Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ - Δύσκολος (456-486)

(ΓΕ.) τὸ λεβήτιον, φῄς, ἐπιλέλη[σθ]ε; παντελῶς
ἀποκραιπαλᾶτε. καὶ τί νῦν ποιήσομεν;
ἐνοχλητέον τοῖς γειτνιῶσι τῷ θεῷ
ἐσθ᾽ ὡς ἔοικε. παιδίον. μὰ τοὺς θεοὺς
460 θεραπαινίδια γὰρ ἀθλιώτερ᾽ οὐδαμοῦ
οἶμαι τρέφεσθαι. παῖδες. οὐδὲν ἄλλο πλὴν
κινητιᾶν ἐπίσταται—παῖδες καλοί—
καὶ διαβαλεῖν ἐὰν ἴδῃ τις. παιδίον.
τουτὶ τὸ κακὸν ‹τί› ἐστί; παῖδες. οὐδὲ εἷς
465 ἐστ᾽ ἔνδον. ἠήν. προστρέχειν τις φαίνεται.
ΚΝ. τί τῆς θύρας ἅπτει, τρισάθλι᾽, εἰπέ μοι,
ἄνθρωπε; ‹ΓΕ.› μὴ δάκῃς. (ΚΝ.) ἐγώ σε νὴ Δία,
καὶ κατέδομαί γε ζῶντα. (ΓΕ.) μή, πρὸς ‹τῶν› θεῶν.
(ΚΝ.) ἐμοὶ γάρ ἐστι συμβόλαιον, ἀνόσιε,
470 καὶ σοί τι; (ΓΕ.) συμβόλαιον οὐδέν· τοιγαροῦν
προσελήλυθ᾽ οὐ χρέος σ᾽ ἀπαιτῶν οὐδ᾽ ἔχων
κλητῆρας, ἀλλ᾽ αἰτησόμενος λεβήτιον.
(ΚΝ.) λεβήτιον; (ΓΕ.) λεβήτιον. ‹ΚΝ.› μαστιγία,
θύειν με βοῦς οἴει ποεῖν τε ταὔθ᾽ ἅπερ
475 ὑμεῖς ποεῖτε; (ΓΕ.) οὐδὲ κοχλίαν ἔγωγέ σε.
ἀλλ᾽ εὐτύχει, βέλτιστε. κόψαι τὴν θύραν
ἐκέλευσαν αἱ γυναῖκες αἰτῆσαί τε με.
ἐπόησα τοῦτ᾽· οὐκ ἔστι· πάλιν ἀπαγγελῶ
ἐλθὼν ἐκείναις. ὦ πολυτίμητοι θεοί,
480 ἔχις πολιὸς ἅνθρωπός ἐστιν οὑτοσί.
(ΚΝ.) ἀνδροφόνα θηρί᾽· εὐθὺς ὥσπερ πρὸς φίλον
κόπτουσιν. ἂν ἡμῶν προσιόντα τῇ θύρᾳ
λάβω τιν᾽, ἂν μὴ πᾶσι τοῖς ἐν τῷ τόπῳ
παράδειγμα ποιήσω, νομίζεθ᾽ ἕνα τινὰ
485 ὁρᾶν με τῶν πολλῶν. ὁ νῦν οὐκ οἶδ᾽ ὅπως
διευτύχηκεν οὗτος, ὅστις ἦν ποτε.

***
ΓΕΤ. Δεν πήρατε μαζί το καζανάκι;
Εσείς, μωρέ, είστε τύφλα στο μεθύσι.
Και τώρα τί θα γίνει; Ανάγκη πάσα
του θεού τους γειτόνους να ενοχλήσω.
Πηγαίνει, χτυπά την πόρτα του Κνήμωνα και φωνάζει και το θυρωρό.
Μικρέ! (Μέσα του) Μά τους θεούς, πιο σιχαμένες
460δουλίτσες πουθενά δεν βρίσκονται άλλες.—
(Δυνατά) Παιδιά! (Μέσα του) Δεν ξέρουν τίποτ᾽ άλλο, μόνο
να ξαπλώνονται χάμω… (Δυνατά) Ε ωραία αγόρια,
ανοίχτε. (Μέσα του) Κι αν τις δει κανείς, να βγάζουν
και γλώσσα. (Δυνατά) Εέ, μικρέ! — Μα τί κακό ᾽ναι
τούτο, καλέ; — Παιδιά, παιδιά! — Δεν είναι
μέσα κανείς; — Μα νά, σιμώνει κάποιος.
ΚΝΗ., προβάλλοντας στην πόρτα του, απειλητικός
Γιατί χτυπάς την πόρτα μου, βρε αχρείε;
ΓΕΤ. Μη με δαγκώσεις. ΚΝΗ. Μόνο να δαγκώσω;
Ζωντανό, μά το Δία, θα σε μασήσω.
ΓΕΤ. Στους θεούς σ᾽ εξορκίζω, μην το κάμεις.
ΚΝΗ. Γιατί να μην το κάμω, βρε θεομπαίχτη;
470Ομόλογο μη σου ᾽χω εγώ υπογράψει;
ΓΕΤ. Ομόλογο όχι. Εγώ ήρθα δω σ᾽ εσένα,
όχι κανένα χρέος για ν᾽ απαιτήσω
ούτε με συνοδεία χωροφυλάκων,
μόνο ένα καζανάκι να γυρέψω.
ΚΝΗ. Τί; Καζανάκι; ΓΕΤ. Καζανάκι. ΚΝΗ. Βόδια
λες πως θυσιάζω εγώ, μωρέ αργασμένο
τομάρι; Αυτά που κάνετε εσείς κάνω;
ΓΕΤ. (μέσα του) Ούτ᾽ ένα σαλιγκάρι δε θα δίνεις.
Δυνατά.
Αφεντικό, σ᾽ αφήνω γεια. Οι κυράδες
με πρόσταξαν την πόρτα να χτυπήσω
και να ζητήσω ένα μικρό καζάνι.
Το ᾽καμα. Δεν υπάρχει; Ωραία. Γυρίζω
να τους το πω.
Ξαναμπαίνοντας στο ιερό· μέσα του.
Τρισέβαστοι θεοί μου,
480οχιά σωστή είναι τούτος ο ασπρομάλλης.
ΚΝΗ. Αιμοβόρικα αγρίμια! Ολόισια πάνε
και σου χτυπούνε, σα να σ᾽ έχουν φίλο.
Στην πόρτα μου κανένα τους ας πιάσω,
κι αν δεν τον κάμω να τον έχουν όλοι
οι γύρω για παράδειγμα, ας με πούνε
πως είμαι ένας κοινός θνητός σαν όλους.
Ετούτος που ήρθε τώρα, όποιος και να ᾽ταν,
φτηνά μου ᾽χει γλιτώσει· πώς, δεν ξέρω!

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Η συνάντηση της αρχαίας Ελληνικής με άλλες γλώσσες

9.7.9 Έλληνες και Ετρούσκοι


Οι Ετρούσκοι ήταν ένας λαός που ζούσε στη σημερινή βόρεια Ιταλία. 

Ήρθαν σε επαφή με τους Έλληνες γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ., όταν δημιουργήθηκαν οι πρώτες ελληνικές εγκαταστάσεις στην περιοχή τους. 

Από τους Έλληνες δανείστηκαν το αλφάβητο για να γράψουν τη γλώσσα τους. 

Η γλώσσα τους παραμένει ακόμα άγνωστη. Μπορεί ωστόσο να διακρίνει κανείς ελληνικά δάνεια: Artumes (Ἄρτεμις), elaiva (ἐλαία 'ελιά').

Στη Λήμνο (εικόνα) βρέθηκε μια επιτύμβια στήλη (στήλη πάνω σε τάφο) με μια επιγραφή σε γλώσσα πολύ κοντινή με την ετρουσκική.

Όποιος σας αγαπάει αληθινά πρέπει να σας κάνει ευτυχισμένους

Όποιος σας αγαπάει σας κάνει ευτυχισμένους, σας κάνει να αισθάνεστε ότι πετάτε και, πάνω απ’ όλα, καταβάλλει κάθε προσπάθεια να σας δώσει χαρά.

Το πρόσωπο που σας αγαπάει αληθινά δεν σας κάνει να υποφέρετε

Ίσως κάποια στιγμή στη ζωή σας κάποιο κοντινό σας πρόσωπο είπε: “έτσι έχουν τα πράγματα, μένεις ή φεύγεις. Στις σχέσεις πάντοτε κάποιος θα υποφέρει. Είναι φυσιολογικό”. Μερικές φορές αυτό που θεωρείται “φυσιολογικό” μπορεί να περιλαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις που είναι καταστροφικές. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να γίνει σαφές ότι αγάπη δεν σημαίνει πόνος.

Το πρόσωπο που σας κάνει να κλαίτε σε μια σχέση δεν σας αγαπάει πραγματικά. Αν σας αγαπάει, σας αγαπάει με “λανθασμένο, μη υγιή τρόπο”.

Ερωτική αγάπη ή αγάπη που αποδέχεται τον πόνο

Όσο περισσότερος ο πόνος, όσο περισσότερο το πάθος, όσο μεγαλύτερη η κτητικότητα, τόσο δυνατότερη η αγάπη. Αυτή είναι μία κλασική ιδέα που έχει διαμορφώσει το ιδανικό της ερωτικής αγάπης που βρίσκουμε στις ταινίες ή στα βιβλία.
  • Ωστόσο, είτε το πιστεύετε είτε όχι, η ιδέα αυτή συνεχίζει να επικρατεί σε μεγάλο βαθμό στους νέους ανθρώπους και στους εφήβους. Πιστεύουν πως, όταν ο σύντροφός τους αντιδρά με ζήλια ή κτητικότητα, αυτό είναι σαφές σημάδι αγάπης, κάτι που μπορεί να τους κάνει να βρεθούν σε πολύ επικίνδυνα είδη σχέσεων.
  • Μια άλλη παρανόηση που συχνά συνδέεται με την ερωτική αγάπη είναι η ιδέα ότι ο πόνος είναι αναπόφευκτος. Μπορεί να πιστεύετε ότι τα δάκρυα είναι αναπόφευκτα, κάτι που πρέπει να δεχτείτε και να ανεχτείτε. Αυτό δεν συνιστάται ούτε ενδείκνυται.
Σήμερα είναι εύκολο να βρούμε ανθρώπους παγιδευμένους σε δυστυχισμένες ή καταστρεπτικές σχέσεις στις οποίες η αυτοεκτίμησή τους έχει καταστραφεί εντελώς ή παγιδευμένους σε σχέσεις εξάρτησης όπου και οι δύο σύντροφοι ανέχονται τον πόνο και τα δάκρυα.

Αντί αυτού πρέπει να μάθετε να πιστεύετε στην ιδέα ότι η αγάπη δεν θα πρέπει να προκαλεί πόνο. Σας αγαπάει αληθινά αυτός που σας παίρνει τον πόνο.

Συνειδητή αγάπη, ώριμη αγάπη

Κανένας δεν γεννιέται γνωρίζοντας τα πάντα για την αγάπη. Είναι κάτι που μαθαίνεται μέσα από την απογοήτευση, τον πόνο μερικές φορές, ακόμα και την απομάκρυνση του ατόμου από μια σχέση για να ανακαλύψει ξανά τον εαυτό του.
  • Μην κατηγορείτε ποτέ τον εαυτό σας για αποτυχία ούτε να αρχίσετε να πιστεύετε ότι “αγάπη σημαίνει πόνος”. Αυτό δεν είναι αλήθεια ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να είναι.
  • Η συνειδητή αγάπη πάντα ξεκινά από κάτι τόσο απλό και ουσιαστικό όσο το να λέτε “αγαπώ τον εαυτό μου ” πρώτα.
  • Μόνο όταν αισθάνεστε σιγουριά όσον αφορά στην αυτοεκτίμησή σας και έχετε μια σαφή ιδέα για το τι αξίζετε, μπορείτε να αρχίσετε να έχετε υγιείς, υπεύθυνες και ευτυχισμένες σχέσεις.
  • Ώριμη αγάπη είναι εκείνη που θέλει το καλύτερο για τους συντρόφους και, για να το επιτύχει, ξεκινά πάντα από τη σχέση του καθενός με τον εαυτό του.
  • Ένα άτομο με αυτοπεποίθηση και καλή αυτεπίγνωση δεν θα παγιδευτεί στους φόβους του ή στη μανία του ελέγχου επειδή ανησυχεί για μια πιθανή προδοσία.
Το πρόσωπο που σας αγαπάει και σας σέβεται, θα σας εμπιστεύεται και δεν θα σας προδώσει.

Όποιος σας αγαπάει αληθινά πρέπει να σας κάνει ευτυχισμένους

Η επιδίωξη της ευτυχίας των ανθρώπων που αγαπάτε: πρόκειται για μια αρετή που διαμορφώνει αυτό που είστε.

Είναι ανώφελο να προκαλείτε δάκρυα ή πόνο. Όλοι όσοι πιστεύουν ότι αυτό είναι σωστό ή φυσιολογικό έχουν μια διαστρεβλωμένη και καταστρεπτική άποψη για τι είναι σχέσεις.
  • Μερικοί πιστεύουν ότι είναι φυσιολογικό να βιώνουν πόνο με το σύντροφό τους. Αυτό έχει ένα πολύ σαφή σκοπό: τον έλεγχό του.
  • Στο μεταξύ μερικοί εκπλήσσονται βλέποντας ότι στενοχώρησαν το σύντροφό τους. Λένε “Πάντοτε θίγεσαι από τα πάντα και ό,τι κάνω σε πληγώνει”.
Το πρόσωπο που σας αγαπάει αληθινά θα προσπαθεί να σας κάνει ευτυχισμένους, φέρνοντας το χαμόγελο στο πρόσωπό σας και τη χαρά ακόμα και τις βροχερές μέρες.

Κάθε χαμόγελο είναι μέρος αυτού του κρυμμένου μηχανισμού της σχέσης σας που βασίζεται στην ευτυχία, στην αμοιβαιότητα και στην εμπιστοσύνη.

Μίλα: Ας λέμε ανοιχτά αυτό που νιώθουμε

Η σωστή επικοινωνία είναι το κλειδί για τις επιτυχημένες ανθρώπινες σχέσεις.

Μίλα. Έχουμε ξεχάσει πως είναι να εκφραζόμαστε. Να λέμε ανοιχτά αυτό που νιώθουμε, αυτό που μας ενοχλεί, που μας βασανίζει, που αναμοχλεύουμε ξανά και ξανά στο κεφάλι μας.

Δεν μιλάμε, δεν επικοινωνούμε ουσιαστικά. Συνήθως κρυβόμαστε. Αποφεύγουμε να μιλήσουμε και να εκφραστούμε ακόμα και στον ίδιο τον εαυτό μας.

Προτιμάμε να κάνουμε υποθέσεις, να φτιάχνουμε ολόκληρα σενάρια στο κεφάλι μας, να ταλαιπωρούμε τον εαυτό μας αναλύοντας καταστάσεις και γεγονότα και σε μια ερώτηση τύπου “τί έχεις;”, “πώς είσαι;”, “σε ενόχλησε κάτι;”, οι απαντήσεις θα είναι “τίποτα”, “όλα καλά”, “όχι, δεν με πείραξε κάτι”. Συχνά, «αθώα» ψέματα της καθημερινότητας. Ψέματα που λέμε πρώτα στον εαυτό μας και μετά στους άλλους.

Είναι που πολλές φορές φοβόμαστε να μιλήσουμε. Πώς θα αντιδράσει άραγε ο άλλος σε αυτό που θα πω; Και τι θα μου απαντήσει; Κι άμα παρεξηγηθεί και τσακωθούμε; Κάποιες άλλες φορές δεν μιλάμε γιατί δεν θέλουμε να στενοχωρήσουμε κάποιον είτε επειδή υποθέτουμε και φανταζόμαστε την αντίδρασή του είτε επειδή όντως ξέρουμε τον τρόπο που θα εισπράξει και θα επεξεργαστεί τα λεγόμενά μας και δεν θέλουμε να τον πληγώσουμε.

Κι ας έκανε “φάουλ”. Και καταλήγουμε να πληγώνουμε τον εαυτό μας στην προσπάθειά μας να “προστατεύσουμε” κάποιον άλλο, γιατί αυτό που έχουμε το κρατάμε μέσα μας. Κι όσο κι αν προσπαθούμε να το πνίξουμε όλο αυτό και να το αφήσουμε πίσω μας, πάντα κάτι θα μένει μέσα μας που θα μας τρώει και κάποια στιγμή θα επανέλθει στο προσκήνιο και το χειρότερο είναι πως θα εκφραστεί με μεγαλύτερη ένταση από την πρέπουσα. Συναισθήματα που καταπιέζονται και απωθούνται, που “θάβονται” αντί να εκφραστούν στο σωστό τόπο και χρόνο, με τον ανάλογο τρόπο, ξεσπούν κάποια στιγμή με μεγαλύτερη ορμή.

Μια τέτοια κατάσταση, λανθάνουσας στενοχώριας ή θυμού κ.λ.π δεν αξίζει σε κανέναν. Είναι άδικη και απέναντι στον εαυτό μας και απέναντι στους άλλους, γιατί δεν είμαστε ειλικρινείς. Εάν συνέβη ή ειπώθηκε κάτι που μας ενόχλησε, στενοχώρησε, προσέβαλε ή εκνεύρισε με κάποιον τρόπο, οφείλουμε πρώτα απ' όλα στον εαυτό μας να το εξωτερικεύσουμε στον άμεσα εμπλεκόμενο υπό τις κατάλληλες συνθήκες (δηλ. στον σωστό τόπο και χρόνο, με τον κατάλληλο τρόπο, χωρίς εντάσεις, περιττές κουβέντες και εκδραμάτιση της κατάστασης).

Ο άλλος δεν μπορεί να διαβάσει τη σκέψη μας, να μαντέψει εάν κάτι μας ενόχλησε στη συμπεριφορά του και τι θα μπορούσε να ήταν αυτό. Κι άμα δεν εκφράσεις καθαρά αυτό που σε ενόχλησε είτε ήταν λόγια είτε πράξεις, το πιο πιθανό είναι να επαναληφθεί κάτι ανάλογο. Κι όσο το αφήνεις να επαναλαμβάνεται, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να βρεις το θάρρος ή την άνεση να το πεις μετά.

Και τόσο πιο πολύ θα συσσωρεύεται η ένταση μέσα σου, μέχρι που δεν θα αντέχεις άλλο και θα γίνει το μπαμ. Κάπως έτσι έρχονται οι εκρήξεις και οι έντονοι καυγάδες στις ανθρώπινες σχέσεις γενικά είτε είναι ερωτικές είτε είναι φιλικές, οικογενειακές, επαγγελματικές κ.λ.π. Κι ο άλλος ξαφνικά θα δεχτεί μια “αδικαιολόγητη” επίθεση από το πουθενά, γιατί χωρίς να έχεις αντιδράσει ή εκφραστεί σε παρόμοιες περιπτώσεις, σε βλέπει να αντιδράς έντονα επειδή φέρεις μέσα σου συσσωρευμένη ένταση που ξεσπά.

Ο άλλος λοιπόν, θα μπει σε θέση αμυνόμενου για την επίθεση που θα εισπράξει από τη συμπεριφορά σου, την οποία θα δυσκολευτεί να κατανοήσει, κι εσύ εν τέλει θα χάσεις το δίκιο σου, γιατί δεν μίλησες όταν έπρεπε...

Συχνά λέμε “δώσε τόπο στην οργή”. Η οργή όμως, όπως η φωτιά, φουντώνει εύκολα. Όσο της δίνεις χώρο, τόσο μεγαλώνει. Καλό είναι τις φωτιές να τις προλαβαίνουμε όσο το δυνατόν νωρίτερα, προτού η σπίθα γίνει πυρκαγιά. Αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να είμαστε αντιδραστικοί σε όλα και να μη “σηκώνουμε μύγα στο σπαθί μας”. Καλό είναι να μπορούμε να ζυγίζουμε τις καταστάσεις και τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε αυτές για να είμαστε σε θέση να προστατέψουμε και τον εαυτό μας και τη σχέση μας με τον άλλο.

Ο άλλος πρέπει να είναι και έτοιμος αν ακούσει αυτό που έχουμε να του πούμε και αδιαμφισβήτητα δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι για να εκφραστούμε με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Κάποιοι είναι πιο ευαίσθητοι, κάποιοι πιο ευερέθιστοι. Ενίοτε, χρειάζεται να πάρουμε κι εμείς κι εκείνοι το χρόνο μας να ηρεμήσουμε, για να μην ειπωθούν πράγματα πάνω στην ένταση της στιγμής που θα τα μετανιώσουμε μετά. Γι' αυτό έχει μεγάλη σημασία η στιγμή που θα διαλέξεις να μιλήσεις σε κάποιον, όπως και το πόσο έτοιμη και συζητήσιμη είναι και η “άλλη πλευρά”.

Οι προσπάθειές μας μπορεί να μην είναι πάντα επιτυχημένες και να μη φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Τουλάχιστον όμως θα ξέρουμε ότι προσπαθήσαμε, ότι κάναμε το καλύτερο που μπορούσαμε για να διευθετήσουμε/επιλύσουμε ένα πρόβλημα, μια παρεξήγηση, μια δυσάρεστη κατάσταση κ.λ.π. Από εκεί και πέρα, εάν το πρόβλημα εμμένει, ζυγίζεις τις επιλογές σου. Τι οφέλη και τι κόστος έχει η κατάσταση και η σχέση σου με τον τάδε άνθρωπο, αναλόγως και πόσο σημαντικός είναι αυτός ο άνθρωπος για σένα.

Εάν δεν μπορείς να αποδεχτείς και να υπομείνεις μια κατάσταση ως έχει, για τους όποιους λόγους που είναι σημαντικοί για σένα και τη ψυχοσωματική σου υγεία και ευεξία, τότε φεύγεις, αποστασιοποιείσαι όσο μπορείς από την κατάσταση ή τους ανθρώπους που μπορεί να σε πληγώνουν με κάποιον τρόπο ή απλώς δεν “τα βρίσκετε” πια... Θα ξέρεις όμως ότι δεν έμεινες/ έφυγες από κάπου χωρίς προσπάθεια, επειδή δεν μίλησες. Επειδή δίστασες ή φοβήθηκες και δεν τόλμησες.

Η σωστή επικοινωνία είναι το κλειδί για τις επιτυχημένες ανθρώπινες σχέσεις. Και οι επιτυχημένες διαπροσωπικές σχέσεις έχουν τις εντάσεις τους, όμως ο τρόπος με τον οποίο θα χειριστούν μια “κρίσιμη κατάσταση” και οι δυο πλευρές είναι το μυστικό για να μην υπάρξει κάποια ανεπανόρθωτη ρήξη στη σχέση.

Οι άνθρωποι γίνονται θηρία χωρίς το φως και το χάδι της αγάπης

Τ’ αγρίμια εκεί έξω δεν γνώρισαν τι είναι η αγάπη.

Εκτός από τις πρώτες μέρες της ζωής τους στην μητρική αγκαλιά.

Δεν γνώρισαν ούτε έμαθαν.
Στηρίχτηκαν μόνο στο ένστικτό τους γι’ αυτοσυντήρηση κι έτσι το μόνο που κατάφεραν ήταν να παραμείνουν αγρίμια.
Να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες και τίποτ’ άλλο.

Υπάρχουν και οι άνθρωποι – αγρίμια που δεν γεννήθηκαν τέτοιοι αλλά έγιναν στην πορεία του χρόνου.
Άνθρωποι που ξέχασαν την αγάπη, γιατί πρώτη τους ξέχασε αυτή.
Άνθρωποι που δεν βγαίνουν από τις σπηλιές τους παρά μόνο για λόγους επιβίωσης.

Άνθρωποι μόνοι.

Στο φως μισοκλείνουν τα μάτια.
Δεν έχουν συνηθίσει τόση λάμψη γύρω τους.
Η ζεστασιά που απορρέει από αυτό, τους θερμαίνει τα κόκκαλα κι εκείνοι δεν έχουν γνωρίσει παρά μόνο υγρασίες και κακουχία.

Παραξενεύονται μα δεν φεύγουν.
Κοντοστέκονται να νιώσουν αυτό το φως που σαν κύμα σκάει κι εξαπλώνεται μέσα τους.
Αυτό το φως που λύνει όλους τους κόμπους, οι οποίοι σφιχτά τούς κρατούσαν κοντά στα κλουβιά τους.

Γιατί οι άνθρωποι γίνονται θηρία χωρίς το φως.
Χωρίς την αγάπη.
Χάνοντας την επαφή μαζί της, χάνουν την ταυτότητά τους.

Ξεχνάνε.
Ξεχνάνε πώς είναι ν’ αγαπιέσαι.
Πώς είναι να χωράς ολόκληρος στην ύπαρξη του άλλου και να μην σου περισσεύει τίποτα.
Πώς είναι να υπάρχεις για να ζει ο άλλος κι όχι μόνο ο εαυτός σου.

Και σκοτώνουν.
Σκοτώνουν το παιδί μέσα τους.
Σκοτώνουν την αθωότητα και την εμπιστοσύνη.
Σκοτώνουν την χαρά κι όλες τις στιγμές που κάποτε αγαπήθηκαν.

Σαν παιδιά απροστάτευτα.
Σαν προσευχές που εισακούστηκαν.
Σαν άγγελοι θεόσταλτοι.

Οι άνθρωποι ημερεύουν μόνο όταν αγαπιούνται.

Κρύβουν βαθιά τα νύχια τους για να μπορούν, χωρίς να τραυματίσουν, να επιστρέψουν χάδια.
Λούζονται στο φως κι εξαγνίζουν την ψυχή τους.
Δεν διψάνε πια για αίμα ούτε πεινάνε για σάρκα.

Το μόνο που θέλουν είναι να γευματίζουν από το πιάτο της αγάπης κι αυτό τώρα το μοιράζονται μ’ ευγνωμοσύνη.
Γιατί το θηρίο μέσα τους εξοντώθηκε.
Γιατί σώθηκαν από την εξορία.

Γιατί τώρα επέστρεψαν σπίτι τους.

Έμμετ Φοξ: Όσο αποδέχεσαι μια αρνητική κατάσταση τόσο παραμένεις δέσμιος σ΄ αυτήν

Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να είσαι δυστυχισμένος.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να είσαι απογοητευμένος ή καταπιεσμένος ή γεμάτος θλίψη.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να είσαι άρρωστος ή αποτυχημένος ή αποθαρρυνμένος.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος για οτιδήποτε άλλο από το ενδιαφέρον και τη χαρά στη ζωή.

Όσο αποδέχεσαι μια αρνητική κατάσταση τόσο παραμένεις δέσμιος σ΄ αυτήν.

Αρκεί όμως να διεκδικήσεις την κληρονομιά σου σαν ελεύθερος άνθρωπος και θα είσαι πια ελεύθερος.

Η επιτυχία και η ευτυχία αποτελούν μια φυσική κατάσταση για τον άνθρωπο. Είναι πολύ πιο εύκολο να πραγματώσει κανείς αυτές τις καταστάσεις, παρά τις αντίθετες.

Ίσως για ένα διάστημα να επισκιάζεται αυτό το γεγονός από κακές συνήθειες σκέψης και δράσης, όπως λόγου χάρη μπορεί να μας φαίνεται ευκολότερο να βαδίζουμε ή να καθόμαστε ή να κρατάμε το στυλό ή ένα μουσικό όργανο όχι όπως πρέπει, απλά και μόνο επειδή το έχουμε συνηθίσει έτσι, ο σωστός όμως τρόπος είναι στα σίγουρα ευκολότερος.

Η δυστυχία, η απογοήτευση, η φτώχεια και η μοναξιά είναι πράγματι άσχημες καταστάσεις, στις οποίες έχουν προσκολληθεί τα θύματά τους, πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει άλλη λύση ενώ βέβαια υπάρχει.

Η λύση αυτή είναι απλά ν΄ αποκτήσει κανείς καλές νοητικές συνήθειες αντί για κακές.

Έμμετ Φοξ, Πνευματικό ημερολόγιο 

Ο κόσμος μέσα σου είναι ο κόσμος έξω σου

Τι σημαίνει ο κόσμος μέσα είναι ο κόσμος έξω με απλά λόγια;

Η έκφραση ο κόσμος μέσα είναι ο κόσμος έξω, δεν είναι φιλοσοφική, ούτε πνευματική. Είναι 100% αληθινή! Η κακή σχέση που έχεις με τη μάνα σου βρίσκεται αποτυπωμένη μέσα στο σώμα σου. Η κακή σχέση που έχεις με τους ανθρώπους σου βρίσκεται μέσα στις ασύνδετες… συνδέσεις του σώματος. Η σύγχυση για το πώς θα κινηθείς στη ζωή βρίσκεται γραμμένη μέσα στο σώμα. Ακόμα και η προτίμηση που έχεις για το ένα ή το άλλο φύλο, βρίσκεται μέσα στη λειτουργία των ενεργειακών κόμβων μέσα στο σώμα.

Ο χαρακτήρας σου είναι χτισμένος μέσα στους δρόμους της φυσικής ενέργειας της ζωής μέσα στο σώμα σου. Ο θυμός και η απογοήτευση βρίσκονται μέσα σου, όχι με ένα αόριστο τρόπο, αλλά με ένα τελείως υλικό τρόπο μέσα στο αίμα και τις ορμόνες σου. Η σχέση σου με το άλλο φύλο βρίσκεται μέσα στα νεύρα και τις απολήξεις τους. Έχει άμεση σχέση με τον συσχετισμό του δεξιού και αριστερού εγκεφάλου, όπως και με τις δύο πλευρές του σώματος σου. Έχει παρατηρηθεί ότι οι γυναίκες που λατρεύουν τον πατέρα τους, είναι εύκολο να βρουν έναν άντρα, ο οποίος να τις λατρεύει. Αυτή η λατρεία για τον πατέρα εγγράφεται μέσα στο σώμα υλικά και αντανακλάται έξω από αυτές. Με αυτόν τον τρόπο, οι γυναίκες αυτές υλοποιούν μια πραγματικότητα έξω από το σώμα τους. (Αφού το μέσα είναι έξω και το έξω είναι μέσα).

Η τάση να είναι κάποιος ευσυγκίνητος είναι θέμα εγκεφάλου, ορμονών και νευρικών απολήξεων. Όπως βέβαια, και ο συσχετισμός μεταξύ τους. Η τάση να είναι κάποιος απογοητευμένος βρίσκεται ανάμεσα στο… συκώτι και τη σπλήνα, όπως βέβαια και στα συναισθήματα που κυκλοφορούν στις περιοχές αυτές. Η τάση να «παρεξηγείται» κάποιος εύκολα βρίσκεται στην κακή κυκλοφορία της ενέργειας από κάτω προς τα επάνω. Η τάση κάποιου να φοβάται έρχεται από το κάτω μέρος του σώματος που δεν επικοινωνεί καλά με το επάνω. Η τάση για υπερβολική ανησυχία κάποιου, βρίσκεται μέσα στη λειτουργία των αδένων του σώματος, όπως στην ομαλή επικοινωνία μεταξύ τους. Και φυσικά στην κακή επικοινωνία από κάτω προς τα επάνω.

Οι έντονες αρέσκειες και οι δυσαρέσκειες βρίσκονται στη σύνδεση των νεύρων μέσα στο σώμα. Η νοητική και ψυχική κατάσταση κάποιου είναι αποτέλεσμα αρμονίας ή δυσαρμονίας ανάμεσα στη δεξιά και αριστερή πλευρά του σώματος. Ακόμα και η σχέση πατέρα και μητέρας αναγράφονται μέσα στην ομαλή ή δυσαρμονική φτιαξιά του δικού σου σώματος. Η παραμικρή λεπτομέρεια της ζωής σου έξω από εσένα είναι ήδη καταχωρημένη μέσα στο δικό σου προσωπικό σύστημα. Το σώμα σου είναι το μικροσύστημα που στέλνει σήματα και υλοποιεί έξω από εσένα. Τι ύψιστη δημιουργία!

Δεν πρέπει να καταπιέζουμε, ούτε να καταπίνουμε διάφορα πράγματα

Δεν πρέπει να καταπιέζουμε, ούτε να καταπίνουμε διάφορα πράγματα.

Πρέπει να τα στρέφουμε προς το σημείο στο οποίο κατευθύνονται.

Δεν πρέπει να καταπιέζουμε, ούτε να καταπίνουμε διάφορα πράγματα.

Δεν πρέπει να στρέφουμε εναντίον μας ούτε τα καλά ούτε τα κακά, ούτε τα θετικά ούτε τα αρνητικά, ούτε τα καλύτερα ούτε τα χειρότερα.

Δεν πρέπει να ζούμε χαρίζοντας ψυχαναγκαστικά διάφορα πράγματα όταν, στην πραγματικότητα, θα θέλαμε κάποιος να χαρίσει κάτι και σ’ εμάς.

Δεν πρέπει να ζούμε θυμώνοντας με τον εαυτό μας, για να μη θυμώσουμε μ’ αυτούς που μας φόρτωσαν στην πλάτη τις δικές τους προσδοκίες.

Πρέπει να αναλαμβάνουμε πλήρως την ευθύνη για ό,τι κάνουμε, για ό,τι λέμε και για ό,τι αποφασίζουμε να μην κάνουμε και να μην πούμε.

Αν φερόμαστε έτσι, δεν θα έχουμε πια ανάγκη ούτε και λόγο για να ζήσουμε με ενοχές.

Και χωρίς ενοχές, η ζωή θα είναι πολύ, μα πολύ πιο ευχάριστη.

Νους και μηχανές

Ο Αριστοτέλης πίστευε πως ο νους είναι η οργανωτική αρχή του σώματος: «Γι’ αυτό μπορούμε ν’ απορρίψουμε τελείως ως περιττό το ερώτημα αν η ψυχή και το σώμα είναι ένα». Ο δάσκαλος του Αριστοτέλη, ο Πλάτων, πίστευε απεναντίας ότι ο νους είναι φτιαγμένος από ένα διαφορετικό είδος ουσίας από το σώμα και φιλόσοφοι όπως ο Θωμάς ο Ακινάτης και ο Καρτέσιος ενστερνίστηκαν το όραμά του. Ωστόσο ο Αριστοτέλης είναι αυτός που μονοπωλεί σήμερα τη συζήτηση με την άποψη ότι ο νους είναι μια διεργασία κι όχι ένα ξεχωριστό αντικείμενο. Η σύγχρονη έρευνα για την τεχνητή νοημοσύνη υποστηρίζει ότι αυτή η διεργασία είναι η υπολογιστική.

Η πρώτη κινηματογραφική απεικόνιση της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) έγινε στην κλασική ταινία του Fritz Lang Metropolis (1926). Η ταινία διαδραματίζεται σε μια δυστοπική βιομηχανική κοινωνία του μέλλοντος και δείχνει ένα θηλυκό ανδροειδές που έχει κατασκευαστεί ώστε να μοιάζει με αρχηγό των εργατών. Καθώς το πρόσωπο του ανδροειδούς παίρνει σχήμα και τα μάτια του ανοίγουν αποκαλύπτοντας την τέλεια ομοιότητα, ο περήφανος δημιουργός του παρατηρεί ότι «Το μόνο που της λείπει είναι η ψυχή». Ωστόσο αυτό το μειονέκτημα δεν εμποδίζει το ανδροειδές να περνιέται για κανονική γυναίκα. Η έλλειψη ψυχής δεν θα ενοχλούσε τους σημερινούς ερευνητές της ΤΝ, αν μπορούσαν να κάνουν ένα από τα δημιουργήματά τους

Η ικανότητα να είναι πειστικός στις καθημερινές συνομιλίες είναι η προϋπόθεση του «Τεστ του Turing», που έθεσε ο βρετανός μαθηματικός και εφευρέτης του ψηφιακού υπολογιστή Alan Turing* το 1950. Σ’ αυτό που αποκάλεσε «παιχνίδι απομίμησης» ένας άνθρωπος που υποβάλλει ερωτήσεις κάθεται σ’ ένα δωμάτιο το οποίο συνδέεται με δύο άλλα μέσω τερματικού. Στα άλλα δύο δωμάτια βρίσκονται ένας άνθρωπος κι ένας υπολογιστής αντίστοιχα. Ο ερωτών κάνει ερωτήσεις στον άνθρωπο και στον υπολογιστή μέσω του τερματικού του και, αν δεν μπορεί να καταλάβει ποιος είναι ο τεχνητός νους και ποιος ο «πραγματικός», τότε είναι λογικό να θεωρηθούν και οι δύο πραγματικοί. Για την ακρίβεια, δεν θα ήταν ο υπολογιστής ο νους, αλλά το λογισμικό πρόγραμμα που τρέχει στον υπολογιστή. Αν όλα τα μυαλά, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου μυαλού, λειτουργούν μ’ αυτό τον τρόπο, τότε η ανθρώπινη συνείδηση είναι αυτό που συμβαίνει όταν ένα συγκεκριμένο είδος λογισμικού τρέχει στο υλικό του εγκεφάλου.

Ο ίδιος ο Turing πίστευε πως το τεστ θα είχε ξεπεραστεί ως το έτος 2000. Παρ’ όλα αυτά, ο αιώνας άλλαξε κι ακόμη περιμένουμε. Οι ερευνητές της ΤΝ έχουν προφανώς να δώσουν εξηγήσεις. Μπορεί να προσπαθήσουν να ρίξουν το φταίξιμο στο Χόλυγουντ που αυξάνει τις προσδοκίες μας. Ενώ οι ταινίες μας έχουν χαρίσει στρατιές από υπερνοήμονα ρομπότ από το C3PO μέχρι τον Εξολοθρευτή, η τεχνολογία του πραγματικού κόσμου έχει μείνει πολύ πίσω. Μπορεί το υλικό των υπολογιστών να μετράει μισό αιώνα ζωής πια, αλλά ποτέ δεν ανταποκρίθηκε στις εκάστοτε απαιτήσεις. Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας των υπολογιστών οι ερευνητές αναγκάζονταν ν’ αρκούνται σε μηχανήματα που μόλις και μετά βίας μπορούν ν’ αναπαράγουν τη διανοητική ικανότητα ενός εντόμου.
---------------------------------
*Alan Turing, ο Βρετανός πατέρας της τεχνητής νοημοσύνης που κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου έσπασε τον κώδικα Enigma των Γερμανών, μαζί με την ομάδα του στο Bletchley Park (εικονογράφηση για την Daily Telegraph από τον Mark Thomas/Central Illustration Agency).

Ό,τι δεν είναι αλήθεια δεν θα επιβιώσει

Σχεδόν τα πάντα σε αυτόν τον κόσμο των ψευδαισθήσεων είναι ένα ψέμα. Γι’ αυτό ζητώ από τους φίλους μου να ακολουθήσουν τρεις κανόνες θέασης της αλήθειας. Ο πρώτος είναι: Μη με πιστεύετε. Δεν χρειάζεται να με πιστεύετε- απλά σκεφτείτε και κάντε τις επιλογές σας. Πιστέψτε ό,τι θέλετε από αυτά που σας λέω και μόνο αν σας ακούγεται λογικό, αν σας κάνει χαρούμενους. Αν σας οδηγεί στην αφύπνισή σας, τότε επιλέξτε να το πιστέψετε. Είμαι υπεύθυνος για όσα λέω, αλλά όχι για αυτό που καταλαβαίνετε. Ζούμε σε εντελώς διαφορετικό όνειρο. Αυτό που λέω, ακόμη και αν είναι αλήθεια για μένα, δεν είναι απαραίτητα και για σας. Ο πρώτος κανόνας, λοιπόν, είναι εύκολος: Μη με πιστεύετε.

Ο δεύτερος κανόνας είναι πιο δύσκολος: Μην πιστεύετε τον εαυτό σας. Μην πιστεύετε τα ψέματα που λέτε στον εαυτό σας – τα ψέματα που δεν επιλέξατε, αλλά σας προγραμμάτισαν να πιστεύετε. Μην πιστεύετε τον εαυτό σας όταν λέτε ότι δεν είστε αρκετά καλοί, δυνατοί ή ευφυείς. Μην πιστεύετε τα όρια και τους περιορισμούς που βάζετε στον εαυτό σας. Μην πιστεύετε ότι δεν αξίζετε την ευτυχία ή την αγάπη. Μην πιστεύετε ότι δεν είστε όμορφοι. Μην πιστεύετε ό,τι σας κάνει να υποφέρετε. Μην πιστεύετε στο δράμα σας. Μην πιστεύετε τον Κριτή ή το Θύμα που έχετε μέσα σας. Μην πιστεύετε την εσωτερική σας φωνή που σας λέει πόσο ανόητοι είστε, που σας λέει να αυτοκτονήσετε. Μην τα πιστεύετε, γιατί δεν είναι αλήθεια. Ανοίξτε τα αυτιά σας, ανοίξτε την καρδιά σας και ακούστε. Όταν ακούτε την καρδιά σας να σας οδηγεί στην ευτυχία, επιλέξτε να την ακολουθήσετε μέχρι το τέλος. Όμως, μην πιστεύετε τον εαυτό σας μόνο και μόνο επειδή σας λέει κάτι, γιατί πάνω από το 80% όσων πιστεύετε είναι ψέματα – απλά δεν είναι αλήθεια. Ο δεύτερος κανόνας, λοιπόν, είναι δύσκολος: Μην πιστεύετε τον εαυτό σας.

Ο τρίτος κανόνας είναι: Μην πιστεύετε κανέναν άλλο. Μην πιστεύετε τους άλλους, γιατί ούτως ή άλλως λένε συνεχώς ψέματα. Όταν δεν έχετε πια συναισθηματικές πληγές, όταν δεν έχετε την ανάγκη να πιστέψετε τους άλλους για να γίνετε αποδεκτοί, βλέπετε τα πάντα πιο καθαρά. Βλέπετε αν κάτι είναι μαύρο ή άσπρο, αν είναι αλήθεια ή όχι. Κάτι που είναι αλήθεια τώρα, μπορεί σε λίγο να μην είναι, και το αντίστροφο. Όλα αλλάζουν τόσο γρήγορα, αν, όμως, έχετε επίγνωση αντιλαμβάνεστε την αλλαγή. Μην πιστεύετε τους άλλους, γιατί θα χρησιμοποιήσουν την αφέλειά σας για να σας χειραγωγήσουν. Μην πιστεύετε κανέναν που σας λέει ότι ήρθε από τις Πλειάδες και θέλει να σώσει τον κόσμο. Δεν έχουμε ανάγκη από σωτήρες. Ο κόσμος δεν έχει ανάγκη από εξωγήινους που θα έρθουν από κάπου αλλού για να μας σώσουν. Ο κόσμος είναι ζωντανός- είναι ένα ζωντανό ον και είναι ευφυέστερος από όλους εμάς μαζί. Αν πιστεύουμε ότι ο κόσμος έχει ανάγκη από σωτήρες, αργά ή γρήγορα κάποιος θα έρθει και θα πει: “Ακούστε, έρχεται ένας κομήτης, πρέπει να φύγουμε από τον πλανήτη. Αυτοκτονήστε, και ιδού! Η ψυχή σας θα ανέβει στον κομήτη και θα πάει στον παράδεισο”. Μην πιστεύετε αυτούς τους μύθους. Εσείς δημιουργείτε το δικό σας όνειρο για τον παράδεισο και κανείς δεν μπορεί να το δημιουργήσει για σας. Το μόνο που χρειάζεστε για να φτάσετε στην ευτυχία σας, στο δικό σας δημιούργημα, είναι κοινή λογική. Ο τρίτος κανόνας είναι δύσκολος, γιατί έχουμε την ανάγκη να πιστεύουμε τους άλλους. Μην τους πιστεύετε.

Μην πιστεύετε εμένα, μην πιστεύετε τον εαυτό σας, μην πιστεύετε κανέναν άλλο. Όταν δεν πιστεύετε κανέναν, ό,τι δεν είναι αλήθεια σε αυτόν τον κόσμο των ψευδαισθήσεων θα εξαφανιστεί. Τα πράγματα είναι όπως είναι. Δεν χρειάζεται να δικαιολογήσετε την αλήθεια· δεν χρειάζεται να την εξηγήσετε. Η αλήθεια δεν χρειάζεται τη στήριξη κανενός. Τα ψέματα χρειάζονται τη στήριξή σας. Πρέπει να δημιουργήσετε ένα ψέμα για να στηρίξετε το προηγούμενο και ούτω καθεξής, μέχρι που δημιουργείτε ένα οικοδόμημα από ψέματα και, όταν αποκαλύπτεται τελικά η αλήθεια, όλα καταρρέουν. Όμως, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται να νιώσετε τύψεις επειδή λέτε ψέματα.

Τα περισσότερα ψέματα εξανεμίζονται όταν σταματήσουμε να τα πιστεύουμε. Ό,τι δεν είναι αλήθεια δεν θα επιβιώσει μιας σκεπτικιστικής διάθεσης, αλλά η αλήθεια πάντα επιβιώνει. Η αλήθεια ισχύει πάντα, είτε την πιστεύετε είτε όχι. Το σώμα σας είναι φτιαγμένο από άτομα. Δεν χρειάζεται να το πιστέψετε. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, είναι αλήθεια. Μόνο η αλήθεια θα μείνει, και αυτό ισχύει και για τις απόψεις που έχετε για τον εαυτό σας.

Είπαμε ότι όταν ήμασταν παιδιά, δεν είχαμε την ευκαιρία να επιλέξουμε τι θα πιστέψουμε και τι όχι. Τώρα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τώρα που μεγαλώσαμε, έχουμε τη δύναμη να επιλέξουμε. Μπορούμε να πιστέψουμε ή να μην πιστέψουμε. Ακόμη κι αν κάτι δεν είναι αλήθεια, μπορεί να επιλέξουμε να το πιστέψουμε απλά και μόνο επειδή το θέλουμε.

Μπορείτε να επιλέξετε πώς να ζήσετε τη ζωή σας. Κι αν είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας, θα ξέρετε ότι είστε πάντα ελεύθεροι να κάνετε νέες επιλογές.

Ίσως…

Ίσως να ‘τανε σπλαχνικότερος ο κόσμος αν πρώτα δεχόμασταν το ερπετό που κατοικεί στα σωθικά μας, και μετά, χωρίς μεγάλες αγιαστούρες, πηγαίναμε να βρούμε μέσα μας λίγο από εκείνο που μοιάζει θεϊκό. Δεν με ενδιαφέρουν οι «καλοί» άνθρωποι, γιατί αυτοί δεν προσπαθούν, αλλά οι «κακοί» που προσπαθούν να είναι καλοί.

Κάνοντας μία τακτοποίηση στην περισυλλογή μέχρι εδώ, ξεδιαλύνω τρία κρίσιμα φιλοσοφικά ερωτήματα:

Το Οντολογικό. Τί είναι ο άνθρωπος; Είναι κάτι παραπάνω από πίθηκος με σιαγμένο το κοκαλάκι του λαιμού; Ώστε να παράγει έναρθρη κραυγή, να συνεννοείται και να εξελίσσεται με φόρα, αυτό που λέει «πρόοδο»; Υπάρχει αιτία; Υπάρχει σκοπός;

Το Γνωσιοθεωρητικό. Υπάρχει αλήθεια; Και αν υπάρχει μπορούμε ποτέ να την βρούμε; Είναι μία Αλήθεια ή πολλές τοπικές πραγματικότητες που όση αξία έχουν, έχει να κάνει με την τοπολογική, γεωμετρική, πρόσκαιρη «ισχύ» τους, δηλαδή την λειτουργικότητά τους;

Το Αξιακό. Υπάρχει ηθικό, σωστό, δίκαιο, αληθινό, άξιο; Ή έτσι βαφτίζουμε τις ψυχικές προδιαθέσεις, τα κοινωνικά άλλοθι και ότι βολεύει την χωροταξία της οργανωμένης ομάδας ώστε να μην αλληλοσκοτώνεται περισσότερο απ’ ότι χρειάζεται;

Εγώ, τώρα, δίνω τούτες τις απαντήσεις:

Δεν πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι κάτι ανώτερο. Το «έγκλημα» των άλλων ειδών είναι ότι τον άφησαν, το πιο φονικό είδος από όσα πέρασαν, να κερδίσει τον εξελικτικό πόλεμο – για τώρα, τουλάχιστον (τα τελευταία κανά δύο δισεκατομμύρια χρόνια) – οπότε εύλογα αρμενίζει στον ναρκισσισμό και στην αυτοσπουδαιότητα, για όσο καιρό κουμαντάρει ακόμα ετούτο τον πλανήτη.

Αν υπάρχει Αλήθεια, εγώ δεν θα μπορέσω να την βρω ποτέ. Όλα τα άλλα έχουν να κάνουν με την οίηση των μορφωμένων, την ανάγκη και το «δικαίωμα» που νομίζουν ότι τους δόθηκε, να μάθουν και να ξέρουν.

Η μόνη αξία που νιώθω, και είναι από την ψυχή και όχι από το νου, είναι η χαρά, η γλύκα του ωραίου χαμόγελου, το φως του καλοσυνάτου ματιού. Και η χειρότερη απαξία είναι η δυστυχία και ο πόνος.

Το πλατωνικό δόγμα της μετεμψύχωσης

Ο Πλάτων στα γραπτά του δεν μιλάει μόνο για αθανασία της ψυχής· μιλάει και για ένα συμπλήρωμα της αθανασίας της ψυχής, που μας δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα. Μιλάει για το περίφημο «δόγμα της μετεμψύχωσης ή μετενσάρκωσης» –ίσως ο δεύτερος όρος είναι πιο ακριβής–, για την πεποίθηση δηλαδή ότι όχι απλώς η ψυχή μας δεν πεθαίνει μετά τον θάνατο, αλλά ξαναγυρίζει σε ένα άλλο σώμα και ζει και μία άλλη και μία άλλη και μία άλλη ζωή, μία θεώρηση που φαίνεται να την έχει πάρει απ’ τους Πυθαγορείους· μαρτυρείται μ’ αρκετή ασφάλεια για τον ίδιο τον Πυθαγόρα και για τους οπαδούς του.

Είναι πιο πολύπλοκο το θέμα, διότι το να δεχτείς τη διαφορά ψυχής και σώματος, τη ριζική διαφορά, και την αθανασία της ψυχής, είναι ένα πρώτο βήμα· η μετενσάρκωση μοιάζει να ’ναι ένα δεύτερο και πιο τολμηρό βήμα και λιγότερο πιστευτό από έναν ορθολογικό κριτή. Για παράδειγμα, οι χριστιανοί δέχονται, κατά κάποιον τρόπο, την αθανασία της ψυχής, αλλά δεν μιλούν για μετενσάρκωση, και πόσο μάλλον όταν παίρνει μορφές που καμιά φορά τις προβάλλει κι ο Πλάτων στα κείμενά του, ότι μία άλλη ζωή μπορεί να ’ναι ζωή σ’ ένα ζώο, αποδεχόμενος θρύλους που κυκλοφορούσαν για τον Πυθαγόρα ότι είχε ζήσει πολλές ζωές ή ότι μπορεί... Υπάρχει ένα ανέκδοτο, ότι ακούσαν ένα σκυλάκι να κλαίει κι ο Πυθαγόρας κατάλαβε ποιος φίλος του εκφραζόταν πίσω απ’ το κλάμα της ψυχής· προφανώς αυτό είναι σκωπτικό το ανέκδοτο, διότι αυτές οι θεωρήσεις δεν ήταν και πάρα πολύ διαδεδομένες στην αρχαιότητα.

Γιατί εισάγει αυτή τη θεωρία στα γραπτά του; Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα κι είναι ενδιαφέρον το ότι ο Πλάτων καταφεύγει σ’ αυτό το δόγμα της μετεμψύχωσης όταν ασχολείται με θέματα γνώσης. Είναι λίγο περίεργο: δεν είναι θέματα μυστικισμού και σωτηρίας της ψυχής, αλλά συζητώντας το τι είναι γνώση.

Η πρώτη φορά που εμφανίζεται αυτό το δόγμα στα γραπτά του είναι στον Μένωνα, έναν διάλογο που πρέπει να γράφηκε λίγο πριν απ’ τον Φαίδωνα· συνδέονται σε αρκετά σημεία μεταξύ τους οι δύο διάλογοι. Ο Φαίδων παραπέμπει μ’ έναν έμμεσο τρόπο στον Μένωνα. Τυπικά το θέμα του είναι το διδακτό ή μη της αρετής, αν μπορούμε την αρετή –αν υποθέσουμε ότι την κατέχουμε– να τη διδάξουμε σε άλλους, και δεν καταλήγει σε μία ασφαλή θέση ο διάλογος. …

Για ν’ αποδείξουμε ότι η αρετή είναι διδακτή πρέπει να αποδείξουμε ότι η αρετή είναι γνώση. Αν είναι γνώση η αρετή, τότε προφανώς μπορεί να διδάσκεται. Και ο συζητητής του Σωκράτη, ο Μένων, προβάλλει ένα επιχείρημα που έχει μείνει ως το Παράδοξο του Μένωνος, … Λέει λοιπόν αυτό το παράδοξο – που είναι στην ουσία μια ερώτηση: «Πώς μαθαίνω, αν είναι δυνατόν να μάθω κάτι;»

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Kαταλαβαίνω τι θέλεις να πεις, Mένων… [και διατυπώνει αυτό το παράδοξο] Ότι είναι αδύνατον κάποιος να αναζητεί τόσο αυτό που γνωρίζει όσο και αυτό που αγνοεί. Δεν μπορεί να αναζητεί αυτό που γνωρίζει, γιατί ήδη το ξέρει και επομένως δεν απαιτείται έρευνα γι’ αυτό. Δεν μπορεί όμως ούτε να αναζητεί αυτό που δεν γνωρίζει, γιατί δεν ξέρει τι πράγμα ψάχνει.

Και συνεχίζεται ο διάλογος και θα δείτε πώς μπαίνει το θέμα της μετεμψύχωσης:

MΕΝΩΝ. Aν δεν σε ικανοποιεί αυτό το επιχείρημα, Σωκράτη, τι έχεις να αντιπροτείνεις;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Έχω ακούσει άνδρες και γυναίκες, γνώστες στα θεϊκά πράγματα…

MΕΝΩΝ. Nα λένε τι;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Κάτι που μου φαίνεται αληθινό και υπέροχο.

MΕΝΩΝ. Tι έλεγαν; Kαι ποιοί ήταν αυτοί;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ιερείς και ιέρειες – αυτοί που έχουν έργο να εξηγούν τις τελετές στις οποίες μετέχουν. Το ίδιο λέει και ο Πίνδαρος και πολλοί άλλοι θεϊκοί ποιητές. Αυτό που διακηρύσσουν είναι το εξής – και σκέψου αν λένε όντως την αλήθεια. Λένε λοιπόν ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη· όταν φθάνει σε ένα τέλος –αυτό που αποκαλείται θάνατος–, τότε ξαναγεννιέται· δεν χάνεται όμως ποτέ. Αυτός είναι και ο λόγος που μας επιβάλλει να ζούμε με τη μεγαλύτερη δυνατή ευσέβεια…

Εφόσον η ψυχή είναι αθάνατη και έχει γεννηθεί πολλές φορές και έχει δει όλα τα πράγματα και εδώ και στον Άδη, δεν υπάρχει τίποτε που να μην το έχει μάθει. Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι μπορεί να θυμηθεί για την αρετή και για όλα τα παρόμοια πράγματα τα οποία κάποτε ήξερε. Καθώς όλη η φύση διέπεται από συγγένεια, και καθώς η ψυχή έχει μάθει τα πάντα, τίποτα δεν μας εμποδίζει όταν ξαναθυμηθούμε ένα πράγμα –αυτό είναι που οι άνθρωποι αποκαλούν «μάθηση»– να ξαναβρούμε μόνοι μας και όλα τα άλλα, αν είμαστε γενναίοι και δεν εγκαταλείψουμε την αναζήτηση. Γιατί κάθε αναζήτηση, και άρα κάθε μάθηση, δεν είναι παρά ανάμνηση. (Μένων 81a κ.ε.)

Η μάθηση λοιπόν είναι μια μορφή ανάμνησης. Για να δείξει μάλιστα τι εννοεί –αν θέλετε, να το αποδείξει στην πράξη στον Μένωνα– καλεί, μέσα στο κείμενο του Πλάτωνα, έναν αμαθή νέο, ένα παιδί, και πιθανότατα δούλο, που δεν είχε πάρει εκπαίδευση –τον βάζει, θα λέγαμε, στον πίνακα γιατί χρειάζεται σχέδιο γι’ αυτό που περιγράφεται–, και τον βάζει μπροστά σ’ ένα δύσκολο γεωμετρικό πρόβλημα.

Με λίγη καθοδήγηση ο δούλος καταφέρνει στο τέλος να λύσει το γεωμετρικό πρόβλημα. Αυτό θεωρεί ο Σωκράτης ότι είναι μία απόδειξη, ή αν θέλετε μία μεγάλη ένδειξη, ότι με την καθοδήγησή του τον έφερε σε τέτοια θέση, ώστε να θυμηθεί αυτά που κάποτε ήξερε. Αν δεν είχε μία τέτοια προϋπάρχουσα γνώση ή, αν θέλετε, ένα ψήγμα τέτοιας γνώσης, δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει στη λύση του προβλήματος.

Είναι μια αμφιλεγόμενη, αν θέλετε, απόδειξη. Ίσως το ’χουμε δει στη ζωή μας: πραγματικά άτομα που δεν έχουν ειδικές γνώσεις να τις κατακτούν αρκετά γρήγορα με ένα άλμα. Άλλος θα μπορούσε να πει ότι αυτό γίνεται λόγω μιας έμμεσης καθοδήγησης, μιας διαδικασίας μάθησης δηλαδή, στην οποία υποβάλλεται ο δούλος από τον Σωκράτη. Όπως και να ’χει το πράγμα –και φυσικά αυτά δεν λύνονται με αποδείξεις, αλλά με πεποιθήσεις, είναι πεποιθήσεις, κάποιος πιστεύει στην αθανασία της ψυχής ή δεν πιστεύει κ.ο.κ.– το σημαντικό είναι να δούμε τι θέλει να βγάλει ο Πλάτων μ’ αυτή τη θεωρία και πώς τη συνδέει μ’ ένα πρόβλημα που δεν το περιμέναμε: το παράδοξο της γνώσης, πώς μπορούμε να μάθουμε.

Αν η γνώση είναι ανάμνηση, όπως ισχυρίζεται, όπως βγαίνει από τη θεωρία της μετεμψύχωσης, τότε έχουμε μια βάση στη γνώση μας. Δεν τίθεται πια το παράδοξο, που έθεσε ο Μένων, ότι γιατί να ψάχνουμε κάτι καινούργιο αφού δεν το ξέρουμε ή αν το ξέρουμε ήδη τότε δεν έχουμε λόγο να το ψάξουμε. Η απάντηση θα μπορούσε να ’ναι ότι, δυνάμει, μέσα μας έχουμε ένα υπόβαθρο γνώσης, το οποίο αν σκαλίσουμε τότε μπορούμε να πάμε στο επόμενο βήμα.

Η ίδια περίπου θέση εκφράζεται και στον Φαίδωνα Εκεί, δίνονται πάλι κάποιες αποδείξεις για την αθανασία της ψυχής. Νομίζω η ισχυρότερη είναι αυτή που θα σας διαβάσω, που έχει να κάνει πάλι με την ανάμνηση, άρα συνέχονται τα δύο κείμενα, ο Μένων και ο Φαίδων, στο ίδιο πλαίσιο. Επαναλαμβάνω, αποδείξεις για την αθανασία της ψυχής δεν μπορεί κανείς να φέρει. Έμειναν έτσι στην ιστορία της φιλοσοφίας, όπως μιλάμε για αποδείξεις περί της ύπαρξης Θεού, που έχουμε στα μεσαιωνικά χρόνια, οι οποίες, αν τις δει κανείς αυστηρά, δεν είναι προφανώς αποδείξεις. Αν υπήρχαν αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού ή για την αθανασία της ψυχής (και απόδειξη σημαίνει επιστημονική, μαθηματική απόδειξη), τότε όλος ο κόσμος θα ήταν απολύτως όχι πεπεισμένος, αλλά θα ήξερε ότι υπάρχει Θεός ή ότι υπάρχει αθανασία της ψυχής και όπως ξέρετε αυτό δεν είναι κοινή πεποίθηση. Λέει λοιπόν στον Φαίδωνα περίπου το ίδιο πράγμα. Σας διαβάζω το κείμενο. Μιλάει για τις Ιδέες.

Εξέτασε, είπε ο Σωκράτης, αν συμβαίνει το εξής. Ισχυριζόμαστε ότι κάτι είναι ίσο – δεν εννοώ ένα ξύλο ίσο με ένα άλλο ξύλο, μια πέτρα με μια άλλη πέτρα κ.ο.κ. αλλά κάτι διαφορετικό από όλα αυτά, την ίδια την Ισότητα. [Στα αρχαία «αὐτὸ τὸ ἴσον», δηλαδή την Ιδέα της ισότητας.] Θα πούμε ότι αυτό υπάρχει ή όχι;

Και βέβαια θα το πούμε, είπε ο Σιμμίας· σίγουρα υπάρχει.

Γνωρίζουμε όμως ακριβώς τι είναι αυτό;

Φυσικά γνωρίζουμε.

Από πού όμως αποκτήσαμε τη γνώση του; [της Ιδέας της ισότητας.] Μήπως από αυτό που τώρα αναφέραμε, από το γεγονός δηλαδή ότι είδαμε ξύλα, πέτρες ή άλλα αντικείμενα ίσα, φτάσαμε σ’ αυτό, που όμως είναι διαφορετικό; Ή μήπως δεν σου φαίνεται ότι είναι διαφορετικό; Κοίταξε το θέμα ως εξής: Δεν συμβαίνει μερικές φορές ίσα ξύλα και πέτρες, ενώ είναι τα ίδια, να φαίνονται σε κάποιον ίσα και σε [κάποιον] άλλον άνισα;

Βέβαια συμβαίνει.

Τι όμως συμβαίνει; Είναι δυνατό να σου φανούν ποτέ τα ίδια τα ίσα [οι Ιδέες, δηλαδή οι ισότητες, άνισες] άνισα, δηλαδή να σου φαίνεται η ισότητα ανισότητα;

Ουδέποτε Σωκράτη.

Επομένως δεν είναι το ίδιο πράγμα η ισότητα αυτών των αντικειμένων και [η ίδια η Ισότητα] η Ισότητα καθαυτή.

Κατά κανένα λόγο.

Ωστόσο, συνέχισε ο Σωκράτης, από τα ίσα αυτά αντικείμενα που όπως είπαμε δεν ταυτίζονται με το καθαυτό Ίσο, δεν έφτασες στη γνώση αυτού ακριβώς του ίδιου του Ίσου;

Έχεις απόλυτο δίκαιο.

Και αυτό δεν έγινε είτε υπήρχε ομοιότητα ανάμεσά τους είτε ανομοιότητα;

Ακριβώς.

Και πράγματι, αυτό είναι αδιάφορο, είπε ο Σωκράτης. Από τη στιγμή που βλέποντας κάτι οδηγείσαι στο να σκεφτείς κάτι άλλο, είτε όμοιο είτε ανόμοιο, έχει λειτουργήσει κατ’ ανάγκην η ανάμνηση.

Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να έχουμε κάπως αποκτήσει γνώση της πραγματικής ύπαρξης του απολύτου Ίσου, πριν αρχίσουμε να βλέπουμε και να ακούμε και να χρησιμοποιούμε τις αισθήσεις μας…

Το συμπέρασμα είναι αναγκαίο Σωκράτη.

Μόλις όμως γεννηθήκαμε δεν αρχίσαμε αμέσως να βλέπουμε, να ακούμε και να χρησιμοποιούμε τις αισθήσεις μας;

Βέβαια.

Δεν είπαμε ότι την γνώση του Ίσου θα πρέπει να την έχουμε αποκτήσει πριν απ’ αυτό;

Ναι.

Απ’ ό,τι φαίνεται, επομένως, θα πρέπει να έχουμε αποκτήσει αυτή τη γνώση πριν γεννηθούμε.

Πράγματι, έτσι φαίνεται. (Φαίδων 74a κ.ε.)

Ένα ισχυρό επιχείρημα του Σωκράτη. Πολλές φορές, λέει ο Σωκράτης, χρησιμοποιούμε τον νόμο, θα λέγαμε εμείς όχι της ανάμνησης, του συνειρμού. Δηλαδή, βλέπουμε ένα φαινόμενο, όπως δύο ίσα ξύλα, και συνειρμικά ανακαλούμε, αν θέλετε, από τη μνήμη μας κάτι που δεν φαίνεται από τις αισθήσεις, κάτι άλλο. Κατά το παράδειγμα, από δύο ίσα ξύλα, και άλλα δύο ίσα ξύλα, και άλλα δύο ίσα ξύλα ή ελαφρώς άνισα συλλαμβάνουμε την έννοια της Ισότητας που δεν έχει να κάνει με τα συγκεκριμένα ξύλα. Είναι η Ιδέα της ισότητας, είναι κάτι αφηρημένο, είναι κάτι νοητικό, και δεν έχει να κάνει με τις εντυπώσεις που έχουμε με τις αισθήσεις μας. Πώς φτάσαμε σ’ αυτή τη σύλληψη; Η απάντηση του Σωκράτη είναι ότι αυτό το ξέραμε στην ουσία, το είχαμε μάθει κάποτε και το ανακαλέσαμε συνειρμικά στη μνήμη μας, θρησκευτικά επενδύοντάς το μιλώντας. Γιατί; Γιατί η ψυχή μας είχε ζήσει κάποτε ανεξάρτητα από το σώμα, είχε γνωρίσει τα πάντα, τα ξέχασε και στη συνέχεια στην παρούσα ζωή μέσω της κατάδειξης ή μέσω της καθοδήγησης από κάποιον γνώστη, όπως είναι ο Σωκράτης με τον δούλο, το φέραμε πάλι στη μνήμη μας.

Άρα, ο Πλάτων χρησιμοποιεί την μετεμψύχωση για να λύσει προβλήματα γνώσης, για να αποδείξει ότι υπάρχουν Ιδέες εδώ. Και επειδή η γνώση για τον Πλάτωνα είναι η γνώση των Ιδεών, θεωρεί ότι αυτό είναι καλό υπόβαθρο για να στηρίξει αυτό που θέλει να πει.

Αν δούμε το κείμενο λίγο από πιο μακριά, δεν λέει τίποτα παραπάνω απ’ αυτό που θα πουν αργότερα οι φιλόσοφοι της Νεωτερικότητας, ότι υπάρχουν a priori γνώσεις, δηλαδή γνώσεις που τις έχουμε χωρίς να τις έχουμε μάθει, ότι δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε τη γνώση αν δεν υπάρχει ένα a priori στοιχείο. Ή αν θέλετε να πάτε στη νεότερη βιολογία, οι βιολόγοι λένε ότι όπως κληρονομείται ένα μεγάλο μέρος του DNA των γονέων στα παιδιά, που έχει να κάνει με την εξωτερική τους εμφάνιση, ότι μοιάζει ο γιος με τον πατέρα και πολλές φορές μοιάζει όχι μόνον στην εξωτερική εμφάνιση, αλλά και στα ταλέντα, ας πούμε, και στις προδιαθέσεις, αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι κληρονομούνται από τους γονείς ή από το είδος γενικά κάποια χαρακτηριστικά στις επόμενες γενιές. Δεν απέχει πολύ από αυτό που ο Πλάτων θα μπορούσε να πει για την εποχή του με την έννοια της μετεμψύχωσης, της γνώσης από ανάμνηση.

Κάποιο κομμάτι γνώσης, και αν δεν είναι γνώση είναι προδιάθεση, δυνατότητα που έχουμε για γνώση, το έχουμε πάρει έτοιμο από τη γέννησή μας. Νομίζω ότι, καθώς μάλιστα οι θεωρίες της κληρονομικότητας έχουν πάρει το πάνω χέρι τα τελευταία χρόνια, δεν είναι πολύ παράλογο να πούμε ότι κάτι θέλει να πει παραπάνω από την επιφάνεια αυτού που λέει ο Πλάτων.

ΠΛΑΤΩΝ: Συμπόσιον (205d-206e)

[205d] Οὕτω τοίνυν καὶ περὶ τὸν ἔρωτα. τὸ μὲν κεφάλαιόν ἐστι πᾶσα ἡ τῶν ἀγαθῶν ἐπιθυμία καὶ τοῦ εὐδαιμονεῖν ὁ μέγιστός τε καὶ δολερὸς ἔρως παντί· ἀλλ᾽ οἱ μὲν ἄλλῃ τρεπόμενοι πολλαχῇ ἐπ᾽ αὐτόν, ἢ κατὰ χρηματισμὸν ἢ κατὰ φιλογυμναστίαν ἢ κατὰ φιλοσοφίαν, οὔτε ἐρᾶν καλοῦνται οὔτε ἐρασταί, οἱ δὲ κατὰ ἕν τι εἶδος ἰόντες τε καὶ ἐσπουδακότες τὸ τοῦ ὅλου ὄνομα ἴσχουσιν, ἔρωτά τε καὶ ἐρᾶν καὶ ἐρασταί.
Κινδυνεύεις ἀληθῆ, ἔφην ἐγώ, λέγειν.
Καὶ λέγεται μέν γέ τις, ἔφη, λόγος, ὡς οἳ ἂν τὸ ἥμισυ [205e] ἑαυτῶν ζητῶσιν, οὗτοι ἐρῶσιν· ὁ δ᾽ ἐμὸς λόγος οὔτε ἡμίσεός φησιν εἶναι τὸν ἔρωτα οὔτε ὅλου, ἐὰν μὴ τυγχάνῃ γέ που, ὦ ἑταῖρε, ἀγαθὸν ὄν, ἐπεὶ αὑτῶν γε καὶ πόδας καὶ χεῖρας ἐθέλουσιν ἀποτέμνεσθαι οἱ ἄνθρωποι, ἐὰν αὐτοῖς δοκῇ τὰ ἑαυτῶν πονηρὰ εἶναι. οὐ γὰρ τὸ ἑαυτῶν οἶμαι ἕκαστοι ἀσπάζονται, εἰ μὴ εἴ τις τὸ μὲν ἀγαθὸν οἰκεῖον καλεῖ καὶ ἑαυτοῦ, τὸ δὲ κακὸν ἀλλότριον· ὡς οὐδέν γε ἄλλο ἐστὶν οὗ [206a] ἐρῶσιν ἅνθρωποι ἢ τοῦ ἀγαθοῦ. ἢ σοὶ δοκοῦσιν;
Μὰ Δί᾽ οὐκ ἔμοιγε, ἦν δ᾽ ἐγώ.
Ἆρ᾽ οὖν, ἦ δ᾽ ἥ, οὕτως ἁπλοῦν ἐστι λέγειν ὅτι οἱ ἄνθρωποι τἀγαθοῦ ἐρῶσιν;
Ναί, ἔφην.
Τί δέ; οὐ προσθετέον, ἔφη, ὅτι καὶ εἶναι τὸ ἀγαθὸν αὑτοῖς ἐρῶσιν;
Προσθετέον.
Ἆρ᾽ οὖν, ἔφη, καὶ οὐ μόνον εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἀεὶ εἶναι;
Καὶ τοῦτο προσθετέον.
Ἔστιν ἄρα συλλήβδην, ἔφη, ὁ ἔρως τοῦ τὸ ἀγαθὸν αὑτῷ εἶναι ἀεί.
Ἀληθέστατα, ἔφην ἐγώ, λέγεις.
[206b] Ὅτε δὴ τοῦτο ὁ ἔρως ἐστὶν ἀεί, ἦ δ᾽ ἥ, τῶν τίνα τρόπον διωκόντων αὐτὸ καὶ ἐν τίνι πράξει ἡ σπουδὴ καὶ ἡ σύντασις ἔρως ἂν καλοῖτο; τί τοῦτο τυγχάνει ὂν τὸ ἔργον; ἔχεις εἰπεῖν;
Οὐ μεντἂν σέ, ἔφην ἐγώ, ὦ Διοτίμα, ἐθαύμαζον ἐπὶ σοφίᾳ καὶ ἐφοίτων παρὰ σὲ αὐτὰ ταῦτα μαθησόμενος.
Ἀλλὰ ἐγώ σοι, ἔφη, ἐρῶ. ἔστι γὰρ τοῦτο τόκος ἐν καλῷ καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχήν.
Μαντείας, ἦν δ᾽ ἐγώ, δεῖται ὅτι ποτε λέγεις, καὶ οὐ μανθάνω.
[206c] Ἀλλ᾽ ἐγώ, ἦ δ᾽ ἥ, σαφέστερον ἐρῶ. κυοῦσιν γάρ, ἔφη, ὦ Σώκρατες, πάντες ἄνθρωποι καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχήν, καὶ ἐπειδὰν ἔν τινι ἡλικίᾳ γένωνται, τίκτειν ἐπιθυμεῖ ἡμῶν ἡ φύσις. τίκτειν δὲ ἐν μὲν αἰσχρῷ οὐ δύναται, ἐν δὲ τῷ καλῷ. ἡ γὰρ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς συνουσία τόκος ἐστίν. ἔστι δὲ τοῦτο θεῖον τὸ πρᾶγμα, καὶ τοῦτο ἐν θνητῷ ὄντι τῷ ζῴῳ ἀθάνατον ἔνεστιν, ἡ κύησις καὶ ἡ γέννησις. τὰ δὲ ἐν τῷ ἀναρμόστῳ ἀδύνατον [206d] γενέσθαι. ἀνάρμοστον δ᾽ ἐστὶ τὸ αἰσχρὸν παντὶ τῷ θείῳ, τὸ δὲ καλὸν ἁρμόττον. Μοῖρα οὖν καὶ Εἰλείθυια ἡ Καλλονή ἐστι τῇ γενέσει. διὰ ταῦτα ὅταν μὲν καλῷ προσπελάζῃ τὸ κυοῦν, ἵλεών τε γίγνεται καὶ εὐφραινόμενον διαχεῖται καὶ τίκτει τε καὶ γεννᾷ· ὅταν δὲ αἰσχρῷ, σκυθρωπόν τε καὶ λυπούμενον συσπειρᾶται καὶ ἀποτρέπεται καὶ ἀνείλλεται καὶ οὐ γεννᾷ, ἀλλὰ ἴσχον τὸ κύημα χαλεπῶς φέρει. ὅθεν δὴ τῷ κυοῦντί τε καὶ ἤδη σπαργῶντι πολλὴ ἡ πτοίησις γέγονε [206e] περὶ τὸ καλὸν διὰ τὸ μεγάλης ὠδῖνος ἀπολύειν τὸν ἔχοντα. ἔστιν γάρ, ὦ Σώκρατες, ἔφη, οὐ τοῦ καλοῦ ὁ ἔρως, ὡς σὺ οἴει.
Ἀλλὰ τί μήν;
Τῆς γεννήσεως καὶ τοῦ τόκου ἐν τῷ καλῷ.
Εἶεν, ἦν δ᾽ ἐγώ.

***
[205d] «Λοιπόν, παρόμοια έχουμε και με τον “έρωτα”· ως γενική έννοια η λέξη σημαίνει επιθυμία γενικά για κάθε αγαθό, και ο “μέγιστος και δολερός έρωτας” για την ευτυχία που νιώθει ο κάθε άνθρωπος· αλλά για τους άλλους, που στρέφονται προς διαφορετικές, κάθε είδους, εκφάνσεις του (πάθος για απόχτηση χρημάτων ή για τον αθλητισμό ή για τη φιλοσοφία), δε λέμε ότι νιώθουν έρωτα ή ότι είναι εραστές, ενώ για κείνους που κατευθύνονται προς μια ορισμένη έκφανσή του, και αυτή είναι η κύρια φροντίδα τους, κρατάμε τη λέξη που εξέφραζε το σύνολο, “έρωτας” και “ερωτικό αίσθημα” και “εραστές”».
«Τα λόγια σου βρίσκονται πολύ κοντά στην αλήθεια», της είπα.
«Τώρα, είπε, ακούεται και μια άποψη, ότι εραστές είναι εκείνοι [205e] που αποζητούν το άλλο μισό του εαυτού τους· η δική μου όμως άποψη λέει ότι ο έρωτας δεν είναι αναζήτηση ούτε του μισού ούτε του ολόκληρου, αν, φίλε μου, τυχαίνει να μην είναι καλό· γιατί, βλέπεις, οι άνθρωποι πρόθυμα δέχονται να τους αποκόβουν και τα πόδια και τα χέρια, αν τους φαίνεται ότι αυτά είναι αρρωστημένα. Γιατί φρονώ πως ο καθένας μας δε σφιχταγκαλιάζει κάτι σαν δικό του, παρά μόνο στην περίπτωση που αποκαλεί δικό του και κτήμα του το καλό, και ξένο το κακό· γιατί το μόνο, για το οποίο [206a] νιώθει έρωτα ο άνθρωπος, είναι το καλό· ή, νομίζεις, για κάτι άλλο;»
«Μα το Δία», αποκρίθηκα, «δε νομίζω για κάτι άλλο».
«Άρα λοιπόν, είπε, είναι τόσο αυτονόητο να λέμε ότι οι άνθρωποι νιώθουν έρωτα για το καλό;»
«Ναι», αποκρίθηκα.
«Τί λοιπόν, δεν πρέπει να προσθέσουμε σ᾽ αυτό ότι ποθούν και να γίνει κτήμα τους το καλό;»
«Να το προσθέσουμε».
«Κατά συνέπεια, είπε, κι όχι μόνο να είναι κτήμα τους, αλλά και να είναι για πάντα».
«Να το προσθέσουμε κι αυτό».
«Άρα, συνοψίζουμε, είπε: έρωτας είναι ο πόθος του ανθρώπου να έχει κτήμα του για πάντα το καλό».
«Ό,τι πιο αληθινό, είναι ο λόγος σου», της είπα.
[206b] «Απ᾽ τη στιγμή λοιπόν που ο έρωτας, πάντοτε, είναι αυτό που είπαμε, μου είπε, τίνων ο ζήλος και η υπερένταση της προσπάθειας θα μπορούσε ν᾽ αποκληθεί έρωτας; με ποιό τρόπο επιδιώκουν να το αποκτήσουν και σε ποιά ενέργειά τους; ποιά στην πραγματικότητα τυχαίνει να είναι αυτή η ενέργεια; είσαι σε θέση να το πεις;»
«Διοτίμα, της αποκρίθηκα, αν ήμουν σε θέση, δε θα έτρεφα τέτοιο θαυμασμό για τη σοφία σου κι ούτε θα γινόμουν ακροατής σου, για να με διδάξεις αυτά ακριβώς που συζητάμε».
«Τότε, είπε, θα σου το πω εγώ: αυτό είναι ο τοκετός μες στην ομορφιά· τοκετός, τόσο σωματικός όσο και ψυχικός».
«Το τί σημαίνουν αυτά που λες, της είπα, μόνο μάντης μπορεί να μας το πει — εγώ δε βγάζω νόημα».
[206c] «Λοιπόν, είπε, θα σου τα πω σαφέστερα· δηλαδή, Σωκράτη, είπε, όλοι οι άνθρωποι κυοφορούν, τόσο στο σώμα, όσο και στην ψυχή· κι όταν φτάσουμε σε μια ορισμένη ηλικία, είναι έμφυτη η επιθυμία μας για τοκετό. Αλλά δεν μπορεί να έχουμε τοκετό μες στην ασκήμια, αλλά μόνο μέσα στην ομορφιά. Δηλαδή, η συνεύρεση του άντρα με τη γυναίκα είναι τοκετός. Κι έχει κάτι το θεϊκό αυτή η πράξη, και μες στη θνητή μας ύπαρξη ετούτο είναι αθάνατο, η κυοφορία και η γέννα. Λοιπόν, αυτά με κανένα τρόπο δε γίνονται [206d] μέσα σε ανάρμοστες συνθήκες· και ανάρμοστη συνθήκη, για καθετί το θεϊκό, είναι η ασκήμια, ενώ η ομορφιά τού πάει μια χαρά. Λοιπόν, πάνω στη γέννα, η Καλλονή παραστέκεται, Μοίρα και Ειλείθυια μαζί. Κι αυτός είναι ο λόγος που, όταν αυτό που κυοφορεί προσεγγίζει κάτι όμορφο, γίνεται ευδιάθετο και, νιώθοντας αγαλλίαση, διαχυτικό, τεκνοποιεί και γεννά· αντίθετα, όταν βρεθεί κοντά σε άσκημο, σκυθρωπό και θλιμμένο, συσπειρώνεται και νιώθει αποτροπιασμό και τραβιέται πίσω και δε γεννά, αλλά, μη μπορώντας να ξαλαφρώσει από τον γόνο, υποφέρει βαριά. Έτσι εξηγείται που το άτομο που κυοφορεί και που φουσκώνουν τα στήθια του νιώθει μεγάλη έξαψη [206e] για την ομορφιά, επειδή αυτή το λυτρώνει από τους μεγάλους πόνους της γέννας. Γιατί, Σωκράτη, ο έρωτας δεν ποθεί το ωραίο, όπως φαντάζεσαι».
«Αλλά τί ποθεί λοιπόν;»
«Τη γέννα και τον τοκετό μες στην ομορφιά».
«Πολύ ωραία», της αποκρίθηκα.