Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Μήδεια (446-521)

ΙΑΣΩΝ
οὐ νῦν κατεῖδον πρῶτον ἀλλὰ πολλάκις
τραχεῖαν ὀργὴν ὡς ἀμήχανον κακόν.
σοὶ γὰρ παρὸν γῆν τήνδε καὶ δόμους ἔχειν
κούφως φερούσῃ κρεισσόνων βουλεύματα,
450 λόγων ματαίων οὕνεκ᾽ ἐκπεσῇ χθονός.
κἀμοὶ μὲν οὐδὲν πρᾶγμα· μὴ παύσῃ ποτὲ
λέγουσ᾽ Ἰάσον᾽ ὡς κάκιστός ἐστ᾽ ἀνήρ.
ἃ δ᾽ ἐς τυράννους ἐστί σοι λελεγμένα,
πᾶν κέρδος ἡγοῦ ζημιουμένη φυγῇ.
455 κἀγὼ μὲν αἰεὶ βασιλέων θυμουμένων
ὀργὰς ἀφῄρουν καί σ᾽ ἐβουλόμην μένειν·
σὺ δ᾽ οὐκ ἀνίεις μωρίας, λέγουσ᾽ ἀεὶ
κακῶς τυράννους· τοιγὰρ ἐκπεσῇ χθονός.
ὅμως δὲ κἀκ τῶνδ᾽ οὐκ ἀπειρηκὼς φίλοις
460 ἥκω, τὸ σὸν δὲ προσκοπούμενος, γύναι,
ὡς μήτ᾽ ἀχρήμων σὺν τέκνοισιν ἐκπέσῃς
μήτ᾽ ἐνδεής του· πόλλ᾽ ἐφέλκεται φυγὴ
κακὰ ξὺν αὑτῇ. καὶ γὰρ εἰ σύ με στυγεῖς,
οὐκ ἂν δυναίμην σοὶ κακῶς φρονεῖν ποτε.
465 ΜΗ. ὦ παγκάκιστε, τοῦτο γάρ σ᾽ εἰπεῖν ἔχω
γλώσσῃ μέγιστον εἰς ἀνανδρίαν κακόν·
ἦλθες πρὸς ἡμᾶς, ἦλθες ἔχθιστος γεγώς
[θεοῖς τε κἀμοὶ παντί τ᾽ ἀνθρώπων γένει];
οὔτοι θράσος τόδ᾽ ἐστὶν οὐδ᾽ εὐτολμία,
470 φίλους κακῶς δράσαντ᾽ ἐναντίον βλέπειν,
ἀλλ᾽ ἡ μεγίστη τῶν ἐν ἀνθρώποις νόσων
πασῶν, ἀναίδει᾽. εὖ δ᾽ ἐποίησας μολών·
ἐγώ τε γὰρ λέξασα κουφισθήσομαι
ψυχὴν κακῶς σὲ καὶ σὺ λυπήσῃ κλύων.
475 ἐκ τῶν δὲ πρώτων πρῶτον ἄρξομαι λέγειν·
ἔσωσά σ᾽, ὡς ἴσασιν Ἑλλήνων ὅσοι
ταὐτὸν συνεισέβησαν Ἀργῷον σκάφος,
πεμφθέντα ταύρων πυρπνόων ἐπιστάτην
ζεύγλαισι καὶ σπεροῦντα θανάσιμον γύην·
480 δράκοντά θ᾽, ὃς πάγχρυσον ἀμπέχων δέρος
σπείραις ἔσῳζε πολυπλόκοις ἄυπνος ὤν,
κτείνασ᾽ ἀνέσχον σοι φάος σωτήριον.
αὐτὴ δὲ πατέρα καὶ δόμους προδοῦσ᾽ ἐμοὺς
τὴν Πηλιῶτιν εἰς Ἰωλκὸν ἱκόμην
485 σὺν σοί, πρόθυμος μᾶλλον ἢ σοφωτέρα·
Πελίαν τ᾽ ἀπέκτειν᾽, ὥσπερ ἄλγιστον θανεῖν,
παίδων ὕπ᾽ αὐτοῦ, πάντα τ᾽ ἐξεῖλον δόμον.
καὶ ταῦθ᾽ ὑφ᾽ ἡμῶν, ὦ κάκιστ᾽ ἀνδρῶν, παθὼν
προύδωκας ἡμᾶς, καινὰ δ᾽ ἐκτήσω λέχη,
490 παίδων γεγώτων· εἰ γὰρ ἦσθ᾽ ἄπαις ἔτι,
συγγνώστ᾽ ἂν ἦν σοι τοῦδ᾽ ἐρασθῆναι λέχους.
ὅρκων δὲ φρούδη πίστις, οὐδ᾽ ἔχω μαθεῖν
εἰ θεοὺς νομίζεις τοὺς τότ᾽ οὐκ ἄρχειν ἔτι
ἢ καινὰ κεῖσθαι θέσμι᾽ ἀνθρώποις τὰ νῦν,
495 ἐπεὶ σύνοισθά γ᾽ εἰς ἔμ᾽ οὐκ εὔορκος ὤν.
φεῦ δεξιὰ χείρ, ἧς σὺ πόλλ᾽ ἐλαμβάνου,
καὶ τῶνδε γονάτων, ὡς μάτην κεχρῴσμεθα
κακοῦ πρὸς ἀνδρός, ἐλπίδων δ᾽ ἡμάρτομεν.
ἄγ᾽, ὡς φίλῳ γὰρ ὄντι σοι κοινώσομαι
500 (δοκοῦσα μὲν τί πρός γε σοῦ πράξειν καλῶς;
ὅμως δ᾽, ἐρωτηθεὶς γὰρ αἰσχίων φανῇ)·
νῦν ποῖ τράπωμαι; πότερα πρὸς πατρὸς δόμους,
οὓς σοὶ προδοῦσα καὶ πάτραν ἀφικόμην;
ἢ πρὸς ταλαίνας Πελιάδας; καλῶς γ᾽ ἂν οὖν
505 δέξαιντό μ᾽ οἴκοις ὦν πατέρα κατέκτανον.
ἔχει γὰρ οὕτω· τοῖς μὲν οἴκοθεν φίλοις
ἐχθρὰ καθέστηχ᾽, οὓς δέ μ᾽ οὐκ ἐχρῆν κακῶς
δρᾶν, σοὶ χάριν φέρουσα πολεμίους ἔχω.
τοιγάρ με πολλαῖς μακαρίαν Ἑλληνίδων
510 ἔθηκας ἀντὶ τῶνδε· θαυμαστὸν δέ σε
ἔχω πόσιν καὶ πιστὸν ἡ τάλαιν᾽ ἐγώ,
εἰ φεύξομαί γε γαῖαν ἐκβεβλημένη,
φίλων ἔρημος, σὺν τέκνοις μόνη μόνοις·
καλόν γ᾽ ὄνειδος τῷ νεωστὶ νυμφίῳ,
515 πτωχοὺς ἀλᾶσθαι παῖδας ἥ τ᾽ ἔσωσά σε.
ὦ Ζεῦ, τί δὴ χρυσοῦ μὲν ὃς κίβδηλος ᾖ
τεκμήρι᾽ ἀνθρώποισιν ὤπασας σαφῆ,
ἀνδρῶν δ᾽ ὅτῳ χρὴ τὸν κακὸν διειδέναι
οὐδεὶς χαρακτὴρ ἐμπέφυκε σώματι;
520 ΧΟ. δεινή τις ὀργὴ καὶ δυσίατος πέλει,
ὅταν φίλοι φίλοισι συμβάλωσ᾽ ἔριν.

***
(Εισέρχεται ο Ιάσων από την ίδια πάροδο από την οποία
είχε εισέλθει και ο Κρέων
.)

ΙΑΣΩΝ
Δεν είναι τώρα η πρώτη φορά που το βλέπω,
το έχω δει πολλές: Η άγρια οργή
είναι κακό ακαταμάχητο. Εσύ,
ενώ μπορούσες να ζεις σ᾽ αυτή τη γη
και να έχεις το σπίτι σου,
αν σήκωνες αγόγγυστα τους ορισμούς των δυνατών,
450 για κάποια λόγια σου αστόχαστα
θα εξοριστείς από τη χώρα.
Και εγώ βεβαίως ποσώς που νοιάζομαι για μένα·
μην πάψεις ποτέ να λες ότι ο Ιάσων
είναι ο ελεεινότερος άντρας που υπάρχει.
Όμως γι᾽ αυτά που είπες για τους δυνάστες
θεώρησέ το μέγα κέρδος
που σου επιβάλλεται ως ποινή η εξορία.
455 Και εγώ βέβαια, όποτε οργίζονταν οι βασιλιάδες,
επράυνα πάντα την οργή τους
και αγωνιζόμουν για να μείνεις. Εσύ όμως
δεν άφηνες να κοπάσει η μωρία σου
και δεν έπαψες ποτέ να διασύρεις τους δυνάστες.
Γι᾽ αυτό εξορίζεσαι από τη χώρα.
Ωστόσο, ακόμα και τώρα,
δεν εγκαταλείπω τους ανθρώπους που αγάπησα
460 και ήρθα. Νοιάζομαι για το δικό σου το καλό, γυναίκα·
να μη βρεθείς με τα παιδιά στην εξορία δίχως χρήματα
και να μη στερηθείς τίποτα.
Σέρνει πολλά κακά μαζί της η εξορία.
Μπορεί εσύ να με μισείς, όμως εγώ
ποτέ δεν θα θελήσω το κακό σου.
465 ΜΗ. Πανάθλιε —δεν βρίσκω λόγο πιο βαρύ για έναν άνανδρο—,
ήρθες μπροστά μου, ήρθες, ενώ είσαι ο χειρότερος εχθρός μου
[για τους θεούς, για μένα, για όλο το γένος των ανθρώπων];
Δεν είναι θάρρος τούτο, δεν είναι τόλμη,
470 να έχεις αδικήσει ανθρώπους που αγάπησες
και να ᾽χεις μάτια να τους αντικρίσεις. Αυτό
είναι η μέγιστη απ᾽ όλες τις αρρώστιες των ανθρώπων:
αναισχυντία. Όμως έπραξες άριστα που ήρθες.
Γιατί και εγώ θα πω όσα σου καταμαρτυρώ
και η ψυχή μου θα ξαλαφρώσει,
και εσύ ακούγοντάς τα θα πονέσεις.
475 Θα αρχίσω πρώτα από τα πρώτα.
Σε έσωσα, όπως το ξέρουν όσοι από τους Έλληνες
μπήκαν μαζί σου στο καράβι της Αργώς,
όταν ήρθες να ζέψεις στον ζυγό
τους ταύρους με την πύρινη ανάσα
και να οργώσεις στον κάμπο του θανάτου.
480 Τον δράκοντα, που φύλαγε άγρυπνος
το πάγχρυσο δέρας τυλίγοντάς το
με τους αμέτρητους κύκλους του σώματός του,
τον σκότωσα και ύψωσα για σένα
φως σωτηρίας.
Πρόδωσα πατέρα και σπίτι
και βρέθηκα μαζί σου στην Ιωλκό και στο Πήλιο,
485 άκουσα την καρδιά μου, όχι τη λογική.
Σκότωσα τον Πελία, με τον πιο φριχτό θάνατο που υπάρχει
—τον θανάτωσαν οι ίδιες του οι κόρες—,
και το σπίτι του ολόκληρο το ρήμαξα.
Εγώ, άθλιε άνδρα, έκανα τόσα για σένα,
και εσύ με πρόδωσες για το κρεβάτι κάποιας άλλης,
490 ενώ είχαμε παιδιά. Αν ήσουν ακόμα χωρίς παιδιά,
θα μπορούσε να καταλάβει κάποιος
τον πόθο σου γι᾽ αυτόν τον γάμο.
Η πίστη στους όρκους εχάθηκε
και δεν μπορώ να ξέρω τί πιστεύεις,
πως οι θεοί εκείνοι δεν κυβερνούν πια τον κόσμο
ή ότι τώρα θεσπίστηκαν για τους ανθρώπους νέοι νόμοι;
495 Γιατί γνωρίζεις, βέβαια, καλά
ότι τους όρκους που έδωσες δεν τους σεβάστηκες.
Αχ χέρι μου δεξιό, που εσύ πολλές φορές το κράτησες,
και αυτό και τούτα τα γόνατα.
Ματαίως σας άγγιζε ικετεύοντας ένας αχρείος
και όλες μου οι ελπίδες φάνηκαν μάταιες.
Γιά πες μου — θα σε ρωτήσω σαν να ήσουν φίλος,
500 όχι πως περιμένω καλό από σένα,
όμως, όταν θα έχεις ερωτηθεί,
θα φανεί καθαρότερα η αισχρότητά σου.
Πού να πάω τώρα; Να πάω στο σπίτι του πατέρα μου;
Και αυτό και την πατρίδα μου
τα πρόδωσα για χάρη σου και ήρθα εδώ.
Ή μήπως στις δύσμοιρες κόρες του Πελία;
505 Θα με καλοδεχθούν εξάπαντος στο σπίτι τους,
αφού έχω σκοτώσει τον πατέρα τους.
Έτσι είναι. Με μισούν οι δικοί μου άνθρωποι
και έχω κάνει εχθρούς για χάρη σου
εκείνους που δεν έπρεπε να βλάψω.
Γι᾽ αυτό και εσύ, ανταμείβοντάς με,
έκαμες να με μακαρίζουν πολλές Ελληνίδες.
510 Εγώ η δύστυχη έχω εσένα σύζυγο θαυμάσιο και πιστό,
γι᾽ αυτό θα πάρω ξεριζωμένη τον δρόμο της εξορίας,
δίχως φίλους, μόνη, με τα παιδιά μου ολομόναχα.
Ωραίο το όνειδος για τον νεόκοπο νυμφίο,
να περιφέρονται πενόμενα τα τέκνα του
515 και μαζί τους εγώ που σ᾽ έσωσα.
Ω Ζευ, γιατί για το χρυσάφι που είναι κίβδηλο
να έχεις δώσει στους ανθρώπους σημάδια καθαρά,
και να μην υπάρχει ένα χάραγμα πάνω στο σώμα των ανδρών
για να ξεχωρίζουν οι κίβδηλοι;
520 ΧΟ. Είναι τρομερή η οργή, είναι αγιάτρευτη,
όταν ερίζουν άνθρωποι που κάποτε αγαπήθηκαν.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Η Eλληνική γλώσσα και το αλφάβητο

5.3 Πότε ανακαλύφθηκε η αλφαβητική γραφή


Αλλά πότε ανακαλύφθηκε το αλφάβητο; Πότε έφτασε στην Ελλάδα; Η ανάγκη για ένα σύστημα γραφής που να καταγράφει με ακρίβεια τους ήχους της γλώσσας (τα φωνήματα) γεννήθηκε νωρίς, σε εποχές που ακόμη κυριαρχούσαν τα εικονογραφικά/σημασιογραφικά συστήματα. Και αυτό γιατί υπάρχουν όψεις της γλώσσας που δεν μπορούν να καταγραφούν με τέτοια συστήματα. Ένα παράδειγμα είναι τα κύρια ονόματα. Δεν υπάρχει τρόπος να καταγραφούν με έναν εικονογραφικό/σημασιογραφικό τρόπο, γιατί δεν έχουν σημασία. Συγκρίνετε τη λέξη Γιάννης με τις λέξεις παιδί, πρόβατο κλπ. Έτσι, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, πολύ πριν ανακαλυφθεί η αλφαβητική γραφή, χρησιμοποιούσαν έναν αλφαβητικό τρόπο μόνο για την καταγραφή των κύριων ονομάτων. Είχαν δηλαδή σημάδια για να δηλώνουν τους φθόγγους των κύριων ονομάτων, αλλά όχι όλους· μόνο τα σύμφωνα. Έτσι, για να δώσουμε ένα τεχνητό παράδειγμα, το κύριο όνομα Νίκος θα δηλωνόταν με τρία σημάδια: ένα για το ν, ένα για το κ και ένα για το ς, δηλαδή νκς.

Οι πιο παλιές αλφαβητικές επιγραφές προέρχονται από τη χερσόνησο του Σινά. Εκεί σε ένα αρχαίο αιγυπτιακό ορυχείο χαλκού βρέθηκαν το 1905 επιγραφές που δεν ήταν ιερογλυφικές αιγυπτιακές - οι περισσότερες μάλιστα είναι χαραγμένες σαν τα σημερινά γκράφιτι στους τοίχους. Οι ειδικοί που τις μελέτησαν πιστεύουν ότι γράφτηκαν από εργάτες που δεν ήταν Αιγύπτιοι αλλά Σημίτες και μιλούσαν μια σημιτική γλώσσα. Σημιτικές γλώσσες είναι τα εβραϊκά, τα αραμαϊκά (η γλώσσα που μιλούσε ο Χριστός), τα φοινικικά (θα ξαναγυρίσουμε σε αυτά), τα αραβικά. Το σημαντικό είναι ότι οι επιγραφές αυτές, που χρονολογούνται γύρω στο 1600 π.Χ., είναι αλφαβητικές, καταγράφουν δηλαδή φωνήματα και όχι συλλαβές ή σημασίες. Σε μία μάλιστα από αυτές, που είναι χαραγμένη πάνω σε ένα κομμάτι από κεραμίδι (ο επιστημονικός όρος είναι «όστρακο»), διακρίνει κανείς μια σειρά γραμμάτων που μοιάζει πολύ με αλφαβητάρι. Προσέξτε τα γράμματα που θυμίζουν τα ΑΒΓΔΕ. Οι επιγραφές αυτές, που λέγονται πρωτοσιναϊτικές, θεωρούνται ως τα πρώτα δείγματα του φοινικικού αλφαβήτου, από το οποίο, όπως θα δούμε, προέρχεται το ελληνικό αλφάβητο.

Πριν μιλήσουμε για το φοινικικό αλφάβητο, πρώτα δείγματα του οποίου είναι οι πρωτοσιναϊτικές επιγραφές για τις οποίες μόλις μιλήσαμε, θα πρέπει να αναφερθούμε σε μια άλλη περίπτωση αλφαβήτου που αναπτύχθηκε στην ίδια περίπου περιοχή δύο ή τρεις αιώνες αργότερα (γύρω στο 1370-1350 π.Χ.), στην πόλη της Ουγκαρίτ (σημερινή Ras Shamra, στην ακτή της Συρίας απέναντι από την Κύπρο). Ο βασιλιάς της πόλης αυτής Νικμαντού Β' αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο αρχείο με όλα τα κείμενα τα σχετικά με τους μύθους και τις παραδόσεις του βασιλείου του. Το αρχείο αυτό βρέθηκε στις ανασκαφές και είναι γνωστό με το όνομα «Βιβλίο του Μεγάλου Ιερέα». Στο αρχείο αυτό χρησιμοποιήθηκε ένα αλφαβητικό σύστημα καταγραφής που αποτελείται από τριάντα σημεία (γράμματα), τα οποία προέρχονται από την παράδοση της σφηνοειδούς γραφής, για την οποία μιλήσαμε νωρίτερα. Το αλφαβητικό αυτό σύστημα χρησιμοποιήθηκε στην περιοχή της Ουγκαρίτ μέχρι τον 12ο αιώνα π.Χ. Μετά την εποχή αυτή, που σημαδεύεται από τις καταστροφές που συνδέονται με τις επι­δρομές των λεγόμενων «Λαών της Θάλασσας », το αλφαβητικό αυτό σύστημα παύει να χρησιμοποιείται και επικρατεί το φοινικικό αλφαβητικό σύστημα - αυτό που ξεκινάει με τις πρωτοσιναϊτικές επιγραφές που συζητήσαμε λίγο νωρίτερα.

Μη χρησιμοποιείτε το σύντροφό σας ως σάκο του μποξ

Σε πολλούς ανθρώπους αρέσει να ξεσπάνε πότε πότε. Υπάρχει τεράστια διαφορά από ένα περιστασιακό ξέσπασμα που βοηθάει στην αποσυμπίεση της έντασης από το να κάνετε αυτού του είδους τα ξεσπάσματα τακτικό κομμάτι της καθημερινής σας επικοινωνίας.

Σε σχέσεις που το ένα άτομο συνηθίζει να συμπεριφέρεται έτσι, το άλλο άτομο αναφέρει ότι συχνά νιώθει σαν σάκος του μποξ!

Ένα από τα προβλήματα που έχει το ξέσπασμα είναι ότι διαθέτει πάντα ατελείωτα αποθέματα υλικού. Με άλλα λόγια, πάντα θα υπάρχουν πράγματα που σας στενοχωρούν αν εστιάζετε την προσοχή σας προς αυτή την κατεύθυνση.

Φανταστείτε για ένα λεπτό ότι είστε λιγάκι κουρασμένος στο τέλος μιας συνηθισμένης μέρας. Νιώθετε σχετικά ήρεμα και η ζωή σάς φέρεται καλά. Μόλις πιάσετε στα χέρια σας ένα βιβλίο και είστε έτοιμοι να διαβάσετε για λίγα λεπτά μέχρι το δείπνο, ο σύντροφός σας μπαίνει στο δωμάτιο και αρχίζει να παραπονιέται για τη μέρα του.

Αγαπάτε το σύντροφό σας και θέλετε να τον στηρίξετε. Αφήνετε το βιβλίο σας και αρχίζετε να τον ακούτε. Μέσα στα επόμενα δέκα λεπτά η διάθεσή σας αλλάζει δραματικά. Σας έχει πει απαίσια πράγματα, σας υπενθυμίζει τα άσχημα του κόσμου και πόσο άδικη και σκληρή μπορεί να γίνει η ζωή. Τα παράπονά του είναι σοβαρά και αρχίζετε να τα πιστεύετε και ο ίδιος. Ο σύντροφός σας δείχνει να μισεί τη ζωή του.

Σε αυτό το παράδειγμα αυτός που παραπονιόταν πιθανότατα είχε άσχημη διάθεση και ένιωθε χάλια με τον εαυτό του. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι αύριο θα έβλεπε τελείως διαφορετικά τα πράγματα.

Με λίγα λόγια, όταν εμείς ξεσπάμε, ίσως κάποιος άλλος να πληρώνει το τίμημα.

O Εσωτερικός μας δαίμονας

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής ενός ανθρώπου διέπεται από ασυνείδητους ενδοψυχικούς μηχανισμούς, οι οποίοι καθορίζουν την ποιότητα ζωής του. Κάποιοι από αυτούς έχουν ολέθριες επιδράσεις στην καθημερινότητα του, τον παραλύουν και τον ακινητοποιούν.

Ένας από αυτούς του μηχανισμούς ψυχικής παράλυσης είναι η Ενοχή, η οποία μαζί με το φόβο αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο απέναντι σε μία παραγωγική ζωή.

Τι είναι όμως η ενοχή;

Στην καθημερινότητα χρησιμοποιούμε τον όρο ενοχή αναφερόμενοι ως επί το πλείστον σε ένα αίσθημα δυσφορίας, το οποίο έπεται μιας σκέψης ή πράξης που έχουμε κάνει και την οποία δεν εγκρίνουμε ως καλή. Ωστόσο, σαν ψυχολογικός μηχανισμός, η ενοχή έχει μία πιο διευρυμένη έννοια και καλύπτει όλο το φάσμα της ύπαρξης ενός ατόμου. Είναι ένας εσωτερικός δαίμονας, μία αρχή, μία εξουσία, η οποία μας ωθεί σε καταναγκαστικές πράξεις. Στον παρονομαστή της ενοχής βρίσκεται η έννοια του «πρεπισμού».

Η ενοχή λοιπόν είναι το δυσάρεστο συναίσθημα που εμφανίζεται όταν κάποιος δεν υπακούει στα εσωτερικευμένα «ΠΡΕΠΕΙ».

Είναι συναίσθημα άγχους και δυσφορίας, δείγμα σκοταδισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. Εμφανίζεται ως εσωτερική φωνή όταν αρχίζουμε να πράττουμε αυθόρμητα λέγοντας «Έκανες μεγάλο διάλειμμα, ΠΡΕΠΕΙ να γυρίσεις στη δουλειά», «Δεν ΠΡΕΠΕΙ να ξενυχτάς», «ΠΡΕΠΕΙ να αποταμιεύεις για το μέλλον» και φυσικά ο κατάλογος δεν έχει τέλος.

Ασχέτως αν μερικά από τα «πρέπει» είναι δυνατό να έχουν μακροπρόθεσμη ή βραχυπρόθεσμη χρησιμότητα, σε κάθε περίπτωση αποτελούν ένδειξη νεύρωσης και ψυχαναγκασμού. Είναι η υποταγή σε μία παράλογη εσωτερική εξουσία. Το παράδοξο είναι ότι όσο αυτή η υποταγή μεγαλώνει, τόσο τα αισθήματα ενοχής ισχυροποιούνται.

Πρόκειται για κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή ενός ανθρώπου, οι οποίοι βέβαια δεν έχουν θεσπιστεί από τον ίδιο, όσο και αν αυτός πιστεύει το αντίθετο.

Είναι προϊόντα ενδοβολής κανόνων, προτύπων συμπεριφοράς και μοντέλων εξουσίας που από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξης μας έχουμε εσωτερικεύσει.

Δύο από τις ισχυρότερες μορφές ασυνείδητης ψυχικής εξουσίας είναι η οικογένεια και η κοινωνία.

Από τη βρεφική ακόμα ηλικία το άτομο μαθαίνει να υπακούει σε νόμους και κανόνες, οι οποίοι έχουν την μορφή των «πρέπει» και περιορίζουν την ελεύθερη ανάπτυξη του.

Τα πρώτα λοιπόν «πρέπει» έρχονται από τους γονείς μας, οι οποίοι μας προβάλλουν ένα μοντέλο συμπεριφοράς και ρυθμιστικών κανόνων ζωής τα οποία στη μετέπειτα ηλικία μας τα εσωτερικεύουμε ασυνείδητα και ενεργούμε βάση αυτών. Μάλιστα, όταν παρεκκλίνουμε από αυτά τα πρότυπα συμπεριφοράς επέρχεται ένα αίσθημα ενοχής και δυσφορίας το οποίο δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε.

Ένα πολύ απλό παράδειγμα θα αναδείξει πως αυτή η εσωτερικευμένη εξουσία των γονιών μας ρυθμίζει ασυνείδητα τη μετέπειτα ζωή μας. Ένας από τους πρώτους κανόνες που μαθαίνει πολύ μικρό παιδί είναι ότι ΠΡΕΠΕΙ να κοιμάται νωρίς και να ξυπνάει νωρίς. Αυτός ο κανόνας έχει εσωτερικευθεί και εμφανίζεται με τη μορφή ενοχής όταν ο ενήλικας κοιμηθεί ή ξυπνήσει αργότερα από την ώρα που «πρέπει», παρόλο που δεν έχει καμία εξωτερική υποχρέωση. Είναι η ίδια φωνή που σου λέει «σταμάτα να διασκεδάζεις και πήγαινε να εργαστείς ή να μελετήσεις». Είναι η ενοχή που αισθάνεσαι αν πιείς ή φας λίγο παραπάνω ή αν αγοράσεις κάτι ακριβό επειδή και μόνο σου άρεσε.

Στο ίδιο επίπεδο εσωτερικεύουμε και τις επιταγές της κοινωνίας. «Πρέπει» να παντρευτείς μέχρι μια συγκεκριμένη ηλικία, «πρέπει» να είσαι ευγενικός, εργατικός, καλοσυνάτος, αλτρουιστής και ούτω καθεξής. Όπως ανέφερα και πριν, όσο πιστά και αν ακολουθούμε αυτές τις αρχές, το αίσθημα της ενοχής θα παραμένει και θα μας βασανίζει. Θα παραμείνει διότι είναι ένδειξη ψυχικής δυσλειτουργίας, νεύρωσης και εσωτερικού θανάτου. Μέσω αυτής της υποταγής στα πρέπει και της συνακόλουθης ενοχής το άτομο χάνει τον εαυτό του, μπλοκάρει την ανάπτυξη της προσωπικότητας του και ζει μία ζωή που δεν του ανήκει.

Μία άλλη ιδιότητα της ενοχής είναι το γεγονός ότι μας στερεί την απόλαυση της τωρινής στιγμής. Μας καθηλώνει στο παρελθόν προκαλώντας συναισθηματική δυσφορία και αδράνεια. Είναι ένα συναίσθημα που δεν επιφέρει καμία αλλαγή και δε διορθώνει καμία κατάσταση. Αντιθέτως, οδηγεί το άτομο σε ένα ψυχικό αδιέξοδο και σε μια ζωή μιζέριας, θλίψης και ανησυχίας τα οποία με τη σειρά τους τρέφουν τα αισθήματα ενοχής. Ασυνείδητα δηλαδή ενδυναμώνουμε τα συναισθήματα ενοχής, εισερχόμενοι σε ένα φαύλο κύκλο περιφρόνησης απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

Προσωπικά πιστεύω ότι η ενοχή, παρότι δεν είναι ούτε ενστικτώδης ανάγκη ούτε εξυπηρετεί κάποια βιολογική σκοπιμότητα σε αντίθεση με το φόβο και το άγχος που μας προετοιμάζουν να αντιδράσουμε σε ένα απειλητικό ερέθισμα, είναι ο ισχυρότερος ψυχολογικός μηχανισμός που διέπει την ανθρώπινη ύπαρξη. Διότι, η ενοχή είναι το μόνο αίσθημα το οποίο ξεπερνά το μεγαλύτερο φόβο του ανθρώπου: το φόβο θανάτου. Πράγματι, ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων επέλεξαν την αυτοκτονία ως την ύστατη λύτρωση από το αίσθημα ενοχής.

Το να απαλλαχθεί κανείς από τα συναισθήματα ενοχής και τα «πρέπει» απαιτεί συναισθηματική και ψυχολογική ωρίμανση.

Βυθισμένοι με θρησκευτική ευλάβεια στον προγραμματισμό και την κατάτμηση της ύπαρξης μας δε μένει χρόνος να σκεφτούμε, να νιώσουμε και να αισθανθούμε.

Έτσι, εκτελούμε το «καθήκον» μας όπως μας πρόσταξαν οι «εξωτερικές εξουσίες», αποφεύγοντας να κοιτάξουμε μέσα μας και να συγκρουστούμε με αυτές.

Η διαδικασία φυσικά δεν είναι ευχάριστη διότι ξυπνάει τον «εσωτερικό μας δαίμονα» που τόσο μεθοδικά έχουμε ναρκώσει. Είναι όντως οδυνηρό να ανακαλύπτει κανείς ότι έχει ζήσει μια ζωή όπως οι άλλοι θέλανε, μία ζωή που δεν του ανήκει, που δεν τον εκφράζει.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η κατανόηση των ασυνείδητων κινήτρων της συμπεριφοράς μας είναι η κινητήριος δύναμη της αλλαγής και ψυχολογικής ωρίμανσης, ούριος άνεμος στο ταξίδι αναζήτησης της χαμένης αυθεντικότητας μας.

Καμιά απόρριψη και καμιά αποδοχή δεν είναι προσωπική

Από την παιδική ηλικία μάς διδάσκουν να είμαστε τέλεια πλάσματα για να μην μας απορρίψουν και προσπαθούμε σκληρά να έχουμε την αποδοχή όλων.

Αρχίζουμε να φοβόμαστε την απόρριψη και δεν τολμάμε να εκφράσουμε αυτό που νιώθουμε. Σταδιακά αντιμετωπίζουμε τους άλλους με δειλία, γιατί το «όχι» που μπορεί να βγει από τα χείλη τους γιγαντώνεται και γίνεται ένας δράκος που μας καταπίνει. Κρατάμε με αυτόν τον τρόπο απόσταση από τους ανθρώπους. Κρατάμε με αυτόν τον τρόπο απόσταση από τη ζωή.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι το «όχι» του άλλου δεν αφορά εμάς αλλά τον ίδιο. Δεν είναι κάτι προσωπικό και είναι απόλυτα υγιές κάποιος να μπορεί να εκφράσει το «όχι» του. Εκφράζοντάς το μας κάνει ένα δώρο. Ουσιαστικά μας λέει ότι η ενέργειά του δεν μπορεί να κινηθεί μαζί με τη δική μας και μας γλυτώνει από καυγάδες και τσακωμούς που θα υπήρχαν στο μέλλον. Γιατί, όταν δυο ενέργειες δεν μπορούν να κινηθούν μαζί, τότε δημιουργούν δυσαρμονία στη ροή και αυτό φέρνει δυσκολίες στη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων.

Και εμείς από την άλλη χρειάζεται να μπορούμε να εκφράζουμε το «όχι» μας κάνοντας ένα αντίστοιχο “δώρο” στον άλλον αντί να τον ταλαιπωρούμε με χίλιες δυο ιδιοτροπίες και τερτίπια, τιμωρώντας τον κατά βάθος επειδή υπάρχει στη ζωή μας. Αν δυσκολευόμαστε να λέμε «όχι» είτε γιατί δεν θέλουμε να πληγώσουμε τον άλλον είτε γιατί θέλουμε να είμαστε αποδεκτοί, τότε κάνουμε τη ζωή μας ένα μπερδεμένο κουβάρι με αποτέλεσμα να καταπιεζόμαστε και να δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε με ποιους ανθρώπους ταιριάζουμε και με ποιους όχι.

Αν είμαστε αληθινοί με τον εαυτό μας, αν είμαστε αληθινοί στα «ναι» και στα «όχι» μας, τότε η ζωή μας δεν θα είναι ένα μπέρδεμα αλλά η ενέργειά μας θα ρέει αβίαστα και θα έχουμε χαρά.

Όμως, αυτό που φοβάται την απόρριψη, αυτό που φοβάται να τολμήσει και κρατά απόσταση από τους ανθρώπους, κρατά απόσταση από τη ζωή, είναι το “εγώ”. Το “εγώ” έχει παγιωμένο τρόπο συμπεριφοράς. Κινείται πάντα σε καθορισμένα μονοπάτια και μόνο σε γνωστούς δρόμους, ακόμα κι αν αυτοί του δίνουν πόνο και δυστυχία. Αν γίνουμε παρατηρητές του “εγώ” μας, θα δούμε ότι είναι πάντα πολύ προβλέψιμο.

Αν αφήσουμε το “εγώ” και γίνουμε άνθρωποι δημιουργικοί, τότε θα είμαστε ρευστοί. Θα μπορούμε να κινούμαστε με ευκολία σε όλες τις κατευθύνσεις, θα μας συναρπάζει το άγνωστο, το μη δεδομένο και το μη ασφαλές, γιατί θα έχουμε κατανοήσει πια ότι η ζωή δεν έχει καμιά ασφάλεια. Κανένα συμβόλαιο δεν μπορείς να υπογράψεις μαζί της και το μόνο δεδομένο που υπάρχει μέσα στη ροή της ζωής είναι η ίδια η αλλαγή.

«Ο πλουσιότερος άνθρωπος δεν έχει χαρακτήρα. Είναι ρευστός, κινείται διαρκώς σε διαφορετικές διαστάσεις. Ψάχνει και αναζητάει από κάθε διάσταση. Είναι πάντοτε παιδί με μάτια που κοιτάζουν πάντοτε με θαυμασμό και δέος. Πάντοτε κυνηγά πεταλούδες και μαζεύει βότσαλα. Ποτέ δεν νιώθει πως έχει φτάσει. Ποτέ! Ολόκληρη η ζωή του είναι γεμάτη αφίξεις και αναχωρήσεις, ποτέ όμως δεν φτάνει στο σημείο που να μπορεί να πει ότι έχει φτάσει. Εκείνοι που λένε ότι έχουν φτάσει είναι νεκροί και κουβαλούν γύρω τους τον τάφο τους».

Φανταστείτε…

Φανταστείτε ότι σας έχει δοθεί η άδεια να είστε ευτυχισμένοι και να απολαμβάνετε την κάθε στιγμή. Η ζωή σας δεν επιφυλάσσει πια την παραμικρή σύγκρουση με τον εαυτό σας ή με τους άλλους. 

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να εκφράσετε τις επιθυμίες σας. Γνωρίζετε τι δεν θέλετε, γνωρίζετε τι θέλετε και πότε το θέλετε. Είστε ελεύθεροι να αλλάξετε τη ζωή σας και να της δώσετε τη μορφή που πραγματικά επιθυμείτε. Δεν φοβάστε να ζητήσετε αυτό που έχετε ανάγκη, δεν φοβάστε να πείτε ναι ή να πείτε όχι.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως την αγωνία της κρίσης των άλλων. Δεν προσαρμόζετε πια τη συμπεριφορά σας σύμφωνα με το τι πιθανόν να πιστεύουν οι άλλοι για σας. Δεν αισθάνεστε πια υπεύθυνοι για τις γνώμες των άλλων. Δεν νιώθετε την ανάγκη να ελέγξετε κανέναν, ούτε κανείς ελέγχει εσάς.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως να κρίνετε τους ανθρώπους γύρω σας. Μπορείτε εύκολα να συγχωρήσετε και να ξεχάσετε τις κρίσεις που κάνατε στο παρελθόν. Δεν αισθάνεστε πια την ανάγκη να έχετε δίκιο, ούτε την ανάγκη να αποδεικνύετε ότι οι άλλοι κάνουν λάθος. Σέβεστε τον εαυτό σας και τους άλλους και, σε αντάλλαγμα, σας σέβονται κι εκείνοι.

Φανταστείτε ότι ζείτε αγαπώντας ακόμα κι όταν δεν σας αγαπούν. Δεν σας τρομάζει πια η απόρριψη και δεν νιώθετε την ανάγκη της αποδοχής. Μπορείτε να πείτε «σ’ αγαπώ» χωρίς ντροπή και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Μπορείτε να προχωρήσετε μπροστά με την καρδιά ορθάνοιχτη, δίχως να φοβάστε μήπως πληγωθείτε.

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να διακινδυνεύσετε ή να εξερευνήσετε τη ζωή. Δεν έχετε την αγωνία της απώλειας. Δεν φοβάστε να ζείτε μέσα στον κόσμο και δεν φοβάστε να πεθάνετε.

Φανταστείτε ότι αγαπάτε τον εαυτό σας ακριβώς όπως είναι. Αγαπάτε το σώμα σας ακριβώς όπως είναι και το ίδιο αγαπάτε και τα συναισθήματά σας. Ξέρετε ότι είστε τέλειος/α ακριβώς όπως είστε.

LAO TZU: Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση

Επειδή στην Οικουμένη:

η υποχώρηση φέρνει προώθηση·
το άδειασμα, πληρότητα·
το πάλιωμα, ανανέωση·
όταν επιζητάς λίγα, στο τέλος κερδίζεις πολλά·
όταν επιζητάς πολλά, χάνεις και τα λίγα…

Ο σοφός άνθρωπος
αποδέχεται ανεπιφύλακτα
την ενότητα των αντιθέτων.

Έτσι στη ζωή του:
Δεν αυτοπροβάλλεται·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
αναδεικνύεται.
Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε του λόγος είναι δίκαιος·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
παινεύεται.
Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε πράξη του είναι σωστή·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
εκτιμάται.

Δεν έχει έπαρση·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
επιλέγεται για αρχηγός.
Δηλαδή φαίνεται ότι,
επειδή δεν διακατέχεται
από το πνεύμα του ανταγωνισμού,
κανείς μέσα στην κοινωνία
δεν μπορεί να τον ανταγωνιστεί.

Μήπως το παλιό ρητό:
«Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση»
είναι λόγια κούφια;
– Δεν νομίζω.

– Αλήθεια !
Αν κρατάς τέτοια στάση,
καταξιώνεσαι …

ΛΑΟ ΤΣΕ, ΤΑΟ ΤΕ ΤΣΙΝΓΚ

ALAIN DE BOTTON: Η έλξη που μας ασκεί το εξωτικό

Ο όρος “εξωτικό” έγινε συνώνυμο της Μέσης Ανατολής στις αρχές του 19ου αιώνα. Όταν ο Βίκτωρ Ουγκό εξέδιδε το 1829 την ποιητική συλλογή Les Orientales, μπορούσε στον πρόλογο να διακηρύττει: «Η Ανατολή σήμερα μας απασχολεί όλους όσο ουδέποτε στο παρελθόν. Συνιστά ζήτημα γενικευμένου ενδιαφέροντος – το οποίο ενστερνίζεται και ο υποφαινόμενος».

Τα ποιήματα του έθεταν σε περίοπτη θέση τις πρώτες ύλες του έργου των Ευρωπαίων οριενταλιστών: πειρατές, πασάδες, μπαχάρια, μουστάκια, δερβίσηδες.. Μιλούσαν για εκείνους που έπιναν τσάι μέντας σε ποτηράκια. Το αναγνωστικό κοινό υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες το έργο- όπως συνέβη άλλωστε με το Χίλιες και μία νύχτες, τα ανατολίτικα μυθιστορήματα του Γουόλτερ Σκοτ και το εκτενές ποίημα του Μπάυρον «Ο Γκιαούρ». Τον Ιανουάριο του 1832 ο Ευγένιος Ντελακρουά πήγε στη Βόρεια Αφρική για να αποτυπώσει στον καμβά τον εξωτισμό της Ανατολής. Τρεις μόλις μήνες μετά την άφιξή του στην Ταγγέρη, είχε φτάσει να φορά τοπική ενδυμασία και να υπογράφει τις επιστολές προς τον αδελφό του με την προσωνυμία «Ο Αφρικανός σου».

Ακόμη και οι δημόσιοι χώροι στην Ευρώπη άρχιζαν ν’ αποκτούν ανατολίτικες πινελιές. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1833 ένα πλήθος συναγμένο στις όχθες του Σηκουάνα κοντά στη Ρουέν υποδεχόταν με ιαχές το Λούξορ, το σκαρί του γαλλικού στόλου που ανηφόριζε τον ποταμό προς το Παρίσι. Ερχόταν από την Αλεξάνδρεια και μετέφερε σε ειδικά κατασκευασμένη βάση το γιγαντιαίο οβελίσκο που είχε αφαιρεθεί από το ναϊκό σύμπλεγμα των Θηβών, προκειμένου να τοποθετηθεί στη διαχωριστική νησίδα ενός μεγάλου μπουλβάρ, στην Πλας ντε λα Κονκόρντ της γαλλικής πρωτεύουσας.

Η λέξη «εξωτικός» στην κοινότοπη εκδοχή της σχετίζεται με τη φυγή- υπονοεί τη γοητεία που μας ασκεί ένα ξένο μέρος, επειδή απλώς είναι καινούριο και διαφορετικό: επειδή έχει καμήλες, ενώ στον τόπο μας υπάρχουν άλογα- επειδή βλέπουμε απέριττα κτίρια, ενώ στην πόλη μας έχουν στολίδια. Υπάρχει όμως και η πιθανότητα να αντλούμε απόλαυση από κάτι βαθύτερο: ίσως να θεωρούμε πολύτιμα αυτά τα ξένα στοιχεία όχι μόνο επειδή δεν τα έχουμε ξαναδεί, αλλά κι επειδή νιώθουμε ότι απηχούν τον εαυτό μας και τις πεποιθήσεις μας πιο πιστά από κάθετι που μπορούμε να βρούμε στον τόπο μας

Οι λόγοι πχ που το Άμστερνταμ με ενθουσίαζε συνδέονταν στενά με τα στοιχεία εκείνα που μου προξενούσαν δυσαρέσκεια στην πατρίδα μου: την έλλειψη μοντερνικής διάθεσης και αισθητικής απλότητας, την άρνησή της να παραδεχτεί την τετελεσμένη αστικοποίηση της ζωής, τη νοοτροπία της να κρύβεται πίσω από κουρτίνες.

Αυτό που μας φαίνεται εξωτικό σε μια ξένη χώρα μπορεί κάλλιστα να είναι ό,τι μάταια αναζητάμε στον τόπο μας.

ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΟΤΤΟΝ, Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι

Αν μας ζητούσαν να περιγράψουμε πώς ακριβώς φανταζόμαστε ότι είναι και φέρεται ένας σοφός άνθρωπος, είναι πολύ πιθανό οι περιγραφές των περισσοτέρων από εμάς να συνέπιπταν σε πολλά σημεία: θα μιλούσαμε μάλλον για έναν άνθρωπο κάπως μεγάλης ηλικίας, που ζει ουσιαστικά μόνος σ’ ένα μέρος μακριά από τη βουή της πόλης μια λιτή ζωή χωρίς πολυτέλειες και περιττά αντικείμενα, με ελάχιστες ή καθόλου ανέσεις και ευκολίες. Γνωρίζουμε – χωρίς να μπορούμε να πούμε πώς – ότι αν είμαστε σοφότεροι, δεν θα είχαμε τέτοια εξάρτηση από τα υλικά πράγματα, δεν θα χρειαζόταν να περιστοιχιζόμαστε απ’ αυτά ούτε και θα τους αφιερώναμε τόσο χρόνο. Διαισθανόμαστε ότι αν μπορούσαμε να εξυψωθούμε σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, δεν θα χρειαζόμαστε πια να βλέπουμε διαρκώς τους άλλους γύρω μας να μας χειροκροτούν, να μας επιδοκιμάζουν, να μας λένε πόσο πολύ μας αγαπάνε ή πόσο μας χρειάζονται. Δεν θ’ αφιερώναμε καθόλου χρόνο ή κόπο στην προσπάθειά μας να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε .

Κάτι μας λέει μέσα μας πως η αδυναμία, η άγνοια, η νεύρωση ή η πνευματική μας πενία (μπορούμε να το πούμε με πολλούς τρόπους) είναι που μας ωθεί προς αυτά τα – στην πραγματικότητα επιφανειακά – πράγματα, και μας κάνει να τα θεωρούμε απαραίτητα.

Αν η λέξη προσκόλληση αναφέρεται στην κυριολεξία σε μια κατάσταση έντονου ενδιαφέροντος, κλίσης, συμπάθειας ή στενής σχέσης με κάτι (ή κάποιον), αυτή η σχέση είναι πάντα πολύ ιδιαίτερη και αρρωστημένη, γιατί περιλαμβάνει μια αφοσίωση που σκλαβώνει, μια ευχαρίστηση που πονάει, μια προτίμηση που δεσμεύει. Είναι αυτή η σχέση που μας κρατάει δεμένους και εξαρτημένους απ’ αυτό που αγαπάμε ή έχουμε επιλέξει, και που περιλαμβάνει τον φόβο της απώλειας, τη δυσκολία του αποχωρισμού και την υποκειμενική αδυναμία μας να το αφήσουμε να φύγει.

Μετά απ’ όσα είπαμε, ίσως και να ξεκαθαρίζουν οι λόγοι για τους οποίους χρειάζεται να μάθει κάποιος να βαδίζει στο μονοπάτι της αποστασιοποίησης. Το να “παρατάμε” κάτι, λοιπόν, είναι σχεδόν, σχεδόν, σχεδόν επιτακτική ανάγκη (είναι εμφανές πως ούτε τώρα τολμώ να χρησιμοποιήσω αβασάνιστα τη λέξη επιτακτική).

Ωραία λοιπόν… Πώς μπορούμε να μεταφέρουμε αυτήν την ιδέα στη ζωή μας;

Στην πρόκληση να διασχίσουμε και να εξερευνήσουμε το επίπεδο της πνευματικότητάς μας, μαθαίνουμε, όπως είπαμε, πως στο ταξίδι αυτό παίρνουμε ελάχιστες αποσκευές· τα απολύτως απαραίτητα. Για να ξεκινήσει κανείς τον πνευματικό δρόμο, το μόνο που είναι απολύτως αναγκαίο είναι ν’ αρχίσει να βαδίζει. Από την αρχή καταλαβαίνεις μόνος σου ότι θα πρέπει ν’ απαλλαγείς απ’ όλα τα περιττά, από πράγματα που δεν είναι αναγκαία και, αργά ή γρήγορα, θα σου γίνουν μάλλον βάρος παρά βοήθεια.

Η καταναλωτική κοινωνία μετατρέπει το προαιρετικό σε αναγκαίο και το αναγκαίο σε ζωτικό και σπάνιο (καθιστώντας το έτσι ακόμα πιο επιθυμητό και διευκολύνοντας τη δουλειά των πωλητών και των διαφημιστών).

Για πολλούς, ζωτικά είναι τα λεφτά ή τα υλικά αγαθά· γι’ άλλους, οι ανέσεις που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο μιας ευτυχισμένης ζωής· για μερικούς, τέλος, η απαγκίστρωση από μια σχέση στην οποία έχουν εγκλωβιστεί.

Όπως και να ’χει, στο καινούργιο επίπεδο ο καθένας μπορεί να συνειδητοποιήσει, λίγο μετά το ξεκίνημά του, τι του περισσεύει, τι τον βαραίνει περισσότερο, τι περιττό φορτίο κουβαλάει.

Είναι κλασική η ιστορία ζεν που μιλάει για έναν ταξιδιώτη που τον βρήκε η νύχτα στη μέση του δρόμου και χτύπησε την πόρτα ενός σοφού για να του ζητήσει να τον φιλοξενήσει ως το επόμενο πρωί. Ο σοφός δέχεται και καλεί τον ταξιδιώτη να περάσει μέσα. Μπαίνει εκείνος, και έκπληκτος βλέπει την καλύβα του σοφού τελείως άδεια, εκτός από ένα ράντσο από καραβόπανο που είχε για κρεβάτι, κι ένα – δυο πήλινα κανάτια με νερό.

“Που είναι τα πράγματά σου;” ρωτάει τον σοφό ο ταξιδιώτης.
“Τα δικά σου που είναι;” απαντάει ο σοφός.
“Μα εγώ είμαι περαστικός!” αναφωνεί ο ταξιδιώτης.
Τότε ο σοφός λέει χαμογελώντας:
“Κι εγώ το ίδιο!”.

Όλοι περαστικοί είμαστε σ’ αυτήν τη ζωή. Ιδιαίτερα όσοι δεν το ξέρουν.

Προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε αυτό που δεν έχουμε ή να γίνουμε εκείνο που δεν είμαστε, ακόμη κι αν αυτό που επιθυμούμε δεν είναι αναγκαίο, κι ακόμη κι αν η φιλοδοξία μας είναι ανέφικτη ή άδικη.

Εμείς οι προνομιούχοι που δεν πεινάσαμε ποτέ, που βρήκαμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας και δεν κοιμηθήκαμε έξω στο κρύο, εμείς που – καλώς ή κακώς -, έχουμε ακόμα δουλειά, που δεν περπατήσαμε ποτέ ξυπόλυτοι παρά μόνο στην παραλία, εμείς, πάντα κάτι επιθυμούμε.

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι.

Λένε πως η επιθυμία σέρνει μονίμως απ’ το χέρι την απογοήτευση, αλλά στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η απογοήτευση είναι που τραβάει απ’ το χέρι την επιθυμία. Γι’ αυτό, ακόμα κι όταν η επιθυμία έχει ικανοποιηθεί, η πιο πρωτόγονη και βαθιά απογοήτευση εξακολουθεί – ακόρεστη – να υπάρχει.

Αν δεν απαλλαγούμε απ’ αυτήν την ενδογενή αίσθηση ανικανοποίητου, ακόμη κι αν καταφέρουμε κάτι απ’ όσα ποθούμε, θα διαπιστώσουμε ότι το επίτευγμά μας δεν είναι ποτέ πλήρες, ποτέ όπως το φανταζόμαστε, ποτέ αρκετό.

Συνεπώς, η μόνη λύση αν θέλει κάποιος να αποφύγει τη ματαίωση και τη δυστυχία, είναι να εγκαταλείψει εξαρχής την επιθυμία.

Μ’ άλλα λόγια: να φτάσει στην απόλυτη αποδοχή, σε μια χαλαρή και διόλου απαιτητική σχέση με τα πράγματα που είναι όπως είναι, και βρίσκονται εκεί που βρίσκονται.

ΣΟΛΩΝ: Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ Η ΤΑΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Σόλωνα, Ευνομία Ε, 3

Σε αυτό το απόσπασμα, ο Σόλων, σπουδαίος πολιτικός άντρας που έζησε στην Αθήνα μεταξύ 7ου και 6ου αιώνα π.Χ. ορίζει τα θεμέλια της πολιτικής και της δημόσιας ηθικής: κακή διακυβέρνηση είναι αυτή που διέπεται από τις διαμάχες και την αδικία από μέρους όσων δεν σέβονται το κοινό καλό, ενώ μια σωστή διακυβέρνηση βασίζεται στη δικαιοσύνη, που εγκαθιδρύεται με τη σύνεση, την τάξη και την ισότητα.

3.

Η πόλη η δική μας δεν πρόκειται να χαθεί, όσο εξαρτάται από του Δία τις αποφάσεις και από το θέλημα των μακάριων θεών: ένας τέτοιος φύλακας, η Παλλάδα Αθηνά, μεγαλόψυχη, κόρη πανίσχυρου πατέρα, κρατά τα χέρια πάνω της. Οι ίδιοι οι πολίτες θέλουν να καταστραφεί η μεγάλη πόλη, διεφθαρμένοι από το χρήμα. Είναι ανίκανοι να συγκρατήσουν την υπερβολή και να απολαύσουν τις παρούσες χαρές, στην ηρεμία του δείπνου.

μαζεύουν πλούτη ενδίδοντας στην αδικία

χωρίς να φείδονται ούτε των ιερών ούτε των δημοσίων πηγών, κλέβουν από παντού. Δεν σέβονται ούτε τα ιερά θεμέλια της Δικαιοσύνης, που, αμίλητη, έχει πλήρη συνείδηση όσων γίνονται και όσων έγιναν, και κάποια στιγμή έρχεται για να τιμωρήσει. Η πληγή αυτή, από την οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις, κυριεύει όλη την πόλη. Και γρήγορα πέφτει στη χειρότερη δουλεία, που προκαλεί εξέγερση και εμφύλιο σπαραγμό, τα οποία θα καταστρέφουν πολλούς σπουδαίους νέους. Σύντομα η αγαπημένη πόλη καταλύεται από τα χέρια των εχθρών και αφανίζεται σε συγκρούσεις που αρέσουν στους άδικους. Αυτές οι συμφορές συμβαίνουν στον λαό. Πολλοί φτωχοί φτάνουν σε ξένες χώρες, πουλημένοι και δεμένοι με βαριές αλυσίδες.

Έτσι, η δημόσια συμφορά φτάνει στου σπιτιού κάθε πολίτη την πόρτα. Οι πόρτες της αυλής δεν μπορούν να την κρατήσουν απέξω. Τότε πηδά τον ψηλό φράχτη και σε βρίσκει ακόμα κι αν έχεις καταφύγει στην πιο κρυφή γωνία του σπιτιού. Αυτό είναι το μάθημα που θέλω να διδάξω στους Αθηναίους: η κακή διακυβέρνηση γεννά πολλά προβλήματα στην πόλη. Η σωστή διακυβέρνηση τα διορθώνει όλα και επαναφέρει την τάξη. Συχνά στον άδικο περνά αλυσίδες: ό,τι είναι σκληρό το λειαίνει, διακόπτει τις υπερβολές, αποδυναμώνει την ύβρη. Μαραίνει τα μπουμπούκια της κακοτυχίας. Τις στρεβλές απόψεις διορθώνει, την υπερηφάνεια κατευνάζει. Διαλύει το έργο της διχογνωμίας. Βάζει τέλος στην πικρία της διαμάχης. Έτσι, όλα είναι τακτοποιημένα και σωστά για τους ανθρώπους.

Ο ΔΙΑΣ ΣΥΝΕΤΡΙΒΕ ΤΟΥΣ ΑΝΕΝΤΙΜΟΥΣ

Μία από τις γυναίκες του Δία ήταν... και η Θέμις, που έκανε μαζί του παιδιά τις τρεις Μοίρες, δηλαδή τη Λάχεση, την Κλωθώ και την Άτροπο, και τις τρεις ‘Ωρες, δηλαδή τη Δίκη, την Ευνομία και την Ειρήνη.

Για τη Δίκη μάλιστα έλεγαν πως μόνο αυτή είχε το θρόνο της δίπλα στο θρόνο του πατέρα της, όταν εκείνος δίκαζε. Στον Δία κατέφευγαν οι θεοί όταν είχαν κάποια διαφορά μεταξύ τους ή βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, και τον Δία παρακαλούσαν οι άνθρωποι να προστατεύσει το δίκιο τους, κάθε φορά που δεν τα κατάφερναν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.

Αλλά και ο ίδιος ο Δίας, χωρίς πάντα να επικαλούνται την επέμβασή του, έμπαινε στη μέση και φανέρωνε τη βουλή του, σαν έβλεπε πως κάποιο ζήτημα έφτανε σε αδιέξοδο ή κάποια υπόθεση ακολουθούσε στραβό δρόμο και γινόταν για το κακό ενός αθώου και για το κέρδος εκείνων που καταπατούσαν το δίκιο και δεν είχαν πάνω τους τον φόβο του θεού.

Έτσι ο Δίας με την κρίση του φρόντιζε πάντα όχι μόνο να λύνει τις διαφορές, χωρίς να δυσαρεστήσει καμιά πλευρά, αλλά και να προστατεύει τους αδύναμους, να σώζει τους απελπισμένους, καμιά φορά ακόμα και να δίνει χάρη σε τιμωρημένους , που για δικό τους φταίξιμο είχαν κακοπαθήσει.

Όταν ο Ερμής έκλεψε τα βόδια του Απόλλωνα, ο Δίας πέτυχε όχι μόνο να πείσει τον Ερμή να τα επιστρέψει αλλά και να κάνει τους δύο αντίδικους φίλους παντοτινούς.

Όταν ο Απόλλων και ο Ηρακλής ήρθαν στα χέρια, γιατί ο Απόλλων αρνιόταν να δώσει χρησμό στον Ηρακλή και ο Ηρακλής άρπαξε τον τρίποδα της Πυθίας και πήγε να στήσει δικό του μαντείο, ο Δίας έριξε ανάμεσά τους έναν κεραυνό, τους χώρισε και έπεισε τον Απόλλωνα να δώσει χρησμό στον Ηρακλή.

Κι όταν πάλι ο Απόλλων πάλευε με τον Ιδα, που του είχε αρπάξει τη Μάρπησσα, την όμορφη κόρη του ποταμού Εύηνου, ο Δίας τους χώρισε και άφησε την ίδια την κοπέλα να διαλέξει όποιον από τους δυο ήθελε και τότε εκείνη προτίμησε τον Ιδα, γιατί σκέφτηκε πως, σαν περνούσαν τα νιάτα της, ο Απόλλων θα την παρατούσε.

Και στη διαφορά του Άδη με τη Δήμητρα, για την αρπαγή της Περσεφόνης, ο Δίας αποφάσισε να μένει η Περσεφόνη το ένα τρίτο του χρόνου στον Κάτω Κόσμο και τα δύο τρίτα κοντά στη μητέρα της.

Και στην περίπτωση του Άδωνη, που τον διεκδικούσαν η Περσεφόνη και η Αφροδίτη, γιατί και οι δυο κατά κάποιον τρόπο τον είχαν αναθρέψει, ο Δίας χώρισε το χρόνο στα τρία και είπε να μένει ο Άδωνις τη μια περίοδο κοντά στην Περσεφόνη, την άλλη κοντά στην Αφροδίτη και την τρίτη μόνος του, όπου ήθελε ο ίδιος και τότε ο Άδωνις αποφάσισε να μένει κοντά στην Αφροδίτη και στο διάστημα που θα έμενε μόνος του.

Όταν όμως μάλωσαν η Αθηνά με τον Ποσειδώνα για την εξουσία της Αθήνας, τότε ο Δίας, που δεν ήθελε να γίνει κακός με κανένα, απέφυγε να βγάλει απόφαση και τους έστειλε να τους δικάσουν οι Δώδεκα θεοί. Και εκείνοι ήταν που, όπως είδαμε, έκριναν πως η Αθήνα ανήκε στην Αθηνά.

Απ’ όλα τα παιδιά του τον Άρη μόνο, που χαιρόταν με τους τσακωμούς, τους πολέμους και τις μάχες, δεν τον χώνευε ο Δίας. Όταν στον Τρωικό Πόλεμο πήγε να παραπονεθεί του Δία πως η Αθηνά είχε βάλει τον ευνοούμενό της τον Διομήδη να εξευτελίζει στη μάχη και τους θεούς, τραυματίζοντας την Αφροδίτη και τον ίδιο, ο Δίας όχι μόνο δεν του έδωσε δίκιο αλλά και τον κατσάδιασε από πάνω.

Αντίθετα όμως, όταν ο Ήλιος, που μόνο το καλό ήξερε να κάνει σε όλους, του παραπονέθηκε πως οι σύντροφοι του Οδυσσέα είχαν φάει από τα ιερά βόδια του, ο Δίας έκρινε πως αυτό δεν έπρεπε να είχε γίνει με κανέναν τρόπο, και έτσι κεραυνοβόλησε το καράβι τους και τους στέρησε τον γυρισμό στην πατρίδα.

Όταν στις Μυκήνες πήρε τη βασιλεία όχι ο Ατρέας, όπως ήταν το κανονικό, αλλά ο Θυέστης, που διατηρούσε κρυφές σχέσεις με τη γυναίκα του Ατρέα και είχε καταφέρει να πάρει με δόλο τη χρυσή προβιά, το σύμβολο της εξουσίας, ο Δίας που είδε από πάνω την αδικία, έστειλε τον Ερμή και είπε στον αδικημένο να κάνει τον αδελφό του να ομολογήσει πως θα έδινε πίσω τη βασιλεία όταν ο ήλιος θα ακολουθούσε αντίθετη πορεία. Ο Θυέστης συμφώνησε, και τότε ο Δίας πρόσταξε τον Ήλιο να δύσει από την ανατολή έτσι ο Θυέστης έχασε, και ο Ατρέας ανέβηκε στο θρόνο κανονικά.

Όταν πάλι σκότωσαν τον Αλκμαίωνα, ο Δίας έκανε τα παιδιά του μέσα σε μια μέρα από βρέφη άντρες για να εκδικηθούν τον φόνο του πατέρα τους.

Ο Δίας όχι μόνο συνέτριβε όσους καταπατούσαν το νόμο του αλλά και τιμούσε όσους είχαν μέσα τους το φόβο του θεού.

Έτσι όταν εξόντωσε τους άθεους Τελχίνες, την κόρη του βασιλιά τους τη Δεξιθέα, που του είχε δείξει όλο τον σεβασμό της, την έσωσε και την αξίωσε να ζευγαρωθεί με τον Μίνωα και να γίνει η μάνα ενός νέου λαού πάνω στο νησί της.

Και τον Κάδμο τον αξίωσε να γίνει βασιλιάς και στην Ήπειρο και, σαν γέρασε, τον έβαλε να ζήσει μακάρια, μαζί με τη γυναίκα του την Αρμονία, στα Ηλύσια Πεδία.

Και για χάρη του ευλαβικού Αμφιάραου, σαν έχασαν τη μάχη οι Επτά στη Θήβα, ο Δίας έκανε τη γη ν’ ανοίξει και να τον δεχτεί μέσα της ολοζώντανο και απείραχτο από το φονικό χέρι του εχθρού του, που ήταν έτοιμος να τον χτυπήσει πισώπλατα. Και τους γιους των Επτά, που φάνηκαν πιο φρόνιμοι και πιο δίκαιοι από τους πατεράδες τους, ο Δίας τούς βοήθησε να πάρουν τη Θήβα.

Ακόμα ο Δίας συμμεριζόταν και τον πόνο των άλλων και καμιά φορά από λύπηση άλλαζε ακόμα και τον φυσικό νόμο για να ανακουφίσει τους δυστυχισμένους.

Έτσι, όταν πέθανε ο ένας από τους δυο Διόσκουρους, ο Κάστωρ, που ήταν θνητός, ο άλλος, ο Πολυδεύκης, που ήταν αθάνατος, δεν ήθελε να ζήσει χωρίς τον αδελφό του, και τότε ο Δίας κανόνισε να ζουν κι οι δυο μαζί για πάντα, από μια μέρα μαζί με τους θεούς κι από μια μέρα μαζί με τους ανθρώπους.

Όταν πάλι ο Μέμνων έπεσε νεκρός από το χέρι του Αχιλλέα, ο Δίας σπλαχνίστηκε τη μητέρα του την Hώ στο σπαραγμό της και τον έκανε αθάνατο.

Ακόμα και για τη Νιόβη ένιωσε λύπηση στη συμφορά της ο Δίας και την έκανε πέτρα, από όπου ακόμα και τώρα τρέχουν τα δάκρυά της.

Η δικαιοσύνη του Δία ήταν τόση, που τον έκανε να δώσει χάρη ακόμα και στους εχθρούς του.

Έτσι ιστορούσαν πως στο τέλος ο Δίας απελευθέρωσε και τους Τιτάνες από τα δεσμά τους, ότι κατά κάποιον τρόπο αποκατέστησε και τον πατέρα του, τον Κρόνο, βάζοντάς τον βασιλιά στα Νησιά των Μακάρων, ότι και τον Προμηθέα αυτός συγκατατέθηκε για να τον λύσει ο Ηρακλής.

Επίσης ιστορούσαν πως όταν ο Δίας κατέστρεψε την ανθρωπότητα με τον κατακλυσμό, ο ίδιος πάλι επέτρεψε στον Δευκαλίωνα να σπείρει ένα νέο ανθρώπινο γένος. Και ο Δίας χάρισε τη μακάρια ζωή στο γένος των ηρώων, ύστερα από τους μεγάλους πολέμους στη Θήβα και στην Τροία. Και τέλος όρισε τρεις μυριάδες φύλακες δικούς του πάνω σ’ όλη τη γη, να επιβλέπουν το σωστό και το δίκαιο.

Ουμπέρτο Έκο: Μια γενιά από άλιεν

Πιστεύω ότι ο Μισέλ Σερ είναι ο οξύτερος φιλοσοφικός νους που υπάρχει σήμερα στη Γαλλία και όπως κάθε καλός φιλόσοφος ξέρει να σκύβει πάνω απ’ την πραγματικότητα και να την αναλογίζεται. Χρησιμοποιώ ξεδιάντροπα (εκτός από μερικά δικά μου προσωπικά σχόλια) ένα υπέροχο άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 6-7 Μαρτίου του περασμένου χρόνου, υπενθυμίζοντάς μας πράγματα που για τους νεότερους από τους αναγνώστες μου αφορούν τα παιδιά τους ενώ για μας τους γέρους τα εγγόνια μας.

Για ν’ αρχίσουμε, αυτά τα παιδιά ή εγγόνια δεν έχουν δει ποτέ ένα γουρούνι, μία αγελάδα, μια κότα (υπενθυμίζω ότι ήδη πριν από τριάντα χρόνια, μια έρευνα στις ΗΠΑ έδειξε ότι η πλειονότητα των παιδιών της Νέας Υόρκης πίστευε ότι το γάλα που έβλεπαν συσκευασμένο στα σούπερ μάρκετ ήταν ένα τεχνητό, προϊόν όπως η κόκα κόλα). Τα νέα ανθρώπινα όντα δεν είναι πια μαθημένα να ζουν στη φύση και ξέρουν μόνο τις πόλεις (θα υπενθυμίσω ότι ακόμα κι όταν πάνε διακοπές, ζουν συνήθως σ αυτό που ο Οζέ ορίζει ως «μη τόπους», κι έτσι το χωριό των διακοπών είναι ολόιδιο με το αεροδρόμιο της Σιγκαπούρης και όπως και να ’χει, παρουσιάζει μια φύση ειδυλλιακή και ψιμυθιωμένη, εντελώς τεχνητή). Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπολογικές επαναστάσεις μετά τον νεολιθικό άνθρωπο. Αυτά τα παιδιά ζουν σ’ έναν κόσμο με υπερπληθυσμό, το όριο της ζωής τους είναι πια κοντά στα ογδόντα χρόνια και εξαιτίας της μακροβιότητας των γονιών και των παππούδων, αν έχουν ελπίδα να κληρονομήσουν κάτι, δε θα είναι πια στα τριάντα τους, αλλά στο κατώφλι των γηρατειών τους.

Τα παιδιά της Ευρώπης εδώ και περισσότερο από εξήντα χρόνια δε γνώρισαν πολέμους, έχοντας τα οφέλη μιας προηγμένης ιατρικής δεν υπέφεραν όσο οι πρόγονοί τους, έχουν γονείς μεγαλύτερους από τους δικούς μας (και σε μεγάλο ποσοστά διαζευγμένους), σπουδάζουν σε σχολεία όπου ζουν πλάι πλάι με παιδιά άλλου χρώματος, άλλης θρησκείας και εθίμων (και αναρωτιέται ο Σερ για πόσο καιρό ακόμα θα μπορούν να τραγουδούν τη Μασσαλιώτιδα που αναφέρεται στο «ακάθαρτο αίμα των ξένων;) Ποια λογοτεχνικά έργα θα μπορούν ακόμα να απολαμβάνουν, αφού δε γνώρισαν την αγροτική ζωή, τον τρύγο τις εισβολές, τα μνημεία των πεσόντων, τις σημαίες που σκιζόταν από τις εχθρικές σφαίρες, την επιτακτική ανάγκη ενός ηθικού διδάγματος.

Δημιουργήθηκαν μέσα φτιαγμένα από ενήλικες που μείωσαν στα επτά δευτερόλεπτα τη μονιμότητα μιας εικόνας και στα δεκαπέντε δευτερόλεπτα τον χρόνο απάντησης σε μια ερώτηση, κι όπου ωστόσο βλέπουν πράγματα που δεν συναντούν πια στην καθημερινή τους ζωή, ματωμένα πτώματα, καταρρεύσεις, καταστροφές: «Σε ηλικία δώδεκα ετών, οι ενήλικες τα έχουν αναγκάσει, ήδη να δουν είκοσι χιλιάδες δολοφόνους». Εκπαιδεύονται από τη διαφήμιση που βρίθει συντμήσεων και ξένων λέξεων, οι οποίες τα κάνουν να χάνουν την αίσθηση της μητρικής γλώσσας δεν έχουν πια αίσθηση του δεκαδικού μετρικού συστήματος γιατί τους υπόσχονται βραβεία ανάλογα με τα μίλια, το σχολείο δεν έχει πια θέση στη μάθηση και, συνηθισμένα πια στα κομπιούτερ, αυτά τα παιδιά ζουν μεγάλο μέρος της ζωής τους εικονικά. Το να γράφουν μόνο με τον δείκτη αντί για ολόκληρο , το χέρι «δεν ερεθίζει πια τους ίδιους νευρώνες ή τις ίδιες περιοχές του φλοιού» (και εντέλει είναι ολοκληρωτικά multitasking).

Εμείς ζούσαμε σε έναν αισθητό μετρικό χώρο, ενώ αυτά ζουν σ’ έναν εξωπραγματικό χώρο όπου το μακριά και το κοντά δεν έχουν πια καμία διαφορά. Δε θα σταθώ στις σκέψεις που κάνει ο Σερ σχετικά με την πιθανότητα διαχείρισης των νέων αναγκών της εκπαίδευσης. Η πανοραμική ματιά του μας μιλάει, εν πάση περιπτώσει, για μια περίοδο αντίστοιχη -εξαιτίας μιας ολικής ανατροπής- με εκείνη της επινόησης της γραφής και, αιώνες αργότερα, της τυπογραφίας. Μόνο που οι νέες σημερινές τεχνικές αλλάζουν με μεγάλη ταχύτητα και «ταυτόχρονα μεταμορφώνεται το σώμα, αλλάζουν η γέννηση και ο θάνατος, η αρρώστια και η θεραπεία, τα επαγγέλματα, ο χώρος, το φυσικό περιβάλλον, το να ζεις στον κόσμο».

Γιατί δεν ήμασταν έτοιμοι για μια τέτοια μεταμόρφωση; Ο Σερ καταλήγει ότι ίσως να ευθύνονται και οι φιλόσοφοι. οι οποίοι λόγω της δουλειάς τους θα έπρεπε να προβλέψουν τις αλλαγές των γνώσεων και των πρακτικών, αλλά δεν το έκαναν γιατί «απορροφημένοι στην πολιτική της κάθε μέρας, δε διέκριναν τη σύγχρονη εποχή να έρχεται». Δεν ξέρω αν ο Σερ έχει απόλυτο δίκιο, αλλά κάποιο δίκιο το έχει.

Ουμπέρτο Έκο, Χρονικά μιας ρευστής κοινωνίας

Πλάτων: Ἀφιλοσοφία και πολιτική ακολασία

Πλάτων: 427-347 π.Χ.

Ἀφιλοσοφία και πολιτικοί κηφήνες

§1

Ι. Ανάμεσα στους εκατόν ογδόντα περίπου ορισμούς –184 για την ακρίβεια– σχετικά με διάφορες έννοιες της πλατωνικής φιλοσοφίας απαντά και ένας ορισμός για την αφιλοσοφία. Τι είναι όμως οι όροι; Είναι ένα είδος φιλοσοφικού λεξικού με ορισμούς εννοιών της πλατωνικής φιλοσοφίας. Θεωρείται το αρχαιότερο λεξικό, του οποίου η σύνταξη αποδίδεται στον Σπεύσιππο, μαθητή του Πλάτωνος και διάδοχό του στην Ακαδημία. Με τους όρους μπορεί κανείς να έχει μπροστά του θεμελιώδεις αρχές και θέσεις της πλατωνικής φιλοσοφίας, έτσι όπως τις συναντάμε στα μεγάλα θεωρητικά του έργα.

ΙΙ. Πώς ορίζεται η εν λόγω έννοια; Ορίζεται ως εξής:

«Ἀφιλοσοφία ‒ἕξις καθ’ ἣν ὁ ἔχων μισόλογος ἐστίν= διάθεση ή κατάσταση, στην οποία όποιος βρίσκεται μισεί τον λόγο».

Η αφιλοσοφία, κατ’ αυτό το πνεύμα, παραπέμπει ευθέως στην εχθρική στάση του ανθρώπου απέναντι στο λόγο. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο άνθρωπος, ως άτομο και ως γένος, φέρει μέσα του δυνάμει το θεϊκό στοιχείο, την έννοια δηλαδή και την αίσθηση του ιερού, του πνευματικού, του ιδεατού, του ορθο-λογικού ή εξ-ορθο-λογισμένου και του αυθεντικά αληθινού. Ως εκ της φύσης του έτσι, καθ’ όλη την πορεία του βίου του προορίζεται να καλλιεργεί αυτό το στοιχείο.

ΙΙΙ. Όσο το καλλιεργεί, τόσο γίνεται φιλόμουσος, ευαίσθητος, διαλεκτικός, αυτάρκης, αυτοπροσδιοριζόμενος. Και στο μέτρο που τείνει να πραγματώνει τέτοιες και παρόμοιες αρχές ζωής, στον μεγάκοσμο της κοινωνίας και της πολιτικής συμπεριφέρεται στοχαστικά και μάχεται για το γενικό καλό. Αντίθετα, ο αφιλόσοφος είναι αντικειμενικά μισόλογος· μισεί δηλαδή τον λόγο, τον διαλεκτικό λόγο προφανώς και όχι την καθημερινή φλυαρία, ως σκέψη και γλώσσα, εχθρεύεται την αρμονία, τη συμμετρία, την κοσμιότητα, τον ρυθμό και ως εκ τούτου την ευτυχία και ευδαιμονία της πολιτείας. Παραδίνεται άνευ όρων στη «γαστριμαργία» [=λαιμαργία, αδηφαγία] (Πλάτων Τίμαιος 73] και στον δημόσιο λόγο και έργο του, ως πολιτικό πρόσωπο, εκβαρβαρώνει και εκβαρβαρώνεται.

§2

Ι. Μια ανεπανάληπτη εικόνα μισόλογου, βίαιου, ακόλαστου όντος μας παρουσιάζει ο Πλάτων στον Φαίδρο, εκεί που κάνει λόγο για το φτερωτό άρμα της ψυχής. Από τα δυο άλογα, τα δυο τμήματα της ψυχής, που ηνιοχεί ο ηνίοχος νους, το αριστερό άλογο παριστά τον δύσμορφο, αισχρό, βάρβαρο, μισόλογο, αφιλόσοφο τύπο ανθρώπου, που έχει ως καθοριστική οντο-λογική του έγνοια την κατώτατη μορφή φιληδονίας. Πρόκειται για μια εκβαρβάρωση, που εφάμιλλη δεν βρίσκει ο Πλάτων παρά μόνο στον φαύλο κόσμο της πολιτικής.

ΙΙ. Η εκβαρβάρωση του Πολιτικού και της πολιτικής απασχολεί τον φιλόσοφο σε όλα σχεδόν τα έργα του, αλλά και πιο συγκεκριμένα, άμεσα και παραστατικά στην Πολιτεία. Εδώ ο αφιλόσοφος πολιτικός είναι αδίστακτος, απαίδευτος και ασύδοτος. Χρηματίζεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και θέτει το ίδιον όφελος πάνω από το συμφέρον της πολιτικής κοινότητας. Είναι απόλυτα εξαχρειωμένος και στην πολιτική πράξη αποδεικνύεται πραγματικός κηφήνας (Πολιτεία Η, ΧΙΙ, ΧΙΙΙ). Ως εκ τούτου, είναι ανίκανος να κυβερνήσει με δικαιοσύνη την πολιτεία και γίνεται ένας καθεστωτικός πολτός:

Παράφρονας, ωμός, βίαιος, κυνικός, αδίστακτος και άπατρις.

Προκειμένου να διατηρείται στην εξουσία δέχεται να ξεπουλήσει την πατρίδα του, αρκεί ο ίδιος να μη διακινδυνεύσει τη φιλήδονη ζωή του και τα εξουσιαστικά του προνόμια. Όπως πολύ εύγλωττα τονίζει ο Πλάτων, σε μια τέτοια άνομη πολιτεία, ενώ η πλειονότητα των ανθρώπων πένεται, σε επίπεδο καθεστωτικής πολιτικής αναπτύσσονται και αναπαράγονται τα πιο επικίνδυνα κακοποιά στοιχεία: κλέφτες, λωποδύτες, ιερόσυλοι, απατεώνες και ό,τι παρόμοιο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.

ΙΙΙ. Όλα τότε οδηγούν σε μια πολιτική απάθεια, η οποία επιτρέπει να εναλλάσσονται στην εξουσία, με δημοκρατικό ιδίως μανδύα, ο ένας πολιτικός διαφθορέας μετά τον άλλο. Και όλη αυτή η εναλλαγή παρουσιάζεται ως σωτηρία της πατρίδας, την ίδια στιγμή που στην πράξη εκτρέφει τον αφανισμό της. Συμβαίνουν όλα τούτα ως συμπτώματα της αφιλοσοφίας, του μίσους δηλαδή των πολιτικών απέναντι στον λόγο. Αυτό το μίσος έχει ως θεμελιώδη χαρακτηριστικά την άκριτη προσήλωση στο Αισθητό και στην ακοσμία του καθημερινού κόσμου, την ανεστραμμένη λογική και συνακόλουθα το μίσος απέναντι σε κάθε πνευματικότητα.

ΙV. Γι’ αυτό βλέπουμε και τα αριστερά άλογα της τρέχουσας πολιτικής, σε πλήρη εναρμόνιση και με άλλα παρόμοια άλογα, ανεξάρτητα από ιδεολογικά επιχρίσματα, να στοχεύουν πρωτίστως στην ολοσχερή διάλυση του συστήματος παιδείας, υποβιβάζοντάς το στο δικό τους αμόρφωτο επίπεδο. Το ερώτημα εν τέλει είναι: γιατί η πολιτική σκέψη του Πλάτωνα αντέχει στον χρόνο; Επειδή ομιλεί πολύ διορατικά για το εκάστοτε τραγικό παρόν των ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης και της ελλαδικής πολιτείας –όπως και κάθε άλλης σύγχρονης πολιτείας/κράτους– της οποίας το πολιτικό προσωπικό είναι ο κατ’ εξοχήν μέντορας της αφιλοσοφίας και της μισολογίας. Γι’ αυτό και η πολιτική σήψη, κυρίαρχη όσο ποτέ, καλπάζει, οδηγώντας προς τον βέβαιο όλεθρο σύμπασα την πολιτεία:

«Aν ακολουθήσουν έναν πιο αγροίκο και αφιλοσόφητο τρόπο ζωής, υποκαθιστώντας τη φιλοσοφία με τη φιλοδοξία, τότε μπορεί να συμβεί, σε στιγμή μέθης ή κάποιας άλλης ολιγωρίας, τα δυο ακόλαστα άλογα να καταλάβουν αιφνιδιαστικά τις ψυχές ανυπεράσπιστες, να τις οδηγήσουν τη μια κοντά στην άλλη, και τότε να επιλέξουν να κάνουν εκείνο που προτιμά ο πολύς κόσμος και το θεωρεί ευτυχία· και αφού το κάνουν μια φορά, να συνεχίζουν να το κάνουν» (Πλάτων Φαίδρος 256b7-c5).

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία: (608c-609d)

[608c] Καὶ μήν, ἦν δ᾽ ἐγώ, τά γε μέγιστα ἐπίχειρα ἀρετῆς καὶ προκείμενα ἆθλα οὐ διεληλύθαμεν.
Ἀμήχανόν τι, ἔφη, λέγεις μέγεθος, εἰ τῶν εἰρημένων μείζω ἐστὶν ἄλλα.
Τί δ᾽ ἄν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἔν γε ὀλίγῳ χρόνῳ μέγα γένοιτο; πᾶς γὰρ οὗτός γε ὁ ἐκ παιδὸς μέχρι πρεσβύτου χρόνος πρὸς πάντα ὀλίγος πού τις ἂν εἴη.
Οὐδὲν μὲν οὖν, ἔφη.
Τί οὖν; οἴει ἀθανάτῳ πράγματι ὑπὲρ τοσούτου δεῖν [608d] χρόνου ἐσπουδακέναι, ἀλλ᾽ οὐχ ὑπὲρ τοῦ παντός;
Οἶμαι ἔγωγ᾽, ἔφη· ἀλλὰ τί τοῦτο λέγεις;
Οὐκ ᾔσθησαι, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅτι ἀθάνατος ἡμῶν ἡ ψυχὴ καὶ οὐδέποτε ἀπόλλυται;
Καὶ ὃς ἐμβλέψας μοι καὶ θαυμάσας εἶπε· Μὰ Δί᾽, οὐκ ἔγωγε· σὺ δὲ τοῦτ᾽ ἔχεις λέγειν;
Εἰ μὴ ἀδικῶ γ᾽, ἔφην. οἶμαι δὲ καὶ σύ· οὐδὲν γὰρ χαλεπόν.
Ἔμοιγ᾽, ἔφη· σοῦ δ᾽ ἂν ἡδέως ἀκούσαιμι τὸ οὐ χαλεπὸν τοῦτο.
Ἀκούοις ἄν, ἦν δ᾽ ἐγώ.
Λέγε μόνον, ἔφη.
Ἀγαθόν τι, εἶπον, καὶ κακὸν καλεῖς;
Ἔγωγε.
[608e] Ἆρ᾽ οὖν ὥσπερ ἐγὼ περὶ αὐτῶν διανοῇ;
Τὸ ποῖον;
Τὸ μὲν ἀπολλύον καὶ διαφθεῖρον πᾶν τὸ κακὸν εἶναι, τὸ δὲ σῷζον καὶ ὠφελοῦν τὸ ἀγαθόν.
Ἔγωγ᾽, ἔφη.
Τί δέ; κακὸν ἑκάστῳ τι καὶ ἀγαθὸν λέγεις; οἷον ὀφθαλμοῖς [609a] ὀφθαλμίαν καὶ σύμπαντι τῷ σώματι νόσον, σίτῳ τε ἐρυσίβην, σηπεδόνα τε ξύλοις, χαλκῷ δὲ καὶ σιδήρῳ ἰόν, καί, ὅπερ λέγω, σχεδὸν πᾶσι σύμφυτον ἑκάστῳ κακόν τε καὶ νόσημα;
Ἔγωγ᾽, ἔφη.
Οὐκοῦν ὅταν τῴ τι τούτων προσγένηται, πονηρόν τε ποιεῖ ᾧ προσεγένετο, καὶ τελευτῶν ὅλον διέλυσεν καὶ ἀπώλεσεν;
Πῶς γὰρ οὔ;
Τὸ σύμφυτον ἄρα κακὸν ἑκάστου καὶ ἡ πονηρία ἕκαστον ἀπόλλυσιν, ἢ εἰ μὴ τοῦτο ἀπολεῖ, οὐκ ἂν ἄλλο γε αὐτὸ ἔτι [609b] διαφθείρειεν. οὐ γὰρ τό γε ἀγαθὸν μή ποτέ τι ἀπολέσῃ, οὐδὲ αὖ τὸ μήτε κακὸν μήτε ἀγαθόν.
Πῶς γὰρ ἄν; ἔφη.
Ἐὰν ἄρα τι εὑρίσκωμεν τῶν ὄντων, ᾧ ἔστι μὲν κακὸν ὃ ποιεῖ αὐτὸ μοχθηρόν, τοῦτο μέντοι οὐχ οἷόν τε αὐτὸ λύειν ἀπολλύον, οὐκ ἤδη εἰσόμεθα ὅτι τοῦ πεφυκότος οὕτως ὄλεθρος οὐκ ἦν;
Οὕτως, ἔφη, εἰκός.
Τί οὖν; ἦν δ᾽ ἐγώ· ψυχῇ ἆρ᾽ οὐκ ἔστιν ὃ ποιεῖ αὐτὴν αὐτὴν κακήν;
Καὶ μάλα, ἔφη· ἃ νυνδὴ διῇμεν πάντα, ἀδικία τε καὶ [609c] ἀκολασία καὶ δειλία καὶ ἀμαθία.
Ἦ οὖν τι τούτων αὐτὴν διαλύει τε καὶ ἀπόλλυσι; καὶ ἐννόει μὴ ἐξαπατηθῶμεν οἰηθέντες τὸν ἄδικον ἄνθρωπον καὶ ἀνόητον, ὅταν ληφθῇ ἀδικῶν, τότε ἀπολωλέναι ὑπὸ τῆς ἀδικίας, πονηρίας οὔσης ψυχῆς. ἀλλ᾽ ὧδε ποίει· ὥσπερ σῶμα ἡ σώματος πονηρία νόσος οὖσα τήκει καὶ διόλλυσι καὶ ἄγει εἰς τὸ μηδὲ σῶμα εἶναι, καὶ ἃ νυνδὴ ἐλέγομεν [609d] ἅπαντα ὑπὸ τῆς οἰκείας κακίας, τῷ προσκαθῆσθαι καὶ ἐνεῖναι διαφθειρούσης, εἰς τὸ μὴ εἶναι ἀφικνεῖται — οὐχ οὕτω;
Ναί.
Ἴθι δή, καὶ ψυχὴν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον σκόπει. ἆρα ἐνοῦσα ἐν αὐτῇ ἀδικία καὶ ἡ ἄλλη κακία τῷ ἐνεῖναι καὶ προσκαθῆσθαι φθείρει αὐτὴν καὶ μαραίνει, ἕως ἂν εἰς θάνατον ἀγαγοῦσα τοῦ σώματος χωρίσῃ;
Οὐδαμῶς, ἔφη, τοῦτό γε.
Ἀλλὰ μέντοι ἐκεῖνό γε ἄλογον, ἦν δ᾽ ἐγώ, τὴν μὲν ἄλλου πονηρίαν ἀπολλύναι τι, τὴν δὲ αὑτοῦ μή.
Ἄλογον.

***
Η αθανασία της ψυχής
[608c] Και όμως δεν μιλήσαμε ακόμα για τις πάρα πολύ μεγάλες ανταμοιβές και τα έπαθλα που ορίζονται για την αρετή.
Πρέπει να ᾽ναι απίθανα μεγάλες, αν υπάρχουν άλλες μεγαλύτερες απ᾽ όσες αναφέραμε ήδη.
Και πώς μπορεί να είναι μεγάλο ένα πράγμα που βαστάει λίγο χρονικό διάστημα; γιατί πραγματικά όλος αυτός ο χρόνος από την παιδική έως τη γεροντική ηλικία είναι ελάχιστος άμα συγκριθεί με την αιωνιότητα.
Βέβαια τίποτε δεν είναι.
Τί λοιπόν; νομίζεις ότι ένα αθάνατο πράγμα πρέπει ν᾽ αποβλέπει και να ενδιαφέρεται για τόσο σύντομο [608d] διάστημα και όχι για το σύνολο του χρόνου;
Δεν το νομίζω εγώ· αλλά γιατί το λες αυτό;
Δεν έχεις αντιληφθεί ότι η ψυχή μας είναι αθάνατη και ποτέ δεν χάνεται;
Στους λόγους τούτους ο Γλαύκων με κοίταξε μ᾽ έκπληξη και είπε: Όχι, μά την αλήθεια· μήπως εσύ μπορείς να μου το αποδείξεις;
Και βέβαια, εάν τουλάχιστο δεν έχω άδικο· αλλά νομίζω ότι και συ ο ίδιος μπορείς να το κάμεις· γιατί δεν είναι καθόλου δύσκολο.
Για μένα είναι· και θα μου έκανες μεγάλη ευχαρίστηση να μου αποδείξεις αυτό το όχι δύσκολο.
Άκουε λοιπόν.
Λέγε.
Παραδέχεσαι ότι υπάρχει καλό και κακό;
Μάλιστα.
[608e] Και άραγε τα συλλογίζεσαι αυτά όπως εγώ;
Πώς;
Ότι κακό είναι καθετί που φέρνει φθορά και αφανισμό, και καλό καθετί που σώζει και ωφελεί;
Μάλιστα.
Παραδέχεσαι ακόμα ότι κάθε πράγμα έχει το καλό του και το κακό του; παραδείγματος χάρη τα μάτια έχουν [609a] την οφθαλμία και γενικά το σώμα τις αρρώστιες, το σιτάρι την ερισύβη, τα ξύλα τη σήψη, ο χαλκός και το σίδερο τη σκουριά, και μ᾽ έναν λόγο τίποτα σχεδόν δεν υπάρχει που να μην έχει ένα σύμφυτο κακό και νόσημα;
Έτσι είναι.
Όταν λοιπόν αυτό το κακό προσβάλει ένα πράγμα, δεν το βλάπτει και στο τέλος το διαλύει και το καταστρέφει εντελώς;
Πώς όχι;
Ώστε αυτό το σύμφυτο σε κάθε πράγμα κακό και νόσημα είναι που το καταστρέφει, και, αν αυτό δεν το καταστρέψει, δεν υπάρχει τίποτ᾽ άλλο [609b] που να φέρει την καταστροφή του. Γιατί βέβαια το καλό δεν είναι ποτέ δυνατόν να προξενήσει τούτο το αποτέλεσμα ούτε πάλι εκείνο που μήτε καλό είναι μήτε κακό.
Πώς θα μπορούσε;
Εάν λοιπόν βρούμε ένα πράγμα που να ᾽χει βέβαια το ιδιαίτερό του νόσημα, που το κάνει χειρότερο απ᾽ ό,τι είναι, δεν μπορεί όμως και να το διαλύσει με ολοκληρωτική καταστροφή, δεν πρέπει τότε να συμπεράνομε ότι για το πράγμα που έχει αυτή τη φύση δεν υπάρχει καταστροφή;
Εύλογο είναι τούτο.
Ε λοιπόν· δεν υπάρχει κάτι που κάνει την ψυχή κακή;
Και βέβαια υπάρχει· είναι όλα εκείνα που τ᾽ αναφέραμε ήδη: η αδικία και [609c] η ακολασία και η δειλία και η αμάθεια.
Μήπως τάχα κανέν᾽ απ᾽ αυτά διαλύει και καταστρέφει την ψυχή; Πρόσεχε όμως μήπως γελαστούμε και νομίσομε ότι, όταν ο άδικος και ανόητος άνθρωπος συλληφθεί και καταδικασθεί για την αδικία που έκαμε, η απώλειά του είναι αποτέλεσμα της αδικίας που είναι νόσημα της ψυχής. Αλλά νά πώς πρέπει να θεωρήσεις το πράγμα· όπως η αρρώστια, που είναι το ιδιαίτερο κακό του σώματος, λιώνει το σώμα και το καταστρέφει και το κάνει να μην είναι πια σώμα, έτσι και όλα τ᾽ άλλα πράγματα που ονομάσαμε πριν, [609d] όταν προσκολληθεί και μπει μέσα τους το ιδιαίτερο νόσημά τους, καταστρέφονται και καταντούν να μην είναι πλέον ό,τι ήσαν — δεν είν᾽ έτσι;
Ναι.
Έλα τώρα να εξετάσομε με τον ίδιο τρόπο και την ψυχή. Άραγε όταν η αδικία και η άλλη κακία μπουν μέσα στην ψυχή και προσκολληθούν απάνω της, τη φθείρουν και τη μαραίνουν έως ότου οδηγώντας την στον θάνατο τη χωρίσουν από το σώμα;
Όχι, με κανέναν τρόπο.
Από το άλλο μέρος όμως θα ήταν παράλογο να ειπούμε ότι ένα πράγμα καταστρέφεται από το νόσημα ενός άλλου αλλ᾽ όχι από το δικό του.
Βέβαια παράλογο.