και κριτήρια απολύτως αμοραλιστικά, επαινούν, βραβεύουν, χειροκροτούν ατάλαντους καλλιτέχνες, μετριότατους έως και κωμικούς συγγραφείς, επιπόλαιους ή επιδεικτικά χυδαίους δημοσιογράφους, αφόρητης πλήξης και κενότητας θεάματα. Σε κοινωνίες παρακμής οι άνθρωποι φτάνουμε να ψηφίζουμε για άρχοντες και εξουσιαστές μας θλιβερά εκτοπλάσματα της κοινωνικής συμβατικότητας, γιατί έχουμε χάσει την ικανότητα να ξεχωρίζουμε τα πρόσωπα από τα προσωπεία, το πραγματικό από το επίπλαστο.

Αν έχει νόημα η λέξη «κόλαση», σίγουρα σημαίνει τον βασανισμό να ζει κανείς τη μία και μοναδική ζωή του σε κοινωνία που κυριαρχούν η συμβατικότητα, τα προσχήματα, ο αμοραλισμός.

Honoré de Balzac: Το "θέλω" μας καίει, το "μπορώ" μας καταστρέφει

Θα σας φανερώσω με λίγα λόγια ένα μεγάλο μυστήριο της ανθρώπινης ζωής.

Τον άνθρωπο τον εξαντλούν δυο πράξεις που εκπληρώνονται αυθόρμητα και στερεύουν τις πηγές της ύπαρξής του.

Δύο ρήματα εκφράζουν όλες τις μορφές που παίρνουν αυτές οι δύο αιτίες του θανάτου: "θέλω" και "μπορώ".

Ανάμεσα στα δυο αυτά όρια της ανθρώπινης δραστηριότητας, υπάρχει μια άλλη διατύπωση απ' την οποία κυριεύονται οι σοφοί, και που της χρωστάω την ευτυχία και τη μακροζωία μου. · αλλά το "ξέρω" αφήνει τον αδύνατο οργανισμό μας σε μιαν αδιάκοπη κατάσταση γαλήνης.

Έτσι, ο πόθος και η επιθυμία μου είναι μέσα μου νεκροί, σκοτωμένοι από τις σκέψεις.

Η κίνηση και η δύναμη ρυθμίζονται από τη φυσική συμμετρία των οργάνων μου.

Με δυο λόγια, έχω τοποθετήσει τη ζωή μου, όχι στην καρδιά που σπάει, όχι στα νεύρα που εξασθενίζουν, αλλά μέσα στο νου που δεν φθείρεται και που επιζεί πάνω απ' όλα.

Καμιά υπερβολή δεν πλήγωσε ούτε το σώμα μου ούτε την ψυχή μου.

Παρ' όλα αυτά, έχω ιδεί όλον τον κόσμο.

Τα πόδια μου έχουν περπατήσει τα πιο ψηλά βουνά της Ασίας και της Αμερικής, έμαθα όλες τις γλώσσες του κόσμου κ' έχω ζήσει κάτω απ' όλα τα καθεστώτα.

Δάνεισα το χρήμα μου σ' έναν Κινέζο παίρνοντας για ενέχειρο τον πατέρα του, κοιμήθηκα κάτω από την τέντα του Άραβα, εμπιστευμένος στο λόγο της τιμής του, υπόγραφα συμβόλαια σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, κι άφησα άφοβα το χρυσάφι μου στα χωριά των αγρίων· μ' έναν λόγο, πέτυχα τα πάντα γιατί ήξερα να περιφρονώ τα πάντα.

Η μοναδική μου φιλοδοξία ήταν να ιδώ.

Το να βλέπεις, δεν είναι γνώση;

Ω! η γνώση, νέε μου, δεν είναι μια πνευματική απόλαυση;

Τι μένει από την υλική κατοχή ενός πράγματος; μια ιδέα...

Honoré de Balzac, Το μαγικό δέρμα

Οι φίλοι μας ορίζουν τις απόψεις μας

Όλοι μας έχουμε τη τάση να επιλέγουμε για παρέες και φίλους άτομα που έχουν απόψεις που ταιριάζουν με τις δικές μας. Είναι απολύτως λογικό να συμβαίνει αυτό. Αν δεν ταίριαζαν οι ιδέες τους και τα πιστεύω τους με τα δικά μας θα δυσκολευόμασταν να βρούμε κοινά σημεία και έτσι δεν θα μπορούσαμε να έρθουμε κοντά.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχουμε διαφορές με τους φίλους και τις παρέες μας, αλλά πως δεν θα ήταν φίλοι μας αν δεν είχαμε περισσότερα κοινά από ότι διαφορές.

Είναι όμως απαραίτητο, αν θέλουμε να έχουμε μια σφαιρική εικόνα των ανθρώπων και των απόψεων που υπάρχουν γύρω μας, να ερχόμαστε σε επαφή και με άτομα που έχουν διαφορετικές απόψεις από εμάς.

Ξέρω πως είναι δύσκολο και πολλές φορές εκνευριστικό να ακούμε άλλους να αμφισβητούν τις πολύτιμες απόψεις και θέσεις μας, αλλά είναι απαραίτητο αν θέλουμε να θεωρούμαστε σκεπτικιστές και ανοικτόμυαλοι.

Οι λόγοι για τους οποίους πρέπει να κάνουμε το παραπάνω είναι δύο.

Αρχικά είναι σημαντικό να έχουμε ανοικτό μυαλό σε άλλες απόψεις διότι, μπορεί να κάνουμε λάθος!

Ναι, μπορεί να κάνουμε λάθος και αν είμαστε περικυκλωμένοι με άτομα που συμφωνούν μαζί μας, τότε μπορεί να μη καταφέρουμε να δούμε το λάθος. Μπορεί μάλιστα να μας πάρει πολύ καιρό να δούμε το λάθος. Αν δεν υπάρχει κανείς να μας πει: «Χμμμ...γιατί το λες αυτό; Μήπως κάνεις λάθος;» τότε θα πρέπει να αμφισβητήσουμε τον εαυτό μας και αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο. Έχοντας άτομα με διαφορετικές απόψεις γύρω μας γινόμαστε πιο τίμιοι.

Ο δεύτερος λόγος είναι διότι βάζουμε ένα πρόσωπο στην «απέναντι πλευρά». Πολύ συχνά ενοχλούμαστε από τις διαφωνίες τόσο πολύ που καταλήγουμε να δαιμονοποιούμε τον φέροντα της άλλης άποψης. Όταν το μόνο που λέμε είναι «αυτός ο άθεος» ή «αυτός ο μνημονιακός» τότε καταλήγουμε να γράφουμε και να διαβάζουμε σχόλια που μόνο περήφανους δεν μας κάνουν.

Αν όμως μέσω αυτής της επαφής γνωριστούμε, θα καταλάβουμε πως αρκετοί από αυτούς είναι άνθρωποι σαν εμάς, που γελάνε και κλαίνε, που ξυπνάν το πρωί με άγχος και κοιμούνται με άγνοιες, που διασκεδάζουν με την οικογένεια και πάνε στο γήπεδο. Χάρη σε αυτή την επαφή καταλαβαίνουμε πως δεν είναι «οι κακοί» της ιστορίας, δεν θέλουν το κακό μας και δεν χρειάζεται να τους σκεφτόμαστε σαν «τον αντίπαλο», την «ανταγωνιστική φυλή».

Μια πρόσφατη έρευνα που έγινε από τη καθηγήτρια κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Μέρυλαντ, Dana Fisher, δείχνει πως όταν περιβαλλόμαστε αποκλειστικά από άτομα με τις ίδιες απόψεις με τις δικές μας, τότε οι απόψεις μας ενισχύονται σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνει πρακτικά αδύνατο να αλλάξουν, ότι δεδομένα ή επιχειρήματα αν δούμε.

Η έρευνα έδειξε επίσης πως όχι μόνο δεν αλλάζουμε τη γνώμη ,ας, αλλά πιστεύουμε πως η γνώμη μας είναι και η πιο δημοφιλής και διαδεδομένη. Αφού δεν ακούμε τίποτα διαφορετικό, όχι μόνο καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως όλοι οι άνθρωποι σκέφτονταν σαν εμάς, αλλά και πως η επιστήμη συμμερίζεται την άποψή μας.

Η επιστημονική θέση είχε γίνει πλέον θέμα προσωπικής άποψης, αντί για το αντίθετο.

Αν και η έρευνα που αναφέρω έγινε πάνω στο θέμα της παγκόσμιας υπερθέρμανσης, νομίζω πως τα ίδια ισχύουν σε πολλές ακόμα περιπτώσεις.

Σήμερα, με τη χρήση του Facebook, συστηματικά μπαίνουμε σε γκρουπ που συμφωνούν με τις απόψεις μας. Δεν λέω πως αυτό είναι κακό, αλλά με αυτό τον τρόπο δημιουργούμε ένα περιβάλλον για τον εαυτό μας «αποστειρωμένο» από διαφορετικές θέσεις και απόψεις και έτσι απλώς πέφτουμε στη παγίδα να πιστεύουμε πως έχουμε δίκιο, δεν κάνουμε λάθος και οι άλλοι είναι χαζοί.

Πως θα αποφύγουμε την αυτοπαγίδευση;

Να ακούμε την άλλη πλευρά της διαφωνίας όσο πιο συχνά μπορούμε. Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνήσουμε, αλλά η συστηματική έκθεση σε διαφορετικές γνώμες μπορεί να μας βοηθήσει να μην πέφτουμε τόσο συχνά στις παγίδες που στήνουμε στον εαυτό μας και να μας επιτρέψει να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη για τα θέματα που μας απασχολούν.

Δεν λέω βέβαια να ανεχόμαστε τους αγενείς και υβριστές. Σε αυτούς αξίζει άλλη αντιμετώπιση. Μιλάω για τους ευγενείς που απλώς διαφωνούν μαζί μας.

Το πιο σημαντικό πράγμα για όλους όσους θέλουν να πιστεύουν πως είναι σκεπτικιστές είναι να μπορούν να αλλάξουν γνώμη.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη

«Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Γόνιμος είναι και ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος»

Μην αφήσετε να σας κυριέψει στη μοναξιά σας ανησυχία και ταραχή, επειδή νιώθετε μέσα σας έναν αόριστο πόθο να ξεφύγετε απ' τη μόνωσή σας. Ίσα-ίσα, αυτός ο πόθος — αν τον μεταχειριστείτε γαλήνια και στοχαστικά, σα μέσο για κάποιο σκοπό — θα σας βοηθήσει ν' απλώσετε τη μοναξιά σας σε πιο πλούσιο και πιο πλατύ χώρο.

Οι άνθρωποι έχουν βρει για το κάθε τι την ευκολότερη (συμβατική) λύση, την ευκολότερη απ' όλες τις εύκολες λύσεις.

Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Ένας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει νά 'ναι η δυσκολία που το κάτι αυτό παρουσιάζει.

Γόνιμος είναι κι ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος.

Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό νά 'ναι το δυσκολότερο απ' όσα μάς έταξεν η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τ' άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του.

Γι' αυτό κι οι νέοι — που είναι "αρχάριοι" στο κάθε τι — δεν ξέρουν ακόμα ν' αγαπούν: πρέπει να διδαχτούν τον έρωτα. Με όλο τους το είναι, με όλες τους τις δυνάμεις συμμαζεμένες γύρω στην ερημική φοβισμένη καρδιά τους, που οι χτύποι της ψηλώνουν ολοένα, πρέπει να μάθουν ν' αγαπούν.

Ο καιρός όμως της μαθητείας είναι πάντα καιρός μακρόχρονου "εγκλεισμού". Έτσι είναι, για πολύν καιρό, κι ο έρωτας: μοναξιά, ολοένα και πιο έντονη και πιο βαθιά μόνωση.

Έρωτας δε θα πει ν' ανοίγεσαι ευθύς, να δίνεσαι, να ενώνεσαι με κάποιον Άλλον (τι θα ήταν, άλλωστε, η ένωση δυο όντων ακαθόριστων ακόμα, ατέλειωτων, ανοργάνωτων;)˙ είναι μια σπάνια ευκαιρία για να ωριμάσεις, ν' αποχτήσεις μιαν υπόσταση δική σου, να γίνεις εσύ ένας ολόκληρος Κόσμος, για χάρη κάποιου άλλου, αγαπημένου προσώπου˙ είναι μια υψηλή, ακράτητη αξίωση, που σε χρίζει εκλεκτό της και σε σπρώχνει προς τ' απέραντα πλάτη.

Μόνο έτσι θά 'πρεπε να μεταχειρίζονται οι νέοι τον έρωτά τους: σαν ένα καθήκον που τους υποχρεώνει να εργάζονται αδιάκοπα στο μέσα τους κόσμο ("ν' ακρομάζονται και να σφυροκοπάνε νύχτα-μέρα").

Δεν είναι ακόμα ώριμοι για το δόσιμο του εαυτού τους, για την εγκατάλειψη και το σβήσιμό τους μέσα σ' ένα άλλο άτομο, για οποιοδήποτε τρόπο Ένωσης. (Πρέπει, πρώτα, και για πολύν-πολύν καιρό, να μαζεύουν και να θησαυρίζουν ολοένα.)

Η Ένωση αυτή, το δόσιμο αυτό, είναι το στερνό σκαλοπάτι˙ ίσως η ανθρώπινη ζωή να μη μπορεί ακόμα να το χωρέσει.

Εδώ όμως λαθεύουν οι νέοι τόσο συχνά και τόσο βαριά: ορμάνε ακράτητοι ο ένας προς τον άλλον, όταν τους αγγίξει η αγάπη (είναι στη φύση τους να μη μπορούν να περιμένουν), σκορπίζονται εδώ κι εκεί, ενώ η ψυχή τους είναι γεμάτη ακεφιά, ακαταστασία και ταραχή...

Για τους ανθρώπους ο έρωτας δεν είναι παρά μια απόλαυση, τον κατάντησαν λοιπόν κάτι εύκολο και φτηνό, ακίνδυνο και σίγουρο, όμοιο με τις απολαύσεις τών δρόμων.

Αλήθεια, πόσοι και πόσοι νέοι στάθηκαν ανίκανοι να βρουν το σωστό δρόμο τής αγάπης, για πόσους τα σύνορα τού έρωτα σταματάνε στο εύκολο, βιαστικό δόσιμο του εαυτού τους! (Οι περισσότεροι, άλλωστε, δε θα προχωρήσουν — σίγουρα — πιο πέρα από κει.)

Νιώθουν, πολλοί, να λυγίζουν κάτ' απ' το βάρος αυτού τού λάθους και πασχίζουν να κάνουν βιώσιμη και γόνιμη, με το δικό τους προσωπικό τρόπο, την κατάσταση αυτή όπου βρέθηκαν ριγμένοι.

Η φύση τους τούς λέει πως τα προβλήματα του έρωτα — λιγότερο από άλλα, που είναι το ίδιο σημαντικά — δε μπορούν να λυθούν σύμφωνα με τούτον ή εκείνον το γενικό κανόνα που εφαρμόζεται σ' όλες τις περιπτώσεις˙ νιώθουν πως τα προβλήματα αυτά — άμεσα προβλήματα ανθρώπου προς άνθρωπο — χρειάζονται, για κάθε περίπτωση, καινούρια, ιδιαίτερη, αποκλειστικά προσωπική απάντηση.

Πώς όμως αυτοί — μια και μπερδεύτηκαν πια έτσι αναμεταξύ τους που δεν ξεχωρίζουν ο ένας απ' τον άλλον, μια και δεν έχουν πια τίποτα Δικό τους — πώς θα μπορούσαν να βρουν μέσα τους κάποιαν έξοδο, για να ξεφύγουν απ' την άβυσσο όπου έχει βουλιάξει η μοναξιά τους;

Έρημοι κι αβοήθητοι, πορεύονται στα τυφλά κι ο ένας κι ο άλλος. Σκορπάνε τις καλύτερες δυνάμεις τους για να γλιτώσουν από συμβατικότητες όπως ο γάμος, και πέφτουν σ' άλλες συμβατικές λύσεις, λιγότερο χτυπητές, το ίδιο όμως θανάσιμες. Επειδή μονάχα για συμβατικότητες είναι άξιοι. Ό,τι βγαίνει απ' αυτές τις βιαστικές κι ανυπόμονες, θολές και ταραγμένες ενώσεις, είναι πάντα συμβατικό. Κάθε σχέση που είναι καρπός αυτής της πλάνης έχει κάτι το συμβατικό, ακόμα κι αν είναι ασυνήθιστη (ή, όπως λέει ο κόσμος, ανήθικη). Κι ο χωρισμός ακόμα θά 'ταν μια συμβατική χειρονομία, μια απρόσωπη τυχαία απόφαση, αδύναμη κι άκαρπη.

Οι γυναίκες — που μέσα τους κατοικεί μια ζωή πιο αυθόρμητη, πιο γόνιμη, γεμάτη από περισσότερη εμπιστοσύνη — είναι, σίγουρα, πιο ώριμες, πιο "ανθρώπινες" απ' τον άντρα — το φαντασμένο κι ανυπόμονον αρσενικό, που καταφρονάει ό,τι νομίζει πως αγαπάει, επειδή δε γνώρισε ποτέ την τραχιά καρποφορία τών σπλάχνων, που θα του ξάνοιγε (όπως στη γυναίκα) τα μυστικά βάθη τής ζωής.

Αυτή η "ανθρωπιά" τής γυναίκας, ωριμασμένη μέσα στον πόνο και την καταφρόνια, θα βγει στο φως τής μέρας, όταν η γυναίκα λυτρωθεί απ' τις κοινωνικές συμβατικότητες, όπου την καταδικάζει η αποκλειστικά θηλυκή υπόστασή της. Κι οι άντρες, που δε νιώθουν ακόμα σήμερα πως η ώρα αυτή ζυγώνει, θα ξαφνιαστούν με τον ερχομό της και θα νικηθούν.

Δεν αργεί η μέρα (σίγουρα σημάδια το μαρτυράνε κιόλας, προπάντων στις χώρες του βορρά), δεν αργεί η μέρα που η Νέα Κοπέλα θα υπάρξει, η Γυναίκα θα υπάρξει˙ που οι λέξεις "νέα κοπέλα" και "γυναίκα" δε θα σημαίνουν πια μονάχα το αντίθετο του αρσενικού, μα κάτι ξεχωριστό, που θά 'χει δική του αξία κι υπόσταση, κάτι που δε θά 'ναι απλό συμπλήρωμα άλλου, μα ολοκληρωμένη μορφή τής ζωής και της ύπαρξης — : η γυναίκα-γνήσιος άνθρωπος.

Αυτή η πρόοδος (ενάντια στη θέληση του άντρα, που θα μείνει, στην αρχή, πίσω) θα μεταμορφώσει ριζικά την ερωτική ζωή, πλημμυρισμένην από τόσες πλάνες σήμερα:

Ο έρωτας δε θά 'ναι πια σχέση άντρα με γυναίκα, αλλά Ανθρώπου με Άνθρωπο˙ θα στέκει πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση (γεμάτος άπειρη απαλότητα και σεβασμό, καλός και καθάριος σε όλα κείνα που σμίγει και χωρίζει).

Θά 'ναι ο έρωτας που προετοιμάζουμε μ' αγωνία και μόχθο: δυο Μοναχικοί Άνθρωποι, που θα προστατεύουν, θα συμπληρώνουν, θα περιορίζουν και θα σέβονται ο ένας τον άλλον.

Και τούτο ακόμα: Μη νομίσετε πως χάθηκε ο μεγάλος έρωτας που σας κυρίεψε κάποτε στα εφηβικά σας χρόνια˙δε μέστωσαν, τότε, εντός σας τρανοί κι ευγενικοί πόθοι και σχέδια που, σήμερα ακόμα, τροφοδοτούν τη ζωή σας;

Πιστεύω πως αυτός ο έρωτας μένει έτσι άφθαρτος και δυνατός μέσα στη θύμησή σας, επειδή στάθηκε η πρώτη σας βαθιά μόνωση, ο πρώτος εσώτερος μόχθος που κάνατε στη ζωή σας.»

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή

Να κοιτάς κατάματα την καταιγίδα

Όλοι μας έχουμε περάσει κακές μέρες, χρόνια, περιόδους… Ο καθένας από εμάς γνωρίζει τι τον τρομάζει, τι τον κάνει να τρέμει και μόνο στην ιδέα να το αντιμετωπίσει ξανά. Ακόμα και αν το ξεπεράσαμε, όταν θα αρχίσει να έρχεται ξανά, το μυαλό θολώνει, η καρδιά παγώνει και το βλέμμα σου γίνεται πάλι σκοτεινό. Βλέπεις την καταιγίδα να έρχεται! Κοιτάς τους κεραυνούς. Βλέπεις τα σύννεφα να πλησιάζουν. Έχεις μυρίσει ήδη το χώμα που ζητάει τη βροχή.

Όσο και αν προσπάθησες, όσο και αν το ξεπέρασες, αυτό που σε φοβίζει θα είναι ακόμα εκεί, έτοιμο να σε κατασπαράξει ξανά! Έτοιμο να μουδιάσει το εγώ σου… Έτοιμο να κάνει τη σκιά σου να εξαφανιστεί! Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις αν το ξεπέρασες, αν δεν εμφανιστεί ξανά μπροστά σου… Τότε μόνο θα μπορείς να δεις την αλήθεια! Και αν σου έφυγε ο φόβος όλα καλά. Αν έχει μείνει ακόμα, πως μπορείς να τον αφήσεις;

Δεν είναι εύκολο να ξεπερνάς τις φοβίες σου! Για να υπάρχουν στη ζωή σου, κάποιος τις έβαλε εκεί, κάπως μπήκαν στην ψυχή σου, την σκοτείνιασαν και κατοικούν εκεί. Δεν είναι εύκολο να τις διώξεις από το ¨σπίτι¨ τους. Έχουν γίνει πια ένα με εσένα, αλλά δεν είσαι εσύ. Είναι σωρεία άσχημων συναισθημάτων που εγκαταστάθηκαν εκεί, όσο εσύ τις άφησες στα αθώα σου τα χρόνια!

Η ψυχή η γαλήνια, η καθαρή, η διάφανη, είναι η πιο ευάλωτη από όλες, καθώς στην προσπάθειά της να αντέξει και να σώσει, δέχεται πολλαπλά χτυπήματα που όσο και να μην το θέλει την λυγίζουν, την μαυρίζουν!

Μα ποτέ δεν θα μπορέσουν να την αδειάσουν. Πάντα θα υπάρχει μέσα της αγάπη, ελπίδα, δύναμη, θέληση, χαρά, ζωντάνια και θάρρος! Είναι η πιο ευάλωτη, αλλά όχι και η πιο αδύναμη! Αντιθέτως είναι η πιο δυνατή από όλες! Γι’ αυτό δέχτηκε, γι’ αυτό άντεξε, γι’ αυτό άλλαξε. Γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται. Είναι καθαρή και ξέρει πως δεν θα αλλοιωθεί ότι και να γίνει. Αυτή την ψυχή έχουν και οι άνθρωποι που φοβήθηκαν! Αγνή. Καθάρια. Δυνατή. Άφησαν να μπουν μέσα τους τα πάντα, γιατί είχαν θάρρος. Δεν πίστεψαν ποτέ πως θα αλλάξουν, πως θα πονέσουν., πως θα απογοητευτούν!

Γιατί τι είναι ο φόβος; Συσσωρευμένες απογοητεύσεις της ψυχής σου, από την πίστη σε ακατάλληλες ψυχές!

Τι φοβάσαι; Έναν άνθρωπο, ένα συναίσθημα, ένα πράγμα, μία κατάσταση ή κάτι άλλο; Φοβάσαι να το ξαναζήσεις; Ή φοβάσαι να έρθει πάλι η ψυχή σου αντιμέτωπη με αυτή την κατάσταση;

Ότι και αν είναι αυτό, ότι και αν φοβάται η ψυχούλα σου, η λύση δεν είναι να φοβάσαι… Όσο απλό και αν ακούγεται, η μόνη λύση για να το ξεπεράσεις είναι να το αντιμετωπίσεις μέχρι το κόκκαλο! Να το ζήσεις ξανά, να μπεις πάλι σε αυτό, να το κοιτάς στα μάτια. Μόνο τότε θα δεις αν έφυγε ο φόβος ή αν είναι ακόμα εκεί. Ακόμα καλύτερα θα δεις εάν τελικά ο φόβος ήταν αντάξιος του χαμένου σου χρόνου! Τότε θα καταλάβεις… Μην φοβάσαι να το ζήσεις πάλι! Δεν πρέπει να φοβάσαι να το αντιμετωπίσεις!

Να κοιτάς την καταιγίδα κατάματα όταν έρχεται! Να μην χρησιμοποιείς ¨υπόστεγα¨ και ¨ομπρέλες¨. Να πέφτεις καταπάνω της, να την νιώσεις, να περπατήσεις μέσα σε αυτή, να νιώθεις τη βροχή, τη μυρωδιά, να αναπνέεις. Να το ζεις! Μόνο τότε θα την δεις καθαρά έτσι όπως είναι. Θα την γνωρίσεις… Θα την καταλάβεις… Πρέπει να πέσεις καταπάνω της ή ακόμα καλύτερα να ¨βγεις από πάνω της¨.

Κάνε το όπως οι αετοί! Όταν βρέχει, δεν ψάχνουν υπόστεγο όπως τα άλλα πουλιά. Πετάνε πάνω από τα σύννεφα….

Και να είσαι σίγουρος πως ποτέ ξανά δεν θα είναι το ίδιο για σένα! Θα είσαι πιο δυνατός… Θα το έχεις αντιμετωπίσει…. Μην κρύβεσαι… Βγες έξω στη ¨μάχη¨….

Κάπως έτσι γίνεται και με τον φόβο! Πρέπει να τον κοιτάς κατάματα, να μη διστάσεις να τον αντιμετωπίσεις ξανά! Μόνο έτσι θα το ξεπεράσεις, θα βγεις πιο δυνατός.

Και που ξέρεις ίσως τον συνηθίσεις και σου φαίνεται απλό. Ίσως πάλι να μην ήτανε τόσο σημαντικό και μεγάλο όσο νόμιζες κάποτε…

Το σημαντικότερο στους δεσμούς είναι η εξέλιξη

Σχεδόν κανείς δε θα μπορούσε να αρνηθεί το ότι ένα απ’ τα σημαντικότερα κίνητρα στη ζωή ενός ανθρώπου είναι ο έρωτας. Μια όμορφη και σωστά δομημένη σχέση μπορεί να μεταμορφώσει τη ζωή σου με τρόπο μοναδικό και να σου προσφέρει μια πηγαία ικανοποίηση που όμοιά της δύσκολα να βρεις κι όχι αποκλειστικά στον ερωτικό τομέα αλλά αντιθέτως σε κάθε πτυχή της ζωής σου.

Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι να διευκρινίσουμε τι καθιστά μια σχέση ικανή να μεταμορφώσει τον τρόπο που ζεις ριζικά και καθολικά. Το πρώτο που θα σκεφτείς είναι ο έρωτας προφανώς. Αφού όμως κλειδώσουμε την ύπαρξη ενός μεγάλου έρωτα ως δεδομένη, ποιο είναι το αμέσως επόμενο καθοριστικό στοιχείο που επιβάλλεται κάθε σχέση να έχει; Η εξέλιξη. Εξέλιξη του καθενός ξεχωριστά, εξέλιξη των δύο που έγιναν ένα, εξέλιξη σε κάθε επίπεδο εντός κι εκτός σχέσης.

Ο άνθρωπος ζει μέσα απ’ την εξέλιξη κι είναι γι’ αυτό προορισμένος. Η πορεία στη σκάλα της ζωής πρέπει πάντα να είναι ανοδική κι όχι καθοδική. Τα βήματα πρέπει να είναι προς τα εμπρός και ποτέ προς τα πίσω. Όσα κατακτούμε κι όσα γνωρίζουμε είναι εκεί για να μας διδάσκουν και να τα κρατάμε στο νου ως εφαλτήριο για τα επόμενα, κι όχι για να επαναπαυόμαστε, να εγκλωβιζόμαστε και να μένουμε στάσιμοι.

Το ίδιο ακριβώς λοιπόν ισχύει και στις σχέσεις μας. Η εξέλιξη είναι το παν. Ο ένας να τραβάει τον άλλο προς τα μπροστά, να του μαθαίνει καινούρια πράγματα, να του αποκαλύπτει μια νέα προοπτική του κόσμου, να τον βοηθά να γνωρίσει όσα δεν ήξερε. Αυτή τη σκάλα της ζωής να την ανεβαίνετε μαζί. Χέρι-χέρι σ’ ένα ταξίδι συναρπαστικό και προσοδοφόρο.

Ο άνθρωπος που έχεις δίπλα σου πρέπει να σε πηγαίνει μπροστά. Να ξεδιπλώνει μπροστά σου όλα εκείνα που ακόμα δεν έμαθες κι ήρθε η ώρα να μάθεις, να σου προσφέρει αυτά που δε φαντάστηκες κι έφτασε ο καιρός να τα κατακτήσεις, να σου ανοίγει ένα παράθυρο που μόνο εκείνος θα μπορούσε και που είναι η στιγμή να αντικρίσεις τη θέα του.

Η φράση «συμπληρώνεις τα κενά μου» είναι αυτή που αποδίδει καλύτερα τη σημαντικότητα της εξελικτικής πορείας δυο ανθρώπων που είναι μαζί. Καθένας από εμάς έχει κάτι να πάρει και κάτι να δώσει. Δίνει όσα έχει κατακτήσει και παίρνει τα κατεκτημένα του άλλου. Κι ακριβώς τότε έχει αγγίξει τη μεγαλύτερη ευτυχία της ζωής.

Όταν μόνο δίνεις ή μόνο παίρνεις κι όταν ούτε δίνεις ούτε παίρνεις αλλά βαλτώνεις και απλώς μοιράζεσαι την ανιαρή ζωή σου με κάποιον, δεν μπορείς παρά να μένεις ανικανοποίητος κι απαράλλαχτος σ’ έναν κόσμο που τα πάντα μεταλλάσσονται.

Αν ο έρωτας γι’ αυτόν που έχεις απέναντί σου δε σε παροτρύνει να μοιραστείς τα λάφυρά σου και δε σε κάνει να ανυπομονείς για τη συνέχεια, δε σε κάνει να διψάς για τις αλήθειες του και τα δικά του λάφυρα, τότε δεν είναι έρωτας.

Έρωτας αληθινός και σχέση ουσιαστική είναι αυτή που κάθε λίγο γυρνάτε μαζί το κεφάλι και βλέπετε πόσα σκαλοπάτια ανεβήκατε ήδη, χωρίς καν να λαχανιάσετε, χωρίς να κουραστείτε και χωρίς να το συνειδητοποιήσετε. Να εξελίσσεστε αβίαστα, να προχωράτε, να πετυχαίνετε το φαινομενικά αδύνατο και να μετράτε κατακτήσεις.

Κάθε μέρα να γνωρίζεις και κάτι νέο, να κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να νιώθεις περήφανος γι’ αυτό που γίνεσαι, να νιώθεις περήφανος γι’ αυτό που γίνεται ο άλλος μέσα από ‘σένα και η σχέση την οποία με κόπο κι αγώνα δομείτε να είναι το πιο όμορφο και σταθερό δημιούργημα του έρωτά σας γιατί τίποτα λιγότερο απ’ αυτό δεν αξίζει σε δύο ανθρώπους που κατάφεραν μαζί να αλλάζουν ξεχωριστά.

Άλλωστε αν κάτι τονίζει το μεγαλείο της συντροφικότητας και του έρωτα έναντι της μοναχικότητας είναι πως μαζί δυο άνθρωποι που τραβούν ο ένας τον άλλον μπροστά φτάνουν πολύ πιο μακριά και κατακτούν πολύ περισσότερα γιατί χαρίζουν ο ένας στον άλλο ολόκληρο τον εαυτό τους. Και τότε εκ νέου φτιάχνουν μαζί δυο νέους εαυτούς που γεννήθηκαν μέσα απ’ την εξέλιξη κι είναι πια δυο μικροί ήρωες.

Ο άνθρωπός σου δεν είναι αυτός που θα σου προσφέρει ένα λιμάνι για ν’ αράξεις όπως πολύ λυρικά και πολύ λανθασμένα λέγεται. Ο άνθρωπος σου είναι εκείνος που θα σου δείξει νέες θάλασσες να ταξιδέψετε μαζί και να δαμάσετε τα κύματά τους.

Πόσο κακό κάνει η αρνητική κριτική στα παιδιά μας;

Σύμφωνα με τις έρευνες μετά από τα εγκλήματα της σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης, η κριτική, η απόρριψη και η εγκατάλειψη αποτελούν τις τρεις τραυματικές εμπειρίες για το άτομο και με τις χειρότερες ψυχολογικές επιπτώσεις σε ένα άτομο. Από αυτά τα τρία, η κριτική είναι η πιο διαδεδομένη και η πιο επαναλαμβανόμενη στην κοινωνική αλληλεπίδραση των ανθρώπων. Κάποιος θα μπορούσε να πει πως η κριτική έχει και τη θετική πλευρά γιατί μας βοηθάει να γινόμαστε καλύτεροι. Μπορεί να ισχύσει όμως αυτό για τα παιδιά;

Ο κλινικός ψυχολόγος Dr. Laurence Smith στο βιβλίο του Criticism-Our disease (Κριτική-Μια Διαταραχή μας), μας λέει πως η κριτική μπορεί να έχει θετικό αποτέλεσμα μόνο όταν το άτομο έχει αποκτήσει την επαρκή ωρίμανση και την ικανότητα να κρατήσει συναισθηματική απόσταση από αυτήν, αλλά και από το άτομο που την ασκεί, έτσι ώστε να εκτιμηθεί θετικά η αξία της. Στην πλειοψηφία, η κριτική γεμίζει το άτομο με αμφιβολίες για αυτό που είναι και συνδέεται σχεδόν πάντοτε με αρνητικά συναισθήματα – κάτι που ισχύει ιδιαίτερα για τα παιδιά δεδομένου ότι δεν έχουν αναπτύξει τη γνωστική ωρίμανση να χειριστούν την κριτική με εποικοδομητικό τρόπο.

Τα είδη της κριτικής που ασκούμε στα παιδιά μας

1. Η «καλοπροαίρετη κριτική»

Οι γονείς αρκετά συχνά είτε άθελά τους, είτε εν αγνοία τους, ασκούν κριτική στα παιδιά «Μην κάνεις αυτό, μην ντύνεσαι έτσι, μη μιλάς με αυτόν τον τρόπο, μην κάθεσαι έτσι, μην κάνεις τέτοια γράμματα, δεν πήρες καλούς βαθμούς». Η κριτική των γονιών μπορεί να είναι τις περισσότερες φορές καλοπροαίρετη και να έχει ως βάση της την ανησυχία και την επιθυμία να γίνει το παιδί καλύτερο σε έναν ανταγωνιστικό και σκληρό κόσμο. Όταν οι γονείς κριτικάρουν τα παιδιά (στην πλειοψηφία τους) πιστεύουν ότι δεν ασκούν κριτική απλά δίνουν συμβουλές και οδηγίες και μπορεί να εκπλήσσονται με τις αντιδράσεις των παιδιών θεωρώντας ότι είναι ανυπάκουα ή απρόθυμα να συνεργαστούν και να επικοινωνήσουν θετικά με τους γονείς.

2. Η κριτική που συνοδεύεται από σύγκριση

«Ο αδελφός σου ο φίλος σου, το τάδε παιδάκι…) είναι καλός, εσύ γιατί δεν διαβάζεις, δεν γράφεις, δεν παίζεις, δεν είσαι τόσο καλός, δεν ακούς;» Η σύγκριση είτε γίνεται άμεσα, είτε γίνεται έμμεσα, είτε γίνεται με το αδελφάκι, είτε με ένα άλλο παιδί, δημιουργεί στο παιδί αισθήματα ζήλιας και αμφιβολίας για τον ίδιο του τον εαυτό. Αλήθεια, εσείς πως θα νιώθατε αν ο σύντροφός σας ασκούσε παρόμοια κριτική και σας σύγκρινε συνεχώς για τις ικανότητες σας ή την εμφάνισή σας;

Οι αρνητικές επιπτώσεις της κριτικής μας στα παιδιά

Η συνεχής αρνητική κριτική έχει σοβαρές επιπτώσεις στην αυτοεκτίμηση, τις ικανότητες, την παραγωγικότητα και στην ευτυχία του παιδιού, δημιουργώντας παράλληλα και πιθανά προβλήματα συμπεριφοράς. Η αρνητική κριτική δυστυχώς επηρεάζει τα παιδιά όχι μόνο στιγμιαία, αλλά μπορεί να έχει μία τρομερή και μόνιμη επίδραση και στην ενήλικη ζωή.

1. Το παιδί που ακούει επανειλημμένα πόσο «κακό» είναι... αρχίζει να νιώθει ανάξιο έχοντας αμφιβολίες για την αγάπη των γονιών του.

2. Το παιδί που δεν λαμβάνει την έμπρακτη αγάπη και αποδοχή από τους γονείς του, συνήθως απευθύνεται σε άλλους για να την πάρει.

3. Όταν ένα παιδί αντιμετωπίζεται με ασέβεια, κριτική διάθεση, και περιφρόνηση, μαθαίνει να φέρεται αντίστοιχα και στους άλλους, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να δημιουργήσει στενές σχέσεις και φιλίες

4. Όταν ένα παιδί δέχεται μόνιμα κριτική μπορεί να απομονωθεί και να παραιτηθεί από ό,τι απαιτεί προσπάθεια και κόπο (πχ. σχολείο, αθλήματα, δραστηριότητες). Απορροφώντας και καταγράφοντας κάθε αρνητικό σχόλιο, πιθανότατα θα μεγαλώσει νιώθοντας πως δεν είναι ποτέ αρκετά καλό και θα δημιουργήσει την πεποίθηση ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει σε τίποτα. Όταν το παιδί δημιουργεί αυτήν την εικόνα για τον εαυτό του, το πιθανότερο είναι ότι θα υποφέρει στο μέλλον τόσο συναισθηματικά, όσο κοινωνικά και επαγγελματικά.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;

1. Επαινέστε τα παιδιά σας

Τα παιδιά έχουν τεράστια ανάγκη και επιθυμία να κερδίζουν τον έπαινο, την έγκριση και την αποδοχή των γονιών τους και θέλουν να τους κάνουν περήφανους. Το κλειδί για να διαμορφωθεί μια καλή σχέση γονιού και παιδιού είναι ο σεβασμός και η επικοινωνία. Οι γονείς πριν βιαστούν να διαμορφώσουν κρίση και άποψη είναι πολύ σημαντικό να ακούν ουσιαστικά τα παιδιά. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να συμφωνούν με ό,τι πει το παιδί ή να ενδίδουν σε παράλογες απαιτήσεις.

2. Ακούστε τα

Όταν οι γονείς ακούν τα παιδιά θα πρέπει να κάνουν μια πραγματική προσπάθεια να κατανοήσουν και εκτιμήσουν την άποψη του παιδιού και να αναγνωρίσουν ποιο είναι το σωστό από αυτά που λέει πριν επισημάνουν το λάθος.

3. Επικοινωνήστε μαζί τους

Τα παιδιά επιζητούν τη θετική επικοινωνία με τους γονείς τους όπως επιζητούν και το παιχνίδι. Αναζητήστε χρόνο μέσα στην ημέρα για συζήτηση με το παιδί έτσι ώστε να έχει την ευκαιρία να μιλήσει για αυτά που το απασχολούν και το προβληματίζουν. Έρευνες δείχνουν ότι οι γονείς που ακούν και επιτρέπουν το διάλογο με τα παιδιά τους, επηρεάζουν άμεσα και θετικά τη διάθεση και τη συμπεριφορά των παιδιών.

4. Δείξτε τους πόσο υπερήφανοι είστε γι΄ αυτά

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανταμοιβή και ευτυχία για τα παιδιά, όταν βλέπουν τους γονείς τους να χαμογελούν και να νιώθουν περήφανοι, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι οι αιτία που προκαλούν αυτά τα συναισθήματα. Μειώστε λοιπόν την κριτική, και δώστε απλόχερα την αποδοχή και την αγάπη σας!

Την επόμενη λοιπόν φορά που θα ασκήσετε σκληρή κριτική στα παιδιά σας, θυμηθείτε το υπέροχο διάσημο ποίημα του Βρετανού φιλόσοφου Μπέρτραντ Ράσελ:

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κριτική, μαθαίνει να κατακρίνει

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην έχθρα, μαθαίνει να καυγαδίζει.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ειρωνεία, μαθαίνει να είναι ντροπαλό.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ντροπή, μαθαίνει να αισθάνεται ένοχο.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κατανόηση, μαθαίνει να είναι υπομονετικό.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στον έπαινο, μαθαίνει να εκτιμά.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην δικαιοσύνη, μαθαίνει να είναι δίκαιο. Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ασφάλεια, μαθαίνει να πιστεύει.

Αν ένα παιδί ζει μέσα σε επιδοκιμασία, μαθαίνει να έχει αυτοεκτίμηση.

Αν ένα παιδί ζει μέσα σε παραδοχή και φιλία μαθαίνει να βρίσκει την αγάπη μέσα στον κόσμο.

Το ισχυρότερο εφόδιό μας είναι το μυαλό. Ο τρόπος που το χειριζόμαστε όμως, το κάνει όπλο ή εργαλείο

Το μυαλό είναι το ισχυρότερο όπλο. Ούτε τα χρήματα, οι διασυνδέσεις, η ομορφιά, τα όπλα αλλά το μυαλό. Με αυτό δημιουργεί και καταστρέφει κανείς κατά βούληση. Είναι ικανό για όλα και αποδεικνύεται διαχρονικά μέσα από διάφορους τομείς.

Είναι όμως ένα όπλο, το οποίο αν δεν χειριστεί σωστά, η κάννη του θα κοιτάει τον ιδιοκτήτη, ενσκήπτοντας καθολικά στη ζωή του. Με σωστή διαχείριση καταρρίπτει όρια, πεποιθήσεις και δημιουργεί πέρα από τη φαντασία.

Είναι ένα πολυμορφικό όπλο καθώς γίνεται ξίφος και διαπερνά πλάνες φτάνοντας στην αλήθεια, γίνεται βόμβα που ισοπεδώνει κάθε αντίπαλό του, άλλοτε γίνεται μαστίγιο που βασανίζει τον φορέα του. Ιδιαίτερο εργαλείο, δεν υπάρχει όμοιό του. Ανεξερεύνητο, κανείς δεν χρησιμοποίησε ποτέ όλη την ισχύ του ή τουλάχιστον έτσι λένε, κανείς δεν ξέρει.

Χρησιμοποίησέ το σωστά και θα γίνει εργαλείο σου, επίβαλλέ του πότε να μιλά και πότε όχι, βρίσκεται μέσα σου, άρα είναι υπό τον χειρισμό σου. Μην ξεγελιέσαι όμως, θέλει τέχνη ο χειρισμός του, μαεστρία, υπομονή, πείσμα και ισχυρή θέληση.

Να το εξασκείς στη σκέψη, ακόμα κι αυτή εξάσκηση θέλει, να του υποδεικνύεις πού να κοιτάει και πού όχι. Παρά το γεγονός ότι σου ανήκει, πολλές φορές λειτουργεί ανεξάρτητα, γι’ αυτό θέλει ιδιαίτερη φροντίδα. Με τον καιρό θα δεις, θα υπάρχει περισσότερη αρμονία στο μυαλό σου, ροή, τάξη, ησυχία, ευχάριστα μουδιάσματα. Μην του βάζεις όρια στις δυνατότητές του, δεν τις ξέρεις ούτε εσύ, ούτε κανείς, καλείσαι όμως να τις ανακαλύψεις, με τον καιρό.

Υπάρχει μια λεπτή γραμμή, μεταξύ σωστής και λάθους χρήσης, μεταξύ εργαλείου και όπλου. Αν το τροφοδοτείς με αρνητισμό, θα παράγει ακόμα περισσότερο, αν το αφήσεις ανεξέλεγκτο ίσως συλλάβει μια ιδέα καθόλου ευχαρίστηση για σένα.

Είναι ικανό να σε παραλύσει, να σκέφτεται συνεχώς δίχως την θέλησή σου, να σεναριοθετεί τα χειρότερα για το μέλλον, να μαστιγώνει με το παρελθόν. Μπορεί να σου βάλει όρια, να μεγεθύνει φόβους και όλα αυτά επειδή δεν το διαχειρίστηκες σωστά.

Δούλεψε πάνω του, δούλεψε μέσα σου, στο κεφάλι σου. Μας έμαθαν πως να γεμίζουμε το μυαλό με γνώσεις αλλά δεν μας έμαθαν την διαχείρισή του, λες και το απαραίτητο στο αυτοκίνητο είναι να ξέρεις να βάζεις βενζίνη και όχι η οδήγησή του.

Το μυαλό σου είναι παντοδύναμο, μένει να δεσμευτείς στην εκμάθησή του, παρότι είναι δικό σου, δεν γνωρίζεις βασικές αρχές του. Ασχολήσου με αυτό και επέλεξε τι θες να είναι για σένα, εργαλείο ή όπλο αυτοκαταστροφής. Ό,τι αρνητικό ή θετικό και να σου φέρει, να θυμάσαι εσύ ήσουν που έδωσες το έναυσμα. Σε όλες τις περιπτώσεις ο υπαίτιος είσαι εσύ, γιατί είναι το μυαλό σου και είναι παντοδύναμο.

Τίποτα μεγάλο στον κόσμο δεν έγινε δίχως πάθος

Δοκιμάσατε μια φορά κι εσείς ένα παράφορο πάθος, ερωτευτήκατε ποτέ τρελά; Αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη διέγερση που μπορεί να νιώσει στη ζωή του ο άνθρωπος. Τότε χάνει τη ψυχραιμία του, αφήνεται να παρασυρθεί, είναι εντελώς «εκτός εαυτού». Ας πάρουμε για παράδειγμα τον ήρωα του Σαίξπηρ, Οθέλλο. Δε θα υπήρχε καμιά τραγωδία αν δεν είχε δείξει τέτοιον απόλυτο έρωτα για τη Δυσδαιμόνα κι αν δεν είχε ανταποκριθεί κι εκείνη.

Η ιστορία μάς ενδιαφέρει τη στιγμή που αυτός ο λογικός άντρας και νικηφόρος στρατηγός ξεχνά όλες του τις ικανότητες και χάνει εντελώς το μυαλό του, ενώ ο παράφορος έρωτάς του για τη Δυσδαιμόνα τον κάνει να χάσει κάθε ισορροπία και προκαλεί σύγχυση στα αισθήματά του. Η αληθινά τερατώδης εξέλιξή του, η οποία τον μετατρέπει από φυσιολογικό άνθρωπο σε ψυχωτικό, τον ρίχνει στην παραφροσύνη. Κάποιες ασήμαντες ενδείξεις -εκείνη η μυστηριώδης ιστορία για ένα μαντίλι, την οποία του ψιθυρίζει στ’ αυτί ένας φαύλος άνθρωπος, ο Ιάγος – του προκαλούν μια λύσσα που τον γεμίζει με φοβερό πόνο. Ένα πάθος, που στην εξέλιξή του τον κάνει να στραγγαλίσει με τα ίδια του τα χέρια την εύθραυστη και άτυχη Δυσδαιμόνα. Τότε ο Οθέλλος πέφτει σε πλήρη απελπισία, γιατί μόλις πριν μια στιγμή είχε σκοτώσει το πλάσμα που αγαπούσε περισσότερο από καθετί άλλο στον κόσμο. Εδώ μπορούμε πράγματι, να βεβαιώσουμε ότι δεν ήταν κύριος του πάθους του (ο Μονταίνι είπε κάποτε:” Η ομορφιά δε σε μαγεύει, σε τρελαίνει”), ότι βουλιαξε στη φουσκονεριά των αισθημάτων του. Μπορούμε τώρα να ρωτήσουμε αν αυτός ο παράφορος έρωτας δικαιολογεί πλήρως την πράξη του που προκάλεσε το θάνατο της αγαπημένης του. «Ήταν κάτι δυνατότερο από μένα!» «Δε γινόταν αλλιώς!» «Δεν το ‘κανα επίτηδες!» Ο παράφορα ερωτευμένος ξαναγίνεται εδώ μικρό κακομαθημένο παιδί που ενεργεί κατά το κέφι του, κι αφού κάνει μια μεγάλη βλακεία, λέει: «Δε φταίω εγώ!» Εδώ η ζήλια είναι το κατεξοχήν κατώτερο αίσθημα, που κάνει τον παθιασμένα ερωτευμένο εγκληματία, τον ήρωα δολοφόνο.

«Τα πάθη δεν είναι από μόνα τους καλά ή κακά». Επομένως, εμείς τα κάνουμε καλά ή κακά όταν τα στρέφουμε σε ορισμένες κατευθύνσεις (όπως τον έρωτα για την επιστήμη, για την αλήθεια ή για την ανθρωπότητα) ή όταν αφηνόμαστε απερίσκεπτα να παρασυρθούμε από τον εγωισμό μας και παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μας. «Ο άνθρωπος είναι ένα ανώφελο πάθος» ισχυρίζεται ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Ο παθιασμένος άνθρωπος αναπτύσσει μια εντελώς προσωπική λογική, με την οποία συνδέει τη μεγαλομανία με τη μανία καταδιώξεως. Είναι ένας αρρωστημένα μεγαλομανής. Γι’ αυτόν τίποτα δε μετράει περισσότερο απ’ το πάθος του. Ο Σταντάλ είπε κάποτε: «Ο άνθρωπος αυτός κρυσταλλώνει όλες τις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής γύρω από το πάθος του, ώσπου βυθίζεται σ’ έναν κόσμο πέρα από κάθε τάξη, όπου τίποτε πια δεν έχει νόημα». Ο ερωτευμένος κάνει τη μύγα βόδι, επειδή καταχωρεί όλα όσα δικαιολογεί η ζήλια του, αφήνοντας όλα τα άλλα έξω, και στηρίζει εικασίες πάνω σε μια εύθραυστη βάση, που η προφανώς γελοία δομή της συγκαλύπτει την αδυναμία.

Τότε το λογικό δεν μπορεί να κάνει τίποτε απέναντι στο πάθος: ο λογικός άνθρωπος που κυριεύεται από πάθος, πέφτει ξαφνικά σε παραλήρημα κι είναι ανίκανος να εκφέρει οποιαδήποτε λογική κρίση. Κολυμπάει μέσα στον ανορθολογισμό. Ο ψυχαναλυτής Ντανιέλ Λαγκάς είπε: «Εκεί όπου γίνεται λογική υπάρχει έρωτας», Πράγματι, ο γάμος που γίνεται με βάση τη λογική, δεν είναι γάμος από πάθος εξ ορισμού. Γι’ αυτό υπάρχει και η ιδέα ότι δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε από τα πάθη μας, ότι μπορούν να μας κυριεύσουν, ότι δεν μπορούμε να τα συγκρατήσουμε, ότι είμαστε θύματα ή δούλοι τους.

Πρέπει να κάνουμε μια χαρακτηρολογική διάκριση ανάμεσα στους παθιασμένους ανθρώπους και στους λογικούς, φλεγματικούς, αδρανείς ή και ψυχρούς, αδιάφορους και αναίσθητους ανθρώπους, που κρατούν τις αποστάσεις τους απέναντι σε συμβάντα, αισθηματικές καταστάσεις ή πάθη. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει πρόβλημα. Μπορούν να φρενάρουν την κατάλληλη στιγμή. ‘Έχουν έλεγχο τον εαυτού τους, αντιστέκονται, δεν «αφήνονται» ποτέ. Στο ερώτημα αν ο έρωτας δικαιολογεί τα πάντα, απαντούν μ’ ένα κατηγορηματικό «όχι», και διαβεβαιώνουν ότι μπορούμε και οφείλουμε να είμαστε κύριοι των παθών μας. Μια προσπάθεια της θέλησης το πετυχαίνει αυτό. Με θάρρος και δυνατό χαρακτήρα μπορεί να αναχαιτιστεί κάθε παρόρμηση. Ο Καρτέσιος, για τον οποίο η θέληση είναι απεριόριστη, λέει πως αρκεί να αποφασίσουμε να φρενάρουμε τα πάθη μας, όποτε και όπως θέλουμε. Το πάθος όμως που αναχαιτίζεται από μια πράξη θέλησης δεν παύει να ‘ναι τέτοιο; Οι αληθινά παθιασμένοι άνθρωποι δεν είναι ποτέ λογικοί, αποσταστοποιημένοι ή ψυχροί· είναι εξημμένοι, ζωηροί, βρίσκονται σε αναβρασμό. Ποτέ δεν μπορούν να πνίξουν μια μεγάλη κρίση του πάθους τους, κάνοντας απλώς μια προσπάθεια με τη θέληση και το νου τους. Ο Πασκάλ επισημαίνει τις «φοβερές συνέπειες του πάθους», οι οποίες «προβληματίζουν όλη τη γη, βασιλιάδες και στρατούς, κι όλο τον κόσμο».

Όλη η προσπάθεια τριών χιλιάδων χρόνων φιλοσοφικού στοχασμού, από τον Σωκράτη και τους Στωικούς ως τον Σαρτρ και τον Καμύ, σχετίζεται με τη θέληση να υπερνικηθούν τα πάθη γενικά και το ερωτικό πάθος ειδικότερα, έτσι ώστε να μετασχηματιστούν τα «ανώφελα πάθη» μας σε αποφάσεις δράσης.

Απ’ αυτή την άποψη, τίποτα δεν είναι λιγότερο φιλοσοφικό από το ερωτικό πάθος, με το οποίο χάνει κανείς τον εαυτό του. Αν μπορέσει κανείς να διοχετεύσει την ορμή του πάθους του, για να τη χρησιμοποιήσει με επωφελή τρόπο στην καθημερινή ζωή, στο επάγγελμα, στην καλλιτεχνική ή λογοτεχνική δημιουργία, στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, των εθνών και των λαών, αν μπορέσει να μετατρέψει τον έρωτα για ένα άτομο σε μεγάλο έρωτα για την ανθρωπότητα, για την αλήθεια, αν μπορέσει να μετατρέψει τη μικρή, εφήμερη κλίση σε μεγάλο καθολικό πάθος, τότε και μόνο θα γίνει κύριος των παθών του και θα πετύχει έναν από τούς σημαντικότερους στόχους της φιλοσοφία. Έτσι επιβεβαιώνεται η φράση του μεγάλου φιλοσόφου Χέγκελ ότι “τίποτα μεγάλο στον κόσμο δεν έγινε δίχως πάθος

ΝΙΤΣΕ: Δυστυχώς το «σκέπτεσθαι» δεν επαρκεί

Υπάρχουν ακόμα και αυτοπαρατηρητές αρκετά αθώοι που πιστεύουν πως υπάρχουν «άμεσες βεβαιότητες» π.χ. σκέφτομαι… Αλλά θα το ξαναπώ εκατό φορές πως η «άμεση βεβαιότητα», όπως και η «απόλυτη γνώση», ως «πράγμα καθεαυτό», περικλείουν μια contradictio in adjecto (αντίφαση)… αν αναλύσω τη λογική διαδικασία που εκφράζεται με τη λέξη «σκέφτομαι», πετυχαίνω μια σειρά από τολμηρές διαβεβαιώσεις, που η θεμελίωσή τους είναι δύσκολη και ίσως αδύνατη,- π.χ., πως εγώ είμαι εκείνος που σκέφτεται, πως πρέπει εδώ να υπάρχει κάτι το σκεπτόμενο, πως το «σκέπτεσθαι» είναι η δραστηριότητα και το αποτέλεσμα ενός όντος, που το θεωρούμε ως αιτία, πως υπάρχει ένα «εγώ», και πως τέλος έχει καθοριστεί τι πρέπει να νοούμε με το «σκέπτεσθαι» – ότι δηλαδή ξέρω τι σημαίνει σκέπτεσθαι… Έτσι ο φιλόσοφος, αντί γι’ αυτήν την «άμεση βεβαιότητα» περιπλέκεται με μια σειρά μεταφυσικών ζητημάτων… «Από πού αντλώ την έννοια σκέπτεσθαι; Γιατί να πιστεύω στην αιτία και στο αποτέλεσμα; Τι μου δίνει το δικαίωμα να μιλώ για ένα εγώ… για ένα εγώ ως αιτία… για ένα εγώ ως διανοητική αιτία;»
Πέραν του Καλού και του Κακού,16

Κι ένα ακόμα χτύπημα:

Σχετικά με τη δεισιδαιμονία των διδασκάλων της Λογικής, θέλω να υπογραμμίσω ακόμη, δίχως να κυριευτώ από αποθάρρυνση, ένα μικρό γεγονός που αυτοί οι δεισιδαίμονες το ομολογούν με το στανιό. Δηλαδή πως η σκέψη έρχεται όταν «αυτή» θέλει κι όχι όταν «εγώ» θέλω, έτσι που αποτελεί παραποίηση των γεγονότων να ισχυριστούμε πως το υποκείμενο «εγώ» είναι η προϋπόθεση για το κατηγορούμενο «σκέπτομαι». Κάτι σκέπτεται, αλλά να πιστέψουμε πως αυτό το κάτι είναι το παλαιό και ξακουστό εγώ, είναι μια καθαρή υπόθεση, ένας ισχυρισμός ίσως, δεν είναι όμως οπωσδήποτε η «άμεση διαβεβαίωση».
Πέραν του Καλού και του Κακού, 17

Για να κατανοήσετε το απόσπασμα, απλώς προσπαθήστε για τριάντα δευτερόλεπτα να μη σκεφτείτε τίποτα… Αδύνατον, ε; Δεν μπορείτε να κλείσετε το διακόπτη της σκέψης. Το «εγώ» – αν υπάρχει κάτι τέτοιο – σίγουρα δεν μπορεί να ελέγξει το «σκέπτεσθαι». Εκείνο που για τόσους στοχαστές αποτελούσε ή αποτελεί «βεβαιότητα», για τον Νίτσε δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μεγάλη αβεβαιότητα, και μάλιστα, πηγή σφαλμάτων στα οποία θα σκοντάψουμε αργότερα.

ΝΙΤΣΕ

FYODOR DOSTOEVSKY: Τι ζητούμε; Ούτε και οι ίδιοι το ξέρουμε!

Όλοι έχουμε ξεσυνηθίσει σε τέτοιο βαθμό τη ζωή, που σε μερικές στιγμές αισθανόμαστε κάποια αηδία για την πραγματική ζωή και για τούτο την αποστρεφόμαστε όταν μας τη θυμίζουν. Καταντήσαμε να θεωρούμε την πραγματική ζωή σαν αγγαρεία, σχεδόν σαν ένα επάγγελμα, και όλοι μέσα μας είμαστε της γνώμης ότι είναι προτιμότερο να ζει κανείς τη ζωή των βιβλίων.

Και γιατί ταραζόμαστε; Γιατί κάνουμε τόσες ανοησίες; Τι ζητούμε; Ούτε και οι ίδιοι το ξέρουμε! Θα υποφέραμε περισσότερο αν οι τρελοί μας πόθοι πραγματοποιούνταν.

Σταθείτε, προσπαθήστε, για παράδειγμα, να μας δώσετε περισσότερη ανεξαρτησία∙ βγάλτε από τη μέση τα εμπόδια, μεγαλώστε τον κύκλο της δράσης σας∙ χαλαρώστε την κηδεμονία, ε, λοιπόν, ναι, σας το διαβεβαιώνω, εμείς όλοι… θα ξαναζητήσουμε αμέσως την κηδεμονία. Το ξέρω καλά πως θα φουρκιστείτε, πως θα μου βάλετε τις φωνές, πως θα χτυπήσετε τα πόδια σας στο πάτωμα. Μιλήστε λοιπόν, θα μου πείτε, για τον εαυτό σας μόνο, και για όλες σας τις αθλιότητες στο υπόγειο, μα δεν χρειάζονται δικαιολογίες, δεν έχετε το δικαίωμα να πείτε «εμείς όλοι!».

Επιτρέψετε, κύριοι, γι’ αυτό το εμείς όλοι. Όσο για μένα, στη ζωή μου έφτασα στα άκρα εκείνο που εσείς δεν τολμάτε ούτε στο μισό δρόμο να φέρετε, από δειλία∙ κι ακόμα παίρνετε τη δειλία σας για φρονιμάδα, και παρηγοριόσαστε ξεγελώντας τον εαυτό σας. Γι’ αυτό τον λόγο, ίσως να ‘μαι πιο ζωντανός από σας. Μα δώστε, παρακαλώ, περισσότερη προσοχή!

Δεν ξέρουμε ακόμη πού υπάρχει τώρα εκείνο που είναι ζωντανό, από τι είναι και πώς ονομάζεται. Αφήστε μας μόνους, χωρίς βιβλία, κι αμέσως θα πελαγώσουμε, θα τα μπερδέψουμε∙ δε θα ξέρουμε πού να στηριχθούμε και σε τι ν’ αφοσιωθούμε, δε θα ξέρουμε τι πρέπει να αγαπήσουμε ή να μισήσουμε, τι πρέπει να εκτιμήσουμε ή να περιφρονήσουμε. Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά, ντρεπόμαστε γι’ αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας. Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε, κι είναι χρόνια και χρόνια που μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί, μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ. Μας αρέσει.

Σε λίγο θα επινοήσουμε κάποιο τρόπο να γεννιόμαστε από μια ιδέα. Μα δε θέλω πια να γράφω μέσα απ’ το «υπόγειο»…

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο

Στάθμιση: η αναγκαία προϋπόθεση για τον συνδυασμό της ευθύνης με τη χαρά

Οι θαρραλέοι άνθρωποι οφείλουν συνεχώς να σπρώχνουν τους εαυτούς τους να είναι απολύτως τίμιοι, αλλά οφείλουν συνάμα να κατέχουν την ικανότητα να αποκρύπτουν την όλη αλήθεια όταν χρειάζεται. Για να είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι, πρέπει να αναλαμβάνουμε ολόκληρη την ευθύνη για τους εαυτούς μας, αλλά κάνοντάς το αυτό, πρέπει να κατέχουμε την ικανότητα να αρνιόμαστε την ευθύνη που δεν είναι αληθινά δική μας.

Η στάθμιση είναι η πειθαρχία που μας δίνει την ευκαμψία. Εξαιρετική ευκαμψία χρειάζεται για μια επιτυχημένη ζωή σε όλες τις σφαίρες δραστηριότητας. Για να χρησιμοποιήσω ένα μόνο παράδειγμα, ας εξετάσουμε το θέμα του θυμού και της έκφρασής του. Θυμός είναι ένα συναίσθημα που γεννήθηκε μέσα μας (και μέσα σε οργανισμούς λιγότερο εξελιγμένους) από την εξέλιξη αναρίθμητων γενεών με σκοπό να υποβοηθήσει την επιβίωσή μας. Αισθανόμαστε θυμό όποτε αντιλαμβανόμαστε ότι ένας άλλος οργανισμός αποπειράται να καταπατήσει το γεωγραφικό ή ψυχολογικό χώρο μας, ή προσπαθεί με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο να μας εξαφανίσει. 

Ο θυμός μας οδηγεί να αντιπαλέψουμε με τον εισβολέα. Χωρίς το θυμό μας, θα ήμασταν πράγματι συνεχώς καταπατούμενοι μέχρι την τελική σύνθλιψη και εξολόθρευσή μας. Μόνο με το θυμό μπορούμε να επιβιώσουμε. Ωστόσο πολύ συχνά, όταν διακρίνουμε, σε μια πρώτη φάση, ότι επιχειρούν άλλοι να μας καταπατήσουν, ύστερα από προσεκτικότερη εξέταση αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι καθόλου αυτό που επεδίωκαν. Ή ακόμη, όταν έχουμε πειστεί ότι ορισμένοι πραγματικά επιδιώκουν να μας καταπατήσουν, μπορεί να καταλάβουμε ότι για τον ένα ή για τον άλλο λόγο, δεν είναι προς το συμφέρον μας να αντιδράσουμε με θυμό. Κατά συνέπεια, είναι ανάγκη τα ανώτερα κέντρα του εγκεφάλου μας (κρίση) να είναι ικανά να καθοδηγούν και να προσαρμόζουν τα κατώτερα κέντρα. 

Για να ενεργούμε επιτυχημένα στον περίπλοκο κόσμο μας είναι απαραίτητο να έχουμε την ικανότητα όχι μόνο να εκφράζουμε το θυμό μας αλλά και να μην τον εκφράζουμε. Επιπλέον, πρέπει να είμαστε ικανοί να εκφράζουμε το θυμό μας με διαφορετικούς τρόπους. Μερικές φορές, λόγου χάρη, είναι αναγκαίο να τον εκφράζουμε μόνο ύστερα από πολλή μελέτη και αυτοαξιολόγηση. Άλλες φορές είναι περισσότερο ωφέλιμο για μας να τον εκφράζουμε αμέσως και αυθόρμητα. Καμιά φορά είναι βέλτιστο να τον εκφράσουμε ψυχρά και ήρεμα· άλλοτε πάλι βροντόφωνα και με σφοδρότητα. Συνεπώς, δε χρειαζόμαστε μόνο να ξέρουμε πώς να χειριστούμε το θυμό μας με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές περιστάσεις, αλλά και πώς να συνταιριάζουμε καλύτερα τον κατάλληλο χρόνο με το κατάλληλο ύφος έκφρασης. 

Για να μπορέσουμε να χειριστούμε το θυμό μας με πλήρη ορθότητα και αξιοσύνη, απαιτείται ένα καλά μελετημένο και ευλύγιστο σύστημα αντίδρασης. Γι’ αυτό δεν είναι ν’ απορεί κανείς, ότι το να μάθουμε να χειριζόμαστε το θυμό μας είναι ένα πολυσύνθετο και επίπονο έργο που συνήθως δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πριν από την ενηλικίωση, ή ακόμα κι από τη μέση ηλικία, και η οποία πολλές φορές δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Όλοι οι άνθρωποι, άλλος πολύ άλλος λίγο, υποφέρουν από ανεπάρκεια των συστημάτων τους ευλύγιστων αντιδράσεων.

Η ωριμότητα απαιτεί επομένως μιαν εξαιρετική ικανότητα να πετυχαίνεις ευλύγιστα και να ξαναπετυχαίνεις συνεχώς, μια λεπτή και δύσκολη ισορρόπηση ανάμεσα σε αντικρουόμενες ανάγκες, σκοπούς, καθήκοντα, υπευθυνότητες, κατευθύνσεις κ.λπ. Η ουσία αυτής της πειθαρχίας για στάθμιση είναι η παραίτηση από ορισμένες ιδιαιτερότητες της προσωπικότητας, από βαθιά ριζωμένους τύπους, συμπεριφορές, ιδεολογίες κι ακόμα από ολόκληρες βιοτροπίες. Αυτές είναι μείζονες μορφές της στάθμισης που απαιτούνται προκειμένου να πάει κανείς πολύ μακριά στο ταξίδι της ζωής.

Η αθανασία της ψυχής στον Πλάτωνα: 4. Η αντίρρηση του Σιμμία

[Φαίδων 85b-86b]

Ο Αριστοτέλης, Περί ψυχής 407b27, αναφέρει μια πολύ διαδεδομένη θεωρία, κατά την οποία η ψυχή είναι αρμονία του σώματος. Η θεωρία αυτή λέει το εξής: Η «ψυχή» δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η αρμονία, η σωστή αναλογία στη μείξη των στοιχείων που συγκροτούν το σώμα. Φαίνεται ότι η άποψη αυτή υποστηριζόταν σε πυθαγορικούς κύκλους, γιατί ο Πλάτων στον Φαίδωνα (88c κ.ε) βάζει έναν πυθαγόρειο (τον Σιμμία) να την διατυπώνει και έναν άλλο Πυθαγόρειο (τον Εχεκράτη) να την επιδοκιμάζει.

Η θεωρία ότι η ψυχή είναι μίγμα των στοιχείων που συγκροτούν το σώμα αποτελεί στον Φαίδωνα την αφετηρία της πρώτης αντίρρησης για τη δεύτερη απόδειξη της αθανασίας. Έχει γίνει δεκτό ότι η ψυχή είναι ασώματη, αόρατη και κάτι «θείο». Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για την αρμονία: Η αρμονία είναι κάτι αόρατο, ασώματο και άρα, ως κάτι που είναι υπέρτερο από το αισθητό, «θείο». Το όργανο με το οποίο παράγεται η αρμονία είναι σωματικό και, ως σωματικό, φθαρτό. Μ’ αυτό δημιουργείται μια αναλογία προς τη σχέση ψυχής και σώματος: όπως σχετίζεται το όργανο με την αρμονία, έτσι σχετίζεται και το σώμα με την ψυχή. Μια αρμονία εξαρτάται από την υφή του οργάνου. Αν το όργανο βρίσκεται σε κακή κατάσταση, τότε και η αρμονία κάθε άλλο παρά έξοχη είναι· αντίθετα, ένα καλό όργανο παράγει μια καλή αρμονία. Αν εφαρμόσουμε αυτό στη σχέση σώματος-ψυχής, τότε προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ψυχή είναι η αρμονία που παράγεται από τα συστατικά στοιχεία του σώματος, πράγμα που σημαίνει πως ό,τι ονομάζουμε ψυχή είναι μόνο και μόνο η συμφωνία των συστατικών στοιχείων του σώματος μέσα στο μείγμα στο οποίο βρίσκονται. Όπως στο όργανο, του οποίου η καλή ή η κακή υφή έχει επιπτώσεις στην αρμονία, έτσι συμβαίνει και στο ανθρώπινο σώμα. Αν το σώμα βρίσκεται σε κακή κατάσταση, αν είναι άρρωστο, τούτο επηρεάζει τη λεγόμενη «ψυχική» κατάσταση· ισχύει και το αντίστροφο: Αν είμαστε υγιείς, αν δεν πονούμε, ανάλογη είναι και η ψυχική μας κατάσταση. Αυτό μοιάζει να αποτελεί ένδειξη για το ότι η ψυχή δεν είναι η αρχή της ζωής και της διανοητικής δραστηριότητας. Η ψυχή μπορεί να είναι η ζωή του σώματος και η αρχή της διανοητικής δραστηριότητας μόνο εάν είναι κάτι αυθύπαρκτο. Αν, αντίθετα, η ψυχή εξαρτάται και παράγεται, όπως η αρμονία, από τα συστατικά στοιχεία του σώματος, τότε έρχεται σε δεύτερη θέση έναντι του σώματος, παρόμοια όπως η αρμονία είναι ως προς την ύπαρξη της μεταγενέστερη από το όργανο. Όπως η αρμονία καταστρέφεται, αν καταστραφεί το όργανο, έτσι πρέπει να καταστρέφεται και η ψυχή, ως συμφωνία στο μείγμα των στοιχείων του σώματος, αν διαλυθεί το σώμα. Κι ακόμη παραπέρα: Το όργανο αρκεί να υποστεί βλάβη μόνο κατά ένα μέρος, για να μη παραγάγει πλέον αρμονία. Το όργανο μπορεί συνεπώς να διαρκεί περισσότερο από την αρμονία. Ας μεταφέρουμε πάλι τα παραπάνω στη σχέση σώματος-ψυχής: Αν το σώμα ατονήσει ή ενταθεί υπερβολικά από αρρώστιες και άλλα κακά, τότε η συμφωνία των στοιχείων που το συγκροτούν διαταράσσεται ουσιαστικά. Μια συμφωνία ή αρμονία που διαταράσσεται ουσιαστικά δεν είναι πια εκείνο που ήταν πριν, δηλαδή συμφωνία ή αρμονία, αλλά δυσαρμονία, παραφωνία. Αν η ψυχή είναι αρμονία, τότε δεν επιζεί από μια τέτοια βλάβη. Όπως η αρμονία μπορεί να καταστραφεί προτού καταστραφεί το όργανο στο σύνολό του, έτσι και η ψυχή ως αρμονία μπορεί να καταστραφεί προτού διαλυθεί το σώμα. Το ότι η αρμονία θα συνεχίσει να υπάρχει μετά το θάνατο του σώματος αποτελεί πέρα για πέρα αντίφαση καθεαυτήν. Συνεπώς, είναι παράλογο να δεχθούμε ότι στην ψυχή υπάρχει αθανασία.

Τι μπορεί να προβάλει ενάντια σ’ αυτό ο Πλάτων;

Η αντίρρηση αυτή επιχείρησε να αποδείξει ότι αυτό που ονομάζουμε ψυχή είναι κάτι που δεν είναι αυθύπαρκτο, αλλά εξαρτάται απολύτως από το σώμα και υφίσταται μόνο στο σώμα και με το σώμα. Όταν στον Φαίδωνα ο Πλάτων βάζει τον Σωκράτη να αναιρέσει αυτή την αντίρρηση, πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι η ψυχή που εξαρτάται από το σώμα, αλλά αντίθετα το σώμα εξαρτάται από την ψυχή.

Και τώρα η αναίρεση της αντίρρησης. Σε διάφορα χωρία των πλατωνικών διαλόγων μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι οι συνομιλητές του Σωκράτη παγιδεύονται από εκείνον στην τέχνη της ερωταποκρίσεως και εκεί πολύ σύντομα η τέχνη τους εξαντλείται. Έτσι και εδώ. Αφού ο συνομιλητής του Σιμμίας, ο οποίος πρόβαλε την αντίρρηση ότι η ψυχή είναι αρμονία, προέρχεται από πυθαγορικούς κύκλους, δεν θα κάνει λάθος κανείς να υποθέσει ότι ο Πλάτων δίνει εδώ ένα μάθημα φιλοσοφίας στους σύγχρονούς του πυθαγορείους. Ο Σιμμίας, όπως λέει, Φαίδ. 92a, δεν μπορεί να διανοηθεί ότι θα εγκατέλειπε ποτέ την άποψη ότι η μάθηση είναι ανάμνηση. Επιδοκιμάζει επομένως σαφώς τη θεωρία της αναμνήσεως, η οποία προϋποθέτει την προΰπαρξη της ψυχής, και θεωρεί συμβιβάσιμη με τη θεωρία αυτή ότι η ψυχή είναι ένα είδος αρμονίας. Η θέση αυτή αποκλείει μια ασώματη ύπαρξη της ψυχής. Και εδώ ακριβώς ο Πλάτων αρχίζει με την αναίρεσή του.

Αν «το να αποκτήσει κανείς γνώσεις» είναι ανάμνηση, τότε η ψυχή υπάρχει προτού εισέλθει στο σώμα. Υφίσταται πριν από τα σωματικά στοιχεία, από τη συμφωνία των οποίων σχηματίζεται. Μια αρμονία όμως δεν υφίσταται πριν από το όργανο, είναι, σ’ αντίθεση με την ψυχή, μη προϋπάρχουσα. Συνεπώς, η «ψυχή» δεν είναι το ίδιο όπως η αρμονία, αλλά κατά την ουσία της κάτι εντελώς διαφορετικό. Και ό,τι είναι εντελώς διαφορετικό από κάτι άλλο δεν μπορεί να τεθεί σε αναλογία με εκείνο. Αλλά αυτό είναι λιγότερο σημαντικό· αυτό που δείχνει ακόμη πιο πολύ ότι ψυχή και αρμονία είναι δύο διαφορετικά πράγματα είναι το ότι η ψυχή δεν είναι μια λειτουργία του σώματος. Μια αρμονία δεν μπορεί να ανεξαρτητοποιηθεί από το όργανο που την παράγει, είναι εξαρτημένη ως προς το είναι της και την υφή της από το όργανο. Δεν μπορεί ποτέ να βρεθεί σε αντίθεση προς τα συστατικά στοιχεία από το συνδυασμό των οποίων σχηματίζεται. Με τα λόγια του Πλάτωνα (Φαίδ. 93a): «Η αρμονία δεν μπορεί να λάβει ηγετική θέση έναντι των συστατικών από τα οποία συντίθεται, αλλά πρέπει να τα ακολουθεί».

Τι φαίνεται όμως, αν επιχειρήσουμε να παρατηρήσουμε τη σχέση ψυχής προς το σώμα; Η «ψυχή» μπορεί να αρνηθεί τη συγκατάθεσή της στις σωματικές επιθυμίες. Έχει την ηγεμονία σε όλα εκείνα (Φαίδ. 94c) από τα οποία, σύμφωνα με την αντίρρηση, μοιάζει να προέρχεται. Ο άνθρωπος είναι εκείνο το ον με αισθήσεις που μπορεί να λέει «όχι». Εκείνο που επιθυμεί και ποθεί είναι το ίδιο με εκείνο με εκείνο που αντιτάσσεται; Λέμε μεν ότι επιθυμούμε και αντιτασσόμαστε στην επιθυμία μας, αλλά, προφανώς δεν κάνουμε και τα δυο ταυτόχρονα σε σχέση με το ίδιο πράγμα και από την ίδια άποψη.  Γνωρίζουμε ωστόσο ότι μπορούμε να επιθυμούμε και να αντιτασσόμαστε στην επιθυμία μας. Πως είναι δυνατόν αυτό; Είναι δυνατόν μόνο όταν η επιθυμία και η εναντίωση στην επιθυμία δεν γίνονται ταυτόχρονα σε σχέση με το ίδιο πράγμα και από την ίδια άποψη. Όμως η επιθυμία και η εναντίωση σ’ αυτήν είναι ταυτόχρονες και στρέφονται προς το ίδιο αντικείμενο. Άρα, η άποψη δεν μπορεί να είναι η ίδια. Αυτό που επιθυμεί πρέπει να είναι άλλο από αυτό ου αντιτάσσεται. Αν επιθυμεί το σώμα, δεν μπορεί να είναι και πάλι το σώμα που αντιτάσσεται στην ίδια επιθυμία. Επομένως, αυτό που αντιτάσσεται πρέπει να είναι διαφορετικό από το σώμα, δεν μπορεί να είναι μια λειτουργία του σώματος: το σώμα επιθυμεί κάτι, η ψυχή μπορεί να αντιταχθεί σ’ αυτό, και μπορεί μάλιστα σ’ αυτή την περίπτωση να έχει επιτυχία. Αν όμως η ψυχή ήταν μόνο μια λειτουργία του σώματος, τότε αυτό δεν θα ήταν δυνατόν. Η αντίρρηση ότι η ψυχή είναι ένα είδος αρμονίας άρα είναι σε αντίφαση με αυτό που μας διδάσκει η αυτοπαρατήρηση.

Ένα τρίτο σημείο πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν σχετικά με την αντίρρηση ότι η ψυχή είναι αρμονία. Σε κάθε αρμονία υπάρχει ένα «περισσότερο» ή «λιγότερο»· η υφή του οργάνου και οι ικανότητες του παίχτη παίζουν από κοινού ρόλο. Αν ο ένας παράγοντας ή ο άλλος ή και οι δύο βρίσκονται σε κακή κατάσταση, τότε αυτό μεταβιβάζεται στην αρμονία που παράγεται. Τούτο ας το εφαρμόσουμε στο σώμα και στην ψυχή: Αν η ψυχή ήταν αρμονία, τότε θα έπρεπε μια ψυχή να είναι περισσότερο ψυχή από μια άλλη· γιατί θα έπρεπε βέβαια να υπάρχει ένα «περισσότερο» ή λιγότερο», μια οντική διαφορά μεταξύ ψυχής και ψυχής. Ας το δεχθούμε για λίγο ως ορθό: Στις ψυχές υπάρχει ένα «περισσότερο» ή «λιγότερο» μια ψυχή είναι περισσότερο ψυχή από την άλλη. Ποια θα ήταν η συνέπεια αυτού; Πρώτον, θα έπρεπε η ψυχή να είναι αρμονία ως αποτέλεσμα της ορθής μείξης των σωματικών στοιχείων. Δεύτερον, πως θα επιτυγχάνονταν το «περισσότερο» σε αρμονία; Θα έπρεπε να υπάρχει μια επιπρόσθετη αρμονία. Ποια μπορεί να είναι αυτή; Εδώ ο Πλάτων συμπεριλαμβάνει στους συλλογισμούς του την αρετήν. Αρετή είναι η ικανότητα ή αξιοσύνη ενός πράγματος· άριστος σημαίνει «ο καλύτερος», αρετή επομένως σημαίνει «το καλύτερο». Αρετή είναι η τελειότητα και η πραγμάτωση εκείνου με το οποίο είναι επιφορτισμένο κάθε επιμέρους πράγμα. Η αρετή του μαχαιριού, λ.χ., συνίσταται στο να κόβει καλά, η αρετή του σκύλου στο να επαγρυπνά. Και σε τι συνίσταται η αρετή της ψυχής; Γενικά μπορούμε να πούμε ότι συνίσταται στο να πραγματώνει η ψυχή εκείνο με το οποίο είναι επιφορτισμένη. Αυτό αρκεί προς το παρόν· γιατί το ερώτημα σε τι συνίσταται η αρετή της ψυχής από την άποψη του περιεχομένου δεν θα μας απασχολήσει εδώ. Την πραγμάτωση εκείνου, με το οποίο είναι επιφορτισμένη η ψυχή, χωρίς τάξη και μέτρο δεν μπορούμε να διανοηθούμε. Η τάξη και το μέτρο στο ανθρώπινο σώμα του φέρνουν υγεία και δύναμη. Στην ψυχή η τάξη και το μέτρο ενεργούν το ίδιο όπως σε όλα τα άλλα, ώστε να έχει η ψυχή την ορθή συναρμογή. «Συναρμογή» λέγεται στα αρχαία ελληνικά αρμονία. Η τάξη και το μέτρο ενεργούν επομένως ώστε να γίνεται η ψυχή αυτό που πρέπει να είναι και να πραγματώνει εκείνο με το οποίο είναι επιφορτισμένη. Επομένως η αρετή επιτυγχάνεται με την τάξη και το μέτρο· και επειδή η αρετή δεν είναι τίποτε άλλο από την ορθή συναρμογή της ψυχής, η αρετή είναι το ίδιο με την αρμονία. Αν δεχθούμε ότι η ψυχή ως ψυχή, χωρίς να λάβουμε υπ’ όψιν την αρετήν της ή την κακία της, είναι αρμονία, τότε πρέπει να δεχθούμε μια διττή ψυχική αρμονία. Πρώτον, δηλαδή, η ψυχή θα ήταν αρμονία ως αποτέλεσμα της ορθής μείξης των σωματικών στοιχείων. Δεύτερον, η ψυχή που έχει αρετήν, που είναι επομένως αγαθή, θα είχε μια επιπρόσθετη αρμονία· η κακή ψυχή όμως, η ψυχή χωρίς αρετήν, δεν θα είχε αυτή την αρμονία.

Η παραδοχή του ότι η ψυχή είναι αρμονία θα είχε επομένως ως συνέπεια ότι μια αρμονία θα αποτελούσε τον φορέα μια άλλης αρμονίας. Στην αγαθή ψυχή στην οντική αρμονία θα προσετίθετο επομένως η αρμονία της αρετής, στην κακή ψυχή όμως δεν θα συνέβαινε αυτό. Άρα στην αγαθή ψυχή η οντική και η ηθική αρμονία θα συνυπήρχαν, ενώ στην κακή ψυχή θα υπήρχε μόνο η οντική αρμονία. Η ψυχή ως αρμονία λοιπόν θα επέτρεπε ένα «περισσότερο» ή «λιγότερο». Και αφού εξισώνουμε δοκιμαστικά ψυχή και αρμονία, το επακόλουθο θα ήταν ότι στην ψυχή, εφόσον είναι αρμονία, θα υπήρχε ένα «περισσότερο» ή «λιγότερο». Η ψυχή ενός αγαθού ανθρώπου δεν είναι σε μεγαλύτερο βαθμό ψυχή από την ψυχή ενός κακοποιού. Η παραδοχή μας ότι η ψυχή είναι αρμονία οδηγεί επομένως σε μιαν αντίφαση. Η αντίφαση αυτή αίρεται μόνο αν θα δεχόμασταν ότι η διαφορά ανάμεσα στην αγαθή και στην κακή ψυχή, που οδηγεί στην παραδοχή ενός «περισσότερου» ή «λιγότερου» ψυχικής αρμονίας, είναι μηδαμινή. Τότε όμως θα έπρεπε να δεχθούμε ότι όλες οι ψυχές είναι το ίδιο αγαθές. Αυτό όμως δεν συμβαίνει. Επομένως η ψυχή δεν μπορεί να είναι αρμονία. Με τα παραπάνω αναιρέθηκε η πρώτη αντίρρηση. Η αρμονία δεν μπορεί να ταυτιστεί με την ψυχή. Η αρμονία είναι μάλλον ένα αίτημα προς την ψυχή. Τούτο μόλις που γίνεται αντιληπτό στον Φαίδωνα, στην Πολιτεία (443d-e) όμως τεκμηριώνεται διεξοδικά: Η δικαιοσύνη επιφέρει την αρμονία των τριών μερών της ψυχής.

ΛΟΓΓΟΣ: Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην (4.5.1-4.7.5)

[4.5.1] Ἐν τούτοις οὖσιν αὐτοῖς δεύτερος ἄγγελος ἐλθὼν ἐξ ἄστεος ἐκέλευεν ἀποτρυγᾶν τὰς ἀμπέλους ὅτι τάχιστα, καὶ αὐτὸς ἔφη παραμενεῖν ἔστ᾽ ἂν τοὺς βότρυς ποιήσωσι γλεῦκος, εἶτα οὕτως κατελθὼν εἰς τὴν πόλιν ἄξειν τὸν δεσπότην ἤδη τῆς μετοπωρινῆς τρύγης ‹πεπαυμένης›. [4.5.2] Τοῦτόν τε οὖν τὸν Εὔδρομον —οὕτω γὰρ ἐκαλεῖτο, ὅτι ἦν αὐτῷ ἔργον τρέχειν— ἐδεξιοῦντο πᾶσαν δεξίωσιν καὶ ἅμα τὰς ἀμπέλους ἀπετρύγων, τοὺς βότρυς ἐς τὰς ληνοὺς κομίζοντες, τὸ γλεῦκος εἰς τοὺς πίθους φέροντες, τῶν βοτρύων τοὺς ἡβῶντας ἐπὶ κλημάτων ἀφαιροῦντες, ὡς εἴη καὶ τοῖς ἐκ τῆς πόλεως ἐλθοῦσιν ἐν εἰκόνι καὶ ἡδονῇ γενέσθαι τρυγητοῦ.
[4.6.1] Μέλλοντος δὲ ἤδη σοβεῖν ἐς ἄστυ τοῦ Εὐδρόμου καὶ ἄλλα μὲν οὐκ ὀλίγα αὐτῷ Δάφνις ἔδωκεν, ἔδωκε δὲ καὶ ὅσα ἀπὸ αἰπολίου δῶρα, τυροὺς εὐπαγεῖς, ἔριφον ὀψίγονον, δέρμα αἰγὸς λευκὸν καὶ λάσιον, ὡς ἔχοι χειμῶνος ἐπιβάλλεσθαι τρέχων. [4.6.2] Ὁ δὲ ἥδετο καὶ ἐφίλει τὸν Δάφνιν καὶ ἀγαθόν τι ἐρεῖν περὶ αὐτοῦ πρὸς τὸν δεσπότην ἐπηγγέλλετο. Καὶ ὁ μὲν ἀπῄει φίλα φρονῶν, ὁ δὲ Δάφνις ἀγωνιῶν τῇ Χλόῃ συνένεμεν. Εἶχε δὲ κἀκείνη πολὺ δέος· μειράκιον γὰρ εἰωθὸς αἶγας βλέπειν καὶ ὄρος καὶ γεωργοὺς καὶ Χλόην πρῶτον ἔμελλεν ὄψεσθαι δεσπότην, οὗ πρότερον μόνον ἤκουε τὸ ὄνομα. [4.6.3] Ὑπέρ τε οὖν τοῦ Δάφνιδος ἐφρόντιζεν, ὅπως ἐντεύξεται τῷ δεσπότῃ καὶ περὶ τοῦ γάμου τὴν ψυχὴν ἐταράττετο, μὴ μάτην ὀνειροπολοῦσιν αὐτόν. Συνεχῆ μὲν οὖν τὰ φιλήματα καὶ ὥσπερ συμπεφυκότων αἱ περιβολαί· καὶ τὰ φιλήματα δειλὰ ἦν καὶ αἱ περιβολαὶ σκυθρωπαί, καθάπερ ἤδη παρόντα τὸν δεσπότην φοβουμένων ἢ λανθανόντων. Προσγίνεται δέ τις αὐτοῖς καὶ τοιόσδε τάραχος.
[4.7.1] Λάμπις τις ἦν ἀγέρωχος βουκόλος. Οὗτος καὶ αὐτὸς ἐμνᾶτο τὴν Χλόην παρὰ τοῦ Δρύαντος καὶ δῶρα ἤδη πολλὰ ἐδεδώκει σπεύδων τὸν γάμον. [4.7.2] Αἰσθόμενος οὖν ὡς, εἰ συγχωρηθείη παρὰ τοῦ δεσπότου, Δάφνις αὐτὴν ἄξεται, τέχνην ἐζήτει, δι᾽ ἧς τὸν δεσπότην αὐτοῖς ποιήσειε πικρόν· καὶ εἰδὼς πάνυ αὐτὸν τῷ παραδείσῳ τερπόμενον, ἔγνω τοῦτον, ὅσον οἷός τέ ἐστι, διαφθεῖραι καὶ ἀποκοσμῆσαι. [4.7.3] Δένδρα μὲν οὖν τέμνων ἔμελλεν ἁλώσεσθαι διὰ τὸν κτύπον· ἐπεῖχε δὲ τοῖς ἄνθεσιν, ὥστε διαφθεῖραι αὐτά. Νύκτα δὴ φυλάξας καὶ ὑπερβὰς τὴν αἱμασιὰν τὰ μὲν ἀνώρυξε, τὰ δὲ κατέκλασε, τὰ δὲ κατεπάτησεν ὥσπερ σῦς. [4.7.4] Καὶ ὁ μὲν λαθὼν ἀπεληλύθει· Λάμων δὲ τῆς ἐπιούσης παρελθὼν εἰς τὸν κῆπον ἔμελλεν ὕδωρ αὐτοῖς ἐκ τῆς πηγῆς ἐπάξειν. [4.7.5] Ἰδὼν δὲ πᾶν τὸ χωρίον δεδῃωμένον καὶ ἔργον οἷον ἐχθρός, οὐ λῃστής, ἐργάσαιτο, κατερρήξατο μὲν εὐθὺς τὸν χιτωνίσκον, βοῇ δὲ μεγάλῃ θεοὺς ἀνεκάλει, ὥστε καὶ ἡ Μυρτάλη τὰ ἐν χερσὶ καταλιποῦσα ἐξέδραμε καὶ ὁ Δάφνις ἐάσας τὰς αἶγας ἀνέδραμε· καὶ ἰδόντες ἐβόων καὶ βοῶντες ἐδάκρυον.

***
[4.5.1] Πάνω σ᾽ αυτά τους ήρθε δεύτερος αγγελιαφόρος από την πόλη, με την παραγγελία να τρυγήσουν τ᾽ αμπέλια το γρηγορότερο· ο ίδιος, είπε, θα ᾽μενε εκεί ώσπου να γίνει το σταφύλι μούστος, και κατόπι θα κατέβαινε στην πόλη να φέρει τον αφέντη για το τέλος του φθινοπωριάτικου τρύγου. [4.5.2] Τούτον τον Εύδρομο —έτσι τον έλεγαν, γιατί δουλειά του ήταν να τρέχει— τον φιλοξένησαν όσο μπορούσαν καλύτερα, ενώ συνάμα τρυγούσαν τ᾽ αμπέλια, έφερναν τα σταφύλια στα πατητήρια, πήγαιναν το μούστο στα πιθάρια· τα ωραιότερα τσαμπιά ωστόσο τα ᾽κοβαν μαζί με τα κλαριά τους, ώστε αυτοί που θα ᾽ρχονταν από την πόλη να ᾽χουν μιαν εικόνα από τις απολαύσεις του τρύγου.
[4.6.1] Όταν ετοιμάστηκε ο Εύδρομος να τρέξει πίσω στην πόλη, ο Δάφνης του ᾽δωσε μαζί μ᾽ άλλα πολλά πεσκέσια και μερικά που ταίριαζαν σε γιδοβοσκό: καλοπηγμένα τυριά, ένα μικρό γίδι, ένα δέρμα γίδας άσπρο και τριχωτό να ᾽χει να φοράει το χειμώνα όταν τρέχει. [4.6.2] Ο Εύδρομος ευχαριστήθηκε, φίλησε τον Δάφνη, του υποσχέθηκε να πει καλά λόγια γι᾽ αυτόν στον αφέντη κι έφυγε με φιλικά αισθήματα απέναντί του. Ο Δάφνης ένιωθε μολοτούτο αγωνία καθώς εξακολουθούσε να βόσκει μαζί με τη Χλόη. Σκιαζόταν πολύ κι εκείνη: νέο παιδί ήταν ο Δάφνης, συνηθισμένος να βλέπει μόνο γίδες, βουνό, χωρικούς και την ίδια· πρώτη φορά θα ᾽βλεπε τον αφέντη, που ως τότε μονάχα τ᾽ όνομά του άκουγε. [4.6.3] Ανησυχούσε λοιπόν και για τον Δάφνη, πώς θα τα πήγαινε στη συνάντησή του με τον αφέντη, κι έτρεμε η ψυχή της για το γάμο, μήπως του κάκου τον ονειρεύονταν. Ενώ λοιπόν αδιάκοπα φιλιόνταν, κι αγκαλιάζονταν τόσο σφιχτά που ᾽μοιαζαν ένα μόνο κορμί, τα φιλιά τους ήτανε δειλά και τ᾽ αγκαλιάσματα θλιμμένα — σα να ᾽ταν κιόλας εκεί ο αφέντης και να τον φοβόνταν ή να ᾽θελαν να του κρυφτούν. Σ᾽ αυτά προστέθηκε και τούτη η ταραχή:
[4.7.1] Ήταν ένας αδιάντροπος γελαδάρης, ο Λάμπης, που είχε ζητήσει κι εκείνος τη Χλόη από τον Δρύα κι είχε κιόλας δώσει και κάμποσα δώρα για να την πάρει. [4.7.2] Σαν κατάλαβε πως από τη συγκατάθεση του αφέντη εξαρτιόταν ο γάμος της με τον Δάφνη, γύρεψε τρόπο να τον προδιαθέσει εχθρικά απέναντί τους. Ξέροντας λοιπόν πόσο αγαπούσε ο αφέντης τον κήπο αποφάσισε να κάνει ό,τι μπορεί για να τον καταστρέψει και να τον ερημώσει. [4.7.3] Αν έκοβε δέντρα θα τον πρόδινε ο θόρυβος και θα τον έπιαναν, γι᾽ αυτό κι έβαλε στόχο του να καταστρέψει τα λουλούδια: περίμενε να νυχτώσει, πήδηξε τη μάντρα κι αφού άλλα ξερίζωσε, άλλα έσπασε κι άλλα τσαλαπάτησε σα γουρούνι, [4.7.4] έφυγε δίχως να τον νιώσουν. Όταν πήγε την άλλη μέρα ο Λάμων στον κήπο για να τα ποτίσει από την πηγή [4.7.5] και βρήκε τον τόπο ολάκερο ρημαγμένο, έτσι που μόνο εχθροί —ούτε καν ληστές— μπορούσαν να τον είχαν κάνει, έσκισε ευθύς το πουκάμισό του κι έσυρε τέτοια φωνή στους θεούς που η Μυρτάλη παράτησε ό,τι βαστούσε και πετάχτηκε έξω, κι ο Δάφνης έδιωξε τις γίδες κι ανέβηκε τρεχάτος· κι ως είδαν το θέαμα, έβαλαν τις φωνές και τα κλάματα.